O πρόλογος της έκδοσης, με την υπογραφή του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, συνιστά ένα σοβαρότατο εφόδιο και για τις μάχες που έρχονται. Συνοψίζει γεγονότα μιας ολόκληρης περιόδου στην οποία και το Κόμμα μας μπήκε στη δίνη τους, όχι πάντα με τους καλύτερους όρους για την κάθε φορά κατάληξη της ταξικής πάλης στην κάθε συγκεκριμένη περίοδο.
Γιατί έγιναν εκείνες οι διασκέψεις; Τι συνέπειες είχαν για το διεθνές επαναστατικό κίνημα; Γιατί διαλύθηκε η Γ΄ Διεθνής στην καρδιά του πολέμου; Τι ρόλο παίζει τελικά η θεωρία μας στην αντιμετώπιση κάθε φορά μιας εξέλιξης, έτσι που να μην ξεστρατίζουμε, να μη χάνουμε τον κύριο στόχο, την ανατροπή, την εκμετάλλευση των αντιθέσεων των καπιταλιστών προς το συμφέρον της επανάστασης;
Σε τέτοια ερωτήματα απαντά το συγκεκριμένο κείμενο, το οποίο χρήζει σοβαρής μελέτης, δίπλα στα άλλα ντοκουμέντα μας, τις εκτιμήσεις για τις ανατροπές στο σοσιαλισμό και τους τόμους του Δοκιμίου για την Ιστορία του Κόμματος.
Μετά την εισαγωγή, η πρώτη ενότητα περιγράφει τα πολεμικά γεγονότα και πώς τα αντιμετώπισαν τόσο οι κομμουνιστές της ΕΣΣΔ όσο και οι πολιτικοί εκπρόσωποι του ιμπεριαλισμού. Σε κάθε ενότητα σχολιάζονται οι εξελίξεις υπό το φως πλέον και των μέχρι τώρα επεξεργασιών μας.
Με αυτά σαν υπόστρωμα, το ενδιαφέρον εστιάζεται στα επόμενα κεφάλαια.
Μετά την επισήμανση ότι η μελέτη των ντοκουμέντων της πορείας και της λήξης του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου διατηρεί την επικαιρότητά της, υπενθυμίζονται βασικές εκτιμήσεις για το χαρακτήρα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου ως ιμπεριαλιστικό από τη μεριά όλων των καπιταλιστικών κρατών, ενώ διαφορετικός ήταν ο χαρακτήρας του πολέμου μόνο για την Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ), που πολεμούσε για την υπεράσπιση του σοσιαλιστικού κοινωνικο-οικονομικού συστήματος, της εργατικής εξουσίας και της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Επίσης, αγώνα δίκαιο έκαναν οι λαοί των κατεχόμενων από τις δυνάμεις του Άξονα χωρών, προκειμένου να αποτινάξουν την ξενική κατοχή και την ακραία καταπίεση και καταστολή.
Σε αυτόν τον αγώνα δεν έπαψε ποτέ να υφίσταται το στοιχείο της ταξικής πάλης, ανεξάρτητα αν αυτό διακηρυσσόταν ή όχι. Αντικειμενικά, η ταξική πάλη οξύνθηκε σε όλα τα πεδία, το οικονομικό, το ιδεολογικό, το πολιτικό. Μάλιστα, κατά την έξοδο από τον πόλεμο διαμορφώθηκαν δυνατότητες διεκδίκησης της εξουσίας από την εργατική τάξη, καθώς διαμορφώθηκαν συνθήκες επαναστατικής κατάστασης σε μία σειρά χώρες, με πολύ χαρακτηριστική την περίπτωση της Ελλάδας.
Επισημαίνεται το γεγονός ότι κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προέκυψε η ανάγκη στενής συνεργασίας της ΕΣΣΔ, σε στρατιωτικό και σε άλλα επίπεδα, με καπιταλιστικά κράτη που βρίσκονταν στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας, κυρίως με τη Μ. Βρετανία και τις ΗΠΑ. Η συνεργασία αυτή εντασσόταν αντικειμενικά στην προσπάθεια αξιοποίησης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων προς όφελος της ενίσχυσης της σοβιετικής άμυνας.
Όμως, η ιδεολογικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ εκ μέρους της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), του Κόμματος των Μπολσεβίκων και των υπόλοιπων ΚΚ οδηγούσε στο να φαίνεται παραλλαγμένος ο χαρακτήρας του πολέμου. Επομένως, να χαρακτηρίζεται ως αντιφασιστικός και δίκαιος για το σύνολο των δυνάμεων που πολεμούσαν ενάντια στο φασιστικό Άξονα, δηλαδή όχι μόνο για την ΕΣΣΔ και τα απελευθερωτικά κινήματα των λαών όπου πρωτοστατούσαν τα ΚΚ, αλλά και για τα καπιταλιστικά κράτη.
Η ίδια η πραγματικότητα απέδειξε πως η «αντιφασιστική συμμαχία» από τη μεριά των καπιταλιστικών κρατών υποσκαπτόταν και πριν τη λήξη του πολέμου.
Αναπόσπαστο στοιχείο της εξέλιξης στα πολεμικά μέτωπα ήταν και οι συναντήσεις, οι διασκέψεις μεταξύ των αρχηγών των κρατών της αντιχιτλερικής συμμαχίας. Στις διασκέψεις αυτές αποτυπώνεται ο συσχετισμός στα πολεμικά μέτωπα, αλλά και οι γενικότερες επιδιώξεις των κρατών που συμμετέχουν, η στρατηγική τους αντίληψη για την υπεράσπιση και διεύρυνση της ισχύος τους, των γεωγραφικών τους ερεισμάτων στο διεθνή στίβο.
Οι διασκέψεις εκείνης της εποχής αξίζει να διαβαστούν και ως ένας οδηγός για την κατανόηση των σημερινών ιμπεριαλιστικών πολέμων και ανταγωνισμών. Στις διασκέψεις, συμπυκνώνεται η διπλωματική ευλυγισία, η πείρα και η στοχοπροσήλωση των ηγετών των τριών συμμάχων να προωθήσουν τον κοινό πολεμικό-στρατιωτικό τους στόχο, αλλά και να υπερασπιστούν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους εντός της συμμαχίας, με το βλέμμα στραμμένο στην επόμενη μέρα του πολέμου.
Τα υλικά των διασκέψεων είναι εκείνα που κρατήθηκαν από τις αντιπροσωπίες της σοβιετικής πλευράς. Σημειώνουμε πως, πέρα από τις κοινές ανακοινώσεις, διακηρύξεις και συγκεκριμένα έγγραφα που συνομολογήθηκαν από κοινού, δεν κρατήθηκαν κοινά πρακτικά θεωρημένα απ’ όλες τις πλευρές. Φυσικά, είναι κατανοητό πως η κάθε πλευρά κράτησε έγκυρα πρακτικά για λογαριασμό της. Έτσι, μάλλον δε διαπιστώνονται σοβαρές διαφορές ανάμεσα στα διάφορα πρακτικά που έχουν δημοσιευτεί.
Το δεύτερο μέρος του προλόγου τιτλοφορείται «Σχέση πολέμου-επανάστασης στη στρατηγική του ΠΚΚ(μπ.) και της ΚΔ αναφορικά με την εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ». Εδώ σημειώνεται: Ο ιμπεριαλιστικός Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος επιβεβαίωσε τη θεωρητική πρόβλεψη του Ένγκελς για τη σχέση πολέμου - επαναστατικής κατάστασης και προλεταριακής επανάστασης, καθώς κατά τη λήξη του εκδηλώθηκαν αφενός η νικηφόρα Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση στη Ρωσία, που οδήγησε και στην ιδρυτική πράξη του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσμο, αφετέρου οι μη νικηφόρες επαναστάσεις στη Γερμανία και στην Ουγγαρία. Η Οκτωβριανή Επανάσταση καθοδηγήθηκε νικηφόρα από το Κόμμα των Μπολσεβίκων, με καθοριστικό το ρόλο του Λένιν, ο οποίος έγκαιρα, με την έναρξη του Παγκόσμιου Πολέμου το 1914, προσανατόλισε τη δουλειά του Κόμματος στη μετατροπή του πολέμου σε πάλη για την εργατική εξουσία. Οι θεωρητικές επεξεργασίες του Λένιν για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για το αστικό και το προλεταριακό κράτος, για το γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα το ενδιάμεσο ανάμεσα στην αστική και στην εργατική εξουσία, αποτέλεσαν όχι μόνο μία θεωρητική υποδομή που αναδεικνύει νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά και βάση για την πολιτική ικανότητα καθοδήγησής της.
Περιγράφονται, στη συνέχεια, οι «συμπληγάδες» μέσα από τις οποίες χρειάστηκε να περάσει το νεαρό σοβιετικό κράτος στη σχέση του με τα καπιταλιστικά κράτη που ήδη είχαν επιχειρήσει με στρατιωτική επέμβαση να καταπνίξουν τη νέα εξουσία.
Η ΕΣΣΔ στο διεθνές πεδίο έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να εξασφαλίσει ειρηνικές συνθήκες ώστε να στερεωθούν οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής και να γίνουν βήματα στην εκβιομηχάνιση της χώρας, πράγμα που είναι ουσιαστικός όρος στην αντιμετώπιση μιας πολεμικής απειλής, καθώς μια ισχυρή βιομηχανία με προβάδισμα της παραγωγής μέσων παραγωγής είναι που μπορεί να δώσει και τον απαραίτητο πολεμικό εξοπλισμό σε περίπτωση πολέμου.
Φυσικά, η διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο, της ΕΣΣΔ, ήταν μια απαιτητική και σύνθετη υπόθεση. Έπρεπε να υπολογίζει και άλλες παραμέτρους, όπως προκειμένου να σταθεροποιηθεί η διατήρηση μιας ειρηνικής, όσο γινόταν, σχέσης με τα καπιταλιστικά κράτη και αποφυγής πολέμου. Σε αυτήν την κατεύθυνση προσπάθησε να αξιοποιήσει τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και σύναπτε στρατιωτικές συμφωνίες αλληλοβοήθειας και σύμφωνα μη επίθεσης με τα αστικά κράτη.
Το κείμενο παρουσιάζει αναλυτικά την εξέλιξη των πολεμικών γεγονότων και το χρονολόγιο σειράς διεθνών συναντήσεων που μεσολαβούν μέχρι τη λήξη του πολέμου.
Αμέσως μετά ακολουθούν μια σειρά κεφάλαια με αντικείμενα όπως: Ζητήματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς από το 6ο Συνέδριό της το 1928 έως την αυτοδιάλυσή της το 1943, το ζήτημα του χαρακτήρα της επανάστασης, το 7ο Συνέδριο της ΚΔ, την αυτοδιάλυση της ΚΔ, τη σχέση πολέμου-επανάστασης στην έξοδο από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την κρατική πολιτική της ΕΣΣΔ σε συνάρτηση με την περίπτωση της Ελλάδας, τα Κομμουνιστικά Κόμματα των καπιταλιστικών χωρών και το ζήτημα της εξουσίας, το ΚΚΕ και το ένοπλο λαϊκό κίνημα σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης.