Οι Θέσεις για το 22ο Συνέδριο αναφέρουν:
«Σε αυτήν την κατεύθυνση, να ενισχυθεί συνολικά η ικανότητα για επεξεργασία της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης σε κάθε κίνημα, εργασιακό χώρο και γενικότερα χώρο ευθύνης, ώστε η διεύρυνση των δεσμών μας και η απαραίτητη και κρίσιμη αλλαγή των συσχετισμών μέσα στο κίνημα, σε τελευταία ανάλυση, να υπηρετεί τη στρατηγική μας.
Πρόκειται για ένα σύνθετο πρόβλημα που αποτυπώνεται σε καθοδηγητικές αδυναμίες ως προς τη διάταξη των στελεχών, την πολιτική ανάπτυξή τους και την ιεράρχηση των καθηκόντων· επομένως, και στην εξασφάλιση του απαιτούμενου χρόνου προετοιμασίας, ώστε να διαχέονται σταθερά και επαναλαμβανόμενα από πάνω προς τα κάτω οι κεντρικές επεξεργασίες και οι άξονες της ιδεολογικής πάλης.»
Υπό αυτό το πρίσμα, ακολουθούν ορισμένα ζητήματα της ιδεολογικής-πολιτικής πάλης.
ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ «ΑΓΩΝΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ, ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΝΕΚΗ» ΚΛΠ.
Οι αγρότες έβαζαν στις συσκέψεις τους το σύνθημα «αγώνας μέχρι τη νίκη, μέχρι τέλους». Απαιτείται η συστηματική επεξεργασία και μαζική επεξήγηση αυτού του συνθήματος στο κίνημα, αλλά και πιο αυτοτελώς από τη σκοπιά των κομμουνιστών. Στο κίνημα αναδεικνύεται ότι το «μέχρι τέλους» δε λύνεται μια και έξω, μέσα από έναν κύκλο δυναμικών κινητοποιήσεων, καθώς απέναντι βρίσκονται ισχυροί αντίπαλοι: Βιομήχανοι, καρτέλ, η ΕΕ και το αστικό κράτος. Ο πόλεμος έχει πολλές μάχες και η τελική νίκη προϋποθέτει την επικράτηση επί αυτών των αντιπάλων, ώστε οι παραγωγοί να γίνουν οι ίδιοι κύριοι του πλούτου που παράγουν. Αυτό μπορεί να τίθεται στο κίνημα, προβάλλοντας την ανάγκη για κοινή δράση με τις άλλες λαϊκές δυνάμεις –τους εργάτες, τους αυτοαπασχολούμενους των πόλεων, τους φοιτητές, μαθητές, στρατευμένους– που αντιμετωπίζουν τον ίδιο αντίπαλο. Η νίκη, που αφορά το σύνολο αυτών των δυνάμεων, σημαίνει εφ’ όλης της ύλης σύγκρουση-ανατροπή.
Η νίκη των αγροτών σήμερα δεν αποτιμάται αποκλειστικά με οικονομικούς όρους, αλλά και στην ανάκτηση της αξιοπρέπειας και στην ανάδειξη της δύναμης που κρύβει η συλλογική δράση. Η κινητοποίηση αυτή κατάφερε ένα καίριο πλήγμα στο κυβερνητικό αφήγημα, στριμώχνοντας την κυβέρνηση και αναδεικνύοντας ξεκάθαρα τον πραγματικό αντίπαλο του αγρότη: Ένα σύστημα που λειτουργεί ως προστάτης των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.
Επί 55 ημέρες, η δημόσια συζήτηση έφερε στο φως τις προκλητικές αντιθέσεις, αποκαλύπτοντας το μέγεθος των προνομίων που απολαμβάνουν οι εφοπλιστές και οι κατασκευαστικοί όμιλοι μέσω των αφορολόγητων καυσίμων και των εγγυημένων κερδών (π.χ. διόδια στις εθνικές οδούς). Σε αυτόν τον κύκλο κινητοποιήσεων αναδείχτηκε πιο καθαρά –και μάλιστα από τους ίδιους τους αγρότες– ότι η κυβέρνηση διαθέτει πλεονάσματα από τη φοροληστεία του λαού τα οποία θα μπορούσαν να διατεθούν για την ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων τους. Ωστόσο, έγινε φανερό ότι οι προτεραιότητές της είναι διαφορετικές, επιβεβαιώνοντας πως η επιλογή της είναι η στήριξη των μονοπωλιακών συμφερόντων και των πολεμικών εξοπλισμών και όχι των βιοπαλαιστών αγροτών.
Την ίδια στιγμή, η αποκάλυψη της χαώδους απόστασης στις τιμές –από το εξευτελιστικό αντίτιμο στο χωράφι μέχρι την ακρίβεια στο ράφι– εξέθεσε τη λειτουργία των καρτέλ και ανάγκασε την κυβέρνηση στην κρίσιμη ομολογία ότι «δεν μπορεί να παρέμβει στην αγορά». Αυτή η παραδοχή λειτούργησε ως επιβεβαίωση ότι ο πραγματικός αντίπαλος δεν είναι οι καιρικές συνθήκες, αλλά συνολικά το σύστημα που θυσιάζει το μόχθο του παραγωγού για τα υπερκέρδη των μεσαζόντων και των επιχειρηματικών ομίλων.
Το αγροτικό κίνημα αντικειμενικά στρίμωξε συνολικά το αστικό πολιτικό σύστημα. Οι αγρότες βρέθηκαν στους δρόμους παλεύοντας ενάντια σε μηχανισμούς ελέγχου, όπως το monitoring, τους οποίους οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις είχαν αποδεχτεί σιωπηλά στις Βρυξέλλες, όπως συνέβη με την ψήφιση του αναθεωρημένου κανονισμού που υπερψήφισαν όλοι πλην ΚΚΕ. Αυτή η πίεση ανέδειξε ότι η συλλογική διεκδίκηση μπορεί να διαρρήξει τις επικοινωνιακές βιτρίνες και να κατονομάσει τους πραγματικούς υπαίτιους. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ίδιοι οι αγρότες στηλίτευσαν τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς, ενώ ως κυβέρνηση πανηγύριζε για τη συμφωνία Mercosur, τώρα οι ευρωβουλευτές του εμφανίζονταν ως αντίθετοι.
Είναι αναγκαίο να αξιοποιούνται στο έπακρο τα αντικειμενικά περιθώρια που ανοίγει η δράση των κομμουνιστών, ώστε να αποκαλύπτεται πιο αποτελεσματικά η υποκρισία των πολιτικών δυνάμεων που, ενώ ψηφίζουν μέτρα εξαθλίωσης, εμφανίζονται ως προστάτες των αγροτών ή ως κήρυκες της «αναποτελεσματικότητας» των αγώνων.
Τέτοιο παράδειγμα είναι και το κόμμα του Βελόπουλου, που φοράει το προσωπείο του προστάτη των αγροτών ενώ στηρίζει τις στρατηγικές επιλογές της ΕΕ. Η δήθεν «εθνική αυτάρκεια» που ευαγγελίζεται είναι κενό γράμμα εντός της ενιαίας αγοράς της ΕΕ, την οποία ο ίδιος υπερασπίζεται. Παράλληλα αποσυνδέει την κυβερνητική πολιτική από την ΚΑΠ, παρουσιάζοντας το πρόβλημα απλώς ως ζήτημα «διαχείρισης» ή «διαπραγμάτευσης». Αντίστοιχα κινείται και η Πλεύση Ελευθερίας. Αυτή η προσέγγιση συσκοτίζει εσκεμμένα το γεγονός ότι η ΚΑΠ είναι το κεντρικό εργαλείο της στρατηγικής της ΕΕ για την εξυπηρέτηση των μονοπωλίων, εγκλωβίζοντας τη λαϊκή αγανάκτηση σε ανώδυνες αναζητήσεις για αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις της ΚΑΠ.
Σε περιόδους έξαρσης των αγώνων, είναι αναμενόμενο να εντείνεται η παρέμβαση δυνάμεων όπως το ΠΑΣΟΚ, η οποία εκδηλώθηκε και οργανωμένα «από τα μέσα», μέσω των μηχανισμών των συνεταιρισμών και τοπικών στελεχών. Οι δυνάμεις αυτές, αντιλαμβανόμενες το κύρος της ΠΕΜ, απέφευγαν την ανοιχτή σύγκρουση στις αποφάσεις, όμως όπου διέθεταν δυνάμεις προχωρούσαν σε συστηματική υπονόμευση.
ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ «ΠΑΛΕΥΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ, ΝΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ ΩΣ ΑΓΡΟΤΟΠΑΡΑΓΩΓΟΙ, ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΚΛΗΡΙΣΤΟΥΜΕ»
Είναι το πιο δύσκολο ζήτημα που συζητιέται μέσα στις δομές του αγροτικού συνδικαλιστικού κινήματος, ζήτημα που καθορίζεται από την εμπειρία του αγρότη σε συνάρτηση με την παρέμβαση μεγάλου εύρους πολιτικών δυνάμεων, όπως δυσαρεστημένων από τη ΝΔ, δεξιών-εθνικιστικών κομμάτων όπως η Ελληνική Λύση, σοσιαλδημοκρατικών (ΠΑΣΟΚ, Πλεύση Ελευθερίας, ΜέΡΑ25, ΣΥΡΙΖΑ, ΝΕΑΡ), αλλά και του οπορτουνιστικού χώρου, π.χ. Ρουβίκωνας (Θεσσαλονίκη, Θήβα, Πάτρα κ.α.).
Όλοι αυτοί παρεμβαίνουν με τη γραμμή για τη «σωτηρία», την προστασία της εγχώριας αγροτικής παραγωγής με «αντι-ολιγαρχικά» συνθήματα, με «διόρθωση» της δομής και κάποιων κανόνων της ΕΕ, ενώ στην ουσία δεν αμφισβητούν τη μονοπωλιακή καπιταλιστική εξέλιξη, το μονοπωλιακό ανταγωνισμό και την εξάρτηση της αυτοαπασχόλησης από τα μονοπώλια κλπ. Καλλιεργούν νέες αυταπάτες για υγιή λειτουργία και ισότιμη συμμετοχή σε «ομάδες παραγωγών», «συνεταιρισμούς», υπό την κυριαρχία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας/εξουσίας.
Εδώ ανοίγει η βαθύτερη ιδεολογική-πολιτική παρέμβαση-διαπάλη για τους δύο δρόμους ανάπτυξης/οικονομίας/εξουσίας, που ολοκληρωμένα απαιτεί αυτοτελή κομματική παρέμβαση με όλες τις μορφές: Ατομικές συζητήσεις, συσκέψεις, εκδηλώσεις, περιοδείες, αξιοποίηση του Ριζοσπάστη, του κομματικού προπαγανδιστικού υλικού, εκδόσεων, με προετοιμασία προπαγανδιστών, με σεμινάρια αγροτοσυνδικαλιστών, με μαθήματα καθοδηγητών της δουλειάς στους αγρότες.
ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΛΑΪΚΕΥΣΗ ΤΟΥΣ, ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΑ ΜΠΛΟΚΑ Ή ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ, ΕΝΔΕΙΚΝΥΤΑΙ Η ΑΚΟΛΟΥΘΗ ΜΕΘΟΔΟΣ
Η θέση του Κόμματος ξετυλίγεται με αφετηρία τα αιτήματα των αγροτών, αναδεικνύοντας τους λόγους για τους οποίους αυτά δεν ικανοποιούνται από μια αστική κυβέρνηση. Αναλύεται γιατί η ΕΕ εμποδίζει, για παράδειγμα, την προστασία του αγρότη και της παραγωγής του από φυσικά φαινόμενα (πλημμύρες, λειψυδρία, πυρκαγιές, ζωονόσοι κλπ.), ποια έργα είναι απαραίτητα, ποιες δαπάνες και κρατικές υπηρεσίες απαιτούνται και γιατί αυτά δεν υλοποιούνται από το κράτος των καπιταλιστών, τις οικονομικές συμμαχίες και τις συμφωνίες τους.
Στο πλαίσιο αυτό, προσδιορίζεται το περιεχόμενο του εργατικού κράτους και η σχέση ιδιοκτησίας που αυτό κατοχυρώνει (την κοινωνική ιδιοκτησία στη βιομηχανία), καθώς και η σημασία του κρατικού εμπορίου. Αυτές οι προϋποθέσεις απαλλάσσουν τον αγρότη από τη μέγγενη των βιομηχανικών, τραπεζικών και εμπορικών μονοπωλίων. Πάνω σε αυτό το θεμελιακά διαφορετικό οικονομικό και πολιτικό έδαφος, αναδεικνύεται ο ρόλος του παραγωγικού συνεταιρισμού και πώς η σχέση του με το εργατικό κράτος και τον κεντρικό σχεδιασμό εξασφαλίζει στήριξη με τεχνολογικά αναβαθμισμένα μηχανήματα, υποδομές και εποχικό εργατικό δυναμικό. Περιγράφεται το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων, καθώς και οι συνθήκες όπου ο αγρότης όχι μόνο δε χάνει τη σχέση του με την παραγωγή, αλλά αντίθετα εξασφαλίζεται συνολικά η εργασία και αναβαθμίζεται η ζωή του.
Αναδεικνύεται ότι το ζήτημα του υψηλού κόστους παραγωγής και των χαμηλών τιμών είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της καπιταλιστικής αγοράς και της ανισομετρίας της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στον καπιταλισμό, αυτό το χάσμα μπορεί να εκλείψει μόνο με την επέκταση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στην αγροτική παραγωγή (καθετοποίηση, κεφαλαιοποίηση), η οποία αυξάνει την παραγωγικότητα, αλλά οδηγεί στην καταστροφή του αυτοαπασχολούμενου αγρότη και τη μετατροπή του σε μισθωτό εργάτη. Στο υπάρχον σύστημα, οι επιδοτήσεις καλύπτουν το χάσμα μόνο συγκυριακά και επιμέρους, εξυπηρετώντας ουσιαστικά την παραγωγή φθηνών προϊόντων για τα μονοπώλια.
Το θέμα της κοινωνικοποίησης της γης, παρόλο που μπορεί να προκαλεί αρχικά κάποιον δισταγμό, πρέπει να κατανοείται ως η μόνη δικλείδα για να μη συγκεντρωθούν η καλλιεργήσιμη γη, τα βοσκοτόπια κλπ. στα χέρια εκμεταλλευτών. Όπως γίνεται αντιληπτό ότι η υγεία και η παιδεία είναι κοινωνικά αγαθά που πρέπει να σταματήσουν να αποτελούν εμπορεύματα, το ίδιο ισχύει και για τη γη. Στον καπιταλισμό, ο αγρότης βλέπει το χωράφι του καταχρεωμένο και υποθηκευμένο στις τράπεζες. Στη διέξοδο που προτείνει το Κόμμα, η γη παύει να είναι εμπόρευμα· γίνεται κοινωνική περιουσία που διατίθεται στον αγρότη για καλλιέργεια, χωρίς το άγχος των χρεών και των τόκων. Ο παραγωγός απελευθερώνεται από τα δεσμά της ιδιοκτησίας που τον πνίγουν και επικεντρώνεται στην παραγωγή για τις ανάγκες του λαού.
ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΞΗΣ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Η Συμμαχία ως πραγματική διέξοδος: Η αλληλεγγύη και η κοινή δράση που αναπτύσσεται σήμερα ανάμεσα στους αγρότες και τους εργάτες αποτελεί το προσχέδιο για το πώς μπορεί να οργανωθεί η κοινωνία αύριο σε πολύ πιο στέρεες βάσεις. Η πραγματική διέξοδος απέναντι στη ληστεία των μονοπωλίων βρίσκεται στον έλεγχο της παραγωγής από τους ίδιους τους παραγωγούς του πλούτου. Σε μια τέτοια προοπτική, ο αγρότης θα κάνει κουμάντο στην παραγωγή του και ο εργάτης στα εργοστάσια που παράγουν λιπάσματα, φάρμακα και πρώτες ύλες, γενικότερα στις μονάδες μεταποίησης.
Για την εργατική-λαϊκή εξουσία: Όπως σήμερα υπάρχει συντονισμός στον αγώνα, έτσι αύριο στην εργατική εξουσία θα εκφράζονται οι ανάγκες των αγροτοπαραγωγών μέσα από τα συμβούλιά τους, την εκπροσώπησή τους σε όλα τα όργανα. Αυτή η εξουσία θα υπερασπίζεται την εργασία όλων και το εργασιακό εισόδημα, τις κρατικές κοινωνικές υπηρεσίες· μέσα σε όλα αυτά, στόχος είναι το χωράφι να προμηθεύει το εργοστάσιο και το εργοστάσιο το χωράφι, χωρίς την παρεμβολή του κέρδους του εμπόρου, του βιομήχανου ή των μεγαλομεταφορέων κλπ. Με αυτόν τον τρόπο, η παραγωγή απελευθερώνεται από τα δεσμά των μεσαζόντων, των καρτέλ, των μονοπωλίων.
Το κράτος των κοινωνικών αναγκών: Η ανάγκη του αγρότη για προστασία από τις φυσικές καταστροφές μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο από ένα ταξικά διαφορετικό κράτος. Το κριτήριο λειτουργίας αυτού του κράτους θα είναι η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών και όχι το κέρδος. Ένα τέτοιο κράτος μπορεί να λύσει οριστικά τα ζητήματα συγκέντρωσης του προϊόντος, να εγγυηθεί τιμές και να προωθήσει τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό προς όφελος του παραγωγού –σε αντίθεση με το σήμερα, όπου η τεχνολογία αξιοποιείται ως εργαλείο για τη συγκέντρωση της παραγωγής σε λίγα χέρια.
Η ΕΕ ως «στρούγκα» των συμφερόντων των μονοπωλίων: Γίνεται πλέον φανερό ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί ως μια «στρούγκα» περιορισμών. Παραδείγματα όπως οι πολιτικές εμβολιασμού στην κτηνοτροφία ή οι διάφοροι κανονισμοί κραυγάζουν ότι οι αποφάσεις δεν παίρνονται με γνώμονα το λαϊκό συμφέρον. Παράλληλα, οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης ότι «δεν υπάρχουν περιθώρια» από την ΚΑΠ για την ικανοποίηση των αγροτικών αιτημάτων αποδεικνύουν ότι η προτεραιότητα της ΕΕ παραμένει η θωράκιση των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και όχι η στήριξη του μόχθου των αγροτών.
Το αγροτοδιατροφικό ζήτημα, όπως «ανοίχτηκε» με ορμή από τις πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις, δεν αποτελεί απλώς ένα «αγροτικό» πρόβλημα, αλλά μια κεντρική μάχη που πρέπει να μεταφερθεί άμεσα εκεί που χτυπά η καρδιά της εργατικής τάξης. Η εμπειρία των μπλόκων έδειξε ότι οι αγρότες έθεσαν το ζήτημα της επιβίωσης, όμως τώρα επιβάλλεται με ευθύνη των κομμουνιστών να γίνει «κτήμα» των εργατών στη βιομηχανία κ.α., να ριζώσει μέσα στα εργοστάσια τροφίμων, ν’ απασχολήσει τους αυτοαπασχολούμενους που εργάζονται στην αλυσίδα του τροφίμου, αλλά και τους αυριανούς επιστήμονες στις γεωπονικές σχολές, ευρύτερα το λαό. Το διατροφικό πρόβλημα, με την ακρίβεια να τσακίζει το λαϊκό εισόδημα και τα μονοπώλια να κερδοσκοπούν ασύστολα, δεν μπορεί να λυθεί μέσα στα όρια της «αγοράς». Η πραγματική διέξοδος απαιτεί τη σύγκρουση με την κυριαρχία των ομίλων που ελέγχουν την παραγωγή και το εμπόριο των τροφίμων. Η οριστική λύση του αγροτοδιατροφικού προβλήματος, που θα εξασφαλίζει φθηνά και ποιοτικά προϊόντα για το λαό και αξιοπρεπή ζωή για τον παραγωγό, απαιτεί μια άλλη οικονομία και εξουσία: Το σοσιαλισμό. Μόνο σε ένα εργατικό κράτος, όπου η γη και τα μέσα παραγωγής θα είναι κοινωνική ιδιοκτησία και η παραγωγή θα σχεδιάζεται επιστημονικά με γνώμονα τις λαϊκές ανάγκες και όχι το κέρδος, μπορεί να διασφαλιστεί η διατροφική επάρκεια και η ευημερία της αγροτιάς και της εργατικής τάξης.
Η συνολική εκτίμηση και αυτού του κύκλου κινητοποιήσεων επιβεβαιώνει πως η παρέμβαση των κομματικών δυνάμεων στα μπλόκα λειτούργησε ως πραγματικός καταλύτης. Εκεί όπου υπήρξε παρέμβαση, άνοιξε η συζήτηση για το σύνολο των ζητημάτων: Από την ΚΑΠ και τις κατευθύνσεις της ΕΕ, μέχρι τις συμφωνίες τύπου Mercosur και τις επιπτώσεις των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Ένα μεγάλο κομμάτι του αγροτόκοσμου αρχίζει πλέον να συνειδητοποιεί και να δηλώνει ότι ο καπιταλισμός είναι η δύναμη που τον συνθλίβει. Αποτελεί, λοιπόν, επιτακτικό καθήκον η συζήτηση να προχωρήσει ακόμα πιο πέρα. Σε αυτήν την πορεία, λαμβάνεται υπόψη ότι η ατομική ιδιοκτησία αποτελεί το αντικειμενικό βαρίδι για τη συνείδηση του αγρότη, καθώς τον εγκλωβίζει στην ψευδαίσθηση του «νοικοκύρη» και του «ατομικού δρόμου», την ίδια στιγμή που το σύστημα τον μετατρέπει σε υποχείριο των τραπεζών και των μονοπωλίων, τον υποχρεώνει όλο και συχνότερα στην αναζήτηση «δεύτερης» εργασίας σε άλλον τομέα απασχόλησης ή ως εργατικό δυναμικό.
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΠ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ
Η ομολογία της κυβέρνησης ότι «δεν μπορεί να δώσει» παροχές λόγω της ΚΑΠ και της «ελεύθερης αγοράς» αποτελεί ένα όπλο που πρέπει να αξιοποιηθεί. Ο ίδιος ο Μητσοτάκης παραδέχτηκε ότι το όριο είναι οι «νόμοι της αγοράς» και οι «δεσμεύσεις της ΕΕ». Επισημαίνεται ότι η παραπάνω κυβερνητική ομολογία άρνησης αφορούσε τα ίδια τα αιτήματα στα οποία κατέληξαν χιλιάδες αγρότες μέσα από εκατοντάδες γενικές συνελεύσεις των μπλόκων και τις 7 μεγάλες πανελλαδικές συσκέψεις –αγρότες όλων των πολιτικών αποχρώσεων, όπου μάλιστα οι κομμουνιστές ήταν μια ισχνή μειοψηφία.
Άρα η απάντηση στο ερώτημα «τι κίνημα χρειάζεται;» είναι σαφής: Ένα κίνημα που θα αμφισβητεί ακριβώς αυτά τα όρια. Πρέπει, δηλαδή, να θέτει και να διεκδικεί αιτήματα που συγκρούονται με τη λογική του καπιταλισμού στη σημερινή φάση της διεθνοποιημένης αγοράς, του αστικού κράτους και των κατευθύνσεων της ΕΕ. Τέτοια αιτήματα είναι οι εγγυημένες τιμές –που σημειωτέον το αίτημα αυτό γίνεται πλέον αποδεκτό από τους αγρότες, σε αντίθεση με το παρελθόν– η αναπλήρωση χαμένου εισοδήματος και η διατίμηση (πλαφόν) στα αγροτικά εφόδια, όπως λιπάσματα και φυτοφάρμακα. Ακόμα και το αίτημα για τον εμβολιασμό των ζώων –έτσι όπως τέθηκε ολοκληρωμένα μαζί με τα μέτρα στήριξης των κτηνοτρόφων– «στριμώχνει» την κυβέρνηση μέσα από το πλαίσιο πάλης που αναπτύσσεται.
Στο κίνημα διεξάγεται πάλη ενάντια στις επιπτώσεις της αγοράς και της ΚΑΠ για να πάρουν «ανάσες» οι αγρότες. Γνωρίζοντας ότι τίποτα δε χαρίζεται, αλλά κατακτιέται, στόχος είναι να συσπειρωθούν αγρότες, ανεξάρτητα από πολιτικές πεποιθήσεις, ώστε να υιοθετήσουν μια μαχητική στάση ζωής και να ενταχτούν στους συλλόγους και τις κινητοποιήσεις. Μέσα από τους αγώνες αλλά και την πολιτική εμπειρία να γίνονται βήματα στη συνειδητοποίηση των ορίων του συστήματος, στην κατανόηση ότι απαιτείται σύγκρουση με αυτά και έτσι να ξεπερνιέται η ανυπομονησία ή η απογοήτευση. Να συνειδητοποιείται ότι, εκεί όπου υπάρχει οργανωμένη παρέμβαση και με σταθερότητα, υπάρχουν σημαντικά αποτελέσματα.
Σήμερα δεν έχει ωριμάσει ως άμεσο αίτημα του κινήματος η κατάργηση της ΚΑΠ –κάτι που θα ισοδυναμούσε με το να μπαίνουν στο δομημένο αγροτικό κίνημα, στις σημερινές συνθήκες, στόχοι που αφορούν την εξουσία (όπως η έξοδος από την ΕΕ με εργατική-λαϊκή εξουσία). Δεν μπαίνει στις σημερινές συνθήκες, στο πλαίσιο πάλης της ΠΕΜ και των Ομοσπονδιών, η έξοδος από την ΕΕ, που σημαίνει και κατάργηση της ΚΑΠ. Όμως οι κομμουνιστές, δρώντας μέσα στις δομές του κινήματος με την επεξεργασία του πλαισίου πάλης –όπως ήδη αναφέρθηκε, π.χ., για τις εγγυημένες τιμές και την αναπλήρωση του εισοδήματος– αποκαλύπτουν το χαρακτήρα της ΕΕ και της ΚΑΠ, καθώς και τη σχέση τους με τα συμφέροντα των μονοπωλίων. Δηλαδή πρωτοστατούν στην ιδεολογικοπολιτική διαπάλη, αξιοποιώντας και πιο «χαλαρές» μορφές επικοινωνίας (πέραν της συνέλευσης) με αγρότες που πολιτικά είναι εγκλωβισμένοι σε αστικά κόμματα. Με αυτόν τον τρόπο συνδέεται ο καθημερινός μαζικός αγώνας με το Πρόγραμμα του Κόμματος. Αυτές οι συζητήσεις πρέπει να αποκτήσουν πιο σταθερό προσανατολισμό, ώστε να θωρακιστούν οι αγωνιστές απέναντι στα επιχειρήματα για το «νέο παραγωγικό μοντέλο» και τη νέα ΚΑΠ, που θα ενταθούν το επόμενο διάστημα. Παράλληλα, δεν πρέπει να υπάρχει υστέρηση στην οργάνωση της αυτοτελούς ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης του Κόμματος (συσκέψεις, συγκεντρώσεις, περιοδείες κλπ.). Είναι ο μόνος τρόπος για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη των πολιτικών θέσεων.
Η ΚΑΠ θα αναθεωρηθεί από το 2027. Το βασικό της χαρακτηριστικό δε θα είναι η μείωση των ενισχύσεων (είναι ανακριβής ισχυρισμός). Αυτό που είναι σίγουρο είναι η μεγαλύτερη ευελιξία στην ενσωμάτωση τμημάτων των αγροτών στο «άρμα» των μονοπωλίων με διάφορους τρόπους· για παράδειγμα, στη διακομματική επιτροπή για το αγροτικό έχει ήδη ανοίξει συζήτηση για τη διασύνδεση της επιδότησης με την ένταξη των αγροτών σε συλλογικά-συνεταιριστικά σχήματα. Η ΚΑΠ δεν επιδιώκει να τους «ξεπαστρέψει» όλους άμεσα. Άλλωστε, τα μονοπώλια χρειάζονται μια παραγωγική βάση που θα εξασφαλίζει τον εφοδιασμό της εμπορίας και της μεταποίησης τροφίμων (κλάδος ιδιαίτερα αναπτυγμένος στην Ελλάδα και με εξαγωγές). Χρειάζονται ακόμα και μικρότερους αγρότες, καθώς σε ορισμένους κλάδους της φυτικής παραγωγής αυτοί κατέχουν ακόμα τον κύριο όγκο του παραγόμενου προϊόντος.
Όλα αυτά σχεδιάζονται σήμερα σε συνθήκες πολεμικής προετοιμασίας και όξυνσης των ανταγωνισμών. Αυτό έχει δύο όψεις: Από τη μία, εμπόδια στον εφοδιασμό και άρα –όπως ομολογεί η ΕΕ– ανάγκη για στρατηγικά αποθέματα σε μια σειρά προϊόντα (όπως φάνηκε στην περίπτωση της εξασφάλισης της Ελλάδας σε σιτάρι με παρέμβαση της ΕΕ όταν έκλεισε η κάνουλα της Ουκρανίας στην έναρξη του πολέμου) και, από την άλλη, ενίσχυση συμφωνιών με τρίτες χώρες (π.χ. Mercosur, Ινδία).
Η ΚΑΠ συμβιβάζει μέχρι ενός ορίου την επιβίωση μη ανταγωνιστικών εκμεταλλεύσεων με τα υπερκέρδη των μονοπωλίων, στηριζόμενη στην καταλήστευση τόσο των αγροτών (χαμηλές τιμές παραγωγού, ακριβές εισροές), όσο και των ευρωπαϊκών λαών, από την αφαίμαξη των οποίων προέρχονται οι επιδοτήσεις. Αυτή η μάχη ενάντια στις επιπτώσεις της ΚΑΠ βοηθά στο άνοιγμα της αντιπαράθεσης και με τα υπόλοιπα αστικά κόμματα, που εμφανίζονται ως «προστάτες», αλλά είναι υπέρμαχοι της ΕΕ (όπως δείχτηκε και παραπάνω, με χαρακτηριστική την περίπτωση του monitoring).
Παρόλο που η ΚΑΠ εξακολουθεί να εγκλωβίζει ένα μέρος του αγροτόκοσμου μέσω των επιδοτήσεων και των διάφορων προγραμμάτων, γίνεται πλέον όλο και πιο κατανοητό σε ευρύτερα στρώματα ότι ο πραγματικός της ρόλος είναι η στήριξη των μονοπωλίων που ελέγχουν την εμπορία και τη μεταποίηση των αγροτικών προϊόντων.
Η ρητορική περί «εθνικοποίησης» της νέας ΚΑΠ, που προβάλλει την υποτιθέμενη ευελιξία των κρατών-μελών να προσαρμόζουν την αγροτική πολιτική στα μέτρα των αγροτών, αποτελεί μια νέα πολιτική χειραγώγησης. Στην πραγματικότητα, η νέα ΚΑΠ, όπως και η ισχύουσα, κινείται στις «ράγες» των «κανόνων της αγοράς», εγχώριας και ευρύτερης, όπως δήλωσε και η κυβέρνηση. Τα όρια της όποιας ευελιξίας σταματούν εκεί όπου αρχίζουν τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Η περιβόητη ευελιξία δεν αφορά την ανακούφιση του μικρομεσαίου παραγωγού, αλλά τη διευκόλυνση της συγκέντρωσης της παραγωγής σε λίγα χέρια. Ο χαρακτήρας της ΚΑΠ, ευρωπαϊκής ή «εθνικής», παραμένει ένα εργαλείο σε αυτήν την κατεύθυνση. Υπενθυμίζεται ότι το κόστος παραγωγής εκτινάσσεται λόγω των αυστηρών «πράσινων» προτύπων που επιβάλλονται στους Έλληνες αγρότες, την ίδια στιγμή που η ΕΕ προωθεί συμφωνίες τύπου Mercosur. Επομένως, η «εθνικοποίηση» είναι το προπέτασμα καπνού για να μεταφέρεται η ευθύνη της από τις Βρυξέλλες στις εθνικές κυβερνήσεις, χωρίς να θίγεται ο πυρήνας της πολιτικής. Όση «ευελιξία» και αν επικαλούνται, αυτή θα αξιοποιείται πάντα για την υλοποίηση των στρατηγικών στόχων των ομίλων και τη διασφάλιση της κερδοφορίας τους.
Υπενθυμίζονται οι κατά καιρούς αλλαγές στην επιλεξιμότητα των επιδοτήσεων που τελικά οδηγούν σε νέο κύκλο χρέωσης των αγροτών, μετάθεση του προβλήματος σε κάποιον περιορισμένο χρόνο. Αυτόν ακριβώς το σκοπό εξυπηρετούν οι αναδιαρθρώσεις καλλιεργειών και οι διάφορες «λύσεις» που προτείνονται, όπως το μοντέλο που δήθεν θα λαμβάνει υπόψη του τις ανάγκες της αγοράς για να οργανώνει στη συνέχεια την παραγωγή –κάτι που πασάρεται τελευταία ως δήθεν «νέο». Πρέπει να αποκαλύπτεται τι είναι η κυριαρχία των μονοπωλίων, ότι η πράσινη μετάβαση, τα προϊόντα ΠΟΠ κλπ. καμία σχέση δεν έχουν με την προστασία του περιβάλλοντος ή την ποιοτική διατροφή του λαού, αλλά αποκλειστικό κίνητρο έχουν τα καπιταλιστικά κέρδη.
ΓΙΑ ΤΟ «ΝΕΟ» - «ΘΕΣΜΙΚΟ» ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ
Πρόκειται για άλλη μία περίπτωση παλιών σχημάτων που πλασάρονται ως «νέα» (π.χ. το «γαλλικό μοντέλο»). Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τον παλιό συνδικαλισμό (τύπου ΣΥΔΑΣΕ-ΓΕΣΑΣΕ), όπου οι αγρότες φορτώνονταν κυβερνητικούς συνδικαλιστές. Πρόκειται για ένα μοντέλο κυβερνητικό και τεχνοκρατικό, που αυτοπαρουσιάζεται ως «ακομμάτιστο». Στην Ελλάδα, το μοντέλο αυτό στο αγροτικό κίνημα πολεμήθηκε αμείλικτα από τους κομμουνιστές αγροτοσυνδικαλιστές και άλλους τίμιους αγρότες και τελικά κατέρρευσε και λόγω των οικονομικών του καταχρήσεων. Όσον αφορά τις νεότερες γενιές, μπορούν να αντληθούν παραδείγματα απ’ όσα έρχονται στην επιφάνεια σε σχέση με τη ΓΣΕΕ (σκάνδαλο Παναγόπουλου).
Αυτός ο συνδικαλισμός, που προωθεί τη λογική του «αγρότη-επιχειρηματία», προβάλλεται τώρα από διάφορους που προβάλλουν ότι θα λειτουργούν σαν Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ) που θα απαντούν στους αγρότες εντός 24 ωρών και θα κάνουν απευθείας καταγγελίες στην ΕΕ, παρουσιάζοντάς την ως μηχανισμό δικαιοσύνης. Η συγκεκριμένη διαδικασία συνδέεται και με τα Αγροτικά Επιμελητήρια που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση. Στη Γαλλία, την οποία επικαλούνται συνεχώς οι θιασώτες του «θεσμικού», το κίνημα ελέγχεται από μεγαλοεπιχειρηματίες της μεταποίησης – πολυεκατομμυριούχους που χειραγωγούν τον αγώνα των μικρομεσαίων αγροτών (κάτι ανάλογο με τα εμποροβιομηχανικά επιμελητήρια στους αυτοαπασχολούμενους των πόλεων στη χώρα μας). Εκεί, τα Αγροτικά Επιμελητήρια ελέγχονται από αυτούς ακριβώς τους φορείς, εξασφαλίζοντας έτσι χρηματοδότηση.
Αποτελεί κατάκτηση το γεγονός ότι οι Αγροτικοί Σύλλογοι (ΑΣ) και οι Ομοσπονδίες (ΟΑΣ) έχουν αχρηστέψει στην πράξη το νόμο για τον αγροτικό συνδικαλισμό (Σκανδαλίδη). Έχουν επιβάλει τις συναντήσεις τους με την κυβέρνηση μέσω των αγώνων και όχι μέσω «θεσμικών» διαδικασιών. Η πραγματοποίηση συνάντησης των αγροτών με τον πρωθυπουργό δε θα ήταν εφικτή χωρίς ζωντανούς αγροτικούς συλλόγους και ομοσπονδίες που συντονίζονται μέσω της ΠΕΜ, η οποία έχει συναντηθεί με όλους τους πρωθυπουργούς της χώρας, φτάνοντας φέτος στο σημείο να απορρίψει δύο φορές την πρόσκληση του πρωθυπουργού για συνάντηση.
Ωστόσο, στη συζήτηση για το χαρακτήρα του κινήματος, «θεσμικό ή όχι», συμμετέχουν αγρότες που ως «θεσμικό» σωστά θεωρούν το πιο δομημένο. Είναι αναγκαία η εκλαΐκευση της συμφωνίας για τη λειτουργία ενός δομημένου κινήματος με συμμετοχή των αγροτών, για συλλόγους και ομοσπονδίες με καταστατικές αρχές λειτουργίας, προσδιορισμό χρόνου εκλογών και συλλογική λειτουργία. Αυτά ήδη υπάρχουν και πρέπει να τηρούνται με ευθύνη των κομματικών δυνάμεων, χωρίς αυτό να επιβάλλεται από το δικαστικό έλεγχο. Αυτό που δε γίνεται αποδεκτό είναι η προσπάθεια ελέγχου από το κράτος (π.χ. εγγραφή σε μητρώα, κατάθεση καταστατικών στα πρωτοδικεία). Η δράση αυτή κατέστησε ουσιαστικά ανενεργό το «νόμο Σκανδαλίδη». Η επιμονή παραμένει στη δημιουργία Αγροτικού Συλλόγου ανά χωριό και Ομοσπονδίας (ΟΑΣ) ανά νομό. Θα μπορούσε, επίσης, να συζητηθεί μια πιο συμφωνημένη - «θεσμική» μορφή ως προς την ανάδειξη της Γραμματείας της Πανελλαδικής Επιτροπής των Μπλόκων (ΠΕΜ).
Παράλληλα, απαιτείται η σωστή συλλογική εκτίμηση της στάσης δυνάμεων που τα προηγούμενα χρόνια τηρούσαν αντι-ΠΕΜ στάση, αλλά αυτήν τη φορά έδειξαν διάθεση συντονισμού. Κάποιοι, αφού δοκίμασαν άλλες κατευθύνσεις, κατέληξαν σε μια έστω και ευκαιριακή επαφή με την ΠΕΜ. Σε κάθε περίπτωση, είναι η ίδια η ζωή, η στάση απέναντι στα υπαρκτά προβλήματα και στην ανάγκη του αγώνα που κρίνει τον καθένα. Και με αυτό το κριτήριο πορεύονται οι κομμουνιστές, αφήνοντας πίσω τους τα κατάλοιπα μιας λογικής μη ενασχόλησης όπου δεν υπάρχουν «φιλικές» δυνάμεις ή εκεί όπου κυριαρχούν δυνάμεις με τις οποίες υπήρξε στο παρελθόν έντονη αντιπαράθεση ή η εκτίμηση διαθέσεων με βάση το συσχετισμό. Η πραγματικότητα έδειξε ότι η παρέμβαση μπορεί να διαμορφώσει συνθήκες συντονισμού και να εκθέσει όσους επιμένουν στη διάσπαση.
Η κατοχύρωση της ΠΕΜ απορρέει από το γεγονός ότι ευρύτερες μάζες αναγνωρίζουν πως μόνο αυτή μπορεί να κινητοποιήσει δυνάμεις πανελλαδικά, να συντονίσει έναν αγώνα με σταθερό μέτωπο και να επιμείνει στην ικανοποίηση των αιτημάτων, χωρίς να εξαπατά ή να αποτελεί τυχοδιωκτική δύναμη (π.χ. «να πέσει η κυβέρνηση» κλπ.). Αναγνωρίζεται ότι διαθέτει ερείσματα μέσα στους αγρότες, γεγονός που ομολογήθηκε και από τους εκπροσώπους του λεγόμενου «θεσμικού κινήματος» και των συνεταιρισμών.
ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΠΑΛΗ, ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΜΟΡΦΕΣ ΠΑΛΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ
Το ζήτημα σχετίζεται και με αυτό των «ορίων» του κινήματος σε μια δοσμένη χρονική περίοδο, ζήτημα που ήδη θίχτηκε. Σχετίζεται με τη γενικότερη πείρα από αγώνες, τη διαδοχή μορφών πάλης, κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης. Από δυνάμεις του λεγόμενου «νέου κινήματος» προβλήθηκαν προβληματισμοί για «πιο προχωρημένες» μορφές δράσης. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι όλες οι προχωρημένες μορφές πάλης φέτος έγιναν από δυνάμεις που συσπειρώθηκαν στην ΠΕΜ: Από τα κλεισίματα στον Μπράλο –που αποτελεί το πιο νευραλγικό σημείο της χώρας– και στην Εθνική Οδό (ΠΑΘΕ), μέχρι τα κλεισίματα σε τελωνεία (Ορμένιο, Νίκη, Προμαχώνα κ.α.) στα λιμάνια της Θεσσαλονίκης και του Βόλου. Μάλιστα, οι εκπρόσωποι αυτού του δήθεν «νέου» συνδικαλισμού ήταν ουσιαστικά απόντες απ’ όλες αυτές τις κινητοποιήσεις.
Αλλά τι σημαίνει «ανεβασμένη μορφή» και κλιμάκωση; Το ίδιο το μπλόκο, από τη φύση του, αποτελεί ανεβασμένη μορφή πάλης, γιατί οξύνει την αντιπαράθεση με τον πραγματικό αντίπαλο, που είναι το αστικό κράτος και οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι. Η βασική και καθοριστική κλιμάκωση ήταν το γεγονός ότι «πάτησαν» τα τρακτέρ στη Θεσσαλία στα δύο κεντρικά σημεία, με τον καθοριστικό ρόλο των Αγροτικών Ομοσπονδιών, αλλά και τη στήριξη δυνάμεων από Σωματεία και Εργατικά Κέντρα.
Στη συνέχεια, η ουσιαστική κλιμάκωση ήταν η αλληλεγγύη των εργατικών σωματείων, των φοιτητικών συλλόγων κλπ., το άνοιγμα των διοδίων, οι μεγάλες συγκεντρώσεις στις πόλεις και η συμπόρευση με τις απεργίες των εργατών –μαζί, βεβαίως, με τα στοχευμένα κλεισίματα σε τελωνεία, στα Τέμπη και στον Μπράλο. Η κλιμάκωση σε κάθε φάση έχει διαφορετικό περιεχόμενο και είναι ζήτημα στο οποίο σταδιακά διαμορφώνεται κοινή αντίληψη.
Για παράδειγμα, το συλλαλητήριο στην Αθήνα μέσα στην περίοδο των μπλόκων θα μπορούσε να αποτελέσει μια σημαντική κλιμάκωση, καθώς ο λαός της πρωτεύουσας συγκινήθηκε βαθιά από τον αγώνα των αγροτών. Το συλλαλητήριο που έγινε αργότερα ήταν συνέχεια στους αγροτικούς αγώνες, αλλά οπωσδήποτε όχι κλιμάκωση στη φάση των μπλόκων. Παρότι στη σύσκεψη της ΠΕΜ οι περισσότεροι συμφώνησαν να γίνει «εν θερμώ των μπλόκων», η πραγματοποίησή του δεν επιλέχτηκε τελικά. Αυτό συνέβη διότι στα νευραλγικά μπλόκα κοντά στην Αθήνα πλειοψηφούσαν δυνάμεις πιο ετερόκλητες, που θεώρησαν ότι μια τέτοια κίνηση θα έκοβε τη δυναμική του αγώνα ή και επηρεάζονταν αρνητικά από αστικές πολιτικές δυνάμεις που πολέμησαν ένα τέτοιο αγροτικό - εργατικό συλλαλητήριο που θα έγραφε ιστορία.
Αυτή η απόφαση στέρησε από το κίνημα τη δυνατότητα να αναδείξει την τεράστια λαϊκή αλληλεγγύη που ήταν έτοιμη να εκφραστεί στην πρωτεύουσα. Ένα συλλαλητήριο στην Αθήνα δε θα ήταν απλώς μια συγκέντρωση, αλλά ένα καθοριστικό βήμα κλιμάκωσης και ουσιαστικής πίεσης προς την κυβέρνηση, μεταφέροντας τον παλμό των μπλόκων έξω από τα επιτελεία των αποφάσεων. Δυστυχώς, υπό την επίδραση δυνάμεων που προβοκάρουν την ΠΕΜ (όπως δυνάμεων του Βελόπουλου κ.ά. με το αφήγημα «ούτε συλλαλητήριο, ούτε συνάντηση», «όχι στην κομματική φιέστα του ΚΚΕ» κλπ.) καλλιεργήθηκε η στρεβλή άποψη ότι η κάθοδος στην Αθήνα αποτελεί «αποκλιμάκωση». Αυτή η σύγχυση εμπόδισε μεγάλο τμήμα των αγωνιζόμενων αγροτών να συνειδητοποιήσει ότι η δύναμη του αγώνα τους θα πολλαπλασιαζόταν από την πλατιά υποστήριξη του αθηναϊκού λαού. Μέσα σε αυτό το κλίμα αμφιβολίας, συλλογικά επιλέχτηκε σωστά η μη πραγματοποίηση του συλλαλητηρίου, παρά το γεγονός ότι έτσι χάθηκε μια μοναδική ευκαιρία για πραγματική κλιμάκωση.
Ωστόσο, το συλλαλητήριο της Αθήνας στο Σύνταγμα στις 13/2 είναι μια παρακαταθήκη, καθώς συμμετείχαν αγροτικές δυνάμεις απ’ όλη την Ελλάδα. Οι συσπειρωμένοι στην ΠΕΜ στη συντριπτική τους πλειοψηφία παραβρέθηκαν και χαιρέτισαν στο συλλαλητήριο. Δέχτηκε μεγάλο πόλεμο από την κυβέρνηση και τους υποστηρικτές της, υπονομεύτηκε με μια συντονισμένη προσπάθεια για «τράβηγμα» δυνάμεων. Η προβολή του από τα ΜΜΕ αντανακλούσε τις διαθέσεις του κόσμου. Η μεγάλη συνεισφορά του οφείλεται στο ότι ανέδειξε πως ο αγώνας των αγροτών είναι συνεχής· μπορεί τα μπλόκα να αποσύρθηκαν, όμως ο αγώνας συνεχίστηκε. Ήταν συγκινητική η υποδοχή του κόσμου, είτε συμμετείχε στο Σύνταγμα είτε καθ’ όλη τη διάρκεια που έμπαιναν τα τρακτέρ στην Αθήνα, με χαιρετισμούς, κορναρίσματα κλπ. Ήταν άψογη η οργάνωση και δόθηκε μια θερμή αγκαλιά από το λαό της Αθήνας και τα σωματεία που βοήθησαν στην προσφορά φαγητού κλπ. Χαιρέτησαν εκπρόσωποι από 42 μπλόκα.
Αποτελεί σπουδαία παρακαταθήκη το γεγονός ότι ο αγώνας των αγροτών βρήκε τέτοια απήχηση, αποτελώντας το πρώτο θέμα συζήτησης στις πόλεις, στους χώρους δουλειάς, στα σχολεία, ακόμα και μετά την αποχώρηση των τρακτέρ από τα μπλόκα. Το ενδεχόμενο να κερδίσουν οι αγρότες έδινε διέξοδο και ελπίδα σε πολύ κόσμο.
Αυτό πρέπει να αξιοποιηθεί για να ανοίξουν πλευρές και σε μη αγρότες συνολικά από το Κόμμα. Από το απλό συμπέρασμα ότι αυτός ο αγώνας έδειξε πως η λύση δε βρίσκεται στην αναμονή κάποιου «σωτήρα», μέχρι το πιο σύνθετο: Ότι το ΚΚΕ ως η πρωτοπορία της εργατικής τάξης αναγνωρίζει, στηρίζει πολύπλευρα το δίκιο των βιοπαλαιστών αγροτών, προωθεί τη συμμαχία εργατών και αγροτών ως στρατηγικής σημασίας, σύμφωνα με τα κριτήρια και τους στόχους του Προγράμματος του ΚΚΕ.
Η κυβέρνηση σε κάθε βήμα της θα προσπαθεί να χειραγωγήσει ή να εκθέσει το κίνημα, όπως ακριβώς έκανε και με τη συζήτηση για τη σύνθεση της Επιτροπής με την οποία συναντήθηκε, όπου επιχείρησε να εμπλέξει «βολικούς» συνομιλητές για να θολώσει το τοπίο. Είναι κι αυτό ζήτημα προς κατάκτηση πιο ενιαίας αντίληψης για εκπροσώπηση. Σε κάθε περίπτωση, η εμπιστοσύνη στις συλλογικές διαδικασίες είναι η μόνη ασπίδα απέναντι στους κυβερνητικούς ελιγμούς. Η ενιαία έκφραση και η πειθαρχία στις αποφάσεις είναι που δίνουν δύναμη στον αγώνα, επικαιροποιούν το πλαίσιο πάλης με τις αναγκαίες αντιμονοπωλιακές αιχμές και εμποδίζουν την κυβέρνηση να διασπάσει ή να απαξιώσει το κίνημα στα μάτια της κοινής γνώμης.
ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΜΕ ΑΜΕΣΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥΣ ΟΡΟΥΣ
Η αποτίμηση των πρόσφατων αγροτικών κινητοποιήσεων δεν πρέπει να εγκλωβίζεται σε μια πρόσκαιρη απογοήτευση της «επόμενης μέρας». Είναι αναμενόμενο, μετά από έναν τόσο σκληρό αγώνα στα μπλόκα, οι αγρότες να νιώθουν ότι τα «κέρδη» του αγώνα δεν είναι ανάλογα του κόπου τους. Ωστόσο, η Ιστορία διδάσκει –όπως συνέβη και το 2016 με την κατάκτηση του αφορολόγητου– ότι τα αποτελέσματα τέτοιων συγκρούσεων λειτουργούν ως «ανάσες» που γίνονται πλήρως αντιληπτές σε βάθος χρόνου. Επίσης ότι η όποια παραχώρηση γίνεται μέσα από τον αγώνα και με τα τρακτέρ στο δρόμο, κόντρα στην ηττοπάθεια, στο συμβιβασμό και στη λογική της «αναποτελεσματικότητας των αγώνων». Αυτό έδειξαν και οι μετέπειτα κινητοποιήσεις, όπως των κτηνοτρόφων στη Λέσβο.
Οικονομικά, η κινητοποίηση απέσπασε κάποιες παραχωρήσεις που αμβλύνουν έστω και λίγο το κόστος παραγωγής. Η θεσμοθέτηση του αφορολόγητου πετρελαίου και οι ρυθμίσεις για το αγροτικό ρεύμα δεν ήταν προειλημμένες αποφάσεις, αλλά αποτέλεσμα της πίεσης των μπλόκων. Παράλληλα, ορισμένες πληρωμές από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, που συχνά βάλτωναν σε γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, «ξεκλείδωσαν» υπό το φόβο της γενικευμένης κοινωνικής έκρηξης.
Σημαντικό εργαλείο που μπορεί να αξιοποιηθεί από το κίνημα είναι η ομολογία της κυβέρνησης για τα 160 εκατομμύρια ευρώ ετησίως που χάνονταν ή κατανέμονταν λαθεμένα. Αν αυτά τα ποσά αθροιστούν σε βάθος εξαετίας, αγγίζουν το 1 δισεκατομμύριο ευρώ, γεγονός που δείχνει ότι ο «ρεαλισμός» δεν αφορά πόρους, αλλά επιλογές.
Οι προεκλογικές εξαγγελίες κάθε κυβερνητικού κόμματος πάντα σχετίζονται με τις διεκδικήσεις που έσπειραν σκληρές αγροτικές κινητοποιήσεις, όπως της περιόδου Δεκέμβρης 2025 - Γενάρης 2026. Γενικότερα οι αλλεπάλληλες αγροτικές κινητοποιήσεις και με τη μορφή μπλόκου δείχνουν μια δυναμική που έχει τη συμβολή της και στο γεγονός ότι ο αγροτικός πληθυσμός της Ελλάδας παραμένει σε σχετικά υψηλά ποσοστά, αλλά και η επιδότηση ανά στρέμμα στα υψηλότερα επίπεδα στην ΕΕ.
ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΒΙΟΠΑΛΑΙΣΤΕΣ ΑΓΡΟΤΕΣ
Η ανάλυση της παρέμβασης στο αγροτικό κίνημα, στη βάση των συμπερασμάτων της Ευρείας Ολομέλειας της ΚΕ του 2020, επιβάλλει μια προσέγγιση που να ανταποκρίνεται στις τρέχουσες κοινωνικές μεταβολές στην ύπαιθρο. Κεντρικός άξονας παραμένει η ιεράρχηση της δουλειάς σε εκείνους τους παραγωγούς που εξαρτούν την επιβίωσή τους από την αγροτική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, στοχεύοντας δηλαδή σε κόσμο πολιτικά αποπροσανατολισμένο, με βάση το αντικειμενικό κοινωνικοταξικό του συμφέρον. Το βασικό κριτήριο είναι η ιδιότητα του αγροτοπαραγωγού που επιθυμεί να παραμείνει στη γη του και να ζήσει από τη χρησιμοποίησή της ως μέσου παραγωγής.
Δεν μπορεί βέβαια να αγνοηθεί η πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνίας, όπου ένα ευρύ στρώμα λαϊκών οικογενειών είναι στην πραγματικότητα μισθωτοί που αντλούν συμπληρωματικό εισόδημα από τη γη ή αγρότες που, λόγω αδυναμίας επιβίωσης, αναγκάζονται να εργαστούν ως εργάτες και υπάλληλοι, και μάλιστα πολλοί από αυτούς σε μαζικούς χώρους δουλειάς (π.χ. εργοστάσια επαρχιακών πόλεων). Η κατεύθυνση πρέπει να είναι σαφής: Επιδιώκεται η οργάνωση αυτού του κόσμου εκεί όπου χτυπά η καρδιά της επιβίωσής του. Για τους μισθωτούς, αυτό σημαίνει ενεργή συμμετοχή στο εργατικό σωματείο, χωρίς όμως να υποτιμάται ο ρόλος που μπορούν να παίξουν οι κομμουνιστές συνδικαλιστές που συνδυάζουν το μεροκάματο με το χωράφι. Αυτοί οι σύντροφοι, διαθέτοντας την πείρα της πάλης στην ύπαιθρο, αποτελούν πολύτιμους κρίκους στην ιδεολογική-πολιτική διαφώτιση και οργάνωση του αγροτόκοσμου. Η δράση τους στον Αγροτικό Σύλλογο πρέπει να είναι συστηματική, στο πλαίσιο μιας ουσιαστικής λειτουργίας των δομών του κινήματος, η οποία πρέπει να επιδιώκεται ώστε να αμβλύνεται κάθε δισταγμός που μπορεί να υπάρχει λόγω της μη αποκλειστικής αγροτικής ιδιότητας.
Παράλληλα, δεν πρέπει να προκαλεί άγονη ανησυχία το αντικειμενικό γεγονός ότι οι σχετικά μεγαλύτεροι αγρότες έχουν μεγαλύτερη επιρροή στο χωριό και μπορούν να αποτελέσουν κρίκους συσπείρωσης σε μια κινητοποίηση, όπως στην πρόσφατη που σημειώθηκε, καθώς έχουν τη δυναμική να παρασύρουν και άλλες δυνάμεις. Επίσης, δεν μπαίνει ως κριτήριο η χρήση μισθωτής εργασίας –ορισμένες καλλιέργειες δε βγαίνουν χωρίς μισθωτή εργασία. Πεδίο συμφωνίας είναι το πλαίσιο αιτημάτων της ΠΕΜ και με βάση αυτό μπορούν να συσπειρώνονται και μεγαλύτερου μεγέθους αγρότες. Άλλωστε, η νέα ΚΑΠ ετοιμάζει ένα μεγάλο «ξεκαθάρισμα» στις μεσαίου και σχετικά μεγαλύτερου μεγέθους αγροτικές εκμεταλλεύσεις. Αυτό γίνεται πλέον αντιληπτό, γι’ αυτό και σε αυτόν τον κύκλο κινητοποιήσεων συσπειρώθηκε τέτοιος κόσμος γύρω από την ΠΕΜ. Δε φοβίζει αυτό, ούτε «λαμβάνεται μεζούρα». Τα αιτήματα, επιστημονικά επεξεργασμένα, έχουν ως βάση τους το συμφέρον των πιο αδύναμων αγροτών. Βέβαια, επιβάλλεται η βελτίωση στην επεξεργασία τους, ώστε με το πλαίσιο πάλης να ανοίγει το μέτωπο απέναντι στις μεγάλες καπιταλιστικές εκμεταλλεύσεις και τα μονοπώλια. Αυτό ακριβώς είναι το εργαλείο της διαπάλης στο κίνημα και όχι από μόνο του το στρεμματικό ή οικονομικό μέγεθος του κάθε αγρότη. Επίσης, είναι σαφές –και υπάρχει ανάλογη εμπειρία– ότι κάποιος που τώρα συμφωνεί με αυτό το πλαίσιο αύριο μπορεί να μην ικανοποιείται και να προβάλει άλλα αιτήματα. Η διαπάλη έχει παρόν, αλλά έχει και μέλλον. Φέτος, παρά το γεγονός ότι μπήκαν και νέες δυνάμεις, και μάλιστα μεγαλύτεροι αγρότες που δε συσπειρώνονται σταθερά με την ΠΕΜ, δεν έγιναν αλλαγές και «σκόντο» στο πλαίσιο πάλης. Με το πλαίσιο πάλης κυρίως αντιπαλεύονται οι συνέπειες, όμως υπάρχουν και δυνατότητες να υιοθετούνται από τη μάζα των αγροτών αιτήματα, όπως για παράδειγμα αυτό για τις εγγυημένες τιμές, που συγκρούονται σε ένα βαθμό με τα όρια του συστήματος και βοηθάνε να ανοίγει η συζήτηση «για ποια αγροτική παραγωγή, σε ποια οικονομία» κλπ.
Η φετινή δράση ήταν υποδειγματική και ως προς το γεγονός ότι το πλαίσιο πάλης συμπεριέλαβε μια σειρά αιτημάτων, δίκαιων και εύλογων, που απαντούν στις ανάγκες των αγροτοπαραγωγών –όπως για το ΑΤΑΚ στη Μακεδονία ή τα αιτήματα των μελισσοκόμων, των ψαράδων κλπ. Δεν πρέπει να προβληματίζει το γεγονός ότι στις περιοχές αυτές τονιζόταν από τους συμμετέχοντες η ανάγκη ικανοποίησης αυτών των αιτημάτων, καθώς αυτά ήταν που έβγαλαν τον κόσμο στο δρόμο, ούτε αυτά να έρχονται σε αντιπαράθεση με τον κορμό του πλαισίου της ΠΕΜ.
Ακόμη, βασικό ζήτημα της παρέμβασης των κομμουνιστών στους βιοπαλαιστές αγρότες παραμένει η προσπάθεια να στρέφεται η δυσαρέσκεια εναντίον του αστικού κράτους και των θεσμών του συνολικά, συμπεριλαμβανομένης της Περιφερειακής και Τοπικής Διοίκησης. Επιβάλλεται η βοήθεια ώστε να βαθύνει η σκέψη των αγροτών, ξεπερνώντας την απλή καταγγελία ζητημάτων διαφθοράς και προχωρώντας στην ουσιαστική σύνδεση όλων των διοικητικών επιπέδων του κράτους με την καπιταλιστική οικονομία. Για παράδειγμα, οι περιφερειάρχες αναπτύσσουν μια πολυσχιδή δραστηριότητα προβάλλοντας το «νέο παραγωγικό μοντέλο» που δήθεν χρειάζεται η ύπαιθρος, το οποίο όμως κινείται αυστηρά εντός του καπιταλιστικού πλαισίου με επίκεντρο τον αγρότη-επιχειρηματία.
Τέλος, η μετακίνηση της μόνιμης κατοικίας πολλών αγροτών από τα χωριά στις επαρχιακές πόλεις απαιτεί μια αναβαθμισμένη παρέμβαση απ’ όλες τις κομματικές δυνάμεις. Τα μέλη που ζουν στις πόλεις έχουν καθημερινή επαφή με αγρότες στις γειτονιές τους και πρέπει να αναπτύξουν την ικανότητα να τους προσεγγίζουν πολιτικά.