Η αποτελεσματικότητα της δράσης μας για την οργάνωση και ριζοσπαστικοποίηση της εργατικής τάξης, για την προώθηση της στρατηγικής του Κόμματος, προϋποθέτει την άμεση και αποτελεσματική απάντηση στα ιδεολογήματα και τις αντιλήψεις που διαμορφώνει ο ταξικός αντίπαλος και οι δυνάμεις του, πρώτ’ απ’ όλα στους χώρους δουλειάς.
Η αστική ιδεολογία και πολιτική προωθείται μέσα από πολλά κανάλια και με πολλές μορφές, συγκαλυμμένα ή απροκάλυπτα, επιδρώντας σημαντικά στη συνείδηση και τις διαθέσεις των εργαζόμενων σε κάθε κλάδο και χώρο δουλειάς. Δρουν τα αστικά κόμματα, ο οπορτουνισμός, οι συνδικαλιστικές παρατάξεις τους, οι καπιταλιστές και οι οργανώσεις τους, ΣΕΒ, ΕΒΕΑ κ.ά. Επομένως η συστηματική παρακολούθηση του περιεχόμενου της δράσης τους, της τακτικής και της επιχειρηματολογίας τους πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της καθοδήγησης και του περιεχόμενου δουλειάς των ΚΟΒ.
Η πείρα της Νομαρχιακής Οργάνωσης Βιομηχανίας στην Αττική επιβεβαιώνει ότι η αντιμετώπιση των διάφορων αντίπαλων ιδεολογημάτων δεν μπορεί να γίνει αποσπασματικά και ξεκομμένα από την προβολή της στρατηγικής του Κόμματος, από τις εκτιμήσεις και τις αποφάσεις για την ανάγκη ανασύνταξης του εργατικού κινήματος, από τις γενικότερες επεξεργασίες και τα συμπεράσματα για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και την κριτική αποτίμηση της ιστορίας του. Καθετί θέλει συγκεκριμένη απάντηση. Αυτή όμως μπορεί να πείσει μόνο αν εντάσσεται στη συνολικότερη πρότασή μας.
Η απάντηση στις αστικές και μικροαστικές απόψεις και τα ιδεολογήματα δεν είναι υπόθεση κάποιων ειδικών, αλλά ολόκληρου του κομματικού δυναμικού. Μόνο τότε μπορεί να είναι αποτελεσματική. Γι’ αυτό χρειάζεται ουσιαστική συζήτηση στις οργανώσεις για την ταξική τους ουσία και στόχευση, για τις αιτίες που αυτά τα ιδεολογήματα γίνονται αποδεκτά από τους εργαζόμενους, για τη ζημιά που κάνουν στην οργάνωση της ταξικής πάλης, για το πώς θα ενισχύσουμε το ιδεολογικό - πολιτικό μέτωπο απέναντί τους. Σε αυτό πρέπει να εκπαιδεύονται συνεχώς οι δυνάμεις μας, να αποκτούν μεγαλύτερη ικανότητα. Σε συζητήσεις με αυτό το περιεχόμενο που πραγματοποιήθηκαν στις ΚΟΒ της ΝΟ Βιομηχανίας και με στενούς οπαδούς, αναδείχτηκε πρώτα απ’ όλα η ανάγκη, η δίψα των κομματικών μελών για τέτοιες ζωντανές ιδεολογικοπολιτικές συζητήσεις μέσα στην ΚΟΒ.
Παράλληλα με την ενίσχυση της επιχειρηματολογίας, καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση αυτών των ιδεολογημάτων παίζει η ένταση της προσπάθειας για την υλοποίηση των αποφάσεων του Κόμματος. Για να αντιμετωπίζεται π.χ. καλύτερα η άποψη περί «αναποτελεσματικότητας», χρειάζεται και συζήτηση γύρω από το τι σημαίνει αποτελεσματικότητα σήμερα και συζήτηση για τις αιτίες των μεγάλων δυσκολιών για να αποσπάσει «κάτι» ο αγώνας στις σημερινές συνθήκες (επίδραση της κρίσης, συνέπειες της αντεπανάστασης, κατάσταση του εργατικού κινήματος, σκαμπανεβάσματα της ταξικής πάλης κλπ.), αλλά και να προχωρεί η οικοδόμηση, η οργάνωση στα συνδικάτα, στους χώρους δουλειάς, στοιχεία που φέρνουν καλύτερα αποτελέσματα, δημιουργούν αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία.
Οι δυνάμεις μας συναντάνε τις αστικές και μικροαστικές αντιλήψεις καθημερινά μέσα στους χώρους δουλειάς, στον περίγυρό τους, αφού -όπως διδάσκει και η θεωρία μας- κυρίαρχη ιδεολογία σε κάθε κοινωνία, επομένως και στην καπιταλιστική, είναι η ιδεολογία της εκάστοτε άρχουσας τάξης. Οι αστικές ιδέες με πλήθος μορφές και εκφράσεις κυριαρχούν και στις συνειδήσεις των εργαζομένων.
Γνωρίζουμε ότι η αστική ιδεολογία είναι κυρίαρχη όχι μόνο γιατί διαθέτει τεράστια υλικά μέσα επίδρασης «από την κούνια» (κράτος, αστικά κόμματα και άλλα ιδρύματα, σχολείο, εκκλησία, ΜΜΕ κ.ά.), αλλά και γιατί στην επιφάνεια της καπιταλιστικής οικονομίας όλα φαίνονται «δίκαια», «δίνω εργασία - παίρνω μεροκάματο». Η υπεραξία, η απλήρωτη δουλειά που συσσωρεύεται σε αμύθητα κέρδη και τεράστιες περιουσίες, οι εκμεταλλευτικές ταξικές σχέσεις και τα ιστορικά τους όρια είναι το καλοκρυμμένο μυστικό της καπιταλιστικής οικονομίας. Η ομίχλη που κρύβει αυτό το μυστικό και σκοτεινιάζει την εργατική συνείδηση μπορεί να διαλυθεί μόνο μέσα στο καμίνι της ταξικής πάλης και με τη δουλειά των κομμουνιστών. Η ιδεολογική πάλη είναι αναπόσπαστη πλευρά της ταξικής πάλης και της δράσης του Κόμματος, όπως αναδείχνει και η πείρα της ΝΟ Βιομηχανίας.
Με στόχο την ενίσχυση της ιδεολογικοπολιτικής δουλειάς στην εργατική τάξη, στις ΚΟΒ εκφράστηκε δημιουργική ανησυχία και προβληματισμός για το πώς θα επεξεργάζεται η κάθε οργάνωση εξειδικευμένο σχέδιο παρέμβασης και απάντησης στις δυνάμεις του ταξικού αντιπάλου και στα ιδεολογήματα που σπέρνει στους εργαζόμενους των διαφόρων κλάδων. Αναδείχτηκαν οι δυσκολίες που έχει μια τέτοια προσπάθεια και ότι για να αντιμετωπιστούν, απαιτείται να βελτιώνεται καθημερινά η καθοδηγητική μας δουλειά, να εξοπλίζει καλύτερα ιδεολογικά-πολιτικά, να αξιοποιείται ο «Ριζοσπάστης», η ΚΟΜΕΠ και όλα τα κομματικά έντυπα και ιδιαίτερα να επιταχυνθεί, όσο εξαρτάται από εμάς, η υλοποίηση των αποφάσεων του Κόμματος για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και την κομματική οικοδόμηση - ισχυροποίηση. Αναδείχτηκε η μεγάλη ευθύνη που αναλαμβάνουν πρώτα-πρώτα τα κομματικά και συνδικαλιστικά στελέχη στην προσπάθεια αυτή, να συμβάλουν αποφασιστικά στο ξεπέρασμα αδυναμιών και υποκειμενικών προβλημάτων που κρατάνε τη δουλειά μας στη ρουτίνα.
Η συζήτηση στις ΚΟΒ εμπλούτισε ακόμα περισσότερο την εμπειρία από τη δράση και την επιχειρηματολογία των άλλων δυνάμεων. Ανέδειξε με γλαφυρό τρόπο με ποια ένταση και με ποιες συγκεκριμένες μορφές συναντάνε τις αστικές ιδέες και την αστική πολιτική επιχειρηματολογία τα κομματικά μέλη στους κλάδους και τους τόπους δουλειάς, ότι εκεί γίνεται καθημερινά πολιτική διαπάλη, κρυφή και φανερή, ότι αυτές οι εμπειρίες πρέπει να συζητιούνται με οργανωμένο τρόπο στις ΚΟΒ για να δρούμε πιο αποτελεσματικά. Η συζήτηση και η ανάπτυξη πρωτοβουλιών στην αντιμετώπιση των άλλων δυνάμεων και των επιχειρημάτων τους από κάθε οργάνωση στον αντίστοιχο χώρο ή κλάδο δε βοηθά μόνο τη συγκεκριμένη κομματική οργάνωση, αλλά ολόκληρο το Κόμμα, με τη μεταφορά και τη συλλογική επεξεργασία της πείρας.
Απαντήθηκαν ερωτήματα που έρχονται από τους εργαζόμενους και αφορούν σοβαρά ζητήματα της στρατηγικής του Κόμματος και της καθημερινής του δράσης, όπως ο χαρακτήρας της κρίσης και η διέξοδος, η πρότασή του για την εργατική - λαϊκή εξουσία, οι θέσεις μας για την ΕΕ και το ζήτημα της εξόδου της Ελλάδας από αυτή, ποιες δυνάμεις μιλάνε σήμερα για έξοδο από την Ευρωζώνη και η διαφορά της θέσης του ΚΚΕ από αυτές, για τους μετανάστες και την ανεργία, τα χαράτσια και την αντίστασή μας, το «κίνημα της πλατείας» και τα συμπεράσματα που βγάλαμε, τα περί «εξάρτησης - υποδούλωσης» της Ελλάδας, το ζήτημα των μορφών πάλης κ.ά.
Ολα τα παραπάνω δείχνουν την αναγκαιότητα για συνεχή ιδεολογικοπολιτική δουλειά με τη στρατηγική του Κόμματος στις οργανώσεις, ενημερωμένη, επικαιροποιημένη και εξειδικευμένη, ανάλογα με τις εξελίξεις και τα ζητήματα που προκύπτουν σε κάθε χώρο ή κλάδο σε συνδυασμό και με τη δράση των άλλων δυνάμεων. Τέτοιου είδους δουλειά βοηθά και ατσαλώνει το κομματικό δυναμικό, το βοηθά να αντιμετωπίζει περιπτώσεις αποκρυσταλλωμένων επιφυλάξεων και διαφωνιών με τη στρατηγική του Κόμματος.
Είναι αναγκαίο να παρακολουθούμε τη δράση, την τακτική των κομμάτων και των παρατάξεων - αστικών και οπορτουνιστικών σε επίπεδο κλάδου και κάθε εργασιακού χώρου και όχι μόνο σε κεντρικό επίπεδο.
Ο ταξικός αντίπαλος με όλες του τις εκφράσεις, κόμματα, παρατάξεις κλπ., παρακολουθεί τη δράση μας. Οι κεφαλαιοκράτες είναι ενήμεροι για όλα. Παρακολουθούν το «Ριζοσπάστη», το περιεχόμενο των ανακοινώσεών μας, τις παρεμβάσεις μας και δρουν αντίστοιχα, συγκεκριμένα και ευέλικτα σε κάθε χώρο και κλάδο. Αμεσος στόχος τους είναι να εκτονώσουν ανώδυνα για το σύστημα την αγανάκτηση των εργαζομένων. Νιώθοντας την πίεση των εργαζομένων που ως τώρα τους ακολουθούν να γίνεται πιο ισχυρή, επιλέγουν μορφές και συνθήματα κινητοποίησης που μπορεί να φαίνονται και ριζοσπαστικά.
Το κεφάλαιο, οι μηχανισμοί του, τα κόμματά του, οι συνδικαλιστικές παρατάξεις του, εκτός από τα ιδεολογικοπολιτικά μέσα, χρησιμοποιούν και άλλα, διάφορες δεσμεύσεις, εκβιασμούς, απειλές. Π.χ. ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ μαζί με την εργοδοσία οργανώνουν το ζήτημα των προσλήψεων. Δεν είναι τυχαίο ότι σε ένα χώρο μπορείς να δεις αρκετούς μαζεμένους ψηφοφόρους της ΝΔ, αλλού του ΠΑΣΟΚ ή του ΛΑ.Ο.Σ. Οι βουλευτές των αστικών κομμάτων έχουν απευθείας συνεννόηση με την εργοδοσία. Παρεμβαίνουν ιδεολογικά-πολιτικά, δουλεύουν πρακτικά, με σχέδιο, οργάνωση. Η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να γίνεται με γενικές καταγγελίες μόνο, θέλει ειδική παρακολούθηση και αντιμετώπιση σε κάθε χώρο.
Η ΠΑΣΚΕ επεξεργάζεται ευέλικτες τακτικές σε κάθε χώρο. Προβάλλει τον ισχυρισμό ότι άλλο ΠΑΣΚΕ, άλλο ΠΑΣΟΚ και άλλο κυβέρνηση. Οταν αυτό δεν πιάνει, διάφορα κομμάτια της συγκροτούν άλλη παράταξη, πολλές «ΠΑΣΚΕ» στον ίδιο χώρο με το ίδιο περιεχόμενο. Για παράδειγμα, στο μέταλλο και αλλού η ΠΑΣΚΕ εμφανίζεται με άλλη ονομασία. Στα ναυπηγεία της Ελευσίνας οργανώνει αγώνα με αίτημα «να δώσει η κυβέρνηση λεφτά στον Ταβουλάρη». Την ίδια περίοδο οργανώνει κινητοποίηση στην ΠΥΡΚΑΛ με αίτημα «να δώσει η κυβέρνηση λεφτά στα ΕΑΣ που είναι κρατικά και όχι στον ιδιώτη Ταβουλάρη». Στο Σκαραμαγκά λέει: «εμείς να ενδιαφερθούμε για το δικό μας ναυπηγείο, δε μας ενδιαφέρει τι γίνεται στο άλλο ναυπηγείο». Στη ΛΑΡΚΟ βάζει ζήτημα: «να συναντηθούμε με την τρόικα, γιατί αυτή κυβερνάει και όχι η κυβέρνηση». Στη ΔΕΗ παρουσιάζεται με αγωνιστικές κορώνες, στοχοποιεί διάφορους υπουργούς και από την πίσω πόρτα προωθεί την πολιτική της κυβέρνησης. Στο συνδικάτο μετάλλου κατέβηκε στις αρχαιρεσίες μετά από χρόνια και επειδή γνώριζε ότι δύσκολα θα μπορούσε να συσπειρώσει και να βγάλει έδρα, προσπαθούσε να βάλει εμπόδια στη συμμετοχή από την αρχή μέχρι το τέλος των αρχαιρεσιών, με διάφορα δικολαβίστικα προσχήματα.
Η ΔΑΚΕ αυτοπροβάλλεται ως αντιμνημονιακή δύναμη, επιτίθεται στην κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ. Παρουσιάζεται αντίθετη σε αποκρατικοποιήσεις με τη λογική «της διατήρησης του 51% στο κράτος» (π.χ. για τη ΔΕΗ ΑΕ) «της αξιοπιστίας του επενδυτή», ότι «οι ιδιωτικοποιήσεις γίνονται σε φθηνές τιμές». Αναδεικνύει ζητήματα επιβολής της τρόικα, ότι «φταίνε κάποιοι που λήστεψαν τον εθνικό πλούτο», όπως γράφει σε διάφορες ανακοινώσεις σε χώρους δουλειάς και κλάδους: «Απαίτηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων είναι πλέον η χώρα να απαλλαγεί από τις πολιτικές που αποφασίζει και επιβάλλει η τρόικα, να σταματήσουν οι απαιτήσεις των “Δανειστών” που δεν τους φτάνει που καταλήστεψαν, χρόνια τώρα, τον πλούτο της χώρας με τα υπέρογκα επιτόκια και την εκμετάλλευση της οικονομίας με τα τεράστια κέρδη από τις υπέρογκες τιμές των προϊόντων, την αρπαγή των πηγών πλούτου του εδάφους και κυρίως του υπεδάφους, τώρα απαιτούν ιδιωτικοποιήσεις, σε εξευτελιστικές τιμές, υπηρεσιών του δημοσίου για τους φίλους τους και ακόμη χειρότερα, εκποίηση της δημόσιας περιουσίας με αγοραστές τους ίδιους ή εταιρείες δικών τους συμφερόντων και πάλι με τιμές προκλητικά ευτελισμού».
Αυτές οι αντιμνημονιακές κορώνες εγκλωβίζουν εργαζόμενους.
Στην προπαγάνδα της χρησιμοποιεί άμεση γλώσσα, αξιοποιεί υπαρκτά προβλήματα που απασχολούν τη λαϊκή οικογένεια, όπως η μείωση μισθών, συντάξεων, επιδομάτων, η αύξηση του εργάσιμου βίου, οι απολύσεις, οι περικοπές στα φάρμακα, στην υγεία, στην εκπαίδευση: «Εσάς θα μειωθούν και πάλι οι μισθοί, εσείς θα απολυθείτε, εσείς θα πάρετε άδεια χωρίς αποδοχές, όλοι εσείς θα παίρνετε μισό επίδομα, μισό δώρο, μικρότερη σύνταξη. Κομμένες οι σπατάλες στα σχολεία και τα νοσοκομεία, θεραπεία χωρίς φάρμακα, χωρίς γιατρούς, χωρίς νοσηλευτές και τροφή μια φορά την ημέρα. Στο εξής θα αρρωσταίνετε κατά την περίοδο των αργιών. Η μόρφωση θα γίνεται εκ περιτροπής και ότι μάθει ο καθένας, δουλειά θέλουμε όχι γράμματα που στο κάτω-κάτω δεν τρώγονται. Ο εργάσιμος βίος ορίζεται στα 80 χρόνια σας και ακούστε, δεν θέλουμε διαμαρτυρίες γιατί “μαζί τα φάγαμε”».
Προπαγανδίζει πως η κυβερνητική πολιτική αναγκάζει τους καπιταλιστές να καταθέσουν τα κέρδη τους στο εξωτερικό, αναδεικνύοντας ως πρόβλημα την έλλειψη «πατριωτισμού» εκ μέρους των Ελλήνων καπιταλιστών: «…τα κέρδη αυτής της δουλικής και εξευτελιστικής για τους εργαζόμενους πολιτικής σε καταθέσεις εκτός Ελλάδος».
Καλεί τους εργαζόμενους σε προσχηματικούς διαλόγους και σε ταξική συνεργασία με τους καπιταλιστές: «…ο διάλογος μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών πρέπει να διεξάγεται στο πλαίσιο της επίλυσης και κατανόησης των προβλημάτων και των δυο πλευρών και όχι της υποταγής των εργαζομένων στα οικονομικά συμφέροντα».
Αναφέρεται γενικόλογα σε αγώνες: «Καλούμε […] για ενότητα, συσπείρωση και συνολική παρουσία σε όλες τις κινητοποιήσεις που βρίσκονται σε ανάπτυξη […] ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΑΠΑΝΤΑΜΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΜΑΣ ΜΕ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΤΗ ΝΙΚΗ».
Οι συνδικαλιστές του ΣΥΡΙΖΑ προβάλλουν την «ενότητα», την «αυτονομία» του συνδικαλιστικού κινήματος από τα κόμματα και, όπου έχουν τη δυνατότητα, συμμαχούν με άλλες δυνάμεις ενάντια στο ΠΑΜΕ. Καλλιεργούν την αντίληψη, μαζί με μια σειρά οπορτουνιστικές δυνάμεις που δραστηριοποιούνται στο λεγόμενο συντονιστικό των πρωτοβάθμιων σωματείων, ότι το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ αρκούνται σε «ανώδυνες» κινητοποιήσεις «κομματικά περιχαρακωμένες». Ακόμη και ο τίτλος της συσπείρωσής τους δεν απηχεί την πραγματικότητα. Δεν πρόκειται για συντονιστικό των πρωτοβάθμιων σωματείων όπως παραπλανητικά τιτλοφορούνται αλλά ορισμένων πρωτοβάθμιων. Προβάλλουν ως πρότυπο κινητοποιήσεις τύπου Κερατέας, κινήματα ακίνδυνα για το σύστημα, τα οποία πολλές φορές το ίδιο το σύστημα προβάλλει και ενισχύει. Κάνουν «σημαία» το «κίνημα της πλατείας» και υιοθέτησαν το αντιδραστικό σύνθημα «έξω τα κόμματα», με το οποίο προσπαθούν να δηλητηριάσουν σε πολλές περιπτώσεις μαζί με ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, κινητοποιήσεις εργαζομένων σε διάφορους χώρους. Π.χ. στο χώρο των τροφίμων, όπου έχουμε σε κάποια εργοστάσια ταξικά σωματεία, προβάλλεται, κυρίως από το χώρο του ΠΑΣΟΚ και την εργοδοσία, ότι «κομματικοποιείται το σωματείο».
Υπάρχουν παραδείγματα που οι καπιταλιστές ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων πρόβαλλαν το «κίνημα της πλατείας, των αγανακτισμένων» και προέτρεπαν τους εργαζόμενους να κινητοποιηθούν στο Σύνταγμα. Οι ίδιοι που βάζουν εμπόδια στις απεργίες των εργαζόμενων, τους στρέφουν σε τέτοιου είδους διαμαρτυρίες, ανώδυνες για το σύστημα και τα κέρδη τους.
Στη ΝΟΥΝΟΥ ορισμένοι δήθεν «ακομμάτιστοι» εκδηλώθηκαν και καλούσαν τον κόσμο να κατέβει και να κάψει την Βουλή. Οι ίδιοι ομολόγησαν αργότερα ότι ήταν μέλη της «Χρυσής Αυγής».
Το δολοφονικό χτύπημα του αντιδραστικού εσμού ενάντια στις δυνάμεις του ΠΑΜΕ στην απεργιακή συγκέντρωση στις 20 Οκτώβρη 2011 είναι αποκαλυπτικό για τον πραγματικό στόχο και τις επιδιώξεις των δυνάμεων της «ακομματικότητας» και της «αυτονομίας». Τις επόμενες μέρες στους τόπους δουλειάς, έκδηλη και μεγάλη ήταν η ικανοποίηση που εκφράσανε χιλιάδες εργαζόμενοι για τη στάση του ΠΑΜΕ.
Σε άλλες περιπτώσεις καλλιεργούν ανοιχτά την ταξική συνεργασία, π.χ. σε ανακοίνωση της Πολιτικής Κίνησης ΕΛΠΕ του ΣΥΝ αναφέρουν: «Οι εργαζόμενοι ξεκινούν έναν πολύχρονο αγώνα, όχι μόνο για την υπεράσπιση των κατακτήσεών τους, αλλά και για το μέλλον της εταιρείας και το δικό τους μέσα σ’ αυτήν». Επίσης σε ανακοίνωση της «Αυτόνομης Παρέμβασης» για την απεργία στα ΕΛΠΕ (11 Απρίλη 2011) μιλούν για «κρίση αξιών και δημοκρατίας», για «εκτελεστική εξουσία που έχει χάσει τα δημοκρατικά και κοινωνικά αντανακλαστικά της, απορροφημένη από την πιο άγρια και αγοραία ανασυγκρότηση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών»,απαιτούν «θεσμική υπευθυνότητα».
Τα κυρίαρχα αστικά ιδεολογήματα στους χώρους δουλειάς, που ανάδειξε η συζήτηση στη ΝΟ Βιομηχανίας, δεν εμφανίζονται βέβαια για πρώτη φορά. Συναντώνται διαχρονικά στην πάλη του Κόμματος και του εργατικού κινήματος. Εχει όμως σημασία η μορφή και η ένταση με την οποία εμφανίζονται σήμερα από χώρο σε χώρο, από ποιον ή από ποιους προωθούνται (συνδικαλιστικές παρατάξεις, αστικά κόμματα και οπορτουνιστές, εργοδοσία κλπ.). Τα ιδεολογήματα αυτά δεν μπορούν να διαχωριστούν το ένα από το άλλο. Αλληλοδιαπλέκονται, το ένα τροφοδοτεί το άλλο, αποτελούν πλευρές της ίδιας ουσίας. Τα παραθέτουμε κωδικοποιημένα στη συνέχεια.