Η Οκτωβριανή Επανάσταση και η ίδρυση του σοσιαλιστικού κράτους, η έμπρακτη επιβεβαίωση της αλλαγής σε προοδευτική κατεύθυνση των κοινωνικών συστημάτων, ο πρωτοπόρος σε αυτήν την αλλαγή ρόλος της εργατικής τάξης και η καθοδηγητική ευθύνη του Κομμουνιστικού Κόμματος, τα ιδεολογικά μέτωπα και οι κατευθύνσεις ως προς την τέχνη εντός της Σοβιετικής Ένωσης, η απότοκη ωρίμανση στην πολιτική συνείδηση των εργατών και των καταπιεζόμενων στρωμάτων, οι λαϊκοί αγώνες και οι επαναστάσεις στον υπόλοιπο κόσμο, απασχολούν τους Έλληνες λογοτέχνες και συνάμα επιδρούν στο έργο (θέματα, ιδέες, τεχνοτροπία), στο δημόσιο λόγο (άρθρα, διαλέξεις) και συνολικά στην πολιτική τους στάση.
Πλευρές αυτής της επίδρασης είναι τα παρακάτω: Μια σειρά λογοτεχνικά έργα εμφανιζόμενα από το τέλος της δεκαετίας του 1910 κι έπειτα στην Ελλάδα αποτυπώνουν τα γεγονότα της Επανάστασης, τα βήματα της ΕΣΣΔ, την εμπειρία πνευματικών ανθρώπων από την παραμονή τους στη Σοβιετική Ένωση και ευρύτερα την ανά τον κόσμο ταξική πάλη. Τέτοια έργα είναι: Το ποίημα «Το Φως που καίει» του Κώστα Βάρναλη, τα σονέτα «Λένιν», «Εγερτήριο» και «Εξέλσιορ» του Σπύρου Νικοκάβουρα –το πρώτο δημοσιευμένο και στο «Ριζοσπάστη» το 1920– ένα άτιτλο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και το «Χαίρε Ρωσία» του Νίκου Λευτεριώτη, το οποίο αναφέρεται όμως στην επανάσταση του Φλεβάρη του 1917.1 Σημειώνονται επίσης τα πεζά «Ο κόκκινος τράγος» του Κώστα Παρορίτη, «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, «Γυναίκες» της Γαλάτειας Καζαντζάκη, η αλληγορία «Το γκρέμισμα των Θεών» του Δημοσθένη Βουτυρά, η τριλογία «Πλούσιοι και Φτωχοί» - «Τίμιοι και Άτιμοι» - «Τυχεροί και Άτυχοι» του Γρηγόρη Ξενόπουλου, τα βιβλία «Ταξιδεύοντας. Ρούσια» και «Τόντα Ράμπα» του Νίκου Καζαντζάκη, το εγχειρίδιο του ιδίου «Ιστορία της ρώσικης λογοτεχνίας» και τα σενάριά του σε συνεργασία με το Σοβιετικό Κέντρο Κινηματογράφου «Το κόκκινο μαντίλι», «Λένιν» και «Άγιος Παχώμιος».2 Παραπλήσια είναι η θεματολογία σε ένα μεγάλο αριθμό άρθρων Ελλήνων λογοτεχνών. Καταγράφονται η αρθρογραφία του Νίκου Καζαντζάκη στην εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος» στο τέλος του 1925,3 στην εφημερίδα «Πρωία» το Γενάρη του 1928,4 στο όργανο του Εκπαιδευτικού Ομίλου «Αναγέννηση» από το Σεπτέμβρη του 1926 ως το Φλεβάρη του 1927,5 στον «Ερμή Αλεξανδρείας»6 και σε ευρωπαϊκά περιοδικά7, τα άρθρα του Κώστα Βάρναλη στην εφημερίδα «Ελεύθερος Άνθρωπος» το φθινόπωρο του 19348, τα άρθρα του Δημήτρη Γληνού στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος» το φθινόπωρο του 1934 και το χειμώνα του 19359 και στα έντυπα «Νέοι Πρωτοπόροι» και «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», το ίδιο διάστημα.
Περιληπτικά, σημειώνουμε και την επίσκεψη ορισμένων λογοτεχνών στην ΕΣΣΔ. Ο Νίκος Καζαντζάκης βρίσκεται στη Ρωσία το 1919, ως Γενικός Διευθυντής του υπουργείου Περιθάλψεως, επικεφαλής στον επαναπατρισμό Ελλήνων από τον Καύκασο, με αρνητική προφανώς διάθεση προς το σοσιαλισμό. Το 1922 όμως γνωρίζει κατά το πέρασμά του από Αυστρία και Γερμανία τις σοσιαλιστικές ιδέες. Ο ίδιος περιγράφει σε επιστολές του προς τη Γαλάτεια Καζαντζάκη την εξαθλίωση των φτωχότερων στρωμάτων και τον επαναστατικό αναβρασμό στις δύο αυτές χώρες και την ενημερώνει: «Εδώ έρχομαι σε επαφή με όλη τη διανοούμενη Γερμανία … ένας θαυμαστός πολεμικός όμιλος ανθρώπων, κυρίως παιδαγωγών, που επιζητούν την ολική αναμόρφωση του Σχολείου, όχι να αλλαχτεί η μέθοδο, μα ν’ αλλαχτεί ο σκοπός της παιδαγωγικής. Είναι όλοι κομμουνιστές και άκροι σοσιαλιστές … Είμαι μέλος του συνδέσμου»10.
Το 1925 βρίσκεται ξανά στην ΕΣΣΔ ως απεσταλμένος της εφημερίδας «Ελεύθερος Λόγος» και την ίδια χρονιά προσεγγίζει στο Ηράκλειο Κρήτης μια ομάδα κομμουνιστών, κυρίως πολεμιστών της Μικράς Ασίας και θυμάτων πολέμου. Τον Οκτώβρη του 1927, προσκαλείται από τη σοβιετική κυβέρνηση στα δεκάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης και ανταποκρίνεται. Η περιγραφή από τον ίδιο της επετειακής παρέλασης δείχνει τη συναισθηματική του προσέγγιση με το σοσιαλισμό: «Κύματα πηχτά, απανωτά, καταφθάνουν το πεζικό, το πυροβολικό, οι ναύτες της Βαλτικής και της Μαύρης Θάλασσας … Έπειτα η καταπληκτική, ατέλειωτη παρέλαση του λαού, από τις τρεις πλευρές της γιγάντιας πλατείας ξεχύνονται τρεις βαθυκίνητοι κόκκινοι ποταμοί … Σε ένα κάρο μια μεγάλη υδρόγεια σφαίρα, περισφιγμένη με αλυσίδες, κι ένα παιδί τις χτυπάει με ένα σφυρί και τις συντρίβει … Κοιτάζω γύρω μου, όλοι κλαίνε, δε βλέπω τίποτα, τα μάτια μου και μένα είχαν θαμπώσει … Πόση ώρα βάσταξε το θεϊκό μεθύσι; Πόσους αιώνες; Ετούτη στάθηκε η δεύτερη μέρα, η πιο αψηλή της ζωής μου … Ορκίστηκα να μην ανέχουμαι πια τους ανθρώπους ν’ αδικούν»11. Τότε, γνωρίζει τον Ελληνορουμάνο συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι και μαζί σχεδιάζουν μια διεθνή εκστρατεία προβολής του σοσιαλισμού.12 Στο πλαίσιό της, φτάνουν στην Αθήνα, μιλούν στις 11 Γενάρη 1928 σε συγκέντρωση στο θέατρο «Αλάμπρα» η οποία εξελίσσεται σε πορεία προς την Ομόνοια υπό το άκουσμα της «Διεθνούς»,13 περιοδεύουν στο σανατόριο «Σωτηρία» όπου αντιπαραβάλλουν την τραγική κατάσταση των φυματικών στην Ελλάδα με το σύστημα υγείας στην ΕΣΣΔ, ενώ μόνος του ο Ιστράτι πηγαίνει στο ορυχείο του Λαυρίου και συνομιλεί με τους εργάτες.14
Αργότερα μιλάει στο Α΄ Συνέδριο της Εργατικής Βοήθειας της Ελλάδας.15 Ο Νίκος Καζαντζάκης επιστρέφει στη Σοβιετική Ένωση τον Απρίλη του 1928, διασχίζει όλη σχεδόν την ενδοχώρα της, ολοκληρώνει το ταξίδι ένα χρόνο αργότερα και φαίνεται πια αποστασιοποιημένος από το σοσιαλισμό.
Οι Κώστας Βάρναλης και Δημήτρης Γληνός ταξιδεύουν επίσης στην ΕΣΣΔ από τις 11 Αυγούστου ως τις 13 Σεπτέμβρη 1934. Το ταξίδι τους προγραμματίζεται από το VOKS, δηλαδή το Γραφείο Πνευματικής Επικοινωνίας ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και το εξωτερικό, με σκοπό τη συμμετοχή τους στο διεθνές συνέδριο συγγραφέων το οποίο διαμόρφωσε τις κατευθύνσεις του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Μετά το ταξίδι ο Δημήτρης Γληνός συσφίγγει τους δεσμούς του με το ΚΚΕ, εκλέγεται βουλευτής του το 1936, αναδεικνύεται μέλος του Πολιτικού Γραφείου του Κόμματος (Β΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, Δεκέμβρης 1942) και διατηρεί την ιδιότητα αυτή ως το θάνατό του, το 1943.