Αυτό το Κόμμα θα μπορούσε να είχε δημιουργηθεί μονάχα στην Αγγλία. Στη χώρα αυτή αναπτύχθηκε στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα η σύγχρονη μεγάλη βιομηχανία. Κατασκευάσανε σιδηρόδρομους, αναπτύχθηκε η βιομηχανία άνθρακα και χάλυβα, κατασκευάσανε μηχανές και εργαλεία. Συντελέστηκε μια δεύτερη βιομηχανική επανάσταση. Συγκεντρώθηκαν μάζες εργατών στις πόλεις και στις μεγάλες επιχειρήσεις. Απέναντι στην πολιτικά συνειδητή αναδυόμενη πλούσια και βιομηχανική αστική τάξη η μαζική εξαθλίωση του προλεταριάτου, όπως το περιγράφει ο Φρ. Ενγκελς στο έργο του «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» και όπως το διαβάζουμε στις αναφορές των επιθεωρητών των εργοστασίων στον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου» του Κ. Μαρξ, που παρατίθενται εκτενώς. Η κατάσταση στα εργοστάσια, στα ανθρακορυχεία και στις προλεταριακές συνοικίες των μεγάλων πόλεων βρήκαν τη θεωρητική τους αντανάκλαση στην έννοια «καπιταλισμός του Μάντσεστερ». Αν η Αγγλία ήταν η χώρα, στην οποία ο καπιταλισμός για πρώτη φορά δημιουργήθηκε στην κατ’ εξοχήν «καθαρή» μορφή του, ήταν και η χώρα των πρώτων μεγάλων ταξικών μαχών στην «καθαρή μορφή» τους ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο. Ταξικές μάχες, στις οποίες η αστική τάξη έριχνε ένοπλες δυνάμεις, εν μέρει διαστάσεων ενός στρατού, ενάντια στους διαδηλωτές και απεργούς εργάτες.
Αν οι Ισοπεδωτές και η Κοινωνία των Ισων είχαν δημιουργηθεί στις αστικές αντιφεουδαρχικές επαναστάσεις, οι προλεταριακές μαζικές οργανώσεις δημιουργήθηκαν στην ταξική πάλη ενάντια στην αστική τάξη.
Κατά το τέλος της δεκαετίας του ’20, αρχές δεκαετίας του ’30 του 19ου αιώνα, δημιουργήθηκαν τα πρώτα συνδικάτα στο Ηνωμένο Βασίλειο (περιλαμβάνει: Αγγλία, Σκωτία, Ιρλανδία. Από ‘δω και πέρα χρησιμοποιούμε τα αρχικά ΗΒ)[25].
Το 1829 οι εργάτες των βαμβακοκλωστηρίων της Αγγλίας, Σκωτίας και Ιρλανδίας ίδρυσαν ένα συνδικάτο στα πλαίσια του ΗΒ, τη Μεγάλη Γενική Ενωση του Ηνωμένου Βασιλείου. Αρχηγός της ήταν ο Τζον Ντόχερτι (John Doherty) από το Λάνκασαϊρ (Lancashire), ένας ηγέτης των εργατών με πείρα στην οργάνωση νόμιμων και παράνομων συνδικάτων. Το 1830, ο Ντόχερτι προσπάθησε με επιτυχία να ιδρύσει ένα συνδικάτο για τους εργάτες όλων των βιομηχανικών κλάδων στο ΗΒ, τον «Εθνικό Σύνδεσμο για την Προστασία της Εργασίας». Ο Σύνδεσμος αυτός μεγάλωσε με γρήγορους ρυθμούς, έφτασε τα 100.000 μέλη και έβγαζε μια εβδομαδιαία εφημερίδα με τιράζ 3.000 αντίτυπα. Δεν πρέπει να κρίνουμε τους αριθμούς αυτούς κυκλοφορίας με βάση τα σημερινά κριτήρια. Παίρνοντας υπόψη τον πληθυσμό τότε και το γεγονός ότι λίγοι μονάχα εργάτες ήξεραν να διαβάζουν, τα 3.000 αντίτυπα ήταν σχετικά ψηλό τιράζ, που, ωστόσο, ξεπεράστηκε σύντομα από άλλες εφημερίδες εργατικών οργανώσεων στις δεκαετίες του ’30 και ’40.
Ο Σύνδεσμος αυτός των συνδικάτων που ίδρυσε ο Ντόχερτι, είχε μικρή ζωή. Ομως, όλο και δημιουργούνταν νέα συνδικάτα. Η εργατική δύναμη σαν εμπόρευμα, όπως όλα τα άλλα, υπόκειται στον καπιταλισμό στο νόμο του ανταγωνισμού. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους ίδιους τους εργάτες τίναξε ξανά και ξανά στον αέρα τις οργανώσεις τους. Σε τελευταία ανάλυση, όμως, οι εργάτες είχαν ένα κοινό συμφέρον απέναντι στους καπιταλιστές, δηλαδή να κρατήσουν το μισθό τους. Αυτό το κοινό συμφέρον τους ένωσε σε μια κοινή σκέψη της αντίστασης, τους πίεζε στο να συνασπιστούν. Ο συνασπισμός αυτός είχε «διπλό σκοπό»: από τη μια, να καταργήσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργατών και, από την άλλη, να προβάλει αντίσταση στους καπιταλιστές. Ετσι, διαμορφώθηκαν οι συνεταιρισμοί στο βαθμό που οι καπιταλιστές από την πλευρά τους ενώνονταν για να σπάσουν την αντίσταση των εργατών. Τελικά, «απέναντι στο κεφάλαιο, που συνεχώς ενώνεται,... η διατήρηση των (εργατικών μ.τ.φ.) συνεταιρισμών γίνεται όλο και πιο αναγκαία, ως συνεταιρισμών των μισθωτών... Στον αγώνα αυτό -έναν πραγματικό εμφύλιο πόλεμο- ενώνονται και αναπτύσσονται όλα τα στοιχεία για μια ερχόμενη μάχη. Ο συνασπισμός, όταν φτάσει σε αυτό το σημείο, παίρνει πολιτικό χαρακτήρα»[26].
Οι εργάτες είχαν καταλάβει ότι ο οικονομικός ταξικός αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο δεν αρκούσε για να τους προστατέψει από νέες μορφές καταπίεσης και αυξανόμενης εκμετάλλευσης. Χρειάστηκε πολιτική δράση γι’ αυτό Δεν είχαν δείξει οι καπιταλιστές, τι μπορείς να καταφέρεις με τη βοήθεια της κοινοβουλευτικής εξουσίας; Η απάντηση έμοιαζε απλή: Να κερδίσεις ψήφους για τους αντιπροσώπους της εργατικής τάξης, να εκμεταλλευτείς την κοινοβουλευτική δύναμη προς το συμφέρον της εργατικής τάξης. Για να γίνει αυτό, όμως, οι αρχηγοί των εργατών έπρεπε πρώτα να μπουν στο Κοινοβούλιο.
Ετσι δημιουργήθηκε το κίνημα για το γενικό εκλογικό δικαίωμα με μυστική ψηφοφορία, ένα αίτημα το οποίο ήδη είχαν προβάλει οι «αληθινοί» Ισοπεδωτές. Η κυβέρνηση απαγόρευε τα κινήματα για το εκλογικό δικαίωμα των εργατών, σαν «παράνομα και επικίνδυνα για τη δημόσια τάξη». Εστειλε 800 αστυνομικούς για να κάνουν έφοδο σε ένα μαζικό συλλαλητήριο εργατών που είχαν αγνοήσει την απαγόρευση κοντά στο Κινγκς Κρος (Kings’ Cross) στις 13 ΜαAου 1833. Στην αψιμαχία που προκλήθηκε από την αστυνομία, οι εργάτες σκότωσαν έναν αστυνομικό. Στη δίκη που έστησε η κυβέρνηση ενάντια στους κατηγορούμενους εργάτες, οι ένορκοι αθώωσαν τους εργάτες. Η κυβέρνηση υπέστη μια αισθητή πολιτική ήττα.
Οι ταξικοί αγώνες γύρω από κοινοβουλευτική μεταρρύθμιση έφτασαν σε ένα νέο, ανώτερο στάδιο στο κίνημα για ένα «Λαϊκό Χάρτη» (Λαϊκό Σύνταγμα) που έδωσε στο κίνημα και το όνομα, δηλαδή Χαρτιστές, με το οποίο μπήκε στην ιστορία. Το 1837, οι συμμετέχοντες σε μια συνέλευση του «Συνδέσμου των εργατών του Λονδίνου» ενέκριναν μια αίτηση που περιλάμβανε έξι σημεία σαν βάση ενός Λαϊκού Συντάγματος και που δημοσιεύτηκαν την Ανοιξη του 1838:
1. Γενικό εκλογικό δικαίωμα για όλους τους άντρες από το 21ο έτος της ηλικίας τους. Στο πρώτο σχέδιο του Χάρτη, είχε προβλεφτεί και το εκλογικό δικαίωμα των γυναικών, το οποίο σβήστηκε πάλι στη διάρκεια της συζήτησης. Δεν είχε φτάσει μέχρι εκεί η χειραφέτηση των γυναικών, ούτε στο νεαρό εργατικό κίνημα[27].
2. Μυστική ψηφοφορία (εφαρμόστηκε το 1872).
3. Πληρωμή επιδομάτων στους βουλευτές για να υπάρχει η δυνατότητα συμμετοχής ως βουλευτών στο Κοινοβούλιο και των απόρων εργατών (εφαρμόστηκε το 1911).
4. Κατάργηση του κριτηρίου έγγειας ιδιοκτησίας για τους βουλευτές. Μέχρι τώρα ήταν εκλέξιμοι μόνο εκείνοι οι βουλευτές, που είχαν γαίες αξίας 300 λιρών (πολύ ψηλό ποσό εκείνη την εποχή. Μπορούμε να το συγκρίνουμε με 4.000 χρυσά Μάρκα, περίπου, στη γερμανική Αυτοκρατορία). (Το 1918 καταργήθηκε κάθε κριτήριο ιδιοκτησίας στο αγγλικό εκλογικό Δίκαιο).
5. Καταμερισμός σε όμοιες εκλογικές περιφέρειες. Υπήρχαν εκλογικές περιφέρειες με ελάχιστους μονάχα κατοίκους ή και καθόλου, εκτός από τον ιδιοκτήτη της γης. Ηταν τα λεγόμενα «Rotten Boroughs» («σάπιες περιφέρειες»), που ωστόσο, μπορούσαν να εκλέξουν τον ίδιο αριθμό βουλευτών με τις πολυπληθείς συνοικίες της πόλης, ιδιαίτερα εκείνες στις οποίες βρίσκονταν συνωστισμένοι οι προλετάριοι. Υπήρχαν «εκλογικές περιφέρειες» οι οποίες βρίσκονταν στο πάτο της θάλασσας εξαιτίας της μετακίνησης των ακτών.
Ο ιδιοκτήτης της γης έκανε, την ημέρα των εκλογών, μια βόλτα με τη βάρκα για να ανταποκριθεί στο «εκλογικό καθήκον» του. (Το αίτημα αυτό έγινε διαδοχικά πράξη από το 1885 μέχρι το 1915).
6. Ετήσιες βουλευτικές εκλογές. (Αυτό το φανερά μη-ρεαλιστικό αίτημα δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί).
«Αυτά τα έξι σημεία» έγραφε ο νεαρός Φρίντριχ Ενγκελς το 1845, «που περιορίζονται όλα στη σύνθεση της Κάτω Βουλής, μπορεί να μοιάζουν αθώα, αλλά, ωστόσο, αρκούν για να συντρίψουν το αγγλικό Σύνταγμα με τη βασίλισσα και την Ανω Βουλή μαζί»[28]. Αν και οι δύο θεσμοί ήταν εκείνη την εποχή «μόνο φαινομενικά υπαρκτοί», όμως η αστική τάξη «ενδιαφερόταν για την φαινομενική διατήρησή τους». Ο Αγγλος Χαρτιστής, κατά τον Ενγκελς, ήταν κάτι «περισσότερο από σκέτο Ρεπουμπλικανό» και η δημοκρατία του δεν ήταν «μονάχα σκέτα πολιτική»[29].
Ο Ενγκελς παραθέτει έναν Μεθοδιστή κληρικό και κοινωνικό μεταρρυθμιστή, τον Τζότζεφ Ρέινερ Στέφενς (Joseph Rayner Stephens) ο οποίος είπε το 1838 στο μαζεμένο λαό του Μάντσεστερ, ότι δεν χρειάζεται να φοβάται τις ξιφολόγχες και τα κανόνια των καταπιεστών του και τους έδωσε μια, για έναν κληρικό, πολύ περίεργη συμβουλή: «...Χρειάζεστε μονάχα να πάρετε μερικά σπίρτα και ένα μάτσο άχυρο που είναι ποτισμένο με πίσσα και θα δούμε τι θα κάνει η κυβέρνηση με τις εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες της ενάντια σε αυτό το όπλο, εφόσον χρησιμοποιηθεί θαρραλέα».
Σε μια άλλη διαδήλωση στο Μάντσεστερ, ο Στέφενς δήλωσε μπροστά σε 200.000 συμμετέχοντες: «Το κίνημα των Χαρτιστών, αγαπητοί φίλοι, δεν είναι κανένα πολιτικό ζήτημα με θέμα, πώς θα αποκτήσετε το εκλογικό δικαίωμα κλπ. Το κίνημα των Χαρτιστών είναι ζήτημα μαχαιριού και πηρουνιού. Ο Χάρτης πάει να πει: καλό σπίτι, να τρως και να πίνεις καλά, καλή ζωή και λίγες ώρες εργασίας»[30]. Φυσικά, θα ήταν μονόπλευρο και από άποψη περιεχομένου λάθος να περιορίσει κανείς το κίνημα των Χαρτιστών στο κοινωνικό ζήτημα.
Ομως, ο υπερτονισμός του κοινωνικού περιεχομένου του κινήματος των Χαρτιστών -κατανοητός στην εποχή του- μας δείχνει καθαρά, ότι οι Χαρτιστές δεν προωθούσαν αφηρημένα πολιτικά αιτήματα, δεν προωθούσαν απλώς έτσι το γενικό εκλογικό δικαίωμα, αλλά το προωθούσαν σαν πολιτικό μέσο για την πραγματοποίηση κοινωνικών, ιδιαίτερα οικονομικών αιτημάτων.
Ο χωρισμός αυτός του κοινωνικού περιεχομένου από την πολιτική του μορφή δεν ήταν, ούτε στην ήπειρο, σπάνιο φαινόμενο στους ιδεολόγους των μυστικών κομμουνιστικών κοινοτήτων μέχρι μέσα στη δεκαετία του ’40. Η πλειοψηφία των εργατών κατανοούσαν την πολιτική απλώς και μόνο εντελώς σαν κάτι τι το αστικό. Περιόριζαν την πολιτική εντελώς εμπειρικά σε δολοπλοκίες, μάχες για την εξουσία, καριεριστικές μηχανορραφίες για υπουργικές καρέκλες, διαφθορά, εκλογική απάτη, αγορά ψήφων, μια μέθοδο αξιότιμων πολιτικών στις εκλογικές μάχες, που ήταν διαδομένη ιδιαίτερα στο ΗΒ. Κατανοούσαν συχνά έτσι και απόρριπταν την πολιτική και τις πολιτικές μάχες με αυτή την έννοια, επειδή οι κοινωνικές συνθήκες παρέμειναν ανέγγιχτες από τις πολιτικές αλλαγές. Ετσι, Ο Σαρλ Φουριέ (Charles Fourier), ένας από τους σημαντικότερους ουτοπιστές σοσιαλιστές, είχε ζήσει 14 διαφορετικές μορφές κυβέρνησης, από την απόλυτη μοναρχία μέχρι τη μοναρχία του Ιούλη. Και τι είχε αλλάξει για το λαό; Τίποτα!! Που είναι το περίεργο, όταν ο λαός απορρίπτει την πολιτική σαν κακό; Στο γαλλικό εργατικό κομμουνισμό, μπορεί κανείς να διακρίνει δύο κατευθύνσεις: αυτή του Ετιέν Καμπέ (Etienne Cabet), ο οποίος πρέσβευε τον πολιτικό αγώνα για την κατάκτηση της εξουσίας, αλλά που με συνέπεια αρνούνταν την κοινωνική επανάσταση, αφού πίστευε ότι όποιος έχει την πολιτική εξουσία θα μπορούσε να φέρει την κομμουνιστική κοινωνία μέσω μεταρρυθμίσεων. Συνεπείς ήταν οι αντιπρόσωποι της επαναστατικής κατεύθυνσης του γαλλικού εργατικού κομμουνισμού, από τους οποίους οι πιο γνωστοί ήταν ο Αουγκίστ Μπλανκί (Auguste Blanqui), Τεοντόρ Ντεζαμί (Theodore Dezamy) και Ζαν Σαραβαί (Jean Charavay). Ηταν πρέσβεις της ιδέας της επαναστατικής δικτατορίας παρόμοια με τον Μπαμπέφ.
Η επανάσταση, πάντως, έπρεπε να διεξαχθεί από μια μειοψηφία επαναστατών. Τέτιες αντιλήψεις είχε και ο Βίλχελμ Βάϊτλινγκ (Wilhelm Weitling), ο πιο γνωστός Γερμανός ουτοπιστής κομμουνιστής. Μερικοί αντιπρόσωποι του ουτοπικού εργατικού κομμουνισμού ήταν κοντά στην ιδέα της ενότητας των πολιτικών και κοινωνικών επαναστατικών ανατροπών. Στους τελευταίους, ανήκαν ακριβώς οι Χαρτιστές, οι πιο σημαντικοί αντιπρόσωποι των οποίων ήταν οι Τζορτζ Τζούλιαν Χάρνεϊ (George Julian Harney) και ΟυAλιαμ Τζονς (William Jones)[31].
Το κίνημα των Χαρτιστών ήταν ένα σημαντικό βήμα μπροστά στην εξέλιξη της αγγλικής εργατικής τάξης, από μια τάξη «καθεαυτή» σε μια τάξη «για τον εαυτό της». Ο Ενγκελς περιέγραψε αυτή τη διαδικασία της εξέλιξης: «Το κίνημα των Χαρτιστών είναι η συμπυκνωμένη μορφή της αντιπολίτευσης κατά της αστικής τάξης. Στις διαδικασίες και στις συνελεύσεις, η αντιπολίτευση πάντα έμεινε μεμονωμένη. Ηταν εργάτες ή τμήματα εργατών που πάλευαν μόνα τους ενάντια σε επί μέρους αστούς. Οταν ο αγώνας γινόταν γενικός αυτό δεν οφειλόταν σε καμιά πρόθεση των εργατών και όταν αυτό γινόταν με πρόθεση, τότε ήταν η πρόθεση του κινήματος των Χαρτιστών πίσω από αυτή. Στο κίνημα των Χαρτιστών, όμως, η εργατική τάξη στο σύνολό της ξεσηκώνεται ενάντια στην αστική τάξη και επιτίθεται πρώτα-πρώτα στην πολιτική εξουσία των αστών, στον νομικό τοίχο με τον οποίο αυτοί περιτριγύριζαν τον εαυτό τους»[32].
Ούτε, όμως, στο κίνημα των Χαρτιστών η ηγεσία δεν ήταν ομογενής. Εκτός από την «αριστερή» πτέρυγα γύρω από τους Χάρνεϊ, Τζονς και Μπροντέρ Ο’ Μπράϊαν (Bronterre O’ Brien) υπήρχε και μια «δεξιά» πτέρυγα, καθώς και αυτοί που αντιπροσώπευαν διάφορες αποχρώσεις ανάμεσα στις δύο πτέρυγες. Ιδιαίτερα στο Λονδίνο, οι εκπρόσωποι της «δεξιάς» πτέρυγας είχαν σημαντική επίδραση. Οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους εκπροσώπους των διαφόρων κατευθύνσεων καθυστερούσαν ή και εμπόδιζαν τη διεξαγωγή μαζικής δράσης, εξαιρουμένων των αιτήσεων προς το Κοινοβούλιο. Στο Βόρειο τμήμα της Αγγλίας, ιδιαίτερα στις περιοχές της εξορυκτικής βιομηχανίας, κυριαρχούσαν οι «αριστεροί» αρχηγοί. Τον Ιούλιο του 1839, υποβλήθηκε το Σχέδιο ενός «Λαϊκού Χάρτη» στο Κοινοβούλιο, σαν αίτηση. Η αίτηση ήταν υπογεγραμμένη από 1.200.000 ανθρώπους. Δηλαδή, από περισσότερους από το σύνολο των πολιτών με εκλογικό δικαίωμα στο ΗΒ, που ήταν 839.000. Η κυβέρνηση απάντησε στην αίτηση με βάναυση αστυνομική βία ενάντια στις εργατικές συνελεύσεις στο Μπέρμινγκαμ (Birmingham), με απαγόρευση των συνελεύσεων και με συλλήψεις εργατικών αρχηγών και αγκιτατόρων.
Επειτα, χιλιάδες εργάτες των ανθρακορυχείων και του μετάλλου στη Ν. Ουαλία εξοπλίστηκαν με όπλα αυτοσχέδια και παρέλασαν προς το Νιούπορτ (Newport) για να απελευθερώσουν τους φυλακισμένους ηγέτες τους. Η κυβέρνηση έστειλε μονάδες του στρατού ενάντια στους εργάτες. Δέκα εργάτες σκοτώθηκαν και πάνω από 50 τραυματίστηκαν. Οι ηγέτες της διαδήλωσης εκτοπίστηκαν και οι περισσότεροι αρχηγοί των Χαρτιστών σε όλο το ΗΒ συνελήφθησαν.
Οταν, το 1840, αποφυλακίστηκαν οι αρχηγοί των Χαρτιστών, το κίνημα αυτό αναπτερώθηκε εκ νέου. Οι αρχηγοί της «αριστερής» πτέρυγας κυριαρχούσαν. Ετσι, τον Ιούλιο του 1840, δημιουργήθηκε ο «Εθνικός Συνεταιρισμός του Χάρτη», το πρώτο μαζικό προλεταριακό κόμμα στην παγκόσμια ιστορία με μια εκλεγμένη Κεντρική Επιτροπή (Εκτελεστική Επιτροπή), 40.000 μέλη οργανωμένα σε 400 τοπικά τμήματα/κύκλους, που πλήρωναν τακτικές συνδρομές. Εβγαζαν μια εφημερίδα σαν κεντρικό όργανο «Ο Πολικός Αστέρας». Οι Χαρτιστές, με την ίδρυση ενός κόμματος, είχαν δημιουργήσει πια μια οργάνωση με την οποία μπορούσαν να ανεβάσουν την ταξική πάλη σε ένα νέο, ανώτερο στάδιο. Η ιστορική σημασία συνίσταται στο γεγονός ότι οι Χαρτιστές είχαν αναγνωρίσει, ότι χωρίς επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης δεν μπορεί να υπάρξει πολιτικός ταξικός αγώνας, ούτε προλεταριακή επανάσταση, ότι η εργατική τάξη χωρίς καθοδήγηση από το Κόμμα της, δεν μπορεί να κάνει κοινωνικές προόδους διαρκείας.
Το Κόμμα των Χαρτιστών προετοίμασε μια δεύτερη αίτηση προς το Κοινοβούλιο, αυτή τη φορά και με οικονομικές απαιτήσεις πέρα από τις πολιτικές: υψηλότεροι μισθοί, λιγότερες ώρες δουλιάς. Με τη δεύτερη αυτή αίτηση το Κόμμα προκάλεσε μια μαζική εξόρμηση: 3.315.000 εργαζόμενοι υπέγραψαν την αίτηση. Στις διαδηλώσεις, οι εργάτες έριχναν αγωνιστικά συνθήματα: «Ειρηνικά, αν γίνεται. Με τη βία, αν είναι ανάγκη».
Το Μάη του 1842, πραγματοποιήθηκε ένα κύμα από απεργίες στις Βόρειες βιομηχανικές περιοχές της Αγγλίας. Τα αιτήματα δεν ήταν μόνο οικονομικά, αλλά και πολιτικά. Οι συνελεύσεις απεργών εργατών σε μια συνδιάσκεψη συνδικάτων στο Μάντσεστερ αποφάσισαν ένα ψήφισμα με το οποίο απαίτησαν να μη δουλέψει καθόλου κανείς μέχρι ο Λαϊκός Χάρτης να γίνει νόμος της χώρας. Στο Λάνκασαϊρ (Lancashire), έγινε μια γενική απεργία, μια δυνάμει επαναστατική κατάσταση, που, ωστόσο, λόγω της διάσπασης της ηγεσίας δεν μπόρεσε να αξιοποιηθεί. Αντιπρόσωποι της «δεξιάς» πτέρυγας στην ηγεσία - ανάμεσά τους ο δημοφιλής και ευφραδής Ιρλανδός ομιλητής Φέργκας Ο’ Κόννορ (Feargus O’ Connor), ο οποίος είχε διάφορες ταλαντεύσεις - εναντιώθηκαν στις μαζικές δράσεις της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα στη γενική απεργία. Ετσι, η κυβέρνηση μπόρεσε να τσακίσει την απεργία με τα στρατεύματά της. Επειδή οι απεργοί του Λάνκασαϊρ δεν υποστηρίχτηκαν από τους εργάτες της Ν. Αγγλίας, αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στη δουλιά κάτω από δυσμενέστερους όρους.
Οι «δεξιοί» αρχηγοί των Χαρτιστών στρέφονταν όλο και περισσότερο στον τρεϊντγιουνισμό, περιορίζοντας τις δραστηριότητές τους στα οικονομικά αιτήματα. Βρήκαν μια κοινωνική βάση στον όλο και αυξανόμενο αριθμό εξειδικευμένων εργατών, οι οποίοι αυξάνονταν στο βαθμό που αναπτυσσόταν ραγδαίως η βιομηχανία με περίπλοκες τεχνικές, που δεν μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς εκπαιδευμένους εργάτες με ειδικότητα. Οι εργάτες αυτοί έπαιρναν ανώτερο μισθό, αφού το κόστος παραγωγής της εξειδικευμένης εργατικής δύναμης μπαίνει στην αξία της εργατικής δύναμης και ο μισθός, κατά μέσο όρο, αντιστοιχεί σε αυτή την αξία. Προστίθεται ο βαθμός οργάνωσης των συνδικάτων τον οποίο οι καπιταλιστές πρέπει να λάβουν υπόψη στη μισθολογική τους πολιτική. Ετσι, οι οργανώσεις των εξειδικευμένων εργατών μπορούσαν να επιβάλουν στους καπιταλιστές ένα ανώτερο επίπεδο μισθών. Με αυτό τον τρόπο, ήταν δοσμένες πια οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για τη διάσπαση της εργατικής τάξης. Συχνά, τα συνδικάτα των ειδικευμένων εργατών αρνήθηκαν να δεχτούν ανειδίκευτους εργάτες. Εφτασε η ώρα των ρεφορμιστών Η ληστεία των αποικιών από την αγγλική μεγαλοαστική τάξη της επέτρεψε να χρησιμοποιήσει ένα μέρος των παραπανίσιων κερδών της για την αναβάθμιση ενός τμήματος της εργατικής τάξης. Ετσι, το ΗΒ, αναπτύχθηκε μια εργατική αριστοκρατία, η οποία ζούσε σε σχετικά ασφαλισμένες μικροαστικές συνθήκες, απομακρύνθηκε από τις επαναστατικές ιδέες του Χαρτισμού και μετατράπηκε σε κοινωνικό στήριγμα της αστικής τάξης στο εργατικό κίνημα.
Ωστόσο, το 1848, το Κόμμα των Χαρτιστών οργάνωσε ακόμα μια φορά μια μεγάλη πολιτική δράση. Μια τελευταία αίτηση για το Λαϊκό Χάρτη συγκέντρωσε 2 εκατομμύρια υπογραφές. Η κυβέρνηση, με το πρόσχημα ότι επίκειτο μια επαναστατική κατάσταση, συγκέντρωσε στο Λονδίνο στρατεύματα: 100.000 άντρες (!) με πυροβολικό (!) και έναν ακόμα μεγαλύτερο αριθμό ειδικών μονάδων της αστυνομίας. Ηταν μια στρατιά μεγαλύτερη από αυτή που χρησιμοποίησε ο Ουέλινγκτον (Wellington) στη μάχη του Βατερλώ ενάντια στο Ναπολέοντα το 1815. Το Κοινοβούλιο απέρριψε την αίτηση - ήταν μια «ελεύθερη δημοκρατική απόφαση βούλησης», θα μπορούσαμε να πούμε σήμερα - και πολλοί αρχηγοί των Χαρτιστών συνελήφθησαν κατόπιν «δημοκρατικής συναινέσεως». Η κλασική αγγλική κοινοβουλευτική δημοκρατία έδειξε εκ νέου όλο το κάλλος της.
Τρεις δεκαετίες αργότερα, ο Φρ. Ενγκελς έγραψε στο «The Labour Standard» (Το Λάβαρο της Εργασίας), τεύχος 5, της 4ης Ιουνίου 1881: «Ετσι, η εργατική τάξη της Μεγάλης Βρετανίας πάλεψε χρόνια με πάθος και ακόμα με τη χρήση βίας για το Λαϊκό Χάρτη, που έπρεπε να της δώσει αυτή την πολιτική εξουσία. Ηττήθηκε, αλλά ο αγώνας είχε κάνει τέτια εντύπωση στη νικηφόρα μεσαία τάξη, ώστε από τότε κιόλας ήταν ευτυχής που εξαγόρασε μια πιο παρατεταμένη ανακωχή με το τίμημα όλο και νέων παραχωρήσεων στους εργαζόμενους»[33]. Κατά το Λένιν, η Αγγλία έδοσε «στον κόσμο το πρώτο ευρύ, πράγματι μαζικό, πολιτικά καθαρό προλεταριακό-επαναστατικό κίνημα, το Χαρτισμό...»[34], που από πολλές απόψεις ήταν μια προετοιμασία του μαρξισμού, ήταν η «προτελευταία λέξη πριν από το μαρξισμό»[35].