Δύο ριζικά διαφορετικές επιλογές για τη συγκρότηση κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού, 1989-90 και 2012


της Αλέκας Παπαρήγα*

Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, τέσσερις δεκαετίες και πλέον, λόγω και των καταστροφών του πολέμου, η καπιταλιστική Ευρώπη γνώρισε μια μακρόχρονη περίοδο καπιταλιστικής ανάπτυξης, με ανακοπή για ένα μικρό διάστημα, λόγω της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης που ξέσπασε το ’73. Αναδείχτηκε ο ρόλος των ισχυρών κυβερνήσεων με την εναλλαγή στο αστικό πολιτικό σύστημα του φιλελεύθερου κόμματος από το σοσιαλδημοκρατικό. Ως χαρακτηριστικό στοιχείο, επίσης, ξεχώρισε και ο ρόλος των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην εξασφάλιση σταθερότητας στο αστικό πολιτικό σύστημα, η ικανότητά τους στη χειραγώγηση των εργατικών-λαϊκών μαζών, στον εγκλωβισμό της λαϊκής δυσαρέσκειας στην εναλλαγή αστικών κομμάτων με ποικίλα συνθήματα και τρομοκρατικά διλήμματα, π.χ., για την ανάγκη εκλογής βιώσιμων, σταθερών κυβερνήσεων.

Η σταθερότητα του αστικού πολιτικού συστήματος άρχισε να δοκιμάζεται μετά την αντεπαναστατική ανακοπή της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, την απόλυτη κυριαρχία του καπιταλισμού στην Ευρώπη και παγκόσμια, την όξυνση της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξης και των ενδοϊμπεριαλιστικών και ενδοαστικών αντιθέσεων, το συγχρονισμένο κύκλο της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης του 2008. Κατά συνέπεια, έπρεπε να εξασφαλιστεί εφεδρεία δυνάμεων και λύσεων αστικής διαχείρισης, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της ΕΕ που η δυναμική της στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα έμπαινε σε φάση υποχώρησης.

Φυσικά το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να φωτιστεί ουσιαστικά στο παρόν άρθρο που έχει άλλο θέμα και σκοπό. Θυμίζουμε, μόνο, ότι σημειώθηκαν φαινόμενα που δεν ήταν τόσο συνηθισμένα στην καπιταλιστική Ευρώπη, π.χ. ιστορικά φιλελεύθερα, σοσιαλδημοκρατικά και κομμουνιστικά κόμματα (που ηγήθηκαν του ευρωκομμουνισμού) αποδυναμώθηκαν δραματικά, διαλύθηκαν ή περιθωριοποιήθηκαν, ενώ εμφανίστηκαν και εθνικιστικά, ακροδεξιά κρυφοναζιστικά και ανοιχτά ναζιστικά κόμματα. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας εδώ και αρκετά χρόνια ήταν και είναι ένα συνηθισμένο γεγονός, ανάμεσα σε τρία ή τέσσερα κόμματα, καθώς τα υψηλά εκλογικά ποσοστά σε πολλές περιπτώσεις έχουν πάει «περίπατο» με κύριο γνώρισμα τον κατακερματισμό. Στην Ευρώπη, ακόμα, γνωρίσαμε κυβερνήσεις που δεν μπόρεσαν να κρατηθούν πάνω από 2 ή 3 χρόνια, αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, πολύμηνες διαβουλεύσεις ώστε να επέλθει συμφωνία. Γνωρίσαμε κυβερνήσεις κοινοβουλευτικής μειοψηφίας ή την περίπτωση του Βελγίου που έμεινε χωρίς κυβέρνηση δύο χρόνια.

Δεν είναι στην πρόθεση του άρθρου να κατηγοριοποιήσει συστηματικά παράγοντες όπου εμφανίζονται ως αφορμές ή επίκαιρο αίτιο για τη δυστοκία σχηματισμού βιώσιμων σταθερών αστικών κυβερνήσεων.

Στο παρόν άρθρο αναφερόμαστε σε δύο περιπτώσεις που το ΚΚΕ βρέθηκε μπροστά σε πρόταση συμμετοχής στη διακυβέρνηση, βραχύβια ή για περισσότερο χρόνο, το ’89-’90 και το 2012, όταν έγινε μιας μορφής πρόταση από το ΣΥΡΙΖΑ. Το ΚΚΕ στην πρώτη περίπτωση αποφάσισε τη συμμετοχή μέσω του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου (ΣΥΝ) σε κυβέρνηση με τη ΝΔ και στη συνέχεια κυβέρνηση με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Αρχικά ως αιτιολογικός παράγοντας προβλήθηκε ο κίνδυνος να παραγραφεί το οικονομικό-πολιτικό σκάνδαλο που αφορούσε τον ιδιοκτήτη της Τράπεζας Κρήτης Γ. Κοσκωτά, λόγω μη ανάδειξης αυτοδύναμης κυβέρνησης. Το 2012 ο κρίκος της αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης από την κάλπη ήταν η κορύφωση της λαϊκής δυσαρέσκειας κατά των μνημονίων, με αποτέλεσμα τη μεγάλη αποδυνάμωση της ΝΔ και την καταβαράθρωση του ΠΑΣΟΚ, σε συνδυασμό με την ανερχόμενη εκλογικά δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ. Άσκησαν επίδραση και οι ενδοαστικές αντιθέσεις γύρω από το «μίγμα» διαχείρισης της κρίσης.

Ανεξάρτητα ποιο ή ποια πολιτικά γεγονότα παίρνουν ή αποκτούν στην πορεία προβάδισμα σε διαδικασίες ανακατατάξεων και αναδιατάξεων, στο συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στα κόμματα αστικής διαχείρισης, το υπόβαθρο είναι τα οξυμένα κοινωνικά, οικονομικά προβλήματα που βιώνει ο λαός, η διάψευση υποσχέσεων που τα αστικά κόμματα δίνουν προεκλογικά. Τέτοια φαινόμενα δεν εκφράζουν υποχρεωτικά καθοριστική αδυναμία του αστικού πολιτικού συστήματος. Απλά απαιτούνταν να γίνουν συμφωνίες ανάμεσα σε αστικά κόμματα ή άλλα κόμματα πρόθυμα να συμμετάσχουν στην αστική διαχείριση, που ξεπερνάνε τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς για το ποιος θα έχει το πάνω χέρι στη διακυβερνητική συμφωνία, χάριν του μείζονος να προληφθεί η έξαρση της λαϊκής δράσης, ιδιαίτερα της ριζοσπαστικής κατεύθυνσής της, να σταθεροποιηθεί το αστικό πολιτικό σύστημα ή να μπει σε πορεία ανασυγκρότησης.

Το ζήτημα είναι ένα: Ποια πρέπει να είναι η στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος όταν το αστικό πολιτικό σύστημα συναντά δυσκολία επίτευξης σταθερής βιώσιμης διακυβέρνησης, έχει υποστεί εκλογικά ρήγματα, όταν αντιμετωπίζει την ανερχόμενη ορμητική άνοδο της ταξικής πάλης, όταν βιώνει τις συνέπειες των αντιφάσεων που ταράσσουν τον «κορμό» του; Μία είναι η επιλογή, να αξιοποιηθεί κάθε δυσκολία, μεγαλύτερη ή μικρότερη, ώστε η ταξική πάλη να οξυνθεί, να ανέβει σε ένα υψηλότερο επίπεδο. Οι δυσκολίες για σταθερό πολιτικό σύστημα να αποτελέσουν ευκαιρία και όπλο του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Με την αποφασιστική παρέμβασή του να ξεσκεπάσει τη φύση και τον πραγματικό χαρακτήρα των δυσκολιών, να εξαχθούν συμπεράσματα που ανεβάζουν το επίπεδο της πολιτικής συνείδησης ως αντίθεσης με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και όχι μόνο κατά της εκάστοτε κυβέρνησης. Να συνειδητοποιείται ότι η εναλλαγή κομμάτων στην αστική διακυβέρνηση αποτελεί ανάσα και κέρδος χρόνου για την αστική τάξη, για το κεφάλαιο.

 

ΚΑΝΕΝΑ ΧΕΡΙ ΒΟΗΘΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ, ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥΣ, ΣΤΟΥΣ ΑΣΤΙΚΟΥΣ ΘΕΣΜΟΥΣ

Αυτή η θέση και πράξη υλοποιεί την αυτοτελή παρέμβαση του Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚ) και την πρωτοπόρα επίδρασή του στην εργατική-λαϊκή αντεπίθεση. Οι αγωνίες και ανησυχίες της αστικής τάξης μόνο ευκαιρία είναι για το δυνάμωμα του δικού του αγώνα. Η διαχωριστική γραμμή στην κοινωνία είναι ανάμεσα στην αστική τάξη και τους συμμάχους της από τη μια, την εργατική τάξη και τους κοινωνικούς της συμμάχους από την άλλη.

Έχει σημασία λοιπόν να αφομοιωθεί η πείρα, θετική και αρνητική που απέκτησε το Κόμμα σε δύο περιόδους, μετά το 1974, συγκεκριμένα το ’89-’90 με τη συμμετοχή στην προσωρινή μεταβατική κυβέρνηση Τζ. Τζαννετάκη και στη συνέχεια Ξ. Ζολώτα, και το 2012, όταν αρνήθηκε ως θέμα αρχής τη στήριξη ή και συμμετοχή σε κυβέρνηση με επικεφαλής το ΣΥΡΙΖΑ.

Η στάση του ΚΚΕ καθορίστηκε και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις από τη στρατηγική του. Στην πρώτη περίπτωση διαδραμάτισε ρόλο η λαθεμένη, προγραμματικού χαρακτήρα θέση για κυβέρνηση αλλαγής στο έδαφος του καπιταλισμού με κατεύθυνση το σοσιαλισμό, στη δεύτερη η προγραμματική του θέση ότι δεν υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, ότι ο χαρακτήρας της εποχής και της επανάστασης είναι σοσιαλιστικός, άρα το ΚΚΕ και κάθε ΚΚ δεν πρέπει να μετέχει, να στηρίζει οποιαδήποτε κυβέρνηση, ανεξάρτητα από πρόσημο, στο έδαφος του καπιταλισμού.

Η στάση του ΚΚΕ το ’89-’90 ως υπόβαθρο είχε τη λαθεμένη και κατά συνέπεια αποπροσανατολιστική αντίληψη ότι συνιστούσε κοινό συμφέρον με τις αστικές δυνάμεις να διασωθούν θεσμοί του αστικού συστήματος από τον κίνδυνο της παραγραφής του σκανδάλου, να παρθούν μέτρα εκδημοκρατισμού του αστικού κράτους. Στη δεύτερη περίπτωση, το 2012, η θέση του Κόμματος καθορίστηκε από θέση αρχών με βάση το Πρόγραμμα (αρχικά του 1996 στο 15ο Συνέδριο, ενώ βρισκόταν σε επεξεργασία το πιο ολοκληρωμένο Πρόγραμμα που εγκρίθηκε στο 19ο Συνέδριο το 2013). Στις επεξεργασίες του Κόμματος έχει ενσωματωθεί η πείρα και η κριτική για τη συμμετοχή των ΚΚ σε αστικές κυβερνήσεις, καθώς και η συμμετοχή του ΚΚΕ στην κυβέρνηση της «εθνικής ενότητας» το τελευταίο διάστημα της τριπλής κατοχής και αμέσως μετά την Απελευθέρωση.

 

Η ΠΕΙΡΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ ΤΟΥ 1989-’90

Ο ελληνικός καπιταλισμός είχε ανάγκη, από τα μέσα της 10ετίας του ’80, να προετοιμάσει στην Ελλάδα την «ενιαία εσωτερική αγορά» ενόψει της Συνθήκης του Μάαστριχτ, δηλαδή τη μετεξέλιξη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας σε Ευρωπαϊκή Ένωση. Ταυτόχρονα βρισκόταν σε εξέλιξη η αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ και στα άλλα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κράτη· αποκτούσε, κατά συνέπεια, μεγαλύτερη διεθνή διάσταση η επίδραση του οπορτουνισμού, του αντισοσιαλισμού, αντικομμουνισμού. Οι εξελίξεις έθεταν και στα ίδια τα αστικά κόμματα νέα προβλήματα, ενώ οξύνονταν οι μεταξύ τους αντιθέσεις για την πρωτοκαθεδρία στη διακυβέρνηση, ειδικότερα στη νέα φάση που εγκαινιάστηκε στα τέλη της 10ετίας του 1980 και συνδέθηκε με τη διεκδίκηση νέων αγορών που σχηματίστηκαν στα εδάφη των πρώην σοσιαλιστικών κρατών.

Η 10ετία του ’80 απέδειξε πόσο πολύτιμη για το κεφάλαιο εξελίχτηκε η εναλλαγή της ΝΔ από το ΠΑΣΟΚ. Εντός ελάχιστων μηνών καθησυχάστηκαν οι όποιες ανησυχίες του κεφαλαίου και του ξένου παράγοντα για τη συμπεριφορά του ΠΑΣΟΚ ως κυβερνητικού κόμματος, καθώς από το ’74 πλασαρίστηκε ως κόμμα δήθεν ρήξεων, π.χ., με την ΕΟΚ, το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ, ως και τη Σοσιαλιστική Διεθνή. Επιβεβαιώθηκε η ικανότητα και της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας να υπονομεύει και να νοθεύει την εργατική-λαϊκή συνείδηση, τον όποιο ριζοσπαστισμό είχε αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και στη συνέχεια.

Όταν σημειώθηκε μια ορισμένη εξασθένηση της λαϊκής αποδοχής της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, με την ευθύνη όλων των κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του ΚΚΕ, όπως και του ΣΥΝ στη συνέχεια, προβλήθηκε ως πανεθνικό το ζήτημα της «κάθαρσης» με επίκεντρο το σκάνδαλο Κοσκωτά. Έγινε προπαγανδιστική επίθεση για την ανάγκη, εφόσον δεν προκύπτει από τις εκλογές αυτοδύναμη κυβέρνηση, να γίνει κυβέρνηση συνεργασίας για να μην παραγραφεί το σκάνδαλο. Έτσι, το ζήτημα της «κάθαρσης» του πολιτικού συστήματος αναγορεύτηκε σε κοινό ζήτημα της αστικής και της εργατικής τάξης, των αστικών κομμάτων και του λαού.

Με βάση την παραπάνω αιτιολογία και δικαιολογία, το ΚΚΕ συναίνεσε μετά την πρώτη εκλογική αναμέτρηση τον Ιούνη του ’89 στο σχηματισμό μεταβατικής τρίμηνης συγκυβέρνησής του με τη ΝΔ με πρωθυπουργό τον Τζ. Τζαννετάκη, καθώς το ΠΑΣΟΚ δεν αποδέχτηκε την πρόταση συμμετοχής του, και στη συνέχεια –για την αποφυγή μιας νέας εκλογικής μάχης– τη νέα κυβέρνηση υπό τον Ξ. Ζολώτα, στην οποία δέχτηκε και το ΠΑΣΟΚ να συμμετάσχει.

 

ΤΙ ΗΤΑΝ ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ Γ. ΚΟΣΚΩΤΑ

Ο Ελληνοαμερικανός Γ. Κοσκωτάς είχε προσληφθεί στην Τράπεζα Κρήτης το 1982, ενώ το ’84 αγόρασε την Τράπεζα Κρήτης με 33 δισ. δραχμές, τα οποία είχε υπεξαιρέσει με διάφορα τεχνάσματα από την ίδια την τράπεζα που θα αγόραζε. Από το 1984-1989 η Τράπεζα Κρήτης τριπλασίασε τα υποκαταστήματά της, αγόρασε μάλιστα και το ξενοδοχείο King George στο Σύνταγμα. Ίδρυσε την εκδοτική επιχείρηση «Γραμμή ΑΕ» με αρχικό κεφάλαιο 60 εκατομμύρια δρχ., ενώ το 1987 αγόρασε την ποδοσφαιρική ομάδα του Ολυμπιακού. Ο Κοσκωτάς τάχτηκε στο πλευρό του ΠΑΣΟΚ, προκαλώντας αντιδράσεις των άλλων εκδοτών που τον έβλεπαν ανταγωνιστικά στον εκδοτικό χώρο. Στις 8 Οκτώβρη 1987 συνελήφθη από την Υπηρεσία Φορολογικής Δίωξης κατά τη διάρκεια δεξίωσης στο Λευκό Οίκο στην Ουάσιγκτον, προσκεκλημένος από τον τότε Πρόεδρο των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρέιγκαν, για 64 αδικήματα που είχε εκεί διαπράξει. Αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση ενός εκατομμυρίου δολαρίων και, ενώ κρατήθηκε το διαβατήριό του, κατάφερε να πάρει προσωρινό ταξιδιωτικό έγγραφο και επέστρεψε στην Ελλάδα. Γυρνώντας στην Ελλάδα διευρύνει τη «Γραμμή» αγοράζοντας τις εφημερίδες Καθημερινή και Βραδυνή, συνεχίζει τις επιχειρηματικές δράσεις, ενώ πέρασε σε φάση κορύφωσης η αντίδραση από την πλευρά των άλλων αστικών εφημερίδων. Τελικά ο τότε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Δ. Χαλκιάς, τοποθέτησε επίτροπο στην Τράπεζα Κρήτης. Η συνέχεια ήταν η αποκάλυψη του μεγέθους του πλουτισμού του Κοσκωτά, σκάνδαλο που χρησιμοποιήθηκε και στην εσωτερική αντιπαράθεση που σοβούσε στο 
ΠΑΣΟΚ, εξαιτίας της πιθανής διαδοχής στη θέση του προέδρου και πρωθυπουργού Α. Παπανδρέου λόγω προβλημάτων υγείας, άλλα και άλλων λόγων που σχετίζονταν με ανάγκες αστικού εκσυγχρονισμού της τότε σοσιαλδημοκρατίας. Παράλληλα αναδείχτηκαν και άλλα σκάνδαλα, όπως των υποκλοπών του ΟΤΕ επί προεδρίας Τόμπρα, το σκάνδαλο του καλαμποκιού που αφορούσε τον τέως αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ Αθανασόπουλο (1986).

 

Η ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΣΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΛΛΕΠΑΛΛΗΛΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Στις εκλογές της 18ης Ιούνη 1989 δεν προέκυψε αυτοδύναμη κυβέρνηση. Την ίδια ημερομηνία έγιναν και ευρωεκλογές.1

Συγκροτήθηκε κυβέρνηση ΝΔ και ΣΥΝ με πρωθυπουργό το στέλεχος της ΝΔ Τζαννετάκη Τζανή. Υπουργικές θέσεις από το ΣΥΝ πήραν οι Ν. Κωνσταντόπουλος, Φ. Κουβέλης, Θ. Παπαμάργαρης, Γ. Μυλωνάς. Επρόκειτο για μεμονωμένα άτομα ή στελέχη κομμάτων που είχαν συμμετάσχει στην ίδρυση του ΣΥΝ, ενώ δεν προτάθηκε από την πλευρά του Κόμματος στέλεχος του ΚΚΕ. Καθορίστηκε και η στελέχωση των ΔΕΚΟ, των νομαρχιών, στις οποίες πήραν μέρος και στελέχη του ΚΚΕ. Η υπογραφείσα κοινή συμφωνία αφορούσε 5 θέματα για «εθνικά και θεσμικά ζητήματα», όπως η «Εθνική Συμφιλίωση», ο Δικαστικός Κώδικας, η συγκρότηση Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου για την ιδιωτική τηλεόραση. Επίσης προβλέπονταν μέτρα αντιμετώπισης της ρύπανσης στο Λεκανοπέδιο Αττικής, φορολογική μεταρρύθμιση, ώστε να «ικανοποιούνταν τα ώριμα προβλήματα των εργαζόμενων».

Ως στοιχείο της «εθνικής συμφιλίωσης» επιλέχτηκε η συμφωνημένη καύση 17.500.000 πολιτικών φακέλων στην υψικάμινο της Χαλυβουργικής.

Κατά τη διάρκεια των διερευνητικών εντολών, το ΠΑΣΟΚ πρότεινε στο ΣΥΝ, ως τακτικό ελιγμό αντιπερισπασμού, τη διαμόρφωση πιο μακρόχρονης διακυβέρνησης μαζί του, που απορρίφθηκε, καθώς απέκλειε την κυβέρνηση όλων των δυνάμεων και θα δημιουργούσε «ζήτημα αξιοπιστίας ως προς την υπόθεση της κάθαρσης». Το ΠΑΣΟΚ εκμεταλλεύτηκε τη συγκυβέρνηση ΝΔ και ΣΥΝ υποστηρίζοντας ότι το ΚΚΕ και ο ενιαίος Συνασπισμός πρόδωσαν την Αριστερά και τους αγώνες της και έστησε διαχωριστικές γραμμές με άξονα το «αντιδεξιό» σύνδρομο που έκρυβε την κοινή κατεύθυνσή του με τη ΝΔ.

Το ΚΚΕ κατήγγειλε την «ηγετική ομάδα του ΠΑΣΟΚ»2 ότι πρότεινε κυβερνητική συνεργασία στο ΣΥΝ, με χαρακτηριστικά –υποτίθεται– μακράς πνοής, ενώ ήταν γνωστές οι γενικότερες διαφωνίες μεταξύ τους. Ότι επιδίωκε τον αποκλεισμό της ΝΔ προκειμένου να οδηγήσει τα πράγματα σε πλήρες αδιέξοδο και τελικά να επιρρίψει ευθύνες και στο Κόμμα, ή να παγιδέψει το ΣΥΝ σε μια κυβέρνηση συγκάλυψης υπό το εκβιαστικό δίλημμα ΠΑΣΟΚ ή Δεξιά.3

Η κυβέρνηση Τζαννετάκη διήρκεσε από τις 2.7.1989 ως τις 7.10.1989, οπότε προκηρύχτηκαν δεύτερες εκλογές.

Στις 21.9.1989 αποφασίστηκε η παραπομπή του Α. Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο των υποκλοπών του ΟΤΕ και στις 27.9 επίσης αποφασίστηκε η παραπομπή για την υπόθεση Κοσκωτά του ίδιου και 5 υπουργών. Η κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ ψήφισε την παραπομπή δύο υπουργών της διακυβέρνησης Α. Παπανδρέου.

Μετά τις εκλογές του Ιούνη η ΚΕ του ΚΚΕ εκτιμούσε ότι η εκλογική άνοδος του ΣΥΝ δεν ήταν ποσοτικά σημαντική, ενώ το ποσοστό στις ευρωεκλογές, αν και ψηλότερο απ’ ό,τι στις εθνικές, ήταν λίγο μικρότερο από το αντίστοιχο του 1984. Ως ιδιαίτερη αιτία εκτιμήθηκε «το κλίμα υποβάθμισης του πολιτικού λόγου, το όργιο ρουσφετιού, η κινδυνολογία ... η αντοχή και προσαρμοστικότητα του “αντιδεξιού” συνδρόμου».4 Ως αδυναμίες της κομματικής δουλειάς5 ανάμεσα σε άλλες σημείωνε ότι η πρώτη εμφάνιση του ΣΥΝ δεν αξιοποιήθηκε, ενώ σοβαρό ρόλο έπαιξε «η λειψή αφομοίωση από ένα τμήμα του κομματικού δυναμικού της πολιτικής του ΣΥΝ και της πολιτικής συμμαχιών του Κόμματος, λαθεμένες τοποθετήσεις και ενέργειες στην ΚΝΕ».

Πίσω από τις γραμμές της Απόφασης της ΚΕ αναγνωρίζονταν οι διαφωνίες και οι προβληματισμοί για τη συμμετοχή στην κυβέρνηση Τζαννετάκη που κατέληξαν σε αποχωρήσεις και σε διαγραφές από την ΚΕ και την ΚΝΕ. Στοιχεία διαφωνιών και προβληματισμών υπέβοσκαν και πριν το ’89 στην ΚΕ του ΚΚΕ, με επίδραση στο ΚΣ της ΚΝΕ. Ακόμα και σε εκείνη τη φάση της όξυνσης, το ’89, δεν είχε μπει από καμία πλευρά, από καμία απόχρωση κάποιος προβληματισμός ή αμφισβήτηση της ίδιας της στρατηγικής του Κόμματος για τα δύο στάδια της επαναστατικής διαδικασίας ως βασικής γενεσιουργού αιτίας, αφού προϋπέθετε, επίσης, συνεργασία και με ένα τμήμα των αστικών δυνάμεων, κατά βάση με τη σοσιαλδημοκρατία.

 

ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 5ης ΝΟΕΜΒΡΗ 1989 ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ, ΠΑΛΙ, ΔΥΝΑΤΗ Η ΕΚΛΟΓΗ ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Αποφασίστηκε, προκειμένου να αποφευχθεί η άμεση νέα εκλογική μάχη, χωρίς άμεση προοπτική αυτοδύναμης κυβέρνησης, ο σχηματισμός της κυβέρνησης Ζολώτα στις 23 Νοέμβρη, με τη συμμετοχή αυτήν τη φορά και του ΠΑΣΟΚ, όπως έχει ήδη σημειωθεί, και η οποία αποκλήθηκε οικουμενική.6 Η θητεία της ήταν από τις 20 Νοέμβρη 1989 ως τις 12 Μάρτη 1990. Από τις 13 Φλεβάρη 1990 είχε μετατραπεί σε υπηρεσιακή για τις εκλογές του Απρίλη, που έδωσαν οριακά αυτοδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ με 151 ψήφους με τη συμβολή του μοναδικού εκλεγμένου βουλευτή της ΔΗΑΝΑ.

Αυτήν τη φορά βασικό χαρακτηριστικό της συμφωνίας των τριών κομμάτων ήταν η εκπόνηση προγράμματος «Δημοσιονομικής Διαχείρισης» για το έτος 1990, ενώ συστάθηκε επιτροπή εμπειρογνωμόνων για τη «μελέτη της κατάστασης της οικονομίας» που αποκλήθηκε «επιτροπή Αγγελόπουλου». Στη μελέτη της επιτροπής αναφερόταν «η επιδείνωση της κατάστασης της καπιταλιστικής οικονομίας, με προειδοποίηση εξελίξεων μη αντιστρεφόμενων, αν δεν αναστρέφονταν οι αρνητικές τάσεις». Μαζί με αυτήν την εκτίμηση τέθηκε και η εφαρμογή δίκαιης ΑΤΑ στους μισθούς, η καθιέρωση δεύτερου βαθμού τοπικής «αυτοδιοίκησης». Άρα έφυγε από τη μέση το ζήτημα της κάθαρσης και του σκανδάλου Κοσκωτά, αφού είχε κλείσει το θέμα της παραπομπής, και προτάχτηκε η αποφυγή νέων εκλογών, ενώ το κοινό πρόγραμμα έμπαινε σε θέματα οικονομίας (!).

Κατά τη θητεία της κυβέρνησης Ζολώτα αναπτύχθηκαν συνδικαλιστικοί αγώνες με αιτήματα που απέβλεπαν να ασκήσουν πίεση για την υλοποίηση των κυβερνητικών υποσχέσεων που στην πραγματικότητα η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ δεν είχαν διάθεση να ικανοποιήσουν, ενώ ο ΣΕΒ αρνιόταν υπογραφή συλλογικής σύμβασης –ξεκίνησε μάλιστα εκστρατεία για τη δυσφήμηση των απεργιών. Απεργία οργανώθηκε και στην κρατική, τότε, ΔΕΗ, ενώ εμφανίστηκαν και φοιτητικές καταλήψεις στο Πολυτεχνείο.

Η θέση του ΚΚΕ, ως προς τα αιτήματα και τις μορφές πάλης απέναντι στην κυβέρνηση Ζολώτα, ήταν «οι εργαζόμενοι να προωθούν τέτοια αιτήματα με τέτοιες μορφές πάλης, που παίρνουν υπόψη την κοινωνική και οικονομική κατάσταση, καθώς και τα αντεργατικά σχέδια των συντηρητικών κύκλων»(δική μας υπογράμμιση). Επίσης τονιζόταν ότι το συνδικαλιστικό κίνημα, με την τακτική και τις θέσεις του, όφειλε να «περιφρουρήσει τα δικαιώματα των εργαζόμενων απ’ όσους περιμένουν την ευκαιρία να τα πλήξουν ακολουθώντας πολιτική δυσφήμισης των λαϊκών κινητοποιήσεων με πρόσχημα τις ενέργειες ορισμένων ομάδων (όπως αυτές που πρωτοστατούσαν) στην κατάληψη του Πολυτεχνείου…». Στο ίδιο πνεύμα τονιζόταν: «Το ΚΚΕ, αποκλείοντας κατηγορηματικά κάθε σκέψη παραβίασης του πανεπιστημιακού ασύλου, καλεί τους φοιτητές, τις πολιτικές νεολαίες, τις κοινωνικές οργανώσεις, να καταδικάσουν αυτές τις ενέργειες, τους εμπνευστές και τους οργανωτές τους.»7

 

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 8ης ΑΠΡΙΛΗ 1990

Αναδείχτηκε αυτοδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ με 151 ψήφους (την ψήφο έδωσε ο εκλεγμένος βουλευτής της ΔΗΑΝΑ που είχε πρόεδρο τον Κ. Στεφανόπουλο). Έγινε συνεργασία ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ στις μονοεδρικές, παρά την όξυνση των μεταξύ τους σχέσεων.8

Η ΚΕ του ΚΚΕ –εγκλωβισμένη στη λαθεμένη στρατηγική– εκτίμησε ότι το εκλογικό αποτέλεσμα του ΣΥΝ, δηλαδή η νέα μείωσή του, εξέφραζε την πολιτική πίεση που δέχτηκε κυρίως στα αστικά κέντρα και στη νεολαία.9 Το ΠΑΣΟΚ είχε μια ορισμένη μείωση που η ΚΕ απόδιδε στην αλαζονεία του, στην άρνησή του στη δυνατότητα να προκύπτει προοδευτική κυβέρνηση συνεργασίας, στον «αυριανισμό», στην προσπάθειά του να ρίχνει τις ευθύνες στο ΣΥΝ. Ταυτόχρονα εκτιμούσε ότι η συγκρότηση της οικουμενικής κυβέρνησης άμβλυνε την οξύτητα της αντιπαράθεσης, εκφραζόταν και υποτίμηση του κινδύνου ανάδειξης κυβέρνησης της ΝΔ. Ότι η προπαγάνδα της ΝΔ για την αποτυχία της οικουμενικής σε συνδυασμό με τη μη τήρηση των κυβερνητικών υποσχέσεων (έγιναν ανατιμήσεις προϊόντων κλπ.) δημιούργησαν αρνητική εικόνα και για το ΣΥΝ, ενώ δεν έγινε κατανοητός στο λαό ο θετικός ρόλος του στην τελευταία φάση για την ψήφιση φορολογικού νόμου.

Συνολικότερα υποστηριζόταν ότι δεν έγινε διακριτός ο διαφορετικός ρόλος του και οι θέσεις του ΣΥΝ. Η ΚΕ πρόσθετε ότι στο αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα του ΣΥΝ έπαιξαν ρόλο και οι εξελίξεις στην ΕΣΣΔ, αλλά και η αμφισβήτηση του ΚΚΕ από τους συμμάχους του, καθώς και οι σοβαρές πολιτικές διαφωνίες σε ζητήματα στρατηγικής ανάμεσα στους συμμάχους. Συμπληρώνονταν ως αρνητικοί παράγοντες οι αποχωρήσεις μελών της ΚΕ και στελεχών της ΚΝΕ εξαιτίας της συμμετοχής του ΚΚΕ στις δύο κυβερνήσεις. Αναφερόταν επίσης ως συνέπεια και ο άναρχος δημόσιος διάλογος που ξεκίνησε από τις στήλες του Ριζοσπάστη για τις εξελίξεις στις σοσιαλιστικές χώρες.

 

ΒΑΣΙΚΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ

Η παράθεση ορισμένων βασικών επιχειρημάτων, που ακολουθεί, δείχνει ότι η πολιτική επιλογή που αφορούσε την τρέχουσα συγκυρία τελικά σχετιζόταν με τη συμμετοχή σε κυβερνήσεις αστικής διαχείρισης, δηλαδή κάτω από την επιρροή της μακρόχρονης προβληματικής στρατηγικής των δύο σταδίων, που επεξεργάστηκε παραπέρα το 12ο Συνέδριο με τον τίτλο «Αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό». Προϋπέθετε τη συγκρότηση κυβερνητικής πλειοψηφίας με ηγετικό πολιτικό φορέα το ΣΥΝ και τη συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ ή μέρος του που θα αποκολλούνταν λόγω των εσωτερικών αντιπαραθέσεων και θα εντασσόταν ή θα συνεργαζόταν με το ΣΥΝ.10

Στην Ανακοίνωση της ΚΕ (Ιούλης ’89)11 υπήρχε η εξήγηση ότι «η δυσκολία από τη μη ύπαρξη δυνατοτήτων για την προώθηση μιας προοδευτικής δημοκρατικής κυβέρνησης έφερνε με πολύ μεγαλύτερη ένταση στην ημερήσια διάταξη τα αιτήματα της μη παραγραφής των σκανδάλων και της κάθαρσης. Ο Συνασπισμός στο Πρόγραμμα και τη Διακήρυξή του τα τοποθετούσε προεκλογικά στις σωστές διαστάσεις, στις συγκεκριμένες μετεκλογικές συνθήκες, έτσι κι άλλως αυτά τα αιτήματα έγιναν απολύτως κυρίαρχα ... Η άμεση αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων θα δημιουργούσε ευνοϊκότερες συνθήκες στην προώθηση του σταθερού και αμετάθετου στόχου του Συνασπισμού, για προοδευτική κυβέρνηση και μια νέα προοδευτική πορεία της χώρας».

Η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ ανέφερε ότι12 «με την επιλογή αυτή ενισχύεται η προοπτική ενός κυβερνητικού ρόλου της Αριστεράς και “νομιμοποιείται” αυτός ο ρόλος στη συνείδηση των πιο πλατιών στρωμάτων».

Η ΚΕ του ΚΚΕ έκανε κριτική τόσο στη ΝΔ όσο και στο ΠΑΣΟΚ ότι είτε έβλεπαν την κυβέρνηση συνεργασίας ως «αναγκαίο κακό» και σκαλοπάτι για την αυτοδυναμία, είτε ήθελαν να βγάλουν από πάνω τους τις ευθύνες τους για την τότε κατάσταση της χώρας.13

 

ΤΟ ΕΚΤΑΚΤΟ 14ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΕ (18-21 ΝΟΕΜΒΡΗ 1991)

Μετά τη διάσπαση (Ιούλης ’91) που αναπόφευκτα συνέβη στο Κόμμα, δεν υπήρχαν ακόμα οι προϋποθέσεις να δοθεί ολοκληρωμένη εκτίμηση και για τη συμμετοχή του ΚΚΕ στις δύο κυβερνήσεις. Απαιτούνταν χρόνος και συλλογική μελέτη με βάση και το άνοιγμα των αρχείων του ΚΚΕ, ώστε να μελετηθεί κριτικά η μακρόχρονη στρατηγική του Κόμματος, καθώς ήδη φαινόταν καθαρά ότι η συμμετοχή στις κυβερνήσεις του ’89-’90 δεν ήταν «στιγμιαίο λάθος». Το μείζον ζήτημα ήταν ότι κατά τη διάρκεια της οξύτατης ιδεολογικοπολιτικής κρίσης και διαπάλης η αντιπαράθεση δεν άγγιξε, από καμιά πλευρά, και απ’ την ίδια την καθοδήγηση του Κόμματος, το βασικό πυρήνα του προβλήματος που ήταν η μακρόχρονη στρατηγική του Κόμματος. Υπήρξε επίσης μεγάλη δυσκολία, στη συγκεκριμένη περίοδο, να ερμηνευτεί σωστά ο χαρακτήρας των ανατροπών στην ΕΣΣΔ και στα άλλα σοσιαλιστικά κράτη, πολύ περισσότερο που η ΚΕ είχε στηρίξει τη λεγόμενη Περεστρόικα, υιοθετώντας τη θέση του ΚΚΣΕ ότι ήταν «επανάσταση μέσα την επανάσταση».

Ταυτόχρονα είχε αρχίσει να συνειδητοποιείται η ανάγκη τόσο η πορεία του ΚΚΕ, όσο και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης να μπει στο νυστέρι της μελέτης και κριτικής από την αρχική ιστορική τους στιγμή, τον 20ό αιώνα. Δηλαδή να μην περιοριστεί στην εξέταση της Περεστρόικα που ήταν το όχημα της τελικής φάσης της αντεπανάστασης, ούτε να προσκολληθεί στις επιλογές στο ’89-’90, όσο και αν είχαν ήδη αποδειχτεί προβληματικές, λαθεμένες.

Η εκ των υστέρων μελέτη που ακολούθησε έδειξε ότι η ίδια η πορεία αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόμματος δεν ήταν εύκολη, ούτε πολύ σύντομη. Χρειαζόταν συλλογική ερευνητική δουλειά και μελέτη για την απαλλαγή από αντιλήψεις και νοοτροπίες που καλλιέργησε η μακρόχρονη προηγούμενη στρατηγική, μακριά από συναισθηματισμούς, λαθολογία και μηδενισμό του ρόλου του Κόμματος στο εργατικό-λαϊκό κίνημα, σε μεγάλες και κρίσιμες στιγμές όπως η ταξική πάλη στο Μεσοπόλεμο, η 10ετία του ’40, η περίοδος της δικτατορίας κλπ. Οι λαθεμένες αντιλήψεις, ακόμα και ο επιφανειακός ή τυποποιημένος από πλευράς μεθοδολογίας χαρακτήρας των συμπερασμάτων, μπορούν να σβήσουν μόνο όταν το μαχαίρι μπει βαθιά στο κόκκαλο και αναπτυχθεί συστηματική δουλειά δημιουργικής αφομοίωσης των νέων επεξεργασιών και της ιστορικής πείρας.

Μόνο με την ανάπτυξη της ιδεολογικής διαπάλης από τη σκοπιά της επαναστατικής θεωρίας και επαναστατικής στρατηγικής θα μπορούσε να απαντηθεί δημιουργικά ποιο ήταν τότε το θεμελιακό λάθος, ώστε να γίνει κριτική και αυτοκριτική με αντικειμενικότητα σε όλα τα γεγονότα, ακόμα και εκείνα που δεν είχαν συναντήσει κριτική και δεν προκαλούσαν διαφωνίες.

 

Η ΔΙΑΜΕΤΡΙΚΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΤΟ 2012-2015

Η δεύτερη περίπτωση που τέθηκε ζήτημα κυβέρνησης συμμαχίας εμφανίστηκε το 2012 (σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης), που οδήγησε τα δύο μεγαλύτερα αστικά κόμματα, τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, να υποστούν απώλειες εκατομμυρίων ψήφων οι οποίες διασκορπίστηκαν προς μικρότερα κόμματα, με αποτέλεσμα αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης, και μάλιστα σε μια περίοδο που απαιτούνταν νέα μνημόνια για τη διέξοδο από την κρίση υπέρ του κεφαλαίου.

Οι προβεβλημένοι ως αιώνιοι εχθροί ΝΔ και ΠΑΣΟΚ απέδειξαν την ετοιμότητα στήριξης της αστικής διαχείρισης, συμφωνώντας στη συγκρότηση δύο διαδοχικών κυβερνήσεων συνεργασίας ΝΔ - ΠΑΣΟΚ και του ακροδεξιού ΛΑΟΣ και στη συνέχεια ΝΔ - ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ (διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ) ως το 2015 με πρωθυπουργό τον πρώην κεντρικό τραπεζίτη Λ. Παπαδήμο, ενώ οι διπλές εκλογές του 2015 ανέδειξαν κυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ και των ακροδεξιών ΑΝΕΛ .

Το 2012 (πρώτες εκλογές 12 Μάη) ο ΣΥΡΙΖΑ ξεπετάχτηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Το ΚΚΕ έγινε στόχος δημαγωγικής διερευνητικής πρότασης από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, όταν πήρε τη δεύτερη εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Λέμε δημαγωγικής πρότασης γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ ήξερε καλά ότι το ΚΚΕ (αποκαθιστώντας τον επαναστατικό χαρακτήρα της στρατηγικής του) είχε απορρίψει τη συμμετοχή ή στήριξη, σε κάθε περίπτωση, κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού ανεξαρτήτως αποχρώσεων και εξαγγελιών. Ο δημαγωγικός χαρακτήρας της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ (χωρίς το ΚΚΕ να την χρησιμοποιεί ως δικαιολογία άρνησης) αποδεικνυόταν και από το γεγονός ότι δεν εξασφαλιζόταν ο απαιτούμενος αριθμός των εδρών 151, ακόμα και με τη στήριξη του ΚΚΕ. Η πρόταση για συνεργασία υπηρετούσε την προπαγανδιστική εκστρατεία κατά του ΚΚΕ, εκτός των άλλων, για να λειανθούν οι αντιδράσεις των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ στην περίπτωση που στις επόμενες εκλογές γινόταν συνεργασία με οποιοδήποτε κόμμα ήταν δυνατό. Στις εκλογές του 2015 ο αυτοδιαφημιζόμενος «αριστερός» ΣΥΡΙΖΑ σχημάτισε σε κλάσμα δευτερολέπτων, κατά τη διάρκεια συνάντησης του Α. Τσίπρα με τον Π. Καμένο, κυβέρνηση με το ακροδεξιό κόμμα των ΑΝΕΛ.

Το ΚΚΕ ξεκαθαρίζει σε κάθε ευκαιρία τη θέση του ότι παλεύει σε όλα τα μέτωπα πάλης, ώστε η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της να κατανοήσουν και από τη δική τους πείρα να κατευθύνουν την αντικαπιταλιστική, αντιμονοπωλιακή γραμμή συσπείρωσης και αντεπίθεση σε πάλη για την εργατική εξουσία, την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Η πολιτική εξουσία στο σοσιαλισμό είναι εξουσία της εργατικής τάξης που εκφράζει τη συμμαχία της με τους μεμονωμένους αυτοαπασχολούμενους και τους συνεταιρισμένους αγρότες μέσω των συμβουλίων τους, για τα οποία ψηφίζουν αντίστοιχα και οι συνταξιούχοι. Το ΚΚΕ ασκεί καθοδηγητικό ρόλο, τα στελέχη και μέλη του μετέχουν σε όλα τα όργανα εξουσίας με θεμέλιο την παραγωγική μονάδα, την κοινωνική υπηρεσία, τη διοικητική μονάδα, τον παραγωγικό συνεταιρισμό και με αρχή τον έλεγχο, την απόδοση ευθύνης και την ανακλητότητα των προσώπων.

Το ΚΚΕ διακηρύσσει ότι είναι απολύτως ανώφελοι και καταδικαστικοί για τα λαϊκά συμφέροντα οι συμβιβασμοί και οι υποχωρήσεις που οδηγούν στη συμμετοχή σε κυβερνήσεις στο έδαφος του καπιταλισμού. Πρόκειται για καθαρή υποχώρηση από την οποία επωφελήθηκε και επωφελείται το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Οι συμβιβασμοί διευκολύνουν βραχυχρόνια την αποκατάσταση της κλονισμένης σταθερότητας του αστικού πολιτικού συστήματος και παράλληλα φέρνουν μακράς πνοής επιζήμιες συνέπειες, ως και ανεπανόρθωτες για μεγάλο και κρίσιμο χρονικό διάστημα στις εργατικές δυνάμεις και το κίνημά τους, στο Κομμουνιστικό Κόμμα.

Το ΚΚΕ δεν αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο σε συνθήκες που κρίνεται το ζήτημα της εξουσίας, ούτε μόνο στις πιο σημαντικές και σχετικά ιδιαίτερες συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου, καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, σε κάθε περίπτωση που υπάρχουν δυσκολίες στο σχηματισμό κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού, π.χ., σε φάση που η αστική πολιτική εξουσία βιώνει ρήγματα, ανασφάλεια, αντιφάσεις και αντιθέσεις που ενυπάρχουν στον καπιταλισμό, στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες που ανήκει η Ελλάδα. Άλλοτε καθαρά, άλλοτε πιο έμμεσα, στο υπόβαθρό τους εκδηλώνεται η εργατική-λαϊκή δυσαρέσκεια, κυοφορούνται ανακατατάξεις. Οπότε η αστική τάξη και τα κόμματά της ρίχνονται στην επιχείρηση αναδιάταξης και ανασυγκρότησης του αστικού πολιτικού σκηνικού, ώστε να επανακτηθεί η αστική πολιτική σταθερότητα.

Σε τέτοιες συνθήκες, ανάλογα με τη συγκυρία γίνεται πρόταση, ακόμα και ως ζήτημα τακτικής, προς το Κομμουνιστικό Κόμμα να συμβάλει ή να στηρίξει κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», έστω μικρής διάρκειας ή και μεγαλύτερης, ενώ ένα σημαντικό μέρος του λαού, κάτω βέβαια από τη χορωδία αστικών δυνάμεων και μηχανισμών, υποστηρίζει ενότητα και συμμετοχή για να αποφευχθεί μια πιο οξυμμένη κατάσταση αστάθειας που την χρησιμοποιεί εκφοβιστικά το ίδιο το σύστημα.

Το ΚΚ έχει κάθε λόγο και υποχρέωση να αξιοποιεί αντιφάσεις και δυσκολίες, τα φαινόμενα σήψης του αστικού πολιτικού συστήματος, να αποκαλύπτει τον ταξικό χαρακτήρα των αστικών θεσμών και μηχανισμών. Αποτελεί αυταπάτη η πίστη στη δυνατότητα εκδημοκρατισμού και εξυγίανσης του αστικού κράτους. Από την άλλη, δεν πρέπει να υποτιμάται η δυνατότητα να αποσπώνται ορισμένες πρόσκαιρες κατακτήσεις προς όφελος του εργατικού-λαϊκού κινήματος.

Οι πρωτοβουλίες των κινήσεων του ΚΚΕ δεν απευθύνονται στους «επάνω», δεν αφορούν το αστικό πολιτικό σύστημα και τα όργανά του, την ίδια την κυβέρνηση. Απευθύνονται στην εργατική τάξη, τους βιοπαλαιστές ΕΒΕ και αγρότες, στα κινήματα της νεολαίας και των γυναικών, στους μετανάστες και πολιτικούς πρόσφυγες. Κρίνει και κρίνεται με μέτρο την πρόοδο της ταξικής πάλης, την ορμητική αντεπίθεση ως την ανατροπή της αστικής εξουσίας και του κράτους της, για την εργατική εξουσία και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Και γι’ αυτό οφείλει να προετοιμάζει τις λαϊκές δυνάμεις συστηματικά και ακούραστα και κυρίως έγκαιρα, πιο πλατιά και με εκλαϊκευτικό τρόπο, κάτι που δυστυχώς δεν έγινε στις προαναφερόμενες περιπτώσεις, όταν πρόκυψε ζήτημα συμμετοχής ή στήριξης αστικής κυβέρνησης. Στην πρώτη περίπτωση λόγω λαθεμένης στρατηγικής, δηλαδή το ’89-’90, και στη δεύτερη λόγω καθυστέρησης στη δουλειά για τη συλλογική αφομοίωση των νέων στρατηγικών επεξεργασιών που δεν είχαν ολοκληρωθεί και ενσωματωθεί όλες στο νέο επαναστατικό πρόγραμμα, τη συγκεκριμένη περίοδο, δηλαδή το 2012, πράγμα που δυσκόλευε την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί. Όμως η σωστή επιλογή του 2012 για την αντίκρουση καλεσμάτων στήριξης «προοδευτικής κυβέρνησης» μαζί με την ολοκληρωμένη συζήτηση στο Κόμμα κατά την προετοιμασία του 19ου Συνεδρίου το 2013, μαζί και με τη διαφωτιστική ιδεολογική-πολιτική δουλειά που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια, βοήθησαν συνολικά το Κόμμα με καλύτερες προϋποθέσεις σε σύγκριση με το παρελθόν να τα βγάζει πέρα σε σύνθετες και δύσκολες συνθήκες. Αυτό φάνηκε και στην περίοδο από το 2015 και στη συνέχεια, όταν λόγω της κυβερνητικής ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ ζήσαμε έναν νέο γύρο αυταπατών, προσδοκιών, ως και ψευδεπίγραφων διλημμάτων που διαψεύστηκαν.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Η Αλέκα Παπαρήγα είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ.

  1. Για το κοινοβούλιο έλαβαν ΝΔ 44,25% και έδρες 145, ΠΑΣΟΚ 39,15% και 125 έδρες, Συνασπισμός 13,12% και 28 έδρες, ΔΗΑΝΑ 1,01% και 1 έδρα, κόμμα ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ - ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ (Μουσουλμάνοι Δυτικής Θράκης) 0,39% και 1 έδρα. Ο εκλογικός νόμος είχε αυξημένη αναλογικότητα, δεν ίσχυε το όριο εισδοχής 3%. Για το Ευρωκοινοβούλιο έλαβαν ΝΔ 40,41% και 10 έδρες, ΠΑΣΟΚ 35,96% και 9 έδρες, Συνασπισμός 14,31% και 4 έδρες, ΔΗΑΝΑ 1,36% και 1 έδρα.
  2. Διαχωρίζοντάς την από άλλα στελέχη και μέλη.
  3. ΚΕ του ΚΚΕ, Από το 12ο στο 13ο Συνέδριο, σελ. 204-5.
  4. ΚΕ του ΚΚΕ, Από το 12ο στο 13ο Συνέδριο, σελ. 209-210.
  5. Ό.π., σελ. 212.
  6. Παρόλο που η ΝΔ αναδείχτηκε πρώτο κόμμα, ενισχυμένη κατά 100.000 ψήφους, κέρδισε μόνο 148 έδρες έναντι των απαιτούμενων 151· το ΠΑΣΟΚ βγήκε ενισχυμένο κατά 180.000 ψήφους, δεύτερο και εννοείται χωρίς αυτοδυναμία, ενώ ο ΣΥΝ έχασε 120.000 ψήφους. Συγκεκριμένα η ΝΔ έλαβε 46,19% και 148 έδρες, το ΠΑΣΟΚ 40,67% και 128 έδρες, ο Συνασπισμός 10,97% και 21 έδρες. Από το ΣΥΝ συμμετείχαν στην κυβέρνηση οι Θ. Κατριβάνος, Γ. Δραγασάκης.
  7. ΚΕ του ΚΚΕ, Από το 12ο στο 13ο Συνέδριο, Ανακοίνωση ΠΓ 6.2.1990, σελ. 299-301.
  8. Ενώ στις εκλογές της 8ης Απρίλη 1990 έλαβαν: ΝΔ 46,89% και 150 έδρες, ΠΑΣΟΚ 38,61% και 123 έδρες και ΣΥΝ 10,28% και 19 έδρες, με κοινούς υποψήφιους των 2 κομμάτων στις μονοεδρικές, Οικολόγοι Εναλλακτικοί 0,77% και 1 έδρα, Εμπιστοσύνη - Πεπρωμένο 0,70% και 2 έδρες, Δημοκρατική Ανανέωση 0,67% και 1 έδρα. Σχηματισμός κυβέρνησης Μητσοτάκη με 151 ψήφους, με ψήφιση από το βουλευτή της ΔΗΑΝΑ.
  9. ΚΕ του ΚΚΕ, Από το 12ο στο 13ο Συνέδριο, σελ. 309-328.
  10. Η «Αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό» εξέφραζε επεξεργασία προγραμματικού χαρακτήρα σε σχέση με το Πρόγραμμα του ΚΚΕ του 9ου Συνεδρίου (Δεκέμβρης ’73) που εν μέρει είχε τροποποιηθεί στο 10ο Συνέδριο (Μάης ’80). Το Πρόγραμμα του Κόμματος καθόριζε ότι η επαναστατική διαδικασία είχε δύο στάδια, το πρώτο της δημοκρατίας του λαού, αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό, και το δεύτερο σοσιαλιστικό. Ταυτόχρονα υπογράμμιζε την ανάγκη συνεργασίας με όλες τις αντιπολιτευόμενες δημοκρατικές δυνάμεις για την αφαίρεση της κυβερνητικής εξουσίας από τη Δεξιά στη βάση ενός προγράμματος που θα προωθεί την υπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας, του ουσιαστικού εκδημοκρατισμού και του περιορισμού της ασυδοσίας των μονοπωλίων. Στο 11ο Συνέδριο αποφασίστηκε ως άμεσο πολιτικό καθήκον η πάλη για την πραγματική αλλαγή, σε αντιδιαστολή με την πολιτική «αλλαγή» που ευαγγελιζόταν το ΠΑΣΟΚ. Στη διακυβέρνηση της πραγματικής αλλαγής θα μπορούσε να συμμετάσχει και το ΚΚΕ, να την στηρίξει. Επρόκειτο για κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικής κατεύθυνσης (ΚΕ του ΚΚΕ, Θέσεις 11ου Συνεδρίου, σελ. 34-35). Η αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό του 12ου Συνεδρίου (Μάης ’87) αφορούσε κυβέρνηση της Αριστεράς και της Προόδου η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει το πέρασμα στην ενιαία επαναστατική διαδικασία, καταργώντας στην ουσία το επαναστατικό άλμα (ΚΕ του ΚΚΕ, Το 12ο Συνέδριο, σελ. 102).
  11. ΚΕ του ΚΚΕ, Από το 12ο στο 13ο Συνέδριο, σελ. 214.
  12. Ό.π., σελ. 216.
  13. Ό.π., σελ. 296-298.