Η παρέμβαση του οπορτουνισμού, όπως συμβαίνει και με τα άλλα κόμματα βέβαια, δεν περιορίζεται στην παρέμβαση των οργανώσεων νεολαίας, αυτό είναι μόνο μία πλευρά. Υπάρχει ένας ολόκληρος μηχανισμός των κομμάτων, που παίζει σημαντικό ρόλο τόσο στην προώθηση της αστικής και οπορτουνιστικής ιδεολογίας όσο και συγκεκριμένης πολιτικής παρέμβασης. Στα σχολεία υπάρχει πληθώρα καθηγητών προσκείμενων στο ΣΥΡΙΖΑ ή και σε άλλες δυνάμεις του οπορτουνισμού, που συχνά είναι αυτοί που σηκώνουν το βάρος της επίθεσης στην ΚΝΕ και τα μέλη της μέσα στα σχολεία. Για παράδειγμα, δεν είναι λίγες φορές που τέτοιοι καθηγητές έχουν προβάλει εμπόδια στη δράση της ΚΝΕ, με το αντιδραστικό επιχείρημα «αν αφήσω την ΚΝΕ να δρα στο σχολείο, θα πρέπει ν’ αφήσω και τη ΧΑ». Είναι αντιδραστικό ιδεολόγημα, που ταυτίζει τη δράση της ΚΝΕ και τη δράση για την αποκάλυψη της ΧΑ με τους φασίστες, κάτι που τελικά τους αφήνει χώρο να δρουν. Το ίδιο συμβαίνει και στα πανεπιστήμια με σημαντικό τμήμα καθηγητών πανεπιστημίου. Σε αυτό το επίπεδο υπάρχει μια πιο ολοκληρωμένη κι επεξεργασμένη παρέμβαση, ιδεολογικοπολιτική αλλά και οργανωτική. Για παράδειγμα, ποιοι διδάσκουν για τον «ολοκληρωτισμό», για την αναθεώρηση της Ιστορίας, την αντιδραστική θεωρία του «κοινωνικού φύλου» κλπ.; Αξιοποιούνται επίσης φορείς, επιστημονικά ιδρύματα, όπως τα ΑΣΚΙ, το Ινστιτούτο «Νίκος Πουλαντζάς» κ.ά. για να πλαισιώνεται μια ολόκληρη παρέμβαση και δημιουργία απευθείας διαύλων με πανεπιστημιακές σχολές, φοιτητές, ερευνητικό δυναμικό. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτή η παρέμβαση λειτουργεί και με όρους ανάδειξης πολιτικού προσωπικού για το ΣΥΡΙΖΑ. Μην ξεχνάμε επίσης τη στάση τέτοιων δυνάμεων στο χώρο της εκπαίδευσης, τόσο στο κίνημα, που έχουν κάνει την απεργοσπασία και το χτύπημα του ΠΑΜΕ και ταξικών δυνάμεων δεύτερη φύση, όσο και σε αλλά ζητήματα, όπως η συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα σε σύμπλεξη με επιχειρήσεις, χρηματοδοτήσεις από ευρωπαϊκά προγράμματα, η στάση τους στις πρυτανικές εκλογές26. Θα ήταν επομένως ελλιπές να θεωρήσουμε ότι ο οπορτουνισμός παρεμβαίνει αποκλειστικά μέσα από τη Νεολαία του, πολύ περισσότερο να θεωρήσουμε ότι, αφού δεν έχει οργανωμένες δυνάμεις σε μια σειρά χώρους, τότε δεν παρεμβαίνει. Θα ήταν λαθεμένη επανάπαυση.
ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ
Τόσα και τόσα χρόνια οι δυνάμεις του οπορτουνισμού έχουν συμβάλει τα μέγιστα στην επίθεση στη συνείδηση της νεολαίας, στη διείσδυση της αστικής ιδεολογίας. Έχουν σοβαρή ευθύνη για τον εξωραϊσμό της ΕΕ, την αποδοχή ότι είναι μονόδρομος, ή την καλλιέργεια της αυταπάτης ότι μπορεί να γίνει φιλολαϊκή, ν’ αλλάξει από τα μέσα. Καλλιέργησαν ιδιαίτερα από κοσμοπολίτικη αντίληψη το ότι η πάλη για αποδέσμευση από την ΕΕ είναι είτε ουτοπική είτε οπισθοδρομική. Δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ μιλούσαν για εξέγερση στην Ουκρανία, τη στιγμή που ΗΠΑ και ΕΕ αξιοποιούσαν φασιστικές δυνάμεις ως προμετωπίδα στην αντιπαράθεσή τους με τη Ρωσία.
Πρωτοστατούν στο ΚΕΑ, μαζί με κόμματα τύπου «die Linke» και άλλα που υιοθετούν και είναι φορείς της αντικομμουνιστικής - αντισοσιαλιστικής προπαγάνδας. Έχουν τεράστιο μερίδιο στη συκοφάντηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης του 20ού αιώνα. Στη διάδοση των αντιλήψεων ότι στο σοσιαλισμό δεν υπάρχει «δημοκρατία κι ελευθερία», στη διάδοση της ψεύτικης θεωρίας του ολοκληρωτισμού, της σταλινολογίας. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ συμμετέχει στο ENDYL (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δημοκρατικών Αριστερών Νεολαιών), κυρίως μαζί με τις Νεολαίες των κομμάτων του ΚΕΑ, όπου, όπως αναφέρεται, συμμετέχουν οργανώσεις νεολαίας που «δεν ακολουθούν άκριτα την αντίληψη των ορθόδοξων και δογματικών κομμουνιστικών ιδεών»27.
Ας σταθούμε λίγο πιο αναλυτικά στο τι λέει η Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ για το σοσιαλισμό στην ιδρυτική της διακήρυξη: «Η Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ υιοθετεί τον ίδιο στρατηγικό στόχο με το ΣΥΡΙΖΑ, το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα. Περίπου έναν αιώνα μετά από την Οκτωβριανή Επανάσταση, συνεχίζουμε να εμπνεόμαστε από την “έφοδο στον ουρανό”. Εμπνεόμαστε από τις μεγάλες επαναστατικές στιγμές και περιόδους του 20oύ αιώνα, από την Ισπανία του ’36 μέχρι το Μάη του ’68. Εμπνεόμαστε από τα κινήματα του καιρού μας: Από τους αγώνες των λαών της Λατινικής Αμερικής που χαράσσουν τη δική τους πορεία προς το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, από την αδιάκοπη προσπάθεια των Ζαπατίστας να μας δείχνουν πώς η αξιοπρέπεια και η κοινωνική χειραφέτηση μπορεί να γίνεται πράξη μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες, από τους αγώνες των λαών και της νεολαίας των χωρών της Αραβικής Άνοιξης, για δημοκρατία και ανεξαρτησία, από τις πλατείες όλης της Ευρώπης, αλλά κι από αυτούς που στη μητρόπολη του καπιταλισμού, στη Wall Street, επιμένουν να λένε το αυτονόητο: Ότι αυτό το σύστημα, που μέσα στην κρίση του κάνει ακόμα πλουσιότερο το 1% και βυθίζει στη φτώχεια το 99%, δεν μπορεί να συνεχίζει ακόμα να υπάρχει και να καθορίζει τις ζωές μας»28.
Ανακατεύονται όλα μαζί σ’ έναν αχταρμά, από την Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση ως τα κινήματα που έπαιξαν ρόλο στους ενδοαστικούς κι ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, (όπως της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης), κινήματα εχθρικά προς την ιδέα του σοσιαλισμού, της ταξικής πάλης, και όλα αυτά παρουσιάζονται ως «έμπνευση για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα».
Ας δούμε τώρα πώς περιγράφουν αυτόν το σοσιαλισμό: «Για μας σοσιαλισμός δεν είναι η αναστήλωση ενός κοινωνικού κράτους άλλων εποχών, ούτε η αναβίωση γραφειοκρατικών καθεστώτων, από τις αντιφάσεις των οποίων έχουμε πολλά να μάθουμε. Ο σοσιαλισμός είναι η οικοδόμηση ενός κόσμου ριζικά νέου, που, όμως, τα υλικά του υπάρχουν στο σήμερα. Υπάρχουν εκεί που οι εργατικοί και κοινωνικοί αγώνες υψώνουν το ανάστημά τους, εκεί που η αλληλέγγυα οικονομία έρχεται να λύσει προβλήματα διαβίωσης, εκεί που η αυτοδιαχείριση γίνεται η φυσιολογική διέξοδος των εργαζομένων, εκεί που ο κόσμος της εργασίας και της νεολαίας αυτοοργανώνεται για να παλέψει […] Για μας ο σοσιαλισμός είναι η επέκταση της δημοκρατίας και της ισότητας σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής».
Ξεκινούν δηλαδή πρώτα και κύρια υιοθετώντας τα αστικά επιχειρήματα περί «γραφειοκρατίας», για να πολεμήσουν το σοσιαλισμό που οικοδομήθηκε, και προχωρούν σε ορισμένα γενικά, κούφια λόγια, ένα συνονθύλευμα αστικής, σοσιαλδημοκρατικής - οπορτουνιστικής, αναρχικής φρασεολογίας. Αναβλύζουν από μικροαστισμό οι αναφορές στην «αλληλέγγυα οικονομία», στην «αυτοοργάνωση», στην «αυτοδιαχείριση».
Δεν περίμενε κανείς βέβαια κάποια εμβριθή μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση για το σοσιαλισμό από τη Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ, αφού ούτε είναι, ούτε θέλουν να είναι μαρξιστές-λενινιστές. Χρησιμοποιούν τη σοσιαλιστική-κομμουνιστική φρασεολογία όπως η σουπιά το μελάνι. Η έννοια του σοσιαλισμού διαστρεβλώνεται και μετατρέπεται σε ένα μικροαστικό, θολό αίτημα με γενικόλογες, αστικού περιεχομένου, αναφορές για ελευθερία, δημοκρατία, και ορισμένες πινελιές «κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας», «κοινωνικού κι εργατικού» ελέγχου και «αυτοδιαχείρισης». Αλήθεια, τι σχέση έχει η αυτοδιαχείριση με τις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής; Ο κεντρικός σχεδιασμός και ο εργατικός έλεγχος δεν είναι «αυτοδιαχείριση» της εκάστοτε παραγωγικής μονάδας. Αλλιώς δεν υπάρχει πανεθνικός, επιστημονικός σχεδιασμός στη βάση της κάλυψης των διευρυνόμενων κοινωνικών αναγκών, ώστε να διατίθενται κατάλληλα οι πόροι, το εργατικό δυναμικό κλπ. «Αυτοδιαχείριση» σημαίνει απόσπαση του ομαδικού συμφέροντος της παραγωγικής μονάδας από το πανκοινωνικό συμφέρον. Σημαίνει αποκοπή από τον κεντρικό σχεδιασμό κι επομένως αποκοπή από τις σοσιαλιστικές σχέσεις. Πώς δηλαδή θα έρχονται σε επαφή οι «αυτοδιαχειριζόμενες» μονάδες παραγωγής; Μόνο μέσω μιας αγοράς θα μπορούσε να γίνει αυτό. Πώς θα καθορίζεται τι και πόσο θα παράγουν ώστε να εξαλειφθεί η αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής, η υπερπαραγωγή, η υπερσυσσώρευση; Είναι φανερό ότι «αυτοδιαχείριση» σημαίνει ύπαρξη καπιταλιστικών σχέσεων. Είναι οπισθοχώρηση, όχι «ριζοσπαστικό» μέτρο όπως παρουσιάζεται.
Στα μάτια των μελών της ΚΝΕ, που έχουν ως όπλο τις σύγχρονες επεξεργασίες του Κόμματος, το 18ο και 19ο Συνέδριο, την κριτική αποτίμηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, το Πρόγραμμα του Κόμματος και την αντίληψή μας για το σοσιαλισμό, όλα αυτά φαίνονται ως κακόγουστο αστείο. Ως ακόμη πιο κακόγουστο αστείο μπορεί να εκληφθεί το τι σχέση μπορεί να έχουν ακόμη και αυτές οι γενικόλογες έστω αναφορές με τα όσα λέει και κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ στις συναντήσεις του με το ΣΕΒ, στα ταξίδια του στο Τέξας και ανά την υφήλιο, που δίνει όρκους υποταγή στο κεφάλαιο.
ΓΡΑΜΜΗ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΣΤΟΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ
Πώς λένε λοιπόν ότι θα φτάσουμε σε αυτόν το «σοσιαλισμό»; «Για να κάνουμε αυτήν την αφήγηση του μέλλοντος πολιτική δράση στο σήμερα, χρειαζόμαστε ένα άμεσο πολιτικό σχέδιο ανατροπής, χρειάζεται να εκκινήσουμε από την ανατροπή του μνημονιακού καθεστώτος που μας έχει επιβληθεί. Γι’ αυτόν το λόγο, η Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ συντάσσεται πλήρως με το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ για την ανατροπή αυτής της κυβέρνησης και την ανάδειξη μιας κυβέρνησης της Αριστεράς».
Παρουσιάζουν ως δρόμο προσέγγισης του σοσιαλισμού όχι την επαναστατική πάλη, αλλά την κατάκτηση της αστικής διακυβέρνησης. Η οποία με βάση αυτήν τη λογική μπορεί να παίξει ρόλο στην αλλαγή του χαρακτήρα του αστικού κράτους. Σπέρνουν την αυταπάτη του κυβερνητισμού, με στόχο να μετατρέψουν το λαό και τους νέους των λαϊκών στρωμάτων σε ενεργητικό υποστηρικτή της δικής τους αστικής διακυβέρνησης. Επιδιώκουν οι δυσκολίες που ζει ο λαός, από στοιχείο που μπορεί να δυναμώσει το ριζοσπαστισμό, να γίνουν στοιχείο συμβιβασμού. Γι’ αυτό και αξιοποιούν εκλογικά συνθήματα του τύπου «25 ψηφίζουμε, 26 φεύγουν» ή, ακόμη χειρότερα, αυτό που απευθυνόταν στη νεολαία για την αποχή –«μια ώρα για την ψήφο και μετά μπάνιο»– που καλλιεργούν την ανάθεση, την κοινοβουλευτική αυταπάτη, το λαό στην άκρη να εναποθέτει τις ελπίδες για λύση σε κάποια κυβέρνηση, χωρίς σύγκρουση και ρήξη.
Θέλουν κι επιδιώκουν κίνημα - υπηρέτη της κυβερνητικής εναλλαγής, εγκλωβισμένο στην αστική διαχείριση. Η γραμμή του οπορτουνισμού συνολικά είναι καταστροφική για το εργατικό-λαϊκό κίνημα. Όλα αυτά τα χρόνια έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη συκοφάντηση της ταξικής πάλης, στην απαξίωση της έννοιας της οργάνωσης, του ταξικού αγώνα. Αποθεώνουν κάθε κίνημα σε αταξική βάση. Όπως αποθέωσαν το κίνημα των «αγανακτισμένων», κίνημα μικροαστικής εκτόνωσης, στους κόλπους του οποίου δουλεύτηκαν και άλλοι σχεδιασμοί και βρήκε έδαφος η φασιστική Χρυσή Αυγή. Στις πλατείες ο ΣΥΡΙΖΑ αναμασούσε τα περί κατοχής, μνημονίου, ένα μίγμα συνωμοσιολογίας, που όχι μόνο συγκάλυπτε τον πραγματικό υπεύθυνο για την κρίση, αλλά δημιούργησε έδαφος για αντιδραστικές απόψεις, εχθρικές στην οργανωμένη ταξική πάλη, στον απεργιακό αγώνα. Έχει ευθύνη για την κατάσταση στο εργατικό κίνημα. Η πρακτική τους τόσα χρόνια και τώρα είναι στήριξη του ταξικού συμβιβασμού, του εργοδοτικού συνδικαλισμού. Σήμερα έχουν ανοίξει τις πόρτες διάπλατα σε ό,τι πιο σάπιο υπάρχει στο συνδικαλιστικό κίνημα, εργατοπατέρες, στελέχη του ΠΑΣΟΚ, την εργατική αριστοκρατία κλπ.
Στα τμήματα της νεολαίας αντίστοιχα, οι δυνάμεις της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ έχουν τη δική τους ευθύνη, για παράδειγμα στον εκφυλισμό του φοιτητικού κινήματος, από κοινού με τα ΕΑΑΚ και άλλες δυνάμεις. Έπαιξαν ρόλο, μαζί κυρίως και με τις κεντρικές παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και από κοινού με ένα φάσμα οπορτουνιστικών δυνάμεων, «αντιεξουσιαστικών» ομάδων και μηχανισμών, ώστε κινητοποιήσεις, νεανικά ξεσπάσματα των προηγούμενων χρόνων (κινητοποιήσεις στα ΑΕΙ-ΤΕΙ το 2006, για τη δολοφονία Γρηγορόπουλου το 2008) όχι μόνο να μην οδηγήσουν στο δυνάμωμα του φοιτητικού ή του μαθητικού κινήματος, αλλά να αξιοποιηθούν ως τμήμα των σχεδιασμών για την εναλλαγή στην αστική διακυβέρνηση και να δουλευτούν και να κερδίζουν έδαφος αντιλήψεις «τυφλής διαμαρτυρίας», ενάντια στον οργανωμένο αγώνα.
Καλλιεργούν διάχυτα στους νέους των λαϊκών στρωμάτων τη λογική του μικρότερου κακού, το συμβιβασμό στο όνομα της σημερινής δύσκολης κατάστασης. Από αυτήν τη στρατηγική σκοπιά, της αστικής διαχείρισης, ας δούμε, για παράδειγμα, πώς αντιμετωπίζει ο ΣΥΡΙΖΑ το νούμερο ένα πρόβλημα για τη νεολαία, την ανεργία, και τι υπόσχεται ότι θα κάνει η περιβόητη «κυβέρνηση της Αριστεράς».
Στα ντοκουμέντα της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ, αναφέρεται ως στόχος πάλης: «Διεκδικούμε την επαναφορά του βασικού μισθού και του επιδόματος ανεργίας στα προ του μνημονίου επίπεδα»29. Δηλαδή υιοθετούν τις κυβερνητικές εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ για επιδόματα ανεργίας. Στο ίδιο μήκος κύματος, σε πρόσφατη ημερίδα στο ΠΑΠΕΙ, ο υποψήφιος ευρωβουλευτής με το ΣΥΡΙΖΑ και καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Σάββας Ρομπόλης παραδέχεται: «Η προβλεπόμενη ανάπτυξη των επόμενων χρόνων δε θα λύσει ουσιαστικά το ζήτημα της ανεργίας […] μέχρι το 2026 η ανεργία θα πέσει στο 17% στην καλύτερη περίπτωση»30.
Το μέλλον που τάζει ο ΣΥΡΙΖΑ στους νέους εργαζομένους είναι, στην καλύτερη περίπτωση, επαναφορά του κατώτατου μισθού και διατήρηση της μαζικής ανεργίας, για την οποία υπόσχεται επιδόματα. Χωρίς βέβαια να διευκρινίζει πόσο θα είναι το επίδομα, ποιος θα το παίρνει και, όπως σημειώνει με κάθε ευκαιρία ο ΣΥΡΙΖΑ, όλες αυτές οι υποσχέσεις θα υλοποιηθούν αν το επιτρέψουν οι συνθήκες της ανάπτυξης, δηλαδή η καπιταλιστική οικονομία, δηλαδή η κερδοφορία του κεφαλαίου. Γι’ αυτό και είναι αναγκασμένοι να απαντάνε στην αντιπαράθεση της ΝΔ που τους λέει «πού θα βρείτε αυτά τα λεφτά», καθώς δεν μπορείς να τάζεις και στους ανέργους δουλειά και στους βιομήχανους φθηνό ρεύμα. Ουσιαστικά σημαίνει εγκλωβισμό τους στον αντιλαϊκό δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, με την ψεύτικη προσδοκία να τους πετάξουν κανένα ξεροκόμματο.
Ακόμη μεγαλύτερη κοροϊδία αποτελεί η πρόταση διαχείρισης της ανεργίας μέσω συνεταιριστικών επιχειρήσεων, δικτύων της λεγόμενης αλληλέγγυας οικονομίας. Είναι πρόταση που διατυπώνεται και ως επίσημη θέση της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ. Λένε στην ιδρυτική τους διακήρυξη: «Η Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ παρεμβαίνει και στηρίζει εγχειρήματα συνεταιριστικής κι αλληλέγγυας οικονομίας. Θεωρούμε ότι η έξοδος από την κρίση, προς όφελος του κόσμου της εργασίας, δε θα γίνει παρά με την αμφισβήτηση του κυρίαρχου μοντέλου παραγωγής και των σχέσεων που επιβάλλει. Η συμμετοχή των νέων σε εγχειρήματα που τα αμφισβητούν ευθέως είναι ταυτόχρονα πρόταγμα απελευθέρωσης, αλλά και δύναμη παραγωγικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, ικανού να δώσει άμεση απάντηση στα υλικά προβλήματά μας»31.
Στο ίδιο μήκος κύματος, σε σχετικό άρθρο για την ανεργία των νέων, ο Γ. Μηλιός, εκ των οικονομικών ιθυνόντων του ΣΥΡΙΖΑ, προτείνει μεταξύ άλλων: «Το πρώτο άμεσο μέτρο είναι μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση στις εργασιακές σχέσεις. Μια μεταρρύθμιση που δε θα κατοχυρώνει απλά τα δικαιώματα που καταργήθηκαν στα χρόνια του μνημονίου, αλλά θα προχωράει ακόμα παραπέρα. Θα προστατεύει την εργασία και θα βάζει ουσιαστικούς περιορισμούς στις απολύσεις. Μια πολιτική που θα φέρει ουσιαστικές αλλαγές στο πτωχευτικό δίκαιο και θα δίνει τη δυνατότητα στους εργαζομένους να θέτουν σε λειτουργία μια επιχείρηση που κλείνει. Το παραπάνω μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό κομμάτι στη δημιουργία δικτύων κοινωνικών συνεταιρισμών. Οικονομικών δομών δηλαδή, που δε θα λειτουργούν με κριτήριο το κέρδος και τον ανταγωνισμό, αλλά την ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών και την εξασφάλιση θέσεων εργασίας. Αφετηρία αυτής της πορείας δεν μπορεί να είναι άλλη από την επαναφορά του κατώτατου μισθού για όλους. Μέσω μιας ουσιαστικής φορολογικής μεταρρύθμισης μπορούν να βρεθούν πόροι ικανοί να στηρίξουν προγράμματα απασχόλησης και όχι προγράμματα ανακύκλωσης της ανεργίας. Η συγκεκριμένη διαδικασία πρέπει να περάσει και μέσα από μια ουσιαστική αλλαγή της λειτουργίας του ΟΑΕΔ. Μια αλλαγή που θα δίνει τη δυνατότητα στους εργαζομένους και τους ανέργους να έχουν λόγο για το πώς σχεδιάζονται και υλοποιούνται τα προγράμματα και όχι να χαρίζει απλώς πολύτιμους πόρους σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως συμβαίνει σήμερα»32.
Η αλήθεια όμως είναι ότι δε γίνεται αυτές οι επιχειρήσεις να λειτουργούν όπως λέει ο συγγραφέας, δηλαδή όχι «με κριτήριο το κέρδος και τον ανταγωνισμό, αλλά την ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών και την εξασφάλιση θέσεων εργασίας». Αφού θα λειτουργούν σε καπιταλιστικό περιβάλλον, αναγκαστικά θα λειτουργούν με τους όρους της καπιταλιστικής παραγωγής. Θα αγοράζουν πρώτες ύλες, μηχανήματα, ενέργεια από την αγορά, θα παράγουν και θα πουλάνε το προϊόν ως εμπόρευμα, άρα με όρους κέρδους, για να μπορούν να συνεχίσουν σε διευρυμένη βάση τη διαδικασία της παραγωγής. Σε όλα αυτά δεν υπάρχει πουθενά κάτι ξένο από τις καπιταλιστικές σχέσεις, πόσο μάλλον ότι αυτό γίνεται «για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών». Και με την καπιταλιστική παραγωγή γίνεται ικανοποίηση κάποιων κοινωνικών αναγκών, η παραγωγή όμως δεν οργανώνεται με αυτό το κριτήριο, αλλά με κριτήριο το κέρδος. Το ίδιο ισχύει και για την αυτοδιαχειριζόμενη παραγωγή που περιγράφει ο συγγραφέας. Γίνεται με κριτήριο το κέρδος της συγκεκριμένης παραγωγικής μονάδας και είναι αναγκαστικά ενταγμένο στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, αν θέλει να επιβιώσει. Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το αν διοικείται από τον καπιταλιστή ή το ΔΣ που ορίζει, ή αν διοικείται και βρίσκεται στην ιδιοκτησία μιας ομάδας εργατών, που σε συνθήκες καπιταλισμού θα λειτουργούν απλά ως μέτοχοι (ισότιμοι στην καλύτερη περίπτωση) της εταιρίας. Είναι, σα να λέμε, σοσιαλιστικές σχέσεις ως νησίδα μέσα στο καπιταλιστικό περιβάλλον. Το αποτέλεσμα αυτής της γραμμής είναι καταστροφικό για τους εργαζομένους, αφού τους οδηγεί αναγκαστικά να λειτουργούν ως μικροί καπιταλιστές. Είναι ύμνος στη μικρή εμπορευματική παραγωγή, μικροαστική αντιδραστική ουτοπία. Έχουμε αναδείξει και στο παρελθόν την τύχη τέτοιων «πειραμάτων»33.
Δείξαμε ορισμένα μόνο παραδείγματα για την επιβλαβή επίδραση και το ρόλο των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ στη συνείδηση της νεολαίας. Θα μπορούσαν να υπάρχουν και άλλα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, οι οπορτουνιστικές και σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, έχουν βαρύτατη ευθύνη για την οπισθοχώρηση στη συνείδηση νέων ανθρώπων, για την καλλιέργεια του συμβιβασμού. Η επίδραση αυτής της διαβρωτικής δουλειάς θα φανεί ακόμη πιο ηχηρά με τη διάψευση των ελπίδων που καλλιεργεί, που θα είναι παταγώδης και που μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη αναδίπλωση.