Ως διεθνής μετανάστευση (σε αντιπαράθεση με την εσωτερική, με την οποία δε θα ασχοληθούμε) ορίζεται η είσοδος σε μια χώρα, για μόνιμη ή προσωρινή διαμονή, υπηκόου άλλης χώρας. Προκαλείται από αιτίες οικονομικές, πολεμικές και πολιτικές.
Η μετακίνηση πληθυσμών είναι τόσο παλιά όσο και οι ανθρώπινες κοινωνίες και έχει παίξει μεγάλο ρόλο στον εποικισμό ορισμένων τμημάτων της γης, στη δημιουργία νέων εθνών και λαοτήτων και στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων1. Ανάλογα με το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα έχει διαφορετικές μορφές, αιτίες, διαστάσεις και κατευθύνσεις.
Οι πρώτες μεγάλες διηπειρωτικές μεταναστεύσεις σημειώνονται μετά τις γεωγραφικές ανακαλύψεις, ιδιαίτερα των περιοχών της Αμερικής και της Ωκεανίας και έχουν το χαρακτήρα του αποικισμού. Στην εποχή της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου συνδέονταν με την αποίκηση των εδαφών που είχαν ανακαλύψει και καταλάβει οι Ευρωπαίοι στην Αμερική, την Ασία και την Αφρική με την εξόντωση και εκδίωξη του γηγενούς πληθυσμού. Σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα με την ανάπτυξη του καπιταλισμού μεγαλώνουν και οι διαστάσεις της μετανάστευσης, παίρνοντας τα χαρακτηριστικά μετανάστευσης εργατικού δυναμικού, προερχόμενου αρχικά από τις βιομηχανικά αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης (Μ. Βρετανία, Ολλανδία, Γερμανία, Σκανδιναβικές χώρες).
Στα τέλη όμως του ίδιου αιώνα παρατηρείται αλλαγή στην προέλευση των μεταναστευτικών ροών και αύξηση των μεταναστών από τις λιγότερο βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες της νότιας και ανατολικής Ευρώπης (Ιταλία, Πολωνία, Ουγγαρία, Ρωσία).
Ο Λένιν, στο άρθρο του «Ο καπιταλισμός και η μετανάστευση των εργατών»2, χαρακτήρισε τα δύο αυτά στάδια «παλαιά μετανάστευση» και «νέα μετανάστευση». Η «νέα μετανάστευση» συμπίπτει με την είσοδο του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο ή καλύτερα είναι αποτέλεσμα της μετεξέλιξης του καπιταλισμού σε ιμπεριαλισμό. «Η μείωση της μετανάστευσης από τις ιμπεριαλιστικές χώρες και η αύξηση της εγκατάστασης (του ερχομού εργατών και της μετοίκησης) σ’ αυτές τις χώρες από τις πιο καθυστερημένες χώρες, όπου ο μισθός εργασίας είναι κατώτερος» είναι -σύμφωνα με το Λένιν- μια ακόμη ιδιομορφία του ιμπεριαλισμού3.
Στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, η καπιταλιστική συσσώρευση οδηγεί στην αύξηση του υπερπληθυσμού ή του εφεδρικού «στρατού» του προλεταριάτου, εντείνεται η ανισόμετρη οικονομική ανάπτυξη του καπιταλισμού, μεγαλώνει η επιθετικότητα του καπιταλισμού και οι ανταγωνισμοί μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για το μοίρασμα των αγορών που οδηγούν σε τοπικούς ή ακόμη και παγκόσμιους πολέμους. Ολα αυτά αποτελούν τη βάση για τη συνεχή ανατροφοδότηση του μεταναστευτικού φαινομένου.
Την περίοδο 1900 - 1914, με το πέρασμα στο μονοπωλιακό καπιταλισμό και τις ανάγκες κυρίως των αμερικανικών μονοπωλίων για εργατικά χέρια, μετανάστευσαν 20 εκατ. εργάτες από την Ευρώπη, τα 3/4 των οποίων εγκαταστάθηκαν στις ΗΠΑ. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918), με την αύξηση της ανεργίας, ιδιαίτερα στις συνθήκες εκδήλωσης της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης τις περιόδους 1920-21 και 1929-30, κυρίως οι ΗΠΑ πήραν νομοθετικά μέτρα περιορισμού της μετανάστευσης, στο πλαίσιο γενικότερων μέτρων προστατευτισμού της εγχώριας οικονομίας. Στις ΗΠΑ, το 1921 και 1924, ψηφίστηκαν νόμοι που έβαζαν ποσόστωση (3% και 2% αντίστοιχα) με βάση τον αριθμό των ομοεθνών των μεταναστών που ήταν ήδη εγκατεστημένοι στις ΗΠΑ, ενώ αποκλείστηκε η εισροή μεταναστών από την Ασία4. Από το 1930 ξεκίνησε και η «διαρροή ή κλοπή εγκεφάλων», που σήμερα η ΕΕ (ή τουλάχιστον ορισμένα κράτη-μέλη) επιδιώκει μέσω της μπλε κάρτας, με την προσέλκυση στις ΗΠΑ μεγάλου αριθμού επιστημόνων φυγάδων από τη φασιστική Γερμανία5.
Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αυξάνονται οι περιορισμοί στις διηπειρωτικές μεταναστεύσεις, ιδιαίτερα προς ΗΠΑ και Καναδά. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ο αριθμός των μεταναστών προς ΗΠΑ δεν υπερέβαινε τις 100.000 - 150.000 το χρόνο. Από τότε άρχισε να εμφανίζεται ο γνωστός στις ημέρες μας από τη Συνθήκη Σένγκεν όρος «ανεπιθύμητος αλλοδαπός».
Τις δεκαετίες 1960 και 1970 μεγάλη έκταση προσέλαβε η μετανάστευση προς τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης (ιδιαίτερα τη Δ. Γερμανία, τη Μ. Βρετανία, την Ολλανδία, το Βέλγιο και την Ελβετία) που εξυπηρετούσε τις ανάγκες τις καπιταλιστικής μεταπολεμικής ανασυγκρότησης από τις πιο φτωχές χώρες της Νότιας Ευρώπης, την Τουρκία και τις πρώην αποικίες της Β. Αφρικής, που έφτασε κατά περιόδους τα 5 - 8 εκατ. ανειδίκευτους κυρίως μετανάστες εργάτες. Αυτή η μετανάστευση διευκολύνθηκε από το καθεστώς της ένταξης ή σύνδεσης με την ΕΟΚ αλλά και με διακρατικές συμφωνίες. Εξυπηρέτησε τόσο την καπιταλιστική ανάπτυξη των χωρών προορισμού, που τις τροφοδότησε με φτηνά εργατικά χέρια, όσο και των χωρών προέλευσης των μεταναστών, είτε άμεσα (π.χ. μέσω των εμβασμάτων) είτε έμμεσα λειτουργώντας ως σταθεροποιητικό στοιχείο σε χώρες με μεγάλη ανεργία, ανισομετρία και φτώχεια. Οι μετανάστες κατευθύνονταν σε χώρες όπως η Δ. Γερμανία, όπου οι απώλειες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχαν επιφέρει μεγάλες καταστροφές στις παραγωγικές δυνάμεις ή σε κλάδους έντασης της εργασίας, όπως στα ορυχεία του Βελγίου.
Σε κάθε περίπτωση οι «παράνομοι» μετανάστες χρησιμοποιούνταν ως φθηνότερο εργατικό δυναμικό, γι’ αυτό και το αστικό κράτος ευνοούσε ή ανεχόταν αυτή την «παρανομία».
Ειδικότερα ο όρος «πρόσφυγας», υποδηλώνοντας υποκατηγορία των μεταναστών, χρησιμοποιήθηκε μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για τα άτομα που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν ή εκδιώχθηκαν από τα εδάφη τους λόγω πολέμων, αλλαγής συνόρων και συγκρούσεων. Η έννοια του πρόσφυγα αποκρυσταλλώθηκε καλύτερα μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για να περιλάβει όσους διώκονται ή απειλούνται με διώξεις για πολιτικούς, εθνικούς, θρησκευτικούς κλπ. λόγους6.
Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αυξήθηκε ο αριθμός των προσφύγων και εκτοπισμένων, φτάνοντας δεκάδες εκατομμύρια στην Ευρώπη και στην Ασία (χωρισμός Βρετανικών Ινδιών σε δύο ανεξάρτητα κράτη, την Ινδία και το Πακιστάν) και τη Μ. Ανατολή (δημιουργία του κράτους του Ισραήλ και εκδίωξη των Αράβων), με αποτέλεσμα να απασχολήσει τον ΟΗΕ. Το 1951 ψηφίστηκε η Συνθήκη της Γενεύης για τους Πρόσφυγες -που αρχικά αφορούσε μόνο τους πρόσφυγες και εκτοπισμένους της Ευρώπης- και δημιουργήθηκε ειδική υπηρεσία, η Υπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες. Το 1967, με το πρωτόκολλο της Ν. Υόρκης, η Συνθήκη επεκτάθηκε σε όλη την υφήλιο. Στο άρθρο 1 της Συνθήκης της Γενεύης, που έχει επικυρωθεί από 139 κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, δίνεται ο εξής ορισμός του πολιτικού πρόσφυγα: «Πρόσφυγας είναι κάθε πρόσωπο που, λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων, βρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας είναι υπήκοος και δεν μπορεί ή, λόγω φόβου, δεν επιθυμεί να απολαμβάνει της προστασίας της χώρας αυτής».
Η αναγνώριση της ιδιότητας του πολιτικού πρόσφυγα γίνεται μέσα από την παροχή πολιτικού ασύλου, για το οποίο δεν υπάρχει συγκεκριμένη ρύθμιση στη Συνθήκη της Γενεύης, αλλά καθορίζεται από τα κράτη ή τις διακρατικές ενώσεις, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με τη νομοθεσία της ΕΕ για το άσυλο. Σε πολλά κράτη το δικαίωμα στο άσυλο προβλέπεται από το Σύνταγμά τους σε αντιστοιχία με το χαρακτήρα του κράτους που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα αστικά Συντάγματα των καπιταλιστικών κρατών, το άσυλο αναγνωρίζεται σε όσους διώκονται για τη δράση τους υπέρ της «ελευθερίας» ή υπέρ των αρχών της αστικής δημοκρατίας. Ετσι, η έμμεση αναγνώριση του δικαιώματος ασύλου που προβλέπεται στο άρθρο 5 §2 του ελληνικού Συντάγματος διατυπώνεται ως εξής: «Απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας». Από την άλλη μεριά το άρθρο 38 του σοβιετικού Συντάγματος του 1977 ανέφερε: «Η ΕΣΣΔ παρέχει δικαίωμα ασύλου στους ξένους που διώκονται για την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων και την υπόθεση της ειρήνης, για τη συμμετοχή τους στο επαναστατικό και απελευθερωτικό κίνημα, για προοδευτική, κοινωνική, επιστημονική ή άλλη δημιουργική δράση»7.
Η Συνθήκη της Γενεύης εμπλουτίστηκε όλα αυτά τα χρόνια μέσα από τις λεγόμενες «Κατευθυντήριες Οδηγίες» του ΟΗΕ. Ετσι, πρόσφυγας θεωρείται από τον ΟΗΕ -μέχρι στιγμής τουλάχιστον, αφού με τους σημερινούς αρνητικούς διεθνείς συσχετισμούς έχουν υποχωρήσει παλιότερες θετικές ρυθμίσεις στο Διεθνές Δίκαιο- και εκείνος που νιώθει δικαιολογημένο φόβο, όχι μόνο εξαιτίας προσωπικής δίωξης σε βάρος του αλλά και λόγω των συνθηκών «αδιάκριτης χρήσης βίας» που επικρατούν στη χώρα του. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, τα άτομα που προέρχονται από περιοχές αδιάκριτης και γενικευμένης βίας (Αφγανοί, Ιρακινοί, Σομαλοί, Σουδανοί κλπ.) πρέπει να θεωρούνται καταρχήν πρόσφυγες. Πρόσφυγες ή αναγκαστικά εκτοπισμένοι χαρακτηρίζονται και όσοι αναγκάζονται να μεταναστεύσουν λόγω επιδείνωσης των συνθηκών διαβίωσης εξαιτίας φυσικών φαινομένων (ξηρασίες, πλημμύρες κλπ.). Επομένως, η τάση που διαμορφώθηκε στην πορεία είναι να θεωρούνται πρόσφυγες όσοι αναγκάζονται να μεταναστεύσουν για λόγους ανωτέρας βίας, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, σε διάκριση με τους μετανάστες που η μετακίνησή τους εμφανίζεται ως οικειοθελής για εύρεση εργασίας. Βεβαίως τα όρια μεταξύ των δύο αυτών ομάδων δεν είναι πάντα απολύτως σαφή. Τα νέα προβλήματα που προκάλεσε και όξυνε η ιμπεριαλιστική κυριαρχία δημιούργησαν την ανάγκη για άλλες, ενδιάμεσες και κατώτερες μορφές διεθνούς προστασίας, όπως είναι η λεγόμενη επικουρική προστασία ή ανθρωπιστικό άσυλο, που έχει προσωρινό χαρακτήρα, δεν προβλέπεται στη Συνθήκη της Γενεύης, ρυθμίζεται από τις Κατευθυντήριες Οδηγίες της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, καθώς και από τη νομοθεσία της ΕΕ και των κρατών-μελών της.
Η Συνθήκη της Γενεύης και οι προβλέψεις για την παροχή ασύλου χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν κατά κόρον από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις σε βάρος των σοσιαλιστικών χωρών, για να ενθαρρύνουν διάφορα αντισοσιαλιστικά ή ασταθή στοιχεία να εγκαταλείψουν τις σοσιαλιστικές πατρίδες τους. Μετά τις ανατροπές του σοσιαλισμού, αυτές οι ίδιες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις παραβιάζουν συστηματικά τη Συνθήκη της Γενεύης, νομοθετούν σε επίπεδο (ΕΕ Οδηγίες, Κανονισμούς, Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ασύλου), με στόχο την κατάργηση των όποιων ευεργετικών προβλέψεων υπήρχαν στη Συνθήκη της Γενεύης, ενώ τελευταία εμφανίζονται εκπρόσωποι κυβερνήσεων ή ηγέτες αστικών κομμάτων να υποστηρίζουν ακόμη και την αποδέσμευση των κρατών τους από τη Συνθήκη.