ΓΙΑ ΤΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ «ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΚΛΕΙΣΤΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ»


του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το κείμενο αναφέρεται στις διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 2005/36/ΕΚ (η οποία ενσωματώθηκε ήδη στην εθνική νομοθεσία με το ΠΔ 38/2010) και της οδηγίας 2006/123/ΕΚ, γνωστής και ως «Οδηγίας Μπολκενστάιν», που ενσωματώθηκε και αυτή στο εθνικό δίκαιο με το Ν. 3844/2010. Οι δυο αυτές θεσμικές παρεμβάσεις δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν αποσπασμένες από το κείμενο του περίφημου «μνημονίου» μεταξύ κυβέρνησης - ΕΕ - ΔΝΤ, το οποίο περιλαμβάνει ρητές δεσμεύσεις για την άμεση και ταχεία προώθηση στη χώρα των κατευθύνσεων της πλήρους απελευθέρωσης της αγοράς υπηρεσιών. Η εκδήλωση και η όξυνση της καπιταλιστικής κρίσης καθιστά από τη μια πιο επιτακτικές τις ούτως ή άλλως αντικειμενικές (από τη σκοπιά της παραπέρα θωράκισης της κερδοφορίας τους) ανάγκες των μονοπωλιακών ομίλων να προωθήσουν μια σειρά από αναγκαίες για το κεφάλαιο αναδιαρθρώσεις, όπως η απελευθέρωση της αγοράς υπηρεσιών, και από την άλλη αξιοποιείται ώστε η επιτάχυνση των ρυθμών της προώθησης αυτών των αναδιαρθρώσεων να συναντήσει τις λιγότερες δυνατές λαϊκές αντιδράσεις.

Μεθοδολογικά το κείμενο επιδιώκει να παρουσιάσει στα πλαίσια μιας ενιαίας προσέγγισης τις δυο αυτές επιμέρους πλευρές (επαγγελματικά δικαιώματα - απελευθέρωση υπηρεσιών) και είναι δομημένο σε τρία μέρη. Στο πρώτο γίνονται ορισμένες μεθοδολογικές επισημάνσεις αναφορικά με τις έννοιες του επαγγέλματος και των επαγγελματικών δικαιωμάτων γενικά στο έδαφος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Στο δεύτερο παρουσιάζονται οι βασικοί στόχοι, επιδιώξεις και κατευθύνσεις της πολιτικής της ΕΕ στο ζήτημα της απελευθέρωσης των υπηρεσιών, τόσο γενικά όσο και ειδικά, με αναφορά στα νομοθετικά ρυθμιζόμενα επαγγέλματα. Τέλος, στο τρίτο μέρος γίνεται μια παρουσίαση των βασικών αξόνων, οι οποίοι συγκροτούν την πρόταση πάλης και διεξόδου που προτείνει το ΚΚΕ.

Η μεθοδολογία αυτή δεν είναι τυχαία. Είναι απόρροια της ανάγκης για ενιαία θεώρηση και αντιμετώπιση της στρατηγικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, στην οποία πρέπει να αντιταχθεί η ενιαία στρατηγική αντεπίθεσης της εργατικής τάξης.

Α. ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ «ΚΛΕΙΣΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ» ΚΑΙ ΤΟΥ «ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ»

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

Είναι γνωστή η αφετηρία της θέσης μας για διαμόρφωση των πανεπιστημιακών σπουδών με βάση το επιστημονικό αντικείμενο. Από την άλλη, στο βαθμό που υπερασπιζόμαστε στο σημερινό πλαίσιο τη σύνδεση του τίτλου σπουδών και της πρόσβασης στην άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας, εξυπακούεται ότι αντιλαμβανόμαστε το γνωστικό και το επαγγελματικό αντικείμενο, όχι σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, αλλά ως δύο όψεις της προοπτικής του αποφοίτου.1

Η ιστορική τάση είναι, καθώς αναπτύσσεται η επιστήμη και βαθαίνει παράλληλα ο τεχνικός καταμερισμός της εργασίας, να διαμορφώνονται νέα, σύνθετα επιστημονικά πεδία και νέοι κλάδοι της επιστήμης, που συνθέτουν διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα. Χαρακτηριστική από την άποψη αυτή ήταν η εμπειρία των κρατών του σοσιαλισμού, όπου η δομή των σπουδών ήταν τέτοια ώστε διαμόρφωνε επιστήμονες με την πλήρη έννοια του όρου.

Η κεντρικά σχεδιασμένη άμεσα κοινωνική παραγωγή και η ουσιαστική σύνδεση των αναγκών της με το εκπαιδευτικό σύστημα διασφαλίζουν την αντιστοίχιση σε γενικές γραμμές των επαγγελματικών αντικειμένων με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της σοσιαλιστικής οικονομίας και υπηρετούν με συνέπεια την παραπέρα σχεδιασμένη ανάπτυξή τους.

Η «αναρχία» στην παραγωγή που διέπει τον καπιταλισμό, η αντίφαση ανάμεσα στο συμφέρον του μεμονωμένου κεφαλαιοκράτη και σε αυτό των καπιταλιστών ως τάξης αντανακλάται και στο ζήτημα της οριοθέτησης των διάφορων επιστημονικών και τεχνικών ειδικοτήτων, καθώς και των επαγγελματικών δικαιωμάτων τους.

Η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής επιδρά αντικειμενικά στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας. Διαμορφώνονται στρατηγικές ανάγκες επιστημονικού σχεδιασμού στην παραγωγή και στην οικονομία, ενδιάμεσες βαθμίδες εφαρμοσμένων επιστημονικών αρμοδιοτήτων, καθώς και αρμοδιότητες πιο τυποποιημένης τεχνικής εφαρμογής της υπάρχουσας επιστημονικής γνώσης.

Στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, αυτές οι νέες αντικειμενικές δυνατότητες αξιοποιούνται με γνώμονα τις σύγχρονες ανάγκες διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου, μέσα από τις αναγκαίες προσαρμογές στην εκπαιδευτική πολιτική και στη νέα ρύθμιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Οι συγκεκριμένες προσαρμογές έχουν συνδυασμένη στόχευση στη διευκόλυνση της κίνησης του κεφαλαίου και της εργασίας (από χώρα σε χώρα, από κλάδο σε κλάδο), στη διευκόλυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, στη διασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης.

Στη διάρθρωση της μεταλυκειακής εκπαίδευσης των τελευταίων δεκαετιών του ελληνικού καπιταλισμού κυριάρχησε η τάση διαμόρφωσης πολλών «ταχυτήτων» σχολών με αναφορά στο ίδιο επιστημονικό και επαγγελματικό αντικείμενο: π.χ. οι πολυτεχνικές σχολές και οι σχολές ΤΕΙ, οι πανεπιστημιακές σχολές Οικονομικής Επιστήμης, οι λογιστικές κλπ. Μέσα από αυτόν τον πολυκατακερματισμό, το κεφάλαιο επιδιώκει να στελεχώσει τις διάφορες βαθμίδες της ιεραρχίας της καπιταλιστικής παραγωγής με ειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Αυτή η τάση εμφανίστηκε κυρίως από τη δεκαετία του 1970 ως ανάγκη αντιστοίχισης της ειδίκευσης στο επίπεδο της τεχνολογίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Παρουσιάστηκαν πολλά προβλήματα, ακόμα και ανορθολογικού χαρακτήρα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών επιδιώξεων, όπως εμφάνιση σχολών σε επιμέρους αντικείμενα, χωρίς καθορισμένα επαγγελματικά δικαιώματα αποφοίτων, συχνά «προϊόντα» κερδοσκοπικών σχεδιασμών2, ή/και κακής ποιότητας αντίγραφα σχολών από πανεπιστήμια χωρών με πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες.

Στο έδαφος αυτής της πραγματικότητας, όπως διαμορφώθηκε ιστορικά τις τελευταίες δεκαετίες, έρχεται να «πατήσει» σήμερα και όλο το τελευταίο διάστημα η πολιτική της ΕΕ για την απελευθέρωση της ευρωενωσιακής αγοράς. Θα δούμε στη συνέχεια πώς μια σειρά από όψεις της ήδη υφιστάμενης κατάστασης αξιοποιήθηκαν και εντάχθηκαν οργανικά στο πλαίσιο της κοινοτικής πολιτικής, οξύνοντας ακόμα περισσότερο τις αρνητικές επιπτώσεις στα μορφωτικά και εργασιακά δικαιώματα του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας.

«ΑΝΟΙΚΤΑ», ΜΗ-ΑΝΟΙΚΤΑ ΚΑΙ «ΚΛΕΙΣΤΑ» ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

Από τη σκοπιά του θέματος που συζητάμε, μια κατηγοριοποίηση των επαγγελματικών αντικειμένων ως προς το βαθμό της νομοθετικής τους «ρύθμισης» μπορεί να είναι η παρακάτω.

Η μια μεγάλη κατηγορία αφορά τα λεγόμενα «ανοικτά» επαγγέλματα. Βασικά τους χαρακτηριστικά είναι: α) η απουσία ιδιαίτερων θεσμικών απαιτήσεων από τα φυσικά πρόσωπα, προκειμένου αυτά να αποκτήσουν πρόσβαση στην άσκησή τους, β) η νομική ρύθμιση των όρων άσκησής τους γίνεται απευθείας με τις γενικές διατάξεις του αστικού και του ποινικού δικαίου (δεν υπάρχει ειδική επαγγελματική νομοθεσία για αυτά), γ) η άσκηση ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας στους συγκεκριμένους κλάδους παραγωγής είναι απολύτως ελεύθερη και δε συνδέεται με πιστοποίηση του αντίστοιχου επαγγέλματος και δ) δεν υπάρχουν συγκροτημένες επαγγελματικές ενώσεις, αλλά συνδικαλιστικές οργανώσεις, ανάλογα με την κοινωνική θέση (ενώσεις ΕΒΕ, εργατικά συνδικάτα).

Η δεύτερη μεγάλη κατηγορία αφορά τα επαγγέλματα τα οποία τελούν υπό ειδικό νομικό καθεστώς, οποιασδήποτε μορφής. Συναντάμε εδώ μια ευρύτατη γκάμα αντικειμένων από την πιο «χαλαρή» μορφή κρατικής ρύθμισης, που είναι η απαίτηση το φυσικό πρόσωπο να έχει την ελληνική ιθαγένεια, έως περισσότερο αυστηρά πλαίσια πρόσβασης και άσκησης, όπως αυτά των νομοθετικώς ρυθμιζόμενων και εκείνα των «κλειστών» (κατά κυριολεξία) επαγγελμάτων. Σε αυτά θα σταθούμε αναλυτικά στην επόμενη ενότητα. Πρέπει ωστόσο να τονιστεί εξαρχής ότι ανεξάρτητα από το βαθμό κρατικής ρύθμισης όλης αυτής της γκάμας επαγγελματικών δραστηριοτήτων, βρίσκονται όλες στο «στόχαστρο» της πολιτικής της ΕΕ για την απελευθέρωση της αγοράς υπηρεσιών και από αυτή την άποψη τις αντιμετωπίζουμε τελικά ενιαία και στη δική μας παρέμβαση.

Κοινά χαρακτηριστικά των νομοθετικά ρυθμιζόμενων και των κλειστών επαγγελμάτων είναι: α) η πρόσβαση σε αυτά απαιτεί την κτήση επαγγελματικής άδειας, β) ρυθμίζονται από ειδικό νομικό καθεστώς ανά επάγγελμα και γ) υφίστανται ορισμένοι περιορισμοί (που φτάνουν έως και την πλήρη απαγόρευση) στην άσκηση ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας από φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν τη συγκεκριμένη επαγγελματική πιστοποίηση. Συνεπεία αυτών των χαρακτηριστικών, στα επαγγέλματα αυτά είναι ισχυρή η παρουσία και η επιρροή των επαγγελματικών ενώσεων (κατά την ιστορική παράδοση και το πρότυπο των συντεχνιών του μεσαίωνα και του πρώιμου καπιταλισμού), βεβαίως με μια αναπόφευκτη ποικιλία στο βαθμό εκδήλωσης αυτής της παρουσίας και επιρροής.

«ΚΛΕΙΣΤΟ» ΚΑΙ «ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΟ» ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ.ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Ανεξάρτητα από τυπικούς νομικούς ορισμούς, η ουσία της έννοιας της νομοθετικά ρυθμιζόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας αφορά αποκλειστικά στις δραστηριότητες εκείνες που εμπεριέχουν ανάληψη ευθύνης από τον επαγγελματία, έναντι κρατικής αρχής. Τέτοια παραδείγματα δραστηριοτήτων είναι π.χ. η εκπόνηση μελέτης δημοσίου ή ιδιωτικού έργου, η έκδοση οικοδομικής άδειας ή άλλης εγκατάστασης, η έκθεση ορκωτού εκτιμητή για τη μεταβίβαση δημοσίου ακινήτου, η έκθεση ορκωτού ελεγκτή για την οικονομική και διαχειριστική κατάσταση ενός φορέα ή επιχείρησης, η εκπόνηση πραγματογνωμοσύνης οποιουδήποτε θέματος, π.χ. κατά παραγγελία δικαστικής ή άλλης δημόσιας αρχής κλπ. Οι παραπάνω δραστηριότητες, που αναφέρθηκαν ενδεικτικά μεταξύ σωρείας άλλων παρόμοιων, τελούν υπό καθεστώς νομικής ρύθμισης, με την έννοια ότι η πρόσβαση σε αυτές δεν είναι ανοικτή στον οποιονδήποτε, αλλά μόνο υπό καθορισμένες από το νόμο προϋποθέσεις, δηλαδή την κατοχή άδειας άσκησης της συγκεκριμένης δραστηριότητας, η οποία είναι συναρτημένη αφενός με την κατοχή συγκεκριμένων (ακαδημαϊκών ή μη) τίτλων σπουδών, αφετέρου (σε αρκετές περιπτώσεις) με την ιδιότητα μέλους της αντίστοιχης επαγγελματικής ένωσης. Τέτοιες επαγγελματικές ενώσεις είναι συνήθως τα επαγγελματικά επιμελητήρια, όπως στη χώρα μας το Τεχνικό Επιμελητήριο (ΤΕΕ), το Οικονομικό Επιμελητήριο (ΟΕΕ), το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο (ΓΕΩΤΕΕ), αλλά και άλλες ενώσεις μη «επιμελητηριακού» χαρακτήρα, όπως οι ιατρικοί, οδοντιατρικοί, φαρμακευτικοί, δικηγορικοί κλπ. σύλλογοι. Οι ενώσεις αυτές, είτε χορηγούν οι ίδιες τις άδειες άσκησης επαγγέλματος είτε όχι, σε κάθε περίπτωση ελέγχουν την τήρηση της επαγγελματικής νομοθεσίας (με δικαίωμα ακόμα και ανάκλησης της άδειας αυτής). Η διαδικασία κτήσης της επαγγελματικής άδειας είναι βασικά μέσω εξετάσεων που διενεργεί είτε η ίδια η επαγγελματική ένωση είτε το κράτος. Οι εξετάσεις αυτές ποικίλλουν ως προς το βαθμό «δυσκολίας» τους από σχεδόν τυπικές (μηχανικοί) έως περισσότερο απαιτητικές (δικηγόροι, γιατροί για τις εξετάσεις ειδικότητας).

Από αυτή την άποψη, ο όρος «επαγγελματικά δικαιώματα» αποκτά ένα πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο και αναφέρεται στο δικαίωμα πρόσβασης σε συγκεκριμένες νομοθετικά ρυθμιζόμενες δραστηριότητες. Μόνο από αυτή την άποψη έχει νόημα ο όρος και εφεξής, όπου απαντάται στο κείμενο, θα εννοείται η χρήση του υπό αυτή και μόνο την έννοια. Πρέπει επομένως εδώ να γίνει σαφές ότι, όταν μιλάμε για επαγγελματικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται από την ιδιότητα μέλους μιας επαγγελματικής ένωσης τύπου ΤΕΕ, ΟΕΕ κλπ., μιλάμε ακριβώς και αποκλειστικά για τέτοιου είδους δικαιώματα που δεν ταυτίζονται με το δικαίωμα ίδρυσης ατομικής ή μετοχικής επιχείρησης ή το δικαίωμα παροχής εξαρτημένης εργασίας σε τέτοιες επιχειρήσεις. Καμία υποχρέωση π.χ. να είναι μέλη του ΤΕΕ δεν έχουν οι μηχανικοί, προκειμένου να εργαστούν ως υπεύθυνοι βάρδιας, διευθυντές παραγωγής, μάρκετινγκ, πωλήσεων κλπ. ή ως απλοί υπάλληλοι σε ένα εργοστάσιο, ως απλοί μελετητές σε ένα γραφείο, εφόσον δεν απαιτείται να σφραγίζουν οι ίδιοι μελέτες ή επιβλέψεις, ως συνεργάτες ερευνητές σε κάποιο R&D κέντρο του ιδιωτικού τομέα, ως αναλυτές σε ένα ιδιωτικό εργαστήριο χημικών αναλύσεων κλπ.3 Ομοίως, δεν απαιτείται -ούτε καν τυπικά- η κτήση της άδειας επαγγέλματος για τον απόφοιτο της Ιατρικής προκειμένου να εργαστεί ως ιατρικός επισκέπτης σε φαρμακευτική εταιρεία ή για τον απόφοιτο της Νομικής για να εργαστεί σε ένα ιδιωτικό κέντρο πολιτικών μελετών και αναλύσεων κλπ. Ολες αυτές οι δραστηριότητες, αν και συμπεριλαμβάνονται στο λεγόμενο «επαγγελματικό περίγραμμα» των παραπάνω σχολών (μηχανικών, γιατρών, δικηγόρων), δεν είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενες οι ίδιες και συνεπώς δεν κατοχυρώνονται σε αυτές ιδιαίτερα επαγγελματικά δικαιώματα.

Περιορισμοί στην άσκηση ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας υφίστανται, είτε με γεωγραφικά κριτήρια (εντοπιότητα π.χ. σε γιατρούς και δικηγόρους) είτε σε φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν την άδεια άσκησης του οικείου επαγγέλματος (π.χ. απαγόρευση ίδρυσης κεφαλαιουχικής εταιρίας παροχής νομικών υπηρεσιών). Επίσης, υπάρχουν μια σειρά από κατοχυρώσεις αναφορικά με το πλαίσιο των ελάχιστων αμοιβών στο σύνολο των νομοθετικά ρυθμιζόμενων δραστηριοτήτων.

Πολύ μεγαλύτερος είναι ο βαθμός της ρύθμισης στα «κλειστά επαγγέλματα», όπως αυτά του οδηγού ταξί ή φορτηγού ΔΧ, του συμβολαιογράφου, του φαρμακοποιού κλπ. Εδώ όχι απλά υπάρχει απαίτηση κτήσης άδειας επαγγέλματος, αλλά και ο αριθμός των αδειών αυτών είναι περιορισμένος, είτε σε απόλυτο πλήθος (numerus clausus) είτε με βάση άλλα, πληθυσμιακά ή γεωγραφικά κριτήρια (π.χ. στους φαρμακοποιούς ανά 2.500 κατοίκους). Επιπλέον, η άσκηση ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας κατά κανόνα δεν επιτρέπεται σε όποιον δεν έχει άδεια άσκησης του αντίστοιχου επαγγέλματος.

Αν θελήσουμε να συσχετίσουμε ως προς το εύρος των δύο αυτών κατηγοριών, θα λέγαμε ότι τέμνονται, αλλά δεν ταυτίζονται. Ετσι, υπάρχουν επαγγέλματα που είναι κλειστά, αλλά όχι νομοθετικώς ρυθμιζόμενα (π.χ. ταξί, φορτηγά ΔΧ), άλλα που είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενα, αλλά όχι κλειστά (γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι) και άλλα που ανήκουν και στις δύο κατηγορίες (π.χ. συμβολαιογράφοι, φαρμακοποιοί).

Από την άποψη των σχέσεων παραγωγής, μπορούμε να πούμε ότι τα συγκεκριμένα επαγγέλματα -ιδιαίτερα τα λεγόμενα «κλειστά» επαγγέλματα- ασκούνταν για μια αρκετά μεγάλη ιστορική περίοδο υπό το καθεστώς του «ελευθέριου επαγγέλματος», αντιστοιχούσαν σε ατομικούς εμπορευματοπαραγωγούς.

Η παρατήρηση αυτή δεν έχει καθόλου μόνο ιστορική, «ακαδημαϊκή» σημασία, αλλά πρωτίστως πολιτική. Τα «ελευθέρια επαγγέλματα» είναι στα πλαίσια του αναπτυγμένου καπιταλισμού ένας όλο και περισσότερο μη-αναγκαίος ιστορικός αναχρονισμός, που επιβιώνει από παλιότερες φάσεις ανάπτυξης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Σε όλες λίγο-πολύ τις καπιταλιστικές οικονομίες αποτέλεσαν για μια ορισμένη ιστορική περίοδο έναν από τους πυλώνες ανάπτυξης του συστήματος, όμως ήδη από πολλές δεκαετίες στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο έχουν περιθωριοποιηθεί ως οικονομικό-κοινωνικό «μέγεθος», δίνοντας τη θέση τους στην ορμητική ανάπτυξη των όλο και μεγαλύτερου μεγέθους καπιταλιστικών επιχειρήσεων στους τομείς των υπηρεσιών. Ο ελληνικός καπιταλισμός ασφαλώς παρακολούθησε και παρακολουθεί αυτή τη γενική τάση με μια χρονική υστέρηση και με πιο «ομαλούς» ρυθμούς συγκέντρωσης της «πίτας» των υπηρεσιών σε λίγα μονοπωλιακά χέρια, ωστόσο δεν έχει ξεφύγει από αυτή - και δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά.

Η ολοένα επιταχυνόμενη διαδικασία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου επιδρά αναπόφευκτα στην κοινωνική διαφοροποίηση των μεσοστρωμάτων που αντιστοιχούν σε αυτά τα «ελευθέρια επαγγέλματα». Διαμορφώνονται όλο και περισσότερο οι αντικειμενικοί όροι ώστε η πλειοψηφία τους να προσεγγίσει ή και να ενταχθεί στην εργατική τάξη, την ίδια στιγμή που το ανώτερο στρώμα όλο και περισσότερο διαπλέκεται, προσεγγίζει και -σε ένα ποσοστό- ανήκει πλέον στην αστική τάξη. Η τάση αυτή, αλλού με ταχύτερους ρυθμούς, αλλού με μια ορισμένη χρονική υστέρηση (όπως στην Ελλάδα), είναι γενική και ασφαλώς σχετίζεται άμεσα με τις στρατηγικές επιδιώξεις του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην ΕΕ για τη διαμόρφωση της ενιαίας αγοράς, επιδιώξεις που αποτελούν και τη βαθύτερη αιτία για πολιτικές επιλογές, όπως η Συνθήκη της Μπολόνια και η απελευθέρωση του τομέα των υπηρεσιών και των «κλειστών επαγγελμάτων».

Β. Η ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Αφετηρία της προσέγγισής μας είναι η στρατηγική επιδίωξη του ευρωενωσιακού κεφαλαίου για την ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς. Η άρση των παλαιότερων θεσμικών φραγμών στο εσωτερικό και μεταξύ των εθνικών αγορών υπηρετεί με συνέπεια αυτή την επιδίωξη, η οποία συνδέεται άμεσα τόσο με την ανάγκη διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου, όσο και με τη διασφάλιση νέων όρων αποτελεσματικού ανταγωνισμού των ευρωπαϊκών μονοπωλίων έναντι των αμερικάνικων, ιαπωνικών κλπ. ανταγωνιστών τους. Ηδη από την ιδρυτική της Συνθήκη, η ΕΕ κατοχυρώνει τις τέσσερις βασικές ελευθερίες κίνησης: κεφαλαίου, εργασίας, εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Η διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου που επιτρέπει αυτές τις ελευθερίες αποτελεί κεντρικό άξονα της πολιτικής της ΕΕ διαχρονικά και μια σειρά οδηγίες ( 2005/36, 2006/123 κλπ.) είναι οργανικά ενταγμένες στην προσπάθεια αυτή.

Μεθοδικό και πολύπλευρο το πλέγμα των κοινοτικών παρεμβάσεων

Είναι μεθοδολογικό και πολιτικό σφάλμα η αποσπασματική εξέταση αυτών των οδηγιών, σε σχέση με όλο το προηγούμενο θεσμικό οικοδόμημα της ΕΕ. Αυτό έχει να κάνει με τη σχέση ανάμεσα, τόσο στις διατάξεις που αναφέρονται «στενά» στην κίνηση των υπηρεσιών και την εγκατάσταση των παρόχων του, όσο και ευρύτερα, στο σύνολο του κοινοτικού θεσμικού πλαισίου για την απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίου, εμπορευμάτων και εργασίας. Σε τελευταία ανάλυση, το σύνολο των παρεμβάσεων αυτών είναι οργανικά και αναπόσπαστα ενταγμένο στο πλαίσιο της Στρατηγικής της Λισαβόνας, όπως παραπέρα αυτή εξειδικεύτηκε στις αποφάσεις-σταθμούς των συνόδων κορυφής της ΕΕ, αλλά και στις αποφάσεις και κατευθύνσεις της Κομισιόν και των Συμβουλίων Υπουργών. Το γεγονός ότι στο κείμενο του «μνημονίου» ΕΕ - ΔΝΤ - κυβέρνησης γίνεται ρητή αναφορά στη δέσμευση να προωθηθούν ταχύτατα οι διατάξεις πλήρους απελευθέρωσης της αγοράς παροχής υπηρεσιών -παρά το γεγονός ότι δε σχετίζονται άμεσα τουλάχιστον με το πρόβλημα του δημοσιονομικού εκτροχιασμού- δείχνει ότι η επιλογή αυτή αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα του μονοπωλιακού κεφαλαίου και στη χώρα μας.

Ετσι, π.χ. είναι λάθος να θεωρείται ότι η απελευθέρωση των υπηρεσιών μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ δρομολογείται θεσμικά μόνο μέσα από την οδηγία 2006/123. Ισα-ίσα, υπάρχει ένα ολόκληρο «οικοδόμημα» οδηγιών και κανονισμών που αφορά το σύνολο των δραστηριοτήτων και κλάδων της οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό επομένως δεν μπορεί να μη δει κανείς πως η εν λόγω οδηγία συνδυάζεται με νομοθετήματα όπως:

• Η οδηγία 2005/36/ΕΚ (ΠΔ 165/00, ΠΔ 385/02 κλπ.) για το σύστημα επαγγελματικών προσόντων και τη ρύθμιση της πρόσβασης και άσκησης νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων (και συμπληρωματικές αυτής, όπως π.χ. η 1998/5/ΕΚ - ΠΔ 152/00 για την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος κλπ.)

• Η οδηγία 1996/71/ΕΚ για τη ρύθμιση των συνθηκών απασχόλησης εργαζομένων που αποσπώνται για να εργαστούν από ένα κράτος-μέλος σε άλλο (ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το ΠΔ 219/00)

• Η οδηγία 2006/48/ΕΚ για την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων (και όλο το σχετικό με αυτή συμπληρωματικό πλαίσιο, όπως έχουν ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο με τον Ν. 3601/07)

• Η οδηγία 2004/18/ΕΚ για το συντονισμό σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΠΔ 60/07)

• Οι οδηγίες 2002/19/ΕΚ, 2002/20/ΕΚ, 2002/21/ΕΚ, 2002/22/ΕΚ και 2002/58/ΕΚ για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις συναφείς υπηρεσίες (Ν. 3431/06), όπως και η οδηγία 1989/552/ΕΟΚ για την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΠΔ 236/92).

Μπορεί βέβαια να αναφερθεί πλήθος άλλων οδηγιών, κανονισμών και διατάξεων. Είναι από αυτή την άποψη χαρακτηριστικό ότι στο ίδιο το κείμενο της οδηγίας 2006/123 γίνεται πλήθος ρητών αναφορών4 στις σχέσεις της με άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και στις εξαιρέσεις τομέων δραστηριοτήτων από το πεδίο εφαρμογής της, επειδή οι τομείς αυτοί ρυθμίζονται ως προς το πλαίσιο απελευθέρωσής τους από άλλες διατάξεις.

Εχοντας υπόψη αυτή τη μεθοδολογική παρατήρηση, μπορούμε να πούμε ότι οι στόχοι της κοινοτικής πολιτικής κινούνται σε δύο παράλληλες, αλληλοσυμπληρούμενες κατευθύνσεις:

• την παραπέρα μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης στο εσωτερικό των κρατών-μελών της ΕΕ και

• την επιτάχυνση της διαδικασίας συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου, μέσω του τομέα των υπηρεσιών.

Στα πλαίσια της πρώτης από τις παραπάνω κατευθύνσεις, αξιοποιώντας το διαφορετικό επίπεδο κατακτήσεων της εργατικής τάξης στα διάφορα κράτη-μέλη, το μονοπωλιακό κεφάλαιο στην ΕΕ διαμορφώνει τους θεσμικούς όρους, ώστε οι διατάξεις του εργατικού δικαίου μιας χώρας με αρνητικό συσχετισμό για την εργατική τάξη να βρίσκουν εφαρμογή σε επιχειρήσεις παροχής «υπηρεσιών» με έδρα μεν τη χώρα αυτή, που δραστηριοποιούνται όμως στα άλλα κράτη-μέλη, τινάζοντας έτσι στον αέρα τις συλλογικές συμβάσεις και κάθε απομεινάρι εργασιακού δικαιώματος.

Συγχρόνως, η όξυνση της καπιταλιστικής κρίσης και οι ανάγκες παραπέρα θωράκισης της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων δημιουργούν την ανάγκη επιτάχυνσης της αντικειμενικής διαδικασίας της συγκέντρωσης - συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου, παράλληλα με τον εκτοπισμό και την προλεταριοποίηση σε εκτεταμένο βαθμό τμημάτων των μεσαίων στρωμάτων, που παραδοσιακά διατηρούσαν αυξημένο βάρος συμμετοχής σε μια σειρά παραδοσιακούς κλάδους υπηρεσιών (π.χ. μικρής και μεσαίας κλίμακας ιδιωτικά τεχνικά έργα, νομικές υπηρεσίες, ιατρικές υπηρεσίες κλπ.).

Ειδικότερα στον κλάδο των επιστημονικών-τεχνικών υπηρεσιών, οι παραπάνω επιδιώξεις περνούν μέσα από τη διαμόρφωση ενός φτηνού, ευέλικτου, μισοειδικευμένου επιστημονικού προλεταριάτου, ικανού να στελεχώσει με χαμηλό κόστος και απαιτήσεις τη μηχανή της μονοπωλιακής κερδοφορίας, στα πλαίσια της γενικότερης στρατηγικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Σε αυτά τα πλαίσια, όλο και μεγαλύτερη σημασία αποκτά ο ασφυχτικός έλεγχος του κεφαλαίου πάνω στην εκπαιδευτική διαδικασία, η ένταση των ταξικών φραγμών στην ανώτατη εκπαίδευση. Ολο και περισσότερο τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών θα συνωστίζονται στη μάζα των αυριανών εργατών, ενώ τα λιγότερα -σε σχέση με παλιότερες φάσεις εξέλιξης της καπιταλιστικής παραγωγής- αλλά με ανάγκη για υψηλότερο και επιτελικότερο επίπεδο ειδίκευσης και γνώσης στελέχη θα προέρχονται κυρίως από μεταπτυχιακούς κύκλους master και διδακτορικού, σχετικά «κλειστούς» και με αυστηρότερα ταξικά κριτήρια ιδεολογικοπολιτικής επιλογής.

Τα χαρακτηριστικά της «αγοράς παροχής υπηρεσιών» στην Ελλάδα

Στο σημείο αυτό έχει σημασία να κωδικοποιήσουμε τις πιο βασικές πλευρές που χαρακτηρίζουν την ελληνική πραγματικότητα σε ό,τι αφορά το καθεστώς της παροχής των υπηρεσιών. Οι πλευρές αυτές ασφαλώς όχι μόνο δεν είναι σε αντίθεση με τις γενικές τάσεις στην ΕΕ, όπως αυτές περιγράφτηκαν στην προηγούμενη ενότητα, τουναντίον είναι εκείνες που διαμορφώνουν όρους για ταχύτερη προώθηση των γενικών αυτών τάσεων. Πιο συγκεκριμένα:

α) Το πραγματικό πολιτικό δίλημμα είναι: «παραγωγή έργων και παροχή υπηρεσιών για τις λαϊκές ανάγκες ή για την ενίσχυση των μονοπωλιακών ομίλων»; Προφανώς το πολιτικό αυτό δίλημμα κατ’ επέκταση αφορά το σύνολο της οικονομικής ανάπτυξης, την προσδιορίζει ως ταξικό-πολιτικό και όχι ως τεχνοκρατικό-οργανωτικό πρόβλημα.

β) Στο δίλημμα αυτό έχει ήδη απαντήσει η ζωή. Εργα αναγκαία για το λαό (αντισεισμική θωράκιση, αντιπλημμυρική προστασία, αξιοποίηση των υδάτινων πόρων της χώρας για άρδευση και ηλεκτροπαραγωγή κλπ.) δεν αποτελούν προτεραιότητες, ενώ άλλα που ενδιαφέρουν το μονοπωλιακό κεφάλαιο (π.χ. οδικοί άξονες, τουριστικά μεγαθήρια κλπ.) προωθούνται με αντιλαϊκούς όρους.

γ) Την καπιταλιστική ανάπτυξη την έχει πληρώσει και την πληρώνει καθημερινά η εργατική τάξη και ο λαός, με την πολιτική της μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης, την αποσύνθεση των εργασιακών σχέσεων και κατακτήσεων, τη μετάθεση στις πλάτες του λαού του κόστους της («πράσινης» και μη) «αναπτυξιακής προοπτικής», μέσω των Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) και των συμβάσεων παραχώρησης, των «πράσινων τελών» για την ηλεκτροπαραγωγή, την εξοικονόμηση ενέργειας, τις μεταφορές, το νερό κλπ.

δ) Συγχρόνως το μονοπωλιακό κεφάλαιο, η ΕΕ και οι αστικές κυβερνήσεις, αλλά και το λοιπό πολιτικό και συνδικαλιστικό προσωπικό τους, προωθούν συνολικά την πολιτική των αναδιαρθρώσεων και της απελευθέρωσης στους τομείς των κατασκευών, των μεταφορών, της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών. Απαντούν με μια συνολική αναδιαμόρφωση του νομικού πλαισίου για τις μελέτες και τις αναθέσεις των έργων και την παροχή υπηρεσιών και στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα που στοχεύει στην επιτάχυνση της διαδικασίας συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου στους κλάδους αυτούς, στον πλήρη και ασφυκτικό τους έλεγχο από τους μονοπωλιακούς ομίλους στη βιομηχανία, στο εμπόριο, στις τράπεζες.

Από τις παραπάνω εξελίξεις αναδεικνύεται ανάγλυφα ποιος είναι ο μεγάλος «εχθρός», ο βασικός κίνδυνος για τους αυτοαπασχολούμενους όλων των ειδικοτήτων: είναι ο καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης. Οσο θα εξακολουθεί η χώρα να κινείται στο πλαίσιο αυτό, είναι σαφές ότι, ανεξάρτητα από μια σειρά επιμέρους «πάρε-δώσε» (π.χ. διευθετήσεις στο θέμα της εντοπιότητας, στις κατηγορίες των μελετών, στον τρόπο υπολογισμού των αμοιβών κλπ.), η προοπτική τους είναι προδιαγεγραμένη. Επομένως, μια γραμμή «συνδικαλιστικής» διεκδίκησης με βάση αυτές τις επιμέρους δοσοληψίες, σαν κι αυτή των επιστημονικών συλλόγων των μηχανικών, των δικηγόρων κλπ., δεν υπηρετεί τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των αυτοαπασχολούμενων και μικρών επαγγελματιών, που υποκριτικά ισχυρίζεται ότι θέλει να προασπίσει.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΑΣΙΚΟΤΕΡΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2006/123/ΕΚ

Οι βασικότερες διατάξεις της οδηγίας Μπολκενστάιν μπορούν να κωδικοποιηθούν σε τέσσερις «ομάδες»:

α) Διατάξεις αναφορικά με το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και τις δραστηριότητες οι οποίες εξαιρούνται από αυτό εν συνόλω ή κατά το σκέλος της ελεύθερης κυκλοφορίας υπηρεσιών, εξαιρέσεις που κατά μείζονα λόγο αφορούν δραστηριότητες των οποίων το καθεστώς απελευθέρωσης ρυθμίζεται από άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.

β) Διατάξεις αναφορικά με την αδειοδότηση μιας δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών σε κράτος-μέλος. Στην ουσία, σε καθεστώς αδειοδότησης υπάγονται τα λεγόμενα «κλειστά» επαγγέλματα (π.χ. ταξί - φορτηγά, συμβολαιογραφεία, φαρμακεία κλπ.). Εδώ επίσης εντάσσονται και οι διατάξεις που αφορούν τις απαιτήσεις/προϋποθέσεις (πέραν της άδειας) που απαιτούνται για την εγκατάσταση μιας δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών σε ένα κράτος-μέλος.

γ) Διατάξεις αναφορικά με τους όρους παροχής υπηρεσιών από παρόχους με έδρα σε ένα κράτος-μέλος προς αποδέκτες σε άλλα κράτη-μέλη. Εδώ γίνεται λόγος για την άρση κάθε περιορισμού για την άσκηση δραστηριότητας από το κράτος εγκατάστασης σε άλλο κράτος-μέλος, ενώ γίνεται αναφορά και στις παρεκκλίσεις (εξαιρέσεις) από αυτή την δυνατότητα.

δ) Διατάξεις αναφορικά με την εποπτεία από τα όργανα της ΕΕ, της συμμόρφωσης της χώρας με τα όσα προβλέπει η οδηγία. Στα άρθρα αυτά κατοχυρώνεται ο υποχρεωτικός χαρακτήρας των υποδείξεων των οργάνων της ΕΕ προς τις εθνικές αρχές. Πρόκειται για πολύ σημαντικές διατάξεις, διότι εδώ καταρρίπτεται η απολογητική των δυνάμεων του ευρωμονόδρομου (τόσο των κομμάτων, όσο και των συμβιβασμένων συνδικαλιστικών ηγεσιών) ότι τάχα δε θίγονται εργασιακά δικαιώματα και άλλες προστατευτικές διατάξεις (π.χ. κατώτατα όρια αμοιβών αυταπασχολούμενων) από την οδηγία. Στα άρθρα αυτά θεσπίζεται -παρά τις «θολές» διατυπώσεις- η δυνατότητα των παρόχων να παρακάμπτουν την εργασιακή και γενικότερη νομοθεσία του κράτους-μέλους στο οποίο δραστηριοποιούνται.

Αναλυτικότερα, ανά περίπτωση, μπορεί κανείς να εντοπίσει τις παρακάτω βασικές πλευρές:

α) Από το πεδίο εφαρμογής αναφέρεται ότι εξαιρούνται τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα (βασικά γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι κλπ.) διότι υπάγονται στη οδηγία 2005/36. Ομοίως, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (υπάγονται στην 2006/48), οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (Ν.3431/06), μεταφορών, τυχερών παιγνίων, συμβολαιογραφικών, φοροτεχνικών, κοινωνικών υπηρεσιών (εφόσον είναι δημόσιες ή για λογαριασμό του δημοσίου) κλπ. Ωστόσο, είναι φανερό ότι η εξαίρεση μιας σειράς δραστηριοτήτων είναι μόνο τυπική. Καταρχάς, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ρητά περιλαμβάνονται δραστηριότητες όπως οι κατασκευαστικές εταιρίες και τα γραφεία μελετών (οι οποίες συνδέονται με νομοθετικά ρυθμιζόμενες δραστηριότητες μηχανικών). Επίσης, στο χώρο των επαγγελμάτων υγείας, από το 2007 έχει ξεκινήσει μια διαδικασία επανεισαγωγής τους στο εύρος εφαρμογής της οδηγίας, σύμφωνα με σχετικό ψήφισμα της Επιτροπής5. Εξάλλου, από τον ορισμό της έννοιας της «οικονομικής υπηρεσίας γενικού ενδιαφέροντος» στα εισηγητικά σχόλια προκύπτει ότι π.χ. με το «άνοιγμα» των κλειστών επαγγελμάτων υγείας, όπως του φαρμακοποιού, αίρεται και η εξαίρεσή τους από την οδηγία αυτή. Η ιδιωτικοποίηση της παιδείας, επίσης (π.χ. ΚΕΣ, ΙΕΚ κλπ.) αυτομάτως τοποθετεί εντός του πλαισίου της οδηγίας αυτής τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια που τυχόν εξαιρούνται από την 2005/36. Ταυτόχρονα, σε σωρεία κοινοτικών κειμένων τονίζεται ότι κριτήριο είναι όχι μόνο οι διατυπώσεις των οδηγιών, αλλά οι θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης του Μάαστριχτ (δηλαδή οι τέσσερις ελευθερίες) και η σχετική με αυτή νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

β) Σε ό,τι αφορά την αδειοδότηση, η κατεύθυνση είναι η συρρίκνωση και τελικά η εξαφάνιση του καθεστώτος αδειοδότησης, καθώς η ΕΕ «απαγορεύει» οποιαδήποτε διάκριση σε βάρος του οποιουδήποτε παρόχου (λόγω ιθαγένειας κλπ.), «απαιτεί» η αναγκαιότητα αδειοδότησης να τεκμηριώνεται για λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος (περί του οποίου αποφαίνονται, τελικά, τα όργανά της). Ακόμα όμως και σε περιπτώσεις που αποδεικνύεται το «επιτακτικό δημόσιο συμφέρον», υπάρχει η επιλέον απαίτηση να αποδεικνύεται ότι το συμφέρον αυτό δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί με λιγότερο περιοριστικά μέτρα ή/και ότι τέτοια μέτρα θα είναι λιγότερο αποτελεσματικά. Ο Ν. 3844/2010 προβλέπει ότι με Προεδρικό Διάταγμα ή νέο νόμο θα προσδιοριστούν επακριβώς τα «κλειστά επαγγέλματα» για τα οποία καταργείται η διαδικασία αδειοδότησης.

γ) Οι απαιτήσεις για την εγκατάσταση μιας νέας επιχείρησης παροχής υπηρεσιών σε κράτος-μέλος δέχονται επίσης ισχυρές πιέσεις με στόχο να συρρικνωθούν δραστικά. Υποχρεωτικά καταργείται κάθε περιορισμός ιθαγένειας, χώρας μόνιμης κατοικίας, δραστηριοποίησης σε περισσότερες από μια χώρες-μέλη, οικονομικής σκοπιμότητας της επένδυσης από πλευράς της δημόσιας αρχής (για περιπτώσεις επιδοτήσεων από εθνικούς ή κοινοτικούς πόρους), αδειοδότησης και στη χώρα δραστηριοποίησης, εφόσον υπάρχει άδεια ή νόμιμη λειτουργία στη χώρα εγκατάστασης. Η άρση περιορισμών ιθαγένειας αφορά όχι μόνο τον πάροχο ως φυσικό πρόσωπο ή τους μετόχους ή διευθύνοντές του, εφόσον είναι νομικό πρόσωπο, αλλά και το σύνολο του προσωπικού του. Ταυτόχρονα, η χώρα υποχρεούται να καταγράψει το σύνολο των απαιτήσεων που αφορούν σε κατώτατα ή/και ανώτατα όρια τιμών και αμοιβών, σε εδαφικούς περιορισμούς στην εγκατάσταση της επιχείρησης, σε απαγόρευση πολλαπλών δραστηριοτήτων από τον ίδιο πάροχο κλπ. και να υποβάλει τεκμηριωμένη έκθεση στην ΕΕ για το ποιες από αυτές θεωρεί αναγκαίες.

δ) Στους όρους για την παροχή υπηρεσιών από επιχειρήσεις με έδρα άλλη χώρα-μέλος, πέραν της γενικής διατύπωσης ότι δεν επιτρέπονται διακρίσεις και οι όποιοι περιορισμοί πρέπει να δικαιολογούνται από λόγους επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος (ισχύουν οι παρατηρήσεις μας παραπάνω επ’αυτού), η κατεύθυνση εξειδικεύεται παρακάτω και οι διατυπώσεις είναι δηλωτικές των προθέσεων: απαγορεύεται να απαιτείται από τον πάροχο η συμμόρφωση προς οποιαδήποτε προδιαγραφή ή κανονισμό. Ειδικότερα: 1) απαγορεύεται η απαίτηση προσκόμισης επαγγελματικής άδειας ακόμα και από το κράτος εγκατάστασης, 2) απαγορεύεται η απαίτηση συμμόρφωσης σε συγκεκριμένες προδιαγραφές ως προς τον εξοπλισμό (με εξαίρεση τυπικά εκείνες που σχετίζονται με την ασφάλεια και υγεία στην εργασία), 3) απαγορεύεται η απαίτηση ειδικών όρων ως προς τη συμβατική σχέση παρόχου και αποδέκτη και ειδικά απαγορεύεται οποιοσδήποτε περιορισμός του παρόχου να χρησιμοποιεί αυταπασχολούμενους για την παροχή υπηρεσιών. Είναι γνωστό όμως ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι εργαζόμενοι με ελαστικές σχέσεις εργασίας εμφανίζονται ως «αυταπασχολούμενοι». Επίσης, σε άλλα άρθρα αίρονται οι περιορισμοί για τη δραστηριοποίηση ενός παρόχου σε πολλαπλές δραστηριότητες. Δηλαδή δίνεται το «πράσινο φως» ώστε οι μεγάλοι όμιλοι παροχής υπηρεσιών να εισέλθουν χωρίς κανένα εμπόδιο σε όλο το εύρος των δραστηριοτήτων του στη χώρα, ιδρύοντας πολυ-επαγγελματικές εταιρίες (π.χ. παροχής συγχρόνως «πακέτων» νομικών, λογιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών).

ε) Σε ό,τι αφορά τις διατάξεις περί εποπτείας, ξεκαθαρίζεται ότι οι πάροχοι με έδρα εγκατάστασης άλλο κράτος-μέλος υπόκεινται στις διατάξεις του κράτους αυτού και η συμμετοχή των εθνικών αρχών στην εποπτεία της δραστηριότητάς του είναι μόνο αναλογική στα πλαίσια της επικουρικότητας και μόνο εφόσον η δραστηριότητα αυτή περιλαμβάνεται στις παρεκκλίσεις του νόμου. Ακόμα και οι προληπτικοί έλεγχοι και επιθεωρήσεις των εθνικών αρχών δεν μπορούν να γίνονται παρά μόνο κατόπιν αιτήσεως του κράτους-μέλους εγκατάστασης, ενώ τυχόν έκτακτες επιθεωρήσεις τελούν υπό την έγκριση των οργάνων της ΕΕ ως προς τη δυνατότητά τους να επιβάλλουν περιορισμούς.

Με βάση τις παραπάνω παρατηρήσεις, μπορεί κανείς να πει ότι η οδηγία 2006/123 προωθεί από τη σκοπιά του κεφαλαίου την απελευθέρωση της αγοράς των υπηρεσιών, «σαρώνοντας» όποιο τομέα της οικονομίας δεν είχε ως τώρα υπαχθεί σε αυτοτελές νομοθετικό πλαίσιο απελευθέρωσης και επικεντρώνοντας στην άρση των εμποδίων για την ανάπτυξη επιχειρηματικής δράσης με τη μορφή νομικών προσώπων εν γένει ή φυσικών προσώπων που δραστηριοποιούνται σε μη νομοθετικώς ρυθμιζόμενα επαγγέλματα. Το ίδιο πρόβλημα, από τη σκοπιά της ελεύθερης διακίνησης φυσικών προσώπων που απασχολούνται σε νομοθετικώς ρυθμιζόμενα επαγγέλματα, αντιμετωπίζεται σε συνδυασμό με την Οδηγία 2005/36.

Από την ψήφιση του νόμου την περασμένη άνοιξη, οι εξελίξεις επιταχύνθηκαν. Ηδη με νομοσχέδιο του Υπουργείου Μεταφορών, Υποδομών και Δικτύων για τις εμπορευματικές μεταφορές, που εισήχθη στο θερινό τμήμα της Βουλής, επιχειρείται η απελευθέρωση του «κλειστού» επαγγέλματος των οδηγών φορτηγών ΔΧ -με την κυβέρνηση να προχωρά για μια ακόμη φορά στη λήψη του αυταρχικού, αντιδημοκρατικού μέτρου της πολιτικής επιστράτευσης για να κάμψει το απεργιακό κίνημα του κλάδου- ενώ στα τέλη του Ιούλη δημοσιοποιήθηκε εισήγηση προς την Ολομέλεια της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με την οποία -με αφορμή τις από τριετίας και άνευ νομοθετικής εξουσιοδότησης μεθοδεύσεις του ΤΕΕ για την αύξηση της ενιαίας τιμής αφετηρίας κατά τον υπολογισμό του κατώτατου αποδεκτού προϋπολογισμού των τεχνικών έργων- ανοίγει το ζήτημα της υλοποίησης της κατεύθυνσης του Μνημονίου για δραστική μείωση ή και κατάργηση των κατώτατων αμοιβών των μηχανικών.

ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2005/36 ΓΙΑ ΤΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΩΣ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

Η απελευθέρωση των νομοθετικά ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων καλύπτεται από τις διατάξεις της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, της οποίας η ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο είναι επίσης επί θύραις. Κρίνεται σκόπιμο να συμπεριληφθεί στο παρόν κείμενο μια συνοπτική αναφορά στις διατάξεις αυτής της νομοθεσίας, ώστε μέσα από αυτό το παράδειγμα να γίνει πιο καθαρή η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην οδηγία 2006/123 και στο υπόλοιπο κοινοτικό πλαίσιο με το οποίο εναρμονίζεται. Επίσης, για να καταδειχτεί ο υποκριτικός χαρακτήρας της «κριτικής» προς την οδηγία Μπολκενστάιν από πλευράς ορισμένων δυνάμεων (όπως π.χ. οι δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ στην ηγεσία του ΤΕΕ6 κλπ.), οι οποίες διαβλέπουν ούτε λίγο - ούτε πολύ στην κοινοτική οδηγία 2005/36 μια «ασπίδα» ενάντια στην Μπολκενστάιν και επικαλούνται την υπαγωγή στις διατάξεις της πρώτης για να «τεκμηριώσουν» δήθεν την πλήρη εξαίρεση από κάθε ρύθμιση της δεύτερης.

Η Οδηγία 2005/36 στην ουσία αποτελεί την ολοκλήρωση, στο νομοθετικό επίπεδο, των παρεμβάσεων που ξεκίνησαν με τις οδηγίες 89/48/ΕΟΚ, 92/51/ΕΟΚ, 2001/19/ΕΚ, ως το δεσμευτικό εκείνο θεσμικό πλαίσιο, στο οποίο πρέπει να προσαρμοστεί και το αντίστοιχο ελληνικό. Ενα πλαίσιο που προβλέπει και επιτάσσει:

Διάσπαση του ενιαίου εκπαιδευτικού κορμού κάθετα, σε κύκλους (το γνωστό 3+2+3 και οι όποιες παραλλαγές του), κατά το αγγλοσαξονικό σύστημα των Bachelor-Master-PhD και οριζόντια, σε ατομικές ροές σπουδών στο εσωτερικό του κάθε κύκλου, με το σύστημα των πιστωτικών μονάδων, των πολλαπλών συγγραμμάτων, των πολλαπλών μαθημάτων επιλογής, σεμιναρίων κλπ.7

Αποσύνδεση των επαγγελματικών δικαιωμάτων από τους τίτλους σπουδών και τη θέσπιση -ανεξάρτητων από τους ακαδημαϊκούς- «επαγγελματικών τίτλων» (πιστοποιήσεων επαγγελματικών προσόντων) μέσα από επαγγελματικές εξετάσεις, εμπειρία κλπ. ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στην άσκηση του επαγγέλματος.

Στην πράξη, η εφαρμογή των κατευθύνσεων αυτών σημαίνει ότι οι σπουδές κατακερματίζονται σε ένα σκόρπιο άθροισμα επιμέρους γνώσεων και δεξιοτήτων που τις «μαζεύει» ο καθένας ατομικά, ο τίτλος σπουδών πλέον δεν αξίζει τίποτε περισσότερο από μια απλή βεβαίωση ατομικής συλλογής γνώσεων και δεξιοτήτων, προσαρμοσμένων στις άμεσες και συγκυριακές ανάγκες του κεφαλαίου, χωρίς καμιά αξία. Η υποβάθμιση αυτή του τίτλου σπουδών υπηρετεί την υποβάθμιση του εργασιακού μέλλοντος των αποφοίτων στον κλάδο των επιστημονικών-τεχνικών υπηρεσιών, ο οποίος υπήρξε «πρωτοπόρος» στην προώθηση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου και έργου, της μισθωτής εργασίας με «μπλοκάκι» στα λογιστικά γραφεία, τις μελετητικές εταιρίες και στις βιομηχανίες - με άλλοθι την ανάγκη απόκτησης εμπειρίας.

Ολη η ουσία είναι ότι οι απόφοιτοι αυτής της υποβαθμισμένης μεταδευτεροβάθμιας «σούπας», αφού πρώτα «ασκηθούν» πρακτικά στην υπερεκμετάλλευση της «μαθητείας» θα καλούνται -ανεξάρτητα της προέλευσης των γνώσεών τους- να δίνουν τις ίδιες «επαγγελματικές» εξετάσεις για την εξασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης στην άσκηση του «νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος». Αλλά και η πρόσβαση αυτή δεν είναι «εφάπαξ», αλλά «κλιμακώνεται» σε επάλληλες βαθμίδες, μεταξύ των οποίων θα μεσολαβούν αντίστοιχες εξεταστικές ή άλλες δοκιμασίες.8

Οι προσπάθειες εφαρμογής της πολιτικής αυτής στη χώρα μας δεν είναι καινούργιες ούτε περιορίζονται στα σχέδια ΠΔ για τα ΤΕΙ ή στο νόμο Στυλιανίδη για τα ΚΕΣ. Αντίθετα, περιλαμβάνουν μια σειρά παρεμβάσεις, όπως η λειτουργία των δήθεν «διατμηματικών», μεταπτυχιακών προγραμμάτων «ειδίκευσης» στα Πολυτεχνεία και τις Γεωπονικές Σχολές, τα ΠΔ 165/2000 και 385/2002, το Συμβούλιο Απονομής Επαγγελματικών Ισοτιμιών (ΣΑΕΙ) κλπ., αλλά και τη συνειδητή συνδαύλιση του συντεχνιακού καυγά ανάμεσα στα ΑΕΙ-ΤΕΙ-ΚΕΣ, στις διάφορες επιστημονικές ειδικότητες και γενικότερα μέσα από το αυθαίρετο, αντιεπιστημονικό πλαίσιο που διέπει τα υφιστάμενα επαγγελματικά δικαιώματα.

Από την ακαδημαϊκή στην επαγγελματική ισοτιμία

Βασική έννοια-«εργαλείο» για την επίτευξη των στόχων της οδηγίας είναι αυτή της «ισοτιμίας επαγγελματικών προσόντων» ή απλά «επαγγελματικής ισοτιμίας». Η έννοια του «επαγγελματικού προσόντος» περιλαμβάνει όχι μόνο τους τίτλους σπουδών που απέκτησε ο εργαζόμενος, αλλά περιλαμβάνει τίτλους κατάρτισης (σεμινάρια), εργασιακή εμπειρία κλπ. Σύμφωνα με τη σύσταση C-111 της ΕΕ για το «πλαίσιο αντιστοίχισης των επιπέδων επαγγελματικών προσόντων»9, κάποιος που έχει αποκτήσει έναν αριθμό τίτλων σεμιναρίων, σε συνδυασμό με εργασιακή πείρα μιας ορισμένης χρονικής διάρκειας, μπορεί να αποκτήσει επαγγελματική ισοτιμία με κάποιον που έχει τελειώσει μια σχολή ΑΕΙ ή ΤΕΙ κλπ. και να έχει τις ίδιες δυνατότητες άσκησης του επαγγέλματος (επίπεδα 5, 6 και 7 του πλαισίου επαγγελματικών προσόντων).

H Οδηγία 2005/36 έχει ήδη διαμορφώσει το συνολικό πλαίσιο που ωθεί ήδη και στη χώρα μας προς την πλήρη διάσπαση των πτυχίων σε κύκλους, εξομοιώνοντας τα πτυχία των ΤΕΙ με τα αγγλοσαξονικά Bachelor και τα διπλώματα των Πολυτεχνείων και των Γεωπονικών Σχολών (5ετούς φοίτησης) με master, καθώς και αναγνωρίζοντας τα «διπλώματα» των ΚΕΣ ως ισότιμους ακαδημαϊκούς τίτλους με αυτούς που χορηγούν τα ελληνικά ΑΕΙ. Η διαφορά των τριών αυτών βαθμίδων περιορίζεται ως προς τη δυνατότητα εκπόνησης διδακτορικής διατριβής. Ωστόσο, ακόμα κι αυτό τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση. Στο νόμο για τα μεταπτυχιακά, η διατύπωση του άρθρου 9 περί της κτήσης μεταπτυχιακού τίτλου ως γενικής προϋπόθεσης για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, θέτει ευθέως και στα Πολυτεχνεία και τις Γεωπονικές Σχολές το δίλημμα: νομιμοποίηση των δύο κύκλων, άμεσα (με διαχωρισμό στο πρόγραμμα σπουδών) ή/και έμμεσα (μέσω της εξομοίωσης με master) ή ακαδημαϊκή εξίσωση με τα ΤΕΙ και τα ΚΕΣ. Η επιτυχής παρακολούθηση από τους αποφοίτους των τελευταίων των μεταπτυχιακών προγραμμάτων ειδίκευσης θα τους εξομοιώνει πλήρως με διπλωματούχους 5ετούς φοίτησης, μηχανικούς και γεωπόνους.

Με βάση αυτά, το Υπουργείο Παιδείας (μέσω του Συμβουλίου Ανώτατης Τεχνολογικής Εκπαίδευσης) προωθεί το «νέο» πλαίσιο επαγγελματικών δικαιωμάτων, μέσω της έκδοσης των αντίστοιχων ΠΔ για τους αποφοίτους των Σχολών Τεχνολογικών Εφαρμογών των ΤΕΙ στο άμεσο μέλλον. Οι βασικές αρχές αυτού του «νέου» συστήματος είναι:

• «Οι απόφοιτοι οποιουδήποτε τεχνολογικού εκπαιδευτικού ιδρύματος δεν καθίστανται έτοιμοι, αλλά ικανοί για άσκηση επαγγέλματος».

• «Αμέσως μετά την αποφοίτηση θα χορηγούνται με την κατάλληλη πιστοποίηση δυνατότητες περιορισμένων επαγγελματικών δικαιωμάτων. Πλήρης πρόσβαση στα επαγγελματικά δικαιώματα μπορεί να δίνεται μετά την παρέλευση εύλογου χρονικού διαστήματος ώστε να υπάρχει η δυνατότητα αξιολόγησης της εμπειρίας, των επιπρόσθετων σπουδών κλπ.».

• «Θα πρέπει να υπάρχει ένας φορέας πιστοποίησης τόσο των σπουδών (ακαδημαϊκών προσόντων) όσο και των επαγγελματικών προσόντων για όλους τους Μηχανικούς. Ο φορέας αυτός μπορεί να είναι το ΤΕΕ».

Στη βάση αυτών των κατευθύνσεων, το σχέδιο ΠΔ για την αντικατάσταση του ΠΔ 318/95 περιγράφει ένα «μεταβατικό» σύστημα τριών «βαθμίδων» κλιμάκωσης των επαγγελματικών δικαιωμάτων με βάση τα χρόνια επαγγελματικής εμπειρίας (στα 4, 8 και 12 έτη εμπειρίας αντίστοιχα), στο τέλος του οποίου και μετά από επιτυχή περάτωση της διαδικασίας πιστοποίησης στο ΤΕΕ, τα επαγγελματικά δικαιώματα του αποφοίτου ΤΕΙ θα εξομοιώνονται πλήρως με εκείνα του σημερινού διπλωματούχου Μηχανικού. Στον ίδιο δρόμο θα βαδίσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και η κλιμάκωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων των κολλεγίων - ΚΕΣ κλπ. Ηδη τέθηκε σε ισχύ ΠΔ για την εξομοίωση των Ηλεκτρονικών Μηχανικών και Μηχανικών Πληροφορικής με τους απόφοιτους 4ετών πανεπιστημιακών τμημάτων και των ΤΕΙ Πληροφορικής.

Αντίστοιχη συζήτηση διεξάγεται και στους κόλπους του Οικονομικού Επιμελητήριου (ΟΕΕ), αναφορικά με τη σχέση των οικονομολόγων προς τους απόφοιτους των ΤΕΙ της ΣΔΟ (πτυχιούχων λογιστών) και τις προϋποθέσεις πλήρους εξομοίωσης των μεν ως προς τους δε. Η συζήτηση αυτή, όπως και στο ΤΕΕ, «πατάει» πάνω στις εξελίξεις της συγκυρίας, οι οποίες προδιαγράφουν ένα «νέο ρόλο» για τις επαγγελματικές ενώσεις.

Ο «νέος ρόλος» των επαγγελματικών ενώσεων

Σημαντικό στοιχείο στην τακτική της άρχουσας τάξης και των κυβερνήσεών της για την απρόσκοπτη υλοποίηση αυτών των κατευθύνσεων είναι η εμπλοκή στην εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 2005/36 των επαγγελματικών ενώσεων. Η οδηγία στο κείμενό της κάνει λόγο για την «αρμόδια αρχή», στην οποία πρέπει να ανατεθεί η ευθύνη της πιστοποίησης του εκάστοτε επαγγέλματος. Στη χώρα μας από το 2000 με το ΠΔ 165/00 έχει δημιουργηθεί ο φορέας ΣΑΕΙΤΤΕ (Συμβούλιο Απονομής Επαγγελματικών Ισοτιμιών Τίτλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης), στον οποίο έχει ανατεθεί η εφαρμογή των διατάξεων των οδηγιών 89/48 και 92/51. Στο ΠΔ 38/2010, με το οποίο ενσωματώθηκε η οδηγία 2005/36 στο εθνικό δίκαιο, ο φορέας αυτός παραμένει μεν σε ό,τι αφορά τους αποφοίτους της αλλοδαπής, αλλά με τα σχέδια ΠΔ για τα ΤΕΙ που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη ενότητα, ένα μέρος αυτής της ευθύνης ανατίθεται απευθείας στην αντίστοιχη επαγγελματική ένωση, το ΤΕΕ και το ΓΕΩΤΕΕ. Δεν πρέπει να αποκλειστεί, το επόμενο διάστημα, η επέκταση αυτής της τάσης και σε άλλα επιμελητήρια και επαγγελματικές ενώσεις.

Απ’ ό,τι φαίνεται, πρόκειται για κινήσεις μεσοπρόθεσμου σχεδιασμού που στόχο έχουν να ενσωματώσουν ανώδυνα τις αντιδράσεις και τη δυσαρέσκεια από τις επιπτώσεις της εφαρμογής της οδηγίας. Είναι κινήσεις δεμένες με τη γενικότερη τακτική του «διαίρει και βασίλευε», της καλλιέργειας ενός κλίματος όξυνσης των συντεχνιακών αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε ΑΕΙ-ΤΕΙ, μεταξύ διαφόρων ειδικοτήτων των ΑΕΙ, μεταξύ ΑΕΙ και κολλεγίων κλπ., με στόχο -σε επόμενη φάση- να προκύψει η «ανάγκη» της πλήρους θεσμοθέτησης της απελευθέρωσης (η αγορά με τους φορείς της να καθορίζει απευθείας ποιος και τι μπορεί να κάνει), ως «απάντηση» δήθεν στις συντεχνιακές κόντρες και ως «ξεκαθάρισμα του τοπίου» στα επαγγελματικά δικαιώματα. Από αυτή την άποψη, είναι πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα της «κόντρας» του ΤΕΕ με την ΕΕΤΕΜ.

Οι ηγεσίες των δύο αυτών φορέων, είτε με δηλώσεις ότι «ναι μεν διαφωνούν, αλλά δε μπορούν να κάνουν κάτι» (ΤΕΕ) είτε ότι «συμφωνούν και θέλουν και περισσότερα» (ΕΕΤΕΜ, ιδιωτικές εταιρείες πιστοποίησης, κολλεγιάρχες κλπ.), επί της ουσίας και οι δύο αποδέχονται τον πυρήνα της λογικής της Μπολόνια, την αποσύνδεση πτυχίου-επαγγέλματος, την «πιστοποίηση» και τις επαγγελματικές εξετάσεις και ερίζουν για το ποιος θα αναλάβει τη διεξαγωγή των εξετάσεων αυτών. Η ηγεσία του ΤΕΕ ισχυρίζεται υποκριτικά ότι οι εξετάσεις που διεκδικεί να διεξάγει στο ΤΕΕ είναι «δικλείδα» κατά της ισοπέδωσης των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Αποκρύπτει συνειδητά το ότι οι εξετάσεις αποτελούν το «όχημα» για την αποσύνδεση πτυχίου - επαγγέλματος σήμερα, για να ακολουθήσουν και άλλες, πιο «προηγμένες» μέθοδοι, όπως οι πιστωτικές μονάδες που ήδη εφαρμόζονται στην ΕΕ κλπ. Για τα μάτια του κόσμου, το ΤΕΕ προβάλλει ως «εναλλακτική λύση» τη μετατροπή των ΤΕΙ σε Πολυτεχνεία ή το κλείσιμό τους. Σπεύδει όμως να τονίσει ότι τέτοιες λύσεις δεν είναι βέλτιστες.Στηρίζει την πρόσφατη εξαγγελία για «αναγνώριση του διπλώματος του μηχανικού ως Master», η οποία επί της ουσίας νομιμοποιεί από τη «μπαλκονόπορτα» τη διάκριση σε κύκλους.

Την ίδια στιγμή προωθεί, μέσα από τη συζήτηση για το «φορέα πιστοποίησης (όλων) των τεχνικών επαγγελμάτων» και το πρόγραμμα «e-μηχανικοί», τις αναγκαίες υποδομές για την υλοποίηση της κατεύθυνσης της αποσύνδεσης. Αρκεί να ειπωθεί ότι στα πλαίσια αυτού του -εκπαιδευτικού τάχα- προγράμματος, έχουν εκπονηθεί 60(!) πιστοποιημένα μαθήματα σε επιμέρους δεξιότητες της παραγωγής, στα οποία θα δώσουν εξετάσεις (σε ιδιωτικούς φορείς πιστοποίησης) υποχρεωτικά οι περίπου 3.000 δικαιούχοι του προγράμματος και -σε δεύτερο χρόνο- οι υπόλοιποι (πάνω από 10.000) μηχανικοί που εκδήλωσαν ενδιαφέρον. Επιπλέον, στο πρόσφατο ΠΔ για το πλαίσιο των ενεργειακών επιθεωρήσεων, καθιερώνεται υποχρεωτικός κύκλος εκπαίδευσης που θα διενεργείται από το ΤΕΕ για τους υποψήφιους ενεργειακούς επιθεωρητές και επιπλέον υποχρεωτικές επαγγελματικές εξετάσεις -πάλι από το ΤΕΕ- για την απόκτηση του τίτλου. Φυσικά, τόσο η εκπαίδευση όσο και οι εξετάσεις συνοδεύονται από τσουχτερά δίδακτρα-εξέταστρα, αλλά -χωρίς να υποτιμάμε και αυτή τη διάσταση- το κύριο είναι η ίδια η διαδικασία που «από την πόρτα» πλέον νομιμοποιεί τη λογική των επαγγελματικών εξετάσεων.

Είναι φανερό ότι τέτοιες ενέργειες αποσκοπούν στο να διαμορφωθεί ήδη από σήμερα το κλίμα «ζύμωσης» και τελικά αποδοχής της κατεύθυνσης της ΕΕ.

Κωδικοποίηση των βασικών σημείων της αντιπαράθεσηςμε την κυρίαρχη πολιτική για τα επαγγελματικά δικαιώματα

Συμπερασματικά, από την ανάλυση που έχει προηγηθεί αλλά και τις γενικότερες θέσεις μας, μπορούμε να διατυπώσουμε τα παρακάτω τέσσερα βασικά σημεία που προσδιορίζουν την αντιπαράθεσή μας απέναντι στη σημερινή κατάσταση, αναφορικά με το θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων:

α) Τα επαγγελματικά δικαιώματα αποσυνδέονται από τους ακαδημαϊκούς τίτλους σπουδών, επιχειρείται να προκύπτουν ως ετερόκλητο άθροισμα σκόρπιων γνώσεων και επαγγελματικής πείρας και να προϋποθέτουν μια διαδικασία διαρκούς εξεταστικού κέντρου, με όχημα τα επαγγελματικά επιμελητήρια και ενώσεις.

β) Η κατοχύρωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων δεν αποτελεί απάντηση στο πρόβλημα της ανεργίας ούτε βεβαίως μπορούν να ανακόψουν την αύξηση στο βαθμό συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης στους κλάδους των κατασκευών, των τηλεπικοινωνιών, της ενέργειας κλπ. Το «δικαίωμα στην υπογραφή» δεν ανοίγει τις πόρτες των εργοστασίων που κλείνουν, δε θα σώσει τον αυταπασχολούμενο από την πίεση των μονοπωλιακών ομίλων.

γ) Τα επαγγελματικά δικαιώματα πρέπει να εξετάζονται συνδεδεμένα και με τις εργασιακές σχέσεις.

δ) Τα επαγγελματικά δικαιώματα αξιοποιούνται ως εργαλείο μετακύλισης της κρατικής ευθύνης στην ιδιωτική εταιρία ή στον αυτοαπασχολούμενο και παραπέρα υποβάθμισης των κρατικών υπηρεσιών ελέγχου και αδειοδότησης των έργων και των εγκαταστάσεων, συγκάλυψης της συνειδητής απουσίας προδιαγραφών και προτύπων σχετικά με την ποιότητα των έργων. Στην πράξη, το «δικαίωμα στην υπογραφή» σημαίνει απλώς το «δικαίωμα» στην ποινικοποίηση του επαγγέλματος, στη μετακύλιση της ευθύνης στον εργαζόμενο επαγγελματία, στην αποσιώπηση των εργοδοτικών και κρατικών ευθυνών στη σύνταξη προδιαγραφών, στους ελέγχους, στη διαδικασία αδειοδότησης κλπ.

Γ. Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΙΕΞΟΔΟΥ

Αξιοποιώντας και την εμπειρία από τις σοσιαλιστικές χώρες, παίρνοντας υπόψη τα συμπεράσματα από την ανάλυση που προηγήθηκε και την πολιτική μας κατεύθυνση να δίνουμε την αντιπαράθεση από τη σκοπιά της στρατηγικής μας, μπορούμε να διατυπώσουμε τους βασικούς άξονες της δικής μας αντίληψης για το ζήτημα της σχέσης της εκπαίδευσης με την παραγωγή. Τονίζουμε εξαρχής τη μεγάλη σημασία που έχει να τεθεί και να απαντηθεί σωστά το ερώτημα. Λανθασμένες επιλογές στο πεδίο αυτό μπορεί να έχουν σοβαρές αρνητικές συνέπειες. Στο βαθμό που η δομή των σπουδών καθυστερεί να παρακολουθήσει την ανάπτυξη των κλάδων της παραγωγής, θα υπάρχει αντίστοιχη καθυστέρηση στη μεταφορά και άμεση αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης, κατά τρόπο βέλτιστο, στην παραγωγή. Από την άλλη, στο βαθμό που η παραγωγή υστερεί (σε βάθος χρόνου) ως προς την οριζόντια ανάπτυξη των διαφόρων κλάδων της, σε σχέση με τις «παραγόμενες» ειδικότητες από τα πανεπιστήμια, οδηγούμαστε σε σπατάλη πολύτιμων κοινωνικών πόρων για την παραγωγή επιστημονικού δυναμικού που θα υπο-αξιοποιηθεί στην ανάπτυξη της παραγωγής.

ΣΠΟΥΔΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ

Είναι φανερό ότι μόνο η συνολική αμφισβήτηση της πολιτικής της ΕΕ και η επιθετική διεκδίκηση του πλαισίου μιας αληθινά Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης στο πλαίσιο της κεντρικά σχεδιασμένης παραγωγής, της λαϊκής οικονομίας, μπορεί να αποτελέσει στόχο προοπτικής για το κίνημα, τόσο στα ΑΕΙ όσο και στα ΤΕΙ, τόσο στους διπλωματούχους όσο και στους πτυχιούχους, αλλά και στους αποφοίτους των ΚΕΣ, με βασικούς άξονες:

Αντίσταση, απειθαρχία, ανυπακοή στις επιταγές της ΕΕ. Καμμιά εφαρμογή των Οδηγιών 36/2005 και 123/2006, κατάργηση όλων των νόμων και ΠΔ που ενσωματώνουν τις κοινοτικές οδηγίες στην εθνική νομοθεσία. Κατάργηση του νόμου-πλαισίου για τα ΑΕ-ΤΕΙ και των νόμων για την αξιολόγηση, τη δια βίου εκπαίδευση, το ΔΟΑΤΑΠ κλπ. Να καταργηθεί ο νόμος για τα μεταπτυχιακά.

Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση, με ένα και μοναδικό ακαδημαϊκό τίτλο ανά πραγματικό επιστημονικό αντικείμενο. Μεταπτυχιακές σπουδές που οδηγούν απευθείας σε διδακτορικό. Αναδιαμόρφωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης στην κατεύθυνση της ίδρυσης δημόσιων, μεταλυκειακών επαγγελματικών σχολών για την κάλυψη των αναγκών της παραγωγής σε ενδιάμεσα στελέχη, με ταυτόχρονη κατάργηση των ΙΕΚ, ΚΕΚ κλπ.

Ο τίτλος σπουδών, μοναδική προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος. Κατάργηση οποιασδήποτε μορφής εξετάσεων για την απόκτηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, καθώς και κάθε άλλης μορφής πιστοποίησης επαγγελματικών προσόντων.

Με βάση τις παραπάνω γενικές αρχές διατυπώνουμε στόχους πάλης, τους οποίους καταθέτουμε στο κίνημα για διεκδίκηση, δεμένους με τους βασικούς στρατηγικούς άξονες της πρότασής μας:

• Ενσωμάτωση στο βασικό μισθό στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα των επιδομάτων μεταπτυχιακών σπουδών που προβλέπονται από τις ΣΣΕ.

• Κατάργηση των μεταπτυχιακών ειδίκευσης.

Επίσης είναι προφανές, με βάση το παραπάνω σκεπτικό, ότι η διάκριση ανάμεσα σε «κύρια» και «δευτερεύουσα» ειδικότητα, την οποία εφαρμόζουν τα επιμελητήρια (π.χ. το ΤΕΕ), δεν υπακούει σε καμία λογική κεντρικού σχεδιασμού βασισμένου αρμονικά, τόσο στην ανάπτυξη της επιστήμης όσο και στις πραγματικές απαιτήσεις μιας οικονομικής ανάπτυξης με κριτήριο και σκοπό την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Αντίθετα, η διάκριση αυτή έχει σήμερα ως μόνο αποτέλεσμα τον πλήρη κατακερματισμό και διάσπαση των μορφωτικών, εργασιακών και επαγγελματικών δικαιωμάτων.10 Επομένως, στις σημερινές συνθήκες, είμαστε αντίθετοι στην ύπαρξη σχολών και επαγγελματικών αντικειμένων, τα οποία αποτελούν «υποσύνολα» βασικών επιστημονικών αντικειμένων ή είναι έξω από βασικές ειδικότητες. Με αυτό το γενικό σκεπτικό, τοποθετούμαστε κάθε φορά συγκεκριμένα, σε περιπτώσεις καθορισμού επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων «νέων τμημάτων», που θα βρεθούν στο προσκήνιο το επόμενο διάστημα.

Η ΓΕΝΙΚΗ ΜΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Οπως τονίστηκε σε προηγούμενο σημείο, η έννοια του επαγγελματικού δικαιώματος αντιστοιχεί -από την άποψη της θέσης στην παραγωγή- βασικά σε αυτοαπασχολούμενους «ελευθεροεπαγγελματίες», δηλαδή σε έναν ιστορικό αναχρονισμό, τόσο από τη σκοπιά της ανάπτυξης του καπιταλισμού, όσο και -πολύ περισσότερο- από την οπτική γωνία της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής προοπτικής.

Για εμάς η έννοια του επαγγελματικού δικαιώματος δεν αποτελεί οργανικό στοιχείο της σοσιαλιστικής οικονομίας, ακριβώς όπως δεν αποτελεί τέτοιο στοιχείο και ο ατομικός μικροεμπορευματοπαραγωγός. Οι περισσότεροι αυτοαπασχολούμενοι θα ενταχθούν άμεσα στους ενιαίους κρατικούς φορείς των διαφόρων κλάδων της λαϊκής οικονομίας, με πλήρη σταθερή εργασία. Μεταβατικά, σε ορισμένες δραστηριότητες θα αξιοποιηθεί και η ένταξη αυτοαπασχολούμενων σε συνεταιρισμούς με σταθερή κατεύθυνση την πλήρη εξάλειψη της εμπορευματικής παραγωγής.

Είναι αντικείμενο του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας ο προσδιορισμός -σε εκείνες τις συνθήκες- των αντικειμενικών αναγκών ανά ειδικότητα και κλάδο σε ειδικευμένο εργατικό - επιστημονικό δυναμικό, κάτι που στο έδαφος της καπιταλιστικής αναρχίας στην παραγωγή είναι είτε ανέφικτο είτε αντιδραστικό.

Στο σημείο αυτό χρειάζεται να διαλύσουμε τρεις συγχύσεις: Πρώτον, η σοσιαλιστική οικονομία δεν καταργεί την ατομική ευθύνη στην εργασία. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι η Λαϊκή Εξουσία εγγυάται στα πλατιά λαϊκά στρώματα την ικανοποίηση των αναγκών τους, συνδυάζεται αρμονικά με τον καταμερισμό των επαγγελματικών και ατομικών ευθυνών στο εσωτερικό της. Είναι προφανές ότι θα υπάρχει σαφές πλαίσιο για το ποιος επαγγελματικός κλάδος και με ποια γνωστικά ή/και άλλα προσόντα θα αναλαμβάνει κάθε δραστηριότητα, καθώς και συγκεκριμένες περιγραφές των ευθυνών που συνεπάγεται η άσκησή της, ατομικά και συλλογικά. Αυτό όμως το πλαίσιο προδιαγραφών και ευθυνών δε θα πρέπει στο μυαλό μας να συγχέεται με την έννοια του επαγγελματικού δικαιώματος, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, στα πλαίσια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά την αντιπαράθεση με την πολιτική της ΕΕ και την προώθηση των σχετικών κοινοτικών οδηγιών. Η δική μας αντιπαράθεση δεν εστιάζει στην κατοχύρωση ξεπερασμένων ιστορικά επαγγελματικών δικαιωμάτων, αλλά στις συνέπειες της προωθούμενης ευρωενωσιακής πολιτικής για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, καθώς και για τους μισθωτούς και τους αυτοαπασχολούμενους σε κάθε σχετικό τομέα. Αναφερόμαστε στο σύνολο των λαϊκών αναγκών (π.χ. προστασία της δημόσιας υγείας, του περιβάλλοντος κλπ.) και όχι μόνο στην οικονομική επιβάρυνση της λαϊκής οικογένειας.

Οι δυνάμεις μας στο μαζικό κίνημα πρέπει να πρωτοστατήσουν στην υπέρβαση συντεχνιακών «διεκδικήσεων» και στην ανάδειξη πλαισίων στόχων πάλης που ενώνουν με κριτήριο την ταξική και όχι την επαγγελματική θέση. Προτείνουμε στόχους πάλης που βοηθούν στη συνειδητοποίηση και διεκδίκηση των κοινών μακροπρόθεσμων συμφερόντων των αυτοαπασχολούμενων και των μισθωτών, στόχους που αναδεικνύουν την αναγκαιότητα του δρόμου ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας. Παράλληλα τονίζουμε ότι από την «απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων» και την κυριαρχία των μονοπωλιακών ομίλων σ’ αυτές τις δραστηριότητες δε θα ωφεληθούν μακροπρόθεσμα τα λαϊκά στρώματα.

Το τρίτο ζήτημα έχει να κάνει με την εξειδίκευση αυτών των στόχων πάλης (πέρα από αυτούς που αυτονόητα μπορούν να λειτουργήσουν ενοποιητικά π.χ. κατάργηση αντιλαϊκών νόμων, διεκδικήσεις στο ασφαλιστικό, το φορολογικό κλπ.) στο συγκεκριμένο «επίπεδο» της συζήτησης για τα επαγγελματικά δικαιώματα. Στο επίπεδο αυτό οι δυνάμεις μας, χωρίς να υιοθετούν επιμέρους «διεκδικήσεις» του ενός ή του άλλου κλάδου, τάσσονται υπέρ της ύπαρξης ενιαίων κανόνων και αρχών για τη ρύθμιση των διακλαδικών επαγγελματικών δικαιωμάτων, βεβαίως στα πλαίσια της τήρησης των γενικότερων αρχών που προαναφέρθηκαν. Κανόνες οι οποίοι θα διασφαλίζουν:

α) Το σεβασμό στη διεπιστημονικότητα που απαιτεί η προσέγγιση των σημερινών προβλημάτων της παραγωγής. Για παράδειγμα, η μεγάλη πλειοψηφία των τεχνικών και όχι μόνο έργων, εγκαταστάσεων και διαδικασιών που υφίστανται σήμερα, είναι σύνθετα έργα και συστήματα τα οποία απαιτούν σε όλες τις φάσεις τους τη συλλογική εργασία διαφορετικών ειδικοτήτων επιστημόνων.

β) Τη διασφάλιση της σύνδεσης της επαγγελματικής δραστηριότητας του κάθε κλάδου με το επιστημονικό της υπόβαθρο. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, την κατάργηση της διάκρισης «απλών» και «σύνθετων» εγκαταστάσεων, η οποία στις σημερινές συνθήκες αποτελεί -μεταξύ άλλων- και όχημα για την αποσύνδεση των επαγγελματικών δικαιωμάτων από τους ακαδημαϊκούς τίτλους.

* * *

Για το ΚΚΕ, η διεκδίκηση του παραπάνω ριζοσπαστικού πλαίσιου στόχων πάλης δεν είναι -ούτε θα μπορούσε και να είναι- ξεκομμένη από τη διεκδίκηση ενός ριζικά διαφορετικού δρόμου ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας. Ενός δρόμου ανάπτυξης με κέντρο και γνώμονα τα συμφέροντα και τις ανάγκες της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, που έχει ως βασικά του στοιχεία την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων, τον κεντρικό πανεθνικό σχεδιασμό της οικονομίας, τον εργατικό και λαϊκό έλεγχο. Ενός δρόμου ανάπτυξης ασυμβίβαστου με τη συμμετοχή της χώρας στις διάφορες ιμπεριαλιστικές ενώσεις (ΕΕ, ΝΑΤΟ κλπ.) και συμφωνίες (Μνημόνιο κλπ.). Του δρόμου της Λαϊκής Εξουσίας και της Λαϊκής Οικονομίας, δηλαδή του σοσιαλιστικού δρόμου ανάπτυξης, που πρέπει να γίνει υπόθεση της καθημερινής πάλης των εργαζόμενων και της νεολαίας.

Ιούλης 2010


ΣημειώσειςΣημειώσεις

1. Διευκρινίζουμε εδώ τη διαφοροποιημένη χρήση των όρων «γνωστικό» και «επιστημονικό» αντικείμενο, διότι ενώ κάθε επιστημονικό αντικείμενο συνδέεται αντικειμενικά με μιαν ορισμένη επαγγελματική διέξοδο, το αντίστροφο δεν ισχύει πάντα. Π.χ. η επιστήμη της Φυσικής συνδέεται με το επάγγελμα του φυσικού, όμως το επάγγελμα του κηπουρού δε συνδέεται με την επιστήμη της κηπουρικής, διότι πολύ απλά η κηπουρική ΔΕΝ είναι επιστήμη.

2. Οπως για παράδειγμα η πλειοψηφία των λεγόμενων «νέων τμημάτων» που ιδρύθηκαν στη χώρα μας από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και μετά, με τα χρήματα των ΕΠΕΑΕΚ, με τα οποία «φτιάχτηκαν» οικονομικά πολλά από τα σημερινά καθηγητικά λόμπυ που σήμερα εμφανίζονται να παίζουν ρόλο στα πράγματα («ομάδες των χιλίων» κλπ.).

3. Εντελώς χαρακτηριστικό -και ασφαλώς διόλου τυχαίο- είναι το γεγονός ότι οι συλλογικές συμβάσεις, π.χ. των μηχανικών που εργάζονται ως υπάλληλοι στον ιδιωτικό τομέα, δεν απαιτούν την ιδιότητα του μέλους του ΤΕΕ για να υπάγεται κανείς στις ρυθμίσεις τους, ενώ τα μισθολογικά κλιμάκια (τριετίες) υπολογίζονται από της κτήσεως του ακαδημαϊκού διπλώματος και όχι από της ημερομηνίας ένταξης στο ΤΕΕ. Επίσης, με εξαίρεση ελάχιστες θέσεις στο Δημόσιο που απαιτούν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος (καθόσον σχετίζονται με νομοθετικά ρυθμιζόμενες δραστηριότητες: είτε εκτέλεση έργων με αυτεπιστασία είτε επίβλεψη έργων που έχουν ανατεθεί σε ιδιώτες κατασκευαστές είτε εκπόνηση προμελέτης, προμετρήσεων κλπ., όπως οι τεχνικές υπηρεσίες υπουργείων, ΟΤΑ ή άλλων ΝΠΔΔ), η πλειοψηφία των προκηρύξεων θέσεων δημοσίων υπαλλήλων μηχανικών απαιτεί ως τυπικό προσόν την κτήση του τίτλου σπουδών και όχι την ιδιότητα του επαγγελματία-μέλους του ΤΕΕ.

4. Βλέπε π.χ. άρθρα 2, 3, 5 και 18 του κειμένου της οδηγίας 2006/123/ΕΚ, Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τεύχος L376/27.12.2006, σελ. 36-68. Εφεξής, όλες οι παραπομπές σε άρθρα και διατάξεις της οδηγίας αφορούν το συγκεκριμένο τεύχος.

5. Η οποία σε κάθε περίπτωση ξεκαθαρίζει ότι οι πάροχοι υπηρεσιών Υγείας (όπως και κάθε άλλου τομέα της οικονομίας) μπορούν κατά περίπτωση να επικαλούνται το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, με βάση τις θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Οπότε είναι σαφές ότι ακόμα και όπου υπάρχουν κάποιες θολές διατυπώσεις σε κάποιες οδηγίες -σκόπιμα βαλμένες για να περάσουν χωρίς αντιστάσεις- δεν αφήνεται κανένα περιθώριο αμφιβολίας για το πώς θα «ερμηνευτούν» στο φόντο της κατευθυντήριας αρχής των βασικών ελευθεριών και της ενιαίας αγοράς.

6. Αντίστοιχη είναι και η στάση των δυνάμεων του ευρωμονόδρομου και των δεκανικιών τους στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθήνας και γενικότερα στους δικηγορικούς συλλόγους. Εδώ απλά αλλάζει η οδηγία-«ασπίδα», την οποία επικαλούνται: αντί της 2005/36 είναι η 1998/5. Κατά τα άλλα, η ίδια ακριβώς λογική...

7. Το τελευταίο διάστημα δυναμώνουν τάσεις «αναθεώρησης» του μοντέλου της Μπολόνια στα 4+1 έτη, αντί των 3+2. Μια εξήγηση έχει να κάνει με την όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στις ισχυρές χώρες της ΕΕ, ειδικά της Γερμανίας, της Ιταλίας κλπ. με την Αγγλία. Οπωσδήποτε όμως η βαθύτερη αιτία πρέπει να αναζητηθεί στις ανάγκες των κοινοτικών μονοπωλίων για ομογενοποίηση των σπουδών σε όλη την κλίμακα της ΕΕ, ώστε να διευκολύνεται η ευκινησία του επιστημονικού δυναμικού. Η τάση αυτή εκδηλώνεται π.χ. με μια στροφή των «καλών» αγγλικών πολυτεχνείων να χορηγούν απευθείας Master of engineering στα 4 χρόνια ενιαίων σπουδών.

8. Αυτό είναι ήδη σήμερα πραγματικότητα. Για παράδειγμα, ο σημερινός απόφοιτος μιας πολυτεχνικής σχολής αποκλείεται από το δικαίωμα ανάθεσης μελέτης δημοσίου έργου, εφόσον δεν έχει κατ’ ελάχιστο 3 έτη επαγγελματικής εμπειρίας (Α΄ τάξη μελετητικού πτυχίου). Αντίστοιχοι περιορισμοί ισχύουν και για άλλες νομοθετικά ρυθμιζόμενες δραστηριότητες π.χ. ορκωτοί λογιστές, εργολήπτες δημοσίων έργων κλπ.

9. Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύσταση υπ’ αριθ. 2008/C111/01 της 6ης Μάη 2008, σελ. 1-7.

10. Σήμερα, ούτε λίγο ούτε πολύ, οι «δευτερεύουσες» ειδικότητες που περιλαμβάνονται στο μητρώο μελών του ΤΕΕ ξεπερνούν τις 1.300!!! Βασικά αυτό έχει να κάνει με την αθρόα εγγραφή αποφοίτων από σχολές της αλλοδαπής, με ή χωρίς ισοτιμία από το ΔΙΚΑΤΣΑ ή το «διάδοχο» ΔΟΑΤΑΠ και πάντως χωρίς την υποχρέωση επιτυχούς παρακολούθησης των μαθημάτων που λείπουν για την πλήρη αντιστοιχία με τους ελληνικούς τίτλους.