Επίκαιρα διδάγματα για τον για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την ταξική πάλη


του Κύριλλου Παπασταύρου

Η μεγαλύτερη τιμή σε ηγετικές μορφές του κομμουνιστικού κινήματος, και μάλιστα αυτής της θεωρητικής και επαναστατικής βαρύτητας όπως ο Β. Ι. Λένιν, είναι η ουσιαστική αφομοίωση της διδασκαλίας τους, της ιστορικής και πολιτικής επαναστατικής πείρας από τη δράση τους μέσα στα σύγχρονα στρατηγικά και καθημερινά καθήκοντα της πάλης του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Μεγάλη σημασία λοιπόν έχει η προσπάθεια να βάλουμε τα διδάγματα της λενινιστικής διδασκαλίας στο σήμερα. Άλλωστε η πολιτική πράξη, καθοδηγούμενη από επαναστατική-επιστημονική θεωρία είναι το καινούργιο, το νέο που έφερε ο μαρξισμός-λενινισμός στην κοινωνική και πολιτική πρακτική, συνδέοντας την επαναστατική θεωρία με το εργατικό κίνημα.

Όσο και αν αυτά ακούγονται πολύ στενά κομματικά, ωστόσο δεν είναι.

Το ζήτημα αυτό αφορά την προοπτική, την πραγματική διέξοδο, την πραγματική απάντηση για τη ζωή της εργατικής τάξης και του λαού μας, η οποία δεν αφήνεται στην τύχη, δεν αφήνεται στα χέρια των αστών πολιτικών, ούτε κρέμεται από την αναζήτηση της ικανότητας ενός μεγάλου –αστού– ηγέτη που θα σώσει το λαό. Το ζήτημα αυτό αφορά την ανύψωση του πραγματικού υποκειμένου της ιστορίας της εργατικής τάξης, των λαϊκών εργατικών μαζών που με τον καθοριστικό ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος ως επαναστατικής πρωτοπορίας μπορούν συνειδητά να δράσουν πολιτικά, να παρέμβουν στις πολιτικές εξελίξεις, να αλλάξουν συσχετισμούς και να διαμορφώσουν τις προϋποθέσεις για την ανατροπή της σημερινής κατάστασης πραγμάτων, του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος, και την οικοδόμηση μιας νέας, σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας.

Το ότι σήμερα τα διδάγματα της λενινιστικής διδασκαλίας έχουν εξαιρετική επικαιρότητα δεν είναι κάτι πρωτότυπο. Θα μπορούσαμε να το πούμε και πριν 20, και πριν 30, και πριν 50 χρόνια –και πάλι σωστοί θα ήμασταν. Όμως σήμερα δικαιούμαστε να δώσουμε έμφαση σε κάτι περισσότερο από αυτήν τη σωστή διαπίστωση που δεν είναι τυπική, αλλά ουσιαστική.

Σήμερα έχουμε μπει για τα καλά σε μια νέα περίοδο για τον καπιταλισμό και το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Αυτό που την χαρακτηρίζει είναι η ενίσχυση της τάσης όξυνσης των αντιθέσεων, των ανταγωνισμών. Αυτή άλλωστε είναι και η κυρίαρχη τάση που βρίσκεται στον ίδιο τον πυρήνα του σημερινού συστήματος. Ωστόσο, μεγάλες περίοδοι οικονομικής ανάπτυξης, σχετικά ειρηνικής επίλυσης διαφορών, περίοδοι όπου κυριαρχούν οι συμφωνίες και οι συμβιβασμοί επιδρούν στο να συσκοτίζεται αυτή η ουσία του καπιταλιστικού συστήματος. Ότι είναι δηλαδή ένα σύστημα που «ζει», που «αναπνέει» από τον οξυμένο ανταγωνισμό, τη μάχη για την πρωτοκαθεδρία, τη συντριβή του αντιπάλου και που τελικά αυτή η τάση εκδηλώνεται και με τη μορφή του ιμπεριαλιστικού πολέμου, όταν πια οι διαφορές και οι αντιθέσεις δεν μπορούν να λυθούν με άλλο (σχετικά ειρηνικό) τρόπο. Αυτήν την ουσία του καπιταλισμού ως διεθνούς οικονομικού, πολιτικού και στρατιωτικού συστήματος ανέπτυξε ο Λένιν πριν 110 περίπου χρόνια στο έργο του Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, σε μια εποχή που ο ιμπεριαλισμός ταυτιζόταν αποκλειστικά με την τάση για αποικίες και εδαφικές κατακτήσεις και που η πρωτόγνωρη για την Ιστορία αλληλοδιαπλοκή συμφερόντων ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της εποχής διαμόρφωνε την ψευδαίσθηση ότι η εποχή των πολέμων τελείωσε, αφού τα «συμφέροντα που τους ενώνουν είναι πιο ισχυρά από αυτά που τους χωρίζουν». Όμως αυτές οι ψευδαισθήσεις διαλύθηκαν από το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και όλων των οικονομικών, πολιτικών, διπλωματικών, αλλά και πολεμικών γεγονότων που προετοίμασαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι και σήμερα διαλύονται οι ψευδαισθήσεις των προηγούμενων χρόνων, ότι οι βαθιές οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα ιμπεριαλιστικά κέντρα, τα «παλιά» και τα «αναδυόμενα», ιδιαίτερα ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα, θα εξομαλύνουν τον ανταγωνισμό τους και τώρα φτάσαμε να μιλάμε για το αναπόφευκτο της σύγκρουσης και την τροχιά πολέμου με στόχο την πρωτοκαθεδρία στο ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Η νέα περίοδος χαρακτηρίζεται από την πολεμική προετοιμασία και την προοπτική της γενίκευσης πολεμικών αναμετρήσεων που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη με τη διεξαγωγή μιας σειράς «επιμέρους» πολέμων με πολλές μορφές, ενεργειακών, εμπορικών, κυβερνο-πολέμων, που αποτελούν πρελούδιο μιας πιο γενικής αναμέτρησης.

Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, δε γυρνάει σε κύκλους. Δεν ξαναζούμε ούτε ένα νέο 1914, ούτε ένα νέο 1939. Είναι όμως οι άγραφοι νόμοι της ιστορικής, οικονομικής και κοινωνικής κίνησης που επιβεβαιώνονται μέσα από τις ίδιες τις εξελίξεις. Και ο μαρξισμός-λενινισμός, από τις αρχές της διαμόρφωσής του ως επιστημονικής θεωρίας, έθεσε το καθήκον της αναγνώρισης και της μελέτης αυτών των νόμων κίνησης της Ιστορίας. Γι’ αυτό εμείς δεν ψάχνουμε τις αιτίες των εξελίξεων στα προσωπικά χαρακτηριστικά του Τραμπ, του Πούτιν ή του Σολτς, αλλά στα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα που υπηρετούν· γιατί εμείς ξέρουμε πως πίσω από τις ιδέες υπάρχει η οικονομία και όχι το ανάποδο· γιατί εμείς ξέρουμε ότι τα διαφορετικά και αντιτιθέμενα κοινωνικά και ταξικά συμφέροντα πάντα θα προβάλλουν, θα βγαίνουν στο προσκήνιο· γιατί εμείς επίσης ξέρουμε ότι όλοι, πολιτικά κόμματα και δυνάμεις, δεν κρίνονται με βάση τις διακηρύξεις τους, αλλά με ό,τι πράττουν και τελικά προς το συμφέρον ποιας κοινωνικής τάξης πράττουν.

Άλλωστε και η αισιοδοξία των κομμουνιστών, ακόμα και στις πιο δύσκολες περιόδους, ακόμα και όταν το μέλλον μοιάζει ζοφερό, προκύπτει από τη γνώση της ιστορικής και κοινωνικής κίνησης και την ακόμα πιο ουσιαστική γνώση πως οι εξελίξεις δεν είναι προκαθορισμένες, φτιαγμένες μέσα σε κάποιο στεγανό κουτί, αλλά πως είναι κρίσιμη η δράση του εργατικού-λαϊκού παράγοντα που μπορεί τελικά να τις καθορίσει σε θετική ή αρνητική κατεύθυνση· με την επαναστατική αφύπνισή του ή την παθητική υποταγή του σε αυτές, με τη ριζοσπαστικοποίηση ή την αντιδραστικοποίησή του.

Ό,τι σήμερα υπάρχει σχετίζεται με το ρόλο του εργατικού-λαϊκού παράγοντα. Αυτός ο σημερινός αρνητικός συσχετισμός δυνάμεων δεν υπάρχει ερήμην του, αλλά μέσα από τη δική του στάση, στο δικό του χέρι είναι και η αλλαγή αυτής της κατάστασης, η ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων.

Με αυτήν την έννοια, η εμπιστοσύνη μας προς το λαϊκό παράγοντα δεν είναι υποταγή στην τρέχουσα κυρίαρχη συνείδηση του λαού, δε χαϊδεύουμε την εργατική τάξη, δε λέμε «ό,τι θέλει ο λαός», δεν υποτασσόμαστε στη σημερινή στάση και σκέψη του, αλλά αναγνωρίζουμε τη δύναμη που έχει και τη δυνατότητά του να αφυπνιστεί πολιτικά, να ριζοσπαστικοποιηθεί, να ακολουθήσει την αντικαπιταλιστική πάλη μέσα από την ίδια του την κοινωνική πολιτική πείρα, μέσα από την παρέμβαση του ΚΚ. Άλλωστε εμείς έχουμε ένα βασικό προνόμιο. Δε μιλάμε στους εργαζόμενους και στο λαό έξω από αυτούς, δεν πάμε «απ’ έξω» σε αυτούς. Ζούμε την ίδια ζωή, έχουμε τα ίδια προβλήματα, μας βασανίζουν τα ίδια ζητήματα. Είμαστε οργανικό τμήμα της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάμεων, των αγροτών που δίνουν τη μάχη επιβίωσης στα μπλόκα –και σε αυτήν τη μάχη οι κομμουνιστές είναι μπροστά. Είμαστε εμείς που βρισκόμαστε μπροστά σε κάθε μικρή και μεγάλη εργατική μάχη, που δίνουμε τον αγώνα για την οργάνωση της εργατικής τάξης, που αντιπαλεύουμε στα ίσια την εργοδοσία και το κεφάλαιο, που μπαίνουμε μπροστά για να οργανωθεί η λαϊκή αλληλεγγύη, όπως έγινε την περίοδο των καταστροφικών πλημμυρών. Είμαστε εμείς που μπαίνουμε μπροστά σε κάθε λαϊκό πρόβλημα, γιατί είναι και δικά μας προβλήματα οι χαμηλοί μισθοί, η ακρίβεια, το εισόδημα που δε φτάνει, οι φόροι, τα χρέη και οι πλειστηριασμοί, η οργή μας για εγκλήματα όπως αυτό στα Τέμπη, η αγωνία μας για την εμπλοκή της χώρας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Μέσα σε αυτούς τους αγώνες, άλλωστε, με τους κομμουνιστές μπροστά, αναδεικνύονται και οι δυνατότητες της εργατικής τάξης και του λαϊκού παράγοντα, δημιουργούνται ρήγματα στη σημερινή κυρίαρχη συνείδηση και στάση, διαμορφώνονται οι δυνατότητες για ένα ισχυρό ριζοσπαστικό αντικαπιταλιστικό ρεύμα.

Αυτή η προσπάθεια βέβαια δεν είναι καινούργια, ούτε για το κομμουνιστικό κίνημα, ούτε για το Κόμμα μας, σε κάθε ιστορική περίοδο όμως έχει τη δική της διάσταση και σημασία. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα: Οι μπολσεβίκοι από τη συγκρότησή τους πάλευαν για να κερδίσουν επιρροή στα συνδικάτα, ωστόσο το γεγονός ότι παραμονές της Οκτωβριανής Επανάστασης είχαν καταφέρει να κυριαρχήσουν μέσα από σκληρή πάλη με τους μενσεβίκους και τους οικονομιστές στα κρίσιμα συνδικάτα της Πετρούπολης και της Μόσχας είχε, όπως είναι κατανοητό, άλλη βαρύτητα και σημασία. Ή ας σκεφτούμε την πείρα από τη δικιά μας ιστορία: Το ΚΚΕ από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του ήταν ένα μαχόμενο κόμμα, συνδεδεμένο με το εργατικό κίνημα. Δεν μπορούμε όμως να αποσυνδέσουμε τους μεγάλους ταξικούς αγώνες και τις μεγάλες συγκρούσεις της δεκαετίας του 1930, την αντιμετώπιση της φασιστικής τρομοκρατίας, την αφοβία μπροστά στον ισχυρό αντίπαλο που χτίστηκε στη σύγκρουση με αυτόν, την πείρα από την εναλλαγή όλων των μορφών πάλης από την ετοιμότητα και ικανότητα του Κόμματος να πρωταγωνιστήσει την περίοδο της Κατοχής στο μεγάλο ΕΑΜικό κίνημα, παρ’ όλα τα χτυπήματα που είχε δεχτεί και τα στρατηγικά του λάθη, αλλά και αργότερα, στον ηρωικό αγώνα του ΔΣΕ.

Έτσι και σήμερα, σε συνθήκες πολεμικής προετοιμασίας και βαθέματος της πολεμικής εμπλοκής, η ικανότητά μας να μπορέσουμε να παίξουμε αποφασιστικό ρόλο στις κρίσιμες συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης, που είναι πολύ πιθανό να έρθουν, κρίνεται από το σήμερα, από τις σημερινές μάχες που δίνουμε.

 

* * *

Η προσπάθεια να εντάξουμε τη λενινιστική διδασκαλία για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την επανάσταση στη σκέψη και δράση του ΚΚΕ είναι διαρκής. Σημαντικά βήματα σε αυτήν την προσπάθεια αποτέλεσαν οι επεξεργασίες του Κόμματός μας όπως αποτυπώθηκαν στο Πρόγραμμά του που ψηφίστηκε στο 19ο Συνέδριο, οι αποφάσεις που ακολούθησαν για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και βέβαια η πρόσφατη Απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Γενάρη 2025.

Για να συνοψίσουμε τις θέσεις του Λένιν για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τη στάση των κομμουνιστών, τη σχέση του με τη σοσιαλιστική επανάσταση και το πώς εμείς προσπαθούμε να μπολιάσουμε στη σημερινή πραγματικότητα, θα πρέπει να μελετήσουμε το σύνολο του λενινιστικού έργου από τις παραμονές του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, την περίοδο του πολέμου μέχρι και την περίοδο μετά από τον πόλεμο, όντας στην ηγεσία της ΕΣΣΔ και συζητώντας για τον κίνδυνο ενός νέου πολέμου.

Μπορούμε να κωδικοποιήσουμε τα εξής ζητήματα:

Ο χαρακτήρας του πολέμου στον καπιταλισμό, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος ως στοιχείο της πάλης του αγώνα για το μοίρασμα των αγορών και των εδαφών ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και συμμαχίες. Άρα η κατάρριψη όλων των επιχειρημάτων και των προφάσεων, των προσχημάτων περί υπεράσπισης της πατρίδας ή της ελευθερίας ή του δικαίου, που προσπαθούν να συσκοτίσουν το χαρακτήρα του πολέμου. Δεν έχει νόημα το ποιος επιτίθεται και ποιος αμύνεται. Αν δεν κοιτάξεις στο πριν του πολέμου, δεν μπορείς να καταλάβεις την αιτία του. Πόλεμος, λέει χαρακτηριστικά ο Λένιν, ανάμεσα σε «ληστές για το μοίρασμα της λείας», ανάμεσα «σε δουλοκτήτες για το ποιος θα έχει περισσότερους σκλάβους». «Δίκαιοι πόλεμοι» μπορούν να υπάρξουν μόνο από τη σκοπιά της εργατικής τάξης. Είναι ο επαναστατικός πόλεμος για την ανατροπή της αστικής εξουσίας και από τη σκοπιά των καταπιεσμένων λαών και εθνών που πραγματοποιούν εθνικοαπελευθερωτική πάλη και που μπορεί αυτή να αναπτύσσεται στα πλαίσια ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Ο πόλεμος, ως συνέχιση της πολιτικής των καπιταλιστικών κρατών με βίαια πολεμικά μέσα, είναι η συνέχιση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της σχετικά «ειρηνικής περιόδου». Ο πόλεμος τελικά είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός στην πιο ανοιχτά βάρβαρη μορφή του. Είναι οι ίδιοι οι νόμοι κίνησής του που οδηγούν στον πόλεμο, είναι οι οικονομικές «αξίες» του καπιταλιστικού συστήματος, όπως η «ανταγωνιστικότητα», η «κερδοφορία», η «καινοτομία», που υψώνονται σε «πολεμικές σημαίες».

Ο πόλεμος λοιπόν δεν είναι μια «πανεθνική στιγμή», όπως τον παρουσιάζει η αστική προπαγάνδα, που «όλο το έθνος», η εργατική και η αστική τάξη, μπορεί να βρεθεί στο ίδιο μετερίζι. Το αντίθετο, όσα χωρίζουν την εργατική και την αστική τάξη στην ειρήνη γίνονται ακόμα πιο βαθιά και πιο μεγάλα σε συνθήκες πολέμου, αφού οι εργαζόμενοι δεν καλούνται απλώς να δώσουν τον ιδρώτα τους, να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη για τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων, αλλά καλούνται να δώσουν το αίμα τους, τη ζωή τους, για να περιφρουρήσουν και να ενισχύσουν αυτά τα κέρδη. Η ταξική πάλη όχι μόνο δε σταματά σε συνθήκες πολέμου, αλλά δυναμώνει, κορυφώνεται.

Ο πόλεμος σημαίνει ένα συγκλονισμό και για το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και το αστικό κράτος. Οι αντιθέσεις οξύνονται στο εξωτερικό, παλιές συμμαχίες και συμβιβασμοί σπάνε, νέες δημιουργούνται. Αλλά οι αντιθέσεις οξύνονται και στο εσωτερικό. Φαινομενικά, η σταθερότητα του συστήματος μοιάζει ακλόνητη, μέσα της όμως περιέχει όλα τα υλικά ενός μεγάλου κλονισμού. Ο πόλεμος ενώνει προσωρινά, ενώ στην πραγματικότητα βαθαίνει τις διαφορές, δυναμώνει ο εσωτερικός αγώνας στην αστική τάξη για το ποιος θα βγει κερδισμένος ή χαμένος από τον πόλεμο για την επιλογή συμμαχιών στο ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Από αυτή όμως την ανάλυση προκύπτει και το τι πρέπει να κάνουν οι κομμουνιστές σε συνθήκες πολεμικής προετοιμασίας και σε συνθήκες πολεμικής συμμετοχής της χώρας τους.

Το κρίσιμο είναι να υπάρξει αυτοτελής διακριτή οργάνωση και δράση της εργατικής τάξης, που να μην υποχωρήσει τόσο κάτω από το πανεθνικό πολεμικό εγερτήριο και τον εθνικισμό, όσο και κάτω από τη θολή διάθεση για ειρήνη και σταμάτημα του πολέμου, τον πασιφισμό δηλαδή. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό που δεν πρέπει να μπει στην άκρη είναι η ταξική πάλη. Όποια δηλαδή διάθεση και να κυριαρχεί στις μάζες, όπως και να εναλλάσσεται, ό,τι δυσκολίες και να υπάρχουν, είναι κρίσιμο ζήτημα η πάλη των εργαζόμενων ενάντια στο κεφάλαιο, στην εργοδοσία, στο αστικό κράτος και στην κυβέρνηση να μη σταματήσει. Αντίθετα, η πάλη αυτή να οξυνθεί, να ενταθεί. «Δεν είμαστε μαζί πουθενά, ούτε στην ειρήνη, ούτε στον πόλεμο», αυτό πρέπει να είναι το κύριο μήνυμα. Γι’ αυτό, έχει μεγάλη σημασία από σήμερα να σπάει η συναίνεση, η αποδοχή από εργατικές-λαϊκές μάζες των στόχων του κεφαλαίου. Το έδαφος υπάρχει στους μεγάλους εμβληματικούς συνδικαλιστικούς αγώνες, που όμως από μόνοι τους δε φτάνουν, απαιτείται να ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια της ριζοσπαστικοποίησης και της πολιτικοποίησης με τη σταθερή υπομονετική ιδεολογικοπολιτική δράση των κομμουνιστών, να συντελούνται βήματα στην κοινή δράση και συμμαχία της εργατικής τάξης με τους βιοπαλαιστές αγρότες, τους αυτοαπασχολούμενους, όλες τις κοινωνικές δυνάμεις που έχουν συμφέρον από την πάλη ενάντια στο κεφάλαιο, στα μονοπώλια.

Έτσι μπορεί να ισχυροποιείται η αναγκαιότητα ενός μεγάλου παλλαϊκού κινήματος με αντικαπιταλιστικούς-αντιμονοπωλιακούς στόχους πάλης.

Σε συνθήκες κρίσεων και πολέμων, η αρχική τάση είναι η συσπείρωση των εργαζόμενων και του λαού γύρω από την κυβέρνηση. Η τάση αυτή εκφράζει την ψευδαίσθηση ότι η κυβέρνηση είναι «δική του», εκλέχτηκε για να τον προστατεύσει, να του λύσει τα προβλήματα, να υπερασπιστεί τη ζωή και το συμφέρον του. Βέβαια, η ίδια η πραγματικότητα ήδη αποδεικνύει το αντίθετο. Το αστικό κράτος, που είναι ικανότατο να στηρίζει το κεφάλαιο και τις επενδύσεις, να καταστέλλει τις εργατικές-λαϊκές κινητοποιήσεις, να στέλνει φρεγάτες στην Ερυθρά Θάλασσα, είναι το ίδιο που είναι ανίκανο να προστατεύει το λαό από πλημμύρες, πανδημίες, καταστροφές, που καθημερινά παίρνει μέτρα σε βάρος των εργαζόμενων για να υπερασπίσει τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων. Όμως υπάρχει και η ιστορική πείρα από «κρίσιμες στιγμές», που δείχνει ότι σε καιρό πολέμου η αστική τάξη, σε όλες τις εκδοχές της, δεν υπερασπίζεται το λαό, αλλά τα συμφέροντά της, όπως έκανε και στον Α΄ και στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Κυπριακή τραγωδία. Σε συνθήκες, λοιπόν, τέτοιες είναι που πρέπει να δυναμώσει η αποκάλυψη του πραγματικού χαρακτήρα του κράτους, ότι είναι δηλαδή όχι κράτος όλων αλλά κράτος του κεφαλαίου, κράτος εναντίον των εργαζόμενων και των συμφερόντων τους. Γι’ αυτό, όχι μόνο δεν μπορούν και δεν πρέπει οι εργαζόμενοι να δείξουν εμπιστοσύνη στο αστικό κράτος και τις κυβερνήσεις του, αλλά πρέπει και να το αμφισβητήσουν, να απειθαρχήσουν. Αντίθετα, οι εργαζόμενοι, ο λαός, πρέπει να εμπιστευτούν τη δύναμη της δικιάς τους αυτοτελούς οργάνωσης, με όλες τις μορφές και όλα τα μέσα, για όλα τα ζητήματα, για τη διεκδίκηση, την αλληλεγγύη, την προστασία και την υπεράσπιση της ζωής και των δικαιωμάτων του λαού· μια δύναμη που μπορεί να μετατραπεί σε δύναμη σύγκρουσης και ανατροπής και όχι στήριξης της αστικής εξουσίας.

Οι κομμουνιστές δεν εγκαταλείπουν το λαό στις συνθήκες του πολέμου, ό,τι εξέλιξη και αν έχει αυτός, όπως και αν διεξάγεται. Οι μπολσεβίκοι δεν έκαναν πολεμική απεργία, βρέθηκαν στα χαρακώματα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου μαζί με τους Ρώσους εργάτες και αγρότες, μαζί τους πολέμησαν, μοιράστηκαν τα ίδια βάσανα, μέσα εκεί οργάνωσαν επαναστατικούς πυρήνες αμφισβήτησης του αστικού κράτους και της αστικής τάξης, ακόμα και στις συνθήκες μετά το γκρέμισμα του τσαρισμού το Φλεβάρη του 1917. Το ίδιο έκαναν και οι κομμουνιστές στη Μικρά Ασία, στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, το ίδιο έκαναν και την περίοδο της Κατοχής, πρωτοστατώντας στο μαζικό λαϊκό αντιστασιακό απελευθερωτικό κίνημα με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ κλπ.

Ποια πρέπει να είναι η διέξοδος από τον πόλεμο; Αυτό είναι το ερώτημα που προκύπτει και προέκυπτε άμεσα μετά την έναρξη κάθε πολεμικής αναμέτρησης. Τι πρέπει να προσδοκά ο λαός, οι εργαζόμενοι; Τη νίκη της αστικής του τάξης και του ιμπεριαλιστικού συνασπισμού που συμμετέχει; Το πάγωμα των εχθροπραξιών; Την ανακωχή άνευ όρων; Την επιστροφή στην προπολεμική ειρήνη; Στην εργατική-λαϊκή διάθεση θα εναλλάσσεται ο εθνικισμός με τον πασιφισμό, ο ενθουσιασμός της νίκης με την απογοήτευση της ήττας. Είναι κρίσιμο οι κομμουνιστές να μη χάνουν τον μπούσουλα, τον προσανατολισμό της δράσης τους, παίρνοντας υπόψη τις κάθε φορά συνθήκες, αλλά δουλεύοντας πάντα και σταθερά το βασικό ζήτημα: Ότι διέξοδος από τον πόλεμο υπέρ των εργαζόμενων και του λαού δεν μπορεί να υπάρξει έξω από την πάλη για την ανατροπή της αστικής εξουσίας, έξω από τον αγώνα για να έρθει στην εξουσία η εργατική τάξη με τη στήριξη των συμμάχων της.

Σε συνθήκες νίκης, να αναδεικνύουν ότι αυτή η νίκη δεν είναι νίκη για το λαό, ότι πίσω από τα παχιά λόγια των αστών κρύβεται ο κίνδυνος της ήττας για τους εργαζόμενους και τα άλλα λαϊκά στρώματα.

Σε συνθήκες ήττας, να αναδεικνύουν ότι η ήττα αυτή δεν πρέπει να γίνει ήττα του λαού, αλλά ήττα της αστικής τάξης και γι’ αυτό θα πρέπει η λαϊκή πάλη να κατευθυνθεί στον αγώνα για να πάρει την εξουσία από την αστική τάξη.

Σε συνθήκες εθνικιστικού παροξυσμού, να αναδεικνύουμε ότι ο αντίπαλος δε βρίσκεται μόνο με τη μορφή της αντίπαλης αστικής τάξης, της αστικής τάξης «των άλλων», αλλά και με τη μορφή της δικιάς μας αστικής τάξης, ότι απάντηση είναι η κοινή πάλη των εργαζόμενων απ’ όλες τις πλευρές του πολέμου.

Σε συνθήκες πασιφιστικής διάθεσης και καλεσμάτων για «ειρήνη», να αναδεικνύουμε ότι πραγματική ειρήνη για τους εργαζόμενους και τους λαούς σημαίνει η έξοδος από τον πόλεμο να συνδυαστεί με την έξοδο από το καπιταλιστικό σύστημα.

Έτσι μπορεί να αναδεικνύεται, να ωριμάζει η αντίληψη ότι τελικά η διέξοδος για το λαό δεν μπορεί να δοθεί μέσα στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Οι φαύλοι κύκλοι της οικονομικής κρίσης και της ανάπτυξης με ένταση της εκμετάλλευσης του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της «ειρήνης με το πιστόλι στον κρόταφο» μπορούν να τελειώσουν μόνο με την ανατροπή αυτού του συστήματος και την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας, σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής.

Τα βάσανα του πολέμου το 1917 μεταφράστηκαν σε συγκεκριμένες διεκδικήσεις των εργαζόμενων και του λαού της Ρωσίας, συμπυκνωμένες στο σύνθημα «ψωμί - γη - ειρήνη». Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι απέδειξαν αυτό ακριβώς. Πως οι διεκδικήσεις αυτές δεν μπορούν να γίνουν πραγματικότητα, να απαντηθούν ολοκληρωμένα και τελεσίδικα προς όφελος των εργατών, των αγροτών, του λαού χωρίς τη σοβιετική εξουσία, «χωρίς τα βήματα προς το σοσιαλισμό», όπως έλεγε ο Λένιν· την εξουσία δηλαδή των εργαζόμενων και των συμμάχων τους. Γιατί υπήρχαν και «απαντήσεις» σε αυτά τα αιτήματα που μπορούσαν να δοθούν και από την αστική εξουσία: Θα μπορούσε σε κάποια φάση η μεγάλη μαζική πείνα να περιοριστεί, να αντιμετωπιστεί, το «ψωμί», όμως ο πλούτος θα συνέχιζε να ανήκει στο κεφάλαιο. Γιατί θα μπορούσε να γίνει κάποια αγροτική μεταρρύθμιση, όπως και σε άλλες καπιταλιστικές χώρες, όμως το πάνω χέρι θα εξακολουθούσαν να έχουν οι μεγαλογαιοκτήμονες και οι καπιταλιστές. Γιατί θα μπορούσε να υπάρχει συμφωνία ειρήνης ιμπεριαλιστική, όπως και έγινε, προετοιμάζοντας όμως τη συμμετοχή της Ρωσίας σε ένα νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Όλα αυτά τα αιτήματα θα μπορούσαν να είχαν απαντηθεί από τη σκοπιά της διατήρησης και της διαιώνισης του καπιταλιστικού καθεστώτος.

Όλο αυτό το πνεύμα και αυτήν τη διδασκαλία προσπαθεί να συμπυκνώσει και η προγραμματική θέση για τη στάση του ΚΚΕ στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, καθώς και οι επεξεργασίες που ακολούθησαν, δηλαδή ότι: «Σε περίπτωση ιμπεριαλιστικής πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας, είτε σε αμυντικό είτε σε επιθετικό πόλεμο, το Κόμμα πρέπει να ηγηθεί της αυτοτελούς οργάνωσης της εργατικής-λαϊκής πάλης με όλες τις μορφές, ώστε να οδηγήσει σε ολοκληρωτική ήττα της αστικής τάξης, εγχώριας και ξένης, ως εισβολέα, έμπρακτα να συνδεθεί με την κατάκτηση της εξουσίας. Με την πρωτοβουλία και καθοδήγηση του Κόμματος να συγκροτηθεί εργατικό-λαϊκό μέτωπο με όλες τις μορφές δράσης, με σύνθημα: Ο λαός θα δώσει την ελευθερία και τη διέξοδο από το καπιταλιστικό σύστημα που, όσο κυριαρχεί, φέρνει τον πόλεμο και την “ειρήνη” με το πιστόλι στον κρόταφο.»

Αυτή η θέση είναι και θέση ζύμωσης, αλλά και θέση καθοδήγησης της δράσης που αναδεικνύει την ανάγκη σήμερα, σε αυτές τις συνθήκες που, ενώ είμαστε σε περίοδο πολεμικής προετοιμασίας, ωστόσο δεν έχει πάρει η πολεμική εμπλοκή της χώρας την ανάλογη γενίκευση, να δυναμώσει η αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή πάλη του λαού μας, δένοντας σε μια ενιαία αλυσίδα τα ζητήματα του πολέμου με τα άλλα ζητήματα του καπιταλισμού, την ένταση της εκμετάλλευσης, την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, την περαιτέρω υποταγή των άλλων λαϊκών στρωμάτων στα μονοπώλια, την ενίσχυση του αστικού κράτους, την ενίσχυση της εμπορευματικής επιχειρηματικής δράσης σε μια σειρά τομείς της οικονομίας και της κοινωνικής ζωής.

 

* * *

Τον Απρίλη του 1917 ο Λένιν, επιστρέφοντας από την εξορία και παρουσιάζοντας τις θέσεις του για την επανάσταση (Θέσεις του Απρίλη), απάντησε σε ένα ρητορικό ερώτημα, στο αν υπάρχει κόμμα που μπορεί να κατευθύνει την εργατική τάξη και το λαό στην πάλη για την εξουσία, λέγοντας: «Ναι, υπάρχει τέτοιο κόμμα, το κόμμα των μπολσεβίκων», αντιμετωπίζοντας αντιδράσεις τόσο από πολιτικούς αντιπάλους, όσο και από φίλους.

Υπάρχει λοιπόν τέτοιο κόμμα, κόμμα που μπορεί να επιτελέσει στην πράξη και όχι στα λόγια το ρόλο της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, και όχι ένα κόμμα φίλων του λαού, ένα απλώς εργατικό κόμμα όπως ήταν άλλα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της εποχής που παρέδιδαν την πρωτοβουλία των κινήσεων στην αστική τάξη.

Γιατί μπορούσε όμως αυτό το κόμμα, το σχετικά νεαρό κόμμα των μπολσεβίκων (ουσιαστικά 14 χρόνων), στην καθυστερημένη και μέχρι χτες τσαρική Ρωσία, και όχι το μεγάλο, ιστορικό και έμπειρο, με θεωρητικούς κολοσσούς του μαρξισμού, με τεράστια επιρροή στην εργατική τάξη και σημαντική εκλογική δύναμη, σοσιαλδημοκρατικό γερμανικό εργατικό κόμμα; Ενδιαφέρον ερώτημα.

Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία πρόδωσε την υπόθεση της εργατικής τάξης όχι μόνο επειδή η ηγεσία της πήρε θέση στήριξης του πολέμου, αλλά και γιατί τμήματά της κράτησαν «φιλειρηνική», «πασιφιστική» στάση. Αυτή η εξέλιξη, ο εκφυλισμός, η χρεοκοπία ήταν το σύμπτωμα, το αποτέλεσμα μιας βαθύτερης διεργασίας και όχι η αιτία της. Το παράδειγμα της σοσιαλδημοκρατίας δείχνει το αποτέλεσμα της απόστασης λόγων και έργων, διακηρύξεων και πράξης, που έγινε στοιχείο ύπαρξης και λειτουργίας του γερμανικού κόμματος. Οι θεωρητικοί των σοσιαλδημοκρατών έκαναν περισπούδαστες αναλύσεις για τον καπιταλισμό, την πολιτική οικονομία, την Ιστορία, διεξήγαγαν διαπάλη με ακραίες ρεφορμιστικές φωνές όπως του Μπερνστάιν, όμως αυτό δεν αντιστοιχούσε στο τι πραγματικά έκανε το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα στην πράξη. Ξόρκιζε το ρεφορμισμό του Μπερνστάιν θεωρητικά, αλλά τον εφάρμοζε στα συνδικάτα. Εξέδιδαν σειρές από τα επαναστατικά έργα των Μαρξ και Ένγκελς, αλλά στην πράξη ξέπεφταν στον κοινοβουλευτικό κρετινισμό. Τελικά η πραγματικότητα διόρθωσε και τη «θεωρία», με αποτέλεσμα σταδιακά να προχωράει ο αναθεωρητισμός πάντα στο όνομα των «νέων συνθηκών». Η ολοκλήρωση της πλήρους στροφής στον οπορτουνισμό δεν αφορούσε μόνο τους ακραίους σοσιαλσοβινιστές που έβαψαν τελικά και τα χέρια τους με το αίμα των εργατών το Γενάρη του 1919. Αφορούσε και τη λεγόμενη «αντιπολίτευση» με ηγέτη τον Κάουτσκι που, αν και όχι σοσιαλσοβινιστής, στο κρίσιμο ζήτημα του πολέμου αρνιόταν με διάφορες δικαιολογίες –και πρώτα απ’ όλα «επειδή η εργατική τάξη δεν ήταν έτοιμη»– τη συνέχιση της ταξικής πάλης σε συνθήκες πολέμου και βέβαια τη σύνδεσή της με τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Στον αντίποδα αυτής της κατάστασης βρίσκονταν οι μπολσεβίκοι, ένα κόμμα με μεγάλη θεωρητική προσφορά του Λένιν, μια «νέου τύπου» οργάνωση επαναστατών με ενιαία θέληση και δράση και όχι ένα χαλαρό κόμμα μελών-οπαδών, με σημαντική μαχητική πείρα από τη συμμετοχή του στην επανάσταση του 1905, ατσαλωμένο σε σκληρούς εργατικούς-λαϊκούς αγώνες, με δυνάμεις συγκεντρωμένες στα κρίσιμα στρατηγικά σημεία της βιομηχανίας και σημαντική επιρροή στα πιο δυναμικά τμήματα της εργατικής τάξης. Ένα κόμμα που μπροστά στις εξελίξεις δεν πήγε πίσω στην ανάπτυξη της θεωρίας και της στρατηγικής του αντίληψης, αλλά πήγε μπροστά, ξεπερνώντας στρατηγικά σχήματα του παρελθόντος που ανέτρεψαν οι ίδιες οι εξελίξεις και επανατοποθετώντας στο βάθρο τους τις διδασκαλίες των Μαρξ και Ένγκελς για το κράτος, την επανάσταση, τη σοσιαλιστική εξουσία.

Το τι Κόμμα είμαστε, λοιπόν, είναι άμεσα συνδεδεμένο με την ικανότητά μας να ανταποκριθούμε στις ιστορικές στιγμές που βρίσκονται μπροστά μας. Γι’ αυτό άλλωστε και το 21ο Συνέδριο του Κόμματός μας ασχολήθηκε αναλυτικά με το τι σημαίνει κόμμα, «νους, καρδιά και οργανωτής» της εργατικής-λαϊκής πάλης για το σοσιαλισμό και ποιες είναι οι προϋποθέσεις. Αυτές τις προϋποθέσεις παλεύουμε να κατακτήσουμε μέσα στην καθημερινή διαπάλη, την πολιτική μάχη, τους αγώνες, μετρώντας το μπόι μας, βλέποντας τις αδυναμίες και τις δυνατότητές μας.

Γιατί, για παράδειγμα, σήμερα καταγράφεται διευρυνόμενη η λαϊκή οργή και αγανάκτηση από τη συνολική κατάσταση που ζουν οι εργαζόμενοι, οι λαϊκές δυνάμεις, η νεολαία, από τα πολλαπλασιαζόμενα αδιέξοδα του συστήματος σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Αυτές οι διαθέσεις αποτυπώνονται και στις μεγάλες συγκλονιστικές διαδηλώσεις των τελευταίων ημερών για τα Τέμπη. Ωστόσο το κρίσιμο ερώτημα που υπάρχει είναι το πώς σκέφτονται οι εργαζόμενοι, οι λαϊκές δυνάμεις, να λύσουν τα προβλήματά τους, να απαντήσουν σε όλα αυτά που νιώθουν ως αδιέξοδα και πώς πρέπει να σκεφτούν και να δράσουν;

Βλέπουμε ότι το σύστημα παίρνει τα μέτρα του. Την βλέπει, την αισθάνεται τη δυσαρέσκεια. Η κυβέρνηση κάνει ελιγμούς προσπαθώντας να πείσει ότι μπορεί να διορθώνει τα λάθη και τις κακοδαιμονίες του συστήματος. Η σοσιαλδημοκρατία προσπαθεί να πιαστεί από την ευκαιρία σε κάθε εκδοχή της για να ξαναμπεί στην πίστα της κυβερνητικής εναλλαγής. Επιχειρηματικοί όμιλοι βρίσκουν ευκαιρία για να λύσουν τις διαφορές τους με την κυβέρνηση. Αστικοί μηχανισμοί δουλεύουν τη γραμμή ενίσχυσης δήθεν αντισυστημικών και ακροδεξιών δυνάμεων που έχουν στην προμετωπίδα τους την υπεράσπιση της αστικής νομιμότητας και των θεσμών. Όλες αυτές οι πλευρές, παρά τις διαφορές τους, δουλεύουν στην ίδια κατεύθυνση, ότι την όποια λύση ο λαός, η εργατική τάξη πρέπει να την αναζητήσουν εντός του συστήματος, με την κυβερνητική εναλλαγή, με την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος, με νέες δήθεν αστικές δυνάμεις, με εκσυγχρονισμό θεσμών του αστικού κράτους, με ξεκαθαρίσματα ανάμεσα σε επιχειρηματικούς ομίλους και άλλα πολλά που δεν είναι η πρώτη φορά που τα ζούμε. Το κύριο όμως είναι να μείνει η αγανάκτηση, η διαμαρτυρία «εντός των τειχών».

Γνωρίζουμε καλά ότι αυτή η αναζήτηση «εντός των τειχών» είναι που κυριαρχεί σήμερα σε αυτές τις συνθήκες στη μεγάλη μάζα όσων διαμαρτύρονται και που το μεγαλύτερο μέρος τους για πρώτη φορά παίρνουν μέρος σε κινητοποιήσεις ή απεργίες. Ωστόσο, σήμερα υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες να δυναμώσει ένα μαζικό ριζοσπαστικό αντικαπιταλιστικό ρεύμα μέσα στην εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Οι αστικοί θεσμοί, το ίδιο το κράτος που διάφοροι έχουν βαλθεί να αποκαταστήσουν στην εργατική-λαϊκή συνείδηση, έχουν δεχτεί πλήγμα. Συσσωρεύεται κοινωνική και πολιτική πείρα που πρέπει να αξιοποιηθεί. Η αναζήτηση διεξόδου «εντός των τειχών», όποια μορφή κι αν παίρνει, όπως και να ονομάζεται, είναι συνηθισμένη, είναι δοκιμασμένη, πάντα φέρνει το λαό σε χειρότερη κατάσταση, γιατί μέρα με τη μέρα γίνεται χειρότερο το σύστημα που υπηρετεί αυτή η επιλογή. Άλλωστε πέρασαν 10 χρόνια από τότε που οι μεγάλες κινητοποιήσεις και αγώνες ενάντια στα μνημόνια εξαργυρώθηκαν σε μια «πρώτη φορά αριστερή» κυβέρνηση, με τα γνωστά αποτελέσματα που ακολούθησαν.

Σε αυτό το ζήτημα «μετριόμαστε» ως Κόμμα, στην ικανότητά μας να αξιοποιούμε αυτές τις δυνατότητες για να συμβάλλουμε με την ιδεολογικοπολιτική μας δράση και την παρέμβασή μας στο κίνημα να δυναμώνει το αντικαπιταλιστικό - αντιμονοπωλιακό ρεύμα μέσα στην εργατική τάξη και στις σύμμαχες λαϊκές δυνάμεις. Να προβάλλουμε ακόμα πιο αποφασιστικά το γιατί η απάντηση στα σύγχρονα αδιέξοδα είναι ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός. Να τεκμηριώνουμε, με συμπεράσματα από την ίδια την πραγματικότητα και τις εξελίξεις, την ανωτερότητα του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, την ανωτερότητα της κοινωνικής ιδιοκτησίας και του κεντρικού σχεδιασμού, τη δυνατότητα αξιοποίησης νέων τεχνολογιών και επιστημονικών δυνατοτήτων που μπορούν να συμβάλουν στην κάλυψη των λαϊκών αναγκών, π.χ., για σύγχρονες και ασφαλείς υπηρεσίες στις σιδηροδρομικές μεταφορές, για να εξασφαλίσουν φθηνή παροχή ενέργειας για όλους, καθολικά δημόσιο σύστημα υγείας και άλλα πολλά.

Ωστόσο ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός δεν είναι ένα άθροισμα καλών, δίκαιων θέσεων και λύσεων για μια σειρά οξυμένα κοινωνικά ζητήματα που δεν μπορεί να λύσει ο καπιταλισμός. Ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός έρχεται ως αποτέλεσμα ενός επαναστατικού άλματος που το πρώτο του βήμα είναι η ανατροπή του σημερινού σάπιου αστικού κράτους, το γκρέμισμα της εξουσίας της αστικής τάξης, το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια των εργαζόμενων.

Αυτός είναι ο δρόμος ώστε οι εργαζόμενοι να «λύσουν τα προβλήματά τους» και αν δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε αυτή η προοπτική να κυριαρχήσει ως επιλογή στις συνειδήσεις των εργαζόμενων, ωστόσο σήμερα διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο, κάνοντας μικρά και μεγάλα βήματα στην προοπτική της ανατροπής.

Τέτοιο λοιπόν Κόμμα θέλουμε και παλεύουμε να είμαστε, ώστε μέσα στο «καμίνι» της ταξικής πάλης, μέσα στη μάχη για τα εργατικά-λαϊκά δικαιώματα, για κάθε μικρό και μεγάλο πρόβλημα που απασχολεί το λαό, να συμβάλλουμε στο να ανεβαίνει η εργατική-λαϊκή συνείδηση, να κάνει βήματα προς τα μπρος.

Συνειδητοποιώντας οι εργαζόμενοι ότι δεν μπορούν να περιμένουν τίποτα από τις διάφορες μεταμορφώσεις του αστικού κράτους και του αστικού πολιτικού συστήματος.

Χτίζοντας εμπιστοσύνη στη δικιά τους δύναμη, στην οργάνωσή τους και φωτίζοντας τις προϋποθέσεις για να μπορούν οι αγώνες να νικήσουν, να μπορεί το κίνημα να αντιπαρατίθεται στα ίσια με την αστική τάξη.

Πλαισιώνοντας τη δράση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, στηρίζοντάς τους στη μάχη που δίνουν παντού, εμπνεόμενοι από το Πρόγραμμα και τις ιδέες τους.

Ισχυροποιώντας την πεποίθηση ότι ο καπιταλισμός των ιμπεριαλιστικών πολέμων, της εκμετάλλευσης είναι η κοινωνία του χτες, αλλά ο σοσιαλισμός είναι το αύριο, είναι το μέλλον. Αυτό το αύριο μπορούμε να το κερδίσουμε με τον αγώνα του σήμερα.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ομιλία του Κύριλλου Παπασταύρου, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ και διευθυντή του Ριζοσπάστη, σε εκδήλωση της ΤΟ Πόλης Λάρισας για τα 100 χρόνια από το θάνατο του Λένιν, στις 3 Φλεβάρη 2025.