Στη βάση των παραπάνω, η ΕΕ ιεραρχεί την ενίσχυση της κινητικότητας εργατικού δυναμικού, με ιδιαίτερη έμφαση τα τελευταία χρόνια στους εργαζόμενους υψηλής ειδίκευσης. Οι βάσεις αυτής της πολιτικής έχουν τεθεί από τις απαρχές του οικοδομήματος της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ενοποίησης.
Η διασφάλιση της κινητικότητας εργαζόμενων μεταξύ των κρατών-μελών, με επιχείρημα τη δήθεν κατάργηση των διακρίσεων στην απασχόληση και τους όρους εργασίας, τέθηκε ήδη από τον Κανονισμό 1612/68, ο οποίος, μετά από διάφορες τροποποιήσεις, τελικά κωδικοποιήθηκε στις διατάξεις του Κανονισμού 492/2011.19 Εν τω μεταξύ, η Συνθήκη Σένγκεν (1985) επικύρωσε την «ελεύθερη» κυκλοφορία των εργαζόμενων εντός της τότε ΕΟΚ. Με την επικύρωση των περίφημων τεσσάρων ελευθεριών στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση το 1992, την περίφημη Συνθήκη του Μάαστριχτ, επιβεβαιώθηκε η θέση της κινητικότητας ως βασικού πυλώνα για την ευρωπαϊκή καπιταλιστική ενοποίηση. Οι σχετικές μέριμνες τονίζονται και στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την περίφημη Συνθήκη της Λισαβόνας (2010), η οποία με το άρθρο 45 διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζόμενων εντός της Ένωσης, ενώ με το άρθρο 46 θεσπίζονται τα μέτρα για την επίτευξη αυτής της «ελευθερίας».
Στη βάση του θεσμικού αυτού πλαισίου, όπως έχουν αναδείξει και οι σχετικές μελέτες, πολλοί εργαζόμενοι, ιδίως όσοι διέθεταν υψηλά προσόντα, μετακινήθηκαν μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών.20 Προκύπτει, λοιπόν, ότι η τόνωση της κινητικότητας στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας αποτελεί διαχρονικό ζητούμενο για την ΕΕ, η οποία επιδιώκει την καλύτερη αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού των κρατών-μελών προς όφελος της ενίσχυσης της ανταγωνιστικής της θέσης.
Πολλές φορές, η προπαγάνδιση της ανάγκης αύξησης της κινητικότητας γίνεται με την επίκληση του συμψηφισμού μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας σε επίπεδο ΕΕ. Είναι σαφές, όμως, ότι στο έδαφος της άναρχης καπιταλιστικής οικονομίας με κριτήριο το κέρδος δεν μπορεί να υπάρξει ένας σταθερός «συμψηφισμός της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας» (δηλαδή η εξαφάνιση της ανεργίας), είτε σε εθνικό είτε σε διεθνές επίπεδο. Πέραν τούτου, ο στόχος αυτός δεν έχει ουσιαστικό αντίκρισμα, δεδομένης της ανισομετρίας μεταξύ των επιμέρους οικονομιών των κρατών-μελών της ΕΕ, των διαφορετικών δομών της παραγωγικής τους βάσης, των διαφορετικών γλωσσών και πολιτισμικών αναφορών κλπ. Σε κάθε περίπτωση όμως, αυτή η επιχειρηματολογία της ΕΕ υπαινίσσεται ότι ο επιστημονικά ειδικευμένος εργαζόμενος θα πρέπει να μετακινείται συνεχώς εντός της ΕΕ για να εξασφαλίσει μια εργασία αντίστοιχη των ικανοτήτων και της εκπαίδευσής του.
Με σκοπό την τόνωση της κινητικότητας στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας, ιδρύθηκε το Ευρωπαϊκό Γραφείο Συντονισμού και το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Υπηρεσιών Απασχόλησης (EURES), το πλαίσιο δραστηριοποίησης του οποίου επαναπροσδιορίστηκε από την Κομισιόν το 2012 και το 2014. Διακηρυγμένο στόχο αυτού του Γραφείου αποτελεί η βελτίωση της πρόσβασης των εργαζόμενων σε υπηρεσίες κινητικότητας και η περαιτέρω ενοποίηση των αγορών εργασίας της ΕΕ.
Στο σκεπτικό που συνόδευε την πρόταση της Κομισιόν για την επαναθέσπιση του EURES το 2014 αναφέρονται τα εξής: «Η κινητικότητα προσφέρει κοινωνικά και οικονομικά οφέλη. Η αυξημένη εργασιακή κινητικότητα εντός της ΕΕ θα διευρύνει τις ευκαιρίες απασχόλησης για τους εργαζομένους και θα βοηθήσει τους εργοδότες στην καλύτερη και ταχύτερη πλήρωση των κενών θέσεων εργασίας. Το γεγονός αυτό συμβάλλει στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας με υψηλό επίπεδο απασχόλησης (άρθρο 9 της ΣΛΕΕ)»21.
Το ίδιο κείμενο αποτυπώνει και τον προβληματισμό για την υστέρηση που καταγράφεται στην ΕΕ σε ό,τι αφορά την προώθηση της κινητικότητας εργατικού δυναμικού σε σχέση με τις ανταγωνιστικές καπιταλιστικές οικονομίες: «Η κινητικότητα του εργατικού δυναμικού εντός της ΕΕ βρίσκεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με το μέγεθος της αγοράς εργασίας και τον ενεργό πληθυσμό της ΕΕ. Η ετήσια κινητικότητα εντός της πρώην ΕΕ των 27 ανέρχεται στο 0,29%, ενώ βρίσκεται σε κατώτερα επίπεδα σε σχέση με την Αυστραλία (1,5% σε 8 πολιτείες) και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (2,4% σε 50 πολιτείες). Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εργατικού δυναμικού των 241 εκατομμυρίων ατόμων, μόνο περίπου 7,5 εκατομμύρια άτομα (ήτοι το 3,1%) έχουν οικονομική δραστηριότητα σε άλλο κράτος-μέλος. Επί του παρόντος, τα υψηλά ποσοστά ανεργίας σε ορισμένα κράτη-μέλη συνυπάρχουν με το φαινόμενο των πολυάριθμων θέσεων εργασίας που δεν έχουν καλυφθεί σε άλλα κράτη»22. Φυσικά, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ΕΕ, από διάφορες απόψεις, δεν μπορεί να συγκριθεί με ΗΠΑ-Αυστραλία, καθώς ο βαθμός ομοιογενοποίησης της οικονομίας της είναι μη συγκρίσιμος με αυτόν ενός ενιαίου κράτους (παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των πολιτειών), ενώ υπάρχει και η γλωσσική διαφοροποίηση, κάτι που δεν ισχύει για τις περιπτώσεις των ΗΠΑ, Αυστραλίας.
Η κινητικότητα εργατικού δυναμικού υψηλής ειδίκευσης αποτελεί επιμέρους, αλλά ιδιαίτερης σημασίας πλευρά των στοχεύσεων της ΕΕ, για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Για το σκοπό αυτό, η ΕΕ έχει θεσπίσει διάφορα εργαλεία για την ενθάρρυνση και την ενίσχυσή της. Το σκοπό αυτό, π.χ., εξυπηρετεί το πρόγραμμα Erasmus για την ανταλλαγή φοιτητών μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, που άρχισε να λειτουργεί από το 1988. Στη συνέχεια, το Erasmus ενσωματώθηκε στο Socrates I και ΙΙ (1994-2007) και μετέπειτα εντάχτηκαν και τα δύο στο Lifelong Learning Programme. Το 2003 δημιουργήθηκε το πρόγραμμα Erasmus-Mundus, που επιτρέπει την απονομή European Master. Στο διάστημα 1987-2007, μετακινήθηκαν μέσω αυτών των προγραμμάτων συνολικά 2.065.000 φοιτητές, εκ των οποίων 34.000 (1,64%) από την Ελλάδα.23
Η παρουσία φοιτητών από άλλες χώρες έχει αναδειχτεί σε σημαντικό εργαλείο διαμόρφωσης πολιτικών προσέλκυσης μεταναστεύοντος επιστημονικού δυναμικού, είτε μέσω της παραμονής στη χώρα υποδοχής για μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα και, στη συνέχεια, είτε μέσω της διαμόρφωσης αντίστοιχης κουλτούρας προσέλκυσης πιο ώριμων ερευνητών από τις χώρες προέλευσης και τη διαμόρφωση καλύτερων όρων και προϋποθέσεων υποδοχής κι ένταξής τους. Υπό την έννοια αυτή, η μετανάστευση φοιτητών εκτιμάται στη βιβλιογραφία ως ημιτελής μορφή μετανάστευσης «ανθρώπινου κεφαλαίου», που από τη σκοπιά των χωρών υποδοχής ενδεχομένως συνιστά πηγή εισοδήματος λόγω διδάκτρων, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και τρόπο διεύρυνσης της βάσης εκείνων των υποψήφιων εργαζόμενων σε κλάδους «έντασης γνώσης».24 Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να κατανοηθεί και η προτροπή της έκθεσης της Εθνικής Τράπεζας να γίνει η Ελλάδα πόλος έλξης ξένων φοιτητών, εκτιμώντας ότι η μάζα των νέων που σπουδάζουν εκτός της χώρας τους αποφέρει 13 δισεκατομμύρια ευρώ στις χώρες υποδοχής ετησίως.25
Τα εργαλεία που έχει αναπτύξει η ΕΕ για την ενίσχυση της κινητικότητας εργατικού δυναμικού υψηλής ειδίκευσης δεν περιορίζονται, βέβαια, μόνο στους φοιτητές, αλλά επεκτείνονται και στο ερευνητικό-επιστημονικό δυναμικό, είτε προκειμένου να εργαστεί απευθείας σε παραγωγικές δομές ή διαχειριστικές υπηρεσίες είτε προκειμένου να εργαστεί στον τομέα της επιστημονικής έρευνας, μέσω προγραμμάτων όπως οι υποτροφίες Marie Curie για την κινητικότητα ερευνητών κ.ά. Άλλωστε, η «οικονομία που βασίζεται στη γνώση» αποτελεί βασικό στόχο της αναπτυξιακής στρατηγικής «Ευρώπη 2020» και της Εμβληματικής Πρωτοβουλίας (Flagship Initiative) «Ένωση Καινοτομίας/Innovation Union» (Flagship Innovation Union).26
Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΕ έχει αναπτύξει το «EURAXESS - Researchers in Motion» ως εργαλείο για τη διευκόλυνση της κινητικότητας ερευνητών, αξιοποιώντας πρωτοβουλίες και χρηματοδοτήσεις από το European Research Council (ERC), από το πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα στην ΕΕ «Ορίζοντας 2020», καθώς και τα υπόλοιπα εθνικά κι ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα για την ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας. Το εργαλείο αυτό διαμορφώθηκε μετά από πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο πλαίσιο των στρατηγικών στόχων της Λισαβόνας, ενώ συνεχίζοντας και εντός του πλαισίου του Προγράμματος «Ορίζοντας 2020», για την περίοδο 2014-2020, αποτελεί πλέον προτεραιότητα και στο πλαίσιο της προαναφερθείσας Εμβληματικής Πρωτοβουλίας (Flagship Initiative) «Ένωση Καινοτομίας/Innovation Union» της ΕΕ.
Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι οι εξελίξεις σχετικά με τον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας (ΕΧΑΕ) αντανακλούν αντίστοιχες εξελίξεις και τάσεις στον ευρύτερο καταμερισμό εργασίας στην ΕΕ και διεθνώς, που επιδιώκεται ν’ απαντηθεί στρατηγικά από την ΕΕ μέσα από συνεχείς αλλαγές και διαρκείς αναδιαρθρώσεις σε όλα τα επίπεδα (π.χ. πρόσφατη συζήτηση σχετικά με την προοπτική της αρχιτεκτονικής και της οργανωτικής δομής της ΕΕ). Με θεμέλιο, σε ό,τι μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, την κατοχύρωση της «κινητικότητας των επιστημόνων κι ερευνητών» και της «ελευθερίας της διακίνησης πληροφορίας», οι πολιτικές για τον ΕΧΑΕ ουσιαστικά εκφράζουν στο συγκεκριμένο πεδίο την ανισόμετρη επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη, ως μέρος της εγγενούς και νομοτελειακής για τον καπιταλισμό ανισομετρίας, και μάλιστα λειτουργεί προωθητικά, στον άξονα της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά και των επιμέρους κρατών-μελών της, στην αρένα του διεθνούς ανταγωνισμού με τις υπόλοιπες ισχυρές καπιταλιστικές οικονομίες και ιμπεριαλιστικές ενώσεις.
Είναι δεδομένο ότι τα αστικά κόμματα που έχουν βρεθεί σε κυβερνητικές θέσεις δεν αμφισβητούν αυτό το πλαίσιο εντός του οποίου αναδύεται το φαινόμενο της κινητικότητας του επιστημονικού δυναμικού, ενώ προσυπογράφουν και τις σχετικές ευρωενωσιακές πρωτοβουλίες και πρακτικές. Μάλιστα, αξίζει να επισημανθεί ότι οι αναφορές, π.χ. στην ανάγκη περαιτέρω προώθησης του ΕΧΑΕ, αποτυπώνονται στον πολιτικό λόγο για τα εκπαιδευτικά ζητήματα τόσο των εκάστοτε κυβερνητικών κομμάτων όσο και των εκάστοτε αντιπολιτευόμενων. Η ταύτιση των τοποθετήσεων του αστικού πολιτικού μπλοκ ως προς την υιοθέτηση των προαναφερθέντων στόχων και των στρατηγικών που αποβλέπουν στην ενίσχυση της κινητικότητας εργατικού δυναμικού υψηλής ειδίκευσης αποτυπώνεται τόσο σε όλες τις σχετικές με την ανώτατη εκπαίδευση και την έρευνα νομοθετικές πρωτοβουλίες τα τελευταία αρκετά χρόνια όσο και στις τοποθετήσεις των εισηγητών των αστικών κομμάτων στις αντίστοιχες συζητήσεις στη Βουλή.
Αυτή η στρατηγική ταύτιση, όμως, παρουσιάζεται διαστρεβλωμένα και συγκαλυμμένα στην κυρίαρχη πολιτική αφήγηση περί «brain drain», αλλά και στις απόπειρες θεωρητικής θεμελίωσής της.