Δασοπροστασία και πολεμική προετοιμασία


του Αντώνη Ραλλάτου*

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η προστασία του περιβάλλοντος συνδέεται στενά με τους όρους διαβίωσης της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων. Δάση, υδάτινοι πόροι, οικοσυστήματα, ατμόσφαιρα, θάλασσα, παραλίες, ελεύθεροι χώροι, διατροφικά προϊόντα, διαχείριση στερεών και υγρών αποβλήτων αποτελούν παράγοντες που συνδέονται άμεσα με την ποιότητα ζωής της λαϊκής οικογένειας, με τους όρους εργασίας της, με ζητήματα του εργασιακού περιβάλλοντος, της υγείας και ασφάλειας της εργασίας. Παράγοντες, που υφίστανται τα αποτελέσματα της λεηλασίας από την απάνθρωπη φύση του καπιταλισμού που σαπίζει.

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές και τραγικές εκφράσεις αυτής της λεηλασίας είναι η κατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων, τα οποία έχουν μετατραπεί σε εμπόρευμα, υποβαθμίζονται και καταστρέφονται με γοργούς ρυθμούς: Από τις πυρκαγιές και τη συνεχιζόμενη αποψίλωση για τη μετατροπή τους σε γεωργικές ή κτηνοτροφικές εκτάσεις, σε οικόπεδα, βίλες, οικισμούς, ξενοδοχεία, βιομηχανίες, αποθήκες και χώρους απόθεσης απορριμμάτων, από ασθένειες.

Η δασοπροστασία μετατρέπεται από τις αστικές κυβερνήσεις σε πεδίο επενδύσεων, εκμετάλλευσης και αξιοποίησης των δασών, με βάση τη «νέα στρατηγική ανθεκτικότητας» της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, σε πλήρη ευθυγράμμιση με τα συμφέροντα των πολυεθνικών μονοπωλιακών ομίλων.

Τα τελευταία χρόνια, σε διεθνές επίπεδο και ιδιαίτερα μετά την έναρξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου στο έδαφος της Ουκρανίας, έγινε πρώτη προτεραιότητα η «ανθεκτικότητα». Αποτελεί τον «κοινό» επιθετικό προσδιορισμό σχεδόν κάθε πεδίου ή τομέα παρέμβασης: Ανθεκτικότητα υποδομών, ανθεκτικότητα δασών, φυσικών πόρων, ανθεκτικότητα μέσων, ανθεκτικότητα πόλεων κλπ. Εμφανίζεται ως το φάρμακο «διά πάσαν νόσον», συμπεριλαμβανομένης και της δασοπροστασίας, αφού ισχυρίζονται σε Ελλάδα και διεθνώς ότι η εξασφάλιση της ανθεκτικότητας των δασών θα τα προστατέψει και από τις πυρκαγιές .

Στο πλαίσιο του άρθρου, γίνεται προσπάθεια να αναδείξουμε τις κύριες πλευρές και τους κινδύνους της σημερινής κατάστασης για τη ζωή του λαού, τη λαϊκή περιουσία, το φυσικό περιβάλλον, τα δάση. Τη σχέση της πραγματικής δασοπροστασίας με την ανθεκτικότητα, την αντιλαϊκή στρατηγική της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, πλευρές και πολιτικές ευθύνες της διαχρονικά ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής στα δάση και τη χρήση της γης, της πολιτικής προστασίας. Να αποκαλύψουμε τον πραγματικό χαρακτήρα και τις πραγματικές επιδιώξεις της πολιτικής της ανθεκτικότητας σχετικά με την πολεμική προετοιμασία των κρατών-μελών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, που σκόπιμα και η κυβέρνηση της ΝΔ, αλλά και όλα τα αστικά κόμματα, επιδιώκουν να αποκρύψουν τη συμφωνία τους, ενώ παράλληλα αποσιωπούν και διαστρεβλώνουν τις θέσεις του ΚΚΕ.

 

Η ΔΑΣΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ

Η προστασία των δασών (δασοπροστασία) αποτελεί –και πρέπει να αποτελεί– μια θεμελιώδη και κεφαλαιώδη πλευρά της ολοκληρωμένης διαχείρισης των δασών.

Σε αυτό το πλαίσιο η πραγματική προστασία αφορά το σύνολο της έρευνας, της μελέτης των έργων και των ενεργειών, ώστε να αυξηθεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό η συνολική προστασία του κάθε δάσους από όλους τους κινδύνους (ασθένειες από μύκητες, βακτήρια, σπανιότερα ιούς, έντομα), πυρκαγιές, παράσυρση εδαφών, οικολογική υποβάθμιση, μείωση της φυσικής αναγέννησης, καταπατήσεις, εκχερσώσεις, παράνομη αλλαγή της χρήσης, υποβάθμιση βιοποικιλότητας, μείωση - εξαφάνιση άγριας πανίδας και ορνιθοπανίδας, ιχθυοπανίδας αν στο δάσος υπάρχει ποτάμι, ρύπανση και η εξασφάλιση των προϋποθέσεων γι’ αυτό.

Η κυβέρνηση και σύσσωμη η αστική αντιπολίτευση επιχειρούν να ταυτίσουν την προστασία των δασών μόνο με την προστασία τους από τις δασικές πυρκαγιές.

Η πολιτική αυτή υπονομεύει την ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία των δασών, τα αντιμετωπίζει ως εμπόρευμα, και σύμφωνα με την αντίληψη του κόστους - οφέλους.

Ακόμη πιο προκλητική είναι η αναγωγή των εκκενώσεων περιοχών, της λειτουργίας του «112» και της επιτήρησης με drones στο «μαγικό κουτί» της προστασίας από τις δασικές πυρκαγιές. Όλα τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι ο έγκαιρος εντοπισμός της εστίας μιας πυρκαγιάς, αλλά κυρίως η έγκαιρη άφιξη των δυνάμεων και η πρώτη προσβολή.

Η δασοπροστασία δεν κρίνεται από την ικανότητα εκκένωσης χωρίς νεκρούς, ούτε μόνο από την ικανότητα κατάσβεσης μια δασικής πυρκαγιάς.

Είναι αποκαλυπτικό ότι εδώ και δεκαετίες δεν έχει εκπονηθεί καμία μελέτη ολοκληρωμένης διαχείρισης και προστασίας των δασών που να αντιμετωπίζει ενιαία, συστηματικά και να περιλαμβάνει και το σύνολο των αναγκαίων μέτρων για τη δασοπροστασία.

Η κρατική πολιτική περιορίζεται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, χωρίς συνολικό σχεδιασμό, ιδιαίτερα για τα πιο ευάλωτα πευκοδάση στα χαμηλά υψόμετρα, που αποτελούν και τις κύριες εστίες καταστροφικών πυρκαγιών κάθε καλοκαίρι.

Η διαχείριση των δασών ή το γενικό σχέδιο (master plan) για κάθε δασικό σύμπλεγμα, που δε γίνεται από τις δασικές υπηρεσίες, αφού δεν υπάρχει τέτοια πολιτική κατεύθυνση, έπρεπε να περιλαμβάνει πλήρεις και τεκμηριωμένες μελέτες και δασοτεχνικά έργα.

Μια από τις μελέτες είναι αυτή της αντιπυρικής προστασίας που πέρα από την ανάλυση των συνθηκών σε κάθε συγκεκριμένο δάσος θα πρότεινε και συγκεκριμένα έργα και εργασίες –όπως δασοκομική διαχείριση, αραίωση της βλάστησης, καθαρισμούς, διάνοιξη και συντήρηση δασικού οδικού δικτύου, εγκατάσταση ή πύκνωση του αναγκαίου δικτύου υδατοδεξαμενών, πύκνωση και επέκταση του δικτύου πυροσβεστικών κρουνών, πυροφυλακίων κλπ. Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία είναι το σχέδιο διασποράς των επίγειων δυνάμεων μέσα στο δάσος πριν την έναρξη οποιασδήποτε πυρκαγιάς, με στόχο ο χρόνος πρώτης προσβολής σε οποιαδήποτε εστία να είναι αυτό που προβλέπει η επιστήμη, 10-15 λεπτών από την εκδήλωση πυρκαγιάς.

Σε αυτήν τη βάση το σχέδιο θα έπαιρνε υπόψη τις γεωμορφολογικές συνθήκες (κλίσεις εδάφους, ανάγλυφο, κατάσταση οδικού δικτύου κλπ.), τη σύνθεση της δασικής βλάστησης (πυκνό δάσος, ψηλά δένδρα, θάμνοι κλπ.), τα μετεωρολογικά στοιχεία (κύριες και βασικές κατευθύνσεις, ένταση ανέμων κλπ.). Όλα αυτά θα υλοποιούνταν αν η διαχρονικά ασκούμενη δασική πολιτική υλοποιούσε μια τέτοια κατεύθυνση, που δηλαδή ως προς τον κίνδυνο των δασικών πυρκαγιών θα έδινε το βάρος στην πρόληψη. Όμως η ασκούμενη δασική πολιτική μετατοπίζει το βάρος στη «διαχείριση της κρίσης» αντί για την πρόληψη.

Η έννοια της «ανθεκτικότητας» αξιοποιείται έντονα και στο πεδίο των δασών. Έτσι, με το πρόσχημα της προσαρμογής στη λεγόμενη κλιματική κρίση, εμφανίζονται προγράμματα και μέτρα που δήθεν θα εξασφαλίσουν την ανθεκτικότητα των δασών.

Στην πραγματικότητα, όμως, η κυβέρνηση στο όνομα της δασοπροστασίας εξειδικεύει και υλοποιεί στην Ελλάδα την ανθεκτικότητα ως εργαλείο που υπηρετεί τη στρατηγική του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών ΕΕ, ΝΑΤΟ, της πολεμικής προετοιμασίας και της καταστολής του λαού.

Η «ανθεκτικότητα» γίνεται επίσης άλλο ένα εργαλείο προώθησης της αντιλαϊκής πολιτικής, που φορτώνει στις πλάτες του λαού τις συνέπειες των καταστροφών και ταυτόχρονα ενισχύει την κρατική καταστολή, την επιτήρηση, τη θωράκιση του συστήματος απέναντι στο λαϊκό κίνημα.

 

2. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ ΓΙΑ ΤΑ ΔΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα δάση και το περιβάλλον διαμορφώθηκε σταδιακά από τη δεκαετία του 1990. Η πολιτική αυτή επικαιροποιήθηκε το 2013 με τη Νέα Στρατηγική για τα Δάση, ενώ το 2021 η ΕΕ διαμόρφωσε τη Στρατηγική για τα Δάση έως το 2030, η οποία ουσιαστικά, όπως και η προηγούμενη, σύνδεσε τα δάση με τη στρατηγική της πράσινης μετάβασης του ευρωπαϊκού New Deal και της καινοτομίας.

Οι πολιτικές κατευθύνσεις για τα δάση, της ΕΕ, των ελληνικών κυβερνήσεων, καθορίζονται από τη στρατηγική της πράσινης μετάβασης, της ευρωπαϊκής κοινωνικής συμφωνίας, του πράσινου New Deal και των κοινών αποφάσεων ΕΕ και ΝΑΤΟ περί ανθεκτικότητας. Στο πλαίσιο αυτό επιδιώκουν την αύξηση της παράγωγης ενέργειας από βιομάζα και δασική βιομάζα ως κομμάτι της, ώστε να γίνει η τρίτη στην κατάταξη στο ενεργειακό μίγμα μέχρι το 2050.

 

3. ΔΑΣΙΚΕΣ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ

Στη χώρα μας, η τραγική επανάληψη καταστροφικών πυρκαγιών, από τη δεκαετία του ’90 μέχρι σήμερα, αποτελεί την καλύτερη απόδειξη της αποτυχίας της πολιτικής όλων των κυβερνήσεων στη διαχείριση και δασοπροστασία. Οι ελληνικές κυβερνήσεις υλοποίησαν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις της ΕΕ, εντάσσοντας την αντιμετώπιση των πυρκαγιών στο πλαίσιο της «ανθεκτικότητας» και της «πολιτικής προστασίας», απογυμνώνοντάς την από τον προληπτικό χαρακτήρα της και δίνοντας έμφαση κυρίως στην καταστολή της πυρκαγιάς, αφού πρώτα αυτή εκδηλωθεί. Έτσι, οδηγούμαστε στη σημερινή κατάσταση, με τα δάση-εμπορεύματα να παραμένουν απροστάτευτα και να παραδίδονται στις φλόγες, ανοίγοντας το δρόμο για νέες χρήσεις γης, επενδύσεις κλπ.

 

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ, Η ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Οι τεράστιες καταστροφές από τις δασικές πυρκαγιές δεν αποτελούν φυσικό φαινόμενο αποκομμένο από την κοινωνία. Αντίθετα, πρόκειται για βαθιά κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα, που έχει διαμορφωθεί κάτω από τις πολιτικές επιλογές όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων, που αποτελούν η μια συνέχεια της άλλης στον τομέα της δασικής διαχείρισης, της χρήσης γης και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

Η γη και ειδικότερα τα δασικά οικοσυστήματα –δάση, δασικές εκτάσεις, προστατευόμενες περιοχές– αντιμετωπίστηκαν ιστορικά ως μέσο εξυπηρέτησης της επενδυτικής δραστηριότητας και ως εμπόρευμα.

Από τη δεκαετία του 1950 έως τη δεκαετία του 1990, η εσωτερική μετανάστευση και η αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητας οδήγησαν σε τεράστιες πιέσεις για αλλαγή χρήσης δασικής γης, ειδικά γύρω από τα μεγάλα αστικά κέντρα και τουριστικά νησιά. Οι δασικές πυρκαγιές χρησιμοποιήθηκαν και ως μέθοδος «εκκαθάρισης» εκτάσεων για μελλοντική οικοδόμηση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι εκτάσεις αυτές δεν κηρύσσονταν αναδασωτέες, με πρόφαση ασάφειες στο ιδιοκτησιακό καθεστώς ή ασαφείς χαρακτηρισμούς. Έτσι, παραδόθηκαν σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς, ιδιώτες ή μετατράπηκαν σε «αγροτικές» γαίες με πλαστά συμβόλαια, ανοίγοντας το δρόμο για τη «νόμιμη» οικοδόμηση και τουριστική αξιοποίηση.

Όλες οι αστικές κυβερνήσεις έκαναν τα αδύνατα δυνατά, στην προσπάθειά τους να κρύψουν ότι στις 10ετίες ’60, ’70, ’80, ’90 οι εμπρησμοί ήταν πάνω από το 65% των αιτίων των πυρκαγιών και κατέστρεφαν πάνω από το 85% των καμένων δασικών οικοσυστημάτων σύμφωνα με στοιχεία της Δασικής Υπηρεσίας και ότι οι πυρκαγιές ήταν βασικό εργαλείο μεταβολής του χαρακτήρα των καμένων δασών και δασικών εκτάσεων σε τουριστικές και άλλες επιχειρήσεις, οικόπεδα, οικισμούς, πολυτελείς βίλες, «δασικά χωριά» κλπ. Άλλωστε γι’ αυτό ο σχεδιασμός χρήσεων γης γίνεται ή νομιμοποιείται στη βάση των αναγκών και επιλογών των μονοπωλιακών ομίλων.

Οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν τα δασικά οικοσυστήματα, που αποτελούν στο μεγαλύτερο μέρος τους κρατική περιουσία, ως πεδίο ενίσχυσης και εξυπηρέτησης της κερδοφορίας διάφορων τμημάτων του κεφαλαίου (κατασκευαστικού, τουριστικού, βιομηχανικού κλπ.), χωρίς να παραγνωρίζεται η προσπάθεια σταθεροποίησης και της κοινωνικής συμμαχίας της αστικής τάξης με μικροαστικά στρώματα των πόλεων και της περιφέρειας που έχουν συμφέρον από τις αγοραπωλησίες στη γη.

Η αυθαίρετη δόμηση, οι οικισμοί, η εκτός σχεδίου δόμηση σε δάση και δασικές εκτάσεις, οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί, οι άναρχες επεκτάσεις των πόλεων, είναι τα χαρακτηριστικά που ώθησαν στα ύψη για δεκαετίες τα κέρδη του κεφαλαίου στις κατασκευές.

Έτσι, η εκ των υστέρων οριοθέτηση από τις πολεοδομικές υπηρεσίες των «προ του 1923 οικισμών» έχει ως αποτέλεσμα να βρεθούν κρατικά δάση και δασικές εκτάσεις εντός των ορίων τους. Το ΣτΕ έχει κρίνει επανειλημμένα τις αποφάσεις αυτές ανίσχυρες, αλλά οι πολεοδομίες συνεχίζουν ακάθεκτες, με αποτέλεσμα την οικοπεδοποίηση δασών και αναδασωτέων εκτάσεων, με το πρόσχημα ότι τελούν σε έγκυρο πολεοδομικό σχεδιασμό και βρίσκονται πλέον εκτός πλαισίου δασοπροστασίας.

Παράλληλα, σε πολλές περιοχές της χώρας έχει αναπτυχθεί μια βιομηχανία δημιουργίας τίτλων ιδιοκτησίας σε βάρος κρατικών δασικών, αλλά και εγκαταλελειμμένων εκτάσεων. Με τη συνεργασία ψευδομαρτύρων και συμβολαιογραφικών γραφείων επιτήδειοι κατασκευάζουν τίτλους ιδιοκτησίας προ του 1946, επιτυγχάνουν τη μετεγγραφή τους και διεκδικούν την υλοποίησή τους. Οικοδομικοί συνεταιρισμοί, φερόμενοι ως ιδιοκτήτες δασών και δασικών εκτάσεων, χωρίς να έχουν αναγνωριστεί ποτέ τα δικαιώματά τους έναντι του κράτους, διαμορφώνουν οικοδομικά τετράγωνα, ανοίγουν και ονοματοδοτούν δρόμους. Είναι χαρακτηριστικό ότι π.χ. μόνο στα δάση γύρω από την Αθήνα στην Αττική, μετά το 1974 δραστηριοποιούνται 128 οικοδομικοί συνεταιρισμοί που διεκδικούν πάνω από 133.000 στρέμματα, πολλά εκ των οποίων δάση και δασικές εκτάσεις. Μεγάλες δασικές εκτάσεις κατέχει επίσης η Ιερά Μονή Πεντέλης, κάποιες από τις οποίες έχει ήδη πουλήσει σε ιδιώτες και σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς. Οι νέοι αγοραστές βέβαια μπορεί να «αγόρασαν δάσος», αλλά επιθυμούν να το μετατρέψουν σε οικόπεδα και πολύ συχνά το καταφέρνουν. Έτσι τα δάση στην Πεντέλη, τον Υμηττό, το όρος Αιγάλεω, την Πάρνηθα βρίσκονται υπό διαρκή πίεση.

Η απόφαση της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ το 1998 να αφαιρέσει την ευθύνη δασοπυρόσβεσης από τη Δασική Υπηρεσία και να την μεταφέρει στο Πυροσβεστικό Σώμα, χωρίς καμία επιστημονική τεκμηρίωση ή παράλληλη ενίσχυση της πρόληψης, διέσπασε την ενιαία διαχείριση του δάσους και διαχώρισε την πρόληψη από την καταστολή. Το αποτέλεσμα ήταν η πλήρης αποδιοργάνωση, η ανεπάρκεια στην πρόληψη και η έμφαση αποκλειστικά στην καταστολή, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα: 84 νεκροί το 2007, πάνω από 100 το 2018, 28 το 2023, εκατομμύρια καμένα στρέμματα και πλήθος χαμένων περιουσιών.

Η δασική νομοθεσία με διαδοχικές παρεμβάσεις των κυβερνήσεων ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ άνοιξε διάπλατα τις πόρτες της κερδοφόρας εκμετάλλευσης των δασών.

 

ΟΙ ΔΑΣΙΚΕΣ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ ΣΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ: ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ, ΚΑΜΕΝΗ ΓΗ ΚΑΙ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΔΑΣΟΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Τα στατιστικά δεδομένα που ακολουθούν και τα συγκεκριμένα παραδείγματα δείχνουν τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στις δασικές καταστροφές και στην αστική κρατική πολιτική. Οι διαχρονικές ευθύνες όλων των κυβερνήσεων είναι τεράστιες.

Ο παρακάτω πίνακας και το διάγραμμα παρουσιάζουν την εκτιμώμενη κατανομή των αιτίων (μέσος όρος), σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της Δασικής Υπηρεσίας 1960-1998, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας 2010-2023 και του EFFIS.

2025-3-Ral-1

Οι εμπρησμοί από πρόθεση (40%) και ένα ποσοστό 25% από τα άγνωστα αίτια που θεωρούνται εμπρησμοί και που δεν ανακαλύφθηκαν ευθύνονται αθροιστικά για το 65% περίπου των αιτιών, μέχρι το 1998, ενώ τα φυσικά αίτια είναι σχετικά σπάνια.

Τα στατιστικά στοιχεία από το 2010 μέχρι το 2023 δεν μπορούν να συγκριθούν με τα προηγούμενα, γιατί, εκτός από τις δασικού χαρακτήρα εκτάσεις, περιλαμβάνουν και γεωργικές.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Δασικής Υπηρεσίας, στο διάστημα 2010-2023 οι επιβεβαιωμένοι εμπρησμοί και οι εμπρησμοί που δεν ανακαλύφθηκαν και υπολογίστηκαν στα ποσοστά ως άγνωστα αίτια, μόνο για δάση και δασικές εκτάσεις, αθροιστικά είναι κάτω από 50% των αιτιών, γιατί το νομικό πλαίσιο που έχει ψηφιστεί από το 2000 και μέχρι το 2023 δίνει τη δυνατότητα διεύρυνσης των επεμβάσεων και αλλαγής της χρήσης και του χαρακτήρα, μιας δασικού χαρακτήρα έκτασης, χωρίς να χρειάζεται να αξιοποιηθεί ο εμπρησμός από πρόθεση.

Βέβαια η σχέση μεταξύ των δασικών πυρκαγιών και της χρήσης γης στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα σημαντική. Πλήθος μελετών και δορυφορικών παρατηρήσεων επιβεβαιώνουν ότι σημαντικός αριθμός πυρκαγιών εκδηλώνονται σε περιοχές που βρίσκονται στα όρια του αστικού και περιαστικού ιστού, όπου η πίεση για αλλαγή χρήσης γης είναι έντονη. Οι συχνές πυρκαγιές σε ζώνες που συνορεύουν με δάση ή δασικές εκτάσεις λειτουργούν ως εργαλείο αποχαρακτηρισμού, ανοίγοντας το δρόμο για παράνομες επεκτάσεις οικισμών και τουριστικών επενδύσεων από μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.

Στο διάγραμμα που ακολουθεί αναδεικνύεται με σαφήνεια η άρρηκτη σχέση ανάμεσα στις δασικές πυρκαγιές και την πίεση για αλλαγή της χρήσης γης, ιδιαίτερα μέσω αυθαίρετης δόμησης. Σε όλες τις περιοχές που εξετάζονται –Ανατολική Αττική, Βόρεια Εύβοια, Ηλεία και Έβρος– παρατηρείται κοινό μοτίβο: Υψηλός αριθμός πυρκαγιών συνοδεύεται από σημαντικό αριθμό καταγγελιών και παράνομων επεκτάσεων.

Αποτυπώνεται μια σαφής χωρική συσχέτιση ανάμεσα στις επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές και στις ενέργειες που σχετίζονται με την αλλαγή του καθεστώτος χρήσης γης. Το γεγονός ότι οι περιοχές με τις περισσότερες πυρκαγιές είναι ταυτόχρονα εκείνες με τις περισσότερες παραβάσεις υποδηλώνει ότι η πυρκαγιά δεν είναι μόνο αποτέλεσμα τυχαίων ή φυσικών παραγόντων, αλλά εμπλέκεται σε ένα σύστημα οικονομικών συμφερόντων.

2025-3-Ral-2

Μετά από επανειλημμένες πυρκαγιές, ένα δάσος μπορεί να υποβαθμιστεί σε δασική έκταση, στη συνέχεια σε χορτολιβαδική και στο τέλος σε «άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο», με δεδομένο ότι σήμερα έχουν σχεδόν σταματήσει οι τεχνητές αναδασώσεις λόγω μη χρηματοδότησης.

 

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΜΕΝΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ

Η ανάλυση των καμένων εκτάσεων στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 1960 έως και τη δεκαετία του 2020 αποκαλύπτει σημαντικές διακυμάνσεις, οι οποίες συχνά συνδέονται με πολιτικές, θεσμικές και περιβαλλοντικές συνθήκες. Από το διάγραμμα της μέσης ετήσιας καμένης έκτασης στην Ελλάδα ανά δεκαετία, σύμφωνα με δεδομένα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Πληροφοριών για τις Πυρκαγιές (EFFIS), προκύπτει ότι η μέση ετήσια καμένη έκταση έχει αυξηθεί δραματικά σε σχέση με τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, στοιχείο που αποδεικνύει και την αποτυχία της πολιτικής αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών.

2025-3-Ral-3

 

Τη δεκαετία του 1960, η μέση ετήσια καμένη έκταση δεν ξεπερνούσε τα 10.000 εκτάρια, ενώ ήδη από το 1980 και μετά παρατηρείται εκτόξευση των καμένων εκτάσεων, με μέσο όρο 47.000 εκτάρια. Οι δεκαετίες του 1990 και 2000 σημαδεύτηκαν από τις καταστροφικές πυρκαγιές του 1998, 2000 και 2007 αντίστοιχα, ενώ το 2021 και το 2023 αποτέλεσαν ιστορικά ρεκόρ, εντάσσοντας τη δεκαετία του 2020 στην πιο καταστροφική περίοδο της ελληνικής ιστορίας ως προς τις πυρκαγιές, με μέσο όρο άνω των 85.000 εκταρίων ετησίως.

 

ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΖΩΩΝ

Η συνεχής αύξηση των καμένων δασικών εκτάσεων αποτελεί όχι μόνο περιβαλλοντικό δείκτη υποβάθμισης, αλλά και αποτέλεσμα της συνέχισης της ίδιας δασικής πολιτικής διαχρονικά. Οι συνέπειες των δασικών πυρκαγιών δεν περιορίζονται στην καταστροφή των δασών και της άγριας πανίδας και ορνιθοπανίδας, της βιοποικιλότητας ή στην αλλαγή χρήσης γης, αλλά επεκτείνονται δραματικά στις ανθρώπινες ζωές, πλήττοντας κατά κύριο λόγο τα λαϊκά στρώματα και τις αγροτικές περιοχές.

Τα λαϊκά στρώματα αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό των θυμάτων σε περιόδους μεγάλης καταστροφής, αποδεικνύοντας την αποτυχία και του μηχανισμού προστασίας έγκαιρης προειδοποίησης ή απομάκρυνσης. Η επανάληψη σοβαρών απωλειών σε διαφορετικά χρόνια, όπως το 1998, το 2007, το 2021 και το 2023, δείχνει ότι οι θάνατοι από πυρκαγιές δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά, αλλά αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής και στην προστασία της ζωής του λαού, αποτυχία της πολιτικής προστασίας και διαχείρισης κινδύνων.

Η τραγωδία στο Μάτι το 2018, με 103 νεκρούς, αποτελεί τη χειρότερη καταγεγραμμένη απώλεια ανθρώπινων ζωών από δασική πυρκαγιά στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες, τη δεύτερη παγκόσμια στον 21ο αιώνα.

Αποτέλεσε τραγική απόδειξη των συνεπειών της έλλειψης σχεδιασμού χρήσεων γης, πολεοδομικού σχεδιασμού, του εγκλωβισμού οικισμών χωρίς υποδομές διαφυγής, της πλήρους ανικανότητας προστασίας, ακόμα και σε περιαστικό περιβάλλον λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας. Είναι το τραγικό σύμβολο της πολιτικής ευθύνης που προκύπτει όταν το δάσος, η προστασία του και οι ζωές που εξαρτώνται από αυτό αντιμετωπίζονται ως εμπόρευμα και εμπόδια στην κερδοφορία από την εμπορία της γης και της κατοικίας του κατασκευαστικού κεφαλαίου και των εμπόρων της γης.

Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει ποσοτικοποιημένα τις σημαντικότερες καταστροφικές πυρκαγιές στην Ελλάδα την περίοδο 2007-2023.

2025-3-Ral-4

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ) ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Οι πολιτικές ευθύνες από την ασκούμενη πολιτική όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων της αστικής τάξης, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και ως αντιπολίτευσης, για τις εγκληματικές καταστροφές στα δάση, είναι τεράστιες. Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, είναι η μια συνέχεια της άλλης, υπηρετούν την ίδια στρατηγική.

Είτε με τη μορφή της κρατικής παρέμβασης είτε με τη μορφή ιδιωτικοποίησης, ούτε μπορούν, ούτε θέλουν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα των δασών, του φυσικού περιβάλλοντος, τις επιπτώσεις από τις καταστροφές, με κριτήριο την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, αφού οι νόμοι της αγοράς, η ενίσχυση και η θωράκιση της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων υποτάσσουν τη γη και τις χρήσεις της, τα δασικά οικοσυστήματα, το περιβάλλον, τη φύση, στο καπιταλιστικό κέρδος.

Οι μεγάλες ευθύνες της σημερινής κυβέρνησης και των προκατόχων της αφορούν μεταξύ άλλων:

– Την υπονόμευση της ολοκληρωμένης διαχείρισης και προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων από κάθε κίνδυνο, με την παράλληλη απαξίωση της δασικής επιστημονικής γνώσης, με τη μη αξιοποίηση των εκατοντάδων ειδικών επιστημόνων, την οποία υλοποιούν όλες οι μέχρι σήμερα κυβερνήσεις.

– Τη συνέχιση της διάσπασης της ενιαίας και σύγχρονης αντιπυρικής προστασίας, με κύριο βάρος στην προκαταστολή, και φυσικά τη διατήρηση της σημερινής απαράδεκτης κατάστασης στην οργάνωση των επίγειων δυνάμεων και μέσων.

– Τη διατήρηση όλου του αντιδασικού νομοθετικού πλαισίου, η ύπαρξη του οποίου ευνοεί και νομιμοποιεί τους αποχαρακτηρισμούς και την αλλαγή χρήσης των δασών και των δασικών εκτάσεων, υπηρετώντας την εμπορευματοποίηση της δασικής γης.

– Την υλοποίηση της ίδιας καταστροφικής δασικής πολιτικής, ακολουθώντας τις οδηγίες του ΣΕΒ, των τραπεζών, εξασφαλίζοντας ένα νομικό πλαίσιο για τις «fast track» άδειες, τις κατά παραγγελία περιβαλλοντικές μελέτες, για αποχαρακτηρισμούς προστατευόμενων περιοχών, για μετατροπή τους σε πάρκα ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών. Πλαίσιο που εντείνει την εμπορευματοποίηση της δασικής γης, διευρύνει τους τομείς των επενδύσεων, τις επιτρεπτές επεμβάσεις μέσα στα δάση τις οποίες επιδοτούν. Δεν προστατεύουν τα μοναδικά οικοσυστήματα, που ανέξοδα δεσμεύουν διοξείδιο του άνθρακα και παράγουν οξυγόνο.

– Τη μετατροπή της αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών από πολιτικό και επιστημονικό ζήτημα ολοκληρωμένης διαχείρισης και προστασίας από κάθε κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων και των δασικών πυρκαγιών, σε αποκλειστικά επιχειρησιακό πρόβλημα, απ’ τη στιγμή που ξεσπάσει η δασική πυρκαγιά.

– Την υποχρηματοδότηση των εμπλεκόμενων με τις δασικές πυρκαγιές υπηρεσιών (Δασική, Πυροσβεστική).

– Την όξυνση της υποστελέχωσης και των τεράστιων ελλείψεων σε μέσα και υποδομές.

 

4. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ Η «ΝΕΑ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ»

Η έννοια της «ανθεκτικότητας», που εμφανίζεται ολοένα και συχνότερα στο θεσμικό και νομοθετικό οπλοστάσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών της, δεν είναι ταξικά ουδέτερη. Αντίθετα, ενσωματώνεται σε έναν ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό προετοιμασίας των κοινωνιών για ενδεχόμενες «κρίσεις», «κινδύνους» και «ασύμμετρες απειλές», με βασική κατεύθυνση τη θωράκιση της καπιταλιστικής οικονομίας και της κρατικής εξουσίας έναντι κάθε πιθανής αναταραχής. Στο όνομα της «ανθεκτικότητας» θεσπίζονται μέτρα που συνδέουν άμεσα τη διαχείριση φυσικών καταστροφών, όπως οι δασικές πυρκαγιές, με την πολιτικοστρατιωτική ετοιμότητα, την «πολιτική άμυνα» και τη στρατιωτικοποίηση της Πολιτικής Προστασίας. Η «ανθεκτικότητα», που προβάλλεται σήμερα, λειτουργεί ως άλλοθι για την ένταξη του φυσικού χώρου –δάση, υποδομές, κρίσιμες περιοχές– στο σχεδιασμό του ΝΑΤΟ και της ΕΕ ως «στρατηγικού περιουσιακού στοιχείου», που πρέπει να διαφυλαχτεί όχι για τις λαϊκές ανάγκες, αλλά για την επιχειρησιακή λειτουργία της συμμαχίας και την ομαλότητα του καπιταλιστικού συστήματος σε συνθήκες πολέμου. Η λεγόμενη ανθεκτικότητα, αντί να υπηρετεί την προστασία της ζωής και του περιβάλλοντος, μετατρέπεται σε εργαλείο πολεμικής προετοιμασίας, καταστολής και ελέγχου.

Ο μηχανισμός της Πολιτικής Προστασίας, ως προς τον προσανατολισμό και το περιεχόμενο της πολιτικής του, είναι ενταγμένος στις συμφωνίες των ιμπεριαλιστικών ενώσεων και των κατασταλτικών μηχανισμών τους που συμμετέχει η Ελλάδα· στο πλαίσιο αυτών αξιοποιείται ως εργαλείο διαφόρων ειδών παρεμβάσεων και επεμβάσεων αυτών των ενώσεων σε άλλες χώρες, με πρόσχημα τις φυσικές καταστροφές, τη λεγόμενη ανθρωπιστική κρίση, πολέμους, τρομοκρατικές ενέργειες κλπ. Αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της στρατηγικής της λεγόμενης «Εσωτερικής και Εξωτερικής Ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και του ΝΑΤΟ, με τις Ένοπλες Δυνάμεις ως εργαλείο υλοποίησης της σύνδεσης με την πολιτική προστασία, όπως είχε δηλώσει κατά τη διάρκεια των πυρκαγιών στο Μάτι ο τότε υπουργός Άμυνας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ Π. Καμμένος, στο πλαίσιο της ΝΑΤΟϊκής Επιτροπής Πολιτικού Σχεδιασμού Έκτακτων Αναγκών.

Ο ίδιος ο ορισμός της ανθεκτικότητας, που περιλαμβάνεται στην Οδηγία 2022/2557 της ΕΕ και εντάσσει στη στρατηγική της ανθεκτικότητας τις φυσικές καταστροφές, τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, την τρομοκρατία, τις υβριδικές απειλές κλπ., είναι αποκαλυπτικός.

Ως ανθεκτικότητα ορίζεται η ικανότητα πρόληψης, προστασίας, αντίδρασης, αντίστασης, μετριασμού, απορρόφησης, προσαρμογής και ανάκαμψης από περιστατικά που μπορεί να προκληθούν, μεταξύ άλλων, από φυσικές καταστροφές, όπως καταστάσεις έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία, ή από ανθρωπογενείς απειλές, όπως η τρομοκρατία, το σαμποτάζ ή υβριδικές απειλές. Οι υβριδικές απειλές προκύπτουν όταν κρατικοί ή μη κρατικοί φορείς επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν τα τρωτά σημεία των υποδομών ζωτικής σημασίας, χρησιμοποιώντας ένα μίγμα μέτρων (π.χ. διπλωματικά, στρατιωτικά, οικονομικά, τεχνολογικά) με συντονισμένο τρόπο, παραμένοντας κάτω από το όριο του επίσημου πολέμου, για παράδειγμα μαζικές εκστρατείες παραπληροφόρησης που παρεμποδίζουν τη δημοκρατική διαδικασία στις εκλογές.1

Η έννοια της ανθεκτικότητας ενσωματώνεται σταδιακά και στην ελληνική Πολιτική Προστασία.

Η ένταξη της πολιτικής προστασίας στο πλαίσιο του στρατηγικού διαλόγου με τις ΗΠΑ εγκαινιάστηκε το 2018 επί ΣΥΡΙΖΑ, αφορά τη διάνοιξη νέων πεδίων για μπίζνες σε επιχειρηματικούς ομίλους των δύο χωρών, με ταυτόχρονη προώθηση των ευρωατλαντικών σχεδιασμών σε όλα τα επίπεδα.

Οι νόμοι 4662/2020 και 4926/2022 προσδιορίζουν την κατεύθυνση για την ενίσχυση κρίσιμων υποδομών.

Ο νόμος 4662/2020 για την «αναδιάρθρωση της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας», την «αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος» κλπ. μεταξύ άλλων στρατιωτικοποιεί ακόμα περισσότερο το Πυροσβεστικό Σώμα και συνδέει ευθέως την Πολιτική Προστασία με το ΝΑΤΟ, συστήνοντας ειδικό γραφείο της λυκοσυμμαχίας μέσα στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας (ΓΓΠΠ), ενώ προβλέπει τη συνεργασία με τη Europol (Ευρωπαϊκή Αστυνομία) και την εγγραφή στον προϋπολογισμό της ΓΓΠΠ «ειδικής πίστωσης απόρρητων εθνικών αναγκών»!

Στο πλαίσιο του πολιτικού πυλώνα του ΝΑΤΟ λειτουργεί η Επιτροπή Ανθεκτικότητας της Συμμαχίας, στην οποία εκπροσωπούνται όλα τα κράτη-μέλη της Συμμαχίας, η οποία υπάγεται στο Συμβούλιο του ΝΑΤΟ.

Η Επιτροπή Ανθεκτικότητας παρέχει κατευθύνσεις σε θέματα πολιτικής και σχεδιασμού για την περίπτωση έκτακτων αναγκών και συντονίζει επίσης ένα ευρύ φάσμα υποστηρικτικών έργων της Συμμαχίας μέσω των υποεπιτροπών και ομάδων εργασίας που συστήνονται για διάφορα επιμέρους θέματα.

Στην Ελλάδα, αρμόδιος φορέας για το συντονισμό των διαδικασιών και ενεργειών όλων των εμπλεκομένων που παρακολουθεί τη δραστηριότητα των ως άνω Επιτροπών είναι το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας (ΓEEΘΑ), μέσω της Διεύθυνσης Α6 (Δ/νση Πολιτικής Ετοιμότητας), ενώ η ΓΓΠΠ συμμετέχει ενεργά στις εργασίες της Ομάδας Πολιτικής Προστασίας μέσω των ορισμένων εθνικών αντιπροσώπων, συνεργαζόμενη στενά με τα άλλα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ.2

Στις βασικές στοχεύσεις του νόμου 5075/2023 (ΦΕΚ 206/13-12-2023) για την πολιτική προστασία ήταν η κυβέρνηση να ονομάζει κάθε κατάσταση που εγκυμονεί κίνδυνο από φυσικά φαινόμενα και τεχνολογικούς κινδύνους ως «έκτακτη» και στη συνέχεια να μπορεί να δρομολογεί μια σειρά ενεργειών όπως περιορισμό κυκλοφορίας, απαγόρευση ταξιδιών, επίταξη μέσων και περιουσίας, επίταξη υπηρεσιών προσώπων, που με ένα γενικό χαρακτηρισμό αναφέρονται ότι μπορούν εν δυνάμει να συνδράμουν στην προστασία.

Το ζήτημα φυσικά σχετίζεται με την ενίσχυση συνολικά σε επίπεδο ΕΕ –και όχι μόνο– της κατασταλτικής νομοθεσίας, με τη γενική τάση διεύρυνσης της εφαρμογής του «δικαίου της ανάγκης», χωρίς την κήρυξη κατάστασης πολιορκίας/έκτακτης ανάγκης/εξαίρεσης, που αποτυπώνεται και στη νομοθεσία του κάθε αστικού κράτους. Αυτό εφαρμόστηκε κατά την περίοδο της πανδημίας με την έκδοση Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου, που συνέβαλε στη συσκότιση του ταξικού περιεχομένου της, ντύνοντας τα μέτρα με το μανδύα του γενικού («δημόσιου») συμφέροντος. Τα μέτρα παρουσιάζονταν σαν «τεχνικά», αποτέλεσμα των εισηγήσεων των «ειδικών», και άρα ως αυτονόητα για να εξασφαλιστεί και η συναίνεση των εργαζόμενων και των λαϊκών στρωμάτων.

 

5. Η ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΩΣ ΠΥΛΩΝΑΣ ΤΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΣ

Η έννοια της «ανθεκτικότητας», που σταδιακά καθιερώνεται ως κεντρικός άξονας τόσο στις στρατηγικές του ΝΑΤΟ όσο και της ΕΕ, εμφανίζεται επιφανειακά ως εργαλείο διαχείρισης κρίσεων και φυσικών καταστροφών.

Στην πραγματικότητα, όμως, δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά έναν απ’ τους πυλώνες ενός ολοκληρωμένου σχεδίου πολεμικής προετοιμασίας και στρατιωτικοποίησης του πολιτικού τομέα. Μέσα από τις επτά βασικές απαιτήσεις του ΝΑΤΟ και τις κατευθύνσεις για τις κρίσιμες υποδομές της ΕΕ, διαμορφώνεται ένα ενιαίο πλαίσιο επιτήρησης, ελέγχου και προσαρμογής των κρατικών λειτουργιών στις ανάγκες του ευρωατλαντικού σχεδιασμού.

Η ανθεκτικότητα συνδέεται άμεσα με την ικανότητα διατήρησης της «συνέχειας διακυβέρνησης», της «υποστήριξης στρατιωτικών επιχειρήσεων» και της «ασφάλειας κρίσιμων υποδομών», δηλαδή υποτάσσει κάθε πτυχή της δημόσιας διοίκησης και των φυσικών πόρων –όπως τα δάση, το νερό, η ενέργεια και οι μεταφορές– στις ανάγκες της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής.

Η Ελλάδα όχι μόνο υιοθετεί πιστά αυτές τις κατευθύνσεις, αλλά πρωτοστατεί στην υλοποίησή τους, προβάλλοντας τη δική της «στρατηγική ανθεκτικότητας» εντός ΝΑΤΟ, με ενεργό ρόλο σε όλα τα σχετικά όργανα.

Μέσα από την ενίσχυση της πολιτικοστρατιωτικής συνεργασίας, αποκαλύπτεται καθαρά ότι η «ανθεκτικότητα» δεν αφορά την προστασία του λαού από φυσικές καταστροφές, αλλά την προετοιμασία του κρατικού μηχανισμού για τις ανάγκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της καταστολής, σε συνθήκες γενικευμένων ανταγωνισμών.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα3 του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, στο πλαίσιο του σχεδιασμού πολιτικών έκτακτων αναγκών έχουν αναπτυχθεί οι επτά βασικές απαιτήσεις, επί των οποίων γίνεται κάθε έτος αξιολόγηση των Συμμάχων του ΝΑΤΟ. Στην αξιολόγηση συμμετέχει σε περιορισμένο βαθμό και η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας.

Οι επτά βασικές απαιτήσεις είναι οι ακόλουθες:

  1. Διασφάλιση της συνέχειας της διακυβέρνησης και των κρίσιμων κυβερνητικών υποδομών.
  2. Ανθεκτικότητα ως προς τον ενεργειακό εφοδιασμό.
  3. Ικανότητα επιτυχούς διαχείρισης μη ελεγχόμενων μετακινήσεων πληθυσμού.
  4. Ανθεκτικότητα διατροφικών και υδάτινων πόρων.
  5. Ικανότητα διαχείρισης μαζικών απωλειών.
  6. Ανθεκτικά συστήματα επικοινωνιών.
  7. Ανθεκτικά συστήματα μεταφορών.

Υπό την Επιτροπή Ανθεκτικότητας λειτουργεί επίσης το Euro Atlantic Disaster Response Coordination Center (EADRCC), που αποτελεί το μηχανισμό του ΝΑΤΟ για την αντιμετώπιση τόσο φυσικών, όσο και τεχνολογικών καταστροφών. Το Κέντρο Επιχειρήσεων του EADRCC λειτουργεί επί 24ώρου βάσεως και συνεργάζεται με τα σημεία επαφής των χωρών-μελών της Συμμαχίας.

 

6. ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ

Η κυβέρνηση της ΝΔ έχει βασικό στόχο την ολοκληρωτική ένταξη της πολιτικής προστασίας στο πλαίσιο της κοινής στρατηγικής της ανθεκτικότητας και των σχεδιασμών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, συνδυασμένα με την παραπέρα καταστολή απέναντι στο λαό.

Άλλωστε με βάση αυτήν τη στρατηγική, κάθε κράτος-μέλος εκπονεί τους «εθνικούς» στόχους ενίσχυσης της ανθεκτικότητάς του, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες απειλές και να διατηρεί εκτός των άλλων την «υποστήριξη που παρέχει ο πολιτικός τομέας στις στρατιωτικές επιχειρήσεις», για να αντιμετωπίσουν «κοινές απειλές» από τον εντεινόμενο γεωστρατηγικό ανταγωνισμό.

Στην ελληνική επικράτεια, ως το Εθνικό Σημείο Επαφής για την Προστασία των Ευρωπαϊκών Υποδομών Ζωτικής Σημασίας έχει οριστεί το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ), στις εγκαταστάσεις του οποίου λειτουργεί το πιλοτικό Συντονιστικό Κέντρο. Στο πλαίσιο αυτό, έχουν πραγματοποιηθεί 2 διαδικτυακές ασκήσεις για την προστασία των κρίσιμων υποδομών Ευρωπαϊκών Υποδομών Ζωτικής Σημασίας (ΕΥΖΣ).

Σε αυτό το πλαίσιο, οι επιλογές της κυβέρνησης γύρω από την πολιτική προστασία, την πρόληψη και καταστολή των δασικών πυρκαγιών, την ψηφιακή διαχείριση κινδύνων και τη στρατηγική αξιοποίηση του προγράμματος «ΑΙΓΙΣ» συνθέτουν ένα ενιαίο πλέγμα αντιλαϊκής πολιτικής, που εντάσσεται πλήρως στη στρατηγική της ανθεκτικότητας της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Δεν πρόκειται για απλές διοικητικές αποφάσεις, αλλά για επιλογές που αξιοποιούν τα «έκτακτα» γεγονότα –όπως οι πυρκαγιές ή άλλες φυσικές καταστροφές– ως ευκαιρία επιτάχυνσης της στρατιωτικοποίησης και της ιδιωτικοποίησης κρίσιμων κρατικών λειτουργιών.

Η ενίσχυση των μηχανισμών «έκτακτης ανάγκης», μέσω διαδοχικών νομοθετημάτων για την Πολιτική Προστασία, διαμορφώνει ένα θεσμικό υπόβαθρο που επιτρέπει στο κράτος να παρακάμπτει βασικά και κοινωνικά δικαιώματα στο όνομα της «προστασίας». Την ίδια στιγμή, με επιλογές όπως η ανάθεση της διαχείρισης κρίσιμων πληροφοριακών δεδομένων σε ιδιωτικούς ομίλους και η θεσμοθέτηση της χρήσης μέσων διπλής χρήσης (στρατιωτικής και πολιτικής), εδραιώνεται μια πολιτική που αντιμετωπίζει το λαό όχι ως υποκείμενο δικαιωμάτων, αλλά ως πιθανό παράγοντα αποσταθεροποίησης σε συνθήκες κρίσης.

Η κυβερνητική επιλογή να υπονομεύσει ουσιαστικά την ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία και να υποτάξει τα δάση και την προστασία τους στις ανάγκες της «ανθεκτικότητας» και της «επιχειρησιακής ετοιμότητας» ενισχύεται και με τον πρόσφατο νόμο που εκχωρεί τη διαχείριση της κρατικής δασικής περιουσίας σε επιχειρηματικούς ομίλους. Είναι η εφαρμογή μιας στρατηγικής που ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις απαιτήσεις της ΕΕ για την «πράσινη ανάπτυξη» και την αγορά ρύπων.

Η συνολική κατεύθυνση αυτής της πολιτικής μετατρέπει τα δάση και το φυσικό περιβάλλον από κοινωνικό αγαθό σε κερδοφόρα διέξοδο για τους επιχειρηματικούς ομίλους και υποδομή, η ανθεκτικότητα της οποίας υπαγορεύεται από τις κατευθύνσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, γεγονός που επιφυλάσσει νέες καταστροφές, παραπέρα υποβάθμιση και καταστροφή για το λαό και τα δάση.

Σε αυτό το πλαίσιο επίσης η κυβέρνηση της ΝΔ εκχώρησε με σύμβαση το Μάρτη του 2025 σε επιχειρηματικό όμιλο μεγάλο μέρος της ψηφιακής υποδομής της χώρας (ΕΜΥ, Αστεροσκοπείο, υδρολογικά και σεισμολογικά ινστιτούτα, δασικοί και άλλοι θεματικοί χάρτες, κτηματολόγιο κλπ.), μέσω της δημιουργίας ενός λεγόμενου «Πληροφοριακού Συστήματος Διαχείρισης Κινδύνων και Πρόληψης», στο οποίο θα πρέπει να απευθύνονται ως πελάτες οι κρατικοί φορείς (Πυροσβεστική, Δασική Υπηρεσία, Πολιτική Προστασία, Αστυνομία, Λιμενικό, Ένοπλες Δυνάμεις κλπ.), προκειμένου να αξιοποιήσουν τα στοιχεία τα οποία μέχρι σήμερα δημιούργησαν και διαχειρίζονται οι ίδιες.

 

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ «ΑΙΓΙΣ»: ΜΕΣΑ «ΔΙΠΛΗΣ ΧΡΗΣΗΣ», ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Ένα από τα κύρια μέτρα που έχει πάρει η κυβέρνηση της ΝΔ και ισχυρίζεται ανεπιτυχώς, ότι θα συμβάλουν στην καλύτερη προετοιμασία αντιμετώπισης και των δασικών πυρκαγιών από το κράτος, είναι το πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ».

Το πρόγραμμα άφορα την προμήθεια των μέσων πολιτικής προστασίας από το 2025 και αποκάλυψε ότι η επιλογή της κυβέρνησης, που συνεχίζει να ρίχνει το βάρος της αντιπυρικής προστασίας στα εναέρια μέσα και όχι στις επίγειες δυνάμεις, δε γίνεται επειδή έχει «άγνοια» των δεδομένων της δασολογικής επιστήμης. Γίνεται γιατί ο πραγματικός στόχος της κυβέρνησης είναι η υλοποίηση και η εξειδίκευση των αποφάσεων και της κοινής στρατηγικής του ΝΑΤΟ και της EE για την «ανθεκτικότητα» των υποδομών και των μέσων, στο πλαίσιο του κίνδυνου επέκτασης των πολεμικών συγκρούσεων.

Γι’ αυτό και πάρα την «προς τα έξω» δικαιολόγηση, το πρόγραμμα περιλαμβάνει εκτός από τα απαραίτητα, έτσι κι αλλιώς, πυροσβεστικά οχήματα, την προμήθεια:

– Επιχειρησιακού εξοπλισμού, εναέριων και επίγειων μέσων αντιμετώπισης (7 Canadair, 10 ελικόπτερα μεσαίου τύπου, 25 αμφίβια μονοκινητήρια αεροσκάφη κ.ά.).

– Εξοπλισμό και μέσα υποστήριξης και συντονισμού (3 ελικόπτερα μεσαίου τύπου, 3 αεροσκάφη air-surveillance, 3 ελικόπτερα μεσαίου τύπου, 1 δικινητήριο αεροσκάφος, 101 drones, κινητά κέντρα επιχειρήσεων).

– Συστήματα προειδοποίησης και μέσα πρόληψης (εθνική βάση δεδομένων - Τεχνητή Νοημοσύνη, συστήματα πυρανίχνευσης πυρόσβεσης, μετεωρολογικούς σταθμούς και ραντάρ, ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών κ.ά.).

Ξεχωρίζουμε την προμήθεια σμηνών Drones σταθερής τροχιάς και πολυκόπτερων, τον εξοπλισμό ιατρικής εκκένωσης για ΕΚΑΒ (κάψουλες, φορεία & διασωστικές σειρές), την προμήθεια Νοσοκομείων Πεδίου και εξοπλισμού προσωρινής διαμονής για τη διαχείριση συνεπειών πλημμυρών, πυρκαγιών, σεισμών και λοιπών φυσικών καταστροφών, των πλωτών μέσων διάσωσης και μεταφοράς ασθενών και λοιπού απαιτούμενου εξοπλισμού, των εναέριων Κέντρων Διοίκησης και Συντονισμού και την προμήθεια πτυσσόμενων μεταφερόμενων γεφυρών για αντιμετώπιση καταστροφών - Bailey Bridge.

Σχεδόν όλα τα προμηθευόμενα ανήκουν στην κατηγορία των προϊόντων «διπλής χρήσης», τα οποία εξυπηρετούν και εντάσσονται στις ανάγκες ανθεκτικότητας, πολιτικής άμυνας και πολιτικής προστασίας.

Είναι φανερό πως και η σημερινή κυβέρνηση, εκμεταλλευόμενη τις καταστροφές από τις δασικές πυρκαγιές, μετατρέπει σε κυρίαρχο το επιχειρησιακό μέρος της κατάσβεσης των δασικών πυρκαγιών από ένα τμήμα του κατασταλτικού κρατικού μηχανισμού που όλο και περισσότερο στρατιωτικοποιεί. Τμήμα, το οποίο ουσιαστικά ενεργοποιείται αφού ξεσπάσει μια δασική πυρκαγιά και φυσικά αντικειμενικά δεν μπορεί να έχει ουσιαστική αποτελεσματική και συνολική αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών. Γι’ αυτό είμαστε αντίθετοι με το πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ».

 

ΟΙ ΑΝΤΙΛΑΪΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΝΔ ΓΙΑ ΤΑ ΔΑΣΗ: ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ

Εκχώρηση δασών στους επιχειρηματικούς ομίλους

 Η κυβέρνηση της ΝΔ, με το Νόμο 5106/2024, εκχώρησε τη διαχείριση των κρατικών δασικών οικοσυστημάτων –που καλύπτουν το 70% των δασών της χώρας– σε ξυλοβιομήχανους και ξυλέμπορους, στο πλαίσιο της «πράσινης μετάβασης» και της επιδίωξης της ΕΕ για «κλιματική ουδετερότητα», που υλοποιείται με τη συνενοχή όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ και των άλλων αστικών κομμάτων. Έτσι επιταχύνονται τα σχέδια εμπορευματοποίησης των δασών, υπονομεύοντας την προστασία τους και εντάσσοντας τα δάση στην αγορά δικαιωμάτων ρύπων. Δηλαδή θα μπορούν οι ενεργοβόρες βιομηχανίες να αντισταθμίζουν την εκπομπή ρύπων με αγορά δικαιωμάτων που θα προκύπτουν από τη διαχείριση των δασών από τους ξυλοβιομήχανους, που μετατρέπεται σε μηχανισμό κερδοφορίας και «πλυντήριο» για τους μεγάλους ομίλους.

 

Η διάσπαση της ενιαίας διαχείρισης και προστασίας των δασών και ο διαχωρισμός της πρόληψης από την κατάσβεση των δασικών πυρκαγιών

Η κυβέρνηση της ΝΔ, όπως και οι προηγούμενες του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ, δεν μπορεί, ούτε θέλει να υλοποιήσει συνολικά και συνδυαστικά τη διαχείριση και προστασία των δασών. Συνεχίζει να δίνει το βάρος μόνο στην κατάσβεση και μάλιστα από τις εναέριες δυνάμεις, παρόλο που η δασολογική επιστήμη επιβεβαιώνει ότι το κύριο βάρος πρέπει να δίνεται στην πρόληψη και στις επίγειες δυνάμεις που γνωρίζουν τις τοπικές συνθήκες του δάσους, που βρίσκονται διασπαρμένες μέσα στο δάσος με ιδιαίτερη για κάθε δασικό σύμπλεγμα διασπορά και μπορούν άμεσα να προσβάλουν κάθε πυρκαγιά πριν εξελιχτεί.

Η ανάγκη να δίνεται το βάρος στην πρόληψη των δασικών πυρκαγιών έχει τεκμηριωθεί σε πολυάριθμες μελέτες διεθνώς, υπογραμμίζοντας ότι μπορεί να μειώσει δραστικά το κόστος καταστολής και αποκατάστασης. Διάφορες αναλύσεις καταλήγουν ότι κάθε ευρώ που επενδύεται στην πρόληψη μπορεί να εξοικονομήσει κατά μέσο όρο 2,1-8 ευρώ από μελλοντικά κόστη καταστολής και ζημιών.

 

Υποχρηματοδότηση και δραματικές ελλείψεις

Η κυβέρνηση της ΝΔ οξύνει τα προβλήματα υποχρηματοδότησης, του τομέα δασικών οικοσυστημάτων που αποτελούν το 65% του χερσαίου εδάφους της Ελλάδας. Οι ελλείψεις σε προσωπικό, μέσα και υποδομές στις κρατικές υπηρεσίες που έχουν την ευθύνη της διαχείρισης και προστασίας των δασών (Πυροσβεστική, Δασική) είναι τεράστιες.

Οι δασικές υπηρεσίες λειτουργούν με το 30-40% του απαιτούμενου προσωπικού (δασολόγοι, οικονομικό, διοικητικό προσωπικό και δασοφύλακες), ενώ λείπουν 10.000 δασεργάτες (σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένας). Η χρηματοδότηση είναι ανύπαρκτη. Τα ποσά που προβλέπονται από τον τακτικό προϋπολογισμό και τις δημόσιες επενδύσεις είναι το 0,007% του ΑΕΠ, ενώ από όλες τις πηγές χρηματοδότησης προβλέπονται αθροιστικά το 0,07% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 15 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο από τον προϋπολογισμό και τις δημόσιες επενδύσεις, ενώ το 1 χιλιόμετρο της Εγνατίας Οδού στοίχισε κατά μέσο όρο περίπου 8,8 εκατομμύρια ευρώ.

Στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, τα μέσα καταστολής είναι κατά μέσο όρο το 1/3 αυτών που χρειάζονται για αποτελεσματική καταστολή και οι ελλείψεις σε μόνιμο προσωπικό είναι ανάλογες. Περίπου 4.000 είναι οι κενές οργανικές θέσεις των πυροσβεστών, ενώ η χρηματοδότηση είναι χαμηλότερη από τις ανάγκες.

 

Το πρόγραμμα αντιNERO: Πεδίο εργολαβικής κερδοφορίας

Το πρόγραμμα αντιNERO έχει ανατεθεί στο ΤΑΙΠΕΔ, που με ελεγχόμενες διαδικασίες επιλογής ανάδοχων αναθέτει ουσιαστικά σε συγκεκριμένες εργολαβικές ομάδες την εκτέλεση δασοτεχνικών έργων, με κριτήρια το πολιτικό κόστος την κερδοφορία των εργοληπτών και την εκλογική πελατεία και όχι τη διαχείριση και προστασία των δασών. Είναι έργα αποσπασματικά που εκτελούνται με πρόχειρες ή κατόπιν εορτής μελέτες, με υπέρογκο κόστος και σε αρκετές περιπτώσεις χωρίς επιστημονικά κριτήρια και καλύπτουν μόλις το 2-3% των αναγκών.

 

Αναδασώσεις - δώρα στους επιχειρηματικούς ομίλους

Το «Εθνικό Σχέδιο Αναδασώσεων» (2020-2030) της ΝΔ μετατρέπει τις αναδασώσεις σε αντικείμενο κερδοφορίας για μεγάλες επιχειρήσεις. Ο θεσμός του «αναδόχου αναδάσωσης» παραδίδει την αποκατάσταση των δασών σε επιχειρηματικούς ομίλους, οι οποίοι θα πάρουν πίσω τα χρήματα που ξόδεψαν με τη μορφή bonus που θα τα αξιοποιούν στο χρηματιστήριο ρύπων, για να συνεχίζουν να ρυπαίνουν απρόσκοπτα. Δεν είναι τυχαίο ότι ανάδοχοι είναι πετρελαϊκοί και άλλοι ρυπογόνοι επιχειρηματικοί όμιλοι. Το πρόγραμμα καλύπτει ελάχιστες ανάγκες και προωθεί την εντατικοποίηση της επιχειρηματικής δράσης στα δάση.

 

Ο κανονισμός πυροπροστασίας: Χαράτσια στις λαϊκές οικογένειες

Η κυβέρνηση μετακυλίει την κρατική ευθύνη της πυροπροστασίας στα λαϊκά νοικοκυριά, μέσω του κανονισμού πυροπροστασίας ακινήτων. Επιβάλλει νέα χαράτσια, με πανάκριβες τεχνικές εκθέσεις και έργα πυροπροστασίας που πρέπει να πληρώσουν οι ιδιοκτήτες, στο όνομα της «ατομικής ευθύνης».

 

Κλιματική κρίση ως βολικό άλλοθι

Για το χαρακτήρα, την ένταση, την έκταση, ακόμα και την ύπαρξη της κλιματικής αλλαγής υπάρχουν διαφορετικές, ακόμη και αντίθετες επιστημονικές απόψεις. Η συζήτηση είναι σε εξέλιξη, όμως δε θα απασχολήσει αυτό το άρθρο.

Η κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, χρησιμοποιεί τη λεγόμενη «κλιματική κρίση» ως βολική δικαιολογία για τις δασικές καταστροφές. Όμως οι μεγάλες πυρκαγιές και οι καύσωνες δεν είναι νέο φαινόμενο. Οι μεγάλοι καύσωνες, ο σχηματισμός «θερμικών θόλων» δεν είναι κάποιο πρωτόγνωρο φαινόμενο ούτε στην Ελλάδα (1958 με 600 νεκρούς, 1973, 1977, 1987 με 1.300 νεκρούς, 1994, 2000, 2007 κλπ.), ούτε διεθνώς.

Οι mega πυρκαγιές είναι το αποτέλεσμα της συσσώρευσης μεγάλων ποσοτήτων καύσιμης ύλης, γιατί τα δάση δε διαχειρίζονται και, κατά την καύση, σε μια δασική πυρκαγιά, αναπτύσσονται αυτές οι τεράστιες ποσότητες δένδρων, κλαδιών, θάμνων κλπ. που αναπτύσσουν τεράστιες θερμοκρασίες. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι η τακτική της άμεσης-πρώτης προσβολής δεν υλοποιείται, ούτε μπορεί να υλοποιηθεί από τις δυνάμεις κατάσβεσης, λόγω του συγκεκριμένου αντιπυρικού σχεδιασμού όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, αφού επιδεινώνεται η κατάσταση «κλιματικής κρίσης», γιατί τότε η κυβέρνηση της ΝΔ (όπως και οι προηγούμενες) δεν παίρνει τα αναγκαία πρόσθετα μέτρα πρόληψης και διαχείρισης ώστε να αντιμετωπίσει τις δύσκολες συνθήκες; Οι καταστροφές είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής που συνειδητά αδιαφορεί για τις λαϊκές ανάγκες και παραδίδει το δάσος στην αγορά και τα επιχειρηματικά συμφέροντα.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η δασική πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ είναι ενταγμένη στη στρατηγική της ΕΕ για την «πράσινη μετάβαση», με στόχο να παραδοθούν τα δασικά οικοσυστήματα στα χέρια των επιχειρηματικών ομίλων. Μέσα από νομοθετικές παρεμβάσεις και αντιλαϊκά μέτρα, η κυβέρνηση ενισχύει την εμπορευματοποίηση των δασών, υποβαθμίζει την πρόληψη και την ουσιαστική προστασία και μετακυλίει τα βάρη στις λαϊκές οικογένειες. Αυτές οι επιλογές, αντί να θωρακίζουν τα δάση και να προασπίζουν το περιβάλλον, τα μετατρέπουν σε πεδίο επενδυτικής κερδοφορίας και τα υποτάσσουν στη λογική του κέρδους.

Αυτούς τους στόχους εξυπηρετεί και εξειδικεύει η επιδιωκόμενη από την κυβέρνηση της ΝΔ, διασφάλιση της «ανθεκτικότητας» των δασών από τις δασικές πυρκαγιές, στο πλαίσιο της ανθεκτικότητας των υποδομών και των σχετικών αποφάσεών τους.

Η πολιτική αυτή είναι σε αντίθετη κατεύθυνση με τις πραγματικές ανάγκες προστασίας της ζωής και της λαϊκής περιουσίας, των δασών, του περιβάλλοντος, από τις δασικές πυρκαγιές και κάθε άλλο κίνδυνο.

Οι εξελίξεις αυτές «ολοκληρώνουν» μια αρνητική πορεία, της οποίας σταθμός αποτέλεσε η διάσπαση της διαχείρισης από την προστασία των δασών και της πρόληψης από την καταστολή, με τη μεταφορά της δασοπυρόσβεσης στην Πυροσβεστική Υπηρεσία το 1998.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει μεσομακροπρόθεσμα σε υποβάθμιση των δασών, με αρνητικά αποτελέσματα σε περιβάλλον, οικονομία και κοινωνία. Θα υποβαθμιστούν τα δάση, θα επηρεαστεί η ποιότητα ζωής, ο υδροφόρος ορίζοντας, θα ενταθούν τα πλημμυρικά φαινόμενα και η παράσυρση εδαφών. Θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο η τιμή του ξύλου και του πέλετ, με επιπτώσεις και στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας.

 

7. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, ΑΣΤΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Η ολόπλευρη αντιμετώπιση του προβλήματος της δασοπροστασίας, των δασικών πυρκαγιών, πρέπει να ενταχθεί στο γενικότερο πλαίσιο του δρόμου ανάπτυξης και της διαχρονικά ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής και χρήσης γης, περιβάλλοντος και δασικής πολιτικής, της πολιτικής προστασίας και της ανθεκτικότητας, με το χαρακτήρα, το περιεχόμενο και τους πραγματικούς στόχους που έχουν, δηλαδή, την υποταγή του δάσους στις ανάγκες της κερδοφορίας και των συμφερόντων του κεφαλαίου.

Τα αθώα θύματα από τις πυρκαγιές, από τις πλημμύρες, από τα ατυχήματα μεγάλης έκτασης, δε βαραίνουν τη φύση ή την τεχνολογία. Βαραίνουν τις επιλογές όσων κυβέρνησαν μέχρι σήμερα και διαχειρίστηκαν τις τύχες του λαού.

Φανερώνουν τα «επιτεύγματα» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, μιας κοινωνίας που οικοδομείται στη βάση της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων και την εμπορευματοποίηση των πάντων, πρώτα και κύρια της ίδιας της ανθρώπινης ζωής, σε όφελος των μεγάλων συμφερόντων.

Το ίδιο το αστικό κράτος άλλωστε έχει εκθρέψει για παράδειγμα τις λεγόμενες «ζώνες μίξης δασών - κατοικίας - οικισμών» για να δώσει διέξοδο στο πιεστικό πρόβλημα της στέγασης, επειδή δεν είχε ποτέ σχέδιο εργατικής-λαϊκής κατοικίας, ενώ έδινε γρήγορο κέρδος στον καπιταλιστικό κατασκευαστικό κλάδο.

Πολύ περισσότερο, η λειτουργία της οικονομίας με γνώμονα το καπιταλιστικό κέρδος και η χάραξη της κρατικής πολιτικής σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες ενίσχυσης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, η εμπορευματοποίηση της γης, του νερού, των δασών, της ανθρώπινης υγείας, ο ανταγωνισμός των επιχειρήσεων, ο προσανατολισμός της κρατικής χρηματοδότησης σύμφωνα με τη στρατηγική αυτή, υπονομεύουν όλες τις βασικές πλευρές ενός αποτελεσματικού σχεδιασμού: Την πρόληψη και τον προσανατολισμό της έρευνας, το περιεχόμενο των σχετικών μελετών, τον κρατικό έλεγχο, την επιλογή και την υλοποίηση των αναγκαίων έργων, την εκπαίδευση, την ενημέρωση. Υπονομεύουν τη δυνατότητα σχεδιασμού για τη συνδυασμένη ικανοποίηση του συνόλου των κοινωνικών αναγκών.

Η δασική, κρατική κυρίως, γη αποτελεί διαχρονικά πεδίο επέκτασης των οικονομικών δραστηριοτήτων των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων στο φυσικό χώρο. Αδιάψευστος μάρτυρας είναι οι αλλαγές που έγιναν στο χαρακτήρα, στη χρήση της, ακόμη και μετά από πυρκαγιές-εμπρησμούς, σηματοδοτώντας ουσιαστικά το βαθμό, τον τρόπο και τη μορφή διείσδυσης των μονοπωλιακών ομίλων.

Οι επιλογές όλων των αστικών κυβερνήσεων επιβεβαιώνουν ότι η ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία των δασών δεν μπορεί να σχεδιαστεί, ούτε να υλοποιηθεί, επειδή το αστικό κράτος ως συλλογικός εκφραστής των συμφερόντων των μονοπωλιακών ομίλων, έχει ως μοναδικό κριτήριο την εξυπηρέτηση, τη θωράκιση και διεύρυνση των κερδών τους. Επιβεβαιώνουν ότι και τα δάση υποτάσσονται αντικειμενικά στις εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής, στον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης.

Γενικότερα το περιβάλλον αντιμετωπίζεται από την αστική τάξη, τους μονοπωλιακούς ομίλους, τόσο στη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όσο και στη φάση της κρίσης, κυρίως ως κερδοφόρο πεδίο άντλησης πρώτων υλών, ως χώρος τουριστικής αξιοποίησης, γενικότερα ως χώρος επέκτασης και διεύρυνσης των δραστηριοτήτων του κεφαλαίου, ως οικονομικός χώρος προς κατάκτηση, στις ενδοκαπιταλιστικές αντιπαραθέσεις, ως πεδίο απόθεσης απορριμμάτων και λυμάτων. Το εσωτερικό κίνητρο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η μεγιστοποίηση του κέρδους, δεν μπορεί να βάλει ουσιαστικούς φραγμούς στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος.

Γι’ αυτό και η προστασία του περιβάλλοντος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ανεξάρτητα από το κίνητρο της παραγωγής, του δρόμου ανάπτυξης που ακολουθεί κάθε κοινωνία και υπηρετούν οι αστικές κυβερνήσεις, όπως ισχυρίζονται οι πράσινοι, οι οικολόγοι, αλλά και η σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα και διεθνώς, τα αστικά κόμματα και οι ΜΚΟ, που αποσπούν το περιβάλλον από το χαρακτήρα των σχέσεων παραγωγής και ιδιοκτησίας, δημιουργώντας αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξει καπιταλισμός με περιβαλλοντικό και ανθρώπινο πρόσωπο.

Αυτή είναι η πραγματική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα κόμματα και τα ταξικά συμφέροντα.

Η προστασία του περιβάλλοντος, των δασών, της βιοποικιλότητας με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες είναι σε διαρκή πόλεμο με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, που στο όνομα του ανταγωνισμού για το κέρδος υποτάσσει και τους νόμους της φύσης στους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΔΑΣΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Το Κόμμα μας πολύμορφα έχει αναδείξει το ζήτημα της δασοπροστασίας, της πολιτικής προστασίας από την πλευρά των λαϊκών αναγκών και συμφερόντων, της προστασίας του περιβάλλοντος και της διεξόδου που προτείνει, για τον εξοπλισμό των λαϊκών αγωνιστικών πρωτοβουλιών, στον αντίποδα της στρατηγικής του κεφαλαίου και στην πολιτική προστασία.

Η Πολιτική Προστασία σήμερα είναι ευθύνη του κράτους της αστικής τάξης. Κράτος το οποίο με τις κρατικές αρχές και υπηρεσίες, τα Νομικά Πρόσωπα Δημόσιου και Ιδιωτικού Δικαίου, τους φορείς της Τοπικής και Περιφερειακής Διοίκησης, αλλά και οι κάθε μορφής δημόσιες, δημοτικές, κοινοτικές επιχειρήσεις και ιδρύματα έχουν αρμοδιότητες και καταμερισμό ευθυνών στην πολιτική προστασία. Πρόκειται για ευρύ πλέγμα μηχανισμών του αστικού κράτους.

Διαχρονικά αναδεικνύονται οι εγκληματικές κυβερνητικές ευθύνες για τις ελλείψεις έργων προστασίας της ζωής και της υγείας του λαού και της περιουσίας του από φυσικά φαινόμενα, αλλά και των Περιφερειακών και Τοπικών Αρχών.

Αποκαλύπτεται ότι ο αστικός σχεδιασμός για τις φυσικές και τεχνολογικές καταστροφές και ο κρατικός μηχανισμός ούτε θέλει, ούτε μπορεί να αντιμετωπίσει ολοκληρωμένα το πρόβλημα της πολιτικής προστασίας από τη σκοπιά της ανάγκης προστασίας της ζωής της λαϊκής περιουσίας και του περιβάλλοντος. Επίσης ότι εστιάζει αποσπασματικά σε πλευρές και όχι στην αλληλεπίδραση, το σύνολο των παραμέτρων που σχετίζονται με αυτήν και δεν περιλαμβάνει το σύνολο των κινδύνων.

Δεν επαρκούν τα μέσα, οι υποδομές και το προσωπικό για να εφαρμοστούν, δεν υπάρχει συντονισμός των εμπλεκόμενων φορέων πέρα από τα χαρτιά και καμία ουσιαστική ενημέρωση και εκπαίδευση του πληθυσμού.

Στα χαρτιά μπορεί να υπάρχουν κάποια μνημόνια ενεργειών. Στην πράξη όμως τα σχέδια δεν καλύπτουν την ανάγκη προστασίας της ζωής, της λαϊκής περιουσίας και του περιβάλλοντος.

Όλες αυτές οι πλευρές δεν αποτελούν τυχαία κενά και ελλείμματα. Σχετίζονται με την ίδια τη φύση του αστικού κράτους και την οικονομική πολιτική όλων των κυβερνήσεων που έχουν ως αποστολή τη διασφάλιση της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Γι’ αυτό και δε λαμβάνονται μέτρα πρόληψης και εγγενούς ασφάλειας, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν κριτήρια για το σχεδιασμό χρήσεων γης που να εξασφαλίζουν τις αναγκαίες αποστάσεις ασφαλείας μεταξύ δραστηριοτήτων για την ασφάλεια του πληθυσμού και την προστασία του περιβάλλοντος.

Ο μεγάλος ένοχος είναι η ίδια η λειτουργία, διαχρονικά, του εχθρικού για το λαό αστικού κράτους. Είναι η υλοποίηση της αντιλαϊκής πολιτικής που καθορίζει την πολιτική προστασία με το κριτήριο του κόστους - οφέλους για το κέρδος των ομίλων, η οποία εφαρμόστηκε από όλες τις αστικές κυβερνήσεις.

Σε αυτήν την κατεύθυνση εντάσσεται η πολιτική αξιοποίησης των καταστροφών για επιτάχυνση επενδυτικών σχεδίων και αλλαγών χρήσεων γης, στην οποία συμβάλλει και το ίδιο το νομοθετικό πλαίσιο, τα διάφορα σχέδια «ανασυγκρότησης» και «διαχείρισης», με στόχο τη μετατροπή των δασών σε πεδίο κυρίως βιομηχανικής, τουριστικής, εκμετάλλευσης, από τα επιχειρηματικά «κοράκια», «αναδόχους» ή «διαχειριστές», σε βάρος των λαϊκών αναγκών, των κατοίκων, αλλά και των δασών των περιοχών αυτών.

Την ίδια στιγμή συνεχίζεται η πίεση για αλλαγή της χρήσης γης των δασών σε όλη τη χώρα, με τη διεύρυνση των αδειοδοτήσεων για επενδύσεις σε προστατευόμενες περιοχές, Εθνικούς Δρυμούς, ιδιαίτερα από τους ομίλους των ΑΠΕ, των logistics, της διαχείρισης των απορριμμάτων και σε ό,τι άλλο χρειάζεται το κεφάλαιο.

Είναι η ίδια πολιτική που διατηρεί ανεξέλεγκτη τη συμβίωση βιομηχανικών και άλλων επικίνδυνων εγκαταστάσεων με κατοικημένες περιοχές, την απουσία αποστάσεων ασφαλείας, με κίνδυνο πρόκλησης βιομηχανικού ατυχήματος μεγάλης έκτασης, την απουσία ελεύθερων χώρων και οδών μαζικής διαφυγής.

 

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

Μόνο ο Σοσιαλισμός μπορεί να κατοχυρώσει ότι τα δάση είναι κοινωνικό αγαθό, λαϊκή περιουσία και ιδιοκτησία και όχι εμπόρευμα για την ενίσχυση των κάθε φορά επενδυτικών επιδιώξεων κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων.

Η δασική γη δεν πρέπει να αποτελεί πεδίο διεύρυνσης της κερδοφορίας, «ιδιοκτησία» και πηγή πλούτου για τις μεγάλες επιχειρήσεις και μονοπωλιακούς ομίλους, που οδηγεί ταυτόχρονα και σε μεγάλες καταστροφές.

Γι’ αυτό απαιτείται η κατάργηση της εξουσίας της αστικής τάξης, της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και του κεφαλαίου.

Απαιτείται εργατική εξουσία, που με τον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας και τον εργατικό έλεγχο θα διασφαλίσει:

– Την κοινωνική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και την αξιοποίηση της γης και της χρήσης της, του υδρολογικού κύκλου, την κατανομή σχεδιασμένα της κρατικής χρηματοδότησης, του εργατικού δυναμικού· θα προγραμματίζει την υλοποίηση των έργων και θα αξιοποιήσει τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας με κριτήριο τη συνδυασμένη ικανοποίηση των λαϊκών και κοινωνικών αναγκών, και όχι το καπιταλιστικό κέρδος που υπηρετεί το πράσινο New Deal σε ΕΕ και ΗΠΑ.

– Την ολοκληρωμένη ενιαία διαχείριση, προστασία, ανόρθωση και αποκατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων, που να περιλαμβάνει έναν ενιαίο και σύγχρονο αντιπυρικό σχεδιασμό με κύριο βάρος στην πρόληψη και την προκαταστολή, την ειδική διαχείριση της δασικής βλάστησης που θα περιλαμβάνει τις αναγκαίες δασοτεχνικές μελέτες και έργα.

– Την αναγκαία χρηματοδότηση των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών για υποδομές, μέσα, επιστημονικό προσωπικό, μόνιμους εργαζόμενους στα έργα προστασίας και διαχείρισης. Αυτό να γίνεται από μια Δασική Υπηρεσία με διαφορετική δομή, οργάνωση, προσωπικό, μέσα, οικονομικούς πόρους και με νομικό και θεσμικό πλαίσιο υπέρ του λαού. Σε αυτήν τη βάση το ΚΚΕ είναι αντίθετο με την αντιεπιστημονική διάσπαση της ενιαίας διαχείρισης των δασών, με το διαχωρισμό της πρόληψης από την κατάσβεση και τη μεταφορά της αρμοδιότητας δασοπυρόσβεσης από τη Δασική Υπηρεσία στην Πυροσβεστική Υπηρεσία. Ο διαχωρισμός αυτός έχει αποτύχει.

– Την ισόρροπη σχέση του εργαζόμενου ανθρώπου με τη φύση και την προστασία του λαού από φυσικές και τεχνολογικές καταστροφές μεγάλης έκτασης.

– Την αντισεισμική και αντιπλημμυρική προστασία, τη συνολική προστασία της ζωής και της περιουσίας του λαού και του περιβάλλοντος.

– Το σχεδιασμό χρήσεων γης στον οποίο θα χωροθετούνται οι υπηρεσίες και οι υποδομές έκτακτης ανάγκης, αλλά και θα οργανώνεται η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων, τεχνολογικών ατυχημάτων και φυσικών καταστροφών. Θα περιλαμβάνεται και η ουσιαστική προστασία της εργασιακής, της δημόσιας υγείας και ασφάλειας και του περιβάλλοντος από τεχνολογικούς και φυσικούς κινδύνους.

– Την πρόληψη των κινδύνων κατά το σχεδιασμό κάθε εγκατάστασης, υποδομής και εξοπλισμού, όπως επίσης και σε επίπεδο χωροταξικού σχεδιασμού, με τον οποίο θα καθορίσει τι, πότε, πού και πώς, σε ποια περιοχή θα κατασκευαστεί κάθε υποδομή.

– Ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός και η πολεοδόμηση θα γίνεται με κριτήριο την κάλυψη των λαϊκών αναγκών, σε συνδυασμό και με την προστασία του περιβάλλοντος και των δασικών οικοσυστημάτων, σε αντίθεση με την εμπορευματοποίηση της γης, τους οικισμούς αυθαίρετων, την εκτός σχεδίου δόμηση, την επέκταση των σχεδίων πόλεων και δήμων χωρίς όρους και προϋποθέσεις μέσα ή δίπλα από δάση, δασικές και αγροτικές εκτάσεις.

 

Η ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

Για να ανοίξει αυτός ο δρόμος απαιτείται η οργανωμένη παρέμβαση του εργατικού-λαϊκού κινήματος, σε γραμμή σύγκρουσης με τους μονοπωλιακούς ομίλους και το κράτος τους, ανατροπής της κρατικής πολιτικής και των αντιλαϊκών νόμων που εντείνουν την εμπορευματοποίηση της γης, των δασικών οικοσυστημάτων, της πράσινης μετάβασης της ΕΕ και όλων των εργαλείων υλοποίησής τους, όπως η δασική πολιτική και η πολιτική γης.

Οι δυνάμεις του ΚΚΕ και της ΚΝΕ προβάλλουν ότι το δάσος πρέπει να αποτελεί λαϊκή περιουσία. Έδωσαν και δίνουν μαχητικά, οργανωμένα, μεγάλες μάχες στα μέτωπα των πυρκαγιών, των πλημμυρών, των σεισμών, στην προσπάθεια αλληλεγγύης για τους πληγέντες, μαζί με άλλους κατοίκους, εργαζόμενους, αγρότες, όπου τα προηγούμενα χρόνια φάνηκε η δύναμη της λαϊκής πρωτοβουλίας.

Πρωτοστατούν στην οργάνωση και στη διεκδίκηση των αιτημάτων αποζημίωσης και αποκατάστασης, του εισοδήματος και της λαϊκής περιουσίας μέσα από μαζικούς φορείς, οργανώσεις και επιτροπές αγώνα. Η δράση αυτή δείχνει για μια ακόμα φορά τη δύναμη που έχει ο λαός.

Παρεμβαίνουμε επίσης μέσα κι έξω από τη Βουλή και την Ευρωβουλή με τοποθετήσεις, προτάσεις νόμου, με ερωτήσεις, ανακοινώσεις, με ημερίδες, μελέτες, άρθρα και εκδόσεις, προβάλλοντας και υπερασπίζοντας τα δίκαια αιτήματα των εργαζόμενων σε όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Μπαίνουμε μπροστά στο μεγάλο αγώνα για να οργανώσει η εργατική τάξη, ο λαός, την αντεπίθεσή του για την κατάργηση της εκμετάλλευσης, της εμπορευματοποίησης του περιβάλλοντος, τη ζωή μας, τα δάση, τη χρήση της γης, ενάντια στην πράσινη μετάβαση της ΕΕ και των μονοπωλιακών ομίλων. Εκμετάλλευση που θα σταματήσει οριστικά, με την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας.

Δυναμώνοντας αυτόν τον προσανατολισμό, το εργατικό-λαϊκό κίνημα, οι εργαζόμενοι στην Πυροσβεστική και στη Δασική Υπηρεσία, οι βιοπαλαιστές αγρότες και αυτοαπασχολούμενοι, η νεολαία, οι γυναίκες, οι συνταξιούχοι, οι εργαζόμενοι, τα λαϊκά στρώματα πρέπει να υψώσουν φραγμό. Με αποφασιστικότητα να παλέψουν για:

– Την κατάργηση όλου του αντιλαϊκού νομικού πλαισίου για τα δάση και τη χρήση γης γενικότερα, που ψήφισαν οι κυβερνήσεις της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ, που εξυπηρετεί το κεφάλαιο και τις κερδοφόρες επιδιώξεις του.

– Συνολική, ενιαία και συνδυασμένη διαχείριση και προστασία των δασών και σε αυτό το πλαίσιο, για την εκπόνηση δασοτεχνικών μελετών και εκτέλεση των δασοτεχνικών έργων διαχείρισης και αντιπυρικής προστασίας, που θα περιλαμβάνουν εκτός των άλλων και προστασία του εδάφους, αντιμετώπιση πλημμυρικών φαινόμενων, μέτρα βοήθειας της φυσικής αναγέννησης και αναδάσωσης από τη Δασική Υπηρεσία.

– Ενιαίο, σύγχρονο, αντιπυρικό σχεδιασμό, με κύριο βάρος στην πρόληψη, την ειδική διαχείριση της δασικής βλάστησης και τη διαφορετική οργάνωση των επίγειων δυνάμεων, με κύριο βάρος στην ενίσχυση των επίγειων δυνάμεων και μέσων.

– Ενίσχυση των αρμόδιων δυνάμεων πυροπροστασίας με διαφορετική δομή, οργάνωση, με προσλήψεις του αναγκαίου προσωπικού όλων των κατηγοριών και ειδικοτήτων στις αρμόδιες υπηρεσίες (Πυροσβεστική, Δασική, Τοπική και Περιφερειακή Διοίκηση, υγειονομικές υπηρεσίες, Λιμενικό κλπ.), με πλήρωση των αναγκαίων και όχι των μειωμένων οργανικών θέσεων και μονιμοποίηση όλων των άλλων εργασιακών σχέσεων.

– Να είναι αποκλειστική μέριμνα και ευθύνη του κράτους η οργάνωση της δασοπυροπροστασίας της χώρας σε επίπεδο δομής, υποδομών, εξοπλισμού, σχεδιασμού και αντιμετώπισης. Καμία εμπλοκή των ιδιωτών.

– Εξασφάλιση των αναγκαίων μέσων, υποδομών και αύξηση της χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό για τον τομέα των δασών.

– Να γίνουν οι απαραίτητες μελέτες από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες και τα αναγκαία δασοτεχνικά έργα.

– Να εκφράσουν την αντίθεσή τους στην ιδιωτικοποίηση της δασοπυρόσβεσης και την ανάθεσή της σε ιδιωτικές υπηρεσίες σεκιούριτι.

– Μέτρα προστασίας από καταπατήσεις, εκχερσώσεις και άλλες προσπάθειες αλλαγής του χαρακτήρα των καμένων δασών και δασικών εκτάσεων.

– Κήρυξη όλων των καμένων δασών και δασικών εκτάσεων ως αναδασωτέων, ανεξάρτητα από το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Καμία αλλαγή στο χαρακτήρα και τη χρήση γης. Να θεωρηθεί παράνομη η οικοπεδοποίηση των καμένων δασών και δασικών εκτάσεων με τα κτίσματα που περιέχουν.

– Να εκπονηθεί ολοκληρωμένος σχεδιασμός πολιτικής προστασίας (χωρίς μετάθεση της κρατικής ευθύνης σε επιχειρηματικούς ομίλους) και κυρίως για να μπορεί να υλοποιηθεί και να μη μείνει την κρίσιμη ώρα ξανά στα χαρτιά. Συνεχίζουμε σταθερά στο δρόμο της ανατροπής.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

 

* Ο Αντώνης Ραλλάτος είναι υπεύθυνος του Τμήματος Περιβάλλοντος της ΚΕ του ΚΚΕ και μέλος της ΚΕΟΕ.

  1. EE, Οδηγία 2022/2557 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκέμβρη 2022 για την ανθεκτικότητα των κρίσιμων οντοτήτων και την κατάργηση της Οδηγίας 2008/114/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 333 της 27.12.2022, σελ. 164-198).
  2. Ιστοσελίδα του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας https://civilprotection.gov.gr/diethnis-synergasia/diethneis-organismoi
  3. https://civilprotection.gov.gr/diethnis-synergasia/diethneis-organismoi