Στον αντίποδα των κινήσεων του αμερικανικού ιμπεριαλισμού βρίσκεται η Ρωσία η οποία ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια έχει σημειώσει ορισμένες επιτυχίες.
Κατ’ αρχήν πέτυχε, όπως ήδη αναφέραμε, να επιβάλει σαν τη βασικότερη υπαρκτή λύση μεταφοράς τον αγωγό Μπακού-Νοβοροσίσκ (Απόφαση AIOC 9.5.’95). Σήμερα το Νοβοροσίσκ διακινεί το 50% περίπου των εξαγωγών πετρελαίου προς τη Δυτική Ευρώπη σύμφωνα με το CSIS. Η λύση αυτή ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο μετά την ανακάλυψη από τη LukOil στις 13.2.2000 σημαντικών νέων αποθεμάτων στη ρωσική περιοχή της Κασπίας.
Ταυτόχρονα, η Ρωσία πέτυχε σ’ ένα βαθμό το στρατιωτικό έλεγχο της περιοχής της Τσετσενίας και ιδιαίτερα του Γκρόζνυ που αποτελεί κομβικό σημείο του ρωσικού αγωγού. Στις αρχές του 2000 έθεσε σε λειτουργία έναν παρακαμπτήριο μικρό αγωγό μέσω του γειτονικού Ταγκεστάν και απέκτησε εναλλακτική λύση τροφοδοσίας του αγωγού Μπακού-Νοβοροσίσκ. Παράλληλα κινείται σε ολόκληρη τη δεκαετία του ’90 για την αποτροπή της λύσης Μπακού-Τσεϊχάν ενεργοποιώντας πρωτοβουλίες οικονομικής συνεργασίας, αλλά και τη στρατιωτική της αποτρεπτική δύναμη (έλεγχο Κασπίας από ναυτική βάση Αστραχάν). Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γ. Πριμακόφ σαν αρχηγός της ρωσικής αντικατασκοπείας το 1994 είχε χαρακτηρίσει τον τουρκοαζέρικο αγωγό σαν «απειλή για την εθνική ασφάλεια της Ρωσίας».
Χαρακτηριστική ήταν η ρωσική στήριξη στην Αρμενία στον Αρμενοαζέρικο πόλεμο (1993) και στην παγίωση της κατάληψης αζέρικων εδαφών από την Αρμενία μέσω της ειρηνευτικής ομάδας Μινσκ (Γαλλία, Ρωσία, ΗΠΑ). Η στήριξη επισφραγίστηκε με τη ρωσοαρμενική συμφωνία (Σεπτέμβρης ’97) που περιέλαβε και τον εξοπλισμό της Αρμενίας με S-300.
Μετά τη ΝΑΤΟϊκή επίθεση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας οι ρωσικές προσπάθειες στην περιοχή εντάθηκαν στην ίδια κατεύθυνση. Στο Καζακστάν εκτός από το ρωσοκαζάκικο πετρελαϊκό πρωτόκολλο (27.4.’96) η Ρωσία αξιοποιεί την ύπαρξη στρατευμάτων στο έδαφός του, καθώς και την ύπαρξη σημαντικής ρωσικής μειονότητας που ξεπερνά το 35% του πληθυσμού. Ρωσική επιτυχία αποτέλεσε η συμμετοχή του Καζακστάν στη συνεργασία των «5 της Σαγκάης» μαζί με την Κίνα, το Τατζικιστάν και το Κιργιστάν. Σύμφωνα επίσης με τον A. G. Frank («The Central Asian Big Oil Game») από κοινού με την Κίνα ωθεί το Καζακστάν στη μεταφορά μέρους του πετρελαίου του για κάλυψη κινέζικων αναγκών.
Το Γενάρη του 2001 είχαμε τη συμφωνία της αζέρικης SOCAR με τη LukOil για εξαγωγή 12 εκατ. βαρελιών αζέρικου πετρελαίου μέσω του αγωγού Μπακού-Νοβοροσίσκ (επίσκεψη του Πούτιν στο Μπακού). Κατά τη διάρκεια της ίδιας επίσκεψης ο Ρώσος πρόεδρος υπέγραψε συμφωνία που διασφαλίζει το ρωσικό έλεγχο στο στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο της περιοχής ραντάρ του Γκεμπελέ.
Ωστόσο, το τελευταίο διάστημα έχουν καταγραφεί ορισμένες κινήσεις διαφοροποίησης της πάγιας ρωσικής πολιτικής σχετικά με τον αγωγό Μπακού-Τσεϊχάν. Μέχρι και το 1999 η Ρωσία με δηλώσεις κυρίως του υπουργού Αμυνας Igor Sergeev κατηγορούσε τις ΗΠΑ ότι επιδιώκουν να την αποκόψουν από τα πετρέλαια της Κασπίας. Ομως, σε συνέντευξή του το Φλεβάρη του 2001, ο Ρώσος αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Victor Kalyuzhny δήλωσε ότι η προώθηση του αγωγού Μπακού-Τσεϊχάν δεν αφορά ιδιαίτερα τη Ρωσία. Τη μεταβολή της ρωσικής θέσης επισήμανε με δηλώσεις της και η Αμερικανίδα πρέσβειρα Johnes[5].
Οι αιτίες αυτής της πιθανής μεταβολής φαίνεται ότι σχετίζονται με τη ρωσική επιθυμία να μετάσχει ενεργά και σε αυτήν την οδό στο βαθμό που υπάρχει δυναμική για την κατασκευή της (αλλαγή στάσης αμερικανικών Ομίλων κλπ.).
Στην κατεύθυνση αυτή φαίνεται ότι η ρωσική κυβέρνηση παίρνει υπόψη της δύο ακόμα πρόσφατα γεγονότα:
― Σύμφωνα με τους Financial Times (Energy Newsletter) και το Πρακτορείο Ειδήσεων για την Κασπία AMBO ο πρόεδρος της γεωργιανής «Georgian International Oil Corporation» πρότεινε την κατασκευή αγωγού σύνδεσης μεταξύ των αγωγών Μπακού-Νοβοροσίσκ και Μπακού-Τσεϊχάν κόστους 450 εκ. δολαρίων. Η πρόταση αυτή ανοίγει δρόμο για το σχεδιασμό μιας ευρύτερης συνεκμετάλλευσης του πετρελαίου της περιοχής.
― Τη σύναψη στην Astana, το φετινό Φλεβάρη, Μνημονίου συνεργασίας μεταξύ Γεωργίας-Τουρκίας-Αζερμπαϊτζάν-Καζακστάν για εξαγωγή καζακικού πετρελαίου μέσω του αγωγού Μπακού-Τσεϊχάν.
Η προσπάθεια εδραίωσης της ρωσικής επιρροής προς το Καζακστάν εντάθηκε μετά την επιβεβαίωση το φετινό Μάρτη ότι η νέα πηγή Kashagan που ανακαλύφθηκε, ξεπερνά 2,5 φορές σε μέγεθος τη βασική σημερινή πηγή Tengiz με αποθέματα 6-9 δισ. βαρέλια. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια περίοδο[6] ο πρόεδρος του Καζακστάν ανακοίνωσε τον προγραμματισμό των εγκαινίων του αγωγού που θα τροφοδοτεί από την πηγή Tengiz το ρωσικό Νοβοροσίσκ (αγωγός 990 μιλίων, με δυνατότητα μεταφοράς 600.000 βαρελιών ημερησίως).
Ενα μήνα αργότερα, σύμφωνα με το Ινστιτούτο στρατηγικών μελετών του Stratfor[7] κατηγόρησε τον όμιλο εξαγωγής πετρελαίου Tengizchevroil για περιβαλλοντικές παραβάσεις, γεγονός που ερμηνεύτηκε σαν άσκηση πίεσης της κυβέρνησης του Καζακστάν στον αμερικανικό όμιλο Chevron. Η Chevron συμμετέχει ενεργά στους διεθνείς ομίλους εκμετάλλευσης της πηγής Tengiz (Tengizchevroil με ηγετικό ρόλο και CPC), ενώ δε συμμετέχει στον όμιλο OKIOC που έχει αναλάβει την εκμετάλλευση της πηγής Cashagan.
Αν γενικότερα παρατηρήσουμε τα ποσοστά συμμετοχής των εταιριών των ΗΠΑ, Ρωσίας και ΕΕ, στους διεθνείς ομίλους εκμετάλλευσης θα δούμε ότι μέχρι σήμερα δεν έχει επιτευχθεί η αμερικανική πρωτοκαθεδρία στην περιοχή. Ετσι, στον όμιλο Caspian Line Consortium (CPC) που έχει ικανότητα εξαγωγής 1,34 εκ. βαρέλια την ημέρα η Ρωσία συμμετέχει με 24%, το Καζακστάν με 19%, οι αμερικανικές Chevron με 15% και Mobil με 7,5%, η ρωσοαμερικανική κοινοπραξία LukArco με 12,5%, η ρωσοβρετανική Rosneft - Shell με 7,5%, η βρετανική B.G. με 2%, η ιταλική Agip με 2%, η αραβική Oman με 7% κ.ά.. Αντίστοιχα στην Tengiz ChevrOil (TCO) υπάρχει σαφής αμερικανικός έλεγχος με τις Chevron (50%), Mobil (25%) και συμμετέχει το Καζακστάν με 20% και η Ρωσία με 5% μέσω της LukArco.
Τέλος, στον OIOC (Offshore Kazakhstan International Operating Company) είναι αναβαθμισμένη η ευρωπαϊκή παρουσία με την ιταλική Agip Eni (14,28%), τη βρετανική B.G. (14,28%), τη γαλλική Total Fina ELF (14,28%) που εξαγόρασε και το μερίδιο της BP, τη βρετανοολλανδική Royal Dutch/Shell (14,28%), τη βρετανονορβηγική κοινοπραξία Statoil/BP (14,28%), ενώ ισχυρή παραμένει και η αμερικανική παρουσία, Exxon Mobil (14,28%), BP Amoco (9,5%). Από τον OKIOC δηλαδή απουσιάζει η αμερικανική Chevron ενώ υπάρχει έμμεση ρωσική παρουσία λόγω της συμμαχίας της GazProm με την ιταλική Eni στην οποία θα επανέλθουμε.
Μια ακόμη σημαντική πλευρά των ρωσικών πρωτοβουλιών στοχεύει στην οικοδόμηση ενός σταθερού άξονα συνεργασίας με το Ιράν. Η προσπάθεια αυτή επισφραγίστηκε με τη συμφωνία Πούτιν-Χατάμι (κατά την προαναφερόμενη επίσκεψη του τελευταίου στη Μόσχα) που αφορά ρωσική βοήθεια για την κατασκευή πυρηνοκίνητου εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος[8]. Ταυτόχρονα, Μόσχα και Τεχεράνη επανέλαβαν την υποστήριξή τους στην Αρμενία για την υπόθεση του Ναγκόρνο Καραμπάχ (που διεκδικεί το Αζερμπαϊτζάν). Είχε προηγηθεί η προσφορά της Iran National Oil Company προς τον AIOC για διακίνηση 800 χιλ. βερελιών/ημέρα αζέρικου πετρελαίου προς το Ιράν, μέσω της εμπορικής διαδικασίας της ανταλλαγής. Το Ιράν ζήτησε επίσης από τη Ρωσία να συμβάλλει ευρύτερα στις διαπραγματεύσεις του με το Αζερμπαϊτζάν και το Τουρκμενιστάν.
Μια ακόμα αξιοσημείωτη ρωσική πρωτοβουλία ήταν η συγκρότηση στην Τεχεράνη στις 19.5, ενός Φόρουμ των εξαγωγικών χωρών Φυσικού Αερίου (G.E.C.F) από κράτη που ελέγχουν τα 2/3 των παγκόσμιων κοιτασμάτων. Εκτός της Ρωσίας συμμετέχουν το Ιράν, η Αλγερία, το Τουρκμενιστάν, η Νορβηγία, η Μαλαισία, η Νιγηρία, το Μπρούνεϊ, η Ινδονησία, το Ομάν[9].
Η Ρωσία έχει πετύχει μέχρι στιγμής να ανακόψει σε ένα βαθμό τη γενικότερη δυναμική του G.U.U.A.M.. Αξιοσημείωτα γεγονότα στην κατεύθυνση αυτή είναι:
(α) Η αγορά από τη ρωσική Γκάζπρομ (GazProm) των 4 από τα 6 διυλιστήρια της Ουκρανίας και η σχεδιαζόμενη αγορά του 51% του ουκρανικού δικτύου, καθώς και η συμφωνία μείωσης του ουκρανικού πετρελαϊκού χρέους που υπογράφηκε στη Σεβαστούπολη το 1996.
Ταυτόχρονα, η Ρωσία δρομολογεί τον αγωγό «Μπλου-Στριμ» που μπορεί να συνδέσει απ’ ευθείας τη Ρωσία με την Τουρκία παρακάμπτοντας εντελώς την Ουκρανία.
Τα γεγονότα αυτά θα πρέπει να συνδυαστούν με την παρουσία ρωσικού στρατού στα σύνορα Ουκρανίας-Μολδαβίας (στο Δνείστερο), την παρουσία της ρωσικής μειονότητας στην Ανατολική Ουκρανία (20% του συνολικού πληθυσμού) και των ρωσικών δυνάμεων φρούρησης των πρώην σοβιετικών βάσεων.
Η Ουκρανία εισάγει επίσης από τη Ρωσία το 80% του πετρελαίου που καταναλώνει ετησίως. Η πρόσφατη ενεργειακή και αμυντική συμφωνία που υπέγραψε ο πρόεδρος Πούτιν με τον ομόλογό του κ. Κούτσμα επιβεβαιώνει τη ρωσική επιρροή (Φλεβάρης 2001). Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι το δίμηνο Φλεβάρη-Μάρτη ξέσπασαν διαδηλώσεις της αντιπολίτευσης στο Κίεβο με αφορμή τη δολοφονία ενός δημοσιογράφου, τις οποίες εμμέσως ο πρόεδρος Κούτσμα απέδοσε σε δραστηριότητα εξωτερικών δυτικών κέντρων[10] (πράγμα πολύ πιθανό αν σκεφτεί κανείς ότι με άρθρο του στους Financial Times την ίδια περίοδο ο περιβόητος George Soros καλούσε τις κυβερνήσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων να διακόψουν κάθε οικονομική συνεργασία με τον κ. Κούτσμα[11]). Σύμφωνα με τα δυτικά Πρακτορεία[12] την εδραίωση της πρόσφατης φιλορωσικής στροφής φέρεται να σηματοδοτεί και η επιλογή του Ανατόλι Κίνακ για το αξίωμα του πρωθυπουργού.
(β) Η κατάσταση στη Γεωργία, η οποία δεν έχει σταθεροποιηθεί εντελώς, (γεωργιανο-απχαζικός πόλεμος ’92-’94, Διακήρυξη της Ν. Οσσετίας για ένωση με τη Ρωσία το ’92, απόπειρες δολοφονίας Σεβαρντνάντζε το ’95 και ’98 κλπ.). Δε θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός ότι η συμβιβαστική πρόταση στον ρωσοαμερικανικό ανταγωνισμό (αγωγός σύνδεσης των βασικών λύσεων Μπακού-Νοβοροσίσκ και Μπακού-Τσεϊχάν) προήλθε από τη συγκεκριμένη χώρα. Το μεγάλο χαρτί της ρωσικής διπλωματίας στη συγκεκριμένη χώρα είναι αναμφισβήτητα η αρμενική μειονότητα (περίπου 7% του πληθυσμού) που βρίσκεται συγκεντρωμένη στην περιοχή Javakhati στα σύνορα με την Αρμενία και την Τουρκία. Η συγκεκριμένη μειονότητα ζητά την παραμονή της ρωσικής στρατιωτικής βάσης του Akhalkalaki (3.000 ανδρών) που ανήκει στην περιοχή και έχει στρατηγική σημασία. Για να πετύχει μια συμφωνία παραμονής της βάσης 15 ετών, η Ρωσία προσφέρει επίσης ευνοϊκή ρύθμιση του πετρελαϊκού χρέους της Γεωργίας (179 δισ. δολάρια). Μέχρι στιγμής η γεωργιανή κυβέρνηση αντιπροτείνει συμφωνία 3 ετών[13].
(γ) Η πρόσφατη νίκη του Κομμουνιστικού Κόμματος στις εκλογές της Μολδαβίας που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την υλοποίηση των σχεδίων των ΗΠΑ.
Η Ρωσία αξιοποιεί επίσης, τη συμμετοχή της στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου (ΟΣΕΠ) και στην Τράπεζα Ευξείνου Πόντου για να εδραιώσει τη ζώνη επιρροής της στην περιοχή.
Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει η δέσμευση μακροχρόνιας ενεργειακής συνεργασίας μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας, κατά τη συνάντηση Πρόντι - Πούτιν στο Παρίσι τον Οκτώβρη του 2000. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του προέδρου της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν στη διάρκεια της συνάντησής του με τον προεδρεύοντα της ΕΕ Ζακ Σιράκ (πρόεδρο της Γαλλίας): «Η Ρωσία είναι έτοιμη να συνεισφέρει στη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής ηπείρου».
Η συγκεκριμένη κατεύθυνση συνεργασίας επιβεβαιώθηκε και στην πρόσφατη συνάντηση Πούτιν - Πέρσον το Μάρτη του 2001 στη Στοκχόλμη (σουηδική προεδρία της ΕΕ) καθώς και με τη διευρυνόμενη επιχειρηματική συνεργασία της GazProm με την ιταλική Εnι. Την ανησυχία της αμερικανικής άρχουσας τάξης, αλλά και μερίδας της γερμανικής γι’ αυτή τη σταδιακή αναθέρμανση των σχέσεων ΕΕ-Ρωσίας φαίνεται να αντανακλά και η δημόσια «αποκάλυψη» εμπιστευτικής έκθεσης της γερμανικής Πρεσβείας στην Ουάσινγκτον, σύμφωνα με την οποία οι Μπους και Σρέντερ συμφώνησαν μυστικά να διατηρήσουν σε χαμηλό επίπεδο τις οικονομικές σχέσεις με τη Μόσχα[14].