Μπορούμε να εκτιμήσουμε πως είναι σχετικά υψηλή η πιθανότητα επιστροφής της ελληνικής οικονομίας σε φάση ανάκαμψης το 2017, ωστόσο με ρυθμό ανάπτυξης σαφώς πιο περιορισμένο.
Συγχρόνως, μια σειρά από αναμενόμενους παράγοντες μπορεί να επιδράσουν αρνητικά στην επίτευξη θετικών ρυθμών ανάπτυξης το 2017.
Η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στην ευρύτερη περιοχή εκθέτει τη χώρα σε μεγάλους κινδύνους, που σχετίζονται από την ένταση της προσφυγικής κρίσης μέχρι και την πιο άμεση και εκτεταμένη εμπλοκή της σε πολεμικές επιχειρήσεις.
Συγχρόνως, γεωπολιτικοί παράγοντες ενδέχεται να επιδράσουν άμεσα ή έμμεσα στις οικονομικές εξελίξεις, π.χ. μέσα από πιθανές κυρώσεις του ΝΑΤΟ σε Ρωσία ή Κίνα. Τέτοιες εξελίξεις θα έχουν αρνητικές εξελίξεις και στην πορεία του τουρισμού, μέσα από διάφορα «κανάλια επίδρασης» (π.χ. πιθανές κυρώσεις ΝΑΤΟ - ΕΕ σε Ρωσία και επίδραση των αντίμετρων, επιδείνωση του επιπέδου ασφάλειας στη χώρα κλπ.).
Μια επιδείνωση της οικονομίας διεθνώς, που αποτελεί ένα ισχυρό ενδεχόμενο, θα έχει έντονες συνέπειες στην ΕΕ που αποτελεί βασικό οικονομικό εταίρο της ελληνικής οικονομίας.
Η όξυνση της αστάθειας στην Ευρωζώνη, στην οποία αναφερθήκαμε νωρίτερα, δυσκολεύει σημαντικά τις επενδύσεις στην Ελλάδα, τόσο λόγω αυξημένου συναλλαγματικού κινδύνου (πιθανότητα grexit) όσο και γιατί μια Ελλάδα εκτός ΕΕ δεν αποτελεί πρόσφορη αγορά επενδύσεων.
Τέλος, παρόλο που στη σχέση οικονομίας-πολιτικής το θεμελιακό στοιχείο είναι η οικονομία, η πολιτική δεν είναι παθητική. Κι από αυτήν την άποψη, σειρά πολιτικών παραγόντων μπορούν να επιδράσουν ανασταλτικά στη διαφαινόμενη τάση ανάκαμψης (όπως συνέβη και μεταξύ 2014-2015).
Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μετά από τις εκλογές του Σεπτέμβρη, γενικά προχώρησε με συνέπεια στην υλοποίηση των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει από το 3ο Μνημόνιο, αξιοποιώντας και την πρώτη αξιολόγηση, η οποία ολοκληρώθηκε τον περασμένο Ιούλη.
Συνέχισε, επί της ουσίας, την πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, με στόχο την εκπλήρωση δύο αλληλένδετων επιδιώξεων, προσπαθώντας να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για την ανάκαμψη της οικονομίας από την παρατεταμένη καπιταλιστική κρίση:
• Την προώθηση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και πειθαρχίας, δηλαδή την ισοσκέλιση κρατικών εσόδων και δαπανών σε βάρος των λαϊκών εισοδημάτων.
• Τη συνέχιση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων με στόχο τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας και της καπιταλιστικής κερδοφορίας.
Πρέπει να σημειώσουμε πως τα βήματα της κυβερνητικής πολιτικής υλοποιούν πλευρές και των δύο βασικών επιδιώξεων, άσχετα με τον κάθε φορά προπαγανδιστικό μανδύα. Έτσι, η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης αξιοποιήθηκε για την κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης, μέσα από την επιπλέον φορολογική επιβάρυνση των λαϊκών στρωμάτων, την ανατροπή στο Ασφαλιστικό και τη μείωση των συντάξεων.
Ο ΚΕΤΡΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ
Κεντρικός άξονας της οικονομικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ είναι η λεγόμενη «δίκαιη ανάπτυξη»7. Πρόκειται για ένα πολιτικό πρόγραμμα που περιλαμβάνει συγκεκριμένους στόχους και πολιτικές κατευθύνσεις που υπηρετούν την άρχουσα τάξη των καπιταλιστών και την ίδια στιγμή αποτελεί ένα προπαγανδιστικό εργαλείο με το οποίο επιχειρεί να ρυμουλκήσει τις λαϊκές δυνάμεις.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζεται πως το δικό του νέο αναπτυξιακό μοντέλο δεν απαιτεί νέες θυσίες για τους εργαζόμενους. Στον προϋπολογισμό γράφει πως η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της και πως η μάχη της ανταγωνιστικότητας θα κερδηθεί αλλιώς.
Πρώτα και κύρια, η ίδια η παραπάνω διατύπωση αποκαλύπτει πως πρόκειται για αναγκαστική επιλογή, καθώς η δυνατότητα περαιτέρω συμπίεσης μισθών για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού έχει εξαντληθεί.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ουσιαστικά καλεί τις εργατικές λαϊκές δυνάμεις να αποδεχτούν πως δε θα έχουν –ή πως θα έχουν περιορισμένες– περαιτέρω απώλειες. Καλεί δηλαδή τους εργαζόμενους να αποδεχτούν τις τεράστιες απώλειες που είχαν μέχρι σήμερα. Αντίθετα απ’ τις προτάσεις υποταγής του ΣΥΡΙΖΑ, ο λαός πρέπει να κρίνει κάθε νέα αστική αναπτυξιακή πολιτική με κριτήριο την ανάκτηση των μεγάλων απωλειών του και κυρίως την απαίτηση ικανοποίησης των αναγκών του, που θυσιάζονται συνεχώς στο βωμό του καπιταλιστικού κέρδους. Και με το κριτήριο αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ απλά έρχεται να παγιώσει την αστική πολιτική και όχι να την βελτιώσει.
Ειδικότερα, ο ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζεται ότι η δική του αναπτυξιακή πρόταση της «παραγωγικής ανασυγκρότησης» εξασφαλίζει τη δίκαιη ανάπτυξη, αφού η κυβερνητική πολιτική αξιοποιεί το ανθρώπινο δυναμικό, προωθεί την εξωστρέφεια και την καινοτομία, τις μεγάλες «τεχνολογικές τομές στον παραγωγικό ιστό της χώρας». Πρόκειται για άξονες που αναφέρονται σε κάθε κυβερνητική αναπτυξιακή πρόταση την τελευταία 20ετία. Κάθε αστική πολιτική σε συνθήκες ανάκαμψης που στοχεύει στην αύξηση των κερδών του μονοπωλιακού κεφαλαίου υποβοηθά την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζόμενων.
Πίσω απ’ τη ρητορική για την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού κρύβεται η ατελείωτη αλυσίδα μέτρων που οδηγούν σε φθηνή εργατική δύναμη.
Πίσω απ’ τις διακηρύξεις για αποτελεσματικό κράτος κρύβεται η μεγαλύτερη φοροαφαίμαξη του λαού και οι περικοπές δαπανών κοινωνικής πολιτικής, προκειμένου να αυξηθεί η κρατική ενίσχυση των εγχώριων ομίλων και να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των δανειστών.
Η αξιοποίηση της καινοτομίας για την αύξηση της παραγωγικότητας δε χρησιμοποιείται στον καπιταλισμό για να βελτιωθεί η θέση των εργαζομένων, αλλά για να αυξηθούν τα κέρδη του κεφαλαίου. Στις ΗΠΑ, που αποτελούν διεθνές πρότυπο στον τομέα της καινοτομίας, μεταξύ του 1973 και του 2013 η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 73%, ενώ το κατώτατο ημερομίσθιο μόλις κατά 9%. Γενικά, η αύξηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας προέρχεται απ’ την αύξηση της ψαλίδας ανάμεσα στο επίπεδο παραγωγικότητας και το μισθό.
Η επιμονή στην εξωστρέφεια αποτελεί έμμεση κυβερνητική ομολογία ότι η σκληρή λιτότητα θα μείνει πολλά χρόνια στην εγχώρια αγορά, η οποία έτσι κι αλλιώς είναι σχετικά μικρή. Γι’ αυτό και η αύξηση των πωλήσεων πρέπει να αναζητηθεί στο εξωτερικό. Έτσι, ο προσανατολισμός της εγχώριας παραγωγής με γνώμονα το κέρδος μετατοπίζεται και απομακρύνεται ακόμα περισσότερο απ’ την κατεύθυνση κάλυψης εγχώριων βασικών αναγκών. Εξάλλου, η τόνωση των εξαγωγών εμφανίζεται ως «απάντηση» στην κρίση σχεδόν σ’ ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο. Στην ουσία, η καταφυγή μεγάλου μέρους της καπιταλιστικής παραγωγής στις εξαγωγές ως απάντηση στην κρίση αντανακλά απ’ τη μια τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει η αστική διαχείριση διεθνώς και, απ’ την άλλη, την όξυνση των αντιθέσεων των ιμπεριαλιστικών κέντρων για μοίρασμα αγορών και γενικότερα οικονομικού εδάφους.
Γενικότερα, η πλούσια διεθνής και ελληνική πείρα επιβεβαίωσε ότι καμιά αστική κυβέρνηση δεν μπορεί να εξανθρωπίσει τον καπιταλισμό. Καθώς σαπίζει ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, θα γίνεται όλο και πιο βάρβαρος, όλο και πιο αντιδραστικός. Η καπιταλιστική ανάπτυξη είναι δεμένη με την εξαθλίωση των εργαζόμενων, σχετική ή και απόλυτη.
ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ
Δημοσιονομική Πολιτική
Η κυβέρνηση με συνέπεια εφαρμόζει τους στόχους που προβλέπονται στα Μνημόνια για τη δημοσιονομική εξυγίανση στο πλαίσιο των γενικότερων στρατηγικών επιλογών της Ευρωζώνης για την ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας, όπως αυτή καθορίζεται στο πλαίσιο της ενιαίας οικονομικής διακυβέρνησης και του αναθεωρημένου Συμφώνου Σταθερότητας της ΕΕ και εξειδικεύεται για την Ελλάδα στο 3ο Μνημόνιο.
Η δημοσιονομική εξυγίανση αποτελεί άλλωστε και επιλογή της αστικής τάξης της χώρας. Η επίτευξη δημοσιονομικών πλεονασμάτων εγγυάται τη δυνατότητα του αστικού κράτους να χρηματοδοτεί την καπιταλιστική ανάπτυξη, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και ανάγκη για τη διασφάλιση της στρατηγικής επιλογής της συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΕ και την Ευρωζώνη. Συγχρόνως, στις παρούσες συνθήκες, αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσβαση του αστικού κράτους σε πηγές φθηνότερης χρηματοδότησης.
Προχώρησε στη συγκρότηση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου που θα επιβλέπει την εκτέλεση του προϋπολογισμού και θα παρεμβαίνει σε περίπτωση αποκλίσεων από τους στόχους, ενώ θεσμοθέτησε τον αυτόματο δημοσιονομικό «κόφτη» για την αυτόματη διόρθωση των αποκλίσεων.
Με βάση τις αποφάσεις για τον «κόφτη», οι μισθοί και συντάξεις θα πληρώσουν το 60% του βάρους της διόρθωσης μιας δημοσιονομικής απόκλισης που θα ενεργοποιήσει τον «κόφτη».
Φορολογική Πολιτική
Στη φορολογική πολιτική είχαμε παρεμβάσεις τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση φορολογία. Στην άμεση φορολογία άλλαξαν οι συντελεστές φορολόγησης των εισοδημάτων των φυσικών προσώπων. Οι νέες κλίμακες, σε συνδυασμό με τη μείωση του έμμεσου αφορολόγητου από τα 9.550 ευρώ στα 8.636 ευρώ για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, μέσω της επιστροφής φόρου από 2.100 ευρώ στα 1.900 ευρώ δηλαδή, οδηγούν σε μια επιβάρυνση στα χαμηλότερα εισοδήματα, ενώ, αντίθετα, μειώθηκε η φορολογική επιβάρυνση για τα εισοδήματα από 25.000 ευρώ έως 30.000 ευρώ. Τα 2.100 ευρώ έκπτωση φόρου διατηρούνται για μια οικογένεια με τρία ή περισσότερα τέκνα και μετά σταδιακά μειώνονται έως τα 1.900, ανάλογα με το μικρότερο αριθμό των τέκνων.
Στην κλίμακα εισοδήματος για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους εντάσσονται πλέον και τα εισοδήματα από αγροτικές εκμεταλλεύσεις, αλλά και των ελεύθερων επαγγελματιών. Μόνο που για τους ελεύθερους επαγγελματίες δεν ισχύει κανένα είδος αφορολόγητου, με επιστροφή φόρου, το οποίο όμως ισχύει για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες. Πλέον στους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες περιλαμβάνονται αυτοί που τουλάχιστον το 50% του εισοδήματός τους προέρχεται από αγροτική εκμετάλλευση, από 30% που ήταν πριν, βγάζοντας έξω μερικές δεκάδες χιλιάδες αγροτικά νοικοκυριά.
Για τους ελεύθερους επαγγελματίες καταργούνται οι δύο κλίμακες, 26% για εισοδήματα έως 50.000 ευρώ και 33% για τα μεγαλύτερα εισοδήματα, κι εντάσσονται στην κλίμακα των μισθωτών. Το αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής οδηγεί σε μείωση της φορολογίας για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ, ενώ και γι’ αυτά τα εισοδήματα η προκαταβολή για το επόμενο έτος ανέρχεται στο 100%.
Οι όποιες μειώσεις της φορολόγησης των εισοδημάτων των αγροτών και των ελεύθερων επαγγελματιών εξανεμίζονται από τις δραστικές αυξήσεις στις ασφαλιστικές εισφορές που επιβλήθηκαν με το νέο ασφαλιστικό νόμο.
Τεράστιες είναι οι επιβαρύνσεις που προκύπτουν απ’ τις αυξήσεις στους έμμεσους φόρους. Σύμφωνα με τους κυβερνητικούς υπολογισμούς, οι αλλαγές στη φορολογία πρόκειται να οδηγήσουν σε νέα αύξηση των φορολογικών εσόδων, το ύψος των οποίων θα ξεπερνά τα 3 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση.
Οι διακηρύξεις της κυβέρνησης περί δίκαιης αναδιανομής των φορολογικών βαρών αναδεικνύονται ένα κενό πουκάμισο, μια και η όποια μικρή ελάφρυνση σε κάποιες κατηγορίες εξανεμίζεται από την αύξηση της έμμεσης φορολογίας και των ασφαλιστικών εισφορών.
Η αύξηση των φορολογικών συντελεστών των νομικών προσώπων δεν αντιστρέφει τη σκανδαλώδη φορολογική μεταχείριση που απολαμβάνουν οι μονοπωλιακοί όμιλοι και θα στραφεί σε βάρος των μικρών επιχειρήσεων. Η σκανδαλώδης φορολογική μεταχείριση αφήνει ανέπαφα τα ειδικά φορολογικά καθεστώτα ασυλίας που απολαμβάνουν ορισμένοι κλάδοι του κεφαλαίου, όπως, π.χ., το εφοπλιστικό κεφάλαιο.
Ασφαλιστικό
Η αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης, που προωθήθηκε για την τυπική ψήφισή της τον περασμένο Μάη, αποτελεί σίγουρα μνημείο αντιλαϊκότητας και ταυτόχρονα μια απ’ τις σημαντικότερες, μέχρι σήμερα, αποδείξεις του πραγματικού χαρακτήρα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Το κυβερνητικό σχέδιο αποδέχεται και μονιμοποιεί όλους τους προηγούμενους αντιασφαλιστικούς νόμους. Συγχρόνως, ο νέος νόμος προωθεί αποφασιστικά την ανταποδοτικότητα στην Κοινωνική Ασφάλιση και ουσιαστικά καταργεί τον κοινωνικό χαρακτήρα της, αποδεικνύοντας τη σημασία της «κυβέρνησης της Αριστεράς» για να κάνει τη «βρόμικη δουλειά» που θα δυσκολευόταν να κάνει ένα άλλο αστικό κόμμα.
Με όχημα τη «βιωσιμότητα» του Ασφαλιστικού, το αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο οδηγεί σε δραστική περικοπή των συντάξεων, μειώνοντας τη σημερινή κατώτερη σύνταξη στα 345 ευρώ απ’ τα σημερινά 486 ευρώ, δηλαδή μείωση της τάξης του 15% περίπου. Συγχρόνως, αλλάζοντας τους συντελεστές αναπλήρωσης, μειώνεται σημαντικά το σύνολο των συντάξεων.
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση προχώρησε σε δραστική περικοπή των υφιστάμενων επικουρικών συντάξεων, ενώ με το νέο τρόπο υπολογισμού των συντάξεων καθόρισε νέες, μειωμένες κύριες συντάξεις, αναστέλλοντας την εφαρμογή τους για μια διετία, με τη λεγόμενη προσωπική διαφορά.
Οι μειώσεις αυτές είναι ένας ακόμα γύρος μειώσεων και περικοπών των συντάξεων, αλλά όχι ο τελευταίος. Ήδη, ο προϋπολογισμός του 2017 προβλέπει νέα, σημαντική συστολή των κρατικών δαπανών για τις συντάξεις.
Παράλληλα, το νέο Ασφαλιστικό προβλέπει εκτόξευση των ασφαλιστικών εισφορών για ορισμένες κατηγορίες εργαζόμενων. Μέσα σ’ αυτές είναι οι εργαζόμενοι με Δελτία Παροχής Υπηρεσιών, «μπλοκάκια», όπως και οι ουσιαστικά αυτοαπασχολούμενοι. Το νέο Ασφαλιστικό συνδέει το ύψος του εισοδήματος με τις ασφαλιστικές εισφορές, οδηγώντας σε συνολικές επιβαρύνσεις (αν συνδυαστούν με τη φορολόγηση) που φτάνει το 50-60% του συνολικού εισοδήματος γι’ αυτές τις κατηγορίες.
Ειδική στόχευση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι η αξιοποίηση του Ασφαλιστικού ως εργαλείου προώθησης της επιτάχυνσης της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης. Πιο συγκεκριμένα, η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών γίνεται αδύνατη για μεγάλα στρώματα αυτοαπασχολούμενων που εξωθούνται στην προλεταριοποίηση. Με τον τρόπο αυτό, το μεγάλο κεφάλαιο απ’ τη μία βρίσκει έδαφος για νέες επενδύσεις, στα τμήματα της αγοράς που μέχρι πρότινος κάλυπταν οι αυτοαπασχολούμενοι, απ’ την άλλη αξιοποιεί τα προλεταριοποιημένα στρώματα ως εργατικό δυναμικό για τις επενδύσεις αυτές.
Η προώθηση της αντιασφαλιστικής μεταρρύθμισης αποδεικνύει την πλήρη ευθυγράμμιση της κυβέρνησης με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Η κυβέρνηση, που προεκλογικά υποσχόταν επαναφορά των συντάξεων, προχώρησε σε μια αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση ευρείας κλίμακας και βάθους, την οποία θα δυσκολευόταν να προωθήσει ένα άλλο κόμμα.
Για τη λεγόμενη πάταξη της φοροδιαφυγής
Η υπόθεση της πάταξης της φοροδιαφυγής και η περιβόητη «διεύρυνση της φορολογικής βάσης» γι’ ακόμα μία φορά αναδεικνύεται ως το κυνήγι των μαγισσών, στοχεύοντας τη μικρή φοροδιαφυγή αυτοαπασχολούμενων και αφήνοντας άθικτο το πλαίσιο λειτουργίας, δράσης και κίνησης του κεφαλαίου, όπως αυτό καθορίζεται από τις συνθήκες της ΕΕ, αλλά και από τη διεθνοποίηση της οικονομίας, σε μια περίοδο μάλιστα που οξύνονται και στον τομέα της φορολογίας οι ανταγωνισμοί και οι αντιθέσεις ανάμεσα στα διάφορα ιμπεριαλιστικά κέντρα, ιδιαίτερα ΗΠΑ-ΕΕ ( π.χ. για την Apple).
Ειδικότερα, η στροφή που γίνεται προς το λεγόμενο πλαστικό χρήμα έχει αυτόν το στόχο. Το πλαστικό χρήμα επιτρέπει την ακριβή καταγραφή των συναλλαγών που έχουν και οι αυτοαπασχολούμενοι και στοχεύει στη δραστική περικοπή των δυνατοτήτων φοροαποφυγής που διαθέτουν. Όμως, ως ένα βαθμό, η φοροδιαφυγή των αυτοαπασχολούμενων αποτέλεσε ιστορικά μέθοδο στην οποία κατέφευγαν προκειμένου να μπορούν να ανταγωνιστούν τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις που έχουν πολλές δυνατότητες νόμιμης φοροαποφυγής. Η πίεση για εξάλειψη της φοροδιαφυγής ουσιαστικά αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού σε βάρος τους. Επιπλέον, συνυπολογίζοντας τις τεράστιες αυξήσεις των ασφαλιστικών εισφορών των αυτοαπασχολούμενων και την πρόσδεσή τους στο εισόδημα, ουσιαστικά η κυβερνητική πολιτική σαρώνει ευρύτατα τμήματα των αυτοαπασχολούμενων. Επιταχύνει δραστικά, με διοικητικά μέτρα, τη διαδικασία συγκέντρωσης της παραγωγής και εμπορίας.
Πρέπει σε κάθε περίπτωση να επιμείνουμε στον ταξικό χαρακτήρα της φορολογίας του αστικού κράτους, στο γεγονός πως πρόκειται για έναν ακόμα μηχανισμό αναδιανομής της παραγωγής υπέρ των ομίλων, πως τελικά η φορολογική πολιτική του αστικού κράτους είναι ταξικά άδικη.
Απελευθέρωση - Ιδιωτικοποιήσεις
Η κυβέρνηση, παρά τις όποιες παλινωδίες και αντιφάσεις, συνεχίζει την πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων και στους τομείς της απελευθέρωσης των αγορών και των ιδιωτικοποιήσεων.
Στον τομέα της ενέργειας προχώρησε στον πλήρη διαχωρισμό της ΔΕΗ από τον ΑΔΜΗΕ, ενώ με το πολυνομοσχέδιο του Σεπτέμβρη προώθησε το νομοθετικό πλαίσιο για τις δημοπρασίες των ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας (ΝΟΜΕ). Ο διαχωρισμός του ΑΔΜΗΕ ως κρατικού φορέα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας απ’ τη ΔΕΗ αποτελεί κοινοτική κατεύθυνση και απαίτηση των υπόλοιπων ιδιωτικών ομίλων στο συγκεκριμένο κλάδο, για να διασφαλιστούν σχετικά ισότιμοι όροι στον ανταγωνισμό.
Προχώρησε στην εισαγωγή ενός νέου πλαισίου στήριξης των επενδύσεων ΑΠΕ και συμπαραγωγής, το οποίο εντάσσεται και υλοποιεί το ευρωενωσιακό πλαίσιο απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και γενικότερα στοχεύει στην υλοποίηση των στόχων που έχουν τεθεί απ’ τη Στρατηγική ΕΕ 2020 (20% ΑΠΕ). Κεντρικό στοιχείο του είναι τα σταθερά ποσά ενίσχυσης των μονάδων αυτού του τύπου για συγκριμένο χρονικό διάστημα, ανεξάρτητα απ’ τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς, δηλαδή η παροχή διασφαλισμένων κερδών για τους ομίλους.
Επίσης ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την ευρωπαϊκή οδηγία για τον ενιαίο σιδηροδρομικό χώρο, διευκολύνοντας την πορεία ιδιωτικοποιήσεων των σιδηροδρόμων.
Δημιούργησε το νέο ταμείο με την επωνυμία «Ελληνική Εταιρία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ», που περιλαμβάνει την Εταιρία Δημόσιων Συμμετοχών (ΕΔΗΣ) με δεκάδες κρατικές επιχειρήσεις, το ΤΑΙΠΕΔ, το ΤΧΣ, όπου ανήκουν οι τραπεζικές μετοχές, την Εταιρία Ακινήτων του Δημοσίου, στην οποία ανήκουν αδόμητες εκτάσεις-φιλέτα του κράτους. Το υπερταμείο, για τα επόμενα 99 χρόνια, θα «αξιοποιεί» με «τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας» τα περιουσιακά στοιχεία του, με στόχους την «υλοποίηση της αναπτυξιακής πολιτικής της χώρας» και την «απομείωση του χρέους».
Στόχος του ταμείου είναι η παραπέρα προώθηση της απελευθέρωσης και η πλήρης ευθυγράμμιση της λειτουργίας των κρατικών επιχειρήσεων με σκοπό τη μεγαλύτερη κερδοφορία, χωρίς να αποκλείει και μια άμεση ιδιωτικοποίησή τους.
Γι’ αυτό και η ομπρέλα των συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων που προωθούνται μέσα απ’ το ταμείο ουσιαστικά προωθείται διαχρονικά, σ’ ολόκληρη την ΕΕ. Ο στρατηγικός χαρακτήρας των αλλαγών αυτών εξηγεί και την ανάγκη του κεφαλαίου να θωρακίσει τη διοίκηση του υπερταμείου, μέσα και απ’ τον καθοριστικό ρόλο της ΕΕ στην επιλογή των στελεχών της, ώστε να αποφύγει κυβερνητικούς ελιγμούς σε κρίσιμα ζητήματα.
Το νέο υπερταμείο αποτελεί κεντρικό άξονα της αστικής πολιτικής για την καπιταλιστική ανάκαμψη του επόμενου διαστήματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ προωθεί αυτήν την αστική στρατηγική της «απελευθέρωσης» τομέων της οικονομίας με διαφορετικούς τρόπους, που θυμίζουν τους ελιγμούς του ΠΑΣΟΚ παλιότερα. Χαρακτηριστική μέθοδος του ΣΥΡΙΖΑ είναι η διατήρηση της ιδιοκτησίας στο κράτος και η παραχώρηση της χρήσης κερδοφόρων τμημάτων τους στο μεγάλο κεφάλαιο. Σημειώνουμε πως η μέθοδος αυτή μπορεί να είναι αποτελεσματικότερη μέθοδος απ’ τη σκοπιά της καπιταλιστικής κερδοφορίας, αφού ο επενδυτής χρειάζεται να επενδύσει μικρότερα κεφάλαια.
Ανακεφαλαιοποίηση Τραπεζών
Η παρατεταμένη καπιταλιστική κρίση, η μεγάλη εκροή καταθέσεων που ξεκίνησε το 2009, ανακόπηκε ελαφρά το 2014 και κλιμακώθηκε το πρώτο εξάμηνο του 2015, φτάνοντας συνολικά τα 105 δισ. ευρώ. Η επιβολή των capital controls και η αύξηση των κόκκινων δανείων επιδείνωσαν την κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών και οδήγησαν στην τρίτη ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
Η κυβέρνηση επέλεξε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών να προέλθει από ιδιωτικά κεφάλαια και, εφόσον χρειαστεί, να συμμετέχει σ’ αυτήν και το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, με το μεγαλύτερο μέρος της συμμετοχής σε μετατρέψιμα ομόλογα (CoCos) και το υπόλοιπο σε κοινές ονομαστικές μετοχές.
Τελικά το ΤΧΣ εισέφερε για την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών 2.706 εκ. ευρώ για την ΕΤΕ και 2.720 εκ. ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς. Η Eurobank και η Alpha κάλυψαν τις κεφαλαιακές τους ανάγκες αποκλειστικά με ιδιωτικά κεφάλαια.
Στις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου συμμετείχαν διάφορα funds, όπως του Paulson στην Τράπεζα Πειραιώς, αλλά και η EBRD, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης. Μετά από την ανακεφαλαιοποίηση περιορίστηκε η συμμετοχή του ΤΧΣ στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών, στην Eurobank στο 2,7% από 35% που ήταν πριν την αύξηση, στην Alpha Bank στο 11% από 66%, στην Πειραιώς στο 26% από 66,9% και στην ΕΤΕ στο 35% από 57,2%.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι μετά και από την τρίτη ανακεφαλαιοποίηση ουσιαστικά εξανεμίστηκαν τα 39 δισ. ευρώ των πρώτων ανακεφαλαιοποιήσεων, τα οποία όμως παραμένουν και επιβαρύνουν το κρατικό χρέος.
Η ανακεφαλαιοποίηση συμπεριέλαβε επίσης την Τράπεζα Αττικής, αλλά και τις συνεταιριστικές τράπεζες, χωρίς τη συμμετοχή του ΤΧΣ και με την προϋπόθεση εισόδου στρατηγικού επενδυτή.
Παράλληλα, η κυβέρνηση προχώρησε σε μια σειρά τροποποιήσεις του ιδρυτικού νόμου του ΤΧΣ, τροποποιήσεις που απορρέουν από το τρίτο Μνημόνιο, βάσει των οποίων διευρύνονται οι αρμοδιότητες του ΤΧΣ.
Διαχείριση Κόκκινων Δανείων
Η κυβέρνηση προχώρησε στη σταδιακή απελευθέρωση των πλειστηριασμών για την πρώτη κατοικία. Τροποποίησε προς το χειρότερο ακόμα και αυτές τις ανεπαρκείς προϋποθέσεις που καθόριζε ο νόμος Κατσέλη, ενώ η όποια προστασία διαρκεί μέχρι το 2018. Για τη διαχείριση των κόκκινων δανείων προχώρησε στη δημιουργία δύο νέων μορφών εταιριών:
• Την Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (ΕΔΑΜΕΔ), η οποία μπορεί να διαχειρίζεται κόκκινα δάνεια με στόχο τη μετατροπή τους σε εξυπηρετούμενα.
• Την Εταιρεία Μεταβίβασης Απαιτήσεων από μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (ΕΜΑΜΕΔ), στην οποία μπορούν να πωλούνται κόκκινα δάνεια.
Υπεύθυνη για την αδειοδότηση και την εποπτεία αυτών των εταιριών είναι η Τράπεζα της Ελλάδος. Άδεια μπορούν να πάρουν και ανώνυμες εταιρίες που εδρεύουν σε κράτος-μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) και με την προϋπόθεση ότι έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος.
Σε αυτές τις εταιρίες μπορούν να μεταβιβάζονται για διαχείριση ή πώληση όλες οι κατηγορίες κόκκινων δανείων, ακόμα και αυτών που είναι με την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου. Επίσης μπορούν να μεταβιβαστούν και εξυπηρετούμενα δάνεια. Τέλος, μπορούν να μεταβιβαστούν μόνο για διαχείριση ακόμα και αυτά τα δάνεια που προστατεύονται από τον τροποποιημένο νόμο Κατσέλη, χωρίς όμως να μπορούν να πουληθούν μέχρι την 31η Φλεβάρη 2018, οπότε και λήγει η όποια προστασία.
Είναι σαφές πως πρόκειται για επιτάχυνση μιας διαδικασίας ελεγχόμενης απαξίωσης υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου στον τομέα των κατασκευών. Τελικό αποτέλεσμα των κυβερνητικών μέτρων θα είναι η δραστική επιτάχυνση της συγκέντρωσης γης και κατοικίας στο μεγάλο κεφάλαιο.
Αναπτυξιακός Νόμος
Με τον αναπτυξιακό νόμο που έφερε η κυβέρνηση, προχωρά στις αναγκαίες προσαρμογές για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος το οποίο θα διευκολύνει την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων με την αναγκαία και απαραίτητη κρατική στήριξη. Προσαρμογή που καθορίζουν τόσο η παρατεταμένη καπιταλιστική κρίση όσο και οι δημοσιονομικές δυσχέρειες για την άμεση κρατική χρηματοδότηση.
Ο νέος αναπτυξιακός νόμος παίρνει υπόψη του και ενσωματώνει τους σχεδιασμούς της αστικής τάξης για την ανάγκη ανάκαμψης της καπιταλιστικής οικονομίας και τη δημιουργία ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου, δίνοντας βάρος στην εξωστρέφεια και την καινοτομία, χωρίς ν’ αποφεύγει και την εκδήλωση επιμέρους αντιθέσεων, όπως, για παράδειγμα, την κριτική των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων. Αναπτυξιακός νόμος που θα λειτουργήσει συμπληρωματικά προς το νέο ΕΣΠΑ, αλλά και στο πακέτο Γιούνκερ.
Με το νόμο αυτό, η κυβέρνηση, και εξαιτίας της χρηματοδοτικής στενότητας, δίνει βάρος στις φοροαπαλλαγές, χωρίς βέβαια να καταργεί τις επιχορηγήσεις. Στόχος της κυβέρνησης το 45% των ενισχύσεων να αφορά τις φοροαπαλλαγές, ενώ μέχρι τώρα το 95% των ενισχύσεων ήταν επιχορηγήσεις.
Για τη διευκόλυνση των επενδύσεων προχωράει στην κατάργηση της ίδιας συμμετοχής. Δημιουργεί οκτώ καθεστώτα ενίσχυσης.
Από τη μία μεριά προσπαθεί ν’ αντιμετωπίσει τη μεγάλη συγκέντρωση των ενισχύσεων σε λίγα επενδυτικά σχέδια, βάζοντας πλαφόν 5 εκ. € ανά επενδυτικό σχέδιο και 20 εκ. € ανά επιχειρηματικό όμιλο, από την άλλη ενισχύει τις συγχωνεύσεις ΜΜΕ, τις επιχειρηματικές συστάδες (clusters) και τα ολοκληρωμένα χωρικά σχέδια, επιδιώκοντας τη μεγέθυνση της κεφαλαιοποίησης. Σ’ αυτόν το νόμο μπορούν να ενταχτούν συνεταιρισμοί, οι οποίοι λειτουργούν πλέον ως ΑΕ, καθώς και οι ΚΟΙΝΣΕΠ.
Προχωράει στην απλοποίηση των διεκδικήσεων, αλλά και στην επιτάχυνση της αξιολόγησης των επενδυτικών σχεδίων. Η λογική της εξωστρέφειας οδηγεί στο ν’ αναπτυχθούν αυτοί οι κλάδοι στους οποίους υπάρχει συγκριτικό πλεονέκτημα για την ισχυροποίηση της ανταγωνιστικότητας και θωράκισης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, ενώ οι υπόλοιποι κλάδοι θα οδηγηθούν στη στασιμότητα είτε στη συρρίκνωση, επιβεβαιώνοντας την καταστροφή παραγωγικών δυνατοτήτων ακόμα και στις συνθήκες ανάκαμψης της καπιταλιστικής οικονομίας, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη όξυνση της ανισομετρίας ανάμεσα στους κλάδους της οικονομίας.
Η στήριξη της καινοτομίας οδηγεί στην ακόμα μεγαλύτερη πρόσφυση της έρευνας στις ανάγκες των επιχειρηματικών ομίλων, με επιπτώσεις στις προτεραιότητες, το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό της έρευνας, δηλαδή θα αναπτυχθούν εκείνοι οι τομείς της έρευνας που μπορούν να συνδεθούν άμεσα με τις ανάγκες των επιχειρήσεων και τα αποτελέσματά τους θα αξιοποιηθούν για τη στήριξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας.
Άλλωστε ένα σημαντικό κομμάτι των νεοφυών επιχειρήσεων (start ups) αποτελούν παραρτήματα, κάνουν δηλαδή συμπληρωματική δουλειά (φασόν) για τις πολυεθνικές και βεβαίως δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν διέξοδο για την απασχόληση των νέων επιστημόνων.
ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Το πακέτο των εργασιακών
Αναμφίβολα, το πακέτο των εργασιακών μέτρων είναι το «βαρύ πυροβολικό» του επόμενου διαστήματος. Για την προώθησή του θα αξιοποιηθεί η γνωστή «ανάγκη να κλείσει η αξιολόγηση». Η κυβέρνηση έχει προχωρήσει στη συγκρότηση μιας επιτροπής ειδικών για το θέμα των εργασιακών, το πόρισμα της οποίας δημοσιεύτηκε στα τέλη Σεπτέμβρη. Στη συνέχεια, το πόρισμα θα «σχολιαστεί» απ’ το Διεθνές Γραφείο Εργασίας. Το πόρισμα εστιάζει στην ανάγκη περεταίρω μείωσης του μισθού των νεο-προσλαμβανόμενων και του κατώτατου μισθού, για αλλαγές στο πλαίσιο των ομαδικών απολύσεων, ενώ θέτει εν αμφιβόλω τις μισθολογικές ωριμάνσεις, αφού μιλά για ανάγκη συμφωνίας εργαζόμενων και εργοδοτών.
Απ’ την άλλη, οι «δανειστές» έχουν αποστείλει ένα έγγραφο 21 σελίδων με τις θέσεις τους για τα εργασιακά στην ελληνική κυβέρνηση. Μέσα στις θέσεις των δανειστών περιλαμβάνεται η κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού, σαρωτικές αλλαγές στο συνδικαλιστικό νόμο που αφορούν τη προστασία των συνδικαλιστών, τις απεργίες, τη λειτουργία σωματείων, την απελευθέρωση ομαδικών απολύσεων, το lock out, αλλά και αλλαγές στον κατώτατο μισθό.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προβάλλει τις αντιδραστικές απαιτήσεις του ΔΝΤ και στη συνέχεια εμφανίζει τα νέα μέτρα που αποδέχεται να προωθήσει ως το «μικρότερο κακό», ως αναγκαίο, επώδυνο συμβιβασμό.
Σημειώνεται πως, όπως άλλωστε είναι απολύτως αναμενόμενο, το πακέτο των εργασιακών έχει την ανοιχτή στήριξη του ΣΕΒ, που έχει ήδη τοποθετηθεί ανοιχτά υπέρ της ανάγκης αναθεώρησης της εργασιακής και συνδικαλιστικής νομοθεσίας.
Η αλλαγή της εργατικής και συνδικαλιστικής νομοθεσίας αποτελεί, παρά τις κυβερνητικές διακηρύξεις για τις «βέλτιστες πρακτικές της ΕΕ», κλιμάκωση της επίθεσης στους εργαζόμενους. Στην πραγματικότητα, κυβέρνηση και άρχουσα τάξη έχουν βάλει στο στόχαστρο το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα και επιχειρούν με τις προωθούμενες αλλαγές στη συνδικαλιστική νομοθεσία (κήρυξη απεργίας, δικαιώματα συνδικαλιστών) να ξηλώσουν προηγούμενες κατακτήσεις των εργαζόμενων, δυσκολεύοντας σημαντικά τη δράση των ταξικών συνδικάτων. Συγχρόνως, η απελευθέρωση των απολύσεων και οι περαιτέρω μειώσεις στους μισθούς συνιστούν νέα αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζόμενων.
Προώθηση των αναδιαρθρώσεων
Σημαντική πλευρά της κρατικής πολιτικής το επόμενο διάστημα είναι η προώθηση μιας σειράς μεταρρυθμίσεων που προβάλλονται ως ουδέτερες, αλλά έχουν αντιλαϊκό περιεχόμενο.
Η προώθηση της πολιτικής της απελευθέρωσης, όπως προβλέπεται απ’ την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ, σε μια σειρά κλάδους, είναι χαρακτηριστική πλευρά. Ξεχωρίζει η απελευθέρωση του επαγγέλματος των μηχανικών, που θα αποτελέσει πρόσθετο χτύπημα προς την προλεταριοποίηση εκτεταμένων στρωμάτων αυτοαπασχολούμενων. Ήδη στον κλάδο των κατασκευών προωθούνται αντιδραστικές αλλαγές με το νομοσχέδιο για τις ιδιωτικές και δημόσιες κατασκευές, που αποτελεί αποφασιστικό βήμα για την προώθηση της απελευθέρωσης. Άλλες αλλαγές που σχεδιάζονται, όπως η ηλεκτρονική ταυτότητα κτηρίων και η νέα νομοθεσία για τα ενεργειακά κτήρια, οδηγούν σε ταχεία απαξίωση της κτηριακής ιδιοκτησίας των λαϊκών στρωμάτων, ώστε να αποτελέσει εύφορο πεδίο τοποθέτησης κεφαλαίων για τους ομίλους.
Γενικότερα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προετοιμάζει το έδαφος με αλλαγές σε όλους τους τομείς, από την ενέργεια μέχρι την έρευνα, ώστε να διασφαλίσει ικανοποιητικούς όρους κερδοφορίας για τα μονοπώλια, στη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ 2017
Οι στοχεύσεις του προϋπολογισμού
Το προσχέδιο του προϋπολογισμού αναφέρει πως οι βασικοί άξονες πολιτικής που απαιτούνται για την υλοποίηση των αναπτυξιακών στόχων είναι:
α) Η αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων.
β) Η υλοποίηση «δομικών μεταρρυθμίσεων» με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, επιμένοντας όμως πως πρέπει να γίνει με τρόπους «πέραν της εσωτερικής υποτίμησης».
γ) Η αξιοποίηση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
δ) Μια νέα συμφωνία για το χρέος,
ε) τη σταθεροποίηση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων και
στ) την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Ουσιαστικά, το προσχέδιο είναι ένα ακόμα εργαλείο υλοποίησης των γενικών στόχων της αστικής πολιτικής.
Η διαχείριση των κόκκινων δανείων, με αφορμή την ανάγκη ισχυροποίησης των τραπεζών, ουσιαστικά μεταφράζεται σε προώθηση των πλειστηριασμών κατοικίας, αλλά και σε επιτάχυνση της αλλαγής ιδιοκτησίας σε επιχειρήσεις, είτε μέσα από αγοραπωλησίες πακέτων είτε μέσα από διάλυσή τους.
Οι περιβόητες δομικές μεταρρυθμίσεις έχουν ως μεγάλο χαμένο τα εργατικά και λαϊκά στρώματα. Πρώτα-πρώτα, η επιμονή στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας φανερώνει τον ξεκάθαρα αστικό χαρακτήρα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Συγχρόνως, μια σειρά μεταρρυθμίσεις που δεν επιδρούν άμεσα στο μισθό εργασίας και εμφανίζονται με ένα περισσότερο «ουδέτερο» πρόσημο στην πραγματικότητα έχουν άμεση αρνητική επίδραση στη ζωή ευρύτερων στρωμάτων εργαζόμενων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, που θα γίνουν με πρόσχημα τον εκσυγχρονισμό της και θα οδηγήσουν σε νέα και γενικευμένη επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων.
Η σταθεροποίηση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων μεταφράζεται σε επιμονή στην πολιτική υψηλών πλεονασμάτων, δηλαδή σε μια πολιτική παγίωσης των δημοσιονομικών δαπανών που αφορούσαν κοινωνικές υπηρεσίες, όπως έγινε τα τελευταία χρόνια.
Τα βασικά μεγέθη του Κρατικού Προϋπολογισμού
Στο προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2017 προβλέπεται ότι το σύνολο των εσόδων του θα ανέλθουν στα 52,4 δισ. ευρώ έναντι 52,5 δισ. ευρώ που εκτιμάται ότι θα φτάσουν το 2016. Τα έσοδα των άμεσων φόρων θα ανέλθουν στα 20,4 δισ., παρουσιάζοντας αύξηση κατά 0,4 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2016 (αύξηση περίπου 2%), ενώ τα έσοδα από τους έμμεσους φόρους θα ανέλθουν στα 26,3 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 1,45 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2016 (αύξηση περίπου 6%). Επί της ουσίας η πιο άδικη και αντιλαϊκή πηγή φορολογίας παρουσιάζει τη μεγαλύτερη αύξηση εσόδων.
Οι δαπάνες του Κρατικού Προϋπολογισμού προβλέπεται να ανέλθουν στα 55,7 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 1,3 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2016 (2,3%). Το πρωτογενές πλεόνασμα8 της Γενικής Κυβέρνησης σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (3ο Μνημόνιο) προβλέπεται να ανέλθει στο 1,8% του ΑΕΠ έναντι στόχου 1,75% που προβλέπεται στη Σύμβαση, δηλαδή θα ανέλθει στα 3,3 δισ. ευρώ.
Ο προϋπολογισμός προβλέπει νέα μέτρα, που προβλέπεται να αποδώσουν περίπου 4 δισ. ευρώ. Το σύνολο των παρεμβάσεων που αφορούν τα εισοδήματα ανέρχεται στο 1,65 δισ. ευρώ. Το μέγεθος αυτής της παρέμβασης καταρρίπτει τον ισχυρισμό της κυβέρνησης ότι για την κοινωνική της πολιτική θα διαθέσει 871,8 εκ. ευρώ. Αυτό που επί της ουσίας πραγματοποιεί η κυβέρνηση είναι αναδιανομή της φτώχειας σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα, στο όνομα της προστασίας της ακραίας φτώχειας.
Συμπερασματικά, το προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2017 καταγράφει την κλιμάκωση της επίθεσης στα λαϊκά στρώματα με μέτρα που έρχονται να προστεθούν στα υπάρχοντα αντιλαϊκά μέτρα των προηγούμενων μνημονίων.
Η πορεία του Δημόσιου Χρέους
Το κρατικό χρέος εκτιμάται ότι θα ανέλθει στα 330 δισ. ευρώ το 2017, που αντιστοιχούν στο 181% του ΑΕΠ. Το κρατικό χρέος προβλέπεται ότι θα αυξηθεί κατά 3,5 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2016, αν και θα μειωθεί ως ποσοστό του ΑΕΠ (από 185,3%). Ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός προϋπολογίζεται ότι θα παραμείνει σταθερός, στα 26,9 δισ. ευρώ, και αναλύεται σε 14,9 δισ. που αφορούν την ανανέωση των έντοκων γραμμάτιων και τα 12 δισ. ευρώ repos που συνάπτει το Δημόσιο με κρατικούς φορείς, αξιοποιώντας τα ταμειακά διαθέσιμα, μια αξιοποίηση που ανέρχεται στο 75% των ταμειακών δανεισμών.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ
Για το επιχείρημα της ισότητας-ανακατονομή εισοδήματος
Ένα σημείο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή είναι η κυβερνητική προπαγάνδα περί «ισότητας» στη φορολογία και γενικότερα. Με το προσωπείο της «ισότητας» ο ΣΥΡΙΖΑ ουσιαστικά προχωράει σε μια αφαίμαξη των μη εξαθλιωμένων ακόμα λαϊκών στρωμάτων, αφήνοντας στο απυρόβλητο τα κέρδη και τα κεφάλαια των μεγάλων επιχειρήσεων.
Έτσι, για παράδειγμα, ως διεύρυνση της φορολογικής βάσης και φορολόγηση με βάση τις δυνατότητες νοείται κάθε φορά η φορολόγηση όσων τμημάτων των εργατικών λαϊκών στρωμάτων έχουν μεγαλύτερο εισόδημα απ’ το κάθε φορά εισόδημα εξαθλίωσης. Μέσα σ’ αυτά εντάσσεται η δρακόντεια φορολόγηση αυτοαπασχολούμενων, που τους εξωθεί ουσιαστικά στην προλεταριοποίηση, η μεγάλη φορολόγηση μέσω ΕΝΦΙΑ επενδύσεων λαϊκών στρωμάτων σε ακίνητα, αφού η φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας των ομίλων είναι περιορισμένη και η έμμεση φορολόγηση σε είδη που κατά την κυβέρνηση είναι «πολυτελείας».
Η συγκεκριμένη τακτική εφαρμόζεται από το ΣΥΡΙΖΑ απ’ τη φορολογία μέχρι την υγεία και την παιδεία και βρίσκει «ευήκοα ώτα» σε εργατικά λαϊκά στρώματα χωρίς μεγάλη κοινωνική πείρα και σε ορισμένα εξαθλιωμένα τμήματα του πληθυσμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ καλλιεργεί έναν κοινωνικό αυτοματισμό, τον οποίο στη συνέχεια αξιοποιεί απ’ την ανάποδη η ΝΔ, επίσης ψευδεπίγραφα, με τη λογική ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επιτίθεται στην αριστεία. Σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται αποκάλυψη και των δύο λαθροχειριών.
Για παράδειγμα, η ελάχιστη φορολόγηση των ΑΕ που συμβάλλουν λιγότερο από 5% στα κρατικά έσοδα, η προκλητική φορολογική ασυλία των εφοπλιστών, οι αναπτυξιακοί νόμοι με τις φοροελαφρύνσεις για τους μεγαλοβιομήχανους, η ελευθερία κίνησης κεφαλαίων της ΕΕ που επιτρέπει μετακίνηση τεράστιων κεφαλαίων εκτός Ελλάδας, οι τριγωνικές πωλήσεις των ομίλων που επιτρέπουν να καταγράφεται ελάχιστο τμήμα των εσόδων τους στην Ελλάδα, αποκαλύπτουν τον πραγματικό χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα του κεφαλαίου.
Η επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα
Άλλη πλευρά που αναδεικνύει την αντίφαση του ιδεολογήματος της ανάπτυξης είναι η απαιτούμενη διάρκειά της για την επίτευξη των επιπέδων προ κρίσης. Ακόμα και αν «παρακάμψουμε» το προηγούμενο, ουσιαστικότερο επιχείρημα αναφορικά με τους κερδισμένους και τους χαμένους απ’ την καπιταλιστική ανάπτυξη και εξετάσουμε την επίδραση της ανάπτυξης στο σύνολο της κοινωνίας, πολύ απλά η υπόσχεση για επιστροφή «στα παλιά» δε βγαίνει.
Καθώς το ΑΕΠ έχει μειωθεί 26% απ’ την εκδήλωση της κρίσης, ακόμα και αν υποθέσει κανείς τους βέλτιστους οιωνούς αναφορικά με τις οικονομικές συνθήκες στον περίγυρο, η επίτευξη των επιπέδων ΑΕΠ προ κρίσης απαιτεί αύξηση του ΑΕΠ 35% απ’ τα σημερινά επίπεδα. Η επίτευξη αυτής της αύξησης απαιτεί τουλάχιστον 15 χρόνια με σταθερό ρυθμό ανάπτυξης 2% ετησίως ή πάνω από 10 χρόνια με σταθερό ρυθμό ανάπτυξης 3% ετησίως, χωρίς να εκδηλωθεί νέα κρίση στην ελληνική οικονομία. Πρόκειται, προφανώς, για ένα εξαιρετικά απίθανο σενάριο.
Για τη μείωση του χρέους
Τέλος, σημαντική πλευρά της προπαγάνδας του ΣΥΡΙΖΑ είναι η διαπραγμάτευση για τη μείωση του κρατικού χρέους και η αναδιαπραγμάτευση των όρων αποπληρωμής του.
Η ελληνική κυβέρνηση διαπραγματεύεται μια εναλλακτική διαχείριση του χρέους για λογαριασμό της άρχουσας τάξης, και στο πλαίσιο αυτής της διαπραγμάτευσης συμπορεύεται με τη Γαλλία και την Ιταλία, που έχουν αντίστοιχο ζήτημα, στην πίεση που ασκούν, με τη στήριξη των ΗΠΑ, προς τη Γερμανία, για να αναλάβει η τελευταία μεγαλύτερα βάρη. Σημειώνουμε πως, σε τελευταία ανάλυση, και το ελληνικό χρέος δεν είναι μια τελείως ξεχωριστή περίπτωση, αλλά μια ακόμα πλευρά του γενικού προβλήματος του χρέους στο οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω.
Πρώτα και κύρια, σημειώνουμε τη γεωπολιτική διάσταση του θέματος. Η κυβέρνηση φαίνεται να έχει σύμμαχο σε αυτόν το στόχο τις ΗΠΑ, ο υπουργός Οικονομικών των οποίων, Τζακ Λιου, ανέφερε το καλοκαίρι σε συνέντευξή του στους «Financial Times»: «Θα ήλπιζα πως (σ.σ.: η αναταραχή στην Τουρκία) θα άλλαζε το κλίμα υπό το οποίο διεξάγονται οι συνομιλίες για την ελάφρυνση του χρέους και επειδή είναι ούτως ή άλλως το σωστό να γίνει, αλλά και επειδή, σε μια στιγμή που η Ελλάδα είναι σε θέση γεωπολιτικής σημασίας, είναι καλό να ενισχυθεί η δημοσιονομική δομή της».
Το ζήτημα της διευθέτησης του υπέρογκου και συνεχώς αυξανόμενου αμερικανικού χρέους (τόσο του κρατικού όσο και των επιχειρήσεων) βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης στις ΗΠΑ, ενώ είναι εμφανείς και οι διαφορετικές προτάσεις των δύο υποψηφίων για την προεδρία των ΗΠΑ.
Ωστόσο η όποια απομείωσή του δεν πρόκειται να λύσει τα λαϊκά προβλήματα, αλλά, αντίθετα, θα συνοδευτεί με νέα αντιλαϊκά μέτρα. Η διαπάλη για το ύψος του χρέους εκφράζει τα ειδικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Η μείωση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων μπορεί να εξασφαλίσει μεγαλύτερες δυνατότητες χρηματοδότησης των εγχώριων ομίλων σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση. Δεν αφορά την ανακούφιση των λαϊκών αναγκών.
Αυτό άλλωστε είναι και το οικονομικό περιεχόμενο της πρότασης, που εμφανίζεται και απ’ τον Αλ. Τσίπρα ως φιλολαϊκή και ρηξικέλευθη, για να μη συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες του ΠΔΕ στο πρωτογενές αποτέλεσμα του προϋπολογισμού. Η πρόταση αυτή στην ουσία αποτελεί, μαζί με την πρόταση αύξησης του πακέτου Γιούνκερ, το οικονομικό περιεχόμενο της πρότασης της συνόδου των χωρών του Νότου που έγινε στην Αθήνα τον περασμένο Σεπτέμβρη και δεν έχει φιλολαϊκό περιεχόμενο. Η επέκταση του ΠΔΕ θα οδηγήσει σε μεγαλύτερα κέρδη για τραπεζικούς και κατασκευαστικούς ομίλους και όχι σε ανάκτηση των απωλειών των εργαζόμενων ή, πολύ περισσότερο, στην ικανοποίηση των αναγκών τους.
Για το ζήτημα της Κοινωνικής Οικονομίας
Τελευταία, η κυβέρνηση επανάφερε, με την ψήφιση σχετικού νόμου, τη γνωστή, απ’ την τελευταία κυβέρνηση Παπανδρέου, «κοινωνική οικονομία». Η κοινωνική οικονομία αφορά το φερόμενο ως «τρίτο τομέα» ανάμεσα στο κράτος και την αγορά που η αστική πολιτική υποστηρίζει ότι λειτουργούν με κριτήριο πέραν του κέρδους.
Ο πρόσφατος νόμος ορίζει την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία ως «το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων που στηρίζονται σε μια εναλλακτική μορφή οργάνωσης των σχέσεων παραγωγής, διανομής, κατανάλωσης και επανεπένδυσης, βασισμένη στις αρχές της δημοκρατίας, της ισότητας, της συνεργασίας, καθώς και του σεβασμού στον άνθρωπο και το περιβάλλον», ενώ κεντρικό σημείο του καινούργιου νόμου είναι ότι επεκτείνει τις σχετικές προβλέψεις του νόμου του 2011 σε νέα πεδία οικονομικής δραστηριότητας. Κεντρικό στοιχείο είναι οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις, που αξιοποιούν το όποιο κέρδος για νέες επενδύσεις και για αύξηση των μισθών.
Η κοινωνική οικονομία προβάλλεται, και απ’ την κυβέρνηση, ως ένας μηχανισμός που θα συμβάλει στην αντιμετώπιση της ανεργίας, στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην παραγωγή με κριτήριο τον άνθρωπο. Εμφανίζεται ως ένας μηχανισμός που κινείται αντιπαραθετικά με τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης. Η αναπληρώτρια υπουργός Εργασίας δήλωνε στη Βουλή πως για το ΣΥΡΙΖΑ «η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία αντιστοιχεί στην κοσμοθεωρία μας, αντιστοιχεί στα οράματα που έχουμε για τη μετάβαση σε ένα άλλο μοντέλο, όχι μόνο παραγωγής και κατανάλωσης, αλλά και σε έναν άλλο τρόπο επιλογών ζωής».
Η κυβέρνηση εξαπατά συνειδητά τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα και την ίδια ώρα προωθεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου και μέσα απ’ τις δομές της κοινωνικής οικονομίας.
Πρώτα-πρώτα, πρόκειται για δομές προώθησης νέων κοινωνικών συμμαχιών του κεφαλαίου και εξαγοράς εργαζόμενων, καθώς συνδέονται με επιχορηγήσεις και συμμετοχές σε διάφορα προγράμματα.
Συγκαλύπτει πως, όταν μια επιχείρηση της «κοινωνικής οικονομίας» εκτεθεί στον ανταγωνισμό με άλλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις, είτε θα κλείσει είτε θα προχωρήσει σε απολύσεις, μειώσεις μισθών των εργαζόμενων, ώστε να ανταπεξέλθει στον ανταγωνισμό. Αποκρύβει πως οι χαμηλές τιμές με τις οποίες παράγει μια τέτοια επιχείρηση οφείλονται στη δωρεάν εθελοντική εργασία των «συνεταίρων» και πως αυτές οι χαμηλές τιμές όχι απλά δεν αντιστρατεύονται τον καπιταλισμό, αλλά, αντίθετα, συντελούν, μέσα απ’ τη μείωση των δαπανών αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, στην αύξηση της σχετικής υπεραξίας των υπόλοιπων επιχειρήσεων. Η επέκταση, τέλος, της κοινωνικής οικονομίας αξιοποιείται για να ελαφρώσει το κράτος από μια σειρά κοινωνικές δραστηριότητες, ώστε να εξοικονομήσει κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει τους ομίλους.
Ουσιαστικά, οι επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας δραστηριοποιούνται σε τομείς που δεν έχει συμφέρον το κεφάλαιο και αποστρέφεται το κράτος. Χρησιμοποιείται ως εργαλείο παραπλάνησης των εργαζόμενων για να σταματήσουν να διεκδικούν τα δικαιώματά τους και να στραφούν σε τέτοιου τύπου δομές ως λύση.
Ταυτόχρονα, η κοινωνική οικονομία ενισχύει τις αυταπάτες σχετικά με τη δυνατότητα ενός φιλολαϊκού καπιταλισμού, χωρίς αποκλεισμούς. Συσκοτίζει πως οι σχέσεις παραγωγής καθορίζονται σε επίπεδο κοινωνίας. Βασική αντίθεση στις σύγχρονες οικονομίες είναι η αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στην καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και στα αποτελέσματά της απ’ την άλλη, η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας. Η αντίθεση αυτή δε λύνεται σε μια επιχείρηση, αφού αυτή βρίσκεται και παράγει μέσα στην καπιταλιστική οικονομία, με τους όρους της.
Στην πραγματικότητα, η οικονομία που έχει τον άνθρωπο και τις ανάγκες του στο επίκεντρο είναι ρεαλιστική και απαραίτητη. Προϋποθέτει ωστόσο την κοινωνική ιδιοκτησία του συνόλου των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, προϋποθέτει δηλαδή την επαναστατική ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, την εργατική εξουσία, τον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό της παραγωγής και τον εργατικό έλεγχο. Οι προσπάθειες κάθε σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης, που είναι οργανικά δεμένη με το λεγόμενο τρίτο τομέα ήδη απ’ την εποχή του Γκίντενς, επιχειρούν να αποκρύψουν τις πολιτικές προϋποθέσεις και το οικονομικό περιεχόμενο της μοναδικής εναλλακτικής κοινωνικής και οικονομικής κοσμοαντίληψης που έχει τον άνθρωπο ως επίκεντρο, του κομουνισμού-σοσιαλισμού, θα πέσουν στο κενό.
Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΜΕ ΤΗ ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Κεντρικός άξονας της οικονομικής κριτικής της ΝΔ είναι ότι η κυβερνητική πολιτική ναρκοθετεί την πορεία προς την καπιταλιστική ανάκαμψη.
Ασκεί κριτική στο ΣΥΡΙΖΑ για πολιτική υπερφορολόγησης και αντιπροτείνει τη μείωση των κρατικών δαπανών. Εστιάζει ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούν τη μεγάλη φορολόγηση των επιχειρήσεων, αλλά και τις αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις και πράξεις των κυβερνητικών στελεχών που δυναμιτίζουν τις ιδιωτικοποιήσεις, διαμορφώνοντας ένα αρνητικό περιβάλλον για την προσέλκυση επενδύσεων και τορπιλίζοντας την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Στην ουσία συμφωνεί με την κυβέρνηση για τους κεντρικούς στόχους που θέτει, στόχοι που υπηρετούν τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου προβάλλοντας ένα διαφορετικό μοντέλο, με το οποίο ισχυρίζεται πως θα τους επιτύχει. Εστιάζει στην ανάγκη περικοπής δαπανών σε αντιδιαστολή με το μοντέλο φορολόγησης του ΣΥΡΙΖΑ. Η ΝΔ επιμένει να χαρακτηρίζει το ΣΥΡΙΖΑ ως δύναμη της «Αριστεράς» ή ακόμα και ως κομμουνιστική δύναμη, προσπαθώντας να αναδείξει τις τάχα «αριστερές ιδεοληψίες» του ΣΥΡΙΖΑ που τον εμποδίζουν να προχωρήσει αποφασιστικά με τις μεταρρυθμίσεις. Συγχρόνως, η ΝΔ ασκεί κριτική στο ΣΥΡΙΖΑ για ανεπαρκές πακέτο διαχείρισης της ακραίας φτώχειας.
Η κριτική της ΝΔ τροφοδοτεί ουσιαστικά το δίπολο με το ΣΥΡΙΖΑ, αφού διευκολύνει τον τελευταίο να εμφανίζεται ως το «μικρότερο κακό» σε σχέση με τη δήθεν σαρωτική εφαρμογή των μέτρων που θα έφερνε η ΝΔ. Η επιμονή της ΝΔ να χρησιμοποιεί μια, ορισμένες φορές, ακραία, αντικομμουνιστική ρητορική εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ στοχεύει άλλωστε και στο να κηλιδώσει την έννοια του κομμουνισμού, ταυτίζοντας τον με το ΣΥΡΙΖΑ. Η κριτική της ΝΔ αφορά το πώς καλύτερα μπορεί να διαχειριστεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Ουσιαστικά ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ διαγκωνίζονται για το ποιος μπορεί με τον καλύτερο τρόπο να διαμορφώσει τις συνθήκες για την επάνοδο της καπιταλιστικής οικονομίας στη φάση της ανάπτυξης.