Οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ συνεχίζονταν. Στις 5 Φλεβάρη 1959 άρχισαν στη Ζυρίχη συνομιλίες ανάμεσα στους πρωθυπουργούς Ελλάδας και Τουρκίας Κ. Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές με τη συμμετοχή και των αντίστοιχων υπουργών Εξωτερικών Ε. Αβέρωφ και Φατίλ Ζορλού. Στις 11 Φλεβάρη ανακοινώθηκε η υπογραφή συμφωνίας. Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε διάσκεψη στο Λονδίνο ανάμεσα σε Μ. Βρετανία, Ελλάδα, Τουρκία, με συμμετοχή αυτήν τη φορά εκπροσώπων της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Στις 23 Φλεβάρη 1959, μέσα σε πανηγυρικό κλίμα, ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής ανακοίνωσε στη Βουλή «ότι διά των συμφωνιών αίτινες υπεγράφησαν εν Λονδίνω, κατά την παρελθούσαν εβδομάδα, η Κύπρος καθίσταται ανεξάρτητος Δημοκρατία».
Οι συζητήσεις συνεχίστηκαν στο Λονδίνο και μετά από τις Συμφωνίες της Ζυρίχης και, ανάμεσα σε άλλα, κατοχυρώθηκε στη Βρετανία το απεριόριστο δικαίωμα να διατηρεί πολεμικά αεροπλάνα που θα μπορούσαν να πετούν στον εναέριο χώρο της Κύπρου, καθώς και το δικαίωμα να θέτει τις βάσεις της στη διάθεση του ΝΑΤΟ.
Η ανεξαρτησία της Κύπρου, που προέβλεπαν οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, ήταν περιορισμένη και υπονομευμένη από την πρώτη στιγμή. Προέβλεπαν ως εγγυήτριες δυνάμεις τις Μ. Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία, που θα είχαν στρατιωτικές δυνάμεις στο νησί. Παραχωρούνταν δύο μεγάλες περιοχές της Κύπρου στη Μ. Βρετανία για τη μόνιμη εγκατάσταση βρετανικών, δηλαδή ΝΑΤΟϊκών βάσεων.
Το Σύνταγμα που συμφωνήθηκε –και που δεν τέθηκε ποτέ στη διαδικασία της έγκρισης του κυπριακού λαού– στην πραγματικότητα εμπόδιζε την κυπριακή κυβέρνηση να κυβερνήσει. Η διοικητική διαίρεση που προβλεπόταν από το Σύνταγμα, καθώς και το δικαίωμα «βέτο» που είχε ο Τουρκοκύπριος αντιπρόεδρος εμπόδιζαν την κυβέρνηση να λειτουργήσει ως κυβέρνηση ενιαίου κράτους.
Παράλληλα με τη Συνθήκη του Λονδίνου οι Καραμανλής και Μεντερές υπέγραψαν μυστικό πρωτόκολλο με το οποίο συμφωνούσαν να υποστηρίξουν την είσοδο της Κύπρου στο ΝΑΤΟ και την εγκατάσταση σ’ αυτήν ΝΑΤΟϊκών βάσεων. Συμφώνησαν ακόμα να πιέσουν τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο της Κύπρου να συνεχιστεί η εκτός νόμου θέση του ΑΚΕΛ. Το πρωτόκολλο αποκαλύφθηκε πολλά χρόνια αργότερα, το 1979-1980.
Το ΚΚΕ, με ανακοίνωση της ΚΕ, κατάγγειλε τις συμφωνίες. Επίσης η ΕΔΑ και άλλα κόμματα έκαναν το ίδιο κατά τη συζήτηση στη Βουλή.
Στο παραπάνω θέμα το πόρισμα της πλειοψηφίας της Εξεταστικής Επιτροπής, που συγκροτήθηκε το 1986, τοποθετείται με θετικό τρόπο για τις συμφωνίες: «Η Κύπρος, ύστερα από πολλούς μακρούς και πολυαίμακτους αγώνες του λαού της, βρήκε στο τέλος της δεκαετίας του 1950 και από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 το είδος της ανεξαρτησίας που καθιέρωσαν γι’ αυτήν η Συνθήκη της Ζυρίχης...» Και σε άλλο σημείο: «Η Κυπριακή Δημοκρατία, κυρίαρχη πλέον και ανεξάρτητη χώρα...»
Η πραγματικότητα των κατοπινών εξελίξεων παραγνωρίζεται πλήρως. Κανένα αρνητικό σχόλιο, ούτε καν κάποιο ερωτηματικό.
Επίσης η ΝΔ στο κείμενο που κατέθεσε στην Εξεταστική θεωρούσε ότι «το νέο καθεστώς καθιστούσε την Κύπρο ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος», επικαλούνταν μάλιστα και την επιχειρηματολογία του Γ. Παπανδρέου, όπως αναπτύχθηκε τότε στη Βουλή, ότι οι Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου παρουσίαζαν τα εξής πλεονεκτήματα: Αποκαθιστούσαν την ειρήνη και την ελευθερία στο νησί. Ομαλοποιούνταν οι ελληνικές συμμαχίες. Δημιουργούσαν ευνοϊκό αντίκτυπο για τον ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης. Η Ελλάδα αφηνόταν ελεύθερη και απερίσπαστη στην εσωτερική της αποστολή για την ευημερία του ελληνικού λαού.
Η ίδρυση του κυπριακού κράτους ως προϊόν ενδοκαπιταλιστικών συμβιβασμών, με την παρουσία των βρετανικών βάσεων, στρατευμάτων τριών κρατών και το διαχωρισμό στα τοπικά όργανα των Ελληνοκυπρίων από τους Τουρκοκύπριους ουσιαστικά υπονόμευε από την αρχή την ενότητα της Κύπρου, δηλαδή δημιουργούσε προϋποθέσεις διχοτόμησης, ακόμη και διπλής ένωσης. Το περιεχόμενο των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου, με τις οποίες τρία κράτη γίνονταν εγγυητές της ανεξαρτησίας μιας άλλης χώρας, δεν μπορούσε να αποτελέσει ένα μόνιμο συμβιβασμό.
Όπως ήταν επόμενο, τέσσερα χρόνια αργότερα, οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου κατέρρευσαν. Ο Μακάριος επιχείρησε να αξιοποιήσει τις δύο Συνθήκες ως βάση για την πλήρη ανεξαρτησία, και η Τουρκία από την πλευρά της ως βάση για τη διχοτόμηση.
Αν και ο Μακάριος είχε υπογράψει τις Συμφωνίες, ουσιαστικά δεν είχε συμβιβαστεί με αυτές. Στη συνέχεια κινήθηκε στη γραμμή της ανεξαρτησίας. Φραστικά και μόνο έκανε λόγο για ένωση με την Ελλάδα.
Το Νοέμβρη του 1963 υπέβαλε στους Τουρκοκύπριους πρόταση για αλλαγή 13 άρθρων του Συντάγματος. Τις προτάσσεις απέρριψαν η Τουρκία και η ηγεσία των Τουρκοκυπρίων. Ακολούθησαν ένοπλες συγκρούσεις και η αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων υπουργών από την κυβέρνηση. Οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του Νησιού μετακινήθηκαν και συγκεντρώθηκαν σε συγκεκριμένες περιοχές, όπου σχηματίστηκαν αμιγείς θύλακες στους οποίους δεν επιτρεπόταν η είσοδος Ελληνοκυπρίων και η άσκηση ελέγχου από την κυπριακή κυβέρνηση.
Η Μ. Βρετανία, ως εγγυήτρια δύναμη και αξιοποιώντας τα παραπάνω γεγονότα, χάραξε στη Λευκωσία την «πράσινη γραμμή» που διαχώριζε τις δύο κοινότητες.
Οι επεμβάσεις των ΗΠΑ εκφράστηκαν με τα δύο Σχέδια Άτσεσον που προέβλεπαν την ένωση με την Ελλάδα, αλλά και τη διατήρηση των βρετανικών βάσεων και τη δημιουργία τουρκικών. Το πρώτο, μάλιστα, Σχέδιο ανέφερε, μαζί με άλλα, ότι η Ελλάδα θα παραχωρούσε στην Τουρκία για πάντα ένα μέρος του νησιού κατά κυριαρχία, που θα το χρησιμοποιούσε σα στρατιωτική βάση. Προτεινόταν δε η χερσόνησος της Καρπασίας, μια πολύ μεγάλη περιοχή, ως κατάλληλη γι’ αυτήν τη βάση. Το Σχέδιο αυτό απορρίφθηκε από την ελληνική κυβέρνηση.
Υπήρξε δεύτερο Σχέδιο, που πρότεινε η βάση να μην παραχωρηθεί κατά κυριαρχία στην Τουρκία, αλλά να εκμισθωθεί για μια χρονική περίοδο 50 ετών. Το δεύτερο Σχέδιο έγινε αποδεκτό από την ελληνική κυβέρνηση.
Και στις δύο περιπτώσεις, στην πραγματικότητα επρόκειτο για σχέδια διχοτόμησης της Κύπρου, γι’ αυτό απορρίφθηκαν από την κυπριακή ηγεσία.
Αποδεικνύεται απ’ όλα τα παραπάνω ότι ΗΠΑ, Μ. Βρετανία δεν ήθελαν πραγματικά ανεξάρτητη Κύπρο. Αλλά και οι αστικές κυβερνήσεις της Ελλάδας κινήθηκαν ακριβώς στην ίδια κατεύθυνση. Στην πραγματικότητα καμιά ελληνική κυβέρνηση δεν υποστήριξε την ανεξαρτησία της Κύπρου. Ήθελαν λύση στο πλαίσιο της δυτικής συμμαχίας. Γι’ αυτό αντιμετώπισαν εχθρικά τον Μακάριο όταν αυτός στην πορεία επέλεξε την ανεξαρτησία της Κύπρου, εντάχτηκε στο Κίνημα των Αδεσμεύτων, έκανε συμφωνίες και στηρίχτηκε στις σοσιαλιστικές χώρες, πρώτ’ απ’ όλα στη Σοβιετική Ένωση.
Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου στο μνημόνιο προς τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον στις 15 Ιούνη 1964: «Το δίλημμα είναι ΝΑΤΟποίηση ή Κούβα; ΝΑΤΟποίηση μπορεί να επιτευχθεί μόνο διά της ένωσης με την Ελλάδα. Ως αποτέλεσμα της ένωσης, ολόκληρο το νησί, όντας τμήμα της Ελλάδας, θα μπορούσε να είναι ΝΑΤΟϊκή βάση όπως η Κρήτη. Ο εσωτερικός κομμουνισμός θα μειωθεί σημαντικά, όπως και στην Ελλάδα που ελαττώθηκε στο 12%. Έτσι, η ασφάλεια της Τουρκίας και ολόκληρης της Μέσης Ανατολής θα περιφρουρηθεί πλήρως...»
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική για τις προθέσεις της κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου είναι η «Έκθεση Τσουδερού» προς τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου. Ο Ι. Τσουδερός, που ήταν βουλευτής Ρεθύμνου της Ένωσης Κέντρου, επισκέφτηκε δύο φορές, ως απεσταλμένος του Γ. Παπανδρέου, την Κύπρο το καλοκαίρι του 1964, ενώ συνέταξε έκθεση με την οποία πρότεινε στην κυβέρνηση έναν «οδικό χάρτη» για ΝΑΤΟποίηση του νησιού.
Ο Τσουδερός, με μια εξαιρετική ταξική ματιά, τη ματιά της αστικής τάξης, δεν κρύβει λόγια. Καταγράφει τους παράγοντες που συγκροτούσαν το συσχετισμό δυνάμεων στην Κύπρο: Ο Μακάριος χαρακτηρίζεται ως «ο σκοτεινότερος παράγων δυνάμεως» και στηρίζεται σε δυνάμεις που δε θέλουν την ένωση (ΑΚΕΛ, Τύπος, αστυνομία κλπ.). Ο Γρίβας «είναι πολύ απογοητευμένος» από την τακτική Μακάριου. Χαρακτηρίζεται ως «τίμιος, πειθαρχικός».
Για δε την αστική τάξη της Κύπρου αναφέρει:
«... Η αστική τάξη είναι απαράσκευη, λόγω ειδικών συνθηκών, για να παίξη το συνήθη εξισορροπητικό ρόλο της.
Στη Λευκωσία, η αστική τάξη δεν είναι καν παράγων δυνάμεως. Φερόμενη τελείως ανυπεύθυνα, έχει δώσει πίστη στα μη εμφανιζόμενα ως κομμουνιστικά, αλλά ως εθνικιστικά συνθήματα και παίζει άθελά της ένα σημαντικά αρνητικό ρόλο. Περισσότερο σοβαροί εμφανίζονται πολλοί δημόσιοι παράγοντες (π.χ. οι υπουργοί Γεωρκάτζης, Τάσος Παπαδόπουλος, ο Πρόεδρος της Βουλής Κληρίδης), αν και όλοι προσπαθούν να υποστηρίξουν το σύνθημα Μακάριου-ΑΚΕΛ, “ακόμη και η συμβατική λύση για εκχώρηση βάσεως στο ΝΑΤΟ είναι απαράδεκτη” … Είναι δύσκολο να παραδεχθούμε πως η αστική τάξη της Κύπρου είναι ολόκληρη τόσο απλοϊκή, ώστε να παρασυρθεί σε τόση έκταση από τον έξαλλο Τύπο. Εξάλλου είναι φανερό ότι και η στάση του Τύπου δεν υποθάλπεται μόνο από το ΑΚΕΛ, αλλά και από τον Μακάριο, τον οποίο υποστηρίζουν οικονομικοί παράγοντες της αστικής τάξεως.
Πρέπει επομένως να αναζητηθούν και άλλοι λόγοι, εκτός από την πατριωτική αγανάκτηση, για τη στάση αυτή των αστών. Υπάρχουν πολλά οικονομικά συμφέροντα με τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Υπάρχει ανταγωνισμός με το Ισραήλ. Υπάρχει, τέλος, το άγνωστο του τι θα σημάνει η ένωση με την Ελλάδα.»19
Στο διά ταύτα προτείνει ακόμη και την ανατροπή του Μακάριου και της κυβέρνησής του, αν χρειαστεί: «... Για να επιβάλει η Ελλάς τη λύση με τουρκική βάση, οιασδήποτε μορφής, πρέπει να ανατρέψει προηγουμένως το σημερινό καθεστώς.»20
Η τοποθέτηση αυτή υποδήλωνε σε ποιο σημείο όξυνσης είχαν φτάσει οι σχέσεις της αστικής τάξης της Ελλάδας και της κυπριακής αστικής τάξης, που τα συμφέροντά της εκπροσωπούσε ο Μακάριος. Να σημειωθεί εδώ ότι η πλειοψηφία (ΠΑΣΟΚ) της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής δεν αναφέρει καν το υπόμνημα Γ. Παπανδρέου και την έκθεση Τσουδερού, προφανώς τα θεωρεί ανάξια λόγου.21 Πρόκειται για ντοκουμέντα που δείχνουν πώς αντιμετώπιζαν το Κυπριακό οι ελληνικές κυβερνήσεις. Αποκαλύπτουν ότι βασικά στοιχεία της πολιτικής τους δε διέφεραν από την πολιτική της Χούντας που ακολούθησε, πολιτική που υπονόμευε την Κύπρο ως αυτοτελή κρατική οντότητα και που οδήγησε στο πραξικόπημα κατά της κυβέρνησης Μακάριου και σε συνέχεια στην τουρκική εισβολή-κατοχή.
Όλες οι κυβερνήσεις –και οι κοινοβουλευτικές και της δικτατορίας– ήθελαν λύση του Κυπριακού στο πλαίσιο του «δυτικού κόσμου». Ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ (1984-1989) Ν. Κουρής στην κατάθεσή του στην Εξεταστική Επιτροπή αναφέρει: «Όλες οι κυβερνήσεις πράγματι θέλουν να λύσουν το Κυπριακό στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, όλες οι κυβερνήσεις επαναλαμβάνω από το 1952 και εντεύθεν.»
Επομένως, η αποστολή της ενισχυμένης μεραρχίας στην Κύπρο το 1964 δεν είχε μόνο στόχο την αντιμετώπιση του κινδύνου επέμβασης της Τουρκίας, αλλά και την αποτροπή της λεγόμενης «κουβανοποίησης» της Κύπρου. Ο ισχυρισμός αυτός επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι κυριότερες δυνάμεις της μεραρχίας συγκεντρώθηκαν στη Λευκωσία χωρίς ικανοποιητική διασπορά. Έτσι, μετά από χρόνια, ο μετέπειτα Πρόεδρος της Κύπρου Γλαύκος Κληρίδης σημείωσε: «Όση λύπη πήρε ο Μακάριος όταν ήρθε η “Μεραρχία”, άλλη τόση χαρά πήρε όταν έφυγε.»22
Το κυπριακό Πόρισμα διατυπώνει μια σειρά υπόνοιες για το σκοπό της αποστολής της μεραρχίας: «Ενισχυτικό των παραπάνω υπονοιών περί ενδεχόμενης και άλλης επιχειρησιακής αποστολής της μεραρχίας, πέραν της αντιμετώπισης τουρκικής εισβολής, είναι και το απόρρητο τηλεγράφημα (477) το οποίο απέστειλε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζ. Μπολ στις 22 Αυγούστου 1964 στον Ντιν Άτσεσον ... “Το αρχηγείο της CAS μας ενημέρωσε ότι ο ελληνικός στρατός διαθέτει την ισχύ στο νησί για να κανονίσει τον Μακάριο, αν δοθεί η εντολή...”»23
Ίσως τα παραπάνω είναι ο λόγος που η Τουρκία δεν έθεσε ποτέ θέμα μεραρχίας. Αυτό έγινε από τις ΗΠΑ τρία χρόνια αργότερα, μετά από τα γεγονότα της Κοφίνου - Αγίων Θεοδώρων και ενώ είναι γνωστό ότι οι Τούρκοι είχαν αντιληφθεί την αποστολή της.
Ένα ακόμα γεγονός, που αποδεικνύει ότι η στάση του ελληνικού κράτους υπήρξε ενιαία, είναι και το παρακάτω: Στις 9 και 10 Σεπτέμβρη 1967 πραγματοποιήθηκε στον Έβρο (Κεσάνη-Αλεξανδρούπολη) συνάντηση της ελληνικής χουντικής κυβέρνησης (Κόλλιας, Σπαντιδάκης Παπαδόπουλος, Οικονόμου - Γκούρας) με αντίστοιχη της Τουρκίας (Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, Ι. Τσαγλαγιαγκίλ κλπ.) με αντικείμενο το Κυπριακό. Η πλειοψηφία της Εξεταστικής στο πόρισμά της το 1987 εμφανίζει τη συνάντηση ως απροετοίμαστη, πρόχειρη. Ο Παπαδόπουλος αντέτεινε ότι υπήρχε προετοιμασία από την κυβέρνηση Στεφανόπουλου. Ανέφερε συνάντηση Τούμπα-Τσαγλαγιαγκίλ το Δεκέμβρη του 1966, όπου «... η Τουρκία εφέρετο αποδεχόμενη την Ένωση με αντιπαροχή τη βάση της Δεκέλειας που θα παραχωρούσαν οι Άγγλοι». Αναφέρει ακόμα ότι το Συμβούλιο του Στέμματος στις 6 Φλεβάρη 1967 αποφάσισε να συνεχιστεί ο διάλογος. Εμφανίζει ότι στην Κεσάνη η Τουρκία υπαναχώρησε.
Το κυπριακό Πόρισμα σωστά αναφέρει σχετικά με την πρόταση των ελληνικών κυβερνήσεων –(προδικτατορικής) και χουντικής– ότι «η δικαιολογία κατάλυσης της κυπριακής ανεξαρτησίας με την προώθηση της παραπάνω πρότασης ήταν η αποτροπή προσχώρησης της Κύπρου στο “σιδηρούν παραπέτασμα”».
Μάλιστα, ο Τσαγλαγιαγκίλ αποκάλυψε ότι ο υπουργός Εξωτερικών Ιωάννης Τούμπας είχε αναφέρει ότι η Ελλάδα είχε τη δύναμη να επιβληθεί του Μακάριου σε περίπτωση άρνησής του.
Στην Κεσάνη οι Τούρκοι αντιπρότειναν διχοτόμηση ή καντόνια και η συνάντηση απέτυχε. Ο ίδιος ο Παπαδόπουλος κατέθεσε ότι ο Μακάριος δεν ενημερώθηκε για το θέμα της συνάντησης «γιατί αυτός ενδιαφερόταν για την ανεξαρτησία της Κύπρου».
Με όλα τα προηγούμενα αποδεικνύεται ότι διαχρονικά το ελληνικό κράτος αντιμετώπιζε εχθρικά την πολιτική του Μακάριου και των κυβερνήσεών του για ανεξάρτητη Κύπρο.
Όλα τα χρόνια πριν και μετά από την 21 Απρίλη 1967 –με κάποιες αυξομειώσεις– υπήρχε ένταση στις σχέσεις Ελλάδας-Κύπρου με σχέδια πραξικοπηματικής ανατροπής, απόπειρες κατά της ζωής του Μακάριου από τη Χούντα. Η Χούντα, όπως και οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις, ήθελε να έχει τον αποφασιστικό ρόλο στο Κυπριακό, κάτι που αρνιόταν ο Μακάριος, ο οποίος δεν αποδεχόταν ότι η Ελλάδα λειτουργούσε ως «κέντρο» και η Κύπρος όφειλε να πειθαρχεί.
Επομένως, τα δραματικά γεγονότα του 1974 δεν ήταν κεραυνός σε ξάστερο ουρανό.
Στη διάρκεια της δικτατορίας υπήρξαν απόπειρες δολοφονίας του Μακάριου και σχέδια για την πραξικοπηματική ανατροπή του. Η χούντα του Ιωαννίδη έβαλε σε εφαρμογή τα παραπάνω σχέδια. Η απόφαση πάρθηκε ύστερα από μια σειρά συζητήσεις τον Απρίλη του 1974, σε σύσκεψη όπου συμμετείχαν οι Ιωαννίδης, Ανδρουτσόπουλος, Γκιζίκης, Μπονάνος (αρχηγός ΕΔ). Οι όποιες επιφυλάξεις υπήρχαν κάμφθηκαν από τις διαβεβαιώσεις του Ιωαννίδη ότι έχει την έγκριση της CIA και ότι η Τουρκία δε θα επέμβει.
Από πολλές μαρτυρίες στην Εξεταστική προκύπτει ότι ο Ιωαννίδης είχε τακτική επαφή με το σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα. Τις διαβεβαιώσεις του Ιωαννίδη επιβεβαιώνει και ο Γκιζίκης, αλλά και αρκετοί άλλοι, μεταξύ των οποίων και ο Αβέρωφ σε έκθεση προς τον Κ. Καραμανλή. Ο ίδιος ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα εκείνα τα χρόνια, Χ. Τάσκα, στην κατάθεσή του στη Γερουσία αναφέρει ότι τα μέλη του σταθμού της CIA είχαν προσβάσεις προς τον Ιωαννίδη.
Είναι φανερό ότι η Χούντα θεωρούσε τον Μακάριο επικίνδυνο και εθνικά απαράδεκτο γιατί δεν έπαιρνε μέτρα κατά των κομμουνιστών, προμηθευόταν όπλα από σοσιαλιστικές χώρες (Τσεχοσλοβακία), διατηρούσε καλές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση. Παρόμοιες βέβαια απόψεις είχαν και οι προδικτατορικές κυβερνήσεις στην Ελλάδα.
Οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ επίσης δεν ήθελαν την Κύπρο ενιαία και ανεξάρτητη, επειδή φοβούνταν την επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης. Ήθελαν την Κύπρο ΝΑΤΟϊκό προγεφύρωμα σε βάρος των λαών της περιοχής.
Η κυβέρνηση του Μακάριου από την άλλη, εκφράζοντας τη θέληση της αστικής τάξης της Κύπρου, είχε κάνει επιλογή για Κύπρο ανεξάρτητη. Πάνω σε αυτό εκδηλώνονταν οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις με τις ελληνικές κυβερνήσεις.
Τους μήνες πριν το πραξικόπημα υπήρξε όξυνση της κρίσης ανάμεσα στη Λευκωσία και την Αθήνα. Αφορμή αποτέλεσε η άρνηση του Μακάριου να εγκρίνει, όπως είχε δικαίωμα, τον κατάλογο των υποψήφιων έφεδρων αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς, την άνοιξη του 1974. Ακόμη ο Μακάριος είχε ανακοινώσει την πρόθεσή του να μειώσει τη θητεία της Εθνικής Φρουράς, με παράλληλη μείωση των Ελλαδιτών αξιωματικών που υπηρετούσαν στη δύναμή της. Πρέπει να σημειωθεί ότι πολλοί Έλληνες αξιωματικοί της Εθνικής Φρουράς συνεργάζονταν και βοηθούσαν την ΕΟΚΑ Β΄, ακόμη και με κλοπές όπλων από διάφορα στρατόπεδα. Το επιτελείο της Εθνικής Φρουράς δεν έπαιρνε κανένα ουσιαστικό μέτρο.
Στις 2 Ιούλη ο Μακάριος έστειλε επιστολή στον Γκιζίκη στην οποία κατήγγειλε την πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης και ανακοίνωνε τα μέτρα για τη μείωση της Εθνικής Φρουράς.
Την απόφαση για το πραξικόπημα, εκτός από την ηγεσία της Χούντας την ήξερε και ο Ευ. Αβέρωφ, τον οποίο είχε ενημερώσει ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα Χ. Τάσκα (του έδειξε μάλιστα το τηλεγράφημα του Κίσινγκερ). Ο Αβέρωφ δεν ενημέρωσε τον Μακάριο γι’ αυτό το τηλεγράφημα, γιατί, όπως κατέθεσε στην Εξεταστική, αυτό ήταν απόρρητο έγγραφο των ΗΠΑ.
Το πραξικόπημα πραγματοποιήθηκε στις 15 Ιούλη 1974. Για την κατάληψη και του Προεδρικού Μεγάρου και της Αρχιεπισκοπής χρησιμοποιήθηκαν άρματα μάχης. Το Προεδρικό Μέγαρο, όπου υπήρξε αντίσταση, κανονιοβολίστηκε και καταστράφηκε ολοσχερώς. Υπήρξαν αρκετοί νεκροί και τραυματίες. Το ίδιο έγινε και στην Αρχιεπισκοπή.
Μάχες έγιναν και σε άλλες περιοχές της Κύπρου, μεταξύ του Επικουρικού Σώματος που είχε ιδρύσει ο Μακάριος και της Εθνικής Φρουράς. Το κυπριακό Πόρισμα αναφέρει 98 νεκρούς και μεγάλο αριθμό τραυματιών. Μέχρι τη μέρα της εισβολής έγιναν περίπου 2.000 συλλήψεις.
Το πραξικόπημα είχε καταστροφικές συνέπειες για την Κύπρο. Η μαχητικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων της Κύπρου εκμηδενίστηκε, ενώ πολλοί αξιωματικοί αφοπλίστηκαν γιατί θεωρούνταν μακαριακοί.
Για την επιτυχία του πραξικοπήματος χρησιμοποιήθηκαν και μετακινήθηκαν σημαντικές δυνάμεις από κρίσιμα σημεία για την άμυνα του νησιού (Πενταδάκτυλος, Κυρήνεια κλπ.). Σημαντικές δυνάμεις διατέθηκαν για να κυνηγήσουν τον Μακάριο, που είχε διαφύγει στην Πάφο. Οι δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς, κυρίως στην Κυρήνεια και την Αμμόχωστο που ήταν οι πιθανοί χώροι για αποβατική ενέργεια, ήταν ουσιαστικά διαλυμένες από το πραξικόπημα. Ενώ, από την άλλη, έρχονταν σοβαρές και αξιόπιστες πληροφορίες για προετοιμασία των Τούρκων και επικείμενη εισβολή, ο Ιωαννίδης και γενικότερα η ηγεσία της Χούντας φαίνεται ότι υποτιμούσαν όλες αυτές τις πληροφορίες και καθησύχαζαν όσους ανησυχούσαν. Γενικά στην Αθήνα και στη Λευκωσία υπήρχε εφησυχασμός στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.
Ακόμη και όταν τη νύχτα 19 προς 20 Ιούλη ο τουρκικός στόλος πλησίαζε στις ακτές της Κυρήνειας, το αρχηγείο των Ενόπλων Δυνάμεων συνέστηνε στην Εθνική Φρουρά «αυτοσυγκράτηση», λέγοντας ότι οι Τούρκοι εκτελούν ναυτική άσκηση κατόπιν άδειας του ΝΑΤΟ, ότι οι Τούρκοι μπλοφάρουν.
Ενώ υπήρχαν σχέδια από παλιότερα για στρατιωτική βοήθεια στην Κύπρο σε περίπτωση εισβολής, με αεροπλάνα, πολεμικά πλοία, υποβρύχια κλπ., η βοήθεια που στάλθηκε ήταν ασήμαντη. Μάλιστα, η Χούντα υιοθέτησε τις πληροφορίες που διοχέτευαν η CIA και οι μυστικές υπηρεσίες της Μ. Βρετανίας, ότι δήθεν δυνάμεις του Συμφώνου της Βαρσοβίας συγκεντρώνονται στη Βουλγαρία κι ετοιμάζονται για επίθεση εναντίον της Ελλάδας. Φυσικά επρόκειτο για χαλκευμένες πληροφορίες, που αποτέλεσαν το πρόσχημα για την ηγεσία της Χούντας να μη στείλει βοήθεια στην Κύπρο τις κρίσιμες πρώτες μέρες της εισβολής.
Κατά τη διάρκεια της εισβολής ο απεσταλμένος του Κίσινγκερ, υφυπουργός Εξωτρικών των ΗΠΑ Σίσκο, έπαιξε σημαντικό ρόλο ώστε οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις να μη βοηθήσουν την άμυνα της Κύπρου. Τους ενδιέφερε να μην ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, κάτι που θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στη Ν/Α πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Φαίνεται όμως ότι οι ΗΠΑ και η Μ. Βρετανία διευκόλυναν και με πιο πρακτικούς τρόπους την Τουρκία κατά την απόβαση και κατάληψη του 38% της Κύπρου. Είναι αποκαλυπτική η έκθεση του στρατηγού Σιαπκαρά24 που έχει ήδη δημοσιευτεί στο δεύτερο τόμο του Φακέλου. Εξίσου αποκαλυπτικές είναι και άλλες καταθέσεις που θα ακολουθήσουν σε επόμενους τόμους.
Είναι ξεκάθαρο ότι τα γεγονότα του 1974 ήταν ο πιο δραματικός κι αιματηρός κρίκος στην αλυσίδα της μόνιμης ιμπεριαλιστικής επιβουλής των ΗΠΑ - Μ. Βρετανίας, του επεκτατισμού της τουρκικής άρχουσας τάξης, καθώς και των ελληνικών αστικών κυβερνήσεων. Βεβαίως, η δικτατορία, η χούντα του Ιωαννίδη ιδιαίτερα, οι πραξικοπηματίες αξιωματικοί στην Κύπρο και την Ελλάδα έχουν τεράστιες ευθύνες, που δεν τους αποδόθηκαν, δε δικάστηκαν για το Κυπριακό και φυσικά δεν καταδικάστηκαν ποτέ, όπως έπρεπε να γίνει, για τα εγκλήματά τους.
Δεν πρέπει όμως να ξεχαστεί ότι το ζήτημα της διχοτόμησης της Κύπρου υπάρχει από τη δεκαετία ακόμα του 1950 με ευθύνη του ιμπεριαλιστικού παράγοντα και των ελληνικών κυβερνήσεων.
Για το ρόλο του ιμπεριαλισμού όλες τις προηγούμενες δεκαετίες και κατά το 1974 (πραξικόπημα και εισβολή), το ΚΚΕ και ο εκπρόσωπός του στην Εξεταστική Κώστας Κάππος κατηγορήθηκε πολλές φορές στην επιτροπή ότι το μόνο που το ενδιέφερε ήταν να αποδείξει τις ευθύνες των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ (λες και δεν υπήρχαν!), ενώ η πλειοψηφία (ΠΑΣΟΚ) απέδωσε ίσες ευθύνες σε ΗΠΑ, Μ. Βρετανία και Σοβιετική Ένωση! Γράφουν στο πόρισμά τους: «Η ανατροπή του Μακάριου έγινε με τις ευλογίες των ΗΠΑ, καθώς και με την ανοχή της Αγγλίας, αλλά και της Σοβιετικής Ένωσης.»
Από την πλευρά της, η ΝΔ θεώρησε ότι δεν προέκυπτε στοιχείο από το οποίο να «αποδεικνύεται η ενεργός ανάμιξη ξένης δυνάμεως στη λήψη της απόφασης για το πραξικόπημα κατά του Μακάριου, στην οργάνωση και εκτέλεσή του». Για το ρόλο τους στη διάρκεια του «Αττίλα» αναφέρει: «Καμιά ανάμιξη ή συμμετοχή ξένης δυνάμεως κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο δεν αποδεικνύεται.»
Με άλλα λόγια, η πλειοψηφία (ΠΑΣΟΚ) υποβάθμισε και η ΝΔ αγνόησε πολλές καταθέσεις για το ρόλο των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας στο πραξικόπημα και την εισβολή (κατάθεση Σεμερτζάκη, έκθεση στρατηγού Σιαπκαρά κλπ.), δηλαδή ατόμων που κάθε άλλο παρά κομμουνιστές ήταν.
Η ΝΔ δεν αναφέρθηκε καν στην προβοκάτσια που έστησαν οι ΗΠΑ και η Μ. Βρετανία, ότι δήθεν στα σύνορα της Ελλάδας με τη Βουλγαρία είχαν συγκεντρωθεί στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας, έτοιμα να επιτεθούν στην Ελλάδα. Αποσιώπησαν την «πληροφορία» που είχε διοχετεύσει τότε η CIA και που είχε γίνει σημαία της ηγεσίας του στρατεύματος, για να μη στείλει βοήθεια στην Κύπρο. Τον υποτιθέμενο κίνδυνο από «Βορρά» υιοθέτησε και ο Ευάγγελος Αβέρωφ.
Ακόμη, η ΝΔ δε δέχτηκε να γίνει καμιά συζήτηση για τον «Αττίλα 2» «γιατί είχαμε πλέον δημοκρατική κυβέρνηση και όλα έγιναν υπό το φως της ημέρας». Τόσο δημοκρατικά και στο φως της μέρας, ώστε όλα τα υπουργικά συμβούλια από τις 24 Ιούλη έως και τις 16 Αυγούστου 1974 έγιναν χωρίς να κρατηθούν πρακτικά ή, αν κρατήθηκαν, δε δόθηκαν στην Εξεταστική Επιτροπή και είναι άγνωστο πού βρίσκονται.
Η τοποθέτηση του εκπροσώπου του ΚΚΕ25 απέδιδε ευθύνες στις ΗΠΑ, στη Μ. Βρετανία, στο ΝΑΤΟ, στη χούντα του Παπαδόπουλου, στη χούντα του Ιωαννίδη, καθώς και στην κυβέρνηση των 70 ημερών (Κ. Καραμανλή, από 24 Ιούλη έως αρχές Οκτώβρη του 1974). Ιδιαίτερες ευθύνες καταλόγισε στον Ευ. Αβέρωφ «γιατί, ενώ γνώριζε την προετοιμασία του πραξικοπήματος στην Κύπρο, δεν ενημέρωσε τον Μακάριο». Επίσης στις κυβερνήσεις 1974-1986 «γιατί δεν άνοιξαν το “φάκελο της Κύπρου” και ανέστειλαν ή διατήρησαν την αναστολή της δίωξης των υπευθύνων για την κυπριακή τραγωδία».
Η αναστολή της δίωξης των υπευθύνων του πραξικοπήματος, η καθυστερημένη συγκρότηση της Εξεταστικής, 12 χρόνια μετά από την εισβολή, ενώ από το 1974 πέρασαν 44 χρόνια στη διάρκεια των οποίων σχηματίστηκαν 7 κυβερνήσεις της ΝΔ και 5 του ΠΑΣΟΚ, μέχρι να δοθούν στη δημοσιότητα αυτά τα περιορισμένα υλικά, έχουν την αιτία τους:
Η στάση της κυβέρνησης «εθνικής ενότητας» υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και των κατοπινών κυβερνήσεων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, γενικά στην κυπριακή τραγωδία και ειδικότερα στο θέμα των ποινικών ευθυνών των πρωταιτίων του πραξικοπήματος στην Κύπρο, καθοριζόταν από το χαρακτήρα της αλλαγής του Ιούλη του 1974 οπότε η στρατιωτική δικτατορία κατέρρευσε. Η αλλαγή στη διακυβέρνηση που έγινε τότε ήταν αποτέλεσμα συμβιβασμού ανάμεσα στην ηγεσία της Χούντας –που βαρυνόταν και με το έγκλημα της Κύπρου– τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και αστούς πολιτικούς ηγέτες της προδικτατορικής περιόδου, με προεξάρχοντα τον Κ. Καραμανλή κλπ. Αυτό καθόρισε και τη στάση απέναντι στους πραξικοπηματίες, πρώτ’ απ’ όλα στο στρατηγό Γκιζίκη, που παρέμεινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, και άλλους 4 ανώτατους αξιωματικούς (Μπονάνος, αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων, Γαλατσάνος, αρχηγός ΓΕΣ, Παπανικολάου, αρχηγός ΓΕΑ, Αραπάκης, αρχηγός ΓΕΝ).
Ακόμη, με εξαίρεση όσους αποτάχτηκαν μετά από την απόπειρα πραξικοπήματος το Φλεβάρη του 1975, πολλοί άλλοι πραξικοπηματίες παρέμειναν στο στράτευμα ακόμη και μετά από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 κι έχοντας φτάσει σε υψηλά αξιώματα, ως και το βαθμό του αντιστράτηγου.
Ο συμβιβασμός του Ιούλη του 1974 καθόρισε την απόφαση για να χαρακτηριστεί το πραξικόπημα του 1967 ως «στιγμιαίο αδίκημα», καθώς και τις Πράξεις 44 και 45 του υπουργικού συμβουλίου της 7ης Μάρτη 1975, που στην πράξη εξασφάλισαν το ακαταδίωκτο των πραξικοπηματιών.
Η «αποχουντοποίηση», στην οποία αναφέρεται η εισαγωγή στον πρώτο τόμο του «φακέλου», δεν έχει σχέση με αυτό που πραγματικά έγινε στις Ένοπλες Δυνάμεις. Πολύ περισσότερο δεν έχει καμιά σχέση με την επιδίωξη για ένοπλες δυνάμεις στην υπηρεσία του λαού όπως συνήθως λέγεται από τα αστικά κόμματα. Και αυτή ακόμη η υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας είναι υπονομευμένη από το ίδιο το ΝΑΤΟ. Οι αλλαγές που έγιναν ήταν ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών εντός της αστικής εξουσίας και μετά από το 1974, ακόμη και με το προσωρινό, τακτικής φύσης, διάλειμμα της εξόδου από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν έπαψαν να είναι ΝΑΤΟϊκός στρατός, όπως άλλωστε είναι και σήμερα, συμμετέχοντας και υπηρετώντας απόλυτα τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς στην περιοχή και ευρύτερα.
Εννοείται ότι η στάση όλων των κυβερνήσεων μετά από τη δικτατορία σχετίζεται με τη στρατηγική της αστικής τάξης της Ελλάδας, των συμφερόντων της στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας. Όλες οι κυβερνήσεις μέχρι σήμερα ενδιαφέρονται απόλυτα για τη διατήρηση της ενότητας της Ν/Α πτέρυγας του ΝΑΤΟ.
Τις 4 δεκαετίες που πέρασαν από την εισβολή, το 38% του εδάφους της Κύπρου παραμένει υπό τουρκική κατοχή. Σ’ αυτό το έδαφος δημιουργήθηκε το ψευδοκράτος με την ονομασία «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου». Οι προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού ανατέθηκαν αποκλειστικά στον ΟΗΕ και τις αποφάσεις του. Στην ίδια την Κύπρο δεν οργανώθηκε εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα.
Στην πορεία των χρόνων και των συζητήσεων κυριάρχησε ο «επώδυνος συμβιβασμός» που οδήγησε στη θέση για τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, που ήταν θέση κυρίως της τουρκικής αστικής τάξης και της ηγεσίας των Τουρκοκυπρίων κι έφτασε να θεωρείται θέσφατο, θέση αρχής.
Μεγάλες αυταπάτες δημιουργήθηκαν στους λαούς Ελλάδας και Κύπρου με την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Ευθύνη έχει και το ΑΚΕΛ που υποστήριξε την ένταξη. Προβλήθηκε ως μεγάλη επιτυχία που θα συνέβαλε στην οριστική λύση του Κυπριακού. Το ΚΚΕ στην Ελλάδα ήταν το μοναδικό κόμμα που καταψήφισε την ένταξη και δέχτηκε μεγάλη επίθεση από τα υπόλοιπα κόμματα και ιδιαίτερα από το Συνασπισμό. Η ζωή έδειξε ότι «η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ όχι μόνο δεν οδήγησε στην εξασφάλιση ενιαίας κυπριακής οντότητας προς όφελος συνολικά του λαού της, όπως ισχυρίζονταν οι υποστηρικτές της ευρωπαϊκής λυκοσυμμαχίας, αλλά εκ των πραγμάτων αποδείχτηκε ότι είναι επιπρόσθετος παράγοντας δυσκολιών, διαψεύδοντας προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν αυτά τα χρόνια»26.
Το ΚΚΕ επίσης ήταν η μοναδική πολιτική δύναμη στην Ελλάδα που αντιτάχτηκε και καταδίκασε αποφασιστικά το συνομοσπονδιακό, διχοτομικό Σχέδιο Ανάν και στήριξε το ΟΧΙ του κυπριακού λαού στο σχετικό δημοψήφισμα τον Απρίλη του 2004.
Το ΑΚΕΛ ταλαντεύτηκε για μήνες πάνω στο διχοτομικό σχέδιο. Στελέχη του προπαγάνδιζαν ανοιχτά υπέρ του Σχεδίου και της υπερψήφισής του. Με την ομιλία του ο τότε ΓΓ της ΚΕ του ΑΚΕΛ, Δ. Χριστόφιας, στην έκτακτη Παγκύπρια Συνδιάσκεψη αναφέρει: «Το ΑΚΕΛ αξιολόγησε το Σχέδιο Ανάν καταγράφοντας τα αρνητικά και τα θετικά του στοιχεία ... Το Σχέδιο προνοεί για μια επανενωμένη ομοσπονδιακή Κύπρο, το αποδεχτήκαμε ως βάση για διαπραγμάτευση ... Οι εκτιμήσεις ότι με τη λύση που προτείνει το Σχέδιο Ανάν διαλύεται τάχα η Κυπριακή Δημοκρατία και ότι το Σχέδιο νομιμοποιεί και εμβαθύνει τη διχοτόμηση δεν είναι ορθές και δε μας βρίσκουν σύμφωνους.»
Η τελική αρνητική του θέση απέναντι στο Σχέδιο καθορίστηκε από το γεγονός ότι δεν έγινε αποδεκτή η άποψή του για αναβολή του δημοψηφίσματος ώστε να γίνει διαπραγμάτευση.
Ευφορία επίσης καλλιεργείται για λύση στο Κυπριακό τα τελευταία χρόνια. Ευθύνη έχει και το ΑΚΕΛ, που παραμένει προσκολλημένο στον «έσχατο συμβιβασμό» της δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας.
Οι προσδοκίες για δίκαιη και βιώσιμη λύση που καλλιεργούνται από την κυπριακή και από την ελληνική κυβέρνηση δεν πηγάζουν από πραγματικά στοιχεία. «Η βασική θέση για τα δύο συνιστώντα κράτη κινείται στην κατεύθυνση συνομοσπονδίας, διχοτομικής λύσης ... Οι συστηματικές παρεμβάσεις των ΗΠΑ και της ΕΕ για να ... υπογραφεί συμφωνία στοχεύουν στη δημιουργία τετελεσμένων, με στόχο να ανοίξει ο δρόμος για την εκμετάλλευση των ενεργειακών κοιτασμάτων του νησιού προς όφελος των αστικών τάξεων και των ευρωατλαντικών σχεδιασμών. Έχουν ως στόχο να αξιοποιηθεί η γεωστρατηγική θέση της Κύπρου στον ανταγωνισμό των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ με τη Ρωσία...»27
Οι διαπραγματεύσεις δεν οδηγούν σε ενιαία κρατική συγκρότηση, αλλά σε δύο κράτη.
Γενικότερα μπορεί να υπάρξει δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού, ειρηνική συμβίωση και πρόοδος των λαών της περιοχής, αν η πάλη της εργατικής τάξης της Ελλάδας, της Κύπρου και της Τουρκίας κατευθύνεται ενάντια στο εκμεταλλευτικό σύστημα, για την εργατική-λαϊκή εξουσία και την κοινωνικοποίηση του πλούτου τους, για την αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, την ΕΕ, το ΝΑΤΟ.
«Στη βάση αυτή, η θέση του ΚΚΕ για την Κύπρο ενιαία αντιπαλεύει τον εθνικισμό και την γκετοποίηση, που προκαλούν η “διζωνικότητα” και τα δύο “συνιστώντα κράτη”, και εκφράζει την αναγκαιότητα της ενιαίας οργάνωσης και κοινής πάλης της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων της Κύπρου, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Αρμενίων, Λατίνων και Μαρωνιτών, ενάντια στην αστική τάξη, ενάντια στην ΕΕ, στο ΝΑΤΟ.»28