Τα δύο άρθρα που ακολουθούν δημοσιεύτηκαν στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση στα τεύχη 4/1932 και 14/1934. Αναφέρονται στον επικείμενο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επτά και πέντε χρόνια αντίστοιχα πριν την επίσημη έναρξή του. Πρόκειται για άρθρα γραμμένα σε μια πολύ κρίσιμη περίοδο. Είχε προηγηθεί η μεγάλη καπιταλιστική κρίση του 1929-1933, η οποία αφορούσε και στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα ήταν περίοδος όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης, καθώς και όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών, εκδήλωσης περιφερειακών συγκρούσεων (π.χ. εισβολή της Ιαπωνίας στη Μαντζουρία κλπ.).
Η άνοδος του Χίτλερ στη Γερμανία σηματοδότησε την εντατικοποίηση της προετοιμασίας για ένα νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.
Εκείνη την περίοδο η Σοβιετική Ενωση επιτάχυνε τα βήματα της εκβιομηχάνισης στο έδαφος που διαμορφώθηκε από την πολιτική της κολεκτιβοποίησης και της άρσης της ΝΕΠ.
Και από τα δυο κείμενα αναδεικνύεται ότι η προετοιμασία του νέου πολέμου προήλθε κυρίως από καπιταλιστικά κράτη που αμφισβητούσαν το «μοίρασμα» των αγορών, όπως είχε διαμορφωθεί με τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Η ανάλυση που γίνεται αναδεικνύει ότι η νομοτελειακή εκδήλωση ενός νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου είναι η κατάληξη των κοινωνικών - οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων που έχουν προηγηθεί.
Η διαφορά σε σχέση με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η ύπαρξη της Σοβιετικής Ενωσης, του πρώτο και μοναδικού σοσιαλιστικού κράτους. Αυτό σήμαινε πρώτ’ απ’ όλα ότι η διεξαγωγή του ιμπεριαλιστικού πολέμου ενσωμάτωνε και το στόχο όλων των αντιμαχόμενων καπιταλιστικών κρατών για τη συντριβή της ΕΣΣΔ. Ταυτόχρονα σήμαινε ότι αντικειμενικά λαϊκές δυνάμεις θα εμπλέκονταν σ’ έναν άδικο πόλεμο, από τον οποίο θα μπορούσαν να βγουν - με την καθοδήγηση του ΚΚ- μετατρέποντάς τον σε ένοπλη ταξική σύγκρουση, τόσο για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας, μήτρας του ιμπεριαλιστικού πολέμου, όσο για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής πατρίδας όλων των εργατών.
Μέσα από τα άρθρα ανοίγεται μέτωπο ενάντια στον οπορτουνισμό, φορέας του οποίου εκείνη την περίοδο ήταν και δυνάμεις στο εσωτερικό των ΚΚ (π.χ. δεξιά παρέκκλιση), αλλά και ένα τμήμα της σοσιαλδημοκρατίας, η λεγόμενη αριστερή πτέρυγα και αναδεικνύεται ο ρόλος του κατά την περίοδο προετοιμασίας του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της επίθεσης ενάντια στην ΕΣΣΔ. Εχει σημασία να σημειώσουμε πως το γεγονός ότι η σοσιαλδημοκρατία επηρέαζε ευρύτερα τμήματα της εργατικής τάξης, δε συνιστούσε λόγο για μια στάση απέναντί της που να καλλιεργεί αυταπάτες για το ρόλο της. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι χρειαζόταν ν’ αποκαλυφθεί ο αντιδραστικός της ρόλος, ενώ η ήττα της αποτελούσε όρο και προϋπόθεση για την ενότητα της εργατικής τάξης.
Η δημοσίευση των δύο κειμένων από το αρχείο της ΚΟΜΕΠ -καθώς και άλλων που θα ακολουθήσουν- αποσκοπεί στο να συμβάλει στην παραπέρα μελέτη της περιόδου και της εξέλιξης της στρατηγικής του ΚΚΕ, ως αναπόσπαστου τμήματος του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Το ζήτημα που τίθεται στην ιστορική έρευνα είναι ποιοι παράγοντες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, ώστε να αλλάξουν τα ΚΚ μέσα στη δεκαετία του 1930 την πολιτική θέση ότι η έξοδος από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο είναι για το λαϊκό συμφέρον η σοσιαλιστική επανάσταση. Είναι ζήτημα ιστορικής έρευνας οι παράγοντες που οδήγησαν στο να αλλάξει η στάση των ΚΚ απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία και σε τμήματα της αστικής τάξης, όπως αυτή εκφράστηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα κείμενα προφανώς δε δίνουν απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, ωστόσο οξύνουν το κριτήριο, το ενδιαφέρον και τον προβληματισμό γι’ αυτά. Αποδεικνύουν ότι χρειάζεται βαθύτερη μελέτη των γεγονότων και των εξελίξεων της περιόδου για να κατανοηθεί το πώς διαμορφώθηκαν οι συνθήκες που οδήγησαν τα ΚΚ από τη μια να πρωτοπορούν στην αντικατοχική και εθνικοαπελευθερωτική πάλη, από την άλλη να μην μπορούν να τη συνδυάσουν με την πάλη για την εξουσία.
Στο πρώτο άρθρο με τίτλο «Πόλεμος και Κομμουνιστές» αναδεικνύονται η οικονομική κρίση και η ανισομετρία στην καπιταλιστική ανάπτυξη, οι αντιθέσεις μεταξύ αποικιακών δυνάμεων και αποικιών, καθώς και η σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ, ως τα βασικά αίτια του επερχόμενου πολέμου. Αποκαλύπτεται ότι από την πλευρά των ιμπεριαλιστών διαμορφώνονταν σχέδια πολέμου ενάντια στην ΕΣΣΔ. Προβάλλεται η θέση των κομμουνιστών που έβαζαν ως πρώτη προτεραιότητα «την πάλη κατά του πολέμου και την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής πατρίδας των εργαζομένων», τονίζοντας την ανάγκη το εργατικό κίνημα να προλάβει τον πόλεμο με τη σοσιαλιστική επανάσταση, «που είναι χωρίς άλλο η αποφασιστική προϋπόθεση για τη μετατροπή του Ιμπεριαλιστικού πολέμου σε πόλεμο για το γκρέμισμα του καπιταλισμού».
Αναδεικνύεται ακόμη ο ρόλος της αστικής τάξης της Ελλάδας που, ενώ από τη μία δημαγωγούσε για τα «ειρηνικά ιδεώδη», παράλληλα ανέπτυσσε εντατικές προσπάθειες για την πρακτική προετοιμασία του πολέμου. Το άρθρο απορρίπτει τα ιδεολογήματα για «πλήρη αποικιακή εξάρτηση» ή άρνηση της «ύπαρξης ιμπεριαλιστικών τάσεων στην Ελληνική κεφαλαιοκρατία». Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Δεν κάνουν τίποτε άλλο (σ.σ. αυτοί που υιοθετούν τα παραπάνω ιδεολογήματα) παρά να ενισχύουνε κατά το καλύτερο τρόπο την εξαιρετική ομολογουμένως προσπάθεια της αστικής τάξης μας να αποκοιμίσει τις μάζες μέχρι τη στιγμή που θα ξεσπαθώσει».
Το άρθρο ολοκληρώνεται βάζοντας τα άμεσα καθήκοντα για τους κομμουνιστές που ήταν η ανάπτυξη αντιπολεμικής πάλης, ξεπερνώντας υποκειμενικές αδυναμίες και προβλήματα του προηγούμενου διαστήματος, τα οποία εκφράζονταν με την υποτίμηση της κρισιμότητας της κατάστασης. Εχοντας κατανοήσει ότι η στάση των κομμουνιστών στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο θα τους φέρει σε ευθεία σύγκρουση με το αστικό κράτος, έμπαινε ως καθήκον η «ταυτόχρονη δημιουργία μιας γερής και παράνομης οργάνωσης και ο συνδυασμός των νόμιμων με τις παράνομες μορφές δράσης». Επίσης αναφερόταν στο καθήκον για δουλειά στις ένοπλες δυνάμεις και «από τα έξω» και «από μέσα».
Στο δεύτερο άρθρο με τίτλο «Για μια μαχητική 1η Αυγούστου» αναδεικνύεται ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας στον αποπροσανατολισμό της εργατικής τάξης και τη στήριξη της αστικής εξουσίας διαχρονικά, από τον Α΄ Παγκόσμιο ως την ημερομηνία που γράφτηκε το κείμενο. Η σοσιαλδημοκρατία άλλοτε υποστηρίζοντας μαζί με τους ιμπεριαλιστές ότι ο πόλεμος του 1914 ήταν ο «τελευταίος» πόλεμος, άλλοτε προβάλλοντας τον «ειρηνικό» δρόμο για το σοσιαλισμό χωρίς θυσίες και αιματηρούς αγώνες, σε αντίθεση με τους μπολσεβίκους, άλλοτε διακηρύσσοντας ότι η δημοκρατία οδηγεί στο σοσιαλισμό και την «ολοκληρωτική εξόντωση κάθε πολέμου», με κάθε τρόπο αποτέλεσε σημαντικό στήριγμα της αστικής τάξης. Επιπροσθέτως περιγράφονται κινήσεις και σχεδιασμοί των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην περίοδο του 1934 (Γερμανία, Ιαπωνία, ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) και αναδεικνύεται ως κυρίαρχη η αντίθεση ανάμεσα στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό και το σοσιαλισμό. Το ξεκαθάρισμα με την ΕΣΣΔ ήταν κοινός στόχος. «Τόση είναι η συσσώρευση των διιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, που για τον ιμπεριαλισμό, κάθε μέρα και περισσότερο, γίνεται συνείδηση και πεποίθηση η αντίληψη ότι απ’ το σημερινό χάος μονάχα ένας πόλεμος μπορεί να τον βγάλει. Εννοείται ότι κάθε μία δύναμη σκέφτεται και δρα για λογαριασμό της ενώ ταυτόχρονα η Αγγλία κατά πρώτο λόγο τη διέξοδο αυτή τη κατευθύνει προς τον αντισοβιετικό προσανατολισμό».
Το άρθρο συμπερασματικά καταλήγει ότι μπροστά στην αναμονή της στιγμής της έκρηξης του πολέμου «η μόνη δύναμη που δουλεύει ακούραστα για να επιβραδύνει και να αναβάλει το άγριο αυτό ξέσπασμα είναι η ΕΣΣΔ. Η μόνη δύναμη που μπορεί να πάψει οριστικά τον πόλεμο είναι το προλεταριάτο και οι εργαζόμενοι των κεφαλαιοκρατικών χωρών όλου του κόσμου. Μα για να γίνει αυτό πρέπει πρώτα να ανατραπεί η κυριαρχία των εκμεταλλευτών, η δικτατορία του κεφαλαίου και να νικήσει η εργατοαγροτική σοβιετική εξουσία στην κάθε μία ιμπεριαλιστική χώρα».
Οπως και στο πρώτο άρθρο, αναδεικνύεται η εμπλοκή της ελληνικής αστικής τάξης στην προετοιμασία του πολέμου. Εκτιμάται ότι «η αποτυχία των προσπαθειών της εσωτερικής ανασυγκρότησης και εξυγίανσης […] σπρώχνει την αστικοτσιφλικάδικη Ελλάδα στο δρόμο των εξωτερικών καταχτητικών επιδιώξεων» και περιγράφονται οι βασικές τάσεις στην ελληνική εξωτερική πολιτική, με κυρίαρχη την επιρροή από την Αγγλία.
Μέσα από μια ενδιαφέρουσα για τον αναγνώστη παρουσίαση των δεδομένων εκείνης της περιόδου, το άρθρο καταλήγει στο κύριο καθήκον των κομμουνιστών, που είναι η μετατροπή του «ομαδικού μίσους» ενάντια στον πόλεμο σε επαναστατική συνείδηση και δράση, έτσι ώστε η δράση ενάντια στον πόλεμο να γίνει δράση για τη μετατροπή του σε ένοπλη ταξική πάλη, προκειμένου να τεθεί τέρμα στα αίτια που γεννούν τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Το άρθρο κλείνει με κάλεσμα για δράση την 1η Αυγούστου (1934), με αφορμή την 20ετή επέτειο του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου (1914).