ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Αφετηρία της προσέγγισής μας είναι η στρατηγική επιδίωξη του ευρωενωσιακού κεφαλαίου για την ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς. Η άρση των παλαιότερων θεσμικών φραγμών στο εσωτερικό και μεταξύ των εθνικών αγορών υπηρετεί με συνέπεια αυτή την επιδίωξη, η οποία συνδέεται άμεσα τόσο με την ανάγκη διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου, όσο και με τη διασφάλιση νέων όρων αποτελεσματικού ανταγωνισμού των ευρωπαϊκών μονοπωλίων έναντι των αμερικάνικων, ιαπωνικών κλπ. ανταγωνιστών τους. Ηδη από την ιδρυτική της Συνθήκη, η ΕΕ κατοχυρώνει τις τέσσερις βασικές ελευθερίες κίνησης: κεφαλαίου, εργασίας, εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Η διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου που επιτρέπει αυτές τις ελευθερίες αποτελεί κεντρικό άξονα της πολιτικής της ΕΕ διαχρονικά και μια σειρά οδηγίες ( 2005/36, 2006/123 κλπ.) είναι οργανικά ενταγμένες στην προσπάθεια αυτή.
Μεθοδικό και πολύπλευρο το πλέγμα των κοινοτικών παρεμβάσεων
Είναι μεθοδολογικό και πολιτικό σφάλμα η αποσπασματική εξέταση αυτών των οδηγιών, σε σχέση με όλο το προηγούμενο θεσμικό οικοδόμημα της ΕΕ. Αυτό έχει να κάνει με τη σχέση ανάμεσα, τόσο στις διατάξεις που αναφέρονται «στενά» στην κίνηση των υπηρεσιών και την εγκατάσταση των παρόχων του, όσο και ευρύτερα, στο σύνολο του κοινοτικού θεσμικού πλαισίου για την απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίου, εμπορευμάτων και εργασίας. Σε τελευταία ανάλυση, το σύνολο των παρεμβάσεων αυτών είναι οργανικά και αναπόσπαστα ενταγμένο στο πλαίσιο της Στρατηγικής της Λισαβόνας, όπως παραπέρα αυτή εξειδικεύτηκε στις αποφάσεις-σταθμούς των συνόδων κορυφής της ΕΕ, αλλά και στις αποφάσεις και κατευθύνσεις της Κομισιόν και των Συμβουλίων Υπουργών. Το γεγονός ότι στο κείμενο του «μνημονίου» ΕΕ - ΔΝΤ - κυβέρνησης γίνεται ρητή αναφορά στη δέσμευση να προωθηθούν ταχύτατα οι διατάξεις πλήρους απελευθέρωσης της αγοράς παροχής υπηρεσιών -παρά το γεγονός ότι δε σχετίζονται άμεσα τουλάχιστον με το πρόβλημα του δημοσιονομικού εκτροχιασμού- δείχνει ότι η επιλογή αυτή αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα του μονοπωλιακού κεφαλαίου και στη χώρα μας.
Ετσι, π.χ. είναι λάθος να θεωρείται ότι η απελευθέρωση των υπηρεσιών μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ δρομολογείται θεσμικά μόνο μέσα από την οδηγία 2006/123. Ισα-ίσα, υπάρχει ένα ολόκληρο «οικοδόμημα» οδηγιών και κανονισμών που αφορά το σύνολο των δραστηριοτήτων και κλάδων της οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό επομένως δεν μπορεί να μη δει κανείς πως η εν λόγω οδηγία συνδυάζεται με νομοθετήματα όπως:
• Η οδηγία 2005/36/ΕΚ (ΠΔ 165/00, ΠΔ 385/02 κλπ.) για το σύστημα επαγγελματικών προσόντων και τη ρύθμιση της πρόσβασης και άσκησης νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων (και συμπληρωματικές αυτής, όπως π.χ. η 1998/5/ΕΚ - ΠΔ 152/00 για την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος κλπ.)
• Η οδηγία 1996/71/ΕΚ για τη ρύθμιση των συνθηκών απασχόλησης εργαζομένων που αποσπώνται για να εργαστούν από ένα κράτος-μέλος σε άλλο (ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το ΠΔ 219/00)
• Η οδηγία 2006/48/ΕΚ για την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων (και όλο το σχετικό με αυτή συμπληρωματικό πλαίσιο, όπως έχουν ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο με τον Ν. 3601/07)
• Η οδηγία 2004/18/ΕΚ για το συντονισμό σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΠΔ 60/07)
• Οι οδηγίες 2002/19/ΕΚ, 2002/20/ΕΚ, 2002/21/ΕΚ, 2002/22/ΕΚ και 2002/58/ΕΚ για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις συναφείς υπηρεσίες (Ν. 3431/06), όπως και η οδηγία 1989/552/ΕΟΚ για την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΠΔ 236/92).
Μπορεί βέβαια να αναφερθεί πλήθος άλλων οδηγιών, κανονισμών και διατάξεων. Είναι από αυτή την άποψη χαρακτηριστικό ότι στο ίδιο το κείμενο της οδηγίας 2006/123 γίνεται πλήθος ρητών αναφορών4 στις σχέσεις της με άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και στις εξαιρέσεις τομέων δραστηριοτήτων από το πεδίο εφαρμογής της, επειδή οι τομείς αυτοί ρυθμίζονται ως προς το πλαίσιο απελευθέρωσής τους από άλλες διατάξεις.
Εχοντας υπόψη αυτή τη μεθοδολογική παρατήρηση, μπορούμε να πούμε ότι οι στόχοι της κοινοτικής πολιτικής κινούνται σε δύο παράλληλες, αλληλοσυμπληρούμενες κατευθύνσεις:
• την παραπέρα μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης στο εσωτερικό των κρατών-μελών της ΕΕ και
• την επιτάχυνση της διαδικασίας συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου, μέσω του τομέα των υπηρεσιών.
Στα πλαίσια της πρώτης από τις παραπάνω κατευθύνσεις, αξιοποιώντας το διαφορετικό επίπεδο κατακτήσεων της εργατικής τάξης στα διάφορα κράτη-μέλη, το μονοπωλιακό κεφάλαιο στην ΕΕ διαμορφώνει τους θεσμικούς όρους, ώστε οι διατάξεις του εργατικού δικαίου μιας χώρας με αρνητικό συσχετισμό για την εργατική τάξη να βρίσκουν εφαρμογή σε επιχειρήσεις παροχής «υπηρεσιών» με έδρα μεν τη χώρα αυτή, που δραστηριοποιούνται όμως στα άλλα κράτη-μέλη, τινάζοντας έτσι στον αέρα τις συλλογικές συμβάσεις και κάθε απομεινάρι εργασιακού δικαιώματος.
Συγχρόνως, η όξυνση της καπιταλιστικής κρίσης και οι ανάγκες παραπέρα θωράκισης της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων δημιουργούν την ανάγκη επιτάχυνσης της αντικειμενικής διαδικασίας της συγκέντρωσης - συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου, παράλληλα με τον εκτοπισμό και την προλεταριοποίηση σε εκτεταμένο βαθμό τμημάτων των μεσαίων στρωμάτων, που παραδοσιακά διατηρούσαν αυξημένο βάρος συμμετοχής σε μια σειρά παραδοσιακούς κλάδους υπηρεσιών (π.χ. μικρής και μεσαίας κλίμακας ιδιωτικά τεχνικά έργα, νομικές υπηρεσίες, ιατρικές υπηρεσίες κλπ.).
Ειδικότερα στον κλάδο των επιστημονικών-τεχνικών υπηρεσιών, οι παραπάνω επιδιώξεις περνούν μέσα από τη διαμόρφωση ενός φτηνού, ευέλικτου, μισοειδικευμένου επιστημονικού προλεταριάτου, ικανού να στελεχώσει με χαμηλό κόστος και απαιτήσεις τη μηχανή της μονοπωλιακής κερδοφορίας, στα πλαίσια της γενικότερης στρατηγικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Σε αυτά τα πλαίσια, όλο και μεγαλύτερη σημασία αποκτά ο ασφυχτικός έλεγχος του κεφαλαίου πάνω στην εκπαιδευτική διαδικασία, η ένταση των ταξικών φραγμών στην ανώτατη εκπαίδευση. Ολο και περισσότερο τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών θα συνωστίζονται στη μάζα των αυριανών εργατών, ενώ τα λιγότερα -σε σχέση με παλιότερες φάσεις εξέλιξης της καπιταλιστικής παραγωγής- αλλά με ανάγκη για υψηλότερο και επιτελικότερο επίπεδο ειδίκευσης και γνώσης στελέχη θα προέρχονται κυρίως από μεταπτυχιακούς κύκλους master και διδακτορικού, σχετικά «κλειστούς» και με αυστηρότερα ταξικά κριτήρια ιδεολογικοπολιτικής επιλογής.
Τα χαρακτηριστικά της «αγοράς παροχής υπηρεσιών» στην Ελλάδα
Στο σημείο αυτό έχει σημασία να κωδικοποιήσουμε τις πιο βασικές πλευρές που χαρακτηρίζουν την ελληνική πραγματικότητα σε ό,τι αφορά το καθεστώς της παροχής των υπηρεσιών. Οι πλευρές αυτές ασφαλώς όχι μόνο δεν είναι σε αντίθεση με τις γενικές τάσεις στην ΕΕ, όπως αυτές περιγράφτηκαν στην προηγούμενη ενότητα, τουναντίον είναι εκείνες που διαμορφώνουν όρους για ταχύτερη προώθηση των γενικών αυτών τάσεων. Πιο συγκεκριμένα:
α) Το πραγματικό πολιτικό δίλημμα είναι: «παραγωγή έργων και παροχή υπηρεσιών για τις λαϊκές ανάγκες ή για την ενίσχυση των μονοπωλιακών ομίλων»; Προφανώς το πολιτικό αυτό δίλημμα κατ’ επέκταση αφορά το σύνολο της οικονομικής ανάπτυξης, την προσδιορίζει ως ταξικό-πολιτικό και όχι ως τεχνοκρατικό-οργανωτικό πρόβλημα.
β) Στο δίλημμα αυτό έχει ήδη απαντήσει η ζωή. Εργα αναγκαία για το λαό (αντισεισμική θωράκιση, αντιπλημμυρική προστασία, αξιοποίηση των υδάτινων πόρων της χώρας για άρδευση και ηλεκτροπαραγωγή κλπ.) δεν αποτελούν προτεραιότητες, ενώ άλλα που ενδιαφέρουν το μονοπωλιακό κεφάλαιο (π.χ. οδικοί άξονες, τουριστικά μεγαθήρια κλπ.) προωθούνται με αντιλαϊκούς όρους.
γ) Την καπιταλιστική ανάπτυξη την έχει πληρώσει και την πληρώνει καθημερινά η εργατική τάξη και ο λαός, με την πολιτική της μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης, την αποσύνθεση των εργασιακών σχέσεων και κατακτήσεων, τη μετάθεση στις πλάτες του λαού του κόστους της («πράσινης» και μη) «αναπτυξιακής προοπτικής», μέσω των Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) και των συμβάσεων παραχώρησης, των «πράσινων τελών» για την ηλεκτροπαραγωγή, την εξοικονόμηση ενέργειας, τις μεταφορές, το νερό κλπ.
δ) Συγχρόνως το μονοπωλιακό κεφάλαιο, η ΕΕ και οι αστικές κυβερνήσεις, αλλά και το λοιπό πολιτικό και συνδικαλιστικό προσωπικό τους, προωθούν συνολικά την πολιτική των αναδιαρθρώσεων και της απελευθέρωσης στους τομείς των κατασκευών, των μεταφορών, της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών. Απαντούν με μια συνολική αναδιαμόρφωση του νομικού πλαισίου για τις μελέτες και τις αναθέσεις των έργων και την παροχή υπηρεσιών και στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα που στοχεύει στην επιτάχυνση της διαδικασίας συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου στους κλάδους αυτούς, στον πλήρη και ασφυκτικό τους έλεγχο από τους μονοπωλιακούς ομίλους στη βιομηχανία, στο εμπόριο, στις τράπεζες.
Από τις παραπάνω εξελίξεις αναδεικνύεται ανάγλυφα ποιος είναι ο μεγάλος «εχθρός», ο βασικός κίνδυνος για τους αυτοαπασχολούμενους όλων των ειδικοτήτων: είναι ο καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης. Οσο θα εξακολουθεί η χώρα να κινείται στο πλαίσιο αυτό, είναι σαφές ότι, ανεξάρτητα από μια σειρά επιμέρους «πάρε-δώσε» (π.χ. διευθετήσεις στο θέμα της εντοπιότητας, στις κατηγορίες των μελετών, στον τρόπο υπολογισμού των αμοιβών κλπ.), η προοπτική τους είναι προδιαγεγραμένη. Επομένως, μια γραμμή «συνδικαλιστικής» διεκδίκησης με βάση αυτές τις επιμέρους δοσοληψίες, σαν κι αυτή των επιστημονικών συλλόγων των μηχανικών, των δικηγόρων κλπ., δεν υπηρετεί τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των αυτοαπασχολούμενων και μικρών επαγγελματιών, που υποκριτικά ισχυρίζεται ότι θέλει να προασπίσει.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΑΣΙΚΟΤΕΡΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2006/123/ΕΚ
Οι βασικότερες διατάξεις της οδηγίας Μπολκενστάιν μπορούν να κωδικοποιηθούν σε τέσσερις «ομάδες»:
α) Διατάξεις αναφορικά με το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και τις δραστηριότητες οι οποίες εξαιρούνται από αυτό εν συνόλω ή κατά το σκέλος της ελεύθερης κυκλοφορίας υπηρεσιών, εξαιρέσεις που κατά μείζονα λόγο αφορούν δραστηριότητες των οποίων το καθεστώς απελευθέρωσης ρυθμίζεται από άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
β) Διατάξεις αναφορικά με την αδειοδότηση μιας δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών σε κράτος-μέλος. Στην ουσία, σε καθεστώς αδειοδότησης υπάγονται τα λεγόμενα «κλειστά» επαγγέλματα (π.χ. ταξί - φορτηγά, συμβολαιογραφεία, φαρμακεία κλπ.). Εδώ επίσης εντάσσονται και οι διατάξεις που αφορούν τις απαιτήσεις/προϋποθέσεις (πέραν της άδειας) που απαιτούνται για την εγκατάσταση μιας δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών σε ένα κράτος-μέλος.
γ) Διατάξεις αναφορικά με τους όρους παροχής υπηρεσιών από παρόχους με έδρα σε ένα κράτος-μέλος προς αποδέκτες σε άλλα κράτη-μέλη. Εδώ γίνεται λόγος για την άρση κάθε περιορισμού για την άσκηση δραστηριότητας από το κράτος εγκατάστασης σε άλλο κράτος-μέλος, ενώ γίνεται αναφορά και στις παρεκκλίσεις (εξαιρέσεις) από αυτή την δυνατότητα.
δ) Διατάξεις αναφορικά με την εποπτεία από τα όργανα της ΕΕ, της συμμόρφωσης της χώρας με τα όσα προβλέπει η οδηγία. Στα άρθρα αυτά κατοχυρώνεται ο υποχρεωτικός χαρακτήρας των υποδείξεων των οργάνων της ΕΕ προς τις εθνικές αρχές. Πρόκειται για πολύ σημαντικές διατάξεις, διότι εδώ καταρρίπτεται η απολογητική των δυνάμεων του ευρωμονόδρομου (τόσο των κομμάτων, όσο και των συμβιβασμένων συνδικαλιστικών ηγεσιών) ότι τάχα δε θίγονται εργασιακά δικαιώματα και άλλες προστατευτικές διατάξεις (π.χ. κατώτατα όρια αμοιβών αυταπασχολούμενων) από την οδηγία. Στα άρθρα αυτά θεσπίζεται -παρά τις «θολές» διατυπώσεις- η δυνατότητα των παρόχων να παρακάμπτουν την εργασιακή και γενικότερη νομοθεσία του κράτους-μέλους στο οποίο δραστηριοποιούνται.
Αναλυτικότερα, ανά περίπτωση, μπορεί κανείς να εντοπίσει τις παρακάτω βασικές πλευρές:
α) Από το πεδίο εφαρμογής αναφέρεται ότι εξαιρούνται τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα (βασικά γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι κλπ.) διότι υπάγονται στη οδηγία 2005/36. Ομοίως, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (υπάγονται στην 2006/48), οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (Ν.3431/06), μεταφορών, τυχερών παιγνίων, συμβολαιογραφικών, φοροτεχνικών, κοινωνικών υπηρεσιών (εφόσον είναι δημόσιες ή για λογαριασμό του δημοσίου) κλπ. Ωστόσο, είναι φανερό ότι η εξαίρεση μιας σειράς δραστηριοτήτων είναι μόνο τυπική. Καταρχάς, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ρητά περιλαμβάνονται δραστηριότητες όπως οι κατασκευαστικές εταιρίες και τα γραφεία μελετών (οι οποίες συνδέονται με νομοθετικά ρυθμιζόμενες δραστηριότητες μηχανικών). Επίσης, στο χώρο των επαγγελμάτων υγείας, από το 2007 έχει ξεκινήσει μια διαδικασία επανεισαγωγής τους στο εύρος εφαρμογής της οδηγίας, σύμφωνα με σχετικό ψήφισμα της Επιτροπής5. Εξάλλου, από τον ορισμό της έννοιας της «οικονομικής υπηρεσίας γενικού ενδιαφέροντος» στα εισηγητικά σχόλια προκύπτει ότι π.χ. με το «άνοιγμα» των κλειστών επαγγελμάτων υγείας, όπως του φαρμακοποιού, αίρεται και η εξαίρεσή τους από την οδηγία αυτή. Η ιδιωτικοποίηση της παιδείας, επίσης (π.χ. ΚΕΣ, ΙΕΚ κλπ.) αυτομάτως τοποθετεί εντός του πλαισίου της οδηγίας αυτής τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια που τυχόν εξαιρούνται από την 2005/36. Ταυτόχρονα, σε σωρεία κοινοτικών κειμένων τονίζεται ότι κριτήριο είναι όχι μόνο οι διατυπώσεις των οδηγιών, αλλά οι θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης του Μάαστριχτ (δηλαδή οι τέσσερις ελευθερίες) και η σχετική με αυτή νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
β) Σε ό,τι αφορά την αδειοδότηση, η κατεύθυνση είναι η συρρίκνωση και τελικά η εξαφάνιση του καθεστώτος αδειοδότησης, καθώς η ΕΕ «απαγορεύει» οποιαδήποτε διάκριση σε βάρος του οποιουδήποτε παρόχου (λόγω ιθαγένειας κλπ.), «απαιτεί» η αναγκαιότητα αδειοδότησης να τεκμηριώνεται για λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος (περί του οποίου αποφαίνονται, τελικά, τα όργανά της). Ακόμα όμως και σε περιπτώσεις που αποδεικνύεται το «επιτακτικό δημόσιο συμφέρον», υπάρχει η επιλέον απαίτηση να αποδεικνύεται ότι το συμφέρον αυτό δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί με λιγότερο περιοριστικά μέτρα ή/και ότι τέτοια μέτρα θα είναι λιγότερο αποτελεσματικά. Ο Ν. 3844/2010 προβλέπει ότι με Προεδρικό Διάταγμα ή νέο νόμο θα προσδιοριστούν επακριβώς τα «κλειστά επαγγέλματα» για τα οποία καταργείται η διαδικασία αδειοδότησης.
γ) Οι απαιτήσεις για την εγκατάσταση μιας νέας επιχείρησης παροχής υπηρεσιών σε κράτος-μέλος δέχονται επίσης ισχυρές πιέσεις με στόχο να συρρικνωθούν δραστικά. Υποχρεωτικά καταργείται κάθε περιορισμός ιθαγένειας, χώρας μόνιμης κατοικίας, δραστηριοποίησης σε περισσότερες από μια χώρες-μέλη, οικονομικής σκοπιμότητας της επένδυσης από πλευράς της δημόσιας αρχής (για περιπτώσεις επιδοτήσεων από εθνικούς ή κοινοτικούς πόρους), αδειοδότησης και στη χώρα δραστηριοποίησης, εφόσον υπάρχει άδεια ή νόμιμη λειτουργία στη χώρα εγκατάστασης. Η άρση περιορισμών ιθαγένειας αφορά όχι μόνο τον πάροχο ως φυσικό πρόσωπο ή τους μετόχους ή διευθύνοντές του, εφόσον είναι νομικό πρόσωπο, αλλά και το σύνολο του προσωπικού του. Ταυτόχρονα, η χώρα υποχρεούται να καταγράψει το σύνολο των απαιτήσεων που αφορούν σε κατώτατα ή/και ανώτατα όρια τιμών και αμοιβών, σε εδαφικούς περιορισμούς στην εγκατάσταση της επιχείρησης, σε απαγόρευση πολλαπλών δραστηριοτήτων από τον ίδιο πάροχο κλπ. και να υποβάλει τεκμηριωμένη έκθεση στην ΕΕ για το ποιες από αυτές θεωρεί αναγκαίες.
δ) Στους όρους για την παροχή υπηρεσιών από επιχειρήσεις με έδρα άλλη χώρα-μέλος, πέραν της γενικής διατύπωσης ότι δεν επιτρέπονται διακρίσεις και οι όποιοι περιορισμοί πρέπει να δικαιολογούνται από λόγους επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος (ισχύουν οι παρατηρήσεις μας παραπάνω επ’αυτού), η κατεύθυνση εξειδικεύεται παρακάτω και οι διατυπώσεις είναι δηλωτικές των προθέσεων: απαγορεύεται να απαιτείται από τον πάροχο η συμμόρφωση προς οποιαδήποτε προδιαγραφή ή κανονισμό. Ειδικότερα: 1) απαγορεύεται η απαίτηση προσκόμισης επαγγελματικής άδειας ακόμα και από το κράτος εγκατάστασης, 2) απαγορεύεται η απαίτηση συμμόρφωσης σε συγκεκριμένες προδιαγραφές ως προς τον εξοπλισμό (με εξαίρεση τυπικά εκείνες που σχετίζονται με την ασφάλεια και υγεία στην εργασία), 3) απαγορεύεται η απαίτηση ειδικών όρων ως προς τη συμβατική σχέση παρόχου και αποδέκτη και ειδικά απαγορεύεται οποιοσδήποτε περιορισμός του παρόχου να χρησιμοποιεί αυταπασχολούμενους για την παροχή υπηρεσιών. Είναι γνωστό όμως ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι εργαζόμενοι με ελαστικές σχέσεις εργασίας εμφανίζονται ως «αυταπασχολούμενοι». Επίσης, σε άλλα άρθρα αίρονται οι περιορισμοί για τη δραστηριοποίηση ενός παρόχου σε πολλαπλές δραστηριότητες. Δηλαδή δίνεται το «πράσινο φως» ώστε οι μεγάλοι όμιλοι παροχής υπηρεσιών να εισέλθουν χωρίς κανένα εμπόδιο σε όλο το εύρος των δραστηριοτήτων του στη χώρα, ιδρύοντας πολυ-επαγγελματικές εταιρίες (π.χ. παροχής συγχρόνως «πακέτων» νομικών, λογιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών).
ε) Σε ό,τι αφορά τις διατάξεις περί εποπτείας, ξεκαθαρίζεται ότι οι πάροχοι με έδρα εγκατάστασης άλλο κράτος-μέλος υπόκεινται στις διατάξεις του κράτους αυτού και η συμμετοχή των εθνικών αρχών στην εποπτεία της δραστηριότητάς του είναι μόνο αναλογική στα πλαίσια της επικουρικότητας και μόνο εφόσον η δραστηριότητα αυτή περιλαμβάνεται στις παρεκκλίσεις του νόμου. Ακόμα και οι προληπτικοί έλεγχοι και επιθεωρήσεις των εθνικών αρχών δεν μπορούν να γίνονται παρά μόνο κατόπιν αιτήσεως του κράτους-μέλους εγκατάστασης, ενώ τυχόν έκτακτες επιθεωρήσεις τελούν υπό την έγκριση των οργάνων της ΕΕ ως προς τη δυνατότητά τους να επιβάλλουν περιορισμούς.
Με βάση τις παραπάνω παρατηρήσεις, μπορεί κανείς να πει ότι η οδηγία 2006/123 προωθεί από τη σκοπιά του κεφαλαίου την απελευθέρωση της αγοράς των υπηρεσιών, «σαρώνοντας» όποιο τομέα της οικονομίας δεν είχε ως τώρα υπαχθεί σε αυτοτελές νομοθετικό πλαίσιο απελευθέρωσης και επικεντρώνοντας στην άρση των εμποδίων για την ανάπτυξη επιχειρηματικής δράσης με τη μορφή νομικών προσώπων εν γένει ή φυσικών προσώπων που δραστηριοποιούνται σε μη νομοθετικώς ρυθμιζόμενα επαγγέλματα. Το ίδιο πρόβλημα, από τη σκοπιά της ελεύθερης διακίνησης φυσικών προσώπων που απασχολούνται σε νομοθετικώς ρυθμιζόμενα επαγγέλματα, αντιμετωπίζεται σε συνδυασμό με την Οδηγία 2005/36.
Από την ψήφιση του νόμου την περασμένη άνοιξη, οι εξελίξεις επιταχύνθηκαν. Ηδη με νομοσχέδιο του Υπουργείου Μεταφορών, Υποδομών και Δικτύων για τις εμπορευματικές μεταφορές, που εισήχθη στο θερινό τμήμα της Βουλής, επιχειρείται η απελευθέρωση του «κλειστού» επαγγέλματος των οδηγών φορτηγών ΔΧ -με την κυβέρνηση να προχωρά για μια ακόμη φορά στη λήψη του αυταρχικού, αντιδημοκρατικού μέτρου της πολιτικής επιστράτευσης για να κάμψει το απεργιακό κίνημα του κλάδου- ενώ στα τέλη του Ιούλη δημοσιοποιήθηκε εισήγηση προς την Ολομέλεια της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με την οποία -με αφορμή τις από τριετίας και άνευ νομοθετικής εξουσιοδότησης μεθοδεύσεις του ΤΕΕ για την αύξηση της ενιαίας τιμής αφετηρίας κατά τον υπολογισμό του κατώτατου αποδεκτού προϋπολογισμού των τεχνικών έργων- ανοίγει το ζήτημα της υλοποίησης της κατεύθυνσης του Μνημονίου για δραστική μείωση ή και κατάργηση των κατώτατων αμοιβών των μηχανικών.
ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2005/36 ΓΙΑ ΤΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΩΣ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ
Η απελευθέρωση των νομοθετικά ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων καλύπτεται από τις διατάξεις της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, της οποίας η ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο είναι επίσης επί θύραις. Κρίνεται σκόπιμο να συμπεριληφθεί στο παρόν κείμενο μια συνοπτική αναφορά στις διατάξεις αυτής της νομοθεσίας, ώστε μέσα από αυτό το παράδειγμα να γίνει πιο καθαρή η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην οδηγία 2006/123 και στο υπόλοιπο κοινοτικό πλαίσιο με το οποίο εναρμονίζεται. Επίσης, για να καταδειχτεί ο υποκριτικός χαρακτήρας της «κριτικής» προς την οδηγία Μπολκενστάιν από πλευράς ορισμένων δυνάμεων (όπως π.χ. οι δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ στην ηγεσία του ΤΕΕ6 κλπ.), οι οποίες διαβλέπουν ούτε λίγο - ούτε πολύ στην κοινοτική οδηγία 2005/36 μια «ασπίδα» ενάντια στην Μπολκενστάιν και επικαλούνται την υπαγωγή στις διατάξεις της πρώτης για να «τεκμηριώσουν» δήθεν την πλήρη εξαίρεση από κάθε ρύθμιση της δεύτερης.
Η Οδηγία 2005/36 στην ουσία αποτελεί την ολοκλήρωση, στο νομοθετικό επίπεδο, των παρεμβάσεων που ξεκίνησαν με τις οδηγίες 89/48/ΕΟΚ, 92/51/ΕΟΚ, 2001/19/ΕΚ, ως το δεσμευτικό εκείνο θεσμικό πλαίσιο, στο οποίο πρέπει να προσαρμοστεί και το αντίστοιχο ελληνικό. Ενα πλαίσιο που προβλέπει και επιτάσσει:
• Διάσπαση του ενιαίου εκπαιδευτικού κορμού κάθετα, σε κύκλους (το γνωστό 3+2+3 και οι όποιες παραλλαγές του), κατά το αγγλοσαξονικό σύστημα των Bachelor-Master-PhD και οριζόντια, σε ατομικές ροές σπουδών στο εσωτερικό του κάθε κύκλου, με το σύστημα των πιστωτικών μονάδων, των πολλαπλών συγγραμμάτων, των πολλαπλών μαθημάτων επιλογής, σεμιναρίων κλπ.7
• Αποσύνδεση των επαγγελματικών δικαιωμάτων από τους τίτλους σπουδών και τη θέσπιση -ανεξάρτητων από τους ακαδημαϊκούς- «επαγγελματικών τίτλων» (πιστοποιήσεων επαγγελματικών προσόντων) μέσα από επαγγελματικές εξετάσεις, εμπειρία κλπ. ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στην άσκηση του επαγγέλματος.
Στην πράξη, η εφαρμογή των κατευθύνσεων αυτών σημαίνει ότι οι σπουδές κατακερματίζονται σε ένα σκόρπιο άθροισμα επιμέρους γνώσεων και δεξιοτήτων που τις «μαζεύει» ο καθένας ατομικά, ο τίτλος σπουδών πλέον δεν αξίζει τίποτε περισσότερο από μια απλή βεβαίωση ατομικής συλλογής γνώσεων και δεξιοτήτων, προσαρμοσμένων στις άμεσες και συγκυριακές ανάγκες του κεφαλαίου, χωρίς καμιά αξία. Η υποβάθμιση αυτή του τίτλου σπουδών υπηρετεί την υποβάθμιση του εργασιακού μέλλοντος των αποφοίτων στον κλάδο των επιστημονικών-τεχνικών υπηρεσιών, ο οποίος υπήρξε «πρωτοπόρος» στην προώθηση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου και έργου, της μισθωτής εργασίας με «μπλοκάκι» στα λογιστικά γραφεία, τις μελετητικές εταιρίες και στις βιομηχανίες - με άλλοθι την ανάγκη απόκτησης εμπειρίας.
Ολη η ουσία είναι ότι οι απόφοιτοι αυτής της υποβαθμισμένης μεταδευτεροβάθμιας «σούπας», αφού πρώτα «ασκηθούν» πρακτικά στην υπερεκμετάλλευση της «μαθητείας» θα καλούνται -ανεξάρτητα της προέλευσης των γνώσεών τους- να δίνουν τις ίδιες «επαγγελματικές» εξετάσεις για την εξασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης στην άσκηση του «νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος». Αλλά και η πρόσβαση αυτή δεν είναι «εφάπαξ», αλλά «κλιμακώνεται» σε επάλληλες βαθμίδες, μεταξύ των οποίων θα μεσολαβούν αντίστοιχες εξεταστικές ή άλλες δοκιμασίες.8
Οι προσπάθειες εφαρμογής της πολιτικής αυτής στη χώρα μας δεν είναι καινούργιες ούτε περιορίζονται στα σχέδια ΠΔ για τα ΤΕΙ ή στο νόμο Στυλιανίδη για τα ΚΕΣ. Αντίθετα, περιλαμβάνουν μια σειρά παρεμβάσεις, όπως η λειτουργία των δήθεν «διατμηματικών», μεταπτυχιακών προγραμμάτων «ειδίκευσης» στα Πολυτεχνεία και τις Γεωπονικές Σχολές, τα ΠΔ 165/2000 και 385/2002, το Συμβούλιο Απονομής Επαγγελματικών Ισοτιμιών (ΣΑΕΙ) κλπ., αλλά και τη συνειδητή συνδαύλιση του συντεχνιακού καυγά ανάμεσα στα ΑΕΙ-ΤΕΙ-ΚΕΣ, στις διάφορες επιστημονικές ειδικότητες και γενικότερα μέσα από το αυθαίρετο, αντιεπιστημονικό πλαίσιο που διέπει τα υφιστάμενα επαγγελματικά δικαιώματα.
Από την ακαδημαϊκή στην επαγγελματική ισοτιμία
Βασική έννοια-«εργαλείο» για την επίτευξη των στόχων της οδηγίας είναι αυτή της «ισοτιμίας επαγγελματικών προσόντων» ή απλά «επαγγελματικής ισοτιμίας». Η έννοια του «επαγγελματικού προσόντος» περιλαμβάνει όχι μόνο τους τίτλους σπουδών που απέκτησε ο εργαζόμενος, αλλά περιλαμβάνει τίτλους κατάρτισης (σεμινάρια), εργασιακή εμπειρία κλπ. Σύμφωνα με τη σύσταση C-111 της ΕΕ για το «πλαίσιο αντιστοίχισης των επιπέδων επαγγελματικών προσόντων»9, κάποιος που έχει αποκτήσει έναν αριθμό τίτλων σεμιναρίων, σε συνδυασμό με εργασιακή πείρα μιας ορισμένης χρονικής διάρκειας, μπορεί να αποκτήσει επαγγελματική ισοτιμία με κάποιον που έχει τελειώσει μια σχολή ΑΕΙ ή ΤΕΙ κλπ. και να έχει τις ίδιες δυνατότητες άσκησης του επαγγέλματος (επίπεδα 5, 6 και 7 του πλαισίου επαγγελματικών προσόντων).
H Οδηγία 2005/36 έχει ήδη διαμορφώσει το συνολικό πλαίσιο που ωθεί ήδη και στη χώρα μας προς την πλήρη διάσπαση των πτυχίων σε κύκλους, εξομοιώνοντας τα πτυχία των ΤΕΙ με τα αγγλοσαξονικά Bachelor και τα διπλώματα των Πολυτεχνείων και των Γεωπονικών Σχολών (5ετούς φοίτησης) με master, καθώς και αναγνωρίζοντας τα «διπλώματα» των ΚΕΣ ως ισότιμους ακαδημαϊκούς τίτλους με αυτούς που χορηγούν τα ελληνικά ΑΕΙ. Η διαφορά των τριών αυτών βαθμίδων περιορίζεται ως προς τη δυνατότητα εκπόνησης διδακτορικής διατριβής. Ωστόσο, ακόμα κι αυτό τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση. Στο νόμο για τα μεταπτυχιακά, η διατύπωση του άρθρου 9 περί της κτήσης μεταπτυχιακού τίτλου ως γενικής προϋπόθεσης για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, θέτει ευθέως και στα Πολυτεχνεία και τις Γεωπονικές Σχολές το δίλημμα: νομιμοποίηση των δύο κύκλων, άμεσα (με διαχωρισμό στο πρόγραμμα σπουδών) ή/και έμμεσα (μέσω της εξομοίωσης με master) ή ακαδημαϊκή εξίσωση με τα ΤΕΙ και τα ΚΕΣ. Η επιτυχής παρακολούθηση από τους αποφοίτους των τελευταίων των μεταπτυχιακών προγραμμάτων ειδίκευσης θα τους εξομοιώνει πλήρως με διπλωματούχους 5ετούς φοίτησης, μηχανικούς και γεωπόνους.
Με βάση αυτά, το Υπουργείο Παιδείας (μέσω του Συμβουλίου Ανώτατης Τεχνολογικής Εκπαίδευσης) προωθεί το «νέο» πλαίσιο επαγγελματικών δικαιωμάτων, μέσω της έκδοσης των αντίστοιχων ΠΔ για τους αποφοίτους των Σχολών Τεχνολογικών Εφαρμογών των ΤΕΙ στο άμεσο μέλλον. Οι βασικές αρχές αυτού του «νέου» συστήματος είναι:
• «Οι απόφοιτοι οποιουδήποτε τεχνολογικού εκπαιδευτικού ιδρύματος δεν καθίστανται έτοιμοι, αλλά ικανοί για άσκηση επαγγέλματος».
• «Αμέσως μετά την αποφοίτηση θα χορηγούνται με την κατάλληλη πιστοποίηση δυνατότητες περιορισμένων επαγγελματικών δικαιωμάτων. Πλήρης πρόσβαση στα επαγγελματικά δικαιώματα μπορεί να δίνεται μετά την παρέλευση εύλογου χρονικού διαστήματος ώστε να υπάρχει η δυνατότητα αξιολόγησης της εμπειρίας, των επιπρόσθετων σπουδών κλπ.».
• «Θα πρέπει να υπάρχει ένας φορέας πιστοποίησης τόσο των σπουδών (ακαδημαϊκών προσόντων) όσο και των επαγγελματικών προσόντων για όλους τους Μηχανικούς. Ο φορέας αυτός μπορεί να είναι το ΤΕΕ».
Στη βάση αυτών των κατευθύνσεων, το σχέδιο ΠΔ για την αντικατάσταση του ΠΔ 318/95 περιγράφει ένα «μεταβατικό» σύστημα τριών «βαθμίδων» κλιμάκωσης των επαγγελματικών δικαιωμάτων με βάση τα χρόνια επαγγελματικής εμπειρίας (στα 4, 8 και 12 έτη εμπειρίας αντίστοιχα), στο τέλος του οποίου και μετά από επιτυχή περάτωση της διαδικασίας πιστοποίησης στο ΤΕΕ, τα επαγγελματικά δικαιώματα του αποφοίτου ΤΕΙ θα εξομοιώνονται πλήρως με εκείνα του σημερινού διπλωματούχου Μηχανικού. Στον ίδιο δρόμο θα βαδίσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και η κλιμάκωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων των κολλεγίων - ΚΕΣ κλπ. Ηδη τέθηκε σε ισχύ ΠΔ για την εξομοίωση των Ηλεκτρονικών Μηχανικών και Μηχανικών Πληροφορικής με τους απόφοιτους 4ετών πανεπιστημιακών τμημάτων και των ΤΕΙ Πληροφορικής.
Αντίστοιχη συζήτηση διεξάγεται και στους κόλπους του Οικονομικού Επιμελητήριου (ΟΕΕ), αναφορικά με τη σχέση των οικονομολόγων προς τους απόφοιτους των ΤΕΙ της ΣΔΟ (πτυχιούχων λογιστών) και τις προϋποθέσεις πλήρους εξομοίωσης των μεν ως προς τους δε. Η συζήτηση αυτή, όπως και στο ΤΕΕ, «πατάει» πάνω στις εξελίξεις της συγκυρίας, οι οποίες προδιαγράφουν ένα «νέο ρόλο» για τις επαγγελματικές ενώσεις.
Ο «νέος ρόλος» των επαγγελματικών ενώσεων
Σημαντικό στοιχείο στην τακτική της άρχουσας τάξης και των κυβερνήσεών της για την απρόσκοπτη υλοποίηση αυτών των κατευθύνσεων είναι η εμπλοκή στην εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 2005/36 των επαγγελματικών ενώσεων. Η οδηγία στο κείμενό της κάνει λόγο για την «αρμόδια αρχή», στην οποία πρέπει να ανατεθεί η ευθύνη της πιστοποίησης του εκάστοτε επαγγέλματος. Στη χώρα μας από το 2000 με το ΠΔ 165/00 έχει δημιουργηθεί ο φορέας ΣΑΕΙΤΤΕ (Συμβούλιο Απονομής Επαγγελματικών Ισοτιμιών Τίτλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης), στον οποίο έχει ανατεθεί η εφαρμογή των διατάξεων των οδηγιών 89/48 και 92/51. Στο ΠΔ 38/2010, με το οποίο ενσωματώθηκε η οδηγία 2005/36 στο εθνικό δίκαιο, ο φορέας αυτός παραμένει μεν σε ό,τι αφορά τους αποφοίτους της αλλοδαπής, αλλά με τα σχέδια ΠΔ για τα ΤΕΙ που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη ενότητα, ένα μέρος αυτής της ευθύνης ανατίθεται απευθείας στην αντίστοιχη επαγγελματική ένωση, το ΤΕΕ και το ΓΕΩΤΕΕ. Δεν πρέπει να αποκλειστεί, το επόμενο διάστημα, η επέκταση αυτής της τάσης και σε άλλα επιμελητήρια και επαγγελματικές ενώσεις.
Απ’ ό,τι φαίνεται, πρόκειται για κινήσεις μεσοπρόθεσμου σχεδιασμού που στόχο έχουν να ενσωματώσουν ανώδυνα τις αντιδράσεις και τη δυσαρέσκεια από τις επιπτώσεις της εφαρμογής της οδηγίας. Είναι κινήσεις δεμένες με τη γενικότερη τακτική του «διαίρει και βασίλευε», της καλλιέργειας ενός κλίματος όξυνσης των συντεχνιακών αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε ΑΕΙ-ΤΕΙ, μεταξύ διαφόρων ειδικοτήτων των ΑΕΙ, μεταξύ ΑΕΙ και κολλεγίων κλπ., με στόχο -σε επόμενη φάση- να προκύψει η «ανάγκη» της πλήρους θεσμοθέτησης της απελευθέρωσης (η αγορά με τους φορείς της να καθορίζει απευθείας ποιος και τι μπορεί να κάνει), ως «απάντηση» δήθεν στις συντεχνιακές κόντρες και ως «ξεκαθάρισμα του τοπίου» στα επαγγελματικά δικαιώματα. Από αυτή την άποψη, είναι πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα της «κόντρας» του ΤΕΕ με την ΕΕΤΕΜ.
Οι ηγεσίες των δύο αυτών φορέων, είτε με δηλώσεις ότι «ναι μεν διαφωνούν, αλλά δε μπορούν να κάνουν κάτι» (ΤΕΕ) είτε ότι «συμφωνούν και θέλουν και περισσότερα» (ΕΕΤΕΜ, ιδιωτικές εταιρείες πιστοποίησης, κολλεγιάρχες κλπ.), επί της ουσίας και οι δύο αποδέχονται τον πυρήνα της λογικής της Μπολόνια, την αποσύνδεση πτυχίου-επαγγέλματος, την «πιστοποίηση» και τις επαγγελματικές εξετάσεις και ερίζουν για το ποιος θα αναλάβει τη διεξαγωγή των εξετάσεων αυτών. Η ηγεσία του ΤΕΕ ισχυρίζεται υποκριτικά ότι οι εξετάσεις που διεκδικεί να διεξάγει στο ΤΕΕ είναι «δικλείδα» κατά της ισοπέδωσης των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Αποκρύπτει συνειδητά το ότι οι εξετάσεις αποτελούν το «όχημα» για την αποσύνδεση πτυχίου - επαγγέλματος σήμερα, για να ακολουθήσουν και άλλες, πιο «προηγμένες» μέθοδοι, όπως οι πιστωτικές μονάδες που ήδη εφαρμόζονται στην ΕΕ κλπ. Για τα μάτια του κόσμου, το ΤΕΕ προβάλλει ως «εναλλακτική λύση» τη μετατροπή των ΤΕΙ σε Πολυτεχνεία ή το κλείσιμό τους. Σπεύδει όμως να τονίσει ότι τέτοιες λύσεις δεν είναι βέλτιστες.Στηρίζει την πρόσφατη εξαγγελία για «αναγνώριση του διπλώματος του μηχανικού ως Master», η οποία επί της ουσίας νομιμοποιεί από τη «μπαλκονόπορτα» τη διάκριση σε κύκλους.
Την ίδια στιγμή προωθεί, μέσα από τη συζήτηση για το «φορέα πιστοποίησης (όλων) των τεχνικών επαγγελμάτων» και το πρόγραμμα «e-μηχανικοί», τις αναγκαίες υποδομές για την υλοποίηση της κατεύθυνσης της αποσύνδεσης. Αρκεί να ειπωθεί ότι στα πλαίσια αυτού του -εκπαιδευτικού τάχα- προγράμματος, έχουν εκπονηθεί 60(!) πιστοποιημένα μαθήματα σε επιμέρους δεξιότητες της παραγωγής, στα οποία θα δώσουν εξετάσεις (σε ιδιωτικούς φορείς πιστοποίησης) υποχρεωτικά οι περίπου 3.000 δικαιούχοι του προγράμματος και -σε δεύτερο χρόνο- οι υπόλοιποι (πάνω από 10.000) μηχανικοί που εκδήλωσαν ενδιαφέρον. Επιπλέον, στο πρόσφατο ΠΔ για το πλαίσιο των ενεργειακών επιθεωρήσεων, καθιερώνεται υποχρεωτικός κύκλος εκπαίδευσης που θα διενεργείται από το ΤΕΕ για τους υποψήφιους ενεργειακούς επιθεωρητές και επιπλέον υποχρεωτικές επαγγελματικές εξετάσεις -πάλι από το ΤΕΕ- για την απόκτηση του τίτλου. Φυσικά, τόσο η εκπαίδευση όσο και οι εξετάσεις συνοδεύονται από τσουχτερά δίδακτρα-εξέταστρα, αλλά -χωρίς να υποτιμάμε και αυτή τη διάσταση- το κύριο είναι η ίδια η διαδικασία που «από την πόρτα» πλέον νομιμοποιεί τη λογική των επαγγελματικών εξετάσεων.
Είναι φανερό ότι τέτοιες ενέργειες αποσκοπούν στο να διαμορφωθεί ήδη από σήμερα το κλίμα «ζύμωσης» και τελικά αποδοχής της κατεύθυνσης της ΕΕ.
Κωδικοποίηση των βασικών σημείων της αντιπαράθεσηςμε την κυρίαρχη πολιτική για τα επαγγελματικά δικαιώματα
Συμπερασματικά, από την ανάλυση που έχει προηγηθεί αλλά και τις γενικότερες θέσεις μας, μπορούμε να διατυπώσουμε τα παρακάτω τέσσερα βασικά σημεία που προσδιορίζουν την αντιπαράθεσή μας απέναντι στη σημερινή κατάσταση, αναφορικά με το θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων:
α) Τα επαγγελματικά δικαιώματα αποσυνδέονται από τους ακαδημαϊκούς τίτλους σπουδών, επιχειρείται να προκύπτουν ως ετερόκλητο άθροισμα σκόρπιων γνώσεων και επαγγελματικής πείρας και να προϋποθέτουν μια διαδικασία διαρκούς εξεταστικού κέντρου, με όχημα τα επαγγελματικά επιμελητήρια και ενώσεις.
β) Η κατοχύρωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων δεν αποτελεί απάντηση στο πρόβλημα της ανεργίας ούτε βεβαίως μπορούν να ανακόψουν την αύξηση στο βαθμό συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης στους κλάδους των κατασκευών, των τηλεπικοινωνιών, της ενέργειας κλπ. Το «δικαίωμα στην υπογραφή» δεν ανοίγει τις πόρτες των εργοστασίων που κλείνουν, δε θα σώσει τον αυταπασχολούμενο από την πίεση των μονοπωλιακών ομίλων.
γ) Τα επαγγελματικά δικαιώματα πρέπει να εξετάζονται συνδεδεμένα και με τις εργασιακές σχέσεις.
δ) Τα επαγγελματικά δικαιώματα αξιοποιούνται ως εργαλείο μετακύλισης της κρατικής ευθύνης στην ιδιωτική εταιρία ή στον αυτοαπασχολούμενο και παραπέρα υποβάθμισης των κρατικών υπηρεσιών ελέγχου και αδειοδότησης των έργων και των εγκαταστάσεων, συγκάλυψης της συνειδητής απουσίας προδιαγραφών και προτύπων σχετικά με την ποιότητα των έργων. Στην πράξη, το «δικαίωμα στην υπογραφή» σημαίνει απλώς το «δικαίωμα» στην ποινικοποίηση του επαγγέλματος, στη μετακύλιση της ευθύνης στον εργαζόμενο επαγγελματία, στην αποσιώπηση των εργοδοτικών και κρατικών ευθυνών στη σύνταξη προδιαγραφών, στους ελέγχους, στη διαδικασία αδειοδότησης κλπ.