Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στα τεύχη 11 και 12 του 1933 της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης, ενώ είχε πρωτοδημοσιευτεί στο περιοδικό «Κομμουνιστική Διεθνής» στις 20 Απρίλη του 1933. Υπογράφεται από τον Ν. Ρούντολφ, πιθανότατα ψευδώνυμο, αν και η Συντακτική Επιτροπή της ΚΟΜΕΠ δεν μπόρεσε να εξακριβώσει την ταυτότητα του συγγραφέα.
Γραμμένο 6 χρόνια πριν από την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το άρθρο αναφέρεται αναλυτικά στις ανακατατάξεις που συντελέστηκαν κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 στην αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, αλλαγές που οδήγησαν στην όξυνση των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων και τελικά στην εκδήλωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Σε αυτές τις διεργασίες καταλυτικό ρόλο έπαιξε η καπιταλιστική οικονομική κρίση του 1929-1933. Αναδεικνύεται επίσης πώς οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις εκείνης της περιόδου διαπλέκονταν με τον κοινό στόχο όλων των ιμπεριαλιστικών κέντρων για ένοπλη επέμβαση ενάντια στην ΕΣΣΔ.
Ο αναγνώστης του άρθρου θα διαπιστώσει ότι οι συμμαχίες όπως διαμορφώθηκαν στην έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν ήταν εκ των προτέρων δεδομένες και προήλθαν ως αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας διαπάλης ανάμεσα στα πιο ισχυρά καπιταλιστικά κράτη, διαπάλη που πήρε και τη μορφή συγκρούσεων στο εσωτερικό των αστικών τάξεών τους. Αυτή η εκτίμηση έχει μεγάλη σημασία, ιδιαίτερα σήμερα που διανύουμε περίοδο ανακατατάξεων στο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων και όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.
Το άρθρο προσδιορίζει με σαφήνεια το διαχρονικό καθήκον των κομμουνιστών σε συνθήκες προετοιμασίας και εκδήλωσης του ιμπεριαλιστικού πολέμου: «Μόνο τα κομμουνιστικά κόμματα αγωνίζονται κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου, κατά της επέμβασης στην ΕΣΣΔ. Μόνο αυτά, στην περίπτωση που θα ξεσπάσει ο πόλεμος είτε η επέμβαση, θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια ώστε στο συντομότερο χρονικό διάστημα να μετατρέψουν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε εμφύλιο». Με σαφήνεια τοποθετείται το άρθρο και στο ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών, έχοντας καθαρό μέτωπο απέναντι στην αστικοποιημένη πλέον σοσιαλδημοκρατία. Επομένως, αποτελεί κείμενο που συμβάλλει στην έρευνα για τη στρατηγική της Κομμουνιστικής Διεθνούς απέναντι στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, αφού αναδεικνύσει ότι το 1933, με εκτίμηση για επικείμενο γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, η Κομμουνιστική Διεθνής ζυμώνει τη στρατηγική σύλληψη και πολιτική πρακτική του Λένιν και του κόμματος των μπολσεβίκων για έξοδο από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο με σοσιαλιστική επανάσταση με νίκη της Οχτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία.
Το άρθρο δίνει πολλά στοιχεία για τη διάταξη των δυνάμεων, τις επιδιώξεις τους για το μοίρασμα αγορών με τον έλεγχο ή και την προσάρτηση αντίστοιχων εδαφών, για την πολιτική συμμαχιών τους που εκφράζονταν με διπλωματικές ή και de facto πολιτικές και στρατιωτικές ενέργειες, για την αντιφατικότητα στην επιλογή των συμμάχων αλλά και ισχυρό μέτωπο απέναντι στο διεθνή ταξικό αντίπαλο, την ΕΣΣΔ.
Η σημασία της ανάλυσης του άρθρου, μετά από 80 περίπου χρόνια, δεν αναιρείται από τις επιμέρους παρατηρήσεις που αφορούν είτε θέσεις όπως για τις συνέπειες στον αυστριακό λαό από τη μη πραγματοποιηθείσα «ένωση» της Αυστρίας με τη Γερμανία στη Συμφωνία των Βερσαλλιών είτε από τη μη ενασχόληση του άρθρου με τις ανακατατάξεις μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών στη σφαίρα της οικονομίας.