Η Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό θέτει τα θέματα στα οποία χρειάζεται βαθύτερη και εκτενέστερη μελέτη σχετικά με τους παράγοντες που καθόρισαν την αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ και τις υπόλοιπες χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.
Η «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», υπηρετώντας αυτό το καθήκον, φιλοξενεί στην ενότητα «Σοσιαλισμός» άρθρα μαρξιστών επιστημόνων από την πρώην ΕΣΣΔ και τις πρώην Λαϊκές Δημοκρατίες, που συμβάλλουν στον προβληματισμό και τη διερεύνηση θεμάτων σε σχέση με τις αιτίες ανατροπής της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα.
Σε αυτό το τεύχος δημοσιεύεται το άρθρο του Γερμανού οικονομολόγου Χέρμαν Γιάκομπς με τίτλο «Η συμβολή της ΓΛΔ στην οικονομική θεωρία και την οικονομική πρακτική του Σοσιαλισμού-Κομμουνισμού» που περιλαμβάνεται στη γερμανική συλλογή κειμένων με τίτλο «Κάτω από πυρά (UnterFeuer), η αντεπανάσταση στη ΓΛΔ», έκδοση του γερμανικού περιοδικού «Οφενσίβ» (Offen-siv), άνοιξη 2009. Αρθρο του ίδιου είχε δημοσιευθεί στο παρελθόν και στο 6ο τεύχος του 2007 της ΚΟΜΕΠ.
Το κείμενο αναφέρεται πολύ συνοπτικά στις αλλαγές που συντελέστηκαν στην οικονομική πολιτική της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας, με την εισαγωγή του λεγόμενου «Νέου Οικονομικού Συστήματος» (ΝΟΣ). Η πολιτική αυτή ήταν αντίστοιχη των μεταρρυθμίσεων που πραγματοποιήθηκαν στην ΕΣΣΔ τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Πρόκειται για την υιοθέτηση των θέσεων των αγοραίων οικονομολόγων ότι η σοσιαλιστική παραγωγή είναι εμπορευματική και ότι η λειτουργία του νόμου της αξίας αποτελεί νομοτέλεια ανάπτυξης του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής στην πρώτη βαθμίδα του. Πολιτικά υιοθετήθηκαν ξένα προς τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στοιχεία, όπως το επιχειρησιακό κέρδος, ο ανταγωνισμός, η ιδιοσυντήρηση των επιχειρήσεων. Η Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ επισημαίνει:
«Η όλο και μεγαλύτερη ανάμιξη των στοιχείων της αγοράς στην άμεσα κοινωνική παραγωγή του σοσιαλισμού την αποδυνάμωνε: οδήγησε στην πτώση της δυναμικής της σοσιαλιστικής ανάπτυξης, ενισχύθηκε το βραχυπρόθεσμο ατομικό και ομαδικό συμφέρον […] σε βάρος των γενικών κοινωνικών συμφερόντων. Δημιουργήθηκε στην πορεία το κοινωνικό έδαφος για να επικρατήσει τελικά η αντεπανάσταση με όχημα την περεστρόικα».1
Ο Χέρμαν Γιάκομπς δεν περιορίζεται σε μια σύντομη επισκόπηση των πολιτικών μέτρων που πάρθηκαν σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά τα κρίνει με μαρξιστικά κριτήρια, τοποθετείται θεωρητικά στο μη εμπορευματικό χαρακτήρα του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής.
Ο συγγραφέας αναδεικνύει πώς οι αγοραίες μεταρρυθμίσεις έρχονταν σε σύγκρουση με τον κοινωνικό χαρακτήρα της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και τον κεντρικό σχεδιασμό, πώς αποδυνάμωναν τις σοσιαλιστικές σχέσεις.
Στέκεται ιδιαίτερα στην πολιτική των μισθών που συσχέτιζε το ύψος τους με την εισαγόμενη κατηγορία του επιχειρηματικού κέρδους, με αποτέλεσμα την παραβίαση της κατανομής με βάση την εργασία. Ο Χ. Γιάκομπς υποστηρίζει ότι παραβιάσεις της σοσιαλιστικής αρχής κατανομής με βάση την εργασία είχαν ουσιαστικά κυριαρχήσει πολύ πριν τις μεταρρυθμίσεις του 1960 και πρώτα απ’ όλα με την καθιέρωση της αμοιβής με το κομμάτι.
Σημειώνουμε ότι ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το μέρος του κειμένου που τιτλοφορείται ως «Παράρτημα». Σε αυτό ο συγγραφέας ουσιαστικά κάνει κριτική στα εγχειρίδια πολιτικής οικονομίας της Σοβιετικής Ενωσης σχετικά με τη θέση τους για τις εμπορευματικές σχέσεις στο σοσιαλισμό, αναδεικνύοντας θεωρητικές ανεπάρκειες και συγχύσεις. Αποτυπώνεται έτσι η εξέλιξη στη σοβιετική οικονομική θεωρία. Το εγχειρίδιο πολιτικής οικονομίας του 1954 αναγνώριζε τον εμπορευματικό χαρακτήρα της παραγωγής που στηριζόταν στη συνεταιριστική κι όχι στην κοινωνική ιδιοκτησία. Ωστόσο λαθεμένα θεωρούσε ως εμπορεύματα και τα προϊόντα της άμεσα κοινωνικής παραγωγής που προορίζονταν για ατομική κατανάλωση.
Στα εγχειρίδια που ακολούθησαν η ύπαρξη της εμπορευματικής παραγωγής συνδέθηκε με την κατηγορία του «κοινωνικού καταμερισμού εργασίας», αιτιολογήθηκε ως έκφραση του ανώριμου χαρακτήρα της κοινωνικής εργασίας κλπ. Η εμπορευματικότητα λαθεμένα θεωρήθηκε ως στοιχείο του σοσιαλιστικού - πρώιμου κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής.
Ο Χ. Γιάκομπς σωστά κριτικάρει αυτές τις θέσεις, αναδεικνύοντας ότι το βασικό κριτήριο για τον εμπορευματικό ή μη χαρακτήρα της παραγωγής είναι οι σχέσεις ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Δεν είναι δυνατό δηλαδή τα μέσα παραγωγής να είναι κοινωνική ιδιοκτησία και το προϊόν της παραγωγής να είναι εμπόρευμα.
Είναι άλλο ζήτημα ότι στην ΕΣΣΔ, τη συγκεκριμένη σοσιαλιστική κοινωνία - κατώτερη βαθμίδα του κομμουνισμού για μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρχε εκτεταμένη συνεταιριστική και ατομική εμπορευματική παραγωγή, αρχικά εξαιτίας της καθυστέρησης στην ανάπτυξη και συγκέντρωση ενός μέρους των μέσων παραγωγής, κυρίως στην αγροτική παραγωγή.
Πέρα από τα παραπάνω, για το συγκεκριμένο άρθρο του Χ. Γιάκομπς, όπως άλλωστε και για άλλα ανάλογα που δημοσιεύτηκαν ή θα δημοσιευτούν στο μέλλον, η Συντακτική Επιτροπή της ΚΟΜΕΠ επισημαίνει στον αναγνώστη και την αναγνώστρια ότι θέσεις των συγγραφέων σε αυτή την ενότητα δεν απηχούν το σύνολο των θέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ, θεωρητικό και πολιτικό όργανο της οποίας είναι η «Κομμουνιστική Επιθεώρηση». Γι’ αυτό, ως Συντακτική Επιτροπή θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή του αναγνώστη σε ορισμένες θέσεις του άρθρου διαφορετικές από τις θέσεις της Απόφασης του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ.
Συγκεκριμένα, ο Χ. Γιάκομπς δίνει έμφαση στα προβλήματα ανάπτυξης της επαναστατικής θεωρίας, στην αδυναμία του υποκειμενικού παράγοντα. Είναι σωστό ότι υπήρξαν τέτοια προβλήματα, αδυναμίες, ανεπάρκειες ακόμα και λάθη στην ανάπτυξη της θεωρίας. Η Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ αναδεικνύει μεταξύ άλλων ως λαθεμένο το χαρακτηρισμό ως εμπορευμάτων των προϊόντων της άμεσα κοινωνικής παραγωγής που προορίζονται για ατομική κατανάλωση.
Ωστόσο ο Γιάκομπς παραγνωρίζει και υποτιμά την οικονομική βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκαν οι θεωρίες περί συμβατότητας του σοσιαλιστικού-πρώιμου κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής με το νόμο της αξίας. Πρώτα απ’ όλα υποτιμά το μεταβατικό χαρακτήρα που έχει ο συνεταιρισμός, τον αντιμετωπίζει ως κομμουνιστική σχέση, ισότιμη με αυτή της κοινωνικής ιδιοκτησίας στη βιομηχανία. Υποτιμά τον εμπορευματικό χαρακτήρα της συνεταιριστικής παραγωγής και υπερτιμά την επίδραση του κεντρικού σχεδιασμού σε αυτή. Παραβλέπει το γεγονός ότι ένα μέρος από το συνεταιριστικό προϊόν παρέμενε στην ιδιοκτησία του συνεταιρισμού και προοριζόταν για την αγορά. Παράλληλα συνυπήρχαν και μορφές ατομικής εμπορευματικής παραγωγής στο πλάι της συνεταιριστικής (π.χ. ατομικό νοικοκυριό). Βεβαίως δε θεωρούμε σωστή την αντίληψη ότι ο νόμος της αξίας καθορίζει απόλυτα την ανταλλαγή ανάμεσα στο προϊόν της συνεταιριστικής ιδιοκτησίας και της σοσιαλιστικής βιομηχανίας, αφού η δεύτερη κυριαρχεί έναντι της πρώτης. Ετσι, π.χ. η εκμηχάνιση, η εξασφάλιση υποδομών για την ανάπτυξη της παραγωγικότητας, ο εφοδιασμός σε πρώτες ύλες πραγματοποιούνταν μέσω του Κεντρικού Σχεδιασμού, ο οποίος προσδιόριζε και τους όρους συγκέντρωσης σημαντικού μέρους του συνεταιριστικού προϊόντος. Είναι προφανές ότι αυτό που έδινε ο συνεταιρισμός (το αγροτικό προϊόν) και αυτό που έπαιρνε από το κράτος ως υποδομές (τεχνικά έργα, μέσα παραγωγής, υπηρεσίες, πρώτες ύλες) δεν μπορούσαν να συγκριθούν ως ισοδύναμα. Βεβαίως στη συνέχεια με τις μεταρρυθμίσεις αυτονομήθηκε περισσότερο ο συνεταιρισμός από τον Κεντρικό Σχεδιασμό (απέκτησε ιδιοκτησία μέσων παραγωγής, διευρύνθηκε η δυνατότητα στον προσδιορισμό τιμών, τη διακύμανσή τους κλπ.) .
Από πολιτική άποψη η θέση αυτή του Χ. Γιάκομπς για τη συνεταιριστική ιδιοκτησία μπορεί να οδηγήσει σε χαλάρωση, άμβλυνση της σχεδιασμένης ανάπτυξης της συνεταιριστικής παραγωγής, με στόχο να μετατραπεί σε άμεσα κοινωνική. Κι αυτό δεν πραγματοποιείται αυθόρμητα.
Ενα δεύτερο σημαντικό ζήτημα διαφωνίας μας με την αντίληψη του Χ. Γιάκομπς αφορά τις σχέσεις κατανομής για τους εργαζόμενους στην άμεσα κοινωνική παραγωγή. Ο συγγραφέας σωστά απορρίπτει την άποψη ότι οι ατομικές εργασίες σε αυτό τον τρόπο παραγωγής δεν παράγουν αξίες αλλά μόνο αξίες χρήσης. Σωστά επιμένει στην αναγνώριση του χρόνου εργασίας ως κύριου και βασικού μέτρου για την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος. Ωστόσο, ταυτόχρονα η προσέγγισή του εστιάζει στις κατηγορίες της σύνθετης και απλής εργασίας για τον καθορισμό του χρόνου εργασίας και επομένως για τη διαμόρφωση του εργασιακού χρηματικού εισοδήματος (μισθός). Θεωρούμε αυτή την προσέγγιση αντιφατική, διολισθαίνουσα στην αποδοχή της εμπορευματικότητας της εργασίας στη σοσιαλιστική παραγωγή.
Με αυτές τις κριτικές παρατηρήσεις θεωρούμε ότι ο αναγνώστης της ΚΟΜΕΠ μπορεί να μελετήσει το άρθρο του Χ. Γιάκομπς, επωφελούμενος από τις πληροφορίες για την εξέλιξη της θεωρητικής οικονομικής σκέψης στη ΓΛΔ και στην ΕΣΣΔ, αλλά και από την -σε γενικές γραμμές σωστής κατεύθυνσης- κριτική στις λανθασμένες θεωρητικές προσεγγίσεις που κυριάρχησαν στη θεωρία και στην πράξη των ΚΚ στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.