Βιβλιοπαρουσίαση: «Ντοκουμέντα Συμμαχικών Διασκέψεων του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Γιάλτα - Μόσχα - Τεχεράνη - Πότσνταμ»


O πρόλογος της έκδοσης, με την υπογραφή του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, συνιστά ένα σοβαρότατο εφόδιο και για τις μάχες που έρχονται. Συνοψίζει γεγονότα μιας ολόκληρης περιόδου στην οποία και το Κόμμα μας μπήκε στη δίνη τους, όχι πάντα με τους καλύτερους όρους για την κάθε φορά κατάληξη της ταξικής πάλης στην κάθε συγκεκριμένη περίοδο.

Γιατί έγιναν εκείνες οι διασκέψεις; Τι συνέπειες είχαν για το διεθνές επαναστατικό κίνημα; Γιατί διαλύθηκε η Γ΄ Διεθνής στην καρδιά του πολέμου; Τι ρόλο παίζει τελικά η θεωρία μας στην αντιμετώπιση κάθε φορά μιας εξέλιξης, έτσι που να μην ξεστρατίζουμε, να μη χάνουμε τον κύριο στόχο, την ανατροπή, την εκμετάλλευση των αντιθέσεων των καπιταλιστών προς το συμφέρον της επανάστασης;

Σε τέτοια ερωτήματα απαντά το συγκεκριμένο κείμενο, το οποίο χρήζει σοβαρής μελέτης, δίπλα στα άλλα ντοκουμέντα μας, τις εκτιμήσεις για τις ανατροπές στο σοσιαλισμό και τους τόμους του Δοκιμίου για την Ιστορία του Κόμματος.

Μετά την εισαγωγή, η πρώτη ενότητα περιγράφει τα πολεμικά γεγονότα και πώς τα αντιμετώπισαν τόσο οι κομμουνιστές της ΕΣΣΔ όσο και οι πολιτικοί εκπρόσωποι του ιμπεριαλισμού. Σε κάθε ενότητα σχολιάζονται οι εξελίξεις υπό το φως πλέον και των μέχρι τώρα επεξεργασιών μας.

Με αυτά σαν υπόστρωμα, το ενδιαφέρον εστιάζεται στα επόμενα κεφάλαια.

Μετά την επισήμανση ότι η μελέτη των ντοκουμέντων της πορείας και της λήξης του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου διατηρεί την επικαιρότητά της, υπενθυμίζονται βασικές εκτιμήσεις για το χαρακτήρα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου ως ιμπεριαλιστικό από τη μεριά όλων των καπιταλιστικών κρατών, ενώ διαφορετικός ήταν ο χαρακτήρας του πολέμου μόνο για την Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ), που πολεμούσε για την υπεράσπιση του σοσιαλιστικού κοινωνικο-οικονομικού συστήματος, της εργατικής εξουσίας και της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Επίσης, αγώνα δίκαιο έκαναν οι λαοί των κατεχόμενων από τις δυνάμεις του Άξονα χωρών, προκειμένου να αποτινάξουν την ξενική κατοχή και την ακραία καταπίεση και καταστολή.

Σε αυτόν τον αγώνα δεν έπαψε ποτέ να υφίσταται το στοιχείο της ταξικής πάλης, ανεξάρτητα αν αυτό διακηρυσσόταν ή όχι. Αντικειμενικά, η ταξική πάλη οξύνθηκε σε όλα τα πεδία, το οικονομικό, το ιδεολογικό, το πολιτικό. Μάλιστα, κατά την έξοδο από τον πόλεμο διαμορφώθηκαν δυνατότητες διεκδίκησης της εξουσίας από την εργατική τάξη, καθώς διαμορφώθηκαν συνθήκες επαναστατικής κατάστασης σε μία σειρά χώρες, με πολύ χαρακτηριστική την περίπτωση της Ελλάδας.

Επισημαίνεται το γεγονός ότι κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προέκυψε η ανάγκη στενής συνεργασίας της ΕΣΣΔ, σε στρατιωτικό και σε άλλα επίπεδα, με καπιταλιστικά κράτη που βρίσκονταν στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας, κυρίως με τη Μ. Βρετανία και τις ΗΠΑ. Η συνεργασία αυτή εντασσόταν αντικειμενικά στην προσπάθεια αξιοποίησης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων προς όφελος της ενίσχυσης της σοβιετικής άμυνας.

Όμως, η ιδεολογικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ εκ μέρους της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), του Κόμματος των Μπολσεβίκων και των υπόλοιπων ΚΚ οδηγούσε στο να φαίνεται παραλλαγμένος ο χαρακτήρας του πολέμου. Επομένως, να χαρακτηρίζεται ως αντιφασιστικός και δίκαιος για το σύνολο των δυνάμεων που πολεμούσαν ενάντια στο φασιστικό Άξονα, δηλαδή όχι μόνο για την ΕΣΣΔ και τα απελευθερωτικά κινήματα των λαών όπου πρωτοστατούσαν τα ΚΚ, αλλά και για τα καπιταλιστικά κράτη.

Η ίδια η πραγματικότητα απέδειξε πως η «αντιφασιστική συμμαχία» από τη μεριά των καπιταλιστικών κρατών υποσκαπτόταν και πριν τη λήξη του πολέμου.

Αναπόσπαστο στοιχείο της εξέλιξης στα πολεμικά μέτωπα ήταν και οι συναντήσεις, οι διασκέψεις μεταξύ των αρχηγών των κρατών της αντιχιτλερικής συμμαχίας. Στις διασκέψεις αυτές αποτυπώνεται ο συσχετισμός στα πολεμικά μέτωπα, αλλά και οι γενικότερες επιδιώξεις των κρατών που συμμετέχουν, η στρατηγική τους αντίληψη για την υπεράσπιση και διεύρυνση της ισχύος τους, των γεωγραφικών τους ερεισμάτων στο διεθνή στίβο.

Οι διασκέψεις εκείνης της εποχής αξίζει να διαβαστούν και ως ένας οδηγός για την κατανόηση των σημερινών ιμπεριαλιστικών πολέμων και ανταγωνισμών. Στις διασκέψεις, συμπυκνώνεται η διπλωματική ευλυγισία, η πείρα και η στοχοπροσήλωση των ηγετών των τριών συμμάχων να προωθήσουν τον κοινό πολεμικό-στρατιωτικό τους στόχο, αλλά και να υπερασπιστούν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους εντός της συμμαχίας, με το βλέμμα στραμμένο στην επόμενη μέρα του πολέμου.

Τα υλικά των διασκέψεων είναι εκείνα που κρατήθηκαν από τις αντιπροσωπίες της σοβιετικής πλευράς. Σημειώνουμε πως, πέρα από τις κοινές ανακοινώσεις, διακηρύξεις και συγκεκριμένα έγγραφα που συνομολογήθηκαν από κοινού, δεν κρατήθηκαν κοινά πρακτικά θεωρημένα απ’ όλες τις πλευρές. Φυσικά, είναι κατανοητό πως η κάθε πλευρά κράτησε έγκυρα πρακτικά για λογαριασμό της. Έτσι, μάλλον δε διαπιστώνονται σοβαρές διαφορές ανάμεσα στα διάφορα πρακτικά που έχουν δημοσιευτεί.

Το δεύτερο μέρος του προλόγου τιτλοφορείται «Σχέση πολέμου-επανάστασης στη στρατηγική του ΠΚΚ(μπ.) και της ΚΔ αναφορικά με την εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ». Εδώ σημειώνεται: Ο ιμπεριαλιστικός Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος επιβεβαίωσε τη θεωρητική πρόβλεψη του Ένγκελς για τη σχέση πολέμου - επαναστατικής κατάστασης και προλεταριακής επανάστασης, καθώς κατά τη λήξη του εκδηλώθηκαν αφενός η νικηφόρα Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση στη Ρωσία, που οδήγησε και στην ιδρυτική πράξη του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσμο, αφετέρου οι μη νικηφόρες επαναστάσεις στη Γερμανία και στην Ουγγαρία. Η Οκτωβριανή Επανάσταση καθοδηγήθηκε νικηφόρα από το Κόμμα των Μπολσεβίκων, με καθοριστικό το ρόλο του Λένιν, ο οποίος έγκαιρα, με την έναρξη του Παγκόσμιου Πολέμου το 1914, προσανατόλισε τη δουλειά του Κόμματος στη μετατροπή του πολέμου σε πάλη για την εργατική εξουσία. Οι θεωρητικές επεξεργασίες του Λένιν για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για το αστικό και το προλεταριακό κράτος, για το γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα το ενδιάμεσο ανάμεσα στην αστική και στην εργατική εξουσία, αποτέλεσαν όχι μόνο μία θεωρητική υποδομή που αναδεικνύει νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά και βάση για την πολιτική ικανότητα καθοδήγησής της.

Περιγράφονται, στη συνέχεια, οι «συμπληγάδες» μέσα από τις οποίες χρειάστηκε να περάσει το νεαρό σοβιετικό κράτος στη σχέση του με τα καπιταλιστικά κράτη που ήδη είχαν επιχειρήσει με στρατιωτική επέμβαση να καταπνίξουν τη νέα εξουσία.

Η ΕΣΣΔ στο διεθνές πεδίο έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να εξασφαλίσει ειρηνικές συνθήκες ώστε να στερεωθούν οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής και να γίνουν βήματα στην εκβιομηχάνιση της χώρας, πράγμα που είναι ουσιαστικός όρος στην αντιμετώπιση μιας πολεμικής απειλής, καθώς μια ισχυρή βιομηχανία με προβάδισμα της παραγωγής μέσων παραγωγής είναι που μπορεί να δώσει και τον απαραίτητο πολεμικό εξοπλισμό σε περίπτωση πολέμου.

Φυσικά, η διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο, της ΕΣΣΔ, ήταν μια απαιτητική και σύνθετη υπόθεση. Έπρεπε να υπολογίζει και άλλες παραμέτρους, όπως προκειμένου να σταθεροποιηθεί η διατήρηση μιας ειρηνικής, όσο γινόταν, σχέσης με τα καπιταλιστικά κράτη και αποφυγής πολέμου. Σε αυτήν την κατεύθυνση προσπάθησε να αξιοποιήσει τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και σύναπτε στρατιωτικές συμφωνίες αλληλοβοήθειας και σύμφωνα μη επίθεσης με τα αστικά κράτη.

Το κείμενο παρουσιάζει αναλυτικά την εξέλιξη των πολεμικών γεγονότων και το χρονολόγιο σειράς διεθνών συναντήσεων που μεσολαβούν μέχρι τη λήξη του πολέμου.

Αμέσως μετά ακολουθούν μια σειρά κεφάλαια με αντικείμενα όπως: Ζητήματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς από το 6ο Συνέδριό της το 1928 έως την αυτοδιάλυσή της το 1943, το ζήτημα του χαρακτήρα της επανάστασης, το 7ο Συνέδριο της ΚΔ, την αυτοδιάλυση της ΚΔ, τη σχέση πολέμου-επανάστασης στην έξοδο από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την κρατική πολιτική της ΕΣΣΔ σε συνάρτηση με την περίπτωση της Ελλάδας, τα Κομμουνιστικά Κόμματα των καπιταλιστικών χωρών και το ζήτημα της εξουσίας, το ΚΚΕ και το ένοπλο λαϊκό κίνημα σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης.

 

ΤΑ ΔΥΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΚΔ

Στο 6ο Συνέδριο της ΚΔ η ανάλυση διαχώριζε σχηματικά τις χώρες την εποχή του ιμπεριαλισμού. Υποτιμήθηκε ο διεθνής χαρακτήρας της εποχής του μονοπωλιακού καπιταλισμού και η όξυνση της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας τη συγκεκριμένη εποχή. Ακόμα, η ανάλυση δεν προσανατολίστηκε από το αντικειμενικό γεγονός ότι η ανισόμετρη ανάπτυξη των καπιταλιστικών οικονομιών και οι ανισότιμες σχέσεις μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών δεν μπορούν να καταργηθούν στο έδαφος του καπιταλισμού.

Ειδικότερα για τις χώρες με «μέσο επίπεδο ανάπτυξης», το 6ο Συνέδριο μιλούσε για σημαντικά υπολείμματα μισοφεουδαρχικών σχέσεων, ενώ σε πολλές περιπτώσεις ήταν σχέσεις μεγάλης γαιοκτησίας συνδεδεμένες με την καπιταλιστική αγορά. Λαθεμένα έδινε έμφαση σε ολοκλήρωση του αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού μέσω αστικοδημοκρατικής επανάστασης, όχι μόνο σε εποχή που είχε τελειώσει η δυναμική αυτών των επαναστάσεων, αλλά υπήρχε και αστική εξουσία (π.χ., Ελλάδα). Επιπλέον, μια βαθύτερη ανισομετρία στην καπιταλιστική ανάπτυξη κάποιων χωρών δε θα αντιμετωπιζόταν μέσω αστικοδημοκρατικής επανάστασης, αλλά είτε ως ένα βαθμό με μεταρρυθμίσεις στο έδαφος της καπιταλιστικής εξουσίας είτε με τα σαρωτικά άλματα προόδου της σοσιαλιστικής επανάστασης, όπως στην ΕΣΣΔ.

Η συγκεκριμένη στρατηγική προσέγγιση της ΚΔ για χώρες στις οποίες είχε εδραιωθεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και ειδικότερα για χώρες που χαρακτηρίζονταν «με μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού» υποτιμούσε την υπαρκτή δυνατότητα των σοσιαλιστικών σχέσεων να δώσουν μεγάλη ώθηση και να απελευθερώσουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μετά από την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Για παράδειγμα, η υπαρκτή καθυστέρηση εξηλεκτρισμού που κληρονόμησε η ΕΣΣΔ ξεπεράστηκε πολύ γρήγορα, όπως και ο αναλφαβητισμός. Η εργατική εξουσία οργάνωσε πρωτοφανείς για την εποχή εκείνη κοινωνικές υπηρεσίες.

Στις χώρες που βρίσκονταν σε αποικιοκρατικό ή μισοαποικιακό καθεστώς, το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να συνδέσει τον αγώνα του ενάντια στην ξένη κατοχή ή τον αντιαποικιακό αγώνα με την πάλη για την εργατική εξουσία σε συμμαχία με τους αγρότες. Και βέβαια έπρεπε να συντονίσει την πάλη του, περιφερειακά και διεθνώς, με τις επαναστατικές δυνάμεις στα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη.

Το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (25 Ιούλη - 21 Αυγούστου 1935) ήταν το πρώτο που διεξαγόταν μετά την άνοδο των Ναζί στην κυβερνητική εξουσία, που είχε απασχολήσει και προηγούμενες συνόδους της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ. Το Συνέδριο εκτίμησε ότι η ναζιστική Γερμανία: «Παίζει το ρόλο του υπηρέτη των δήμιων της διεθνούς αντεπανάστασης, το ρόλο του βασικού υποκινητή του ιμπεριαλιστικού πολέμου, του εμπνευστή της αντισοβιετικής σταυροφορίας...» Έτσι, άφηνε ανοιχτό το δρόμο για χαρακτηρισμό ως αντιφασιστικού του πολέμου που θα διεξήγαγαν άλλα καπιταλιστικά κράτη, τα οποία θα χαρακτηρίζονταν ως αντίπαλοι του φασισμού.

Το 7ο Συνέδριο, παρότι δεν ψήφισε νέο Πρόγραμμα, ενέκρινε ορισμένες αλλαγές που συνιστούσαν διαφοροποίηση της στρατηγικής της ΚΔ και των κομμάτων που την απάρτιζαν. Συγκεκριμένα, εγκρίνοντας την πολιτική του Γαλλικού ΚΚ σχετικά με το Λαϊκό Μέτωπο, δηλαδή τη συμμαχία ΚΚ, σοσιαλδημοκρατών και ριζοσπαστών με στόχο την υποστήριξη ή τη συμμετοχή σε κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού, άνοιγε το δρόμο για συμμετοχή των ΚΚ σε αστικές κυβερνήσεις. Παρότι προβάλλονταν αυτές οι κυβερνήσεις ως «μεταβατικές μορφές πλησιάσματος και περάσματος στη δικτατορία του προλεταριάτου», στην πράξη φάνηκε ότι αυτές δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν με αυτόν το σκοπό. Για να επιτευχθεί η κατάκτηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, προωθήθηκε η πολιτική συμμαχία με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, καθώς εκτιμήθηκε ότι αυτά επαναστατικοποιούνταν.

Με αυτόν τον τρόπο παραμερίστηκαν τα ακριβοπληρωμένα με αίμα συμπεράσματα για το ρόλο που είχε διαδραματίσει η σοσιαλδημοκρατία την εποχή των επαναστάσεων που ακολούθησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πόσο μάλλον, αφού προωθήθηκε η συγχώνευση με τη λεγόμενη αριστερή σοσιαλδημοκρατία ή και με το σύνολο των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Αυτό επιχειρήθηκε στη Γαλλία, αλλά δεν ευοδώθηκε. Όμως σε διάφορες χώρες συγχωνεύτηκαν κομμουνιστικές και σοσιαλδημοκρατικές νεολαίες και μελετήθηκε η συγχώνευση των αντίστοιχων διεθνών οργανώσεων νεολαίας, καθώς και των Κόκκινων Συνδικάτων με τα ρεφορμιστικά σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Μια σειρά τέτοιοι προσανατολισμοί υπέσκαπταν το ρόλο της ΚΔ ως κομμουνιστικής επαναστατικής πρωτοπορίας και έθεταν τις βάσεις για την αυτοδιάλυσή της. Το 1934, η Πολιτική Γραμματεία της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ, σε γράμμα της προς την ΚΕ του Γαλλικού ΚΚ, απαντούσε θετικά στο ζήτημα που έθετε το Γαλλικό ΚΚ για την οργανική ενότητα με το σοσιαλιστικό κόμμα, δηλαδή για την οργανωτική ένωση μαζί του, αλλά χαρακτήριζε δύσκολο το δρόμο για μια τέτοια ένωση.

Η εκτίμηση του 7ου Συνεδρίου για τον πόλεμο στην πορεία διαφοροποιήθηκε. Η διαφοροποίηση δεν αφορούσε την εκτίμηση καινούργιων δεδομένων, ούτε συνιστούσε αποτέλεσμα ιδεολογικής-πολιτικής διαπάλης, αλλά αποτελούσε αναγκαία προσαρμογή που στόχευε να δικαιολογήσει την εξωτερική πολιτική του σοβιετικού κράτους. Λίγες μέρες μετά την έναρξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (Σεπτέμβρης 1939), η ΚΔ τροποποίησε τη θέση και τις κατευθύνσεις της προς τα ΚΚ-τμήματά της. Η αλλαγή που επέφερε συνίστατο στο γεγονός ότι απέδιδε ίσες ευθύνες για τη διεξαγωγή του πολέμου και στις δύο ιμπεριαλιστικές πλευρές και θεωρούσε ξεπερασμένη τη διάκριση ανάμεσα στα λεγόμενα δημοκρατικά και στα φασιστικά κράτη. Παρότι η συγκεκριμένη εκτίμηση δεν ήταν λαθεμένη, αποτελούσε προσαρμογή στις απαιτήσεις της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής. Στην πραγματικότητα, η επίθεση της Γερμανίας στην ΕΣΣΔ δεν άλλαζε το χαρακτήρα του πολέμου στο σύνολό του. Φυσικά, ο αγώνας της ΕΣΣΔ, του σοβιετικού λαού και του Κόκκινου Στρατού ήταν αγώνας ταξικά δίκαιος, αγώνας για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής πατρίδας, του πρώτου και μόνου μέχρι τότε εργατικού κράτους. Την ίδια ώρα, τα καπιταλιστικά κράτη που βρίσκονταν σε πολεμική αντιπαράθεση με το φασιστικό Άξονα εξακολουθούσαν να διεξάγουν έναν ακόμη ταξικά άδικο πόλεμο, με μοναδικό σκοπό τη διατήρηση ή και επέκταση της προνομιακής τους θέσης στη διανομή των αποικιών, των αγορών και των σφαιρών επιρροής. Η προσωρινή ταύτιση συμφερόντων με την ΕΣΣΔ αναφορικά με την ήττα του φασιστικού Άξονα αντικειμενικά δεν μπορούσε να αλλάξει το χαρακτήρα του πολέμου για τα καπιταλιστικά κράτη, ούτε να παρακάμψει τις προηγούμενες ευθύνες τους.

 

Η ΑΥΤΟΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΔ

Η απόφαση για τη διάλυση της Διεθνούς, που πάρθηκε στη διάρκεια της εξέλιξης και κορύφωσης του πολέμου, δεν αποτελούσε βήμα προώθησης της εργατικής-λαϊκής πάλης κατά του φασισμού σε συνάρτηση με πόλεμο κατά της μήτρας που τον γέννησε, του καπιταλισμού. Η απόφαση ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές στις οποίες στηρίχτηκε η ίδρυση της Α΄ Διεθνούς, που συγκροτήθηκε ενώ ακόμα δεν υπήρχαν Κομμουνιστικά Κόμματα. Βρισκόταν σε αντίθεση με το πνεύμα και το γράμμα του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος, με την αρχή του προλεταριακού διεθνισμού, αλλά και με τους λόγους που η ίδια η ΚΔ συγκροτήθηκε.

Η απόφαση αυτοδιάλυσης της ΚΔ αποδυνάμωσε άμεσα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, τις επαναστατικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της ΕΣΣΔ. Αντίθετα, συντέλεσε να ενισχυθούν περισσότερο οι πιέσεις κάθε αστικής τάξης στα ΚΚ. Και αυτό, σε μια περίοδο που ο πόλεμος κλόνιζε βαθιά όχι μόνο την πολιτική εξουσία της αστικής τάξης, αλλά και την ίδια την καπιταλιστική ιδιοκτησία, ανάλογα με τις καταστροφές που προκαλούνταν από τις πολεμικές επιχειρήσεις. Τα εργατικά κινήματα δεν προετοιμάζονταν για αντεπίθεση σε συνθήκες κρίσης της αστικής εξουσίας με τη φασιστική ή άλλη μορφή της, και μάλιστα σε μία φάση που είχε κορυφωθεί το κύρος της ΕΣΣΔ και ο θαυμασμός εκατομμυρίων για τους άθλους που πραγματοποιούσαν ο σοβιετικός λαός και ο Κόκκινος Στρατός, ενώ παράλληλα είχε αυξηθεί σημαντικά η επιρροή και το κύρος σειράς ΚΚ εξαιτίας του καθοδηγητικού ρόλου τους στον ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα.

Ακόμα και αν υπήρχαν αντικειμενικές δυσκολίες στη λειτουργία της ΚΔ, ακόμα και αν η αναστολή επιβαλλόταν λόγω της γερμανικής επίθεσης και κατοχής μέρους της ΕΣΣΔ, το σκεπτικό αυτοδιάλυσής της αποτελούσε πλήγμα στην επαναστατικότητα και στην ετοιμότητα του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.

Η απόφαση αυτοδιάλυσης της ΚΔ ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τη στρατηγική που ακολουθούσε τα τελευταία χρόνια. Η συνύπαρξη της ΕΣΣΔ με καπιταλιστικά κράτη στο πλαίσιο της αντιχιτλερικής συμμαχίας, καθώς και η συνεργασία των ΚΚ με σοσιαλδημοκρατικά και άλλα αστικά κόμματα δεν εξυπηρετούσε, αλλά και δεν μπορούσε να συνδυαστεί με την ύπαρξη διεθνούς συντονισμού της προλεταριακής πάλης ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία για τη νίκη του σοσιαλισμού.

 

Η ΣΧΕΣΗ ΠΟΛΕΜΟΥ - ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΟ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ. Η ΚΡΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΣΔ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Το ΚΚΕ συλλογικά έχει καταλήξει σε σημαντικές εκτιμήσεις διαχρονικής σημασίας. Ένα καίριο ζήτημα είναι πώς μπορεί να καθορίζεται η εξωτερική πολιτική του εργατικού κράτους της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε συνθήκες μη ευνοϊκές, δηλαδή ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, με περίγυρο ισχυρών καπιταλιστικών κρατών. Αυτό το ζήτημα σήμερα πλέον οφείλουμε να το διερευνούμε με το ψυχρό μάτι ανάλυσης των τετελεσμένων, ώστε να γίνουμε πιο διεισδυτικοί, διαλεκτικοί, λιγότερο συναισθηματικοί, εξετάζοντας σύνθετα γεγονότα με συνυπολογισμό των ιστορικών στοιχείων.

Από την ΕΣΣΔ ακολουθήθηκε μια εξωτερική πολιτική απέναντι σε καπιταλιστικά κράτη που καθοριζόταν από τις τρέχουσες ανάγκες διάσωσής της από εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς. Αυτό περικλείει μια αντίφαση στις δεδομένες ιστορικές συνθήκες: Ο ταξικός ιδεολογικός-πολιτικός σκοπός της διάσωσης της ΕΣΣΔ ως εργατικού κράτους επιβάλλει επιλογές εξωτερικής πολιτικής που εν μέρει δε συμβαδίζουν απόλυτα με το στοιχείο της διεθνούς διάστασης της ταξικής πάλης, π.χ. μια συμφωνία ανακωχής, μια εμπορική συμφωνία, διπλωματικές σχέσεις κλπ.

Βέβαια, τέτοιες κινήσεις δεν πρέπει να συνεπάγονται και άμβλυνση της ταξικής πάλης στην καπιταλιστική χώρα με την οποία συναλλάσσεται ένα σοσιαλιστικό κράτος.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι η επαναστατική ηγεσία, οι ξεχωριστές προσωπικότητες επαναστατών ηγετών κρίνονται, πέρα από προθέσεις και διαθέσεις, από την ικανότητά τους να απαντούν σωστά προωθητικά στα κάθε φορά καθήκοντα που τίθενται μπροστά τους –σε αυτό άλλωστε εκδηλώνεται και η πρωτοπορία του Κόμματος. Από αυτήν την άποψη, στο Κόμμα των Μπολσεβίκων τέθηκε ένα σύνθετο και πρωτόγνωρο καθήκον, της μακρόχρονης επιβίωσης της επανάστασης σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης, όξυνσης της ταξικής πάλης στο εσωτερικό στην κατεύθυνση της οικοδόμησης των νέων κοινωνικών σχέσεων, ενώ ταυτόχρονα διαμορφωνόταν το κομμουνιστικό κίνημα με τις αντιφάσεις και τα προβλήματά του, στην Ευρώπη και παγκόσμια, καθώς και τα διεθνή καθήκοντά του για την επικράτηση της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια ομάδα χωρών. Όμως αυτή η ικανότητα κρίνεται από τη διαλεκτική σχέση της επαναστατικής ηγετικής προσωπικότητας με τη συλλογική λειτουργία του Κόμματος, από τη σχέση επιστημονικότητας-ταξικότητας.

Σήμερα, σχεδόν 100 χρόνια μετά, μπορούμε να κρίνουμε πιο αντικειμενικά, χωρίς συναισθηματισμούς, πιο ολοκληρωμένα όλη αυτήν την προσπάθεια, με στόχο να βγάλουμε συμπεράσματα για το παρόν και το μέλλον.

Το ΚΚΕ έχει αναδείξει από τη μελέτη της ιστορίας της περιόδου ότι είναι καθήκον κάθε κόμματος, σε κάθε χώρα, να παλέψει για την κατάκτηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας, πολύ περισσότερο όταν διαμορφώνονται συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, και αυτό ανεξάρτητα από τη στάση της ΕΣΣΔ.

Είναι θεμιτό ένα σοσιαλιστικό κράτος το οποίο κινδυνεύει –σε συνθήκες που το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα βρίσκεται σε πόλεμο, είναι διασπασμένο– να κάνει και εκείνες τις κινήσεις της εξωτερικής του πολιτικής ώστε και χρόνο να κερδίσει, και καλύτερα να μπορέσει να οργανωθεί και να αντιμετωπίσει, ενδεχομένως και από κοινού με κάποιες άλλες δυνάμεις, ζητήματα των στρατιωτικών επιχειρήσεων από το άμεσα εναντίον του επιθετικό μπλοκ. Ακόμα και διαπραγματεύσεις να κάνει και κατά τη διάρκεια του πολέμου ενδεχομένως και για το θέμα της λήξης του πολέμου, των συμφωνιών ανακωχής που προϋποθέτουν διεθνείς συμβάσεις κλπ. Όλα αυτά δικαιολογούνται. Ωστόσο, οι παράγοντες που διαμορφώνουν την «επόμενη μέρα» και αφορούν την ταξική πάλη είναι πιο σύνθετοι.

Ο κάθε πόλεμος έχει και τη δική του δυναμική στο εσωτερικό της κάθε χώρας που εμπλέκεται στον πόλεμο, αρχικά είτε ως κατεχόμενο κράτος είτε ως επιτιθέμενο. Στο κατεχόμενο, π.χ., αναπτύσσεται αντίσταση, ένοπλος αγώνας, σε πολλές περιπτώσεις ο συσχετισμός αλλάζει μέσα στη διαδικασία αυτού του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα, όπως στην Ελλάδα, όπου κυρίως ηγήθηκε το ΚΚΕ και όχι η αστική τάξη της Ελλάδας. Αυτό σημαίνει ότι διαμορφώνεται μια διαδικασία όπου αλλάζει ο συσχετισμός της ταξικής πάλης ανάμεσα στην εργατική τάξη και τις λαϊκές δυνάμεις, από τη μια μεριά, και στην αστική –κυρίαρχη μέχρι τότε– τάξη, από την άλλη. Αυτές οι αλλαγές πρέπει να παίξουν ρόλο «στη διεκδίκηση της επόμενης μέρας από ποια τάξη» και όχι μόνο ή κυρίως να καθοριστούν από διαπραγματεύσεις κρατών που κέρδισαν στον πόλεμο, στην προκείμενη περίπτωση από τα σύμμαχα, αλλά ταξικά διαφορετικά κράτη, ΕΣΣΔ - ΗΠΑ - Ηνωμένο Βασίλειο. Από αυτήν την άποψη, ο πρώτος λόγος της μεταπολεμικής εξέλιξης σχετίζεται με την εξέλιξη του αγώνα στο εσωτερικό της κάθε χώρας και σε αυτό πρέπει να έχουν λόγο αποφασιστικό οι εσωτερικές διεργασίες από τη σκοπιά του επαναστατικού εργατικού κινήματος, προσελκύοντας στο μέγιστο δυνατό βαθμό τη διεθνιστική ταξική αλληλεγγύη του κομμουνιστικού κινήματος ή και του, ή των συγκροτημένων σοσιαλιστικών κρατών. Όμως τα στοιχεία της εξωτερικής πολιτικής ενός σοσιαλιστικού κράτους σε καμιά περίπτωση δε θα έπρεπε να θεωρητικοποιούνται, να ιδεολογικοποιούνται, να γίνονται στοιχεία της στρατηγικής του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, ούτε από την πλευρά της ΕΣΣΔ, ούτε από την πλευρά των ΚΚ των καπιταλιστικών κρατών. Και στις δύο περιπτώσεις, αποδυνάμωναν τη στρατηγική κατεύθυνση και την ικανότητα του κομμουνιστικού κινήματος σε κάθε καπιταλιστική χώρα.

Οι λαθεμένες ιδεολογικοποιήσεις εκ μέρους του ΚΚΣΕ και η οπορτουνιστική στάση ΚΚ σε σημαντικές καπιταλιστικές χώρες αποτελούσαν το φαύλο κύκλο που αποδυνάμωνε άμεσα και μακροπρόθεσμα το κομμουνιστικό κίνημα σε σειρά χωρών που ενεπλάκησαν στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είτε ως επιτιθέμενες (π.χ. Ιταλία) είτε ως κατεχόμενες (π.χ. Ελλάδα).

Το συμπέρασμα είναι ότι η εσωτερική και η διεθνής κατάσταση της ταξικής πάλης και η ικανότητα της συνειδητής πρωτοπορίας να συνυπολογίζει τη συσχέτιση και την αλληλεπίδρασή τους είναι σημαντική σε όλες τις φάσεις της επαναστατικής δραστηριότητας, τόσο κατά τη διάρκεια της επανάστασης και στα πρώτα βήματα της εδραίωσής της, όσο και κατά τη διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, μετά την εδραίωση της επανάστασης και για όσο διάστημα δεν έχουν διαμορφωθεί οι κατάλληλες συνθήκες διεθνώς ώστε να μπορεί να ολοκληρωθεί η κομμουνιστική κοινωνία.

 

ΤΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Η γενικότερη γραμμή των ΚΚ ήταν εκείνη του αντιφασιστικού μετώπου και της συγκρότησης εθνικών κυβερνήσεων. Δεν περιλάμβανε την πάλη για την ανατροπή της αστικής τάξης στις διάφορες χώρες ως άμεσο καθήκον. Από κει και πέρα υπήρχε μια ευρεία γκάμα επιλογών, πάντα στο πλαίσιο της ίδιας προοπτικής. Η στάση του ΠΚΚ(μπ.) και οι συμβουλές του προς τα ΚΚ της Ιταλίας και της Γαλλίας είναι ενδεικτικές των πολιτικών επιλογών για τη δράση των κομμουνιστών σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη. Και αυτό, γιατί πρόκειται για δύο χώρες όπου με μπροστάρηδες τους κομμουνιστές συγκροτήθηκαν μαζικά ένοπλα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα. Μάλιστα, επρόκειτο για δύο καπιταλιστικά κράτη ιδιαίτερα σημαντικά από την άποψη της οικονομικής δύναμης και της βιομηχανικής παραγωγής (μεταπολεμικά εντάχτηκαν στους G7), στα οποία μια ενδεχόμενη ανατροπή της αστικής εξουσίας θα είχε συνέπειες στο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων και θα μπορούσε να πυροδοτήσει ευρύτερες εξελίξεις. Αυτό καταδεικνύει ότι η ταξική πάλη σε αυτές τις χώρες υπήχθη στις προτεραιότητες της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής που απαιτούσε τη διαμόρφωση ασφαλούς περίγυρου για την ΕΣΣΔ και διατήρηση της συνεννόησης με τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ, της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας. Ανάλογες ήταν οι πολιτικές συμβουλές και προς τα άλλα ΚΚ. Η επίκληση του διαμορφωμένου συσχετισμού δυνάμεων φαντάζει έλλογη μόνο αν ο συσχετισμός εξεταστεί σε κάθε χώρα μεμονωμένα και συνυπολογίζοντας τη στήριξη που θα μπορούσαν να παράσχουν στις εγχώριες αστικές δυνάμεις οι διεθνείς σύμμαχοι (π.χ. στην περίπτωση της Ιταλίας υπήρχαν πολυάριθμες βρετανικές και αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις). Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι οι δυνάμεις των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας δε θα μπορούσαν να ανταποκριθούν σε όξυνση της ταξικής πάλης σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Ουσιαστικά, πρόκειται για την ίδια πολιτική που οδηγεί στην υποταγή της ταξικής πάλης στη συμμαχία της ΕΣΣΔ με ΗΠΑ - Ηνωμένο Βασίλειο στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

 

ΤΟ ΚΚΕ ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΟΠΛΟ ΛΑΪΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές κανένας συμβιβασμός δεν έπρεπε να υπάρξει, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα το ενδιάμεσο ανάμεσα στην εξουσία του κεφαλαίου και στην επαναστατική εργατική εξουσία που ήδη είχε δημιουργήσει τα φύτρα της. Είναι οι στιγμές που, όπως έγραφε ο Λένιν τις κρίσιμες μέρες της Οκτωβριανής Επανάστασης, τρία πράγματα χρειάζονται: Τόλμη, τόλμη και πάλι τόλμη.

Το 1944 υπήρχαν οι δυνατότητες να μπει στην ημερήσια διάταξη και να λυθεί το ζήτημα της εξουσίας στην Ελλάδα. Τι ήταν αυτό που έφερε «αποπροσανατολισμό» και έλλειψη επαναστατικής τόλμης την κρίσιμη στιγμή; Βάραινε η γενικότερη επεξεργασία της σταδιοποιημένης στρατηγικής του ΚΚΕ και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, αλλά και όλη η γραμμή του ΚΚΣΕ και της ΕΣΣΔ που δε βοήθησαν έγκαιρα να διορθωθεί η στρατηγική αυτή.

Η στρατηγική του ΚΚΕ προπολεμικά καθορίστηκε με αφετηρία την Απόφαση της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ το Γενάρη του 1934, η οποία, έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα εσωκομματικής διαπάλης και παρεμβάσεων της Κομμουνιστικής Διεθνούς, καθόριζε ως αστικοδημοκρατικό το χαρακτήρα της επανάστασης στην Ελλάδα, με τάσεις γρήγορου μετασχηματισμού σε σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτή η στρατηγική επεξεργασία αποτέλεσε προσαρμογή της ανάλογης λαθεμένης προσέγγισης της ΚΔ στο 6ο Συνέδριό της το 1928, το οποίο προσδιόριζε ως αστικοδημοκρατική την επικείμενη επανάσταση για μια σειρά χώρες μεσαίου βαθμού ανάπτυξης, όπως είναι οι βαλκανικές.

Το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ, στη βάση αυτής της επεξεργασίας, προσάρμοσε ακόμα περισσότερο την πολιτική του Κόμματος με τη γραμμή του αντιφασιστικού μετώπου, η οποία περιλάμβανε τη συμμαχία με αστικές-δημοκρατικές δυνάμεις.

Ωστόσο, αυτός ο λαθεμένος στόχος του αστικοδημοκρατικού σταδίου δεν εμπόδισε το ΚΚΕ να ηγηθεί σε ένα ρωμαλέο κίνημα, καθώς ήταν κόμμα ταγμένο αταλάντευτα με το λαϊκό συμφέρον. Οι συνέπειες της λαθεμένης στρατηγικής φάνηκαν κατά τη νικηφόρα εξέλιξη του ένοπλου αντικατοχικού-απελευθερωτικού αγώνα με καθοδηγητή το ΚΚΕ. Χαρακτηριστικά, το Μάρτη του 1944, με πρωτοβουλία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, συγκροτήθηκε η ΠΕΕΑ ως ανάγκη κεντρικής διοίκησης των απελευθερωμένων από τον ΕΛΑΣ περιοχών. Παρά το γεγονός ότι η ΠΕΕΑ είχε τεράστιο λαϊκό έρεισμα, αναγνώριση και στηριζόταν σε θεσμούς λαϊκής δράσης και αντιπροσώπευσης, όπως ήταν τα Λαϊκά Συμβούλια, τα λαϊκά δικαστήρια, η λαϊκή δικαιοσύνη και πρώτ’ απ’ όλα ο ΕΛΑΣ, που λειτουργούσαν πριν ακόμα ιδρυθεί η ΠΕΕΑ, στην ιδρυτική της πράξη εμπεριείχε το σπέρμα της αυτοκατάργησης, γιατί δεν έβλεπε τους λαϊκούς θεσμούς ως εν δυνάμει φύτρα επαναστατικής εργατικής εξουσίας, όπως θα έπρεπε, αλλά ως μορφή πίεσης για να γίνει αστική κυβέρνηση εθνικής ενότητας.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μια σειρά αντιφάσεις της στρατηγικής του ΚΚΕ πηγάζουν όχι μόνο από την προβληματική προγραμματική αντίληψη του σταδίου στην επαναστατική διαδικασία, αλλά και από τη στρατηγική του ΚΚΣΕ στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη γενικευμένη αντιφασιστική συμμαχία στην οποία υποτασσόταν η ταξική πάλη της εργατικής τάξης. Παρά το γεγονός ότι δε λύθηκε το κρίσιμο ζήτημα της εξουσίας κατά την απελευθέρωση, είχε σχηματιστεί μια μεγάλη λαϊκή δύναμη που είχε μάθει να εμπιστεύεται τη δύναμή της και δε θα δεχόταν αδιαμαρτύρητα την καταλήστευσή της και τον εξευτελισμό της από τους πρώην συνεργάτες των κατακτητών, που βαρύνονταν με εγκληματικές αντιλαϊκές πράξεις. Η εργατική τάξη δε θα δεχόταν αδιαμαρτύρητα τη στυγνή εκμετάλλευση, αφού είχε εκπαιδευτεί να οργανώνει απεργίες μέσα στην Κατοχή και άφοβα να αντιμετωπίζει τη βία, την καταστολή.

Έτσι, δεν είναι μόνο το ΚΚΕ και ο ΕΛΑΣ, αλλά ο λαός που δε δέχεται τον αφοπλισμό του το Δεκέμβρη του 1944 και αντιστέκεται αλύγιστος επί τριάντα τρεις μέρες.

Τις κρίσιμες μέρες του Δεκέμβρη, είναι φανερό ότι η στάση του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος καθοριζόταν από την αγγλοσοβιετική πολεμική συμμαχία που διαρκούσε και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν είχε τελειώσει.

Ωστόσο, το κύριο ήταν ότι την ίδια στιγμή που η ηγεσία του ΚΚΕ απευθυνόταν σε αδελφά ΚΚ για να ζητήσει βοήθεια, κρατούσε τις κύριες δυνάμεις του ΕΛΑΣ μακριά από την Αθήνα, ενώ είχε ήδη εγκαταλείψει το σχέδιο κατάληψης της Αττικής.

Παρότι ο λαός αφοπλίστηκε με την απαράδεκτη Συμφωνία της Βάρκιζας, η κρατική καταστολή επιδόθηκε σε όργιο δολοφονικής βίας ενάντιά του, γιατί έπρεπε να τσακιστεί περισσότερο, να κατασταλεί, να ανατραπεί οριστικά ο πολιτικός συσχετισμός δυνάμεων που διαμορφώθηκε στα χρόνια της Κατοχής. Και αυτά τα σκληρά κατασταλτικά-αντεπαναστατικά μέτρα δείχνουν την ύπαρξη επαναστατικής κατάστασης στην Ελλάδα, η οποία τελικά δεν έφτασε έως το ξέσπασμα της επανάστασης.

Όμως η επαναστατική κατάσταση αντικειμενικά σημαίνει σκληρή αναμέτρηση για το «ποιος-ποιον», η οποία, και αν ακόμα δεν είναι πλήρως και συνειδητά σχεδιασμένη από το επαναστατικό εργατικό κίνημα, είναι καθαρά στο στόχαστρο της αστικής τάξης, που δίνει αγώνα ζωής ή θανάτου για την επανασταθεροποίηση της εξουσίας της.

Προϊόν αυτής της κατάστασης ήταν η τρίχρονη ένοπλη ταξική σύγκρουση της περιόδου 1946-1949, ο ηρωικός αγώνας του ΔΣΕ, που ξεκίνησε με καθυστέρηση και όχι με τις καλύτερες δυνατές συνθήκες.

Για το ΚΚΕ, Ιστορία σημαίνει αλήθεια.

Μελετάμε τις αρχειακές πηγές με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.

Αν κάτι δείχνει η πείρα εκείνης της εποχής και η γνώση των συζητήσεων στο κρατικό διπλωματικό πεδίο, είναι όχι αυτό που λένε διάφοροι αποστάτες του κομμουνιστικού κινήματος, ότι, αν τα ξέραμε, δε θα διαλέγαμε τη σύγκρουση το Δεκέμβρη του ’44 ή τον αγώνα του ΔΣΕ. Αλλά το αντίθετο: Ότι σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, μία είναι η διέξοδος για τα λαϊκά συμφέροντα: Η πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας. Αυτό είναι και το εθνικό και διεθνιστικό καθήκον του Κομμουνιστικού Κόμματος, η πάλη για την ανατροπή της εκμεταλλεύτριας τάξης στη χώρα του. Την Ιστορία την γράφει ο λαός και δημιουργεί νέα δεδομένα στον περιφερειακό και διεθνή συσχετισμό δυνάμεων.