Σε περίοδο βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης και δυσκολίας στη διαχείρισή της, σε συνθήκες κλεισίματος επιχειρήσεων, εργοστασίων, ραγδαίας αύξησης της ανεργίας και της απόλυτης εξαθλίωσης, προβάλλεται ως λύση από διάφορα ιμπεριαλιστικά κέντρα, αστικά κράτη, αλλά και ξεχωριστές αστικές και οπορτουνιστικές πολιτικές δυνάμεις, η αυτοδιαχείριση των παραγωγικών μονάδων από τους ίδιους τους εργαζομένους τους. Αυτό μπορεί να σημαίνει είτε ίδρυση συνεταιριστικών επιχειρήσεων είτε μετατροπή επιχειρήσεων άλλης μορφής στη συνεταιριστική μορφή είτε επαναλειτουργία εγκαταλελειμμένων επιχειρήσεων από συνεταιρισμούς εργαζομένων. Στην τελευταία περίπτωση ανήκει και η περίπτωση της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής (ΒΙΟ.ΜΕ.)1 στη Θεσσαλονίκη, στην οποία θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας στη συνέχεια του άρθρου, ως το πιο προβεβλημένο παράδειγμα τέτοιας «αυτοδιαχειριζόμενης» επιχείρησης στην Ελλάδα.
Οι κατευθύνσεις προώθησης των συνεταιριστικών επιχειρήσεων εντάσσονται στο πλαίσιο της λεγόμενης «κοινωνικής οικονομίας», η οποία προτάσσεται ως ένας τρίτος πυλώνας της οικονομικής-παραγωγικής δραστηριότητας δίπλα στον κρατικό και τον ιδιωτικό. Αν και ως συγκροτημένη πολιτική διαχείρισης του αστικού κράτους η «κοινωνική οικονομία» μετράει ήδη 15 χρόνια2 και αφορά όλες τις φάσεις του καπιταλιστικού οικονομικού κύκλου, ωστόσο τα σχετικά κελεύσματα από αυτούς τους οργανισμούς πολλαπλασιάζονται σε περιόδους καπιταλιστικής κρίσης όπως η σημερινή.
Ετσι, ο ΟΗΕ μετά από έκθεση του Γενικού Γραμματέα του που βασίστηκε σε άλλη σχετική έκθεση του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας3 πρότεινε και η Γενική Συνέλευση αποφάσισε την ανακήρυξη του έτους 2012 σε Διεθνές Ετος των Συνεταιρισμών4. Από την άλλη, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ), το επίσημο συμβουλευτικό όργανο της ΕΕ,5 εξέδωσε ειδική γνωμοδότηση με τίτλο «Συνεταιρισμοί και αναδιάρθρωση»6. Εκεί αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «Το συνεταιριστικό επιχειρηματικό μοντέλο είναι απολύτως σύμφωνο με τις αξίες της Συνθήκης της ΕΕ και τους στόχους της Στρατηγικής “Ευρώπη 2020”. Με την επιδίωξη τόσο οικονομικών όσο και κοινωνικών στόχων, οι συνεταιρισμοί αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της “κοινωνικής οικονομίας της αγοράς”», ενώ συστήνει στην ΕΕ «να ληφθούν μέτρα για τη διευκόλυνση της μεταβίβασης επιχειρήσεων στους εργαζόμενους, σε συνέχεια της πρότασης της ΕΟΚΕ για τη θέσπιση πλαισίου που θα διευκολύνει την οικονομική συμμετοχή των εργαζομένων. Οι συνεταιρισμοί εργαζομένων / οι εξαγορές επιχειρήσεων από εργαζομένους ενδείκνυται να ενισχύονται από ειδικό κονδύλιο του προϋπολογισμού της ΕΕ το οποίο θα πρέπει να περιλαμβάνει και χρηματοδοτικά μέσα». Το ίδιο έγγραφο αναφέρεται σε σχετικό ενημερωτικό σημείωμα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο τονίζει τον καθοριστικό ρόλο των συνεταιριστικών τραπεζών.7
Ενδεικτικό της στάσης των ιμπεριαλιστικών οργανισμών και των αστικών κρατών είναι και η θέσπιση αντίστοιχης νομοθεσίας. Σε κάθε κράτος υπάρχει σχετικό νομικό πλαίσιο για τις συνεταιριστικές εταιρίες, ενώ από το 2006 είναι σε ισχύ το Καταστατικό της Ευρωπαϊκής Συνεταιριστικής Εταιρίας8, το οποίο σύμφωνα με την αντίστοιχη ιστοσελίδα της ΕΕ «διασφαλίζει την ισότητα των όρων ανταγωνισμού μεταξύ συνεταιριστικών και κεφαλαιουχικών εταιριών. Συμβάλλει στην ανάπτυξη των διασυνοριακών δραστηριοτήτων των συνεταιριστικών εταιριών»9. Σε πολλά αστικά κράτη μάλιστα είναι μεγάλη η ανησυχία για προσαρμογές στη σχετική νομοθεσία και αυτό ισχύει ανεξαρτήτως των ιδεολογικών αναφορών των αστικών κομμάτων που βρίσκονται στις κυβερνήσεις.
Το ίδιο ισχύει και για το ελληνικό υπουργείο Εργασίας το οποίο, μετά από συνάντηση με εκπροσώπους του σωματείου της ΒΙΟ.ΜΕ. που έγινε παρουσία βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, τοποθετήθηκε αρχικά θετικά και δήλωσε ότι αναζητεί τρόπους να προσδώσει νόμιμη μορφή στο εγχείρημα.
Οσον αφορά τις οπορτουνιστικές πολιτικές δυνάμεις, φτάνουν από άλλο μονοπάτι στο ίδιο σημείο. Οι δυνάμεις αυτές υποστηρίζουν ότι το λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα πρέπει ν’ αξιοποιήσει την υποτιθέμενη «θετική» εμπειρία της Αργεντινής με τη λειτουργία «αυτοδιαχειριζόμενων» συνεταιριστικών επιχειρήσεων, η οποία έλαβε χώρα με τη στήριξη της κυβέρνησης της Αργεντινής μετά από τα γεγονότα της περιόδου 1999-2002, της Ισπανίας με το πολυπροβεβλημένο παράδειγμα του Μοντραγκόν και άλλων εγχειρημάτων που στηρίζονται στις λεγόμενες αρχές του Ροτσντέιλ10. Στην ουσία προτείνουν στο λαϊκό κίνημα να υιοθετήσει στόχους αντίστοιχους με αυτούς ισχυρών ιμπεριαλιστικών οργανισμών και αστικών κρατών.
Η επιχειρηματολογία αυτών των δυνάμεων αναδεικνύεται με πολύ καθαρή μορφή στη στάση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στη ΒΙΟ.ΜΕ. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι το παράδειγμα της ΒΙΟ.ΜΕ. μπορεί ν’ αποτελέσει ένα «πιλοτικό εγχείρημα» για την αντιμετώπιση της αύξησης της ανεργίας μέσα από την υποστήριξη συνεργατικών «δικτύων κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας». Σε επίσκεψή του στο εργοστάσιο, ο Αλ. Τσίπρας υποσχέθηκε να καταθέσει πρόταση νόμου με την οποία θα δίνονται «κίνητρα σε συνεταιρισμούς εργαζομένων, προκειμένου να μπορούν ν’ αναλάβουν τις επιχειρήσεις εκεί όπου η ιδιοκτησία είναι έτοιμη να φύγει ή φεύγει και τους εγκαταλείπει»11. Τα ίδια επανέλαβε σχεδόν κατά γράμμα και ο Γ. Μηλιός, υπεύθυνος του τμήματος οικονομικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ.
Ενδεικτική είναι και η πρόσφατη τοποθέτηση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στην Εύβοια: «Το μόνο που σας ζητάμε είναι να κρατήσετε ανοιχτά τα εργοστάσια σα να είναι δική σας περιουσία. Εμείς σχεδιάζουμε έναν αναπτυξιακό, παραγωγικό πυλώνα για τη χώρα και θ’ αλλάξουμε το θεσμικό πλαίσιο και θ’ απαιτήσουμε τα χρωστούμενα από το κράτος στους επιχειρηματίες και, αν δε γίνει, θα τα πάρουν στα χέρια τους οι εργαζόμενοι»12. Με απλά λόγια, πίσω από τις «αυτοδιαχειριστικές» κορώνες σοσιαλδημοκρατικής κοπής ξεπροβάλλει η πραγματική στόχευση της «κυβερνώσας Αριστεράς»: Στήριξη με κάθε τρόπο της «υγιούς» επιχειρηματικότητας και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός ότι εκπρόσωποι του σωματείου της ΒΙΟ.ΜΕ. χαιρέτισαν το Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ κι έχουν συμμετάσχει σε εκδηλώσεις του συγκεκριμένου πολιτικού φορέα για την αυτοδιαχείριση και την «αλληλέγγυα οικονομία».
Η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία του ΣΥΡΙΖΑ, γνωρίζοντας το αδύνατο των εκτεταμένων κρατικοποιήσεων σε αυτήν τη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, προβάλλει ως νέο δήθεν φιλεργατικό εγχείρημα την ίδρυση συνεταιρισμών στο πλαίσιο της γενικότερης προώθησης της «κοινωνικής οικονομίας». Προχωρεί σε πραγματικά εμπόριο ελπίδας, καλλιεργώντας την αναμονή στους εργάτες για μια «αριστερή» κυβέρνηση που θα νομοθετήσει, θα κατοχυρώσει θεσμικά και θα στηρίξει οικονομικά αντίστοιχα εγχειρήματα. Βέβαια, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, τέτοιου είδους νομοθετικές πρωτοβουλίες παίρνουν παγκοσμίως πολλές αστικές κυβερνήσεις, είτε αυτοαποκαλούνται «αριστερές» είτε «φιλελεύθερες» είτε όπως αλλιώς λέγονται.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζεται μάλιστα ότι η κρατική στήριξη και η συμπληρωματική παραγωγή των συνεταιρισμών μπορεί να θεμελιώσει την «οικονομία των αναγκών» μέσα στον καπιταλισμό, να μην είναι τα εργοστάσια των συνεταιρισμών έκθετα στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό. Επενδύει πολιτικά στην πτώση των απαιτήσεων της εργατικής τάξης που έρχεται αναπόφευκτα με τη γενίκευση της ανεργίας, τη διεύρυνση της ζώνης της απόλυτης εξαθλίωσης. Επενδύει στο κομμάτι των εργαζόμενων -είτε των ανέργων- που ψάχνουν μια οποιαδήποτε διέξοδο και ταυτόχρονα με τις υποσχέσεις στήριξης στους μονοπωλιακούς ομίλους τάζει κρατική στήριξη στην «κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία» και στα δίκτυα διαχείρισης της φτώχιας από κοινού με την Εκκλησία, ΜΚΟ, την τοπική διοίκηση. Η μείωση των απαιτήσεων, η δυσκολία της κατάκτησης έστω και αμυντικών αιτημάτων μέσα από κινητοποιήσεις, η κυριαρχία της αντίληψης -ακόμα και σε τμήματα της εργατικής τάξης που μπαίνουν σε αγώνες- ότι είναι πιο πιθανό να βρούμε μια διέξοδο μέσα στον καπιταλισμό παρά να τον ανατρέψουμε, είναι το αντικειμενικό έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί ν’ αναπτυχθεί η ιδεολογική επιρροή αυτών των εγχειρημάτων.
Το εγχείρημα της «αυτοδιαχείρισης» στηρίζεται επίσης (πολιτικά και οικονομικά, μέσα από καμπάνιες, καραβάνια αλληλεγγύης, γλέντια, οικονομικές εξορμήσεις) από την «Ανοιχτή Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης στον αγώνα των εργατών της ΒΙΟ.ΜΕ.», στην οποία συμμετέχουν δυνάμεις από τον ευρύτερο «αντιεξουσιαστικό χώρο», την ΑΝΤΑΡΣΥΑ κλπ. Αυτές οι δυνάμεις -που αυτοχαρακτηρίζονται μάλιστα ως «αντικαπιταλιστικές» και «αντιεξουσιαστικές»- πασχίζουν να χρεώσουν στο ΚΚΕ και στο ταξικό εργατικό κίνημα συμβιβασμό στην πράξη με τους εργοδότες, προδοσία της προσπάθειας των εργαζομένων στη ΒΙΟ.ΜΕ. και σε όποια άλλη επιχείρηση προσπαθήσει να λειτουργήσει σε αντίστοιχο πλαίσιο. Ισχυρίζονται ότι το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ δε θέλουν «νίκες», «ρήγματα» που μπορούν ν’ ανοίξουν το δρόμο για ριζικές-επαναστατικές αλλαγές στην εξουσία και στην οικονομία.
Ομως αυτά τα εγχειρήματα όχι μόνο δεν αποτελούν «ρήγματα» στην καπιταλιστική οικονομία, αλλά αντίθετα αποτελούν μπαλώματα στις δυσκολίες διαχείρισης κι ενσωμάτωσης που νομοτελειακά δημιουργεί η οικονομική κρίση. Αποτελούν μπαλώματα τα οποία εμποδίζουν τη δημιουργία πραγματικών ρηγμάτων στην αστική διαχείριση και στο αστικό πολιτικό σύστημα. Ακριβώς ως τέτοια προβάλλονται ιδιαίτερα σε περιόδους καπιταλιστικής κρίσης από την ΕΕ, το ΔΝΤ και τις κυβερνήσεις. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 2009 η Παγκόσμια Ημέρα Συνεταιρισμών γιορτάστηκε κάτω από το σύνθημα «καθοδηγώντας την παγκόσμια ανάκαμψη μέσω των συνεταιρισμών». Τα συνεταιριστικά εγχειρήματα προτείνονται ανοιχτά ως εναλλακτικές μορφές αναθέρμανσης της καπιταλιστικής οικονομίας, ως μέσο ενεργητικής ενσωμάτωσης πιθανών τριγμών που θα μπορούσαν προοπτικά ν’ απειλήσουν την οικονομική και πολιτική εξουσία του κεφαλαίου.
Είναι βολικό για την εξουσία της αστικής τάξης οι εργάτες να μη στρατεύονται ενάντιά της, να μην παλεύουν με στόχο την κοινωνική ιδιοκτησία των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, αλλά να εγκλωβίζονται σε απομονωμένες και απέλπιδες πολλές φορές προσπάθειες επαναλειτουργίας χρεοκοπημένων καπιταλιστικών επιχειρήσεων με στόχο να επιβιώσουν στη ζούγκλα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, να βρουν μια προσωρινή διέξοδο από την ακραία φτώχια, την ώρα που στους στρατηγικούς κλάδους της παραγωγής κυριαρχούν μεγάλοι μονοπωλιακοί όμιλοι και η εργατική τάξη εξακολουθεί να υφίσταται την πιο άγρια εκμετάλλευση. Είναι βολικό για το σύστημα της εκμετάλλευσης να μην αμφισβητείται ριζικά ως τέτοιο, αλλά να καλλιεργείται μαζικά η άποψη ότι ο εργάτης μπορεί να γίνει συλλογικός εργοδότης.
Εν ολίγοις, αυτές οι δυνάμεις βαφτίζουν «ρήγμα στον καπιταλισμό», «έμπρακτη αμφισβήτηση του καπιταλισμού», ακόμα και «απαρχή της υπέρβασής του», αυτό που τα αστικά κόμματα και οι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί προωθούν ως αναγκαία και βιώσιμη μορφή επιχειρηματικής δραστηριότητας δίπλα στο καπιταλιστικό -κρατικό και ιδιωτικό- κεφάλαιο. Ανεξάρτητα από τον ιδεολογικό μανδύα με τον οποίο εμφανίζονται αυτά τα εγχειρήματα, στην πραγματικότητα όχι μόνο δε θίγουν τα θεμέλια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και του σημερινού του μονοπωλιακού σταδίου, αλλά, όπως θα γίνει πιο καθαρό στη συνέχεια, υπάγονται και υποτάσσονται στις νομοτέλειες αυτού του τρόπου παραγωγής.
Αξίζει να υπενθυμίσουμε επίσης ότι τη δεκαετία του 1980 το ΠΑΣΟΚ δημιούργησε επανειλημμένα αντίστοιχες αυταπάτες σε μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης, καθώς αναδείχτηκε κυβέρνηση με τα συνθήματα της εργατικής αυτοδιαχείρισης και των συνεταιρισμών, δίπλα φυσικά στις «κοινωνικοποιήσεις» μέσα στον καπιταλισμό. Οι εργάτες έχουν πείρα από τέτοιες ποικιλόμορφες «σοσιαλιστικές» νησίδες μέσα στον καπιταλισμό, έχουν πείρα τόσο από «εθνικοποιήσεις» απαξιωμένων («προβληματικών») επιχειρήσεων προς εξυγίανση που στη συνέχεια οδήγησαν σε εκ νέου ιδιωτικοποίησή τους όσο και από τη λειτουργία των συνεταιρισμών εντός του πλαισίου της καπιταλιστικής αγοράς.
Ολες οι παραπάνω προσπάθειες είτε ξεπεράστηκαν στο πλαίσιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης είτε χρεοκόπησαν είτε εξελίχτηκαν με την ένταξη ομίλων και ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων στη μετοχική τους σύνθεση σε μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Ο δήθεν «εργατικός έλεγχος» και συμμετοχή έγιναν φτερό στον άνεμο, καθώς τμήμα των εργαζομένων, η εργατική αριστοκρατία, έκανε καριέρα, επάνδρωσε ΔΣ, έβαλε το «δάχτυλο στο μέλι», την ίδια στιγμή που η πλειοψηφία των εργαζομένων είδε τους μισθούς να μειώνονται, δικαιώματα να τσακίζονται, αντιμετώπισε την ανεργία.
Συνεκτικό στοιχείο όλων των παραπάνω απόψεων είναι ο συμβιβασμός με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, με την εκμετάλλευση, η άρνηση της αναγκαιότητας της πολιτικής πάλης της εργατικής τάξης για την κατάληψη της εξουσίας, ο περιορισμός σε μια λογική αναδιανομής που τόσο στο παρελθόν όσο και πολύ περισσότερο σήμερα δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε καν την άμβλυνση του βαθμού εκμετάλλευσης. Την ίδια στιγμή που υπερασπίζονται συνεταιριστικά εγχειρήματα μέσα στον καπιταλισμό, αρνούνται επί της ουσίας τη δυνατότητα και αναγκαιότητα της οργάνωσης της παραγωγής σε επίπεδο κοινωνίας από τους συνεταιρισμένους εργάτες. Οι γενικές «αντικαπιταλιστικές» διακηρύξεις γίνονται φτερό στον άνεμο όταν συνδυάζονται με υποσχέσεις στήριξης της «υγιούς επιχειρηματικότητας» των καπιταλιστικών ομίλων (π.χ. ομιλία Αλ. Τσίπρα στο ΣΕΒ). Γίνονται φτερό στον άνεμο ακόμα και όταν αποτελούν συστατικό στοιχείο ενός «μεταβατικού προγράμματος» που, με τη βοήθεια ενός τμήματος του αστικού κρατικού μηχανισμού και συγκεκριμένα της κυβέρνησης, θα οδηγήσει δήθεν στο σοσιαλισμό.
Ενας από τους σκοπούς αυτού του κειμένου είναι ν’ αναδείξει για ποιους λόγους το συγκεκριμένο εγχείρημα ασκεί τόσο ακαταμάχητη γοητεία στους εκπροσώπους του κεφαλαίου και του οπορτουνισμού, στα αστικά κράτη και τους διακρατικούς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, στους μηχανισμούς δηλαδή εκείνους που, ταυτόχρονα με τον εκθειασμό τέτοιων εγχειρημάτων σε όλο τον κόσμο, τσακίζουν και καταστέλλουν με όλα τα μέσα οποιονδήποτε αμφισβητεί την εξουσία του κεφαλαίου και τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης.