Εισαγωγικό Σημείωμα


της ΚΟΜΕΠ

Το άρθρο του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ του ΚΚ Μεξικού που δημοσιεύεται παρακάτω αποτελεί μια σύντομη απάντηση σε ορισμένες κεντρικές αντιλήψεις της λεγόμενης «Παγκόσμιας Αντιιμπεριαλιστικής Πλατφόρμας» (ΠΑΠ) και στον επιζήμιο και αποπροσανατολιστικό ρόλο που αυτή παίζει για την υπονόμευση της βασανιστικής προσπάθειας ανασύνταξης του διεθνούς επαναστατικού κινήματος. Η ΠΑΠ εμφανίστηκε στο Παρίσι τον Οκτώβρη του 2022 ως μια νέα διεθνής «οργάνωση» κι έχει σ’ αυτό το διάστημα πραγματοποιήσει μια σειρά από συναντήσεις στο Βελιγράδι, στη Σεούλ και στο Καράκας, με τη φιλοξενία του κυβερνητικού Ενωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Βενεζουέλας (PSUV).

Στις δραστηριότητες της ΠΑΠ συμμετέχει ένα συνονθύλευμα πολιτικών δυνάμεων, όπου τον κύριο ρόλο παίζουν σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, όπως το προαναφερόμενο PSUV και μια «ουρανοκατέβατη» νοτιοκορεατική οργάνωση («Κόμμα Λαϊκής Δημοκρατίας»), καθώς και ορισμένα Κομμουνιστικά κι Εργατικά Κόμματα, όπως το Ουγγρικό Εργατικό Κόμμα, το ΚΚ (Ιταλία), το Νέο ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, το ΚΕΚΡ, το Λιβανέζικο ΚΚ, το ΚΚ Βρετανίας (Μ-Λ), ο Πόλος για την Κομμουνιστική Αναγέννηση της Γαλλίας κ.ά. Επιπλέον, όπως κατήγγειλε το ΚΚ Μεξικού, στις εκδηλώσεις στο Καράκας συμμετείχαν ακόμη και εθνικιστικές, ρατσιστικές και αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις. Τέτοια, π.χ., είναι η εθνικιστική ισπανική οργάνωση «Vanguardia Espanola» («Ισπανική Πρωτοπορία»).

Από την Ελλάδα θα συναντήσουμε στην ΠΑΠ δύο άγνωστες «οργανώσεις-σφραγίδες», χωρίς πραγματικά κοινωνικά ερείσματα, τη «Συλλογικότητα Αγώνα για την Επαναστατική Ενοποίηση της Ανθρωπότητας» (Δ. Πατέλης) και την «Πλατφόρμα για την Ανεξαρτησία» (Β. Γονατάς), που το τελευταίο διάστημα χαρακτηρίζονται από μια ένταση της αντι-ΚΚΕ εμπάθειας.

Δεν πρέπει να υποτιμήσει κανείς τη σημασία της αντιπαράθεσης με τις αντιλήψεις που διαχέει η ΠΑΠ λόγω του ότι η πλειοψηφία των οργανώσεων που εντάσσονται σε αυτήν δεν έχουν μαζική επιρροή μέσα στο μαζικό κίνημα των χωρών τους. Η σύμπλεξη της δράσης τους με τους σχεδιασμούς αστικών τάξεων, ορισμένες από τις οποίες παίζουν κεντρικό ρόλο σήμερα στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα (Κίνα, Ρωσία), εξασφαλίζει αντικειμενικά σε τέτοιες αντιλήψεις ευρύτερα ακροατήρια και δυνατότητες επίδρασης σε εργατικές-λαϊκές συνειδήσεις που αναζητούν διέξοδο από τη βάρβαρη καπιταλιστική πραγματικότητα.

 

Η ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΤΗΣ ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ

Συστατικό στοιχείο του ίδιου του χαρακτήρα της ΠΑΠ ως δήθεν «αντιιμπεριαλιστικής» οργάνωσης είναι η αντίληψή της για το τι σημαίνει ιμπεριαλισμός, ποιος είναι, με άλλα λόγια, ο πραγματικός αντίπαλος τον οποίο εμφανίζεται να θέτει στο στόχαστρό της. Παρά τις προσπάθειες, ιδιαίτερα εκ μέρους ορισμένων δυνάμεων στο πλαίσιό της που έχουν μεγαλύτερη πείρα σε θεωρητικές αναλύσεις, να προσδώσουν ένα «λενινιστικό» πρόσημο στην αντίληψη της ΠΑΠ περί ιμπεριαλισμού, ο «ιμπεριαλισμός» που αντιπαλεύει δεν είναι παρά ένα σκιάχτρο του μονοπωλιακού καπιταλισμού που ανέλυσε ο Λένιν στο κορυφαίο έργο του Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού.

Δεν πρόκειται για κάτι το νέο και πρωτότυπο. Παρόμοιες αντιλήψεις για το τι σημαίνει ιμπεριαλισμός έχουν μια μακρά ιστορία μέσα στο εργατικό κίνημα και χαρακτηρίζονται από μια σειρά κοινές και λαθεμένες παραδοχές:

  • Αποσπούν την άσκηση ιμπεριαλιστικής πολιτικής από τα αστικά κράτη από την οικονομική ουσία του ιμπεριαλισμού, τη διαμόρφωση και κυριαρχία του μονοπωλίου.
  • Υποτιμούν την ανάπτυξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα, την εξέλιξή του από την εποχή του Λένιν μέχρι σήμερα και τις αλλαγές που αυτή επέφερε στις διάφορες καπιταλιστικές οικονομίες.
  • Βλέπουν σχηματικά και αποστεωμένα, παγωμένο στο χρόνο, το διεθνή συσχετισμό, με άλλα λόγια την κατάταξη των διάφορων χωρών στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα, που μεταβάλλεται λόγω του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης.
  • Ανακυκλώνουν στις σημερινές συνθήκες τις παλιότερες αντιλήψεις περί μόνιμης και εντεινόμενης «εξάρτησης» (και υπανάπτυξης) της μεγάλης πλειοψηφίας των καπιταλιστικών χωρών παγκόσμια από τις ίδιες ισχυρότερες καπιταλιστικές οικονομίες.
  • Αντικρίζουν λαθεμένα το χαρακτήρα των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών και ενώσεων, όπως της ΕΕ, υποτιμώντας τη δυνατότητα των κρατών που δε βρίσκονται σε ηγετικές θέσεις να συνδιαμορφώνουν τις αποφάσεις τους και να προωθούν μέσα σε αυτές τα συμφέροντα των αστικών τους τάξεων.
  • Σε επίπεδο πολιτικής πρότασης, καλούν το λαϊκό κίνημα να προβάλλει στην πρώτη γραμμή την πάλη ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς (την «κυρίαρχη αντίθεση»), ως την πολιτική εκείνη που μπορεί δήθεν να συσπειρώσει πιο αποτελεσματικά σήμερα τις λαϊκές μάζες, αποσυνδέοντας αυτόν το στόχο από την πάλη για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Παρά το ότι επικαλούνται στα λόγια τον καθοδηγητικό ρόλο της εργατικής τάξης, προβάλλουν μια συμμαχία απογυμνωμένη από το κοινωνικοταξικό της περιεχόμενο, από τα συμφέροντα των τάξεων που συνιστούν τις κινητήριες δυνάμεις της σοσιαλιστικής επανάστασης. Οδηγούν νομοτελειακά σε συνεργασίες με αστικές δυνάμεις ή τμήματά τους.

Το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα έχει αντιπαρατεθεί εκτενώς με παρόμοιες αντιλήψεις και με τον ολέθριο ρόλο που αυτές παίζουν στο σωστό προσανατολισμό της ταξικής πάλης. Στις σελίδες της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης1 και της Διεθνούς Κομμουνιστικής Επιθεώρησης2 ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει σε πλούσιο υλικό πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου κειμένου δεν μπορεί φυσικά να γίνει μια εκτενής επισκόπηση των επιχειρημάτων της μαρξιστικής-λενινιστικής κοσμοθεωρίας που καταρρίπτουν ένα-ένα τα θεωρητικά φληναφήματα της ΠΑΠ περί ιμπεριαλισμού. Χρειάζεται όμως να υπενθυμίσουμε σύντομα ορισμένα βασικά ζητήματα.

Η οικονομική ουσία του ιμπεριαλισμού συνίσταται στη διαμόρφωση και κυριαρχία σε όλους τους βασικούς κλάδους της καπιταλιστικής οικονομίας των μεγάλων μετοχικών επιχειρήσεων (μονοπώλια), που γεννιούνται μέσα από τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου και σύμφυσης του βιομηχανικού με το τραπεζικό κεφάλαιο. Η κυριαρχία των μονοπωλίων στην οικονομία δεν καταργεί τον αδυσώπητο ανταγωνισμό ανάμεσα στους καπιταλιστές για τα μερίδια της αγοράς, συχνά μάλιστα τον οξύνει, γιγαντώνοντας τις διαστάσεις του.

Η πολιτική ουσία του ιμπεριαλισμού είναι η στροφή προς την αντίδραση σε όλη τη γραμμή. «Ο ιμπεριαλισμός τείνει στον ίδιο βαθμό και στην εξωτερική πολιτική και στην εσωτερική προς την παραβίαση της δημοκρατίας, προς την αντίδραση.»3 Το αποικιοκρατικό σύστημα με τις βαρβαρότητές του, οι πολύμορφες πολιτικές εξαρτήσεις πολλών χωρών από τις ισχυρές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ο περιορισμός ακόμα και των τυπικών αστικοδημοκρατικών δικαιωμάτων, ο φασισμός, οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι, οι στρατιωτικές επεμβάσεις συνιστούν φαινόμενα τούτης της πολιτικής ουσίας του ιμπεριαλισμού.

Όταν μιλάμε για τον ιμπεριαλισμό πρέπει να έχουμε καθαρό το ζήτημα της οικονομικής και πολιτικής του ουσίας, το γεγονός ότι ιμπεριαλισμός σημαίνει, πρώτα και κύρια, μονοπωλιακός καπιταλισμός, κυριαρχία των μονοπωλίων στην καπιταλιστική οικονομία μιας χώρας. Ειδάλλως, θα περιορίζουμε την έννοια «ιμπεριαλισμός» στα φαινόμενα της επιθετικής εξωτερικής πολιτικής, των στρατιωτικών επεμβάσεων, κύρια των εκάστοτε πιο ισχυρών κρατών. Θα κινδυνεύουμε να χάσουμε τον μπούσουλα μέσα στον πλούτο των φαινομενικών του γνωρισμάτων, που μπορεί να εξελίσσονται, να εμπλουτίζονται, να διαφοροποιούνται, να μεταλλάσσονται, να αλλάζουν. Φυσικά δεν υποστηρίζει κανένας ότι ο μονοπωλιακός καπιταλισμός προσδιορίζεται απλά από την ύπαρξη εμπορευματοχρηματικών σχέσεων σε μια χώρα, όπως συκοφαντικά κατηγορούν το ΚΚΕ κάποιοι ψευτοθεωρητικοί της ΠΑΠ.4 Εξάλλου, βρισκόμαστε πολύ μακριά από τις απαρχές του καπιταλισμού ή από τις εσχατιές του ιμπεριαλισμού των αρχών του 20ού αιώνα, για να μιλάει κανείς με τέτοιους όρους.

Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός αποτελεί μια ζωντανή, ρέουσα πραγματικότητα, όχι ένα αποστεωμένο κατασκεύασμα, κολλημένο στο χρόνο και στο χώρο. Ο Λένιν είχε έγκαιρα επισημάνει την ανάγκη μιας διαλεκτικής προσέγγισης στα ζητήματα του ιμπεριαλισμού: «Θα ήταν λάθος να νομίζει κανείς ότι αυτή η τάση προς το σάπισμα αποκλείει τη γρήγορη ανάπτυξη του καπιταλισμού […] Σαν σύνολο ο καπιταλισμός αναπτύσσεται ασύγκριτα πιο γρήγορα από προηγούμενα, αυτή όμως η ανάπτυξη όχι μόνο γίνεται γενικά πιο ανισόμετρη, αλλά η ανισομετρία εκδηλώνεται επίσης στο σάπισμα ειδικά των χωρών που είναι πιο ισχυρές σε κεφάλαια (Αγγλία).»5

Η ίδια η ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού επιβεβαιώνει ότι το μονοπώλιο γεννιέται σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, με ταχύτερους ή βραδύτερους ρυθμούς, σε ορισμένες περιπτώσεις με βασανιστικό τρόπο ως προς την εσωτερική συσσώρευση ή και με έναν κυρίαρχο ρόλο, στην αρχή, των ξένων μονοπωλίων. Τα διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού στις διάφορες χώρες προσδίδουν στη μια ή στην άλλη χώρα διαφορετική ισχύ στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα (σε συνδυασμό και με την πολιτική και στρατιωτική της ισχύ), άρα και διαφορετικές δυνατότητες πολιτικής παρέμβασης και προώθησης των συμφερόντων των μονοπωλιακών της ομίλων.

 

Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ ΣΗΜΕΡΑ

Το ξέσπασμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου στο έδαφος της Ουκρανίας και η ένταση της πολύμορφης αντιπαράθεσης για την πρωτοκαθεδρία στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα έχουν αναθερμάνει και τροφοδοτήσει τις οπορτουνιστικές αντιλήψεις περί της αναγκαιότητας ενός «πολυπολικού κόσμου», που μπορεί δήθεν να λειτουργήσει ως αποκούμπι των λαών απέναντι στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό. Οι αντιλήψεις αυτές, που εκμεταλλεύονται με λαθροχειρία τις παρακαταθήκες που έχει αφήσει στη μνήμη των λαών ο κοσμοϊστορικός ρόλος της Σοβιετικής Ένωσης και των χωρών του σοσιαλισμού, εμφανίζουν σήμερα την Κίνα και τη Ρωσία ως το αντίπαλο, «αντιιμπεριαλιστικό» δέος.

Όπως διατείνεται η ΠΑΠ: «Δεν υπάρχουν οικονομικά δεδομένα που να δικαιολογούν το χαρακτηρισμό της Κίνας ή της Ρωσίας ως ιμπεριαλιστικών. Αυτές είναι χώρες που δε ζουν με την υπερεκμετάλλευση ή τη λεηλασία του κόσμου. Δε θέτουν άλλες χώρες σε υποδούλωση στρατιωτική, τεχνολογική ή χρεωστική» και ακόμη πως «δεν είναι επιθετικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αλλά, αντίθετα, στοχοποιούνται από τους εχθρούς μας επειδή στέκονται εμπόδιο στην πλήρη παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ».

Πρόκειται για μια ξεκάθαρη διαστρέβλωση της πραγματικότητας του σύγχρονου καπιταλισμού. Σε σχέση με 100 χρόνια πριν, αλλά και σε σχέση με μόλις 20 χρόνια πριν, η θέση του πυρήνα των μεγάλων δυνάμεων του παρελθόντος (π.χ. G7), με όρους παγκόσμιου ΑΕΠ, έχει αδυνατίσει σε σχέση με κάποιες ανερχόμενες δυνάμεις. Η Κίνα, χάρη στην επιταχυνόμενη συσσώρευση παραγωγικού κεφαλαίου, παρουσιάζει σήμερα όλα τα χαρακτηριστικά ενός κράτους στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας. Το ΑΕΠ της εκτινάχτηκε από το 3,6% στο 13,4% του παγκόσμιου ΑΕΠ μεταξύ 2000 και 2014, ξεπερνώντας αυτό των ΗΠΑ, ενώ το 2024 αναμένεται να είναι 40% μεγαλύτερο αυτού των ΗΠΑ. Σημειώνουμε ακόμα, για όσους ισχυρίζονται ότι η Κίνα δε ζει από τη «λεηλασία του κόσμου», ότι το 2022 οι ετήσιες επενδύσεις στο εξωτερικό από κινεζικά μονοπώλια (περιλαμβανομένων και αυτών με έδρα το κινεζικό Χονγκ Κόνγκ) ήταν 250 δισεκατομμύρια δολάρια, στη δεύτερη θέση μετά τα μονοπώλια των ΗΠΑ με επενδύσεις 372 δισ. δολαρίων6. Στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, που αναφέρονται σε 68 «αναπτυσσόμενες» χώρες, δείχνουν ότι τα δάνεια της Κίνας προς τις χώρες αυτές το 2020 έφταναν τα 110 δισ. δολάρια, καθιστώντας την ως το δεύτερο δανειοδότη μετά την Παγκόσμια Τράπεζα.

Αντίστοιχα πρέπει να εξετάσει κανείς το ρόλο και τη θέση της σημερινής καπιταλιστικής Ρωσίας στη μακρά πια πορεία συσσώρευσης του κεφαλαίου μετά τις αντεπαναστατικές ανατροπές του τέλους της δεκαετίας του ’80. Στη Ρωσία σήμερα γιγαντιαία καπιταλιστικά μονοπώλια («Γκαζπρόμ», «Ροσνέφτ», «Λουκόιλ», «Ροσατόμ», «Σμπερμπάνκ», «Νορίλσκι Νίκελ», «Ροσβοορουζένιε», «Ροστέχ», «Ρουσάλ» κ.ά.) εκμεταλλεύονται εκατομμύρια εργαζόμενους, όχι μόνο στην ίδια τη χώρα, αλλά και στις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών, στην Αφρική, στη Νότια Αμερική, στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή, στον Περσικό κ.α.7 Οι επιδιώξεις των ρωσικών μονοπωλίων παίζουν κεντρικό ρόλο στην πολιτική του ρωσικού αστικού κράτους στις πολεμικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία, έντεχνα καλυπτόμενες πίσω από το μανδύα ενός υποτιθέμενου «αντιφασιστικού» αγώνα ενάντια στο αντιδραστικό καθεστώς του Κιέβου και στους ΝΑΤΟϊκούς πάτρωνές του. Αυτό εξηγεί και το γιατί από το 2014 και δώθε (μετά το κυβερνητικό πραξικόπημα στην Ουκρανία) μονοπωλιακοί όμιλοι και το αστικό κράτος της Ρωσίας διατήρησαν εκτεταμένες προσοδοφόρες οικονομικές σχέσεις με την αντιδραστική κυβέρνηση που καταδίωκε ανελέητα το ρωσικό και ρωσόφωνο πληθυσμό και απαγόρευε τη δράση των κομμουνιστών και άλλων αγωνιστών.

Τα επιτελεία του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού, με περισσή υποκρισία κάνουν λόγο σήμερα για ρωσικό ή κινεζικό «ιμπεριαλισμό», ενώ την ίδια στιγμή περικυκλώνουν τη Ρωσία με στρατιωτικές βάσεις και εξανδραποδίζουν τους λαούς ανά τον πλανήτη. Το ΚΚΕ από την πρώτη στιγμή του πολέμου στην Ουκρανία αντιπάλεψε στην πράξη την άμεση εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της αντιδραστικής κυβέρνησης του Κιέβου και των ΝΑΤΟϊκών σχεδιασμών.

Η ΠΑΠ, εκμεταλλευόμενη την ειλικρινή διάθεση των λαών να αντιπαλέψουν τους πολέμους και τις επεμβάσεις των ιμπεριαλιστών, κρύβει επιμελώς ότι τόσο στην Κίνα όσο και στη Ρωσία κουμάντο κάνουν οι αστικές τάξεις, τα μονοπώλια, που συναλλάσσονται και συγκρούονται με τα μονοπώλια των ΗΠΑ, της ΕΕ και των άλλων καπιταλιστικών κρατών, αλλά και μεταξύ τους. Επιδιώκει, επαναλαμβάνοντας πια ως φάρσα την προδοτική πολιτική των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων του περασμένου αιώνα, να στοιχίσει την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα κάτω από τις σημαίες του «καλού», «προοδευτικού» καπιταλιστή.

 

«ΕΞΑΡΤΗΣΗ» ΚΑΙ «ΑΡΙΣΤΕΡΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ»

Παρόμοιες αντιλήψεις σχετικά με τη φύση του ιμπεριαλισμού και τη διαλεκτική της ιστορικής του ανάπτυξης οδηγούν αναπότρεπτα σε μια διαστρέβλωση και της λενινιστικής έννοιας της εξάρτησης και στη στήριξη, στο όνομα του «αντιιμπεριαλισμού», αστικών κυβερνήσεων που εμφανίζονται ως αριστερές-προοδευτικές στις λιγότερο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες (όπως αυτή της Βενεζουέλας ή άλλων χωρών στη Νότια και Κεντρική Αμερική). Ο Λένιν, μελετώντας με ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο το μονοπωλιακό καπιταλισμό ως το ανώτατο-τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, κάνοντας δηλαδή συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, διαπίστωνε την ύπαρξη και «εξαρτημένων χωρών που πολιτικά, τυπικά είναι ανεξάρτητες, στην πράξη όμως είναι μπλεγμένες στα δίχτυα της χρηματιστικής και διπλωματικής εξάρτησης»8.

Στην προσέγγιση όμως αυτή του Λένιν δεν υπάρχει ίχνος αντιδιαλεκτικής σχηματικότητας. Τονίζει χαρακτηριστικά ότι οι ανισότιμες σχέσεις χαρακτήριζαν ανέκαθεν τις συναλλαγές μεγάλων και μικρών κρατών, απλά στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού γενικεύονται και εντάσσονται στην πολιτική «μοιράσματος του κόσμου».

Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, αφού είχαν επέλθει πολύ σημαντικές πολιτικοοικονομικές αλλαγές στις αποικιακές και στις λιγότερο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, με το μεγάλο όγκο των αποικιών να έχουν γίνει πολιτικά ανεξάρτητα κράτη, η έννοια της εξάρτησης διαστρεβλώθηκε εκτεταμένα από διάφορους μαρξίζοντες δημοσιολόγους (Baran, Sweezy, Frank, Cardoso κ.ά.). Υποστηριζόταν ότι οι ανισότιμες σχέσεις και εξαρτήσεις μεταξύ χωρών του λεγόμενου «κέντρου» και της «περιφέρειας» οδηγούσαν σε μια διαχρονική αδυναμία των δεύτερων να αναπτύξουν σε βάθος τις παραγωγικές δυνάμεις και σε μια μόνιμη υπανάπτυξη. Σε πολιτικό επίπεδο οι θεωρίες αυτές, ανεξάρτητα από την αντικαπιταλιστική ρητορική τους και τις αιχμές ενάντια στη διεθνή σοσιαλδημοκρατία, πρόβαλλαν την αναγκαιότητα το εργατικό κίνημα να θέτει στόχους μιας σχετικής αυτάρκειας στο έδαφος του καπιταλισμού, με ισχυρά μέτρα προστατευτισμού της οικονομίας των «εξαρτημένων» χωρών.

Η απόσπαση των ανισότιμων εξαρτήσεων στις σχέσεις των ασθενέστερων οικονομιών με τα ισχυρότερα καπιταλιστικά κράτη από το κοινωνικοοικονομικό περιεχόμενο του ιμπεριαλισμού χρησιμοποιήθηκε έντεχνα για να συσκοτίσει την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής σε μια σειρά χώρες.

Αλλοίωναν και στένευαν έτσι τα επαναστατικά καθήκοντα της εργατικής τάξης και του Κόμματός της, καλλιεργήθηκαν αυταπάτες ότι τα ζητήματα των εξαρτήσεων μπορούν να λυθούν χωρίς την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Προβλήθηκε, στο όνομα πάντα της προσέγγισης της σοσιαλιστικής επανάστασης, η δυνατότητα συμμαχιών στις συνθήκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού με την «εθνική αστική τάξη» στον αγώνα ενάντια στην «εξάρτηση» και στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Θεωρητικοποιήθηκε έτσι η δυνατότητα και η αναγκαιότητα να προχωρήσει η επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού μέσα από μια διαδικασία σταδίων, κατά τα οποία η εργατική τάξη και το Κόμμα της θα αναλάμβαναν ρόλο διαχειριστή της καπιταλιστικής οικονομίας, εισάγοντας υποτίθεται μέτρα περιορισμού της «ασυδοσίας» των μονοπωλιακών ομίλων και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών.

Οι σημερινές αντιλήψεις της ΠΑΠ αποτελούν ένα κακέκτυπο των παλιότερων αυτών θεωριών. Η ανάπτυξη του μονοπωλίου, ως το βασικό οικονομικό γνώρισμα του ιμπεριαλισμού, κρύβεται κάτω από το χαλί. Παραγνωρίζεται η αναγκαία γραμμή πολιτικής για το επαναστατικό εργατικό κίνημα, όπως την έθετε ο Λένιν: «Αγκωνάρι όλης της πολιτικής της Κομμουνιστικής Διεθνούς στο εθνικό και το αποικιακό ζήτημα πρέπει να είναι η προσέγγιση των προλετάριων και των εργαζόμενων μαζών όλων των εθνών και των χωρών στην κοινή επαναστατική πάλη για την ανατροπή των τσιφλικάδων και της αστικής τάξης (...). Στη σημερινή διεθνή κατάσταση δεν υπάρχει άλλη σωτηρία για τα εξαρτημένα και τα αδύνατα έθνη, εκτός από μια ένωση σοβιετικών δημοκρατιών.»9 Συγκαλύπτεται ότι το πλέγμα των ανισότιμων εξαρτήσεων και αλληλεξαρτήσεων δεν μπορεί να σπάσει παρά μόνο με την ανατροπή της αστικής εξουσίας και του κράτους της δικτατορίας του κεφαλαίου, με την οικοδόμηση της νέας, σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

  1. Μ. Παπαδόπουλος, «Η επικαιρότητα της λενινιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 4/2016, Β. Όψιμος, «Η θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό και οι διαστρεβλώσεις της», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 2/2017.
  2. Μ. Παπαδόπουλος, «Οι ιμπεριαλιστικές ενώσεις, οι ενδοϊμπεριαλιστικές συμμαχίες και η στάση των κομμουνιστών», Διεθνής Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τεύχ. 6/2015.
  3. Β. Ι. Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό», Άπαντα, τόμ. 30, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 93.
  4. Joti Brar, «The danger of war and the Global Communist Movement», CPI summit against hypocricy, 26.3.2023, Stephen Cho, «Let us march forward towards victory, holding higher the banner of anti-imperialism», 20.5.2023.
  5. Β. Ι. Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», Άπαντα, τόμ. 27, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 429-430.
  6. UNCTAD, «World Investment Report 2023, FDI flows by region and economy».
  7. Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ, «Ορισμένα στοιχεία για την οικονομία της Ρωσίας», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 5-6/2022.
  8. Β. Ι. Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», Άπαντα, τόμ. 27, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 389-390.
  9. Β. Ι. Λένιν, «Πρωταρχικό σχέδιο θέσεων για το εθνικό και το αποικιακό ζήτημα», Άπαντα, τόμ. 41, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 163, 167.