Στα τρία πρώτα «Συντάγματα» που εγκρίθηκαν κατά τη διάρκεια της αστικής εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης του 1821 εκφράστηκε η κυριαρχία των αστικών στρωμάτων, που επιδίωκαν μέσω της εθνικής απελευθέρωσης από την οθωμανική κατοχή τη δημιουργία αστικού κράτους και εθνικής αγοράς, και ο προσωρινός συμβιβασμός με τους γαιοκτήμονες και τους προεστούς, επίσης τους αρματολούς, που όλοι τους αποτελούσαν τα κατώτερα τμήματα του οθωμανικού κρατικού συστήματος.10 Βεβαίως αυτή η εξέλιξη αφορούσε όλες τις αστικές επαναστάσεις και όχι μόνο την ελληνική. Αν και στις εθνοσυνελεύσεις δεν εξασφαλίστηκε η αντιπροσωπευτικότητα και το αδιάβλητο των διαδικασιών, στα «Συντάγματα» που ψηφίστηκαν επικράτησε το πρότυπο του κράτους που υιοθετούσαν τα γαλλικά Συντάγματα του 1793 και 1795 και το αμερικανικό του 1787, δηλαδή συμπεριλήφθηκαν στα περισσότερα άρθρα οι φιλελεύθερες διακηρύξεις στις οποίες αναγνωριζόταν ως πηγή όλων των εξουσιών το «έθνος», είτε άμεσα είτε έμμεσα, με τις εκλογικές διαδικασίες σε τακτά και πυκνά διαστήματα.
Τα τοπικά πολιτεύματα προέβλεπαν τη συγκρότηση αντιπροσωπευτικών σωμάτων για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων (της Γερουσίας στη Δυτική Στερεά και την Πελοπόννησο και του Αρείου Πάγου στην Ανατολική Στερεά), χωρίς να ορίζουν με σαφείς διατάξεις ούτε τον τρόπο με τον οποίο οι συνελεύσεις αυτές θα εκλέγονταν, ούτε πόσο ευρύ θα ήταν το σώμα των εκλεκτόρων που αποκαλούνταν «γέροντες» από το οποίο αυτές θα αντλούσαν τη νομιμοποίησή τους. Ως ηλικιακό όριο για την απόκτηση της ιδιότητας του εκλέκτορα καθοριζόταν το 30ό έτος. Για τις παραπάνω ασάφειες δινόταν η εξήγηση ότι πρόκειται για προσωρινά «Συντάγματα», καθώς επρόκειτο να υπαχθούν στη μελλοντική Εθνική Βουλή, η οποία προαναγγελλόταν ως ένα είδος χαλαρής ομοσπονδίας, που τελικά δε συζητήθηκε, ούτε και συγκροτήθηκε. Μετά την υιοθέτηση του Συντάγματος του Άστρους, από τη Β΄ Εθνοσυνέλευση ψηφίστηκε νόμος (16.4.1823) που καθόριζε ότι ο εκλέκτορας θα έπρεπε να έχει την ιδιότητα του «ευυπόληπτου ανδρός» και όχι του «γέροντα» και κατέβηκε η ηλικία της εκλογιμότητας στα 25 χρόνια, σε σύγκριση με τα 30 χρόνια που ίσχυαν ως τότε.
Κατά την επεξεργασία των Συνταγμάτων εκδηλώθηκαν οι αντιθέσεις (ανάμεσα στους γαιοκτήμονες, τους οπλαρχηγούς και τους εφοπλιστές εμπόρους) για τη σχέση κοινοβουλίου και εκτελεστικής εξουσίας, με κύρια τάση την ενίσχυση της τελευταίας. Οι φιλελεύθερες διακηρύξεις συνδυάζονταν με τον έντονα απολυταρχικό χαρακτήρα του πολιτεύματος.
Πριν ψηφιστεί ακόμα το Σύνταγμα της Τροιζήνας, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση υιοθέτησε ψήφισμα με το οποίο αποφάσισε την εκλογή «Κυβερνήτη της Ελλάδας» με θητεία 7 ετών, ώστε το νέο Σύνταγμα να διασφαλίζει μονοπρόσωπη εκτελεστική εξουσία. Ταυτόχρονα προβλέφθηκαν κάποιοι περιορισμοί στις εξουσίες τους, όπως, π.χ., δεν είχε το δικαίωμα να διαλύσει τη Βουλή παρά μόνο να προβάλει αναβλητικό βέτο σε νομοσχέδια. Σ’ αυτήν την εθνοσυνέλευση έγινε η επιλογή του Ι. Καποδίστρια ως πρώτου κυβερνήτη στην απελευθερωμένη Ελλάδα.
Ο Ι. Καποδίστριας με τον ερχομό του στην Ελλάδα (7 Γενάρη 1828) ανέστειλε την εφαρμογή του Συντάγματος της Τροιζήνας, ενώ αυτοκαταργήθηκε η Βουλή επικαλούμενη «δεινές περιστάσεις» και στις 18 Γενάρη 1828 ιδρύθηκε «προσωρινό» πολίτευμα που θα λειτουργούσε με τις εξουσίες του Κυβερνήτη με ένα συμβουλευτικό όργανο δίπλα του, το Πανελλήνιο, τα μέλη του οποίου θα επέλεγε ο ίδιος. Η Δ΄ Εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στις 11 Ιούλη 1829 με βάση εκλογικό ψήφισμα του Καποδίστρια, καθιέρωσε σύστημα καθολικής μεν, αλλά έμμεσης ψηφοφορίας για τους άνδρες που ήταν πάνω από 25 ετών και επεξέτεινε το εκλογικό δικαίωμα στους «ετερόχθονες» και «ακτήμονες».
Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, η Ε΄ Εθνοσυνέλευση (5 Δεκέμβρη 1931) προχώρησε σε νέο Σύνταγμα, που προέβλεπε για πρώτη φορά κληρονομικό αρχηγό του κράτους –τον «Ηγεμόνα»– ο οποίος θα ήταν ανεύθυνος και απαραβίαστος, ενώ υπεύθυνοι για τις πράξεις του θα ήταν οι υπουργοί που θα διόριζε και θα έπαυε ο «Ηγεμόνας» κατά βούληση. Ψηφίστηκαν επίσης δύο Βουλές: Η Γερουσία, που είχε ισόβια θητεία και διόριζε ο Ηγεμόνας, ενώ τη Βουλή θα εξέλεγε ο λαός με έμμεση και τμηματική (βάσει περιουσιακών και εισοδηματικών προσόντων) ψηφοφορία. Για πρώτη φορά στο Σύνταγμα αυτό προβλέφθηκε η προστασία του ασύλου της κατοικίας.11 Τελικά το ηγεμονικό σύνταγμα ουδέποτε εφαρμόστηκε και από το 1833 ως το 1843 ενισχύθηκε η απόλυτη μοναρχία μέσω του θεσμού της βασιλείας, που στην Ελλάδα δεν προήλθε από την εξέλιξη των εσωτερικών αντιθέσεων, αλλά από την παρέμβαση-επιβολή της Βρετανίας, Γαλλίας, Ρωσίας.
Η βασιλεία, αν και ενσωματωμένη στο αστικό κράτος μέσω συμμαχιών με μερίδες της αστικής τάξης και τη Βρετανία, λειτουργούσε και με όρους σχετικής αυτονομίας. Για την καταστολή των λαϊκών εξεγέρσεων της περιόδου αυτής, θεσπίστηκε ο νόμος της 5ης Σεπτέμβρη 1833 «περί εκτάκτου στρατιωτικής δίκης», σύμφωνα με τον οποίο αφενός ο βασιλιάς –ή σε επείγουσες περιπτώσεις ο οικείος νομάρχης– μπορούσε να συστήσει έκτακτα στρατοδικεία σε περιπτώσεις που διασαλευόταν η δημόσια τάξη, ενώ για πρώτη φορά έγινε χρήση του θεσμού της «κατάστασης πολιορκίας», που εφαρμόστηκε σε αρκετές περιοχές της τότε ελληνικής επικράτειας, ενώ υιοθετήθηκαν νόμοι για τον περιορισμό της ελευθερίας του Τύπου.
Μετά από τη στάση της φρουράς των Αθηνών, στις 3 Σεπτέμβρη 1843, υπό το συνταγματάρχη Καλλέργη, και με την υποστήριξη του λαού, ο βασιλιάς Όθωνας παραχώρησε Σύνταγμα το 1844, το οποίο δεν ήταν έργο κυρίαρχης Εθνοσυνέλευσης, αλλά έργο του βασιλιά με τη σύμπραξη της Εθνοσυνέλευσης. Στο νέο Σύνταγμα αναγνωριζόταν ο βασιλιάς ως φορέας και πηγή της κρατικής εξουσίας με σημαντικές εξουσίες. Εκτός από την εκτελεστική εξουσία ο βασιλιάς συμμετείχε στην άσκηση και της νομοθετικής: Επέλεγε τους γερουσιαστές που συνιστούσαν νομοθετικό όργανο μαζί με τη Βουλή. Καθιέρωνε ένα είδος κοινοβουλευτικού ελέγχου, για πρώτη φορά κατοχυρωνόταν το απόρρητο των επιστολών (άρθρο 14), η εγγύηση του φυσικού δικαστή (άρθρο 89) και το ορκωτό σύστημα (άρθρα 92 και 93)12.
Ο εκλογικός νόμος της 18ης Μάρτη 1844, που ψηφίστηκε έξω από τη διαδικασία του Συντάγματος, αναγνώριζε το δικαίωμα του εκλέγειν «εις όλους τους εντός του βασιλείου γεννηθέντας Έλληνας» που είχαν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους και διέθεταν «ιδιοκτησίαν τινός εντός της επαρχίας». Η ιδιοκτησία αυτή δε χρειαζόταν να είναι ακίνητη, μπορούσε να είναι και κινητή. Όμως ακόμη και οι στερούμενοι ιδιοκτησίας είχαν δικαίωμα ψήφου, αρκεί να ασκούσαν «οιονδήποτε επάγγελμα ή ανεξάρτητον επιτήδευμα». Καθιέρωσε υπό μια έννοια την καθολική ψηφοφορία, αλλά και την άμεση, καθώς οι εκλογείς δεν εξέλεγαν κάποιο σώμα εκλεκτόρων, αλλά απευθείας τη Βουλή· δηλαδή η ψήφος ήταν προσωπική και αδιαμεσολάβητη.
Ύστερα από εξέγερση ανερχόμενων αστικών δυνάμεων, στις 10 Οκτώβρη 1864 με πρωτοστάτη τη φρουρά των Αθηνών και ενώ οι «προστάτιδες» δυνάμεις έμεναν απαθείς, καταλύθηκε, με «ψήφισμα του Έθνους», η δυναστεία του Όθωνα, αλλά όχι η μοναρχία ως θεσμός. Διατηρήθηκε η κληρονομικότητα, με τη διαφορά ότι ο μονάρχης δεν ήταν πλέον κυρίαρχο όργανο της πολιτείας, αλλά ανώτατος άρχων τον οποίο θα επέλεγε το έθνος μέσω της κυρίαρχης Εθνοσυνέλευσης.
Το Σύνταγμα του 1864 που ψηφίστηκε αποτέλεσε το βασικό κορμό των συνταγματικών μεταβολών και αναθεωρήσεων του 1911 και του 1952. Το νέο Σύνταγμα συνέχιζε να δίνει πολλές αρμοδιότητες στο βασιλιά, αλλά δεν τον αναγνώριζε ως παράγοντα της συντακτικής εξουσίας. Αναγνώριζε το έθνος ως πηγή όλων των εξουσιών (άρθρο 21) και καθιέρωνε τη βασιλευόμενη δημοκρατία, αντί της συνταγματικής μοναρχίας, ως μορφή του πολιτεύματος.
Για πρώτη φορά κατοχύρωνε –αν και ατελώς– τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι (άρθρα 10 και 11), καταργούσε την ποινή του πολιτικού θανάτου (άρθρο 18), προέβλεπε επιεικέστερη μεταχείριση για τους πολιτικούς εγκληματίες σε σχέση με τους ποινικούς (άρθρα 6 και 95) και προστάτευε πιο αποτελεσματικά την προσωπική ασφάλεια (άρθρο 5) και την ελευθερία του Τύπου (άρθρο 14).
Το 1875 διαμορφώθηκε το κοινοβουλευτικό σύστημα και σταδιακά το διπολικό αστικό πολιτικό σύστημα εναλλαγής. Η καθιέρωση της αρχής της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για το σχηματισμό κυβέρνησης δεν επαρκούσε για την παραμονή των κυβερνήσεων. Δεν έλειψαν οι περιπτώσεις όπου ο βασιλιάς έπαυσε κυβερνήσεις, αν και αυτές είχαν τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής, ή διόριζε κυβερνήσεις ελλείψει ξεκάθαρης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Υπήρξαν ακόμη και περιπτώσεις απροσχημάτιστης εμπλοκής του στέμματος στη διακυβέρνηση σε θέματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής.
Από το 1864 ως τα γεγονότα του στρατιωτικού κινήματος στο Γουδή το 1911 (οργανώθηκε από μυστική οργάνωση αξιωματικών και υπαξιωματικών χωρίς ιδιαίτερα εμπόδια τόσο από το αστικό κράτος και την κυβέρνηση όσο και από τις ξένες δυνάμεις, με αιτήματα αστικού εκσυγχρονισμού), πραγματοποιήθηκαν 18 βουλευτικές εκλογές, με εντυπωσιακό για τα δεδομένα της εποχής ποσοστό συμμετοχής σε αυτές, αφού σπανίως έπεφτε κάτω από το 70% των ενήλικων ανδρών, οι οποίοι είχαν όλοι δικαίωμα ψήφου.
ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1911
Ο Ελ. Βενιζέλος, που ήρθε στο κεντρικό πολιτικό προσκήνιο ως αποτέλεσμα του κινήματος του Γουδή, πρόκρινε τη συγκρότηση Αναθεωρητικής Βουλής και όχι Συντακτικής, καθώς τάχτηκε υπέρ της παραμονής του θεσμού της βασιλείας, με τον ισχυρισμό ότι ο βασιλιάς, ως ισχυρότατος παράγοντας του πολιτεύματος, θα επιτύγχανε την «εθνική ενότητα». Επέφερε το νομοθετικό εκσυγχρονισμό της χώρας με κριτήριο τις ανάγκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης, σε συνδυασμό με την προώθηση μιας επεξεργασμένης στρατηγικής ενσωμάτωσης και χειραγώγησης του εργατικού κινήματος, που έκανε τα πρώτα αισθητά βήματά του.
Η Β΄ Αναθεωρητική Βουλή ψήφισε μια σειρά νόμων που μαζί με τους νόμους της επόμενης Βουλής βελτίωσαν την ασφάλεια των συναλλαγών, αναμόρφωσαν το φορολογικό σύστημα της χώρας, προχώρησαν στην αποκατάσταση μεγάλου αριθμού ακτημόνων στη Θεσσαλία, έθεσαν τις βάσεις του εργατικού δικαίου (ενδεικτικά: οι νόμοι ΔΚΘ΄/1912 «περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων», 602/1914 «περί συνεταιρισμών» και 271/1914 και 601/1915 «περί χρονικών ορίων εργασίας») και διαμόρφωσαν προϋποθέσεις για την αναμόρφωση της δημόσιας διοίκησης και των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε υπογραμμίσει ότι είναι προτιμότερο να δοθούν δυνατότητες συνδικαλιστικής δράσης των εργατοϋπαλλήλων, διαφορετικά κινδύνευαν από την επανάστασή τους.
Η καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα προχώρησε με γρήγορους ρυθμούς από τα μέσα ακόμα του Α΄ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, με εξαίρεση τα Δωδεκάνησα, τα εδαφικά όρια του ελληνικού κράτους οριστικοποιήθηκαν όπως είναι σήμερα, άρα διευρύνθηκε η εσωτερική αγορά. Στην Ελλάδα συντελέστηκε η προσωρινή σταθεροποίηση του καπιταλισμού, όπως συνέβη γενικότερα στην Ευρώπη και πέρα από αυτή, όπου από το 1924 ο καπιταλισμός πέρασε σε νέα φάση, αποκλήθηκε μάλιστα στην ιστορία του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος ως περίοδος μερικής ή προσωρινής σταθεροποίησης του καπιταλισμού.
Στην Ελλάδα οι ενδοαστικές αντιθέσεις είχαν οξυνθεί με επίκεντρο κυρίως το ρόλο και τις αρμοδιότητες του θρόνου. Στις 25 Μάρτη 1924 η Εθνοσυνέλευση κήρυσσε «οριστικώς έκπτωτον την δυναστείαν των Γλυξβούργων», αποφάσιζε «να συνταχθή η Ελλάς εις Δημοκρατίαν κοινοβουλευτικής μορφής, υπό τον όρο της εγκρίσεως της αποφάσεως ταύτης υπό του λαού διά δημοψηφίσματος», επέτρεπε την αναγκαστική απαλλοτρίωση «των κτημάτων των ανηκόντων εις μέλη της εκπτώτου δυναστείας» και ανέθετε στο ναύαρχο Κουντουριώτη καθήκοντα «ρυθμιστού του πολιτεύματος» μέχρι «συντάξεως του δημοκρατικού Χάρτου Ελλάδος». Το δημοψήφισμα για το Πολιτειακό έγινε τελικά στις 13 Απρίλη 1924, στο οποίο το 69,96% των ψηφοφόρων τάχτηκαν υπέρ της αβασίλευτης και το 30,05% κατά.
Το Σύνταγμα του 1924 καταργήθηκε από νέο το 1927, που είχε ως αστική καινοτομία την καθιέρωση του θεσμού του αιρετού αρχηγού του κράτους, αντί του κληρονομικού, έναν αιώνα ακριβώς μετά το Σύνταγμα της Τροιζήνας. Εκλεγόταν με θητεία 5 χρόνων από τη Βουλή και τη Γερουσία. Καθιέρωνε το σύστημα των δυο νομοθετικών σωμάτων, ορίζοντας ωστόσο ότι, σε περίπτωση διαφωνίας, θα υπερίσχυε η γνώμη της Βουλής (άρθρα 31 και 32). Ειδικότερα η Γερουσία ήταν αιρετή και απαρτιζόταν από 120 γερουσιαστές, τα 9/12 των οποίων (δηλαδή 90) εκλέγονταν άμεσα από το λαό, το 1/12 (δηλαδή οι 10 «αριστίνδην») από τη Βουλή και τη Γερουσία σε κοινή συνεδρίαση και τα υπόλοιπα 2/12 από επαγγελματικές οργανώσεις για τριετή θητεία, σύμφωνα με το ν. 3786/1929, ο οποίος έτσι εισήγαγε το θεσμό της επαγγελματικής αντιπροσωπίας.
Καθιέρωνε το θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά το θεσμό των γαλλικών Συνταγμάτων του 1875. Διόριζε και έπαυε τον πρωθυπουργό και, με πρόταση του τελευταίου, τους υπουργούς. Ως ρυθμιστής του πολιτεύματος, μπορούσε να διαλύει τη Βουλή, πάντοτε όμως ύστερα από ομόφωνη απόφαση της Γερουσίας. Ήταν «αρχηγός» των Ενόπλων Δυνάμεων μόνο τυπικά, αφού, με ρητή διάταξη, δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να τις διοικήσει (άρθρο 81). Η Γερουσία μπορούσε τέλος να συγκροτηθεί σε ειδικό δικαστήριο για να δικάσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τους υπουργούς, καθώς και «παν πρόσωπον κατηγορούμενον δι’ αδίκημα εσχάτης προδοσίας της πατρίδος ή άλλην “πράξιν κατά της ασφαλείας και ανεξαρτησίας του κράτους”» (άρθρο 64). Βελτίωνε, επίσης, την προστασία ορισμένων ατομικών δικαιωμάτων, μεταξύ άλλων, της ελευθερίας του Τύπου και του απόρρητου των επιστολών. Τέλος, για πρώτη φορά στην Ελλάδα κατοχύρωνε κοινωνικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα εργασίας (άρθρο 22) και την ελευθερία της τέχνης και της επιστήμης (άρθρο 21), ενώ ταυτόχρονα προστάτευε και το θεσμό του γάμου (άρθρο 23).
Το Σύνταγμα του 1927 επίσης δεν «έζησε» πολύ. Ήδη από το 1924 ξεκίνησε η νομική θέσπιση συστηματικών παραβιάσεων των άρθρων περί ατομικών δικαιωμάτων, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η άνοδος των αγώνων του εργατικού κινήματος και η δίωξη των πολιτικών αντιπάλων. Στις 24 Απρίλη 1924, με νομοθετικό διάταγμα «περί κατοχυρώσεως του δημοκρατικού πολιτεύματος» η πρώτη κυβέρνηση της αβασίλευτης δημοκρατίας τιμωρούσε αμείλικτα κάθε «προσβολή», «δυσφήμιση», «εξύβριση», «αποδοκιμασία» ή «αμφισβήτηση» των «ιδρυτικών του δημοκρατικού πολιτεύματος πράξεων». Ακολούθησαν μια σειρά νόμων που συρρίκνωναν τα δικαιώματα της υπεράσπισης στις δίκες περί Τύπου, περιόριζαν το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι των δημόσιων υπαλλήλων και διευκόλυναν την πειθαρχική δίωξή τους για πολιτικούς λόγους.
Στο ίδιο πλαίσιο εντασσόταν και η δίωξη του φρονήματος, με ποινή διοικητική εκτόπιση υπόπτων (και όχι ενόχων) για πράξεις αντίθετες «εις την δημόσιαν τάξιν και ασφάλειαν της χώρας». Το μέτρο της διοικητικής εκτόπισης εφαρμόστηκε σχεδόν αποκλειστικά για τη δίωξη μελών και οπαδών του ΚΚΕ και γενικότερα κατά αγωνιστών για την πολιτική και συνδικαλιστική τους δράση. Ο νόμος που έγινε γνωστός ως «Ιδιώνυμο» (ν. 4229/1929) επί πρωθυπουργίας Βενιζέλου χρησιμοποιήθηκε κατά των κομμουνιστών· παράλληλα ίδιοι νόμοι υιοθετήθηκαν την ίδια εποχή σε αρκετές ακόμη ευρωπαϊκές χώρες. Υιοθετήθηκε δε με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Βενιζέλου, σε μια εποχή όπου, κατά τα λεγόμενα του ίδιου, δεν υπήρχε στην Ελλάδα κομμουνιστική «απειλή».
Η ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΡΧΙΑΣ ΤΟ 1935.
Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ 4ης ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Την 1η Απρίλη 1935, η κυβέρνηση Τσαλδάρη ιδιοποιήθηκε και τη συντακτική εξουσία εκδίδοντας τις τέσσερις πρώτες από 46 συντακτικές πράξεις. Με την πρώτη από αυτές καταργούσε τη Γερουσία του 1933 και προκήρυσσε εκλογές «εντός δυο μηνών» για την ανάδειξη Εθνοσυνέλευσης «ίνα ψηφισθή το νέον Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας». Από τις υπόλοιπες συντακτικές πράξεις της κυβέρνησης Τσαλδάρη ξεχωρίζουν: Η Κ΄ της 6ης Μάη 1935, με την οποία διαλύονταν οι υφιστάμενες συνδικαλιστικές οργανώσεις των δημόσιων υπαλλήλων και αναστελλόταν το δικαίωμα των τελευταίων να ιδρύουν νέες. Η ΚΗ΄ της 17ης Μάη 1935, με την οποία από τη μια επιτρεπόταν η ανάπτυξη γνωμών επί του Πολιτειακού, αλλά από την άλλη τιμωρούνταν με αυστηρότατες ποινές «ο χλευασμός ή η εκδήλωσις περιφρονήσεως προς το υφιστάμενον πολίτευμα», καθώς και η «διάδοσις ιδεών δι’ ων επιδιώκεται η μεταβολή».
Επιτρέποντας την αναστολή των ελευθεριών από την εκτελεστική εξουσία και για εσωτερικούς λόγους, η συντακτική πράξη ΚΔ΄ γυρνούσε μια σημαντική σελίδα στην ιστορία του θεσμού της «κατάστασης πολιορκίας» στην Ελλάδα. Έως τότε, αν και προβλεπόταν η επιβολή της μόνο για εξωτερικούς κινδύνους (άρθρα 91 Σ. 1911 και 97 Σ. 1927), είχε εφαρμοστεί για την αντιμετώπιση και εσωτερικών απειλών, κατά παράβαση του Συντάγματος. Η συντακτική αυτή πράξη ως νόμος, στη συνέχεια οι νόμοι της μεταξικής δικτατορίας και οι μετακατοχικοί-μετεμφυλιακοί νόμοι, με κλιμάκωση αυστηρότερων ποινών, αποτέλεσαν τον ακρογωνιαίο λίθο της νομοθεσίας «για την ασφάλεια του κράτους και του κοινωνικού καθεστώτος», ίσχυαν μέχρι το 1974 και στο Σύνταγμα του 1975 και στις αναθεωρήσεις του έγιναν ορισμένες αναπροσαρμογές σχετικά με το ποιος θεσμός και με ποια διαδικασία θα είχε την αρμοδιότητα κήρυξης της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας13.
Η Εθνοσυνέλευση καταργούσε το πολίτευμα της αβασίλευτης Δημοκρατίας (3 Νοέμβρη 1935), εξουσιοδοτούσε τον Γ. Κονδύλη να ασκεί τη βασιλική εξουσία μέχρι το δημοψήφισμα, το οποίο επανάφερε τη βασιλεία (25 Νοέμβρη 1935) και διαμόρφωσε Παρασύνταγμα, δηλαδή ένα σώμα διατάξεων ίσης τυπικής ισχύος με το Σύνταγμα.
Στις 4 Αυγούστου 1936, με πρόταση της κυβέρνησης Μεταξά ο βασιλιάς εξέδωσε δυο βασιλικά διατάγματα: Με το πρώτο ανέστειλε επ’ αόριστον την ισχύ των εγγυήσεων των σπουδαιότερων ατομικών δικαιωμάτων. Με το δεύτερο διέλυσε τη Γ΄ Αναθεωρητική Βουλή. Η επιβολή της δικτατορίας κρίθηκε αναγκαία προκειμένου η αστική τάξη να θωρακίσει την εξουσία της σε συνθήκες που είχαν κορυφωθεί οι ενδοαστικές αντιθέσεις, ενώ είχε δρομολογηθεί η προετοιμασία για το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν και η αστική εξουσία δεν αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο άμεσης ανατροπής της, ωστόσο απαιτούνταν να αποσοβηθεί κάθε κίνδυνος αστάθειας, να ενταθούν μέτρα καταστολής, να αντιμετωπιστεί το ΚΚΕ και ο ρόλος του στο εργατικό-λαϊκό κίνημα. Το κυριότερο πρόβλημα που αντιμετώπιζε το αστικό σύστημα στη συγκεκριμένη περίοδο ήταν η αδυναμία σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης, άρα η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία γινόταν περιττή.
Η ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1940-1950
Η περίοδος 1941-1944 ήταν περίοδος αναστολής της εθνοκρατικής ανεξαρτησίας της Ελλάδας, πρόβλημα που αφορούσε την εργατική τάξη και την αγροτιά από τη σκοπιά των δικών τους συμφερόντων, ενώ την αστική τάξη και το θρόνο από τη σκοπιά των συμφερόντων της ιδιοκτησίας και νομής της αστικής εξουσίας. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας η αστική τάξη είχε πρώτο της καθήκον την ανασυγκρότηση του κράτους, με κύριο όπλο την κρατική βία, την καταστολή, την καταδίωξη του ΚΚΕ παντού, την εκμηδένιση της δράσης του. Παραβιάστηκε και αυτή η απαράδεκτη για το ΚΚΕ Συμφωνία της Βάρκιζας, που αποτελούσε το νομικό βάθρο της αποκαλούμενης «συνταγματικής τάξης». Η όποια διάταξή της αφορούσε τις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες δεν τηρήθηκε, ενώ τα άρθρα για την αποστράτευση εφαρμόστηκαν μόνο για τον ΕΛΑΣ. Από εκείνη τη στιγμή έμεινε ορθάνοικτη η πόρτα για την αμείλικτη καταδίωξη των κομμουνιστών και των ΕΑΜιτών.
Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, μάλιστα, δεν καταργήθηκε κανένας περιοριστικός νόμος κληροδοτημένος από το παρελθόν, παρά μόνο ορισμένοι νόμοι της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου –όπως ο α.ν. 1075/1938 που αντικατέστησε το «Ιδιώνυμο». Τα περισσότερα από τα κατασταλτικά μέτρα της δεκαετίας του 1920 και του 1930 παρέμειναν τυπικά σε ισχύ. Ήταν η περίοδος της «Λευκής Τρομοκρατίας». Τα μέτρα αυτά ενισχύθηκαν με τη λήψη νέων από το Μάρτη του 1946. Συγκεκριμένα έγινε: Επαναφορά της διοικητικής εκτόπισης, λειτουργία της Μακρονήσου, εκκαθαρίσεις και έλεγχος φρονημάτων, στέρηση της ιθαγένειας και δήμευση περιουσιών, ποινική καταστολή και απαγόρευση του ΚΚΕ και της ΕΠΟΝ το 1947.
Με το δημοψήφισμα της 1ης Σεπτέμβρη 1946 και με το 68% των έγκυρων ψήφων αποφασίστηκε η επάνοδος του βασιλιά Γεωργίου Β΄. Το σχέδιο Συντάγματος του 1948 περιλάμβανε την ψήφο των γυναικών, τη δυνατότητα εθνικοποίησης επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας ή «μονοπωλιακού ουσιαστικού χαρακτήρα», τη λειτουργία της Βουλής σε Ολομέλεια και σε τμήματα, την απαγόρευση της ισχύος του εκλογικού νόμου στις αμέσως, μετά από την ψήφισή του, διεξαγόμενες εκλογές, τον περιορισμό των αναδρομικών και των ψευδοερμηνευτικών νόμων, τη δυνατότητα αναθεώρησης του Συντάγματος από μία και μόνο Βουλή (με πλειοψηφία των 2/3), το ανώτατο όριο προφυλάκισης. Το σχέδιο Συντάγματος απορρίφθηκε από τη Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή.
Την περίοδο του ηρωικού ταξικού Εμφυλίου 1946-1949, η αστική πολιτική εξουσία, προκειμένου να αντιμετωπίσει και από τα πάνω και από τα κάτω κάθε κίνδυνο που την απειλούσε, προχωρούσε σε παράκαμψη της Βουλής στο νομοπαραγωγικό της έργο, ενώ νομιμοποιούσε τη θεσμοθετημένη ανάμιξη του «συμμαχικού» παράγοντα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων τόσο στα στρατιωτικά ζητήματα όσο και σε έναν ευρύτατο κύκλο θεμάτων, με κυριότερο τη σταδιακή αυτονόμηση των Ενόπλων Δυνάμεων έναντι της πολιτικής εξουσίας. Αναβίωσε η πρακτική της αυτόνομης κυβερνητικής νομοθεσίας, μέσω αναγκαστικών νόμων που εκδίδονταν χωρίς προηγούμενη εξουσιοδότηση. Τα νομοθετήματα εκδίδονταν συνήθως κατά τη διάρκεια της διακοπής των εργασιών της Βουλής, ίσχυαν από την έκδοσή τους και υποβάλλονταν εκ των υστέρων στη Βουλή για κύρωση. Συνολικά από το 1946 έως το 1952 εκδόθηκαν 536 αναγκαστικοί νόμοι, που κάλυπταν ένα ευρύτατο φάσμα θεμάτων, όπως την απαγόρευση του ΚΚΕ (α.ν. 509/1947). Αναβίωσε η επίσης αντισυνταγματική πρακτική της συστηματικής παροχής ευρύτατων εξουσιοδοτήσεων προς την εκτελεστική εξουσία να νομοθετεί επί παντός επιστητού με νομοθετικά διατάγματα (συνήθως με απλή γνώμη της λεγόμενης «επιτροπής εξουσιοδοτήσεως» της Βουλής, που συγκροτούνταν επί τούτου).
Η βρετανική και, μετά το Δόγμα Τρούμαν, η αμερικανική στρατιωτική αποστολή δεν περιορίστηκαν σε ζητήματα εκπαίδευσης και εξοπλισμού, όπως αρχικά επίσημα προβλεπόταν, αλλά είχαν λόγο και στο επίπεδο της κρατικής διοίκησης (προαγωγές, μεταθέσεις και τοποθετήσεις αξιωματικών), αφού εκπρόσωπός τους συμμετείχε (τυπικά χωρίς ψήφο) στο Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας (ΑΣΕΑ), καθώς και στα ανώτατα συμβούλια των τριών κλάδων. Την ίδια εποχή, ο αστικός στρατός ανέλαβε και μια σειρά αποστολών που ξέφευγαν κατά πολύ από την αμιγώς στρατιωτική αποστολή του, όπως η κατασκευή δημόσιων έργων ή η λειτουργία δικού τους ραδιοφωνικού σταθμού.
Η θεσμική μεταβολή που επέδρασε και στη μεταπολεμική συνταγματική ιστορία της χώρας ως το 1975 ήταν η βαθμιαία αυτονόμηση των Ενόπλων Δυνάμεων από την πολιτική εξουσία.
ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ 1950-1968
Κατά την περίοδο 1950-1968 βγήκαν στην επιφάνεια οι προϋπάρχουσες –πριν την τριπλή Κατοχή– αντιθέσεις ανάμεσα στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, που είχαν περάσει σε φάση ύφεσης και συναίνεσης προκειμένου να αντιμετωπιστεί ενιαία η δράση του ΔΣΕ. Ο κοινός στόχος των αντιμαχόμενων μερίδων για την ενίσχυση της αστικής πολιτικής εξουσίας εκφραζόταν με διαφορετικό τρόπο, δυνάμωνε η αμφισβήτηση στους κόλπους των αστικών κομμάτων απέναντι στο διαμορφωμένο μετεμφυλιακό καθεστώς που θεωρούνταν ως παρωχημένο για να εξυπηρετηθούν η πιο ομαλή χειραγώγηση και η ενσωμάτωση των εργατικών-λαϊκών μαζών, με βάση και τις απαιτήσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Οι αντιθέσεις δε γεφυρώθηκαν και αποτέλεσαν το βασικό παράγοντα για την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας 1967-1974.
Το μετεμφυλιακό Σύνταγμα του 1952 διατήρησε τα «έκτακτα μέτρα» και συνιστούσε μια συντηρητικότερη εκδοχή του Συντάγματος του 1911 με τις εξής διαφορές: Υποβάθμιζε αρχικά τη Βουλή στο νομοθετικό της έργο, ορίζοντας ότι η εκτελεστική εξουσία μπορούσε να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα με ισχύ (τυπικού) νόμου, ύστερα από τη σύμφωνη γνώμη 60μελούς κοινοβουλευτικής επιτροπής, έτσι που έγινε συνήθης τρόπος νομοθετήσεως. Θεσμοθετούσε τη διευρυμένη εκδοχή της «κατάστασης πολιορκίας», με την παροχή στην εκτελεστική εξουσία της δυνατότητας να αναστέλλει την ισχύ των σπουδαιότερων ελευθεριών και να συστήνει στρατοδικεία και για εσωτερικούς λόγους χωρίς προηγούμενη έγκριση της Βουλής. Προέβλεπε τη δυνατότητα αυξημένης προστασίας των κεφαλαίων εξωτερικού που θα επενδύονταν στην Ελλάδα, με «εφάπαξ» εκδιδόμενο νόμο, δηλαδή νόμο που δε θα μπορούσε να τροποποιηθεί παρά μόνο με τη διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος. Στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων έθετε τους περισσότερους περιορισμούς, σε αντιπαράθεση με τις αστικοφιλελεύθερες συνταγματικές παραδόσεις: Απαγόρευε την απεργία των δημόσιων υπαλλήλων, προσδιόριζε το περιεχόμενο της εκπαίδευσης («επί τη βάσει των ιδεολογικών κατευθύνσεων του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού»), απέκλειε το διορισμό «μη εθνικοφρόνων» καθηγητών στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ενώ το ίδιο άρθρο ίσχυε για τους δημόσιους υπαλλήλους. Πολλαπλασιάζονταν οι περιπτώσεις για τις οποίες επιτρεπόταν η κατάσχεση εφημερίδων και άλλων εντύπων, προβλεπόταν η δυνατότητα προσωρινής ή και οριστικής παύσης εφημερίδων, καθώς και η απαγόρευση της άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Τέλος, οι ιδιώτες μπορούσαν να υπαχθούν στα στρατιωτικά δικαστήρια και σε καιρό ειρήνης «δι’ αξιοποίνους πράξεις κατά της ασφαλείας των Ενόπλων Δυνάμεων». Παράλληλα, με το ν. 2159/1952, καθιέρωσε το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι των γυναικών χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό, εκτός από τον ηλικιακό (21ο έτος), που ίσχυε και για τους άνδρες. Στο άρθρο 70 του Συντάγματος του 1952 είχε προστεθεί σχετική ερμηνευτική δήλωση.
Για τις αρμοδιότητες του βασιλιά, το Σύνταγμα του 1952 επαναλάμβανε διατάξεις των παλαιότερων Συνταγμάτων, δηλαδή η εκτελεστική εξουσία «ανήκε» μεν στο βασιλιά, αλλά ενεργούνταν από τους αρμόδιους υπουργούς τους οποίους ο βασιλιάς διόριζε και έπαυε. Το πρόσωπο του βασιλιά ήταν ανεύθυνο και απαραβίαστο, ενώ καμία πράξη του δεν ίσχυε, ούτε εκτελούνταν χωρίς την υπογραφή του αρμόδιου υπουργού. Το Σύνταγμα του 1952 αναγνώριζε ρητά στο άρθρο 31 ότι ο βασιλιάς δεν μπορούσε να ενεργεί μόνος, ούτε να ασκεί προσωπική πολιτική· διατηρούσε μια κρίσιμη αρμοδιότητα, το διορισμό και την παύση του πρωθυπουργού –και, ύστερα από πρόταση του τελευταίου, ορισμένων τουλάχιστον υπουργών– κατά παράβαση του Συντάγματος.
Το Σύνταγμα του 1952 νομιμοποιούσε την εκτροπή από τον αστικό κοινοβουλευτισμό, δίνοντας δικαίωμα στο βασιλιά να αναλάβει τέτοια πρωτοβουλία μετά από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου.
ΤΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ
Το χουντικό στρατιωτικό καθεστώς στηρίχτηκε στο μετεμφυλιακό θεσμικό πλαίσιο που διατηρούσαν διαδοχικά όλες οι κυβερνήσεις, της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ), της Ένωσης Κέντρου (ΕΚ), καθώς και οι κυβερνήσεις με τη συμμετοχή των λεγόμενων «αποστατών» μετά από τον Ιούλη του 1965. Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του ήταν η ισχύς των «εκτάκτων μέτρων», ενώ μέχρι το 1962 τα «έκτακτα μέτρα» δικαιολογούνταν στο όνομα της «ανταρσίας των κομμουνιστοσυμμοριτών».
Απέναντι στον ελληνικό λαό στήθηκε ο αστυνομικός και στρατιωτικός μηχανισμός του αστικού κράτους, που είχε στα χέρια του δεκάδες χιλιάδες φακέλους, όχι μόνο δραστήριων έως τότε κομμουνιστών, αριστερών, ριζοσπαστών, αλλά ακόμη και εκείνων που είχαν δράσει στα χρόνια της Κατοχής και του ΔΣΕ, αν και αργότερα είχαν αποστασιοποιηθεί από την ενεργό δράση. Η πρωτοπορία του εργατικού-λαϊκού κινήματος, χιλιάδες έμπειροι αγωνιστές, βρέθηκαν κρατούμενοι σε όλη την Ελλάδα. Στη συνέχεια εξορίστηκαν στη Γυάρο, στη Λέρο, στην Αλικαρνασσό, στον Ωρωπό και αλλού.
Με την επιβολή του στρατιωτικού νόμου συστάθηκαν 10 έκτακτα στρατοδικεία σε ισάριθμες πόλεις, ενώ επιβλήθηκαν και άλλα μέτρα, όπως η απαγόρευση των συγκεντρώσεων, η αυστηρή λογοκρισία στον Τύπο κλπ. Στις 29 Απρίλη 1967 τέθηκαν και τυπικά εκτός νόμου τα πολιτικά κόμματα και στη συνέχεια ακολούθησε η κατάργηση 161 μαζικών οργανώσεων και σωματείων στην περιοχή της πρωτεύουσας και 113 στην υπόλοιπη χώρα. Πραγματοποιήθηκαν μαζικές εκκαθαρίσεις στο στράτευμα, στη Δικαιοσύνη, στην Παιδεία και άλλους κλάδους της Δημόσιας Διοίκησης.
Τα Συντάγματα της δικτατορίας εμπνέονταν από ένα κοινό πολιτειακό πρότυπο, με κύριο χαρακτηριστικό την αναγόρευση του στρατού ως φορέα της πολιτικής εξουσίας. Μια σειρά ρυθμίσεις εξαιρούσαν τις Ένοπλες Δυνάμεις από τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας, επίσης γινόταν συρρίκνωση των δικαιωμάτων. Συγκρότησε το συνταγματικό δικαστήριο με ισόβια μέλη, που θα τα επέλεγε η «κυβέρνηση». Στις αρμοδιότητές του περιλαμβάνονταν η στέρηση των ατομικών δικαιωμάτων απ’ όσους θα τα ασκούσαν «καταχρηστικά», ο έλεγχος των εκλογών, η επίλυση συγκρούσεων μεταξύ των κυριότερων άμεσων οργάνων της πολιτείας, ο «διαρκής έλεγχος» και, εν τέλει, η διάλυση πολιτικών κομμάτων «των οποίων οι σκοποί ή η δράσις αντιτίθενται εκ του εμφανούς ή συγκεκαλυμμένου προς το πολίτευμα, ή τείνουν εις ανατροπήν του υφισταμένου κοινωνικού καθεστώτος ή εκθέτουν εις κίνδυνον την εδαφικήν ακεραιότητα του κράτους ή την δημοσίαν ασφάλειαν» (άρθρο 58 παρ. 5).
Ταυτόχρονα, στο πλαίσιο της στρατηγικής τους για «ομαλή μετάβαση στην αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία», αστικές πολιτικές δυνάμεις κράτησαν ευέλικτη τακτική απέναντι στις διακηρύξεις της Χούντας περί «φιλελευθεροποίησης» μετά το 1972.
Το ΚΚΕ καταδίκασε τη «φιλελευθεροποίηση» και τις μορφές που έπαιρνε ως «δημοψήφισμα» και «κοινοβουλευτικές εκλογές». Ανέδειξε ως κύριο ζήτημα την ανάπτυξη της λαϊκής πάλης από τα κάτω και με όλες τις μορφές –αν απαιτούνταν και την ένοπλη– ενώ ως άμεσο κοινό στόχο έθεσε την απόκρουση του ελιγμού της στρατιωτικής δικτατορίας και τη δράση για την ανατροπή της.
ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1975 (7 ΙΟΥΝΗ)
Είχε προηγηθεί στις 8 Δεκέμβρη 1974 δημοψήφισμα για το ζήτημα της βασιλευόμενης δημοκρατίας14, στο οποίο κυριάρχησε το ΟΧΙ στο θρόνο, με αποτέλεσμα να μπει τέρμα στο θεσμό της μοναρχίας στην Ελλάδα με ποσοστό 78,43% ΝΑΙ και 21,57% ΟΧΙ.
Η στρατιωτική δικτατορία των χρόνων 1967-1974 και η συναινετική πτώση της είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση του θρόνου, την ένταξη των Ενόπλων Δυνάμεων στην εκτελεστική εξουσία και γενικά εκείνων των μέσων και μηχανισμών καταστολής που δεν ανταποκρίνονταν πια στις ανάγκες ενσωμάτωσης ευρύτατων λαϊκών δυνάμεων. Κινητήριος παράγοντας αστικού εκσυγχρονισμού ήταν και η προετοιμαζόμενη ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Συνυπήρχε η ριζοσπαστικοποίηση πλατιών λαϊκών μαζών, που είχε επέλθει κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, η υποχώρηση του αντικομμουνισμού.
Σημείο τριβής στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή ήταν η ρύθμιση της εκτελεστικής εξουσίας. Όλες οι πλευρές συμφωνούσαν ότι το πολίτευμα της χώρας θα έπρεπε να είναι και να παραμείνει κοινοβουλευτικό, με την κυβέρνηση να είναι υπεύθυνη για «τη γενική πολιτική της χώρας» (άρθρο 82 παρ. 1Σ), αλλά και να διαθέτει τα αναγκαία μέτρα για να ξεπερνά προσκόμματα και κωλυσιεργίες. Ο Κ. Καραμανλής, ως πρωθυπουργός της κυβέρνησης «εθνικής ενότητας», ήταν υποστηρικτής της «λελογισμένης ενίσχυσης» της εκτελεστικής εξουσίας, κάτι στο οποίο αρχικά διαφωνούσε η αντιπολίτευση απέναντι στη ΝΔ, αλλά τελικά συμφώνησε.
Τελικά, στο Σύνταγμα του 1975 εκφράστηκε η επιδίωξη να συνταιριαστεί η ελληνική κοινοβουλευτική παράδοση με τους αστικούς εκσυγχρονισμούς στα Συντάγματα των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κρατών. Είχε περιορισμένο χαρακτήρα αστικοδημοκρατικών προσαρμογών, ενώ κύριος στόχος ήταν η θωράκιση ενός πολιτικού συστήματος με άρθρα αυταρχικού χαρακτήρα κατά των συνδικαλιστικών και δημοκρατικών ελευθεριών, τη δυνατότητα απαγόρευσης συγκεντρώσεων σε ανοιχτό χώρο, τον περιορισμό στο δικαίωμα της απεργίας. Οι υπερεξουσίες του Προέδρου της, παρά τις ορισμένες υποχωρήσεις στην τελική διατύπωση κάποιων άρθρων, δεν άλλαζαν το χαρακτήρα του θεσμού, προστέθηκε μάλιστα και άρθρο για την αναγνώριση των δικαιωμάτων της έκπτωτης μοναρχίας.
Το Σύνταγμα του ’75 «συμπληρωνόταν» από μια σειρά νόμων στη συνέχεια και τα επόμενα χρόνια, όπως το νόμο περί «κατάστασης πολιορκίας», την επαναφορά του καταδικασμένου θεσμού της εξορίας και της «πειθαρχημένης» διαβίωσης, διατήρηση του φακελώματος και του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων. Ξεχωριστή θέση κατείχε ο νόμος 330/1976, οι διώξεις κατά συνδικαλιστών και απεργών, η χρησιμοποίηση των σωματείων-σφραγίδων για τον έλεγχο της σύνθεσης της ΓΣΕΕ, των Ομοσπονδιών και των Εργατικών Κέντρων, σε συνδυασμό με την υπόθαλψη ανταπεργιών και τη συγκρότηση απεργοσπαστικών μηχανισμών. Επίσης ο νόμος για τη στράτευση των γυναικών, για τους δημόσιους υπαλλήλους, το διάταγμα για τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων όπως για τους υποψήφιους μαθητές στις σχολές αξιωματικών, το καθεστώς αστυνόμευσης και τρομοκρατίας, η διατήρηση παρακρατικών οργανώσεων όπως τα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ), ο καλπονοθευτικός εκλογικός νόμος και η άρνηση καθιέρωσης στο Σύνταγμα της απλής αναλογικής.
Με βάση το άρθρο 48 του Συντάγματος, την «κατάσταση πολιορκίας» την κήρυσσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Το συγκεκριμένο άρθρο 48 μεταβλήθηκε από τις μετέπειτα αναθεωρήσεις, με κυριότερη αυτή του 1986 που ορίζει ότι η αρμοδιότητα κήρυξης της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας ανήκει στη Βουλή και ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διατηρεί μόνο την αρμοδιότητα να δημοσιεύει τη σχετική απόφαση της Βουλής στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης και να προβαίνει έτσι στον έλεγχο της νομιμότητάς της. Η «κατάσταση πολιορκίας» κηρύσσεται σε τρεις περιπτώσεις: α) Πολέμου β) ένοπλου κινήματος για ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος και γ) επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας.
Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Με την αποκατάσταση της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας τέθηκε ως βασικός στόχος της αστικής τάξης η πλήρης ένταξη της Ελλάδας στην υπό διαμόρφωση «Ενωμένη» Ευρώπη. Η επιδίωξη αυτή συνδεόταν άμεσα με την ενσωμάτωση του ευρωπαϊκού δικαίου στο ελληνικό. Η διείσδυση του «ευρωπαϊκού συνταγματικού δικαίου» στο ελληνικό επιτεύχθηκε με την ένταξη της χώρας ως πλήρους μέλους στις δύο σημαντικότερες ευρωπαϊκές διακρατικές ενώσεις, το Συμβούλιο της Ευρώπης και την ΕΟΚ. Για να γίνει αυτό, η Ελλάδα, όπως έπραξαν και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, όχι μόνο αναγνώρισε την υπεροχή των ευρωπαϊκών κανόνων έναντι των εθνικών, αλλά εκχώρησε στα όργανα των δυο αυτών οργάνων δικαιώματα που, κατά το κλασικό συνταγματικό δίκαιο, μπορούσαν να ανήκουν στον στενό πυρήνα της εθνικής κρατικής κυριαρχίας της.
Η αναγνώριση της υπεροχής των ευρωπαϊκών κανόνων έναντι των εθνικών αποτυπώθηκε στη ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 28 του Συντάγματος του 1975, σύμφωνα με την οποία «…οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους της καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου».
Η εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων στους ευρωπαϊκούς οργανισμούς πραγματοποιήθηκε με δυο συνταγματικές διατάξεις, τις παραγράφους 3 και 2 του άρθρου 28. Η παράγραφος 3 καθιερώνει την αρχή ότι η Ελλάδα μπορεί να περιορίσει ελεύθερα «την άσκηση της κυριαρχίας της» (αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις) με νόμο που ψηφίζεται από το 50% + 1 του όλου αριθμού των βουλευτών. Η παράγραφος 2 όριζε ότι, με νόμο που ψηφίζεται με πλειοψηφία των 3/5 τουλάχιστον του όλου αριθμού των βουλευτών, μπορεί να αναγνωριστούν σε όργανα των διεθνών οργανισμών «αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα», προκειμένου «να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον και να προαχθεί η συνεργασία με άλλα κράτη», εκχωρούνται δηλαδή αρμοδιότητες τόσο της εκτελεστικής όσο και της νομοθετικής και της δικαστικής εξουσίας.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ 1975
Η περίοδος 1975-2008, ιδιαίτερα κατά την τελευταία 10ετία του 20ού αιώνα, σηματοδοτείται από σημαντικές εξελίξεις, με κορύφωση την καπιταλιστική παλινόρθωση του 1989-1990 στις χώρες του σοσιαλισμού που συνοδεύτηκε από μια νέα, οξυμένη κούρσα των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η ΕΟΚ μετεξελίχτηκε σε ΕΕ, ενώ αποφασίστηκε η «νέα δομή» και στρατηγική του ΝΑΤΟ μετά τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Η οικονομική καπιταλιστική κρίση εκδηλώθηκε κατά κύματα και συγχρονισμένα, άσκησε επίδραση σε μεγαλύτερο κύκλο καπιταλιστικών κρατών, εμφανίστηκαν νέα καπιταλιστικά ανερχόμενα κράτη που προκάλεσαν ανακατατάξεις στις κορυφές της «ιμπεριαλιστικής πυραμίδας», ενώ ξέσπασαν αλλεπάλληλοι τοπικοί ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι. Εκτός των άλλων που δεν είναι δυνατό να συμπεριληφθούν στο συγκεκριμένο άρθρο, εμφανίστηκαν δυσκολίες σε ευρωπαϊκά καπιταλιστικά κράτη στη συγκρότηση σταθερών αστικών κυβερνήσεων. Σε άλλα κράτη έγινε αναδόμηση του αστικού πολιτικού συστήματος με τη δημιουργία νέων φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, αλλά και ακροδεξιών, ενώ σε άλλα, όπως και στην Ελλάδα, έχει ξεκινήσει μια ορισμένη προσπάθεια από την αστική τάξη και τα κόμματά της. Ενισχύθηκε ποσοτικά και ποιοτικά ο ρόλος και η σημασία διάφορων νομιμοποιημένων ή και άτυπων διεθνών και περιφερειακών μηχανισμών που επιδιώκουν τη ρύθμιση των ανταγωνισμών και των αντιθέσεων και επιδρούν και στο αστικό πολιτικό σύστημα, στο Δίκαιο και το Σύνταγμα.
Η στρατηγική ταύτιση των φιλελεύθερων, σοσιαλδημοκρατικών ή πρώην ΚΚ και άλλων πολιτικών δυνάμεων που εμφανίζονταν ως εναλλακτικά αριστερά κόμματα, αν και είναι ισχυρή, παρόλ’ αυτά δε διασφαλίζει την επιδιωκόμενη σταθερότητα του αστικού πολιτικού συστήματος, δεν οδηγεί αναγκαστικά σε σύγκλιση σε ζητήματα τακτικής απέναντι στον εργατικό-λαϊκό παράγοντα που παρά τη γενικότερη υποχώρηση παραμένει –δικαιολογημένα– ως απειλή και κίνδυνος. Η σταθερότητα διαταράσσεται στον έναν ή τον άλλο βαθμό είτε κάτω από διαφορές διαχείρισης στο μίγμα της κυρίαρχης πολιτικής ή σε περιπτώσεις δυσκολίας σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης συνεργασίας κλπ.
Στη διαδικασία της επεξεργασίας νομοσχεδίων και της συνταγματικής αναθεώρησης εμφανίζονταν –και εμφανίζονται και σήμερα– δυσκολίες, ιδιαίτερα εκεί που χρειάζεται αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ καραδοκεί ανά πάσα στιγμή ο φόβος της αναμέτρησης με παραδοσιακές και απαρχαιωμένες αντιλήψεις που τα ίδια τα αστικά κόμματα καλλιεργούσαν για πολλά χρόνια στη λαϊκή συνείδηση. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε και αποτελεί ως σήμερα η φοβική στάση απέναντι στο ώριμο –και για τα αστικά ευρωπαϊκά δεδομένα– ζήτημα του διαχωρισμού της Εκκλησίας από το κράτος και σε αρκετά άλλα ζητήματα που συνδέονται με αστικούς θεσμούς όπως είναι η οικογένεια.
Οι αντιθέσεις ανάμεσα στα αστικά πολιτικά κόμματα, κατά τη διαδικασία προετοιμασίας της αναθεώρησης, δεν οφείλονταν και δεν οφείλονται μόνο στον ανταγωνισμό τους για τη διακυβέρνηση. Έπαιξαν και παίζουν ρόλο οι επιδράσεις των αντιθέσεων στο εσωτερικό της αστικής τάξης, η σύνθεση και οι αναδιατάξεις στις διεθνείς ιμπεριαλιστικές συμμαχίες. Παίζουν ρόλο οπωσδήποτε και ορισμένες ιδεολογικές διαφορές που καθορίζονται από την ιστορική προέλευση του κάθε κόμματος, την κοινωνική σύνθεση της εκλογικής του βάσης σε συνδυασμό με τις τρέχουσες κομματικές ανάγκες. Κατά την ενδοαστική αντιπαράθεση αξιοποιήθηκε και η διαπάλη του Κόμματος με τον οπορτουνισμό και τους φορείς με τους οποίους εμφανίστηκε, ως ΚΚΕ «εσωτερικού», στη συνέχεια ΕΑΡ, αργότερα Συνασπισμός της Αριστεράς.
Ένας παράγοντας που καθορίζει τις διαφορές τακτικής και επιλογών ανάμεσα στα αστικά κόμματα, όσον αφορά το Σύνταγμα, είναι ότι στην επεξεργασία και γενικότερα στη μελέτη των προβλημάτων του αστικού πολιτικού συστήματος και των μεθόδων καταστολής και εξαγοράς του λαού παίρνουν μέρος νέες γενιές επιστημόνων, τους οποίους παράγουν συστηματικά ξένα πανεπιστήμια και ορισμένα ελληνικά. Πρόκειται για νομικούς, συνταγματολόγους ως και πολιτικούς επιστήμονες, που ενδιαφέρονται για το ίδιο το σύστημα και αισθάνονται λιγότερο δεσμευμένοι από την κομματική τους ένταξη ή προτίμηση, ζητούν με μεγαλύτερη απαίτηση αστικούς εκσυγχρονισμούς και προσαρμογές σε σχέση με τα κόμματα που ανήκουν ή συνεργάζονται στον έναν ή τον άλλο βαθμό.
Κατά κανόνα στις αναθεωρήσεις του Συντάγματος του ’75 και με ακόμα μεγαλύτερη σαφήνεια στους νόμους που ψηφίστηκαν από τότε ως σήμερα, πήραν προβάδισμα οι επιλογές των πιο δυναμικών τμημάτων του κεφαλαίου, που συνειδητοποιούσαν την ανάγκη εκσυγχρονιστικών αστικών μεταρρυθμίσεων, π.χ. στις κρατικοποιήσεις αρχικά και στις αποκρατικοποιήσεις στη συνέχεια, τον «προγραμματισμό» και «συντονισμό» της οικονομίας από το κράτος, τις εργασιακές σχέσεις, την κοινωνική ασφάλιση, την Παιδεία κλπ. Ποτέ δεν έλειψε από τις συζητήσεις περί Συντάγματος και δε θα λείψει η συζήτηση για την πιο αποτελεσματική ενσωμάτωση των εργατικών-λαϊκών αγώνων, άλλοτε με τη λογική του καρότου, άλλοτε με τη λογική του μαστίγιου ή και των δύο μεθόδων ταυτόχρονα.
Εξετάζοντας την πορεία των αναθεωρήσεων, επιβεβαιώνεται αυτό που έχει συμβεί σταδιακά και σταθερά από το 1975 ως το 2008, η τάση προγραμματικής σύγκλισης και ταύτισης ανάμεσα στη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, η οποία έφτασε στο αποκορύφωμά της στην κυβερνητική συνεργασία το 2012, για τη διάσωση της σταθερότητας του αστικού πολιτικού συστήματος, τη διέξοδο από την κρίση προς όφελος του κεφαλαίου. Εξαερώθηκε η όποια «διαχωριστική γραμμή» εμφανιζόταν στα συνθήματα μεταξύ τους, π.χ. στις κοινωνικές παροχές και στις εξαγγελίες για άμβλυνση των πιο οξυμένων κοινωνικών ανισοτήτων, όπως έλεγαν από κοινού ώστε να αποφευχθούν «κοινωνικές αναταράξεις».
Η ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟ ΜΑΡΤΗ ΤΟΥ 1986
Κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (έναρξη το 1981) έγιναν ορισμένες προσπάθειες να προωθηθούν ώριμοι, καθυστερημένοι αστικοί εκσυγχρονισμοί, σε σύγκριση με την καπιταλιστική Ευρώπη, κυρίως σε θεσμούς και λειτουργίες του αστικού κράτους που υπηρετούσαν και τη δημιουργία νέων ιδεολογικών και πολιτικών αυταπατών, π.χ. αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, επαναπατρισμός των πολιτικών προσφύγων, κατάργηση των α.ν. 375/1936 και 942/1946 κ.ά. Η επί ΠΑΣΟΚ αναθεώρηση του 1986 ενίσχυσε ένα από τα σταθερότερα χαρακτηριστικά της ελληνικής πολιτικής ιστορίας, τον πρωθυπουργοκεντρισμό, εξασθένησε τα θεσμικά εκείνα αντίβαρα που θα υποχρέωναν τον ηγέτη της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να λογοδοτεί.
Τα παραπάνω συνέβαλαν στη χάραξη των αναγκαίων για το σύστημα τεχνητών διαχωριστικών γραμμών και διλημμάτων, το γνωστό «Δεξιά-Αντιδεξιά», σήμερα «Κεντροδεξιά και Κεντροαριστερά».
Η πρώτη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 αφορούσε κυρίως τις αρμοδιότητες –«υπερεξουσίες» όπως είχε επικρατήσει να επικαλούνται– του Προέδρου της Δημοκρατίας, π.χ., όσον αφορά την αρμοδιότητα της «προεδρικής» διάλυσης της Βουλής. Με τη νέα ρύθμιση του 1986, τη διάλυση της Βουλής μπορούσε να προκαλέσει –είτε ευθέως είτε παραιτούμενη– μόνο η κυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Ο ρόλος του Προέδρου περιοριζόταν μόνο στην περίπτωση της καταψήφισης δυο κυβερνήσεων, αν ο ίδιος έκρινε ότι η σύνθεση τη Βουλής «δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα». Τυποποιήθηκε η διαδικασία διορισμού της κυβέρνησης σε περίπτωση που κανένα κόμμα δε διαθέτει αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία (διερευνητικές εντολές στους αρχηγούς των τριών πρώτων κομμάτων –και όχι μόνο στους δυο, όπως προβλεπόταν προηγουμένως– σύσκεψη των αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, σχηματισμός κυβέρνησης συνεργασίας, αλλιώς υπηρεσιακή κυβέρνηση για τη διεξαγωγή εκλογών).
Η προτεινόμενη αναθεώρηση δεν συνιστούσε βαθιά τομή, όπως διατυμπάνιζε η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ –ως παράδειγμα ήταν το άρθρο 107 που συνέχιζε την αυξημένη τυπική ισχύ του νόμου 2687/53 που αφορούσε «προνόμια στο ξένο κεφάλαιο και στο εφοπλιστικό». Επίσης δεν καθιέρωνε ως εκλογικό νόμο το σύστημα της απλής αναλογικής. Δεν έθιγε τα στεγανά στις Ένοπλες Δυνάμεις και στην εξωτερική πολιτική, επίσης δεν καθιέρωνε την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, αφού το υπουργικό συμβούλιο διατηρούσε το δικαίωμα να εκλέγει την ηγεσία της. Δε διασφάλιζε –σε αντίθεση με τις διακηρύξεις– τα απεργιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα με την υιοθέτηση της επιστράτευσης που φαλκίδευε το απεργιακό δικαίωμα. Το άρθρο 12 περιόριζε το δικαίωμα στο συνεταιρίζεσθαι και το άρθρο 29 άφηνε ανοιχτή την απαγόρευση της πολιτικής δραστηριότητας των δημόσιων υπαλλήλων.
Τα άρθρα 27 και 28 «περιόριζαν την εθνική κυριαρχία» με το προβάδισμα των αρμοδιοτήτων των οργάνων της ΕΟΚ. Ειδικότερα το άρθρο 27 κατοχύρωνε την παραχώρηση στρατιωτικών βάσεων με απλή πλειοψηφία της Βουλής.15 Η συγκρότηση εξεταστικών επιτροπών εξαρτιόταν από τη θέληση της κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Ενώ από τη μια το ΠΑΣΟΚ διακήρυσσε την κατάργηση των υπερεξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας, την ίδια ώρα υποστήριζε την πράξη νομοθετικού περιεχομένου που πάγωνε τους μισθούς και στηριζόταν σε νομοθετική εξουσία του ΠτΔ. Παρά τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από τον ΠτΔ στο υπουργικό συμβούλιο, παρέμεναν υπερεξουσίες, όπως το θέμα της κήρυξης στρατιωτικού νόμου «για λόγους εθνικής ασφάλειας από εσωτερικούς κινδύνους». Το γεγονός ότι προβλεπόταν ένα διάστημα 15 έως και 35 ημερών για να υπάρχει απόφαση της Βουλής άφηνε παράθυρο κήρυξης του στρατιωτικού νόμου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Εν τω μεταξύ, ήταν δυνατό να έχουν γίνει συλλήψεις, εκτοπίσεις κλπ. Η δε διεξαγωγή δημοψηφισμάτων καθοριζόταν από το υπουργικό συμβούλιο και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, σε σχέση με τις συνθήκες και τους όρους διεξαγωγής τους γινόταν χρήση παραπλανητικών ερωτημάτων.16
Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ ΤΟΥ 2001
Ήδη είχε ωριμάσει –προ πολλού– η ανάγκη εγκατάλειψης της διαχείρισης του συστήματος με την εκτεταμένη κρατική καπιταλιστική ιδιοκτησία στη βιομηχανία, στις μεταφορές, τις τηλεπικοινωνίες, στο χρηματοπιστωτικό τομέα και στον τουρισμό, όπως και η εγκατάλειψη της πολιτικής γενικευμένων παροχών που εφαρμόστηκε, μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο, κυρίως στην Ευρώπη και την περίοδο αναμέτρησης με τις κατακτήσεις στο σοσιαλιστικό σύστημα. Είχε επίσης επιβεβαιωθεί ότι η σοσιαλδημοκρατία αναδείχτηκε σε ικανό διαχειριστή του συστήματος με την προώθηση φιλελεύθερης πολιτικής διαχείρισης, με μεγαλύτερη ορμή μετά τη νίκη της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και στα άλλα κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, και την αξιοποίηση της ενίσχυσης του ρεύματος του οπορτουνισμού και συμβιβασμού στο ΔΚΚ.
Τον Απρίλη του 2001, η Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή ψήφισε την αναθεώρηση 79 άρθρων του Συντάγματος με πλειοψηφίες που συχνά ξεπερνούσαν τα 4/5 του όλου αριθμού βουλευτών. Τις νέες ρυθμίσεις, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ψήφισαν όλοι οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, γεγονός πρωτοφανές μετά τη Μεταπολίτευση, συνταγματικές διατάξεις να ψηφίζονται με τόσο ευρεία συναίνεση.
Σε αντίθεση με την αναθεώρηση του 1986, η αναθεώρηση του 2001 εκτεινόταν σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που προπαγανδίστηκαν ως πρωτοποριακές ιδέες για τα ατομικά δικαιώματα και την εξυγίανση της λειτουργίας του συστήματος. Συγκεκριμένα:
Εμπλουτίστηκε ο κατάλογος των τυπικών συνταγματικών δικαιωμάτων όπως: Η αναγνώριση του δικαιώματος στην προστασία της υγείας και της γενετικής ταυτότητας, του δικαιώματος στην πληροφόρηση και στη συμμετοχή στην κοινωνία της πληροφορίας. Η εξολοκλήρου ανάθεση του κρατικού ελέγχου της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης σε μια ανεξάρτητη αρχή, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Η απαγόρευση της χρήσης αποδεικτικών μέσων που έχουν συλλεγεί με παράνομο τρόπο.
Αναγορεύτηκε σε κρατική υποχρέωση ο σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, μέτρων υπέρ των ατόμων με αναπηρία, είτε επιβεβαιώνοντας την κατοχύρωση άλλων που είχαν ήδη αναγνωριστεί από το νομοθέτη και το δικαστή, όπως: H αναγνώριση της δυνατότητας εναλλακτικής θητείας για τους αντιρρησίες συνείδησης, η κατάργηση της θανατικής ποινής, η αναγνώριση του δικαιώματος πληροφοριακού αυτοκαθορισμού, καθώς και του δικαιώματος για απάντηση σε αιτήματα παροχής πληροφοριών και χορήγησης εγγράφων.
Αναγορεύτηκε σε κρατική υποχρέωση ο σεβασμός στην αρχή της «αειφορίας».
Τη συζήτηση στην Αναθεωρητική Βουλή σχεδόν μονοπώλησαν το άρθρο 14 και οι αλλαγές που προτάθηκαν για την «πάταξη της διαπλοκής», που κατέληξε στην παρ. 9 του άρθρου 14, με την πολυσχολιασμένη ρύθμιση για το «βασικό μέτοχο», η οποία ποτέ δεν εφαρμόστηκε, καθώς οι κρίσιμες απαγορεύσεις θεωρήθηκε ότι προσέκρουαν στο κοινοτικό δίκαιο.
Στο κεφάλαιο της εκτελεστικής εξουσίας, η αναθεώρηση του 2001 ασχολήθηκε με τη ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών. Ο έλεγχος των οικονομικών των κομμάτων και ο νόμος περί ευθύνης υπουργών συνδέθηκε με την αναγκαιότητα εξυγίανσης του πολιτικού συστήματος, με κύριο στόχο την εξάλειψη της διαφθοράς και διαπλοκής.
Από την περίοδο αυτή η εκστρατεία κατά της διαφθοράς και διαπλοκής αναβαθμίζεται ως βασικό κριτήριο της ενδοαστικής αντιπαράθεσης, παρουσιάζεται από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η οικονομική κρίση σε κυρίαρχη αιτία της, στρώνεται το έδαφος για να εξελιχτεί σε βασική παραπλανητική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα αστικά κόμματα ως στοιχείο του δίπολου που αναδείχτηκε τα χρόνια της κρίσης, «Κεντροδεξιά-Κεντροαριστερά» «συντήρηση-πρόοδος».
Τα πιο σημαντικά στοιχεία, τα οποία αποτέλεσαν θέμα συζήτησης με πρωτοβουλία του ΚΚΕ και τεκμηριώνουν την τάση αντιδραστικοποίησης μέσω και της αναθεώρησης, ήταν: Η άρνηση κατοχύρωσης του δικαιώματος της απεργίας αλληλεγγύης, της συνταγματικής κατοχύρωσης της πολιτικής απεργίας, απαγόρευση ή περιορισμός μέχρι εξαφάνισης του δικαιώματος της απεργίας στα «σώματα ασφαλείας» και στους δικαστικούς, η σκόπιμα αόριστη αναφορά ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν μπορεί να τάσσονται υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος σε εκδηλώσεις που έχουν σχέση με τα καθήκοντά τους. Ενώ καταργούνταν ο θεσμός της εκτόπισης, διατηρούνταν ως επικουρικός σε μια περίοδο μάλιστα που, με αφορμή τις αγροτικές κινητοποιήσεις, εμφανίζονταν από την κυβέρνηση και άλλα αστικά κόμματα συγκεχυμένα τα όρια στην αντίληψη αν η παράταξη των τρακτέρ στους εθνικούς δρόμους ήταν πράξη αγωνιστικού χαρακτήρα, δηλαδή πολιτικού ή ποινικού αδικήματος. Άλλα σχετικά στοιχεία ήταν: Η θέσπιση των λεγόμενων Ανεξάρτητων Αρχών –σε αντιπαράθεση με τους όποιους θεσμούς μπορεί να αξιοποιήσει το εργατικό-λαϊκό κίνημα στην πάλη του– οι οποίες λειτουργούν ως όργανα νομιμοποίησης της εξουσίας και των συμφερόντων του κεφαλαίου. Η λεγόμενη αποκέντρωση της «Τοπικής Αυτοδιοίκησης», που εντασσόταν στη μεταφορά του οικονομικού βάρους κοινωνικών λειτουργιών στις πλάτες του λαού μέσω της αύξησης της φορολογίας και μέσω της ιδιωτικοποίησης. Η σύσταση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΟΚΕ) απέβλεπε στη θεσμοθέτηση της «ταξικής συνεργασίας» με το προσχηματικό επιχείρημα της ισότιμης συμμετοχής των εκπροσώπων της εργοδοσίας και των εργαζόμενων.
Η ΤΡΙΤΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΗ ΤΟΥ 2008
Τόσο οι προτάσεις της κυβέρνησης της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ απέβλεπαν στο να φύγουν από τη μέση όποια εμπόδια είχαν απομείνει στην προηγούμενη αναθεώρηση προκειμένου να διευκολυνθεί η επιχειρηματική δράση, η ακόμα μεγαλύτερη συσσώρευση του πλούτου στα χέρια μεγάλων επιχειρήσεων, η πορεία βαθύτερης ενσωμάτωσης της Ελλάδας στις διαδικασίες της καπιταλιστικής ενοποίησης και η πορεία ιδιωτικοποιήσεων και εμπορευματοποίησης. Οι προτάσεις τόσο της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ είχαν κοινή γραμμή τις ιδιωτικοποιήσεις, την ανατροπή των εργασιακών σχέσεων, τις ιδιωτικοποιήσεις στην Παιδεία και στην Υγεία-Πρόνοια. Χαρακτηριστική ήταν η πρόταση στο άρθρο 16 για τη λειτουργία ιδιωτικών ΑΕΙ, «μη κερδοσκοπικών». Κοινός τόπος επίσης ήταν η μεταφορά αρμοδιοτήτων του κράτους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, που οδηγούσε στην ακόμα βαρύτερη φορολόγηση των λαϊκών στρωμάτων.
Το ΠΑΣΟΚ ήταν αντίθετο στην αναθεώρηση του άρθρου 24 που αφορούσε το δασικό πλούτο, όχι γιατί ήταν αντίθετο στις επιδιώξεις υπηρέτησης των επιχειρηματιών, αλλά γιατί θεωρούσε ότι ήταν επαρκής η αναθεώρηση επί των ημερών του για το συγκεκριμένο σκοπό.
Η ΝΔ πρότεινε την αναθεώρηση του άρθρου 28, ζητώντας να επικυρώνονται οι συμφωνίες της ΕΕ με μικρότερη πλειοψηφία σε σύγκριση με τον ελάχιστο αριθμό της αυξημένης πλειοψηφίας που είχε θεσπίσει το ΠΑΣΟΚ.
Τελικά, το Μάη του 2008 αναθεωρήθηκαν μόνο τρία από τα άρθρα του Συντάγματος: Το άρθρο 57 παρ. 1, από το οποίο απαλείφθηκε το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών, το άρθρο 79 παρ. 1 που αφορά την ψήφιση του προϋπολογισμού και την παρακολούθηση της εκτέλεσής του, και το άρθρο 101 που επιτρέπει πλέον τη λήψη θετικών μέτρων όχι μόνο υπέρ των νησιωτικών, αλλά και υπέρ των ορεινών περιοχών της χώρας. Η μη επίτευξη της αναθεώρησης του Συντάγματος οδήγησε τα αστικά κόμματα σε προβληματισμούς για την αναγκαιότητα τροποποίησης του άρθρου 110 του Συντάγματος, που καθορίζει τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις για να ξεκινήσει και να ολοκληρωθεί η διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης.