1. Ετοιμότητα και ικανότητα να καθοδηγήσουμε νέους, πιο μαζικούς αγώνες.
Παρά τα ωραία λόγια, η θέση του εργάτη και υπαλλήλου δεν αλλάζει. Μπαίνουν σε εφαρμογή μια σειρά αντεργατικά μέτρα που έχουν ψηφιστεί και δεν έχουν εφαρμοστεί ακόμη. Ετοιμάζονται να ψηφίσουν και άλλα τώρα ή στο κοντινό μέλλον.
Η εργοδοσία έχει αποθρασυνθεί. Αξιοποιεί το νόμιμο οπλοστάσιο που έχει στη διάθεσή της και μειώνει μισθούς, αφαιρεί διάφορα επιδόματα, η μη έγκαιρη πληρωμή δεδουλευμένων τείνει να γίνει κανόνας, όχι μόνο για μικρές και αδύναμες επιχειρήσεις, αλλά και για αρκετές μεγάλες. Ο ΣΕΒ και οι διάφορες ενώσεις των εργοδοτών αρνούνται με διάφορα προσχήματα την ουσιαστική συζήτηση για τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Οι απολύσεις εργαζομένων συνεχίζονται, η πρόσφατη απόφαση του ΑΣΕ για τις μαζικές απολύσεις στην Ελληνική Χαλυβουργία ανοίγει δρόμους. Ταυτόχρονα, η άγρια φορολογία, τα χαράτσια, τα μέτρα σε Υγεία - φάρμακα, στην Παιδεία, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα διαμορφώνουν μια πολύ δύσκολη κατάσταση για την πλειοψηφία των λαϊκών οικογενειών.
Όσο κι αν έχει ο κόσμος μειώσει τις απαιτήσεις του κάτω από το φόβο ότι θα βρεθεί στη στρατιά της ανεργίας, είναι βέβαιο ότι θα ξεσπάσουν αγώνες, ίσως σε πολύ περισσότερους χώρους και κλάδους το επόμενο διάστημα.
Ο φόβος της ανόδου του εργατικού κινήματος είναι που οδηγεί την άρχουσα τάξη και την κυβέρνησή της στα σχέδια για το νέο συνδικαλιστικό νόμο που ετοιμάζουν. Θέλουν να βάλουν ακόμη μεγαλύτερα εμπόδια στην κήρυξη της απεργίας, στη λειτουργία των συνδικάτων. Όπως έχει γραφτεί σε αστική εφημερίδα, με το νέο νόμο «θα πρέπει να διασφαλίζουμε το δικαίωμα στην εργασία […] και την ανατροπή κάθε αναστάτωσης που θα εμποδίζει τη λειτουργία των επιχειρήσεων»2. Απεργία, λοιπόν, που δε θα παρεμποδίζει τη λειτουργία των επιχειρήσεων! Ίσως χρειάζεται να εγκρίνει την κήρυξή της ο ίδιος ο εργοδότης.
Σαν το μακαρίτη τον Λάσκαρη, πιστεύουν ότι με νόμους θα καταργήσουν την ταξική πάλη. Το τελευταίο δε σημαίνει ότι υποτιμάμε τον κίνδυνο. Οι δυσκολίες θ’ αυξηθούν. Γι’ αυτό η καταγγελία, η αποκάλυψη αυτών των σχεδίων, η πάλη για να μην περάσουν, πρέπει να είναι στην ημερήσια διάταξη των ταξικών συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Επομένως, εμείς πρέπει να παρακολουθούμε από κοντά τις εξελίξεις στους χώρους, να ενθαρρύνουμε την κάθε αγωνιστική πρωτοβουλία, να μπαίνουμε «μέσα» στον αγώνα, να δενόμαστε με τους αγωνιζόμενους εργαζομένους, να παρεμβαίνουμε. Να βοηθάμε στο σωστό προσανατολισμό τους, στην καλύτερη οργάνωση των εργαζομένων, να δουλεύουμε για τη δημιουργία κατάλληλων υποδομών, ώστε να υπάρχει συνέχεια στην πάλη μετά από τη λήξη του συγκεκριμένου αγώνα, στην ταξική τους διαπαιδαγώγηση.
Η διαφωτιστική μας δουλειά να μην περιορίζεται στα προβλήματα των εργαζομένων της επιχείρησης ή του κλάδου. Στην πρώτη γραμμή πρέπει να βρίσκονται τα γενικά συμφέροντα της εργατικής τάξης απέναντι στο κράτος, την ΕΕ, τον εργοδοτικό συνδικαλισμό.
Να μη φοβόμαστε ή να ταλαντευόμαστε μπροστά στον αρνητικό συσχετισμό ή επειδή οι αγωνιζόμενοι εργάτες δε συμφωνούν σε όλα μαζί μας. Ο αγώνας είναι σχολείο από το οποίο πρέπει να περάσουν αναγκαστικά οι εργαζόμενοι για να μάθουν, να πειστούν από την ίδια τους την πείρα και για την ανάγκη της απαλλαγής τους από το καρκίνωμα του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού.
Μέσα σε αυτό το καμίνι θα μαθαίνει ο εργάτης για την αξία και την αναγκαιότητα της οργάνωσης, της ενότητας, της αλληλεγγύης, θα ξεπερνιούνται διάφορες αυταπάτες. Σε πολλές απεργίες υπήρχε η εντύπωση ότι με 1 - 2 μέρες απεργία η εργοδοσία θα ικανοποιήσει τα αιτήματά τους, ξεκινούσαν με ενθουσιασμό την κινητοποίηση, όμως στη συνέχεια άρχιζαν να ταλαντεύονται, να ψάχνουν μήπως μπορεί να βρεθεί μια «μέση λύση» με την εργοδοσία, δυνάμωναν οι φωνές για σταμάτημα του αγώνα.
Από την άλλη, υπάρχουν ορισμένοι που νομίζουν ότι με τις συνεχείς, επαναλαμβανόμενες απεργίες, χωρίς όμως καλή προετοιμασία και οργάνωση, χωρίς μαζική συμμετοχή, θα αναγκάσουν την εργοδοσία ή την κυβέρνηση να κάνει πίσω.
Και στις δύο περιπτώσεις υποτιμάται ότι τα μέτρα που παίρνει η εργοδοσία είναι ζωτικής σημασίας γι’ αυτήν. Ότι έχουν σχέση με την κρίση, με την ένταση της ανταγωνιστικότητας, την ανάγκη της κερδοφορίας. Μπορεί να πιέζεται από την απεργία, αλλά να μην κάνει πίσω λόγω του αδυσώπητου ανταγωνισμού. Πέρα από την οικονομική υπολογίζει και την πολιτική πλευρά, ότι δηλαδή δε θέλει να κάνει πίσω γιατί θ’ ανοίξει κακό προηγούμενο για το συγκεκριμένο χώρο, αλλά και για τις άλλες επιχειρήσεις στον όμιλο ή στον κλάδο.
Στο Φάρμακο τα τελευταία χρόνια έχουμε αύξηση κερδών, εξαγωγών, άνοδο της παραγωγικής κι εμπορικής δραστηριότητας, όμως οι φαρμακοβιομήχανοι δεν υπογράφουν τη ΣΣΕ με επιχείρημα την «αβεβαιότητα των εξελίξεων» και κυρίως γιατί «δε θέλουν να σπάσουν τη γραμμή του ΣΕΒ».
Χρειάζεται να εμπεδωθεί ότι σήμερα είναι πολύ πιο δύσκολο, σε σχέση με προηγούμενες εποχές, μ’ έναν αγώνα, πολύ περισσότερο ο κάθε χώρος μόνος του, ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση, να υπερασπιστεί το μισθό, το ωράριο και τα άλλα εργατικά δικαιώματα.
Σήμερα χρειάζεται συντονισμός κατά κλάδο, μονοπωλιακό όμιλο, οργάνωση της αλληλεγγύης, αλλαγή του συσχετισμού στα όργανα του συνδικαλιστικού κινήματος, βήματα για την αναζωογόνηση - ανασύνταξη συνολικά του εργατικού κινήματος. Να συνειδητοποιείται σωστά το περιεχόμενο του αγώνα. Κριτήριο για μας είναι οι ανάγκες των εργατών και υπαλλήλων, της νεολαίας, των εργαζόμενων γυναικών και όχι η κερδοφορία της εταιρίας ή του μονοπωλιακού ομίλου. Να κατανοείται ότι ο αγώνας δεν τελειώνει με μια μάχη, όχι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, κάθε μάχη πρέπει να προετοιμάζει για τα πιο μεγάλα και δύσκολα, να εκπαιδεύει, να συσπειρώνει νέες δυνάμεις, να διαπαιδαγωγεί τους εργάτες στο να πέφτουν στη φωτιά της ταξικής πάλης οργανωμένα, εξασφαλίζοντας κάθε φορά όσο το δυνατόν μεγαλύτερη υπεροχή δυνάμεων.
2. Συμμετοχή των εργαζομένων και δημοκρατική λειτουργία των συνδικάτων.
Τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι δυσκολίες για την ένταξη εργατών στα συνδικάτα. Η μαζικότητα, η συμμετοχή, που έτσι κι αλλιώς ήταν και προηγούμενα πολύ χαμηλή στον ιδιωτικό τομέα, είναι καίριο πρόβλημα για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος. (Αλλά και στο δημόσιο τομέα και στις λεγόμενες ΔΕΚΟ, που εμφανίζεται να είναι οργανωμένοι στα συνδικάτα σχεδόν το σύνολο των μόνιμων υπαλλήλων, η πραγματική συμμετοχή είναι πολύ μικρή. Εδώ μάλιστα οι ηγεσίες των συνδικαλιστικών οργανώσεων αρνούνται να δεχτούν ως μέλη χιλιάδες εργαζομένους έκτακτους, ορισμένης διάρκειας, ενοικιαζόμενους κλπ.)
Η εργοδοτική τρομοκρατία ήταν πάντα μεγάλο εμπόδιο, ακόμη μεγαλύτερο είναι στις μέρες μας ο φόβος της ανεργίας. Η δυσκολία των συνδικάτων να κατακτήσουν ζωτικής σημασίας αιτήματα, να υπογράψουν ΣΣΕ, απομακρύνει εργαζομένους από την οργάνωση, αναζητούνται ατομικές, ουτοπικές λύσεις.
Για να υπερνικηθούν αυτές οι δυσκολίες, πρέπει ν’ ανέβει, ανάμεσα σε άλλα, κατακόρυφα και η συλλογική λειτουργία των συνδικάτων, να βελτιωθεί το περιεχόμενο της δράσης τους. Να καταπολεμηθεί στην πράξη ο διαμορφωμένος σε μεγάλη έκταση γραφειοκρατικός τρόπος λειτουργίας που απωθεί, δε συσπειρώνει, μειώνει το κύρος του συνδικάτου. Τρόπος λειτουργίας που είναι συνέπεια της εδραιωμένης άποψης ότι η αποστολή του συνδικάτου αρχίζει και τελειώνει σε ορισμένες κυρίως οικονομικού χαρακτήρα διεκδικήσεις.
Οι οικονομικές διεκδικήσεις είναι ασφαλώς βασικό ζήτημα στη δράση των συνδικάτων, όμως η αποστολή τους δεν τελειώνει εκεί.
Παλεύουμε για ζωντανά σωματεία που θα κατακτούν και θα βελτιώνουν συνεχώς τη συλλογική λειτουργία. Το διοικητικό συμβούλιο να γίνει χώρος ουσιαστικής συζήτησης των εξελίξεων στον κλάδο, μελέτης των εμπειριών, χώρος ουσιαστικής διαπάλης των διαφόρων απόψεων, χώρος επεξεργασίας της τακτικής, σχεδιασμού της δράσης.
Ακόμη περισσότερο, οι γενικές συνελεύσεις ν’ αποκτήσουν ουσιαστικό περιεχόμενο. Ο απολογισμός, ο προγραμματισμός, ο έλεγχος του ΔΣ να έχουν τη σφραγίδα του συλλογικού προβληματισμού. Να αναπτύσσονται η συλλογική σκέψη κι εμπειρία από τους χώρους δουλειάς, από τις εξελίξεις στον κλάδο. Να γίνεται συζήτηση για τα αιτήματα, το διεκδικητικό πλαίσιο. Να ενθαρρύνεται η συζήτηση. Είναι πρόβλημα το γεγονός ότι λίγοι εργαζόμενοι παίρνουν το λόγο στις γενικές συνελεύσεις.
Τα σωματεία πρέπει να εμπλουτίσουν πολύ περισσότερο τη δράση τους με εκδηλώσεις μορφωτικού και πολιτιστικού περιεχομένου. Τέτοιες μορφές συσπειρώνουν κόσμο, διαπαιδαγωγούν. Μπορεί, για παράδειγμα, να υποτιμηθεί η προσπάθεια να γνωρίζουν οι εργάτες ενός κλάδου την ιστορία του, τους αγώνες που προηγήθηκαν, τους ήρωες που ανέδειξε, ότι, για να κατακτηθούν το 8ωρο, η ασφάλιση, οι ΣΣΕ, έγιναν σκληροί αγώνες, πρωτοπόροι εργάτες έδωσαν τη ζωή τους;
Έχει αποδειχτεί ότι η μαζική παρακολούθηση μιας κινηματογραφικής ταινίας, κάποιου θεατρικού έργου, μια εκδρομή σε ένα ιστορικό μέρος, μια εκδήλωση για τα παιδιά των εργαζομένων, για τους ανέργους είναι μορφές που συσπειρώνουν, διαπαιδαγωγούν.
Το συνδικάτο πρέπει να φροντίζει, πολύ περισσότερο τώρα, για τη συσπείρωση στις γραμμές του της νέας βάρδιας εργαζομένων, των νέων σε ηλικία συναδέλφων. Η μαζική ένταξή τους θα φέρει ζωντάνια, άλλη δυναμική στον αγώνα.
Οι καθυστερήσεις και οι αδυναμίες που εντοπίζονται στον προσανατολισμό των σωματείων στην εργατική νεολαία, η αδύναμη συζήτηση στα ΔΣ με αντίστοιχους στόχους κι έλεγχο, η χαλαρή επαφή που έχουμε με τους χώρους κατάρτισης και μαθητείας είναι πλευρές που προβληματίζουν και πρέπει να δοθούν απαντήσεις.
Απαιτείται πιο εξειδικευμένη δουλειά σε μια σειρά ζητήματα και προβλήματα. Επιφανειακά, εξετάζοντας το πρόβλημα του Ασφαλιστικού, μοιάζει να μην ενδιαφέρει τη νεολαία. Φυσικά, αν μιλάμε μόνο για τη σύνταξη, το θέμα δε συγκινεί το νεαρό εργαζόμενο, το βλέπει πολύ μακρινό. Χρειάζεται, λοιπόν, δουλειά που θα δείχνει ότι οι ανατροπές που έγιναν αφορούν τη ζωή του τώρα, π.χ., στα ζητήματα της Υγείας.
Η δουλειά του σωματείου στη νεολαία του κλάδου απαιτεί ειδικό σχεδιασμό, να είναι μόνιμο θέμα συζήτησης και δράσης και όχι μόνο όταν υπάρχει κάποια κεντρική πρωτοβουλία.
Είναι λάθος η αντίληψη ότι η γενική δουλειά ακουμπά αντικειμενικά ζητήματα της νεολαίας. Τα συνδικάτα πρέπει να βάλουν στόχο να αντιμετωπιστεί ο απαράδεκτος διαχωρισμός των μισθών με βάση την ηλικία (510€ για τους νέους έως 25 ετών), να επεξεργάζονται ειδικά αιτήματα για τα νέα ζευγάρια. Να αναπτύσσουν δράση που συσπειρώνει νέους και νέες, π.χ. αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες.
3. Η μαζική οργάνωση των εργαζομένων στον τόπο εργασίας είναι προϋπόθεση για αποτελεσματικούς αγώνες στην επιχείρηση, στον κλάδο και γενικότερα.
Οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και ειδικά στις εργασιακές σχέσεις, όπως η μερική απασχόληση, η σταδιακή κατάργηση του 8ώρου κλπ., όξυναν ακόμη περισσότερο την αναντιστοιχία της δομής του συνδικαλιστικού κινήματος σε σχέση με τις αλλαγές μεταξύ κλάδων και τομέων της οικονομίας. Ενώ ενισχύθηκε η τάση συγκέντρωσης της εργατικής τάξης, η δομή του συνδικαλιστικού κινήματος, παρά τις προσπάθειές μας, δεν ανταποκρίνεται ακόμη σε αυτές τις αλλαγές.
Για πολλές δεκαετίες στη χώρα μας κυριάρχησε η δομή του συνδικάτου ανά ειδικότητα. Ακόμη και σήμερα, κυρίως στο δημόσιο τομέα, στις ΔΕΚΟ, αλλά και σε τμήματα του ιδιωτικού τομέα, κυριαρχεί αυτή η μορφή. Π.χ., στην ΕΥΔΑΠ εργάζονται λίγο πάνω από 2.000 μόνιμοι εργαζόμενοι. Αυτοί είναι οργανωμένοι σε 11 συνδικάτα, τα περισσότερα των διάφορων ειδικοτήτων. Ταυτόχρονα, υπάρχει άρνηση των ΔΣ να δεχτούν στη δύναμή τους εκατοντάδες εργαζομένους που δουλεύουν στην εταιρία μέσω εργολάβων ή άλλους με 8μηνη ή 5μηνη σύμβαση.
Κοντά σε αυτό, έχουμε εδώ και δεκαετίες την πολυδιάσπαση, τον κατακερματισμό του συνδικαλιστικού κινήματος. Π.χ., στον κλάδο των Τροφίμων υπάρχουν 10-11 ομοσπονδίες.
Αυτή η δομή αναπαράγει το συντεχνιασμό, το ρεφορμισμό, οδηγεί στη διάσπαση των εργαζομένων. Δεν είναι η μοναδική αιτία των ρεφορμιστικών αυταπατών, είναι όμως ένας πολύ σοβαρός παράγοντας.
Η ΠΑΣΚΕ και η ΔΑΚΕ αξιοποίησαν στο έπακρο αυτές τις μορφές για να κυριαρχήσουν στο συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας. Με τις πολύ μικρότερες δυνάμεις του έκανε ό,τι μπορούσε και ο Συνασπισμός. Στον κλάδο του Φαρμάκου, για παράδειγμα, δημιούργησε διασπαστική ομοσπονδία με βάση την ειδικότητα (ιατρικοί επισκέπτες). Όλοι μαζί έχουν το θράσος να κατηγορούν το ΠΑΜΕ για διάσπαση.
Ο χαμηλός βαθμός της συνδικαλιστικής οργάνωσης, η ένταξη στις γραμμές της εργατικής τάξης νέων δυνάμεων, κατά κανόνα με ελαστικές σχέσεις, η τρομακτική αύξηση της ανεργίας, ο κατακερματισμός, δημιούργησαν μια νέα, σύνθετη κατάσταση. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τη βαθύτερη πρόσδεση κι ενσωμάτωση των ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών ηγεσιών στη στρατηγική του κεφαλαίου και της ΕΕ, απαιτούν πιο γρήγορες αλλαγές και προσαρμογές από την πλευρά των ταξικών δυνάμεων.
Εδώ και αρκετά χρόνια το ΠΑΜΕ ξεκίνησε μια πιο συστηματική προσπάθεια, όμως τα βήματα είναι μικρά και αποσπασματικά. Χρειάζεται πιο συστηματική μελέτη του βαθμού συγκέντρωσης της εργατικής τάξης κατά κλάδο, της διαστρωμάτωσης, των εξελίξεων μέσα στην περίοδο της κρίσης, των μηχανισμών επίδρασης της εργοδοσίας και του κυβερνητικού συνδικαλισμού. Να δυναμώσουν οι πρακτικές ενέργειες για τη δημιουργία νέων συνδικάτων, για ενοποιήσεις ομοσπονδιών και σωματείων.
Με βάση τις μελέτες μας για την ολοκληρωμένη κι ακριβή εικόνα της σύγχρονης κλαδικής διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας και την πείρα που αποκτήσαμε, έχουμε προκρίνει τη μορφή οργάνωσης των εργαζομένων κατά κλάδο παραγωγής σε επίπεδο νομού ή ευρύτερης περιφέρειας της χώρας.
Ξεκαθαρίζουμε ότι με τα κλαδικά συνδικάτα προσπαθούμε να συσπειρώσουμε όλους τους εργαζομένους του κλάδου, ανεξάρτητα από ειδικότητες (εργαζόμενοι στην παραγωγή, τεχνικοί, χειριστές, ηλεκτρολόγοι, μεταφορείς, λογιστές κλπ.), ανεξάρτητα επίσης από εργασιακές σχέσεις (μόνιμοι, ενοικιαζόμενοι, μερικής απασχόλησης, ορισμένου χρόνου κλπ.).
Αυτή η μορφή βοηθά στην ενότητα των εργαζομένων του κλάδου, στην αποτελεσματικότητα των αγώνων τους, με μια προϋπόθεση: Ότι το κλαδικό συνδικάτο θα στηρίζεται στη γερή και μαζική οργάνωση στο χώρο εργασίας, ιδιαίτερα στις πιο μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου. Έχει ιδιαίτερη σημασία η προσπάθεια των κλαδικών συνδικάτων να οργανώσουν σε κάθε επιχείρηση σωματειακές επιτροπές που θα συνδέουν την κεντρική διοίκηση του συνδικάτου με τους εργαζομένους του κάθε χώρου. Πρόκειται για δύσκολο καθήκον και απαιτείται διαρκής αγώνας, γιατί η εργοδοσία παρεμβάλλει εμπόδια, τρομοκρατία, κάποιες φορές καταφέρνει να διαλύσει επιτροπές. Δε θέλει οργάνωση των εργατών στα πόδια της.
Μεγάλη συμβολή στον αγώνα έχουν επιχειρησιακά σωματεία που ανήκουν στη δύναμη του ΠΑΜΕ. Τη μορφή του σωματείου ανά μονάδα παραγωγής, όχι μόνο δεν την απορρίπτουμε, αλλά την επιδιώκουμε, ιδιαίτερα για επιχειρήσεις με μεγάλο αριθμό εργαζομένων.
Είτε με επιχειρησιακό είτε με σωματειακή επιτροπή με αρμοδιότητες, αυτό που έχει σημασία είναι να οργανώνονται οι εργαζόμενοι στο χώρο εργασίας τους. Να δημιουργούμε ένα πλέγμα κλαδικών με επιτροπές και επιχειρησιακών συνδικάτων σε κάθε κλάδο, που θα ενώνουν το σύνολο των εργαζομένων, ανεξάρτητα από ειδικότητες, εργασιακές σχέσεις αορίστου ή προσωρινού χρόνου απασχόλησης. Κι εδώ απαιτείται το συνδικάτο να κάνει εξειδικευμένη δουλειά με στόχους και αιτήματα για τους νέους, τις γυναίκες, για τους παιδικούς σταθμούς, για τους υπαλλήλους του εργοστασίου που συνήθως δε συμμετέχουν, τους ενοικιαζόμενους, τους έκτακτους, τους μετανάστες.
Η συγκρότηση, η λειτουργία και η δράση των δυνάμεών μας εκεί όπου είμαστε μειοψηφία πρέπει ν’ ανέβει σε ανώτερο επίπεδο, γιατί η αλλαγή συσχετισμών, η αλλαγή της κατάστασης, απαιτεί επίμονη δουλειά, συστηματική, τεκμηριωμένη αντιπαράθεση με τις άλλες δυνάμεις. Απαιτεί ακόμη σχέδιο αλλαγών για όλο τον κλάδο και σε βάθος χρόνου. Η μέχρι τώρα δράση μας συνήθως απαντάει στις δραστηριότητες των άλλων δυνάμεων, δουλεύουμε μπροστά σε απεργίες ή αρχαιρεσίες, δε λειτουργούμε αυτοτελώς και συνεχώς όπως εάν είχαμε εμείς την πλειοψηφία.
4. Αγώνας για την αλλαγή συσχετισμών στα όργανα του συνδικαλιστικού κινήματος.
Έχουμε πολλές φορές μιλήσει για τις ευθύνες των άλλων συνδικαλιστικών παρατάξεων για την κατάσταση στο συνδικαλιστικό κίνημα. Με κύρια ευθύνη της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ που κυριάρχησαν σε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ και τη συνδρομή των δυνάμεων του Συνασπισμού για πάνω από δύο δεκαετίες, επέβαλαν σε αυτές τις κορυφαίες συνδικαλιστικές οργανώσεις τη γραμμή του κοινωνικού εταιρισμού, της ταξικής συνεργασίας. Με τους κοινωνικούς διάλογους αποπροσανατόλισαν, αλυσόδεσαν, αφόπλισαν την εργατική τάξη, που βρέθηκε απροετοίμαστη όταν δέχτηκε την επίθεση του κεφαλαίου μόλις ξέσπασε η καπιταλιστική κρίση. Πριν την εκδήλωση της κρίσης υπόγραψαν ΕΓΣΣΕ με ελάχιστα λεπτά αύξηση, συμφώνησαν με τις ανατροπές των εργασιακών σχέσεων, με τις ομαδικές απολύσεις αρκεί να είναι αιτιολογημένες, στην περίοδο της κρίσης έβαλαν την υπογραφή τους στις μειώσεις μισθών και μεροκάματων.
Αυτό που σήμερα έχει σημασία είναι ότι με αυτές τις ηγεσίες στη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ και με αυτούς τους συσχετισμούς, ειδικά στις βασικές ομοσπονδίες ιδιωτικού και δημόσιου τομέα και στα πρωτοβάθμια σωματεία σε μεγάλες επιχειρήσεις, εργοστάσια, νοσοκομεία, τράπεζες κ.ά., δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί η επιθετικότητα του κεφαλαίου που συνεχίζεται και κλιμακώνεται.
Η ανατροπή αυτής της κατάστασης, η αλλαγή των συσχετισμών, ξεκινώντας από τα κάτω, το πρωτοβάθμιο, απαιτεί να επεξεργαστούμε καλύτερα το περιεχόμενο της δράσης μας, τα αιτήματά μας, την τακτική μας, τις μορφές δουλειάς. Να δουλεύουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να έχουμε την πρωτοβουλία στην αντιμετώπιση προβλημάτων του κλάδου ή του χώρου, να οξύνουμε την αντιπαράθεση με την εργοδοτική πλειοψηφία, να έχουμε όλο και πιο διακριτή παρουσία και ταυτόχρονα να συνδεόμαστε με εργαζομένους που δε συμφωνούν πλήρως μαζί μας, που μας αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη.
Να δουλεύουμε με μακροπρόθεσμη προοπτική για την αλλαγή των συσχετισμών, όχι την τελευταία στιγμή. Στις αρχαιρεσίες οι άλλες δυνάμεις βάζουν σε κίνηση ολόκληρο μηχανισμό, αξιοποιούν την εργοδοσία, τους εκβιασμούς, τις συναλλαγές, τις νοθείες. Εμείς βασιζόμαστε στη δράση μας, στον αγώνα μας, στις θέσεις μας, στους δεσμούς με τους εργαζομένους, στην προσπάθεια συσπείρωσης δυνάμεων, στην ιδεολογική-πολιτική διαπάλη μιας μεγάλης περιόδου. Η δουλειά της τελευταίας στιγμής δε φέρνει αποτελέσματα.
Οι θετικές αλλαγές στις διοικήσεις οργανώσεων μπορεί να ενισχύσουν την ταξική αντίληψη, τη γραμμή σύγκρουσης με την εργοδοσία, το κράτος και την κυβερνητική πολιτική. Γι’ αυτό οι αρχαιρεσίες, ως συστατικό μέρος της συνολικής δουλειάς στο εργατικό κίνημα, αποτελούν πρωταρχικό καθήκον, η καλή προετοιμασία τους σοβαρή υποχρέωση όλων των δυνάμεων του ταξικού κινήματος.
Εξετάζοντας τα αποτελέσματα των αρχαιρεσιών στα σωματεία και τα συνέδρια ομοσπονδιών και εργατικών κέντρων του πρώτου εξαμήνου του 2014, προκύπτουν χρήσιμα για τη δουλειά μας συμπεράσματα.
- Είναι σημαντικό ότι όχι μόνο δεν έχουμε υποχώρηση του ΠΑΜΕ, απεναντίας μέσα σ’ αυτή την εξαιρετικά δύσκολη και σύνθετη περίοδο οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ αντέχουν και σε αρκετούς κλάδους κερδίζουν σε ποσοστά και σε ψήφους.
Εκτός όμως από την τάση ενίσχυσης του ΠΑΜΕ που διατηρείται και που είναι σημαντικό ζήτημα, τα άλλα στοιχεία δεν δείχνουν ακόμη σημάδια ανάκαμψης και ανασύνταξης του κινήματος. Π.χ.:
α) Συνεχίζεται η τάση μείωσης των ψηφισάντων εκτός κάποιων εξαιρέσεων, που εκφράζει τάση απομαζικοποίησης των συνδικάτων.
Η μείωση αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά στην κρίση και τη μείωση των εργαζόμενων των κλάδων. Αντανακλά και την κατάσταση των σωματείων, την εκφυλιστική κατάσταση και τις ευθύνες του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, αλλά και τις αδυναμίες των δικών μας δυνάμεων και των συνδικάτων που το ΠΑΜΕ είναι πλειοψηφία.
β) Παρά τις απώλειες η ΠΑΣΚΕ και η ΔΑΚΕ εξακολουθούν να αποτελούν τους βασικούς πυλώνες του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, με τη ΔΑΚΕ να δείχνει σταθερότητα, να ενισχύεται έναντι της ΠΑΣΚΕ η οποία εξακολουθεί να αποδυναμώνεται και να αποτελεί τη βασική πηγή ενίσχυσης του ΣΥΡΙΖΑ.
γ) Οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ ενισχύονται κυρίως στο δημόσιο και τις πρώην ΔΕΚΟ μέσα από τη μετατόπιση δυνάμεων από το ΠΑΣΟΚ και μέσα από συνεργασίες με την ΠΑΣΚΕ ή τμήματά της και τη ΔΑΚΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι το πρώτο εξάμηνο ο ΣΥΡΙΖΑ συμμετέχει σε κοινά ψηφοδέλτια με ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ ή μόνο με την ΠΑΣΚΕ σε 6 εργατικά κέντρα (Άρτα, Κεφαλονιά, Ελευσίνα, Δράμα, Αρκαδία, Γιαννιτσά), σε 3 ομοσπονδίες (ΟΣΝΙΕ, Πετρέλαια, ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ) και φυσικά σε πολλά πρωτοβάθμια.
δ) Δεν έχουμε σημαντική ανάπτυξη των αγώνων, παρά την οξύτητα των προβλημάτων. Έχουμε ξεσπάσματα αμυντικού χαρακτήρα σε ένα κλίμα μείωσης των απαιτήσεων από την πλειοψηφία των εργαζομένων.
Φυσικά σε κάθε κλάδο, εργατικό κέντρο, σωματείο που έκανε αρχαιρεσίες προκύπτουν πλούσια συμπεράσματα που πρέπει να εξετάζονται, να αναδεικνύονται, να αφομοιώνονται, να γίνονται οδηγός στην παραπέρα δράση μας. Με βάση προηγούμενα συμπεράσματα να αντιμετωπίσουμε αρχαιρεσίες τους επόμενους μήνες σε συνδικάτα κρίσιμα για τους συνολικούς συσχετισμούς και την πορεία αναζωογόνησης του κινήματος.
5. Πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό.
Το σύστημα αξιοποιεί προς όφελός του κάθε ρεύμα ή άποψη που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στις λαϊκές μάζες. Αξιοποιεί ιδιαίτερα τα διάφορα οπορτουνιστικά ρεύματα και ομάδες. Στη διάρκεια της κρίσης ανέπτυξαν διάφορες θεωρίες και πρακτικές που προκάλεσαν σύγχυση, αποπροσανατολισμό, υπονόμευσαν τον ταξικό προσανατολισμό της πάλης.
Βάφτισαν αντικαπιταλιστική πάλη διάφορα αιτήματα και συνθήματα μιας εναλλακτικής διαχείρισης του καπιταλισμού, όπως έξω από το ευρώ, αλλά μέσα στην ΕΕ, αναδιαπραγμάτευση ή και προσωρινή στάση πληρωμής του χρέους χωρίς όμως άρνηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας κι εξουσίας που οδηγεί και στη συμμετοχή στη διεθνή καπιταλιστική αγορά. Προβάλλουν την ενότητα δράσης διάφορων ρευμάτων πάνω σε ένα πρόβλημα, χωρίς τελικό σκοπό και προϋποθέσεις ή ακόμα περισσότερο με κυβερνητικό στόχο στο έδαφος του καπιταλισμού.
Ιδιαίτερα οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ στο συνδικαλιστικό κίνημα προτείνουν την «ενότητα των δυνάμεων της Αριστεράς», των «αριστερών δυνάμεων στο συνδικαλιστικό κίνημα» πάνω σ’ ένα ελάχιστο πλαίσιο διεκδικήσεων. Καλούν σε ενότητα το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ την ίδια στιγμή που τα καταγγέλλουν για σεχταριστική, διασπαστική πολιτική. Βεβαίως, την ίδια ώρα που καλούν σε ενότητα πρωτοστατούν ή συμμετέχουν στη δημιουργία διασπαστικών συνδικάτων, κατεβαίνουν σε κοινά ψηφοδέλτια με την ΠΑΣΚΕ και τη ΔΑΚΕ ενάντια στα ταξικά ψηφοδέλτια του ΠΑΜΕ σε δεκάδες ομοσπονδίες, εργατικά κέντρα, σωματεία.
Γενικά, δε χάνουν ευκαιρία να χτυπήσουν την επαναστατική γραμμή του ΚΚΕ, να συκοφαντήσουν το Κόμμα, τις αγωνιστικές παραδόσεις του εργατικού κινήματος.
Η συνδικαλιστική παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ, η Αυτόνομη Παρέμβαση, που πρόσφατα μετονομάστηκε σε «ΜΕΤΑ», έχει μεγάλες ευθύνες για την πορεία του συνδικαλιστικού κινήματος στη χώρα μας.
Αποδέχτηκε τη λογική των κοινωνικών διαλόγων, επιτέθηκε στη γραμμή της ταξικής πάλης, πρωτοστάτησε στην επίθεση ενάντια στο ΠΑΜΕ από την πρώτη μέρα της ίδρυσής του.
Αποπροσανατολίζει και απομαχητικοποιεί το εργατικό κίνημα εστιάζοντας στην κριτική απέναντι στη «νεοφιλελεύθερη» διαχείριση του συστήματος και στη διεκδίκηση «αριστερής» διακυβέρνησης.
Συνεχίζει να εξωραΐζει τις συμβιβασμένες πλειοψηφίες. Για το ΜΕΤΑ η στάση των ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ δεν είναι συνειδητή γραμμή κυβερνητικής κι ευρωενωσιακής ενσωμάτωσης, αλλά στοιχείο αδυναμίας τους να σταθούν στο ύψος των αναγκών. Συνεργάζονται αρμονικά μεταξύ τους και όλοι μαζί, ακόμη και με την εργοδοσία, για να εμποδίσουν την άνοδο του ΠΑΜΕ. Έχουμε πολλά να πούμε για τα έργα και τις μέρες των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ σε διάφορους κλάδους (Φάρμακο, Ιδιωτικοί Υπάλληλοι και πολλοί άλλοι).
Το μέτωπο απέναντι στο ρεφορμισμό και τον οπορτουνισμό πρέπει να ενισχυθεί με διαπάλη κυρίως ως προς το περιεχόμενο της πολιτικής του και όχι ως προς τις μορφές πάλης. Είναι όρος για την ανασύνταξη του κινήματος.
Φυσικά πρέπει να είναι καθαρό ότι η αποκάλυψη του ρόλου της συνδικαλιστικής παράταξης του ΣΥΡΙΖΑ δε σημαίνει αυτόματα και χρεοκοπία του ρεφορμισμού ή οπορτουνισμού. Αυτή θα κριθεί με τη δουλειά μέσα στις μάζες, με την πάλη για την καταπολέμηση ριζωμένων αντιλήψεων και με διαρκή κι επίμονη πάλη με τους παράγοντες που τροφοδοτούν αυτά τα αντεπαναστατικά ρεύματα.
6. Για την οικοδόμηση γερών ΚΟΒ στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις.
Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι πρέπει καθημερινά να διεξάγουμε τη μάχη των ιδεών. Η πάλη αυτή να διαποτίζει την πρακτική μας δράση. Η μάχη των ιδεών είναι προϋπόθεση οργάνωσης των εργατικών, των λαϊκών μαζών. Η ιδεολογική αντεπίθεση παίζει σήμερα, περισσότερο από πριν, ρόλο οργανωτικού παράγοντα στην αφύπνιση λαϊκών μαζών, πριν απ’ όλα εργατοϋπαλλήλων, μισθωτών, της νέας βάρδιας της εργατικής τάξης, της νεολαίας. Από αυτήν τη μάχη θα κριθεί η διαμόρφωση κομμουνιστικής πρωτοπορίας στους μεγάλους εργασιακούς χώρους, η προσπάθεια για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος.
Η πάλη αυτή, φυσικά, διεξάγεται από ολόκληρο το Κόμμα. Θα γίνεται όμως όλο και πιο αποτελεσματική, όπως επίσης η απαίτηση για ένα ανώτερο επίπεδο πολιτικής επαγρύπνησης κι ετοιμότητας, ισχυροποίησης των δεσμών του ΚΚΕ με πλατιές εργατικές μάζες θα προωθείται πιο γρήγορα, στο βαθμό που ξεπερνιούνται καθυστερήσεις στον προσανατολισμό και στο σχεδιασμό οικοδόμησης ΚΟΒ στα μεγάλα εργοστάσια κι επιχειρήσεις.
«Το σχέδιο για την ανασύνταξη και ανάπτυξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος στη γραμμή της ρήξης και της ανατροπής στην προοπτική της λαϊκής εξουσίας δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί και να δημιουργηθούν προϋποθέσεις αντεπίθεσης, αν δε στηριχτεί σ’ ένα πλέγμα γερών και μαζικών Κομματικών και Κνίτικων Οργανώσεων στους μεγάλους τόπους δουλειάς, στη βιομηχανία, στο εμπόριο, τις υπηρεσίες, στους βασικούς κλάδους, στις βιομηχανικές ζώνες»3.
Χρειαζόμαστε πολύ περισσότερες ΚΟΒ στους τόπους δουλειάς, ικανές να διεξάγουν μόνιμη, σταθερή, ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική πάλη. ΚΟΒ που θα έχουν καλή γνώση της κατάστασης του κλάδου παραγωγής, θα παρακολουθούν τις εξελίξεις στον κλάδο, το βαθμό μονοπώλησης, τον ενδοκλαδικό και διακλαδικό ανταγωνισμό, τις διεθνείς εξελίξεις.
ΚΟΒ, που, χωρίς να συνδέονται αποκλειστικά με τις ανάγκες των σωματείων, θ’ αποκτούν την ικανότητα να οργανώνουν τους εργάτες, να τους εμψυχώνουν, να είναι στην πρώτη γραμμή του αγώνα για τις λαϊκές ανάγκες. Ν’ απευθύνονται και να συνδέονται με τη μεγάλη μάζα των συναδέλφων τους, δίνοντας παράλληλα με υπομονή κι επιμονή τη μάχη με τις διάφορες ρεφορμιστικές αυταπάτες και αντιλήψεις.
Στους αγώνες των τελευταίων χρόνων, στο πλευρό των μελών του Κόμματος, σε όλα σχεδόν τα εργοστάσια, πάλεψαν και αναδείχτηκαν μαζί με άλλους εργάτες και πολλοί οπαδοί του ΚΚΕ. Προϋπόθεση για να προχωρήσει η οικοδόμηση του Κόμματος, για να δυναμώσει συνολικά η δράση μας, είναι ν’ αποκτήσουμε ένα ανώτερο ιδεολογικό και οργανωτικό επίπεδο σχέσεων μαζί τους. Υπάρχει ζήτημα με το πώς τους μεταχειριζόμαστε, πώς τους αξιοποιούμε. Ασφαλώς, δεν ταυτίζονται με τα κομματικά μέλη μας, αλλά ούτε και με τους υπόλοιπους εργαζομένους. Μπορεί να γίνουν δύναμη που θα παίζει σοβαρό ρόλο στην υλοποίηση του Προγράμματός μας, στην οικοδόμηση, στη διάδοση της πολιτικής μας, στην ανασύνταξη του κινήματος.
Δε φτάνει λοιπόν να τους αντιμετωπίζουμε σαν απλούς ψηφοφόρους, να αρκούμαστε να έρχονται στις κομματικές εκδηλώσεις ως θεατές, ν’ απεργούν, να συμπληρώνουν τα ψηφοδέλτιά μας, να μας ενισχύουν οικονομικά και να μένουμε εκεί. Αν τους χειριζόμαστε έτσι, αντί για δύναμη προώθησης της πολιτικής μας θα είναι δύναμη ανάσχεσης, θα μεταφέρουν την πίεση του αντιπάλου στο εσωτερικό μας, γιατί και αυτοί επηρεάζονται από μια σειρά αντιλήψεις του ρεφορμισμού και του οπορτουνισμού που τις μεταφέρουν στο Κόμμα. Απαιτείται επομένως καθημερινή συζήτηση, ενημέρωση, φροντίδα για την ιδεολογική και πολιτική τους συγκρότηση, και ταυτόχρονα να τους ενθαρρύνουμε να πάρουν μέρος στην πρακτική δράση, ν’ αποκτούν και να εκφράζουν γνώμη μέσα από τη δράση. Έτσι θα γίνουν η δεξαμενή άντλησης νέων κομματικών μελών, αλλά και πρωτοπόρων εργατών που θα εκλεγούν στα ΔΣ, θα οργανώσουν την πάλη, θα μαζικοποιήσουν τα συνδικάτα.