Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η ΕΣΣΔ, παρά τον αρχικό αιφνιδιασμό και την απώλεια σημαντικών εδαφών στα δυτικά της χώρας, κατάφερε τα πρώτα σημαντικά πλήγματα στη γερμανική πολεμική μηχανή. Ήδη με το σταμάτημα των Γερμανών μπροστά στη Μόσχα, τον Δεκέμβρη του 1941, επέφερε την πρώτη ήττα των γερμανικών στρατευμάτων, το σμπαράλιασμα της θεωρίας του κεραυνοβόλου πολέμου. Ακολούθησαν οι εποποιίες του Λένινγκραντ, του Στάλινγκραντ, του Κουρσκ. Η καθεμιά από αυτές έχει ξεχωριστή σημασία για το μέγεθος της σύγκρουσης, της αποφασιστικότητας του κόμματος των μπολσεβίκων, της αυτοθυσίας, του ηρωισμού των εκατομμυρίων στρατιωτών, παρτιζάνων και σοβιετικού λαού που πήραν μέρος στην υπεράσπιση της σοσιαλιστικής τους πατρίδας, της ΕΣΣΔ.
Η έκβαση του πολέμου κρίθηκε και από τα τεχνολογικά πολεμικά μέσα που είχε να παρατάξει το κάθε εμπόλεμο κράτος. Η ναζιστική Γερμανία, πράγματι, είχε ισχυρή παράδοση στη βιομηχανική παραγωγή και με την ανοχή και παρότρυνση των άλλων καπιταλιστικών κρατών μπόρεσε να επανεξοπλιστεί στη δεκαετία του 1930. Ακόμα, πήρε το έτοιμο πολεμικό υλικό και τις βιομηχανίες των χωρών που κατέλαβε (Τσεχοσλοβακία, Γαλλία, Βέλγιο). Έτσι την πρώτη περίοδο του πολέμου είχε υπεροπλία. Η ΕΣΣΔ στη δεκαετία του 1930 είχε ρίξει βάρος στην παραγωγή για την άνοδο της λαϊκής ευημερίας και είχε αλματώδη πρόοδο μέσα από τα πεντάχρονα πλάνα. Το κυριότερο είναι ότι τα επιτεύγματα αυτά πραγματοποιήθηκαν για πρώτη φορά στην ιστορία, με σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής, με κοινωνικοποιημένα μέσα παραγωγής και κεντρικό σχεδιασμό της παραγωγής από το σοσιαλιστικό κράτος. Τα παραπάνω δεδομένα συντέλεσαν καθοριστικά ώστε η σοβιετική βιομηχανία και τεχνική να πετύχει άθλους και στην περίοδο του πολέμου στην ίδια την παραγωγή σύγχρονου πολεμικού υλικού.
Η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και ο κεντρικός σχεδιασμός –που αποτελεί όχι απλώς τεχνικό εργαλείο αλλά σχέση της κοινωνικοποιημένης παραγωγής– που προϋπήρχαν, λειτούργησαν σε συνθήκες πολέμου ως κάτι «αυτονόητο», τη στιγμή που για τις καπιταλιστικές χώρες ήταν κάτι ζητούμενο – ειδική προετοιμασία για τον πόλεμο. Κάτω από τον κεντρικό σχεδιασμό συντονίστηκε όλη η αλυσίδα της παραγωγής: εξόρυξη, μεταφορές, εργοστάσια, ανθρώπινο δυναμικό και ταχύρρυθμη εκπαίδευσή του. Μαζική εφαρμογή καινοτομιών που είχαν παραχθεί προπολεμικά σε μικρή κλίμακα, καθώς και νέες εφευρέσεις, μπήκαν μαζικά σε παραγωγή. Με αυταπάρνηση και σχέδιο λύθηκε με μεγάλη επιτυχία η μεταφορά των βιομηχανιών προς τα ανατολικά· εν μέσω πολέμου, σε χρόνους ρεκόρ, αποσυναρμολογήθηκαν ολόκληρες βιομηχανίες, φορτώθηκαν σε τραίνα και μεταφέρθηκαν πίσω από τα Ουράλια. Στη νέα εγκατάσταση συνήθως πρώτα άρχιζε να λειτουργεί το εργοστάσιο σε ανοιχτό χώρο και στη συνέχεια έμπαιναν οι τοίχοι και η στέγη. Σε αυτές τις συνθήκες παράχθηκαν σε τεράστιους αριθμούς πολεμικά μέσα που εξόπλισαν τον Κόκκινο Στρατό, κατέπληξαν εχθρούς και συμμάχους με την αποτελεσματικότητά τους (όπως τα άρματα Τ34 κ.ά. ) κι έδωσαν στα εκατομμύρια των μαχητών του Κόκκινου Στρατού τα εφόδια για την τελική εφόρμηση για την απελευθέρωση των κατεχόμενων χωρών και το τσάκισμα της ναζιστικής Γερμανίας.
Αυτό το στρατιωτικό και τεχνολογικό επίτευγμα της ΕΣΣΔ αποδεικνύει την ανωτερότητα και δυναμικότητα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής. Το άρθρο που δημοσιεύουμε αποτελεί μέρος του έργου του Νικολάι Βοζνεσένσκι «Η πολεμική οικονομία της ΕΣΣΔ στην περίοδο του Πατριωτικού Πολέμου». Στο κεφάλαιο που επιλέξαμε καταγράφονται αυτές οι προϋποθέσεις που έδωσαν την τεράστια δυναμική στη σοβιετική πολεμική παραγωγή.
Διαβάζοντας ο αναγνώστης του συγκεκριμένο άρθρο, χρειάζεται να έχει υπόψη του ότι το σοβιετικό κράτος, τη στιγμή της γερμανικής εισβολής, μετρούσε μόλις 24 χρόνια από την Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση και 19 χρόνια από τη συγκρότηση της ΕΣΣΔ ως πολυεθνικού σοσιαλιστικού κράτους. Έτσι, η έννοια της υπεράσπισης της πατρίδας και ο όρος πατριωτικός πόλεμος, όπως καταγράφηκε η τιτάνια προσπάθεια των λαών της ΕΣΣΔ να υπερασπιστούν τα εδάφη τους από ξένη κατάκτηση, εμπεριέχει την προσπάθεια καλέσματος σε συστράτευση ακόμα και δυνάμεων που δεν είχαν αφομοιωθεί στο σοσιαλιστικό σύστημα, αλλά έχει και το νόημα της υπεράσπισης των νέων σχέσεων παραγωγής, της σοσιαλιστικής πατρίδας. Όπως αποδείχτηκε ιστορικά, οι μεγάλες αλλαγές στην ταξική σύνθεση δεν ήταν αρκετές για να διασφαλίσουν την ηθική και πολιτική ενότητα των λαών της ΕΣΣΔ, όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας. Έχουμε ως Κόμμα αναδείξει κριτικά πλευρές του συγκεκριμένου ζητήματος.
Ο Βοζνεσένσκι στο άρθρο του, αναφερόμενος στην παραγωγή σιτηρών, προσδιορίζει ως εμπορευματικά τα προϊόντα της σοσιαλιστικής παραγωγής. Τα προϊόντα όμως της σοσιαλιστικής παραγωγής, που παράγονται με μέσα της κοινωνικής ιδιοκτησίας και προορίζονται για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, δεν αποτελούν εμπορεύματα παρόλο που καταναλώνονται ατομικά.1 Πρόκειται για ένα λαθεμένο χαρακτηρισμό ορισμένων προϊόντων της κοινωνικοποιημένης παραγωγής ως εμπορευμάτων στην ΕΣΣΔ, που τις αιτίες του αναλυτικότερα έχουμε αναδείξει στην απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, για τις αιτίες ανατροπής του σοσιαλισμού στον 20ό αιώνα.
Τέλος, ο όρος γενική κρίση του καπιταλισμού, με την έννοια που προσδόθηκε την εποχή που γράφει ο Βοζνεσένσκι το έργο του, δεν αποδείχτηκε αντικειμενικός. Παρόλο που η απόσπαση 7 κρατών στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη από το σύστημα του ιμπεριαλισμού και η ένταξή τους σε μια πορεία στο σοσιαλιστικό σύστημα ήταν ένα σοβαρό πλήγμα, ο καπιταλισμός συνέχισε να έχει δυναμικότητα.2