Παρά την ύπαρξη διάφορων κομμάτων και κινήσεων, οι βασικές τους επεξεργασίες και θέσεις ουσιαστικά συμπίπτουν, γι’ αυτό ενιαία θα γίνει η κριτική τους παρουσίαση στις σελίδες που ακολουθούν με την απαραίτητη αναφορά στις όποιες διαφοροποιήσεις.
ΟΙ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΕΣ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Γενικά, ως σοσιαλδημοκρατική «φυσιογνωμία»20, προβάλλουν ένα πλαίσιο μέτρων που τα έχει ανάγκη η καπιταλιστική οικονομία τόσο για το διεθνή ανταγωνισμό και την κερδοφορία όσο και για την καθυπόταξη των αντιδράσεων των εργαζομένων. Έτσι, ως σοσιαλιστικό προσανατολισμό προβάλλουν την «κοινωνική ευαισθησία», τη «μέριμνα για τους αδυνάτους» και ταυτόχρονα το προχώρημα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, την αφαίρεση μιας σειράς εμποδίων στην κερδοφορία του κεφαλαίου.
Ο Ηλίας Μόσιαλος δίνει την εξής περιγραφή: «Η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία επιδιώκει να παρέμβει καταλυτικά σ’ έναν κόσμο όπου ισχυρά οικονομικά συμφέροντα δρουν κυριαρχικά, χωρίς όμως να καταργήσει βασικές συνιστώσες της αγοράς, μεταξύ των οποίων είναι και η ατομική ιδιοκτησία και η επιδίωξη του κέρδους. Πολιτικοποιεί τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης εγγυώμενη τις δημοκρατικές ελευθερίες και την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων κι εξασφαλίζει την αειφορία των φυσικών πόρων και του περιβάλλοντος, ξεπληρώνοντας αντί να συσσωρεύει το χρέος που έχουμε προς τις επόμενες γενιές […] Η σοσιαλδημοκρατία δεν παγιδεύεται στο δίλημμα “υπέρ ή κατά της ελεύθερης αγοράς”. Στηρίζει κάθε υγιή κι ελπιδοφόρα ιδιωτική πρωτοβουλία και την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας, χωρίς να επιτρέπει τα λάθη και τις αδικίες του νεοφιλελευθερισμού. Θεωρεί ότι η ελεύθερη αγορά, από μόνη της, δημιουργεί εισοδηματικές ανισότητες και ανισότητες ευκαιριών. Γι’ αυτό και παρεμβαίνει, ώστε να μειώνονται οι ανισότητες αυτές σε όλα τα επίπεδα, μέσω του αποτελεσματικού ελέγχου της αγοράς και φυσικά όχι του ασφυκτικού περιορισμού της».
Ανάλογες περιγραφές θα διαβάσει κάποιος και στη ΔΗΜΑΡ. Η ιδρυτική της διακήρυξη αναφέρει: «Ο πυρήνας των ανανεωτικών ιδεών, που τον κωδικοποιούμε στις θεμελιώδεις αρχές “δημοκρατικός σοσιαλισμός - αριστερός ευρωπαϊσμός - μεταρρυθμιστική στρατηγική - οικολογική εγρήγορση”, είναι και παραμένει στοιχείο της ταυτότητάς μας […] Είμαστε η Αριστερά που διεκδικεί ένα κεντρικό πρόταγμα συσπείρωσης των προοδευτικών πολιτών, οι οποίοι παρακολουθούν με αγωνία την αποδιάρθρωση όχι μόνο του πολιτικού συστήματος, αλλά και της ίδιας της κοινωνικής συνοχής: Του δημόσιου συμφέροντος. Η κριτική στην “ιδεολογία τoυ ατομικισμού”, τόσο στη μορφή της οικονομικής μεγέθυνσης όσο και στη μορφή της κουλτούρας του ευδαιμονισμού, για εμάς συνοδεύεται με την έμφαση στην έννοια του δημόσιου συμφέροντος, την υπεράσπιση του μη εμπορεύσιμου “δημόσιου αγαθού”, την υπεράσπιση και τη διεύρυνση του “δημόσιου χώρου”».
Το βασικό ιδεολογικό τους στίγμα συμπυκνώνεται στην ανάγκη πολιτικού ελέγχου της καπιταλιστικής οικονομίας, «της αγοράς», της «παγκοσμιοποίησης», «του διεθνούς ανταγωνισμού» κλπ. Αυτό που οι ίδιοι παρουσιάζουν ως διαφορά από τα αντίπαλα «δεξιά» ή «φιλελεύθερα» κόμματα, όσον αφορά το προπαγανδιστικό μοτίβο στη φρασεολογία μπορεί να μοιάζει με ουτοπική συγκράτηση του καπιταλισμού, στην πραγματικότητα δεν είναι καν αυτό, αλλά εκφράζει μια άλλη μορφή διαχείρισης της καπιταλιστικής οικονομίας, μια αντικειμενική ανάγκη του κεφαλαίου για ν’ ανταπεξέλθει στον ανταγωνισμό, να θέσει ορισμένους κανόνες σ’ επιμέρους θέματα και να κατευνάσει ή να διαχειριστεί κοινωνικές αντιδράσεις. Πάρα τις φραστικές διαφοροποιήσεις, ανάλογες πλευρές διατυπώνονται και στα κείμενα της ΕΕ, των διακρατικών οργανισμών, καθώς και σε κείμενα της ΝΔ κ.ά.
Ο κάθε σοσιαλδημοκρατικός φορέας, ανάλογα με το κοινό στο οποίο επικεντρώνει και ανάλογα με τις επιδιώξεις του, αξιοποιεί κι ένα ανάλογο ιστορικό φορτίο και ανάλογο «χρωματισμό» σ’ επιμέρους πλευρές. Η «Κοινωνική Συμφωνία» διακηρύσσει στο καταστατικό της πως είναι «ένα δημοκρατικό, πατριωτικό και σοσιαλιστικό κόμμα», κάνει αναφορές στην Εθνική Αντίσταση, δίνει περισσότερη έμφαση σε εθνική φρασεολογία, τόσο για ν’ αξιοποιήσει το αίσθημα που υπάρχει σε τμήμα των ψηφοφόρων, αλλά και για να υποστηρίξει και άλλες θέσεις, π.χ., την ενίσχυση του άξονα των «χωρών του Νότου» ενάντια στη γερμανική ηγεμονία, καθώς και την αναβάθμιση και άλλων διεθνών συμμαχιών της αστικής τάξης.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Στο πεδίο της οικονομίας συνολικά είναι δύσκολο να εντοπιστούν διαφορές μεταξύ των διάφορων ξεχωριστών κομμάτων και ομάδων που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ. Αν και το προηγούμενο διάστημα στην τρέχουσα επικαιρότητα κυριάρχησε η ενδοαστική αντιπαράθεση γύρω από τα «μνημόνια» και τις δανειακές συμβάσεις, σήμερα στο σοσιαλδημοκρατικό χώρο τονίζεται κυρίως ποιοι θα είναι οι προσανατολισμοί της αστικής οικονομικής πολιτικής στη φάση της ανάκαμψης. Οι ίδιοι τονίζουν πως αυτή η φάση θα είναι ευκαιρία για να ευδοκιμήσει η σοσιαλδημοκρατία. Φυσικά, οι βασικές τους θέσεις είναι ενταγμένες στους συνολικούς προσανατολισμούς της ΕΕ, που εξειδικεύονται στα εξής: Προώθηση της ανταγωνιστικότητας. Προώθηση της απασχόλησης. Περαιτέρω συμβολή στη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Στα κείμενα των διάφορων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και κινήσεων διατυπώνεται ο προσανατολισμός που υπάρχει και σε επίπεδο κρατών της ΕΕ για την ενίσχυση τομέων της καπιταλιστικής οικονομίας που είχαν υποχωρήσει σε σχέση με τους αντίστοιχους της Κίνας και άλλων ανταγωνιστών της ΕΕ (π.χ., μεταποιητική βιομηχανία). Αντίστοιχα, και στην Ελλάδα, τονίζεται στα κείμενά τους η ανάγκη ενίσχυσης τομέων όπως η αγροτική παραγωγή, επιλεγμένοι τομείς της μεταποίησης (π.χ., τρόφιμα, φάρμακα), η παραγωγή εξειδικευμένων προϊόντων και η αναβάθμιση της Ελλάδας ως κόμβου μεταφορών κι ενέργειας αξιοποιώντας και τη γεωπολιτική της θέση. Επίσης, στα διάφορα κείμενά τους, αντιμετωπίζουν τη σημαντική πτώση της τιμής της εργατικής δύναμης, ως ευκαιρία για επενδύσεις σε τομείς μεγαλύτερης «εντάσεως εργασίας» που τα προηγούμενα χρόνια θεωρούνταν μη κερδοφόροι για το κεφάλαιο, π.χ., παραγωγή ειδών πολυτελείας κλπ.
Όλες οι προτάσεις τους είναι διαποτισμένες από την ανάγκη του κεφαλαίου για την κατάργηση μιας σειράς νομικών φραγμών στην κίνηση του κεφαλαίου, καθώς και από την ανάγκη ν’ ανταπεξέλθει στο διεθνή ανταγωνισμό.
Σε μια σειρά άλλες πλευρές της καπιταλιστικής διαχείρισης στις σοσιαλδημοκρατικές θέσεις προτάσσονται μια σειρά αναλυτικά μέτρα που, σχεδόν «καρμπόν», είναι ίδια σε όλα τα κόμματα. Και μάλλον δεν αδικούμε τους υπόλοιπους αν αντιγράψουμε από την απόφαση του 1ου Συνεδρίου της «Κοινωνικής Συμφωνίας»: «Ανάπτυξη υπάρχει μόνο όταν διευρύνεται η εγχώρια παραγωγή με σεβασμό στο περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους, δημιουργούνται θέσεις εργασίας και προωθείται ο τεχνολογικός μετασχηματισμός, η έρευνα και η καινοτομία που ενσωματώνονται σε ανταγωνιστικά, ποιοτικά προϊόντα και υπηρεσίες όλο και πιο υψηλής προστιθέμενης αξίας […] Απαιτεί τη δημιουργία “εθνικών πρωταθλητών”, δηλαδή ικανού μεγέθους μονάδων για την επίτευξη παραγωγικών στόχων στρατηγικής σημασίας εντός κι εκτός Ελλάδας».
Αξίζει να σχολιαστεί η συζήτηση περί ανάγκης ενός νέου «New Deal» που προβάλλει ένα τμήμα των σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων, όπως ο Γιώργος Παπανδρέου, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΔΗΜΑΡ, κατά το πρότυπο της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία των ΗΠΑ, το 1933 από την κυβέρνηση του προέδρου Ρούσβελτ που είχε διαδεχτεί τον Χούβερ. Το ανάλογο προπαγανδιστικό μοτίβο υπάρχει καθ’ όλη τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα.
Αυτή η προσέγγιση «παραγνωρίζει» τον αντικειμενικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης που οδηγεί σε απαξίωση κεφαλαίων και καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων. Φυσικά, αστοί οικονομολόγοι και πολιτικοί μπορεί ν’ αγωνιούν για μεθόδους άμβλυνσης των συνεπειών της κρίσης, όμως σε ορισμένη φάση της κρίσης μόνο ως προπαγανδιστικό μοτίβο μπορεί να εκληφθεί η αναζήτηση ενός «Ρούσβελτ». Η πραγματικότητα είναι ότι, ανεξάρτητα από προθέσεις ή προτιμήσεις, και ο Ρούσβελτ ως Χούβερ θα λειτουργούσε κατά το ξέσπασμα της κρίσης. Ενώ κατά τη φάση εξόδου από την κρίση και οι διάφοροι ανά τον κόσμο «Χούβερ» λειτούργησαν ως Ρούσβελτ.
Εδώ αξίζει ν’ αναφερθούμε στη «μεταστροφή» του ίδιου του Κέινς, ο οποίος από οπαδός του ελεύθερου εμπορίου μετατράπηκε σε οπαδό της εθνικής αυτάρκειας και του κρατικού ελέγχου στην καπιταλιστική οικονομία, προσαρμόζοντας τη σκέψη του στις ανάγκες της καπιταλιστικής διαχείρισης της περιόδου. Δίχως ταυτόχρονα ν’ απορρίπτει την προηγούμενη αντίληψή του, έγραφε το 1933: «Ανατράφηκα όπως οι περισσότεροι Άγγλοι να σέβομαι το ελεύθερο εμπόριο, όχι μόνο ως οικονομικό δόγμα το οποίο ένας λογικός και μορφωμένος άνθρωπος δε θα μπορούσε ν’ αμφισβητήσει, αλλά σχεδόν ως συστατικό του ηθικού νόμου. Θεωρούσα την απομάκρυνση από αυτό ηλίθια και ταυτοχρόνως εξοργιστική. Πίστευα ότι η ακλόνητη πεποίθηση της Αγγλίας στο ελεύθερο εμπόριο, αμείωτη σχεδόν για μια εκατονταετία, αποτελούσε εξήγηση για τον άνθρωπο κι αιτιολογία για το Θεό της οικονομικής υπεροχής της. Ακόμα και το 1923, έγραφα ότι το ελεύθερο εμπόριο βασιζόταν στις θεμελιώδεις αλήθειες “οι οποίες, διατυπωμένες με τις απαιτούμενες προϋποθέσεις τους, δεν μπορούν ν’ αμφισβητηθούν απ’ οποιονδήποτε ικανό να καταλαβαίνει το νόημα των λέξεων”.
Κοιτάζοντας, πάλι, σήμερα, τις προτάσεις στις οποίες διατύπωνα τότε τις θεμελιώδεις αλήθειες, δεν αισθάνομαι καμιά αμφισβήτηση απέναντί τους. Ωστόσο ο προσανατολισμός της σκέψης μου έχει αλλάξει και αυτήν την αλλαγή προσανατολισμού μοιράζομαι με πολλούς άλλους»21.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ
Η Πολιτική Διακήρυξη της «ΕΛΙΑΣ - Δημοκρατικής Παράταξης» έγραφε: «Ούτε λιτότητα, ούτε λαϊκισμός. Αυτός είναι ο διπλός στόχος, για να αντιστρέψουμε τη διαλυτική πορεία. Για να κερδίσει ξανά η Ευρώπη πρωτεύουσα θέση στην παγκόσμια οικονομία, για να ελέγξει τον αχαλίνωτο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, για να επιβεβαιώσει τη σημασία της δημοκρατίας, για να ξαναχτίσει το κοινωνικό κράτος στις νέες συνθήκες».
Ο Νίκος Μουζέλης υποστηρίζει: «Μόνο αν η ΕΕ κατορθώσει να περάσει από τον κυρίαρχο νεοφιλελευθερισμό σε ένα αυθεντικό νεοσοσιαλδημοκρατικό καθεστώς θα δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για την υλοποίηση σοσιαλδημοκρατικών στόχων σε εθνικό επίπεδο»22.
Ο Γιώργος Παπανδρέου, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Κοριέρε ντε λα Σέρα», δηλώνει: «Ή εμείς θα εξανθρωπίσουμε την παγκοσμιοποίηση ή η παγκοσμιοποίηση θα καταστήσει απάνθρωπη την Ευρώπη»23.
Έτσι το βάθεμα της πολιτικής ενοποίησης, συνδυασμένο με πολιτική κυριαρχία των σοσιαλδημοκρατών σε επίπεδο ΕΕ, γίνεται προϋπόθεση κι εργαλείο για την πολιτική κυριαρχία επί των αγορών. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο ίδιο μοτίβο με διαφοροποιημένη φρασεολογία κινείται και ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος και νωρίτερα από την εκδήλωση της κρίσης υποστήριζε το προχώρημα της πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ, ώστε σύμφωνα με την αντίληψή του να επιβληθεί πολιτικός έλεγχος στις αγορές.
Στις διάφορες σοσιαλδημοκρατικές και άλλες αναλύσεις η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός βαφτίζεται γενικά «αγορές» οι οποίες υποτίθεται μπορούν να τιθασευτούν, αν μπει χαλινάρι μέσω του πολιτικού ελέγχου της διακρατικής καπιταλιστικής ένωσης της ΕΕ υπό σοσιαλδημοκρατική διαχείριση. Πράγμα το οποίο είναι φυσικά ουτοπικό με τον τρόπο που το προβάλουν, ότι δήθεν θα αποτελέσει βάση για μεγαλύτερες δυνατότητες κοινωνικών παροχών και ευημερίας για όλους. Αυτό όμως που είναι το πραγματικό επίδικο είναι ο τρόπος ισχυροποίησης των καπιταλιστών της ΕΕ έναντι των ανταγωνιστών τους. Αλλά και στο βαθμό που βαθαίνει η ενοποίηση της ΕΕ (τραπεζική, κοινός προϋπολογισμός κλπ.), αυτό δε σημαίνει μείωση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης στις διάφορες χώρες της ΕΕ. Οι διάφοροι σοσιαλδημοκράτες (και όχι μόνο) υποστηρίζουν ότι, όπως στο πλαίσιο μιας χώρας ο κρατικός προϋπολογισμός ανακατανέμει πόρους για την εξισορρόπηση ανισομερειών στις διάφορες περιοχές της ίδιας χώρας, με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει και ο κοινοτικός προϋπολογισμός να εξισορροπεί τις ενδοενωσιακές ανισομέρειες, επομένως ο ισχυρότερος εταίρος, π.χ., η Γερμανία, να δεχτεί να «πληρώσει» σ’ έναν κοινό προϋπολογισμό ώστε να μειωθούν ανισομέρειες μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Φυσικά το παραπάνω δεν είναι τόσο απλό για να γίνει, αφού η ΕΕ είναι ένωση κρατών, δεν είναι ομοσπονδία, επομένως δεν έχει εξαλειφθεί ο οξύτατος ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών της. Άλλωστε, ακόμα και οι εσωτερικές ανισομέρειες σ’ ένα κράτος δεν έχουν εξαλειφτεί, επιπλέον ακόμα και η πολιτική ενοποίηση δε θα οδηγήσει στην ενιαιοποίηση της αγοράς της εργατικής δύναμης, δε θα λειτουργήσει ως τάση προς τα πάνω της ενιαίας τιμής της εργατικής δύναμης, αφού η γενική τάση κι επιδίωξη του ευρωπαϊκού κεφαλαίου είναι να μειωθεί, στόχος της ΕΕ είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της στη διεθνή αγορά. Άλλωστε όλες αυτές οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις υποστηρίζουν τις κοινές πολιτικές που έχουν επεξεργαστεί στην «Ατζέντα Ευρώπη 2020», στο «σύμφωνο για το ευρώ» κλπ.
Στο ίδιο σοσιαλδημοκρατικό πλαίσιο κινείται η «Κοινωνική Συμφωνία», θέτοντας όμως ορισμένες διαφοροποιήσεις δίχως ν’ αμφισβητεί την πορεία της πολιτικής ενοποίησης. Η «Κοινωνική Συμφωνία» κάνει λόγο για «γερμανικό ηγεμονισμό» που μαζί με την κρίση έχει δημιουργήσει «συνθήκες διάλυσης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος»: «Βιώνουμε την υποκατάσταση των πολιτικών θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της διαβούλευσης από πρακτικές στις οποίες επικυριαρχούν οι αγορές και τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των οικονομικά ισχυρών κρατών. Οι εφαρμοζόμενες ευρωπαϊκές πολιτικές για την αντιμετώπιση της κρίσης, αντί να οδηγούν στη σύγκλιση των οικονομιών, οδηγούν σε αποικίες χρέους. Αντί για Ευρώπη των Λαών και μια Ευρώπη παράγοντα σταθερότητας και ειρήνης, έχουμε την Ευρώπη των πολλαπλών ταχυτήτων».
Έτσι η «Κοινωνική Συμφωνία» προτείνει τη δημιουργία και άλλων Ενώσεων στο πλαίσιο της ΕΕ: «Η ελληνική διπλωματία πρέπει να επαναφέρει τη συζήτηση για τη δημιουργία Ευρωμεσογειακής Ένωσης ώστε να προωθηθεί η πολυμερής συνεργασία για την ειρήνη, την ανάπτυξη και την ενεργειακή συνεργασία». Επίσης θέτει ζήτημα για την αξιοποίηση και άλλων διεθνών συμμαχιών προς όφελος της αστικής τάξης. «Παρά το γεγονός ότι η ελληνική και η ευρωπαϊκή κρίση χρέους λειτουργούν, θεωρητικά, ως ανασταλτικοί παράγοντες για την άσκηση ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής, η παρούσα συγκυρία προσφέρει μεγάλες δυνατότητες ώστε η χώρα μας να ενισχύσει τη διεθνή θέση της εκμεταλλευόμενη τις ευρύτατες ανακατατάξεις, οι οποίες σημειώνονται σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, με ιδιαίτερη έμφαση στο μεσογειακό χώρο.
Βασικός άξονας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής πρέπει να είναι η διαμόρφωση σχέσεων ισοτιμίας με ισχυρά κράτη και με τις ανερχόμενες παγκόσμιες δυνάμεις. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι επιβεβλημένες οι ισότιμες σχέσεις με τις ΗΠΑ, η εμβάθυνση των σχέσεων με τη Ρωσία και η συνεργασία με την Κίνα, την Ινδία και τη Βραζιλία».
Επίσης η «Κοινωνική Συμφωνία» λέει χαρακτηριστικά: «Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (ΝΑΤΟ), αλλά και ως μεσογειακή χώρα, πρέπει να δηλώσει παρούσα στις εξελίξεις, να διασφαλίσει τα συμφέροντά της, να ενισχύσει το στρατηγικό της ρόλο, αλλά και να διαχειριστεί τα αποτελέσματα της ετεροβαρούς σχέσης, η οποία αναπτύσσεται ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.» Και ακόμη, «ενίσχυση της πολιτικής, οικονομικής, στρατιωτικής, αμυντικής και τουριστικής συνεργασίας με το Ισραήλ και η ενδυνάμωση του υπό διαμόρφωση στρατηγικού άξονα Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ».
Από τις σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις διακριτή θέση για την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει η «κίνηση ιδεών και δράσης Πράττω» του Νίκου Κοτζιά, η οποία μιλάει για «αποικία χρέους», ότι η Ελλάδα έχει γίνει αποικία της Γερμανίας και πως μεθοδικά «αποβιομηχανίστηκε» η χώρα με αυτόν το στόχο. Η κίνηση του Κοτζιά εκφράζεται με θετικό τρόπο για το ΣΥΡΙΖΑ.24
Το κόμμα «Ελληνική Δημοκρατική Κίνηση Δραχμή 5 Αστέρων» του Θ. Κατσανέβα, με σαφή τρόπο θέτει την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, πράγμα που υποδηλώνει και ο τίτλος του. Το συγκεκριμένο κόμμα τυγχάνει συστηματικής προβολής από μερίδα τηλεοπτικών σταθμών. Στην ιδρυτική του διακήρυξη σημειώνεται: «Κατάργηση του μνημονίου με επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, τη δραχμή, με στάση πληρωμών του χρέους, αναδιαπραγμάτευση και κούρεμά του σε επίπεδα της τάξης του 70%, με επιμήκυνση αποπληρωμής του υπολοίπου, περίοδο χάριτος 2-3 ετών, διεκδίκηση των πολεμικών αποζημιώσεων κι εφαρμογή ενός βιώσιμου αναπτυξιακού σχεδίου. Ελληνοκεντρικό προσανατολισμό της χώρας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση των λαών και όχι των αγορών και των τραπεζών […]
Προώθηση της συμμαχίας των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, με προοπτική την έξοδο της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Κύπρου από το ευρώ, τη χαλαρή συναλλαγματική σύνδεση των νομισμάτων τους, τη δημιουργία ζώνης ελεύθερου εμπορίου του Νότου, τη θέσπιση κοινών πολιτικών σε οικονομικές, δημοσιονομικές, αναπτυξιακές, εμπορικές, τραπεζικές και νομισματικές πρακτικές, την πολιτική σύμπραξη για ισχυροποίηση της γεωπολιτικής τους ισχύος, τη διαπραγμάτευση των χρεών, την αξιοποίηση των ενεργειακών και πλουτοπαραγωγικών τους πόρων, την ανακήρυξη της ΑΟΖ του ευρωπαϊκού Νότου σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο».
Όλες οι διαφοροποιήσεις των παραπάνω δυνάμεων σχετικά με την ΕΕ δε σημαίνουν διαφορετική στρατηγική στόχευση. Άλλωστε όλο το φάσμα των διάφορων σοσιαλδημοκρατικών θέσεων που καταγράφηκαν για την ΕΕ μπορεί κανείς να τις δει να καθρεφτίζονται και εντός του ΣΥΡΙΖΑ, πράγμα που δείχνει και τις συγγένειες που υπάρχουν ή μπορεί να υπάρξουν.
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ
Όσον αφορά τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, οι θέσεις όλων αυτών των σχηματισμών συγκλίνουν στις βασικές θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή μιας σειράς κατευθύνσεων που είχαν τεθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης (βλ. επιτροπή της Βενετίας). Τα ίδια συναντά κανείς και στις επεξεργασίες της ΝΔ, ενώ είχε υπάρξει σχετική νομοθετική πρωτοβουλία από τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Αυτό που προτάσσουν είναι η λεγόμενη διαφάνεια του «πολιτικού χρήματος», πράγμα που αποτελεί πρόσχημα όσον αφορά τα αστικά και οπορτουνιστικά κόμματα. Επίσης όλοι προτάσσουν τη μείωση της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων και το συμψηφισμό στη χρηματοδότηση και του αριθμού των αποσπασμένων δημόσιων υπαλλήλων.
Όσον αφορά το εκλογικό σύστημα, οι περισσότεροι προκρίνουν την αλλαγή του με τρόπο που να προσεγγίζει στο «γερμανικό», άλλοι μιλάνε για απλή αναλογική, άλλοι «επί το αναλογικότερο». Ενώ ιδιαίτερα αντιδραστική είναι η κατεύθυνση που θέτουν όλοι για την κατάτμηση των εκλογικών περιφερειών σε μονοεδρικές. Πράγμα που σημαίνει ότι ένα κόμμα, για να βγάλει έδρα, πρέπει να είναι πρώτο στη μονοεδρική. Δηλαδή ακόμα κι ένα κόμμα με διψήφιο πανελλαδικό ποσοστό να μην μπορεί να βγάλει έδρα, αν δεν είναι πρώτο σε ορισμένες μονοεδρικές. Πολύ περισσότερο, για ένα κόμμα με μικρότερο ποσοστό, με αυτόν τον τρόπο και στο όνομα της αναλογικής πάει περίπατο η αναλογική εκπροσώπηση. Φυσικά ένα αστικό ή οπορτουνιστικό κόμμα μπορεί να βρει τη λύση, κάνοντας συμφωνίες με άλλα κόμματα για το μοίρασμα των μονοεδρικών ή συμμετέχοντας σε συνασπισμούς κομμάτων. Πράγμα που είναι ανεπίτρεπτο για το κόμμα της εργατικής τάξης, είναι έξω από το Πρόγραμμα του ΚΚΕ, γιατί μειώνει τις δυνατότητες της εργατικής τάξης, των εργαζομένων, να εκφράσουν και στο αστικό κοινοβούλιο τη δική τους ισχυρή εργατική-λαϊκή αντιπολίτευση.
Συνολικά η σοσιαλδημοκρατία μέσα από μια σειρά μέτρα και προτάσεις που καταθέτει, πέρα από επιμέρους διαφοροποιήσεις, π.χ., περί ασυμβίβαστου υπουργού - βουλευτή και άλλα άνευ σημασίας για τους εργαζομένους, μεθοδεύει την ανακαίνιση του αστικού πολιτικού συστήματος και του δικού της ρόλου, σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης.