Η δυσκολία διαμόρφωσης ενός μεσοπρόθεσμου στέρεου συμβιβασμού στη Σύνοδο Κορυφής του Ιούνη μεταξύ της Γερμανίας και του πόλου Γαλλίας - Ιταλίας - Ισπανίας αναδείχτηκε εντονότερα από προηγούμενες Συνόδους. Το υπόβαθρο της δυσκολίας βρίσκεται στη νέα εκδήλωση της κρίσης στην Ευρωζώνη μετά από μια σύντομη περίοδο αναιμικής ανάκαμψης. Παρότι η φάση της κρίσης για τη διετία 2012-2013 προβλέπεται να έχει μικρότερο βάθος από αυτή του 2009, εκδηλώνεται περισσότερο ανισόμετρα αυξάνοντας την οικονομική υπεροχή της Γερμανίας και οξύνοντας τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Στην επόμενη ενότητα του κειμένου εξετάζονται αναλυτικά οι συγκεκριμένες τάσεις.
Η Γαλλία με τη στήριξη της κυβέρνησης των ΗΠΑ προσήλθε στη Σύνοδο πιέζοντας τη Γερμανία να αναλάβει στην ουσία ρόλο εγγυητή του κοινού δανεισμού των κρατών-μελών, ώστε να διασφαλιστούν ευνοϊκότεροι όροι δανεισμού των υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης. Ταυτόχρονα, εμφανίστηκε να διαπραγματεύεται τους όρους του Δημοσιονομικού Συμφώνου Σταθερότητας με την προσθήκη ενός συμπληρωματικού Συμφώνου Ανάπτυξης, το οποίο περιλαμβάνει κοινοτικά πακέτα στήριξης των μονοπωλιακών ομίλων. Στη διάρκεια της Συνόδου καταγράφηκε συντονισμένη πίεση προς τη Γερμανία από τους ηγέτες Γαλλίας - Ιταλίας - Ισπανίας (Ολάντ, Μόντι και Ραχόι) στην κατεύθυνση χαλάρωσης της αυστηρής περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής.
Στο εσωτερικό της γερμανικής αστικής τάξης, τόσο πριν όσο και μετά τη Σύνοδο, καταγράφεται γενικότερος προβληματισμός, ο οποίος εστιάζεται στις εναλλακτικές επιλογές για το μέλλον της Ευρωζώνης και τη θωράκιση του ευρώ, ως διεθνούς νομίσματος. Μια αναμόρφωση της Ευρωζώνης με αποβολή ορισμένων σημαντικών αδύναμων κρίκων θα οδηγούσε σε συρρίκνωση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς της με συνέπειες στην ίδια την ισχύ του ευρώ και σε κλονισμό των διαμορφωμένων ευρωατλαντικών σχέσεων. Από την άλλη όμως αμφισβητείται η σκοπιμότητα και η δυνατότητα της Γερμανίας να επωμιστεί μεγάλο μέρος του βάρους της απαξίωσης κεφαλαίου στις υπερχρεωμένες χώρες. Σημαντικοί εκπρόσωποι της γερμανικής αστικής τάξης τονίζουν ότι η ανάληψη μεγαλύτερου κόστους απαξίωσης κεφαλαίου από την πλευρά της Γερμανίας δεν αντιμετωπίζει τις αιτίες διόγκωσης του δημόσιου χρέους των ασθενέστερων οικονομιών και θα οδηγήσει τελικά σε ένα εξασθενημένο ευρώ. Η πίεση αυτής της πλευράς προς την κυβέρνηση Μέρκελ αυξάνεται, με πρωταγωνιστές το Χριστιανοκοινωνικό Κόμμα της Βαυαρίας και τους Ελεύθερους Δημοκράτες που μετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό, τον επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας Γερμανίας (Bundesbank) κ. Weidmann, τον επικεφαλής του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών IFOHans-WernerSinn, αλλά και το ίδιο το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο που θα αποφανθεί για τη νομιμότητα των προτάσεων διαχείρισης της ΕΕ.
Η γερμανική κυβέρνηση εξισορρόπησε τις πιέσεις των δύο πλευρών, προβάλλοντας το δόγμα «καμία κοινή επιβάρυνση χωρίς κοινή εποπτεία», το οποίο εξειδικεύτηκε μπροστά στη Σύνοδο με την πρόταση ενός σχεδίου μετάβασης σε Ενιαία Οικονομική Διακυβέρνηση με πρώτες προτεραιότητες την ενίσχυση των αποφασιστικών αρμοδιοτήτων της Κομισιόν στη δημοσιονομική πολιτική και στην ενιαία εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα, καθώς και την επιμονή στην αυστηρή τήρηση των όρων του Δημοσιονομικού Συμφώνου Σταθερότητας.
Ο προσωρινός συμβιβασμός της Συνόδου Κορυφής κατέληξε στην ακόλουθη συμφωνία:
• Θα δημιουργηθεί ένας ενιαίος εποπτικός μηχανισμός υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έως το τέλος του 2012, στη δικαιοδοσία του οποίου θα περάσουν όλες οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Μετά τη δημιουργία αυτού του μηχανισμού ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης (EMΣ) θα μπορεί να διοχετεύει απευθείας κεφάλαια στις ευρωπαϊκές τράπεζες.
• Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών της Ισπανίας θα αρχίσει σύμφωνα με ορισμένους κανόνες, π.χ. τα κεφάλαια θα παρέχονται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ΕΤΧΣ μέχρις ότου καταστεί διαθέσιμος ο ΕΜΣ.
• Συμφωνήθηκε επίσης ότι τα κεφάλαια ΕΤΧΣ/ΕΜΣ μπορούν να χρησιμοποιούνται με ευελιξία για την αγορά ομολόγων από τα κράτη-μέλη τα οποία τηρούν τις οικείες ανά χώρα συστάσεις της Κομισιόν. Ταυτόχρονα Γαλλία και Ιταλία επιβεβαίωσαν στην ουσία την αποδοχή του πλαισίου του Δημοσιονομικού Συμφώνου Σταθερότητας.
Στα πλαίσια του συμβιβασμού αυτού εντάσσεται και η πιθανότητα άμεσης αγοράς κρατικών ομολόγων από τη δευτερογενή ή ακόμα και την πρωτογενή αγορά ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κίνηση που υπονόησε ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι δηλώνοντας ότι « η ΕΚΤ θα κάνει ότι είναι αναγκαίο για να στηρίξει το ευρώ». Οι γαλλικοί τραπεζικοί όμιλοι πιέζουν προς την κατεύθυνση άρσης των αντιρρήσεων της γερμανικής Bundesbank για μια τέτοια αγορά, φέρνοντας στην επιφάνεια αντίστοιχη αγορά κρατικών ομολόγων από την ίδια την Bundesbank το 1975.1
Είναι φανερό ότι ο προσωρινός συμβιβασμός ούτε αναιρεί τις αιτίες όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων ούτε σηματοδοτεί χαλάρωση της αντιλαϊκής πολιτικής που ακολουθείται σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Παρότι στη χώρα μας το αποτέλεσμα της Συνόδου, τόσο από αστούς αναλυτές όσο και από το ΣΥΡΙΖΑ, προβλήθηκε σαν θετική στροφή και ήττα της γερμανικής κυβέρνησης, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική.
Η νέα συμφωνία για τους όρους δανεισμού αστικών κρατών και τραπεζικών ομίλων οδηγεί σε νέα επιβάρυνση τα λαϊκά στρώματα. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της νέας συμφωνίας όπως και για τη χρηματοδότηση των μονοπωλιακών ομίλων των κρατών-μελών από το Σύμφωνο Ανάπτυξης και το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο είναι η απαρέγκλιτη εφαρμογή των αντιλαϊκών δεσμεύσεων των κρατών-μελών. Οι δεσμεύσεις αφορούν την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και την κατεδάφιση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, την καθήλωση των πραγματικών μισθών σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας, την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και της «απελευθέρωσης» στρατηγικών τομέων της οικονομίας, ιδιαίτερα της ενέργειας, των επικοινωνιών, της ψηφιακής οικονομίας. Πρόκειται για μνημόνιο διαρκείας που εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ με στόχο τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας των ομίλων με διασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης και την έξοδο από την κρίση σε βάρος των μισθωτών και των αυτοαπασχολούμενων.
Σε όλα τα κράτη-μέλη προχωρούν αποφασιστικά οι αναδιαρθρώσεις στις εργασιακές σχέσεις και στους τομείς κοινωνικής πολιτικής, καθώς και η «απελευθέρωση» στρατηγικών τομέων της οικονομίας. Η Δήλωση της Διάσκεψης Κορυφής της Ευρωζώνης είναι σαφής και ξεκαθαρίζει: «Επιβεβαιώνουμε την ισχυρή δέσμευσή μας να πράξουμε παν αναγκαίον για να διασφαλίσουμε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ευρωζώνης χρησιμοποιώντας ειδικότερα τα υφιστάμενα μέσα ΕΤΧΣ/ΕΜΣ με ευέλικτο και αποτελεσματικό τρόπο, ώστε να σταθεροποιηθούν οι αγορές των κρατών μελών που τηρούν τις ανά χώρα συστάσεις και τις λοιπές δεσμεύσεις τους, περιλαμβανομένων των σχετικών χρονοδιαγραμμάτων δυνάμει του ευρωπαϊκού εξαμήνου, του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών. Οι όροι αυτοί θα πρέπει να αποτυπωθούν σε μνημόνιο συμφωνίας»2.
Στη Γαλλία, χωρίς μνημόνιο και τρόικα, δρομολογείται από την κυβέρνηση Ολάντ νέο πακέτο δημοσιονομικών περικοπών για την περίοδο 2012-2013 ύψους 40 δισ. ευρώ μετά το αντίστοιχο αντιλαϊκό πακέτο Σαρκοζί του 2010. Οι αναδιαρθρώσεις οδηγούν σε χιλιάδες απολύσεις και μείωση του πραγματικού μισθού στη βιομηχανία. Την ώρα που οι αυτοκινητοβιομηχανίες έλαβαν 4 δισ. ευρώ κρατικές ενισχύσεις από τις δυο προηγούμενες γαλλικές κυβερνήσεις, προχωρούν σε νέο κύμα απολύσεων με κορυφαίο παράδειγμα τη νέα περικοπή 8.000 θέσεων εργασίας στον όμιλο Peugeot - Citroen, μετά την προηγούμενη 6.000 θέσεων το 2011.
Στην Ισπανία το νέο τέταρτο πακέτο μέτρων λιτότητας φτάνει τα 65 δισ. ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει δραστικές περικοπές στα επιδόματα ανέργων, αύξηση της φορολογίας μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων, εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις (λιμάνια, αεροδρόμια κ.ά.), κατάργηση του δώρου Χριστουγέννων κλπ. Η επιβολή των αντιλαϊκών μέτρων συνοδεύεται με ένταση της καταστολής, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αντιμετώπιση της μεγάλης διαδήλωσης στήριξης των ανθρακωρύχων της Αστουρίας στη Μαδρίτη με πλαστικές σφαίρες που είχε ως αποτέλεσμα 76 τραυματίες.
Οι εξελίξεις στην Ισπανία οδηγούν ήδη σε φθορά του παραδοσιακού δίπολου αστικής διακυβέρνησης που έχει ομοιότητες με την ελληνική περίπτωση. Οι καλπάζουσες εξελίξεις στην οικονομία της Ισπανίας και η εκτόξευση των επιτοκίων δανεισμού οδήγησαν ήδη Ισπανία και Γαλλία σε μια κοινή δήλωση άμεσης ενεργοποίησης του πακέτου ανακεφαλαιοποίησης των ισπανικών τραπεζών σε μια πυροσβεστική προσπάθεια που, ακόμα και αν τελικά υλοποιηθεί, δε θα λύσει το πραγματικό πρόβλημα. Αυξάνει η πιθανότητα μιας συνολικής προσφυγής του ισπανικού κράτους στο ΕΤΧΣ/ΕΜΣ.
Παράλληλα, οι προσωρινές κοινοτικές συμφωνίες δεν μπορούν να ματαιώσουν την εκδήλωση της κρίσης και να αντιμετωπίσουν την ένταση της ανισόμετρης ανάπτυξης που αυξάνει τη διαφορά οικονομικής και πολιτικής ισχύος της Γερμανίας συγκριτικά με τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία. Τα νέα βήματα ενοποίησης της δημοσιονομικής πολιτικής και της ενιαίας εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα αυξάνουν αντικειμενικά τις δυσκολίες συμμόρφωσης με το κοινοτικό πλαίσιο για αρκετά κράτη-μέλη. Σε κάθε περίπτωση, επιβεβαιώνεται η πρόβλεψή3 μας ότι το βάθεμα της ανισομετρίας μέσα στην ΕΕ (ιδιαίτερα μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας-Ιταλίας) ενισχύει τις φυγόκεντρες δυνάμεις και τις αναζητήσεις ενός νέου συμβιβασμού μιας διακρατικής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας πολλών ταχυτήτων.
Φυσικά παραμένει ισχυρή η τάση ενοποίησης της διακρατικής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας που εδράζεται στην αντικειμενική διεύρυνση της πολυεθνικής μετοχικής σύνθεσης των μονοπωλιακών ομίλων, στην αλληλεξάρτηση οικονομιών των κρατών-μελών στην ενιαία εσωτερική αγορά της ΕΕ, στη γενική ισχυροποίηση του κεφαλαίου απέναντι στο εργατικό κίνημα. Ομως, καθώς παραμένει η εθνοκρατική συγκρότηση των μονοπωλιακών ομίλων και αυξάνουν οι ανισότιμες σχέσεις των κρατών-μελών, ενισχύεται η τάση ανάσχεσης της πορείας ενοποίησης της ΕΕ. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η πιθανότητα επανόδου του Μπερλουσκόνι στο ιταλικό πολιτικό προσκήνιο με σύνθημα την επιστροφή στη λιρέτα, η ισχυροποίηση του Εθνικού Μετώπου της Λεπέν στη Γαλλία, η ουσιαστική αμφισβήτηση αποφάσεων της Συνόδου από Ολλανδία και Φινλανδία, καθώς και η στήριξη της πρότασης για ευρωζώνη του Βορρά από χώρες όπως η Σλοβενία και η Εσθονία. Σημειώνουμε επίσης την άρνηση της Βρετανίας και της Τσεχίας να αποδεχθούν το Δημοσιονομικό Σύμφωνο πριν από τη συγκεκριμένη Σύνοδο.
Για να κατανοηθεί η συνθετότητα της κατάστασης πρέπει να συνυπολογίσουμε τις σχέσεις αλληλεξάρτησης της ΕΕ με την οικονομία των ΗΠΑ, τη διαπάλη ευρώ-δολαρίου ως διεθνών νομισμάτων και την ενίσχυση της συνεργασίας Ρωσίας - Κίνας που δημιουργεί βάση συνολικής επανατοποθέτησης της Γερμανίας στο ζήτημα των ευρωατλαντικών σχέσεων.
Ενδεικτική της ενίσχυσης τάσεων αναμόρφωσης της σημερινής ευρωζώνης είναι η πρόσφατη εκτίμηση του «Economist»: «Η πραγματική πηγή αβεβαιότητας για το μέλλον του ευρώ δεν είναι πάντως το τι συμβαίνει στις υπερχρεωμένες χώρες, αλλά η αποτυχία της Γερμανίας και πολλών από τους ευρωπαίους εταίρους της να δεσμευτούν στο επίπεδο εκείνο ενοποίησης που είναι απαραίτητο ώστε το ενιαίο νόμισμα να παραμείνει όρθιο. Ο Economist έχει από παλιά επιχειρηματολογήσει ότι η διάσωση της μιας χώρας μετά την άλλη δεν θα αποδειχθεί επαρκής. Θα χρειαστούν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που να συμπεριλάβουν ένα μέτρο αμοιβαίας αποδοχής της ευθύνης για τα χρέη καθώς και προώθηση της πορείας προς τραπεζική ένωση, με δι-ευρωπαϊκή εποπτεία»4.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διερευνητική προσέγγιση Γαλλίας - Βρετανίας μετά την πρόσφατη συνάντηση Ολάντ - Κάμερον στο Λονδίνο, που έφερε στο προσκήνιο προτάσεις για ΕΕ τριών ταχυτήτων: μιας ευρωζώνης του Βορρά με ισχυρό «ευρώ-μάρκο», μιας ευρωζώνης του Νότου με ασθενέστερο «ευρώ-φράγκο» και μια τρίτη ομάδα χωρών με πρωταγωνιστή τη Βρετανία που θα διατηρούν ισχυρή αυτοτέλεια του χρηματοπιστωτικού τομέα τους. Κρίσιμους παράγοντες για την υλοποίηση ενός σχεδίου διάσπασης της Ευρωζώνης παραμένει η πρόθεση και η δυνατότητα της Γαλλίας να ηγηθεί στην ζώνη του Νότου.
Συμπερασματικά, μέχρι το Δεκέμβρη του 2012 πολύ δύσκολα μπορεί να διαμορφωθεί στέρεος μακροπρόθεσμος συμβιβασμός σχετικά με το μέλλον της Ευρωζώνης, ενώ δυναμώνουν οι φυγόκεντρες δυνάμεις που πιέζουν για την αναμόρφωσή της.