Στην τσαρική Ρωσία, πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αν και γρήγορα αναπτυσσόταν ο καπιταλισμός, επιβίωναν ισχυρά στοιχεία του παλιού απολυταρχικού κράτους, με επικεφαλής τον τσάρο, συνυπήρχε μια τεράστια μάζα αγροτών-μικροκαλλιεργητών στην ύπαιθρο, που βασανιζόταν από σημαντικά κατάλοιπα των φεουδαρχικών σχέσεων.
Η επανάσταση του 1905-1907 οδήγησε στη συγκρότηση της Κρατικής Δούμας, δηλαδή μιας μορφής νομοθετικού αντιπροσωπευτικού θεσμού με πολύ περιορισμένα δικαιώματα, που σε καμία περίπτωση δε σήμανε τη μετάβαση σ’ ένα τυπικό αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα. Ο θεσμός της Δούμας εξέφραζε ένα συμβιβασμό ανάμεσα σε τμήματα της αστικής τάξης και το τσαρικό καθεστώς. Στην ύπαιθρο, παρά το γεγονός ότι η δουλοπαροικία στη Ρωσία τυπικά είχε καταργηθεί ήδη από το 1861, μεγάλα τμήματα αγροτών υπέφεραν από την καταπίεση μεγάλων γαιοκτημόνων, υποχρεώνοντάς τους σε αγγαρείες ή στο να παραδίνουν τη μισή τους σοδειά.
Την περίοδο της επανάστασης του 1905, γεννήθηκαν τα Σοβιέτ ως πυρήνες οργάνωσης της επαναστατικής δράσης της εργατικής τάξης μέσα στις συνθήκες του οξυμένου αγώνα της απεργιακής πάλης και των ταξικών συγκρούσεων. Αποτέλεσαν νέα μορφή οργάνωσης της εργατικής τάξης με εκλεγμένους αντιπροσώπους και λειτούργησαν ως φύτρα και μορφές της μελλοντικής εργατικής εξουσίας.
Η δημιουργία τεράστιων εργοστασίων στα νευραλγικά κέντρα των μεγάλων ρωσικών πόλεων, όπως της Μόσχας και της Πετρούπολης (μετέπειτα Λένινγκραντ), οδήγησε σε σημαντική ανάπτυξη της μισθωτής εργασίας, καθιστώντας την εργατική τάξη τη βασική κοινωνική δύναμη της χώρας, παρά το γεγονός ότι δεν πλειοψηφούσε στο σύνολο του πληθυσμού και της έκτασης της τσαρικής αυτοκρατορίας.
Σε αυτές τις σύνθετες συνθήκες, οι μπολσεβίκοι διαμόρφωσαν μια στρατηγική γραμμή που στόχευε, μέσα από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης, να εξασφαλιστούν δύο σημαντικά ζητήματα:
α) Η πολιτική αυτοτέλεια της εργατικής τάξης στην επικείμενη αστικοδημοκρατική επανάσταση, ώστε να μη μετατραπεί το προλεταριάτο σε ουρά της αστικής τάξης.
β) Η καθοδήγηση ολόκληρου του λαϊκού κινήματος από την εργατική τάξη (η κοινωνική, δηλαδή, συμμαχία του προλεταριάτου με τη μικρομεσαία αγροτιά), ώστε η επανάσταση να έχει ριζοσπαστικό χαρακτήρα σε σχέση με την ιστορική εποχή, να διευκολύνει το πέρασμα στη σοσιαλιστική επανάσταση. Έτσι, στην πάλη για το πέρασμα της αγροτιάς με την εργατική τάξη, η στρατηγική των μπολσεβίκων στηρίχτηκε στη γραμμή: Μαζί με όλη την αγροτιά ενάντια στο μεσαίωνα. Ύστερα, μαζί με τη φτωχή αγροτιά, μαζί με τους μισοπρολετάριους ενάντια στον καπιταλισμό, μαζί κι ενάντια στους πλούσιους του χωριού.
Η στρατηγική αυτή στηρίχτηκε, αφενός, στην εκτίμηση ότι αντικειμενικά η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία ερχόταν σε αντίθεση με το καθυστερημένο πολιτικό εποικοδόμημα του τσαρισμού και με τη διατήρηση των δουλοπαροικιακών υπολειμμάτων στην ύπαιθρο και, αφετέρου, στην ιδέα μιας επαναστατικής διαδικασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ταυτόχρονα, η αστική τάξη του 1905 δεν ήταν πλέον η προοδευτική αστική τάξη της εποχής των αστικών επαναστάσεων του 18ου και 19ου αιώνα. Άλλωστε, ο καπιταλισμός είχε περάσει πλέον παγκόσμια στην αντιδραστική εποχή του ιμπεριαλισμού. Περισσότερο φοβόταν, παρά επιδίωκε μια πολιτική επανάσταση, από τη στιγμή που η αντίπαλή της τάξη, η εργατική, είχε συγκροτηθεί ως αυτοτελής πολιτική δύναμη.
Έτσι, ο Λένιν εκτιμούσε ότι η επαναστατική ανατροπή θα έπρεπε να εγκαθιδρύσει μια προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση, τη «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς», η οποία θα υλοποιούσε όσα περιέχονταν στο «μίνιμουμ» πρόγραμμα των μπολσεβίκων (συντακτική συνέλευση, καθολικό δικαίωμα ψήφου, αγροτική μεταρρύθμιση κλπ.). Αυτή η εξουσία θα ξεκαθάριζε ριζικά με τα υπολείμματα του τσαρισμού, ενώ θα έδινε το έναυσμα της προλεταριακής επανάστασης στην αναπτυγμένη καπιταλιστική Δυτική Ευρώπη, η οποία θα γινόταν στήριγμα για την προλεταριακή επανάσταση στη Ρωσία. Οι μπολσεβίκοι, εκείνη την περίοδο, συνέδεαν την αστικοδημοκρατική επανάσταση με τη σοσιαλιστική επανάσταση, τόνιζαν την υπεράσπιση των ιδιαίτερων συμφερόντων της εργατικής τάξης και την ανάγκη να ασκείται συνεχής πίεση στην επαναστατική κυβέρνηση για επέκταση των κατακτήσεων της επανάστασης.
Η «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς», όπως έλεγε ο Λένιν, μπορούσε να έχει ενιαία θέληση όσον αφορούσε το τσάκισμα της απολυταρχίας, αλλά όχι όσον αφορούσε το σοσιαλισμό. Όσο θα εξελισσόταν η επανάσταση, ο Λένιν προέβλεπε ότι θα οξυνόταν η διαπάλη στους κόλπους της ίδιας της συμμαχίας εργατών-αγροτών και της εξουσίας τους και θα οδηγούσε τελικά στον πλήρη διαχωρισμό της εργατικής τάξης από τους μεσαίους και πλούσιους αγρότες, με σκοπό την επικράτηση του προλεταριακού στοιχείου πάνω στο μικροαστικό και βεβαίως και το πέρασμα στη «δικτατορία του προλεταριάτου».
Η γραμμή αυτή των μπολσεβίκων διαμορφώθηκε σε αντιπαράθεση και με τους δεξιούς οπορτουνιστές της εποχής, τους μενσεβίκους, αλλά και με τον Τρότσκι που υποτιμούσε το ρόλο και τη σημασία της αγροτιάς. Ο Λένιν εκτιμούσε ότι η θέση του Τρότσκι οδηγούσε στην «άρνηση του ρόλου της αγροτιάς» και στο χαντάκωμα της επανάστασης.
Η είσοδος της Ρωσίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όξυνε τις κοινωνικές αντιθέσεις. Οι επανειλημμένες ήττες του ρωσικού στρατού στο μέτωπο, οι απώλειες εδαφών (π.χ., Πολωνίας, Βαλτικών Χωρών) προκάλεσαν σημαντική δυσαρέσκεια, όχι μόνο στους εργάτες και τους αγρότες που υπέφεραν από τις καταστροφές του πολέμου, αλλά και στην αστική τάξη της Ρωσίας. Το γεγονός ότι οι κύκλοι του τσαρισμού άρχισαν να προσανατολίζονται προς τη Γερμανία και στο ενδεχόμενο της σύναψης ξεχωριστής ειρήνης πυροδότησε την αντίδραση της αστικής τάξης, αντίδραση που υποβοηθήθηκε από την Αγγλία και τη Γαλλία και οδήγησε στην οργάνωση σχεδίων για την ανατροπή του τσάρου. Ταυτόχρονα, το 1916 ξέσπασαν εξεγέρσεις διάφορων εθνοτήτων στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία ενάντια στην τσαρική αυτοκρατορία.
Τα σχέδια της αστικής τάξης για ανατροπή του τσάρου συνδέθηκαν με μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις και απεργίες, που πραγματοποιήθηκαν το Φλεβάρη του 1917, ως αποτέλεσμα των ελλείψεων σε τρόφιμα, της μαζικής ανεργίας και της ραγδαίας όξυνσης των κοινωνικών προβλημάτων. Η διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης, η μαζική πολιτική δράση των οργανωμένων στα Σοβιέτ εργατών και αγροτών, η αποσύνθεση στις γραμμές του στρατού, οδήγησαν τελικά στην επαναστατική ανατροπή του τσάρου.
Η επαναστατική κατάσταση γεννήθηκε στο έδαφος μιας σύνθετης διαδικασίας που περιελάμβανε μια σειρά σημαντικούς παράγοντες: Την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, τα δεινά που ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είχε συσσωρεύσει τα προηγούμενα 3 χρόνια στις πλάτες των λαϊκών στρωμάτων, τον κλονισμό της συμμαχίας του τσαρισμού με την αστική τάξη, που δεν επέτρεπε πια στους «πάνω» να κυβερνούν όπως πριν, την πολιτική και οργανωτική δουλειά των μπολσεβίκων πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου στις γραμμές της εργατικής τάξης και των στρατιωτών.
Η απότομη όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ αστικής τάξης και τσαρισμού σε συνθήκες κρίσης και ιμπεριαλιστικού πολέμου, το αναπόφευκτο του οποίου είχαν επισημάνει οι μπολσεβίκοι, είχε ως αποτέλεσμα η αστική τάξη να πάρει το πάνω χέρι στην επανάσταση του Φλεβάρη.
Η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση συγκροτήθηκε από εκπροσώπους των αστικών φιλελεύθερων κομμάτων της Ρωσίας και αποτέλεσε όργανο της αστικής εξουσίας. Ταυτόχρονα, όμως, η μαζική πολιτική πάλη των εργατών και των αγροτών έφερε στην επιφάνεια την οργάνωση των ένοπλων μαζών που συμμετείχαν στην ανατροπή του τσάρου μέσω των Σοβιέτ (συμβούλια αντιπροσώπων).
Στα Σοβιέτ εκείνη την περίοδο κυριαρχούσαν οι μενσεβίκοι (οπορτουνιστικό ρεύμα) και οι εσέροι («μικροαστοί σοσιαλιστές επαναστάτες»), οι οποίοι έθεταν ως καθήκον τη στήριξη της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Εμφανίστηκε, λοιπόν, μια κατάσταση που ο Λένιν χαρακτήρισε «δυαδική εξουσία», για να περιγράψει μια μεταβατική στιγμή της επαναστατικής διαδικασίας, όπου η αστική τάξη είχε μεν πάρει την εξουσία, όμως δεν ήταν τόσο ισχυρή για να διαλύσει την οργάνωση των λαϊκών μαζών που ήταν ένοπλη (π.χ., τα Σοβιέτ είχαν δικές τους φρουρές).
Ο Λένιν, διαπιστώνοντας το συμβιβασμό ανάμεσα στην Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση και τα Σοβιέτ, θεωρούσε ότι έπρεπε να ξεδιπλωθεί μια συγκεκριμένη πολιτική για να πειστούν οι εργάτες μέσα από την πείρα τους για την ανάγκη:
α) Να μη στηρίζουν την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση η οποία ήταν κυβέρνηση της αστικής τάξης.
β) Να συνειδητοποιήσουν ότι ο πόλεμος που συνεχιζόταν ήταν ιμπεριαλιστικός, ληστρικός και άδικος.
γ) Να εγκαταλείψουν τους μενσεβίκους και τους εσέρους, για να αλλάξει ο συσχετισμός υπέρ των μπολσεβίκων στα Σοβιέτ.
δ) Τα Σοβιέτ να πάρουν την εξουσία, ως προϋπόθεση για να λυθούν όλα τα φλέγοντα αιτήματα των λαϊκών στρωμάτων (ειρήνη, ψωμί, γη).
Στις περίφημες «Θέσεις του Απρίλη» και στα άλλα γραπτά του εκείνης της περιόδου, ο Λένιν έκανε μια πολύ σαφή εκτίμηση του χαρακτήρα της επανάστασης του Φλεβάρη. Εκτιμούσε ότι η εξουσία άλλαξε χέρια, πέρασε στα χέρια της αστικής τάξης. Υπενθύμιζε ότι το βασικό ζήτημα στη μέχρι τότε στρατηγική των μπολσεβίκων, το ζήτημα της κοινωνικής συμμαχίας των εργατών και αγροτών, είχε ήδη πραγματοποιηθεί με τη μορφή των Σοβιέτ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι σε αυτά η πλειοψηφία του προλεταριάτου παρασυρόταν κι εμπιστευόταν τους εκπροσώπους των μικροαστικών στρωμάτων οι οποίοι δρούσαν σαν ουρά της αστικής τάξης.
Απέναντι στη θέση των «παλιών μπολσεβίκων» (Κάμενεφ, Ζινόβιεφ κ.ά.) ότι η αστικοδημοκρατική επανάσταση δεν είχε ολοκληρωθεί και ότι δεν είχαν πραγματοποιηθεί μια σειρά από στόχοι (π.χ., Συντακτική Συνέλευση, αγροτική μεταρρύθμιση), ο Λένιν απάντησε ότι το κύριο ζήτημα σε κάθε επανάσταση ήταν το ζήτημα της εξουσίας. Με αυτήν την έννοια, η αστικοδημοκρατική επανάσταση είχε τελειώσει.
Απαιτούνταν, λοιπόν, αλλαγή της στρατηγικής των μπολσεβίκων. Από το Φλεβάρη και μετά, το πρώτο και το βασικό ζήτημα που έπρεπε να λυθεί ήταν το ανέβασμα της συνείδησης του προλεταριάτου, η κατάκτηση της πρωτοπορίας του στο πλαίσιο της κοινωνικής συμμαχίας. Κάτι τέτοιο απαιτούσε πάλη μέσα στα ίδια τα επαναστατικά όργανα (τα Σοβιέτ), τη συσπείρωση με τους μισοπρολετάριους και τη φτωχή αγροτιά, προκειμένου να προετοιμαστεί το έδαφος για τη σοσιαλιστική επανάσταση.
Όταν τον Ιούλη η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση προχώρησε σε αυστηρά κατασταλτικά μέτρα ενάντια στους μπολσεβίκους και στο εργατικό κίνημα, οι μπολσεβίκοι απέσυραν το σύνθημα «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ». Ο Λένιν την κρίσιμη αυτή περίοδο, και ιδιαίτερα μετά από την εκδήλωση του στρατιωτικού πραξικοπήματος του στρατηγού Κορνίλοφ, προέβλεψε ότι η αντικειμενική κατάσταση θα οδηγούσε είτε σε ολοκληρωτική νίκη της στρατιωτικής αστικής δικτατορίας είτε σε νίκη της ένοπλης εξέγερσης των εργατών. Όξυνε τη διαπάλη απέναντι στις αυταπάτες για ειρηνικό κοινοβουλευτικό πέρασμα στο σοσιαλισμό και διακήρυξε ότι ο σκοπός της ένοπλης εξέγερσης μπορούσε να είναι μόνο το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια του προλεταριάτου, με την υποστήριξη της φτωχής αγροτιάς, για την πραγματοποίηση των προγραμματικών στόχων του Κόμματος.
Το Σεπτέμβρη του 1917 και αφού οι μπολσεβίκοι πλειοψηφούσαν πλέον στα Σοβιέτ Πετρούπολης και Μόσχας, επανέφεραν το σύνθημα «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» με καινούργιο περιεχόμενο. Όχι όπως προηγουμένως ως σύνθημα που θα αποκάλυπτε το συμβιβασμό, τη συμφιλίωση των μενσεβίκων με την αστική κυβέρνηση και θα διευκόλυνε την αλλαγή του συσχετισμού, αλλά ως σύνθημα ανατροπής της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, ως σύνθημα επαναστατικής εξέγερσης. Οι μπολσεβίκοι δρούσαν σε αυτήν την κατεύθυνση χωρίς να περιμένουν ούτε τις εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση, ούτε το συνέδριο των Σοβιέτ.
Η αποφασιστικότητα του Λένιν και όσων από την καθοδήγηση των μπολσεβίκων υποστήριξαν τις θέσεις του οδήγησε τελικά στη νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση στις 25 Οκτώβρη (7 Νοέμβρη, με βάση το νέο ημερολόγιο) 1917.
Η πείρα της Οκτωβριανής Επανάστασης ανέδειξε ότι η σοβιετική εργατική εξουσία, η δικτατορία του προλεταριάτου, ήταν αυτή που αντιμετώπισε τα φλέγοντα ζητήματα των εργαζόμενων (γη, ψωμί, ειρήνη) και όχι η αστική ή κάποια «ενδιάμεση» εξουσία, που δεν μπορεί να υπάρξει στην πραγματικότητα. Η σοβιετική εξουσία άνοιξε το δρόμο για την κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Το Μπολσεβίκικο Κόμμα, με την καθοριστική συμβολή του Λένιν, για να φτάσει στη νικηφόρα επανάσταση έκανε συνεχή θεωρητική και πολιτική προσπάθεια να αναπτύσσει τη στρατηγική του αντίληψη, να εμβαθύνει και να προβλέπει τις γρήγορες αλλαγές στο συσχετισμό αντίπαλων τάξεων, αλλά και πολιτικής επιρροής μέσα στην ίδια την εργατική τάξη. Οι αλλαγές στη γραμμή της επαναστατικής πολιτικής από το 1905 έως τον Οκτώβρη του 1917 αντανακλούν την ωρίμανση της στρατηγικής του επεξεργασίας.
Δεν ήταν μια εύκολη προσπάθεια. Με αφετηρία το διαχωρισμό από τους μενσεβίκους το 1903 στο 2ο Συνέδριο του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (ΣΔΕΚΡ) και το σχηματισμό ξεχωριστού κόμματος το 1912, οι μπολσεβίκοι ατσαλώθηκαν σε συνθήκες διαπάλης, ιδεολογικού, πολιτικού και οργανωτικού διαχωρισμού από τις δυνάμεις του οπορτουνισμού.
Η πορεία προς τη νίκη ήταν αποτέλεσμα συνεχούς, επίπονης θεωρητικής και πολιτικής επεξεργασίας. Αποφασιστική συμβολή στη διαμόρφωση της στρατηγικής της σοσιαλιστικής επανάστασης είχε η μελέτη των χαρακτηριστικών του μονοπωλιακού καπιταλισμού (με το έργο Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού), η στάση απέναντι στο αστικό κράτος και ο χαρακτήρας της εργατικής εξουσίας, δηλαδή της δικτατορίας του προλεταριάτου (με το έργο Κράτος κι Επανάσταση), και η γενικότερη εμβάθυνση στη διαλεκτική υλιστική σκέψη και ανάλυση των εξελίξεων (με το έργο Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός), ενώ είχε προηγηθεί η οικονομική ανάλυση της τσαρικής Ρωσίας (με το έργο Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία).
Αυτές οι επεξεργασίες φώτισαν τις δυνατότητες κοινωνικοποίησης των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής την εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, όσο και τις δυνατότητες που δημιουργούσε η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη και η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, για να σπάσει η ιμπεριαλιστική αλυσίδα στον αδύναμο κρίκο της και να ξεκινήσει η προσπάθεια σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε μια χώρα ή μια ομάδα χωρών.
Ο Λένιν, αναπτύσσοντας τη στρατηγική των μπολσεβίκων, αντιπαρατέθηκε στην πράξη με τις θέσεις του Πλεχάνοφ, του Κάουτσκι, του Μαρτόφ, αλλά και στελεχών των μπολσεβίκων που θεωρούσαν ότι η Ρωσία έπρεπε να περάσει υποχρεωτικά από το στάδιο της ονομαζόμενης ωρίμανσης του καπιταλισμού.
Αυτές οι θέσεις ήταν διαδεδομένες και ισχυρές στην προεπαναστατική Ρωσία. Εδράζονταν στο μεγάλο ειδικό βάρος της αγροτικής παραγωγής στη ρωσική οικονομία, στην απουσία μηχανοποίησής της, στην καθυστέρηση του εξηλεκτρισμού, στις προκαπιταλιστικές επιβιώσεις σε μεγάλο μέρος της τσαρικής αυτοκρατορίας. Ο Λένιν φώτισε την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων, τη δημιουργία μονοπωλιακών ομίλων στις μεγάλες πόλεις και τη δυνατότητα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής να δώσουν μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.
Όπως ήταν φυσικό, η ωρίμανση της στρατηγικής των μπολσεβίκων δεν ήταν ένα μονόπρακτο έργο. Το Κόμμα των Μπολσεβίκων κατέκτησε την ικανότητα να αντλεί συμπεράσματα από την επαναστατική πρωτοβουλία που ανέπτυσσαν οι μάζες σε στιγμές όξυνσης της ταξικής πάλης και να αξιοποιεί τους θεσμούς που δημιουργούσαν (Σοβιέτ) προς όφελος της επαναστατικής εξέγερσης.
Σε κάθε φάση ανάπτυξης της ταξικής πάλης, επέδειξε χαρακτηριστική ικανότητα εξυπηρέτησης της στρατηγικής με την ανάλογη πολιτική, με συμμαχίες, συνθήματα, ελιγμούς, καθώς και εύστοχη αντιπαράθεση με τους μενσεβίκους και τις υπόλοιπες οπορτουνιστικές δυνάμεις. Αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο τη μαχητική πείρα που απέκτησαν τα μέλη του στις σκληρές ταξικές μάχες ολόκληρης της περιόδου 1905-1917. Δούλεψε σταθερά και αποφασιστικά για την αλλαγή συσχετισμού στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και κατάφερε να αλλάξει το συσχετισμό στα μεγαλύτερα συνδικάτα στην Πετρούπολη και τη Μόσχα την περίοδο του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και κυρίως ν’ αυξήσει σταδιακά την επιρροή στα όργανα των εξεγερμένων εργατών και στρατιωτών (Σοβιέτ). Η θεωρητική ετοιμότητα και η μαχητική πρακτική ικανότητα έδιναν στο Κόμμα των Μπολσεβίκων τη δυνατότητα να σφυρηλατεί επαναστατικούς δεσμούς με τις εργατικές-λαϊκές δυνάμεις και να μην υποκύπτει στις πρακτικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε στη δράση του, όπως η κρατική και η παρακρατική βία.
Στη δύσκολη πορεία από το 1905 έως το 1917, οι μπολσεβίκοι αντιμετώπισαν στην πράξη όχι μόνο τη βία του τσαρικού κράτους, αλλά και την αντεπαναστατική δράση μικροαστικών και καθυστερημένων λαϊκών στρωμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Μαύρες Εκατονταρχίες στην επανάσταση του 1905, που ο Λένιν πρόκρινε την έμπρακτη αντιμετώπισή τους ως πεδίο εκπαίδευσης μαχητικών εργατικών ομάδων. Ήταν τιτάνια η προσπάθεια που έκαναν οι μπολσεβίκοι για να ωριμάσει η ταξική συνείδηση των εργατών εκείνα τα χρόνια. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι σε μια από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας στην Πετρούπολη το 1905, το πλήθος κρατούσε εικόνες αγίων και του ίδιου του τσάρου κι έψελνε ύμνους, πριν δεχτεί ένοπλη επίθεση από την τσαρική φρουρά.
Ιδιαίτερα στην κρίσιμη περίοδο από το Φλεβάρη έως τον Οκτώβρη του 1917, αντιμετώπισαν ικανότατους αστούς πολιτικούς, όπως ο Κερένσκι, που είχαν μεγάλες δυνατότητες στην παραπλάνηση των μαζών. Οι μπολσεβίκοι τα κατάφεραν, γιατί δούλεψαν υπομονετικά, τολμηρά, με σχέδιο πολιτικής, οργανωτικής και στρατιωτικής προετοιμασίας για την επαναστατική εξέγερση.
Η νικηφόρα κατάληξη της Οκτωβριανής Επανάστασης επιβεβαίωσε τη στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης, καθώς και μια σειρά αρχές που συνδέονται με την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού: Τον καθοδηγητικό ρόλο του επαναστατικού Κομμουνιστικού Κόμματος, τη λειτουργία του με βάση την αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, που έχει ως θεμελιακά στοιχεία τη συλλογικότητα και τη διασφάλιση της ενιαίας δράσης. Την ανάγκη συσπείρωσης της εργατικής τάξης απέναντι στην εξουσία του κεφαλαίου, την ανάγκη προσέλκυσης τμημάτων των αγροτών και άλλων μεσαίων στρωμάτων στην επανάσταση, αλλά και ουδετεροποίησης άλλων. Τον ιστορικά παρωχημένο και αντιδραστικό πλέον χαρακτήρα της αστικής τάξης, την αναγκαιότητα μη συμμετοχής ή στήριξης κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού, τη μη ύπαρξη μεταβατικών τύπων εξουσίας μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, την ανάγκη τσακίσματος του αστικού κράτους.
Η μελέτη της στρατηγικής των μπολσεβίκων στην Οκτωβριανή Επανάσταση, καθώς και της εξέλιξης για τη διαμόρφωσή της (από το 1905 έως το 1917) οδηγεί σε ουσιώδη συμπεράσματα. Δίνει πολύτιμη πείρα για την προσέγγιση των κομμουνιστών με εργάτες και λαϊκά στρώματα με ανώριμη ταξική συνείδηση. Οι μπολσεβίκοι κατάφεραν να συνδυάσουν πετυχημένα τη μελέτη των εξελίξεων, εσωτερικών και διεθνών, τη θεωρητική δουλειά, καθώς και τη μελέτη της πείρας από τη σκληρή ταξική πάλη στη Ρωσία. Αυτός ο συνδυασμός είναι σήμερα περισσότερο αναγκαίος από ποτέ, για να καταφέρουν οι κομμουνιστές να δουλεύουν αποτελεσματικά σε σύνθετες και δύσκολες συνθήκες, όπου ο συσχετισμός δυνάμεων είναι αρνητικός.