Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί πόσο επίκαιρο μπορεί να είναι, πόσο αξίζει τον κόπο ν’ αφιερώσει κανείς χρόνο να διαβάσει κείμενα που ουσιαστικά είναι γραμμένα πριν έναν αιώνα και αφορούν τον πόλεμο, αυτόν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή -έτσι όπως αναφέρεται από τον ίδιο τον Λένιν- τον ευρωπαϊκό πόλεμο, σε συνθήκες όπως οι σημερινές που μπορεί να σκεφτεί κανείς: Ε, πόλεμο σήμερα δεν έχουμε, εν πάση περιπτώσει και η σχέση του πολέμου με τη σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί να μη μας φαίνεται και τόσο επίκαιρη, από την άποψη ότι βλέπουμε πως δεν υπάρχει μια επαναστατική άνοδος, ας πούμε, δεν υπάρχουν τέτοιες διαθέσεις αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα ή, αν θέλετε, και στην Ευρώπη.
Θα απαντήσω λοιπόν σε αυτό το ζήτημα της επικαιρότητας με τα λόγια ενός άλλου μεγάλου αγωνιστή κομμουνιστή Γερμανού, του Λίμπκνεχτ, που έζησε εκείνη την εποχή και που εκτελέστηκε από το γερμανικό αστικό κράτος. Τι είπε λοιπόν τότε ο Λίμπκνεχτ: «Ο πόλεμος είναι ένας παράγοντας που δεν εμφανίζεται καθόλου με την ίδια συχνότητα και περιοδικότητα που εμφανίζεται η σύγκρουση με τον εσωτερικό μιλιταρισμό»· και εσωτερικό μιλιταρισμό εννοεί την επιθετικότητα της αστικής τάξης απέναντι στο εργατικό, στο λαϊκό κίνημα.
Και συνεχίζει ο Λίμπκνεχτ: «Οι μάζες βλέπουν τον πόλεμο συνήθως σαν έναν απόμακρο και θεωρητικό κίνδυνο. Δεν τον βλέπουν ως μια ξεκάθαρη εκδήλωση του ταξικού αγώνα, και το γεγονός ότι εξαρτάται από ενέργειες ξένων κρατών κάνει πιο δύσκολο να καταλάβουμε τι ακριβώς τρέχει, όχι μόνο σε σχέση με τον ίδιο τον πόλεμο, αλλά και σε σχέση με τις ενέργειες ενάντια σε αυτόν».
Το ζήτημα λοιπόν είναι να δούμε τις ενέργειες, να καταλάβουμε τις ενέργειες, να δούμε δηλαδή τι τρέχει και να μπορέσουμε να βαθύνουμε πάνω σε αυτές τις ενέργειες. Και στις μέρες μας δεν είναι έξω από τη ζωή μας ο πόλεμος. Αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Συρία είναι πόλεμος και δεν είναι μόνο στη Συρία. Η ουσία είναι να καταλάβουμε τι σημαίνει σε σχέση με έναν πόλεμο. Π.χ., υπάρχει ντοκουμέντο του Συμβουλίου υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ το οποίο τοποθετείται απέναντι στον πόλεμο της Συρίας και λέει ότι προοπτικά βλέπει την άρση του εμπάργκο στα όπλα απέναντι στις επαναστατικές αντικαθεστωτικές δυνάμεις. Είναι έτσι τα πράγματα; Είναι επαναστατικές αυτές οι δυνάμεις που εμφανίζονται και πολεμάνε το συγκεκριμένο καθεστώς που υπάρχει στη Συρία; Είναι ένα ζήτημα που πρέπει να το συζητήσουμε.
Υπάρχει η καλυμμένη πλευρά της επέμβασης και η απροκάλυπτη. Αυτήν τη στιγμή στη Συρία υπάρχει μια καλυμμένη επέμβαση, μέσω της στήριξης με όπλα που διατίθενται ανεπίσημα, χωρίς να φαίνεται δημόσια κλπ., στη μια πλευρά του λόφου μέσα στο συριακό κράτος. Αλλά υπάρχουν και ορισμένες πιο απροκάλυπτες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, όπως αυτές που ζήσαμε σχετικά πρόσφατα στο Ιράκ, στη Λιβύη.
Ολοι αυτοί οι πόλεμοι, οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, εμφανίζονται ως πόλεμοι για την προστασία των δικαιωμάτων, των εθνοτικών, των δημοκρατικών, των θρησκευτικών δικαιωμάτων. Αλλά είναι έτσι η πραγματικότητα;
Σκεφτείτε, από τη δική μας την εμπειρία, την ίδια τη ζωή που είναι ο αλάνθαστος κριτής, ότι στο Ιράκ, στο όνομα των δημοκρατικών δικαιωμάτων, έγινε η ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και άλλων δυνάμεων, μεταξύ των οποίων και της Ελλάδας, και κοιτάτε τι θηριωδίες έγιναν από αυτόν το στρατό που επιτέθηκε για να προστατεύσει δήθεν τα δικαιώματα μέσα στο Ιράκ, και άλλα εγκλήματα πολέμου που δεν έχουν φανεί μέχρι στιγμής.
Αρα δεν είναι μόνο τι εμφανίζεται ως αιτία του πολέμου, ποιες δυνάμεις κάνουν τον πόλεμο, αλλά ποιες είναι οι πραγματικές αιτίες του πολέμου. Κι εδώ, στο ζήτημα αυτό, στο να αποκτήσουμε την ικανότητα να δούμε το χαρακτήρα του πολέμου, δηλαδή ποιες δυνάμεις βρίσκονται πίσω από τον πόλεμο, ποιες ταξικές δυνάμεις αντιπροσωπεύουν, υπάρχει πάρα πολλή συσκότιση, διότι αυτό ξεκινάει από τότε που είμαστε στα θρανία, από το Δημοτικό μέχρι το πανεπιστήμιο, για όσους πάνε στο πανεπιστήμιο, και αναπαράγεται και από άλλα μέσα, όπως τα ΜΜΕ. Π.χ., πώς διδάσκεται συνήθως ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος; Ούτε λίγο, ούτε πολύ, ως προϊόν των ενεργειών, των αποφάσεων, των επιδιώξεων μιας σχιζοειδούς προσωπικότητας, όπως χαρακτηρίστηκε ο Χίτλερ. Πώς εμφανίζεται ο μικρασιατικός πόλεμος και η εμπλοκή της Ελλάδας σ’ αυτόν; Ως αποτέλεσμα της βούλησης του Βενιζέλου, ενός ατόμου που έπραξε ή δεν έπραξε σωστά, και όχι τι κρύβεται πίσω, ποια τάξη, για ποιο σκοπό και σε ποιες συνθήκες κάνει τον πόλεμο.
Το να δούμε γιατί γίνεται ο πόλεμος είναι θέμα που καθορίζει τη στάση του εργατικού-λαϊκού κινήματος, το πώς η εργατική και λαϊκή πλειοψηφία υπερασπίζεται ή δεν υπερασπίζεται τα δικά της δίκια, τα δικά της συμφέροντα σε συνθήκες πολέμου.
Η συγκεκριμένη έκδοση αφορά 27 κείμενα του Λένιν για την περίοδο που ήδη έχει ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, επεξεργασμένα κυρίως ως γραπτό λόγο από το 1914 έως το Μάη του 1917.
Υπάρχει μέσα σε αυτά και ένα ολοκληρωμένο έργο, το «Σοσιαλισμός και πόλεμος», υπάρχει προφορική διάλεξη για το χαρακτήρα του πολέμου που γίνεται το Μάη του 1917 και απευθύνεται σε στελέχη του Κόμματος, σε μέλη του, σ’ εκείνες τις συνθήκες που έχει επιστρέψει ο Λένιν στη Ρωσία και παλεύει για να εξελιχτεί η επανάσταση του Φλεβάρη σε προλεταριακή επανάσταση, όπως και εξελίχτηκε στη συνέχεια το Νοέμβρη του 1917. Είναι όμως και επιστολές οι οποίες απευθύνονται σε άλλα κόμματα ή σε τμήματα, σε ομάδες κομμουνιστών που είναι ακόμα εκείνη την εποχή μέσα στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, στη Γερμανία, στην Ελβετία. Τα λέω αυτά για να σας κεντρίσω το ενδιαφέρον για να διαβάσετε το βιβλίο από την πρώτη σελίδα μέχρι την τελευταία, ανεξάρτητα αν έχετε υπόψη σας ή αν έχετε διαβάσει κάποια από αυτά τα 27 κείμενα, γιατί, αν το διαβάσετε με αυτήν τη σειρά, θα έχετε μια πιο ολοκληρωμένη αντίληψη-άποψη για το πώς διαμορφώνεται η αντίληψη του Λένιν για τη σχέση του πολέμου με την αναγκαιότητα ανατροπής του καπιταλισμού, δηλαδή την αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Θα έχετε μια πιο ολοκληρωμένη άποψη -και αυτό αφορά τη σκέψη μας για οποιονδήποτε πόλεμο- πώς να μπορούμε να εξακριβώσουμε τις πραγματικές δυνάμεις και τις επιδιώξεις τους όταν κάνουν τον πόλεμο. Θα έχετε μια πιο ολοκληρωμένη άποψη για το ποιες δυνάμεις μπορούν ή δεν μπορούν να σταματήσουν τον πόλεμο και με ποιον τρόπο. Μπορεί να σταματήσει τον πόλεμο, για παράδειγμα, το εργατικό-λαϊκό κίνημα ενώ στην εξουσία βρίσκεται η τάξη που διεξάγει τον πόλεμο; Ο Λένιν απαντά καθαρά ότι αυτό δεν μπορεί να το κάνει η εργατική τάξη παρά μόνο με την ανατροπή της τάξης που έχει ξεκινήσει τον πόλεμο. Χρειάζεται η ανατροπή της τάξης που και πριν τον πόλεμο, με την ειρήνη που είχε με άλλα καπιταλιστικά κράτη, δεν μπορούσε να εξασφαλίσει στην πραγματικότητα καμία ειρήνη για τους λαούς, αλλά απλά και η ειρήνη και ο πόλεμος είναι δύο διαφορετικές μορφές που εκφράζουν την ίδια επιθετική πολιτική. Η επιθετική πολιτική είναι επειδή το κεφάλαιο είναι επιθετικό, γιατί το κεφάλαιο θέλει όλο και μεγαλύτερες και νέες αγορές, γιατί το κεφάλαιο κινείται με ανταγωνιστικότητα, γιατί η ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου έχει εθνοκρατική αφετηρία, αλλά διεθνιστική αναφορά. Αλλά οι διεθνείς, οι περιφερειακές αγορές, ακόμα κι όταν μοιράζονται με συμφωνίες, μπορεί κάποια στιγμή να γίνουν συμφωνίες, να πάρουν και το χαρακτήρα ενός συμφώνου ειρήνης, αυτές όμως οι συμφωνίες δεν αποτυπώνουν παρά μια συγκυριακή σχέση ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη, χωρίς να σβήνουν την αιτία που οδηγεί στον πόλεμο. Ολα αυτά είναι πολύ επίκαιρα.
Ας επανέλθουμε στο θέμα της Συρίας. Ξέρετε ότι οι ΗΠΑ μαζί με τη Ρωσία, που και οι δύο ανταγωνίζονται στο έδαφος της Συρίας, του Ιράν και γενικότερα της Μέσης Ανατολής για τη μεγάλη αγορά των πετρελαίων, του φυσικού αερίου κλπ., έχουν ανακοινώσει ότι καλούν σε διάσκεψη ειρήνευσης κι έχει μπει σε αυτό το παιχνίδι και η ΕΕ, η οποία θέλει να μπει πιο δυναμικά. Σκεφτείτε, αυτοί οι οποίοι ανταγωνίζονται, αυτοί οι οποίοι προκαλούν, αυτοί οι οποίοι δίνουν όπλα, αυτοί που χωρίζουν το λαό μέσα σ’ ένα κράτος, βεβαίως με τις τάξεις που παίζουν ρόλο, έρχονται και μιλάνε για σχέδιο ειρήνευσης ή για σχέδιο πιο ανοιχτού πολέμου.
Αυτό που κερδίζει κάποιος διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ακριβώς αυτή η μεθοδολογία: Να μπορεί να δει τι κρύβεται πίσω από κάθε πόλεμο.
Πώς μπορούμε να δούμε τον πόλεμο στις μέρες μας, τι αποδεικνύεται: Αποδεικνύεται και συνοψίζεται ότι ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Είναι συνέχεια της πολιτικής που εφαρμόστηκε στο προηγούμενο διάστημα, της «ειρηνικής» περιόδου, από την τάξη που από πριν είναι στην εξουσία και όχι από κάποιο άτομο που τυχαίνει να είναι πρόεδρος ή πρωθυπουργός ή από ένα συγκεκριμένο κόμμα που στη δοσμένη στιγμή εκφράζει τα συμφέροντα της τάξης.
Τι άλλο μπορείτε να δείτε σε αυτό το εύρος των κειμένων που περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη συλλογή: Το κριτήριο πώς μπορούμε να κρίνουμε την τάξη που κάνει τον πόλεμο, για να δούμε αν ένας πόλεμος είναι σε κατεύθυνση που ανοίγει δρόμο στην πρόοδο ή είναι σε κατεύθυνση που συντηρεί την αντίδραση.
Οι μεγαλύτεροι σε αυτήν την αίθουσα θα θυμούνται ότι περίπου πριν τρεις δεκαετίες ήταν πάρα πολύ έντονο το λεγόμενο πασιφιστικό κίνημα. Στα κείμενα που θα διαβάσετε είναι έντονο. Τι σημαίνει πασιφιστικό κίνημα; Προέρχεται από τη γαλλική λέξη που σημαίνει ειρήνη. Ειρηνικό κίνημα που γενικώς καταδικάζει οποιονδήποτε πόλεμο, που γενικά καταδικάζει οποιαδήποτε μορφή βίας, χωρίς να εξετάζει ποιος πόλεμος, από ποια τάξη, για ποιο σκοπό. Ποια βία, από ποια τάξη, για ποιο σκοπό. Το επαναστατικό εργατικό κίνημα, το κομμουνιστικό κίνημα της εποχής του Λένιν στέκεται πολύ ξεκάθαρα. Δεν καταδικάζει οποιονδήποτε πόλεμο. Καταδικάζει τον πόλεμο που προκαλούν οι αστικές τάξεις, είτε είναι με τη μία είτε με την άλλη μορφή. Είτε είναι με την καθαρή ιμπεριαλιστική, στρατιωτική, επεκτατική επέμβαση είτε είναι με τη μορφή της αστικής τάξης που μπορεί σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο να δεχτεί την επίθεση από άλλο αστικό κράτος, όμως η συγκεκριμένη πολιτική που ακολούθησε άνοιξε το δρόμο αυτό.
Π.χ., πάρτε την Ελλάδα. Η Ελλάδα συμμετέχει στο ΝΑΤΟ, έχει σχέσεις με τις ΗΠΑ και μέσω των βάσεων που διατηρούν και μια από τις πιο σημαντικές είναι στη Σούδα. Η Ελλάδα μέσω και της βάσης έχει πάρει μέρος σε αυτού του είδους τους πολέμους, στη Λιβύη, στο Ιράκ κλπ. Εχει πάρει μέρος. Αρα η Ελλάδα ανοίγει το δρόμο της συμμετοχής της ή, αν θέλετε, είτε της συμμετοχής της είτε να δεχτεί επίθεση από ένα άλλο μπλοκ δυνάμεων που ανταγωνίζονται με τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ, για να μοιράσουν τη Μεσόγειο. Τον ανοίγει αυτόν το δρόμο, επομένως ευθύνεται η αστική της τάξη.
Αρα αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να δούμε ακριβώς ποια είναι η τάξη που κάνει τον πόλεμο, ποια είναι η τάξη που εμπλέκεται στον πόλεμο και η τάξη αυτή σε ποια ιστορική περίοδο βρίσκεται. Είναι η αστική τάξη σε μια περίοδο που ανοίγει το δρόμο προς την πρόοδο; Γιατί μερικές φορές γίνεται η συζήτηση ποιος είναι πόλεμος δίκαιος και ποιος είναι πόλεμος άδικος. Ή μπορεί να κάνει μια αστική τάξη ένα δίκαιο πόλεμο;
Για παράδειγμα, η αστική τάξη της Γαλλίας συμμετείχε ή έκανε πολέμους ή καλύτερα ήταν ηγετική δύναμη σε πολέμους που άνοιξαν το δρόμο προς την πρόοδο. Αυτό έγινε στο τέλος του 18ου αιώνα και μέχρι τα μισά του 19ου αιώνα. Τότε οι πόλεμοι που έκανε ήταν προοδευτικοί, γιατί ήταν πόλεμοι που στρέφονταν ενάντια στη φεουδαρχική δυναστεία. Από εκεί και πέρα οι πόλεμοι που έκανε δεν ήταν προοδευτικοί, δεν άνοιγαν το δρόμο προς τα εμπρός, συντηρούσαν την Αντίδραση, γιατί πλέον η αστική τάξη είχε περάσει στη θέση που ήταν προηγούμενα η φεουδαρχική τάξη. Μπορούμε να δούμε και περιπτώσεις άλλων κρατών, καθώς και τη συμμετοχή του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους σε πολέμους, για να δούμε αν είναι προοδευτικοί ή όχι και να τοποθετηθούμε. Δεν είναι τυχαίο ότι το Κόμμα μας τοποθετήθηκε αρνητικά στο μικρασιατικό πόλεμο στον οποίο συμμετείχε το ελληνικό αστικό κράτος.
Τι μας δίνει η μεθοδολογία που θα βρείτε σε όλο το βιβλίο και τι πρέπει να μας μείνει ως κριτήριο: Οτι ο πόλεμος και ιδιαίτερα ο πόλεμος στην εποχή μας είναι πόλεμος των αστικών τάξεων, είναι πόλεμος που τον εξαπολύουν οι αστικές τάξεις που είναι στην εξουσία στο ένα ή στο άλλο κράτος ή σε μια ομάδα κρατών από εδώ και σε μια ομάδα κρατών από εκεί. Και ότι το ζήτημα για το εργατικό-λαϊκό κίνημα στο κάθε καπιταλιστικό κράτος δεν είναι να επιλέξει με ποια ομάδα των ιμπεριαλιστών θα πάει, αλλά είναι να επιλέξει να κάνει το δικό του πόλεμο ενάντια στον πόλεμο των αστικών τάξεων. Και με αυτήν την έννοια συνδέεται ο πόλεμος με το ζήτημα της ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας, της προοπτικής δηλαδή της επανάστασης. Γιατί επανάσταση είναι η διαδικασία ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας. Στο διά ταύτα δηλαδή, είναι να απαντήσει το εργατικό κίνημα με το δικό του πόλεμο.
Θα δείτε στο βιβλίο ότι αυτό το μεγάλο ζήτημα μπορεί να το λέμε τώρα έτσι απλά, αλλά παίδεψε το επαναστατικό εργατικό κίνημα, που τότε λεγόταν σοσιαλδημοκρατικό, στις συνθήκες της παραμονής του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και στη συνέχεια, ότι δεν είναι τόσο απλό ζήτημα το να αναγνωρίσεις την ανάγκη να απαντήσεις με ταξικό πόλεμο στον πόλεμο των αστικών τάξεων. Ακόμα και όταν σε προγραμματικό επίπεδο το καταλήξεις, δεν είναι βέβαιο -και έχει πολλές άλλες προϋποθέσεις- ότι θα το τηρήσεις όταν ξεσπάσει πόλεμος.
Δύο χρόνια πριν την περίοδο στην οποία αναφέρονται τα κείμενα, δηλαδή το 1912, έγινε η διάσκεψη η γνωστή ως διάσκεψη της Βασιλείας όπου πήραν μέρος τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας και τοποθετήθηκαν σωστά στρατηγικά. Φαίνονταν τα μηνύματα του πολέμου, είχε συσσωρευτεί πολύ μπαρούτι στην Ευρώπη, που θα οδηγούσε σε πόλεμο. Μπαρούτι όχι μόνο από την άποψη της κυριολεξίας, αλλά και από την άποψη της βαθιάς όξυνσης των ανταγωνισμών και των βαθύτατων αντιθέσεων που δεν μπορούσαν πια να ρεγουλαριστούν με τις συμφωνίες μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης. Τότε λοιπόν κατέληξαν με τη διακήρυξη της Βασιλείας ότι θα αντιμετωπίσουν έτσι τον επερχόμενο πόλεμο. Ομως μόλις ξέσπασε ο πόλεμος, τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, τα τότε σοσιαλιστικά, τα τότε «επαναστατικά εργατικά κόμματα», άλλαξαν γραμμή πλεύσης κι έτσι έπαψαν να είναι επαναστατικά, σοσιαλιστικά, έγιναν αστικά κόμματα, έγιναν προδοτικά κόμματα μέσα στις γραμμές του εργατικού κινήματος, όπως τα χαρακτηρίζει ο Λένιν και είναι αμείλικτος. Με το που ξέσπασε ο πόλεμος, τα περισσότερα άρχισαν να στηρίζουν την αστική τάξη της χώρας τους. Αυτό εκδηλώθηκε με τον εξής τρόπο: Αλλού ουσιαστικά ψηφίζοντας αύξηση των πολεμικών δαπανών: Της μιας χώρας γιατί προετοιμαζόταν να κάνει πρώτη την επίθεση, της άλλης χώρας γιατί «προετοιμαζόταν» να απαντήσει στην επίθεση ή περίμενε να εκδηλωθεί κάπου αλλού η επίθεση, να είναι η ίδια πιο προετοιμασμένη, να φθαρούν πρώτα οι δυνάμεις αυτής που θα επιτεθεί· και στο όνομα της άμυνας ψήφιζαν την αύξηση των πολεμικών δαπανών ή συμμετείχαν στις ανάλογες επιτροπές του κοινοβουλίου ή συμμετείχαν ως υπουργοί στις κυβερνήσεις που προετοιμάζονταν για τον πόλεμο με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Η δικαιολογία ήταν οι προσαρτήσεις ξένων κρατών. Οι μεν που ήθελαν να αποσπάσουν νέα εδάφη έλεγαν δήθεν ότι υπερασπίζονταν τους λαούς που ήταν προσαρτημένοι από άλλα κράτη, οι δε μιλούσαν για επιδιώξεις άλλων δυνάμεων να προσαρτήσουν νέα εδάφη. Δηλαδή αυτό που λένε σήμερα, τον πόλεμο τον κάνουμε για ν’ αποτρέψουμε τη διάδοση των χημικών, των πυρηνικών όπλων, τον πόλεμο τον κάνουμε για τη μουσουλμανική τρομοκρατία κλπ. Το πρόσχημα τότε εμφανιζόταν με άλλον τρόπο, σε σχέση με τις προσαρτήσεις ξένων εδαφών και λαών από άλλα κράτη, γιατί, θυμηθείτε, εκείνη την εποχή ακόμα υπήρχε το αποικιοκρατικό καθεστώς και επισήμως ήταν προσαρτημένα ξένα εδάφη, λαοί κλπ.
Οταν λοιπόν ξέσπασε ο πόλεμος, να ποια ήταν η στάση: Στάση προδοσίας, παρόλο που είχαν αποφασίσει ότι δε θα στηρίξουν τον πόλεμο των αστικών τάξεων. Τότε λοιπόν ο Λένιν μίλησε για όλους αυτούς και θα δείτε πλήθος επιστολών που έστειλε σε ομάδες τέτοιων σοσιαλιστών, σοσιαλιστών που πάλευαν με τους προδότες μέσα από τις γραμμές της σοσιαλδημοκρατίας. Θα δείτε ότι ο Λένιν κάνει και ένα διαχωρισμό: Μιλάει γι’ αυτούς που είναι ο απροκάλυπτος οπορτουνισμός, που είναι η απροκάλυπτη προδοσία, και για το συγκαλυμμένο οπορτουνισμό που τον χαρακτηρίζει ως «κέντρο», με τη λογική ότι δεν παίρνει καθαρή θέση απέναντι στον οπορτουνισμό ώστε να διαχωριστεί το επαναστατικό εργατικό κίνημα, το επαναστατικό, ας πούμε, σοσιαλιστικό κίνημα από τους οπορτουνιστές που το πρόδωσαν.
Αυτό έχει μεγάλη αξία, γιατί πρέπει να σκεφτόμαστε με βάση αυτήν τη μεθοδολογία, να έχουμε τη μεθοδολογία για να δούμε τα γεγονότα της εποχής μας, των ημερών μας. Υπάρχει στη σελίδα 327 μια επιστολή του Λένιν που μιλάει για το ζήτημα της στάσης των πραγματικών επαναστατών, των σοσιαλιστών επαναστατών όπως τους ονομάζει, απέναντι σε άλλα κόμματα, αυτά τα κόμματα που σήμερα τα λέμε γενικώς αριστερά. Και ξέρετε ότι δεχόμαστε μια επίθεση σήμερα ότι το Κόμμα μας δεν έχει καλή πολιτική απέναντι στην Αριστερά, που η Αριστερά είναι κάτι το πιο ριζοσπαστικό, θεωρείται κάτι ιδεολογικά-πολιτικά πιο συγγενικό προς το Κομμουνιστικό Κόμμα, με την έννοια ότι δήθεν ΚΚ και Αριστερά ή σοσιαλδημοκρατία ή δεν ξέρω εγώ πώς αλλιώς έχουν κοινές αναφορές στο σοσιαλισμό, έχουν δήθεν κοινές αναφορές απέναντι στην αστική τάξη, το σύστημά της, το κράτος της, τις κρίσεις του και τους πολέμους του. Αμείλικτα, καθαρότατα τοποθετείται ο Λένιν και λέει «καμία προσέγγιση με άλλα κόμματα, με κανένα. Καμία εμπιστοσύνη και υποστήριξη στην κυβέρνησή τους» κλπ. Και είναι κυβέρνηση τέτοιων κομμάτων, όχι κυβέρνηση καραμπινάτων αστικών κομμάτων τύπου ΝΔ κλπ., αλλά κυβερνήσεις μικροαστικών κομμάτων, οπορτουνιστικών, με ονόματα σοσιαλιστικά κλπ.
Εχει μια αξία απ’ όλο το έργο που θα διαβάσετε, θα μελετήσετε, να κρατηθεί ένα πολύ μεγάλο συμπέρασμα: Οτι τόσο η οικονομική κρίση όσο και ο πόλεμος είναι προϊόντα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όχι γενικά του καπιταλιστικού συστήματος. Η ίδια η καπιταλιστική ανάπτυξη σπρώχνει τόσο στην κρίση, τεντώνει δηλαδή την καπιταλιστική παραγωγή στα άκρα της και αυτό το τέντωμα στα άκρα φέρνει και το τέντωμα των αντιθέσεων και των αντιφάσεών της που δεν μπορούν να συμμαζευτούν, δεν μπορούν να ρεγουλαριστούν. Επομένως φέρνει σε τέντωμα και τους ανταγωνισμούς μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, γιατί ήδη μιλάμε για διεθνοποιημένη καπιταλιστική αγορά, για μονοπώλια, για τραστ, για ομίλους. Θα δείτε μέσα σε όλα τα κείμενα -και στο τελευταίο που αποτελεί διάλεξη, επομένως έχει και ένα χαρακτήρα συμμαζέματος ορισμένων ζητημάτων- ότι ο Λένιν μιλάει για πόλεμο της χρηματιστικής ολιγαρχίας, μιλάει με σαφήνεια για πόλεμο τραπεζών.
Εχουν σημασία αυτά, τα υπογραμμίζω, γιατί έχουν σημασία σε σχέση με αυτά που λένε οι οπορτουνιστές σήμερα· οι οπορτουνιστές, δε λέω γενικά ο ΣΥΡΙΖΑ που είναι πια ένα κόμμα αστικό σοσιαλδημοκρατικό. Λέω για τις τάσεις μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ, που εμφανίζονται ως θεματοφύλακες του ΣΥΡΙΖΑ προς τ’ αριστερά, όπως είναι το «αριστερό ρεύμα» με επικεφαλής τον κ. Λαφαζάνη· λέω γι’ αυτούς οι οποίοι κάνουν δήθεν κριτική στο ΣΥΡΙΖΑ από τ’ αριστερά, είναι εδώ διάφορα σχήματα, π.χ., ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΝΑΡ, «Πρωτοβουλίες για το Μέτωπο της ανατροπής και της αλληλεγγύης» και μια σειρά άλλα, παραδίπλα, λιγότερο ή περισσότερο γνωστά κλπ. Αλλά στα πανεπιστήμια χώνουν πιο πολύ την ουρά τους απ’ ό,τι μπορεί να χώσουν μέσα στο ίδιο το εργατικό κίνημα.
Αυτές οι δυνάμεις σήμερα τι λένε: Οτι το πρόβλημα με την κρίση στην Ελλάδα είναι πρόβλημα των τραπεζών, είναι πρόβλημα διάστασης μεταξύ βιομηχανικού κεφαλαίου, δηλαδή βιομηχανικής παραγωγής, και υπερκερδοσκοπίας που υπάρχει μόνο στο τραπεζικό κύκλωμα, επομένως χρειάζεται μια κυβέρνηση η οποία βεβαίως δε θα καταργήσει τον καπιταλισμό, αλλά θα δώσει απάντηση και λύση στο θέμα της κρίσης, γιατί θα βάλει φρένο σε αυτήν την ασυδοσία του τραπεζικού συστήματος.
Αλλά, όπως θα διαβάσουμε στο παρουσιαζόμενο βιβλίο, αυτό δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Δεν είναι φαινόμενο σημερινό. Είναι η εκδήλωση του προβλήματος της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της ανάπτυξης που σημαίνει καπιταλιστική βιομηχανική ανάπτυξη, που φτάνει στα άκρα της και, για να φτάσει στα άκρα της, έχει ανάγκη τις τραπεζικές πιστώσεις, τη συγκέντρωση κεφαλαίου μέσω χρηματιστηρίου, επομένως σπρώχνει στη διόγκωση του τραπεζικού συστήματος που κάποια στιγμή παίρνει και αυτές τις αδυσώπητες διαστάσεις και γίνεται η φούσκα και γίνεται το μπουμ.
Ετσι έγινε και στις συνθήκες εκδήλωσης του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, έτσι και σε ολόκληρη τη δεκαετία -από τις αρχές της- του 1930, έτσι έγινε και με την εκδήλωση δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, έτσι γίνεται και με τους επιμέρους πολέμους που ξεσπάνε σε όλα αυτά τα σχεδόν 70 χρόνια που ζούμε μετά από τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.
Οικονομική κρίση και πόλεμος είναι αδελφάκια γεννημένα από την καπιταλιστική ανάπτυξη, πάνε χέρι-χέρι, είναι αδελφάκια τερατόμορφα, που δεν μπορεί να τα αντιμετωπίσει το εργατικό-λαϊκό κίνημα παρά μόνο σκοτώνοντας τους γονιούς τους για να μην μπορέσει να ξαναγεννηθεί τέτοιο τέρας, αλλιώς το έχουν στο DNA τους οι γονείς τους για να ξαναγεννήσουν και κρίση βαθιά οικονομική, και πολύ μεγαλύτερη από αυτές που έζησε τις παραμονές των δύο μεγάλων πολέμων η ανθρωπότητα, και πολέμους αντίστοιχους.
Βεβαίως εδώ πέρα μπαίνει ένα μεγάλο ζήτημα: Οταν λέμε η στάση του εργατικού κινήματος απέναντι στον πόλεμο, δεν είναι ένα απλό ζήτημα. Προϋποθέτει το επαναστατικό εργατικό κίνημα, το κομμουνιστικό κίνημα σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο, το ΚΚΕ στη χώρα μας, να έχουν καθαρά αυτά τα ζητήματα από άποψη στρατηγικής, να τα περιλάβουν στο πρόγραμμά τους. Να αναγνωρίζουν δηλαδή την αναγκαιότητα της μαζικής επαναστατικής δράσης σε συνθήκες πολέμου, για την έξοδο από τον πόλεμο που θα αποβλέπει σε έξοδο για το συμφέρον των εργατών, των υπαλλήλων, αυτοαπασχολούμενων κλπ. Αλλά η προγραμματική θέση είναι μόνο μία προϋπόθεση. Η προϋπόθεση αυτή χρειάζεται διακήρυξη, είπαμε όμως ότι δεν αρκεί, γιατί το έκαναν το 1912, αλλά δεν το τήρησαν. Προϋποθέτει κατάλληλη προετοιμασία της πρωτοπορίας σε αυτήν την κατεύθυνση και σε συνθήκες που δεν έχει εκδηλωθεί ακόμα ο πόλεμος και σε συνθήκες που δεν είναι ακόμα επαναστατικές. Και βέβαια ξέρετε ότι το 19ο Συνέδριο του Κόμματός μας προχώρησε παραπέρα σε αυτό. Αλλά σημαίνει και ετοιμότητα οργάνωσης της επαναστατικής μαζικής δράσης και όχι μόνο της πρωτοπορίας σε συνθήκες ανάλογες, που βεβαίως αυτό είναι ένα μεγάλο πρακτικό ζήτημα που δε λύνεται στις αίθουσες των συζητήσεων. Ομως δε στερείται της αξίας της η καθαρή τοποθέτηση από τα πριν. Δεν είναι, ας το πω, ένα ζήτημα το οποίο το βλέπεις πρωθύστερα. Γιατί, αν δεν το έχεις δει από πριν, δε θα μπορέσεις να κάνεις τίποτα στις ανάλογες συνθήκες.