Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, τέσσερις δεκαετίες και πλέον, λόγω και των καταστροφών του πολέμου, η καπιταλιστική Ευρώπη γνώρισε μια μακρόχρονη περίοδο καπιταλιστικής ανάπτυξης, με ανακοπή για ένα μικρό διάστημα, λόγω της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης που ξέσπασε το ’73. Αναδείχτηκε ο ρόλος των ισχυρών κυβερνήσεων με την εναλλαγή στο αστικό πολιτικό σύστημα του φιλελεύθερου κόμματος από το σοσιαλδημοκρατικό. Ως χαρακτηριστικό στοιχείο, επίσης, ξεχώρισε και ο ρόλος των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην εξασφάλιση σταθερότητας στο αστικό πολιτικό σύστημα, η ικανότητά τους στη χειραγώγηση των εργατικών-λαϊκών μαζών, στον εγκλωβισμό της λαϊκής δυσαρέσκειας στην εναλλαγή αστικών κομμάτων με ποικίλα συνθήματα και τρομοκρατικά διλήμματα, π.χ., για την ανάγκη εκλογής βιώσιμων, σταθερών κυβερνήσεων.
Η σταθερότητα του αστικού πολιτικού συστήματος άρχισε να δοκιμάζεται μετά την αντεπαναστατική ανακοπή της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, την απόλυτη κυριαρχία του καπιταλισμού στην Ευρώπη και παγκόσμια, την όξυνση της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξης και των ενδοϊμπεριαλιστικών και ενδοαστικών αντιθέσεων, το συγχρονισμένο κύκλο της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης του 2008. Κατά συνέπεια, έπρεπε να εξασφαλιστεί εφεδρεία δυνάμεων και λύσεων αστικής διαχείρισης, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της ΕΕ που η δυναμική της στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα έμπαινε σε φάση υποχώρησης.
Φυσικά το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να φωτιστεί ουσιαστικά στο παρόν άρθρο που έχει άλλο θέμα και σκοπό. Θυμίζουμε, μόνο, ότι σημειώθηκαν φαινόμενα που δεν ήταν τόσο συνηθισμένα στην καπιταλιστική Ευρώπη, π.χ. ιστορικά φιλελεύθερα, σοσιαλδημοκρατικά και κομμουνιστικά κόμματα (που ηγήθηκαν του ευρωκομμουνισμού) αποδυναμώθηκαν δραματικά, διαλύθηκαν ή περιθωριοποιήθηκαν, ενώ εμφανίστηκαν και εθνικιστικά, ακροδεξιά κρυφοναζιστικά και ανοιχτά ναζιστικά κόμματα. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας εδώ και αρκετά χρόνια ήταν και είναι ένα συνηθισμένο γεγονός, ανάμεσα σε τρία ή τέσσερα κόμματα, καθώς τα υψηλά εκλογικά ποσοστά σε πολλές περιπτώσεις έχουν πάει «περίπατο» με κύριο γνώρισμα τον κατακερματισμό. Στην Ευρώπη, ακόμα, γνωρίσαμε κυβερνήσεις που δεν μπόρεσαν να κρατηθούν πάνω από 2 ή 3 χρόνια, αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, πολύμηνες διαβουλεύσεις ώστε να επέλθει συμφωνία. Γνωρίσαμε κυβερνήσεις κοινοβουλευτικής μειοψηφίας ή την περίπτωση του Βελγίου που έμεινε χωρίς κυβέρνηση δύο χρόνια.
Δεν είναι στην πρόθεση του άρθρου να κατηγοριοποιήσει συστηματικά παράγοντες όπου εμφανίζονται ως αφορμές ή επίκαιρο αίτιο για τη δυστοκία σχηματισμού βιώσιμων σταθερών αστικών κυβερνήσεων.
Στο παρόν άρθρο αναφερόμαστε σε δύο περιπτώσεις που το ΚΚΕ βρέθηκε μπροστά σε πρόταση συμμετοχής στη διακυβέρνηση, βραχύβια ή για περισσότερο χρόνο, το ’89-’90 και το 2012, όταν έγινε μιας μορφής πρόταση από το ΣΥΡΙΖΑ. Το ΚΚΕ στην πρώτη περίπτωση αποφάσισε τη συμμετοχή μέσω του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου (ΣΥΝ) σε κυβέρνηση με τη ΝΔ και στη συνέχεια κυβέρνηση με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Αρχικά ως αιτιολογικός παράγοντας προβλήθηκε ο κίνδυνος να παραγραφεί το οικονομικό-πολιτικό σκάνδαλο που αφορούσε τον ιδιοκτήτη της Τράπεζας Κρήτης Γ. Κοσκωτά, λόγω μη ανάδειξης αυτοδύναμης κυβέρνησης. Το 2012 ο κρίκος της αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης από την κάλπη ήταν η κορύφωση της λαϊκής δυσαρέσκειας κατά των μνημονίων, με αποτέλεσμα τη μεγάλη αποδυνάμωση της ΝΔ και την καταβαράθρωση του ΠΑΣΟΚ, σε συνδυασμό με την ανερχόμενη εκλογικά δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ. Άσκησαν επίδραση και οι ενδοαστικές αντιθέσεις γύρω από το «μίγμα» διαχείρισης της κρίσης.
Ανεξάρτητα ποιο ή ποια πολιτικά γεγονότα παίρνουν ή αποκτούν στην πορεία προβάδισμα σε διαδικασίες ανακατατάξεων και αναδιατάξεων, στο συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στα κόμματα αστικής διαχείρισης, το υπόβαθρο είναι τα οξυμένα κοινωνικά, οικονομικά προβλήματα που βιώνει ο λαός, η διάψευση υποσχέσεων που τα αστικά κόμματα δίνουν προεκλογικά. Τέτοια φαινόμενα δεν εκφράζουν υποχρεωτικά καθοριστική αδυναμία του αστικού πολιτικού συστήματος. Απλά απαιτούνταν να γίνουν συμφωνίες ανάμεσα σε αστικά κόμματα ή άλλα κόμματα πρόθυμα να συμμετάσχουν στην αστική διαχείριση, που ξεπερνάνε τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς για το ποιος θα έχει το πάνω χέρι στη διακυβερνητική συμφωνία, χάριν του μείζονος να προληφθεί η έξαρση της λαϊκής δράσης, ιδιαίτερα της ριζοσπαστικής κατεύθυνσής της, να σταθεροποιηθεί το αστικό πολιτικό σύστημα ή να μπει σε πορεία ανασυγκρότησης.
Το ζήτημα είναι ένα: Ποια πρέπει να είναι η στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος όταν το αστικό πολιτικό σύστημα συναντά δυσκολία επίτευξης σταθερής βιώσιμης διακυβέρνησης, έχει υποστεί εκλογικά ρήγματα, όταν αντιμετωπίζει την ανερχόμενη ορμητική άνοδο της ταξικής πάλης, όταν βιώνει τις συνέπειες των αντιφάσεων που ταράσσουν τον «κορμό» του; Μία είναι η επιλογή, να αξιοποιηθεί κάθε δυσκολία, μεγαλύτερη ή μικρότερη, ώστε η ταξική πάλη να οξυνθεί, να ανέβει σε ένα υψηλότερο επίπεδο. Οι δυσκολίες για σταθερό πολιτικό σύστημα να αποτελέσουν ευκαιρία και όπλο του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Με την αποφασιστική παρέμβασή του να ξεσκεπάσει τη φύση και τον πραγματικό χαρακτήρα των δυσκολιών, να εξαχθούν συμπεράσματα που ανεβάζουν το επίπεδο της πολιτικής συνείδησης ως αντίθεσης με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και όχι μόνο κατά της εκάστοτε κυβέρνησης. Να συνειδητοποιείται ότι η εναλλαγή κομμάτων στην αστική διακυβέρνηση αποτελεί ανάσα και κέρδος χρόνου για την αστική τάξη, για το κεφάλαιο.