Η ισχυροποίηση «ευρωσκεπτικιστικών» τάσεων στο ελληνικό αστικό πολιτικό σύστημα συνδέεται άμεσα με την επιδείνωση της θέσης της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, της ΕΕ και γενικότερα της διεθνούς καπιταλιστικής πυραμίδας.
Η υποχώρηση της θέσης της Ελλάδας ήταν αποτέλεσμα της βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Στην περιοχή της Ανατ. Μεσογείου, με κριτήριο το ΑΕΠ η Ελλάδα πέρασε στην 4η θέση το 2011 από τη 2η θέση το 2001, ενώ αυξήθηκε σημαντικά η υπεροχή της Τουρκίας που βρίσκεται στην πρώτη θέση. Παρότι η απόλυτη κατάταξη δεν είναι ίδια αν δούμε άλλους δείκτες (π.χ. κατά κεφαλήν ΑΕΠ), η γενική τάση υποχώρησης της Ελλάδας ήταν αναμφισβήτητη την τελευταία πενταετία.
Η συγκεκριμένη περίοδος ανέδειξε πιο έντονα τις ανισότιμες σχέσεις των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ που μετέχει η Ελλάδα και υπογράμμισε τους περιορισμούς στα περιθώρια αυτοτελών ελιγμών της εγχώριας αστικής τάξης.
Η άρχουσα τάξη προχώρησε στις αναγκαίες προσαρμογές των στοχεύσεών της για να δοθεί ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη, οι οποίες αφορούν τρεις άξονες:
α) Την επαναδιαπραγμάτευση των δανειακών συμβάσεων και τη διασφάλιση μεγαλύτερης ευελιξίας στη δημοσιονομική πολιτική, ώστε να δημιουργηθεί κλίμα «πολιτικής σταθερότητας» και προσέλκυση επενδύσεων.
β) Την ανάδειξη της Ελλάδας ως κόμβου μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων στην Ανατ. Μεσόγειο.
γ) Τον εγκλωβισμό του εργατικού κινήματος σε γραμμή ταξικής συνεργασίας και υπόκλισης στον αστικό στόχο βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας.
Οι αστικές αναζητήσεις για τη διασφάλιση της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου στην Ελλάδα συμβαδίζουν, όπως είναι αναμενόμενο, με την προσπάθεια μετασχηματισμού του αστικού πολιτικού συστήματος. Τη δεκαετία που προηγήθηκε της σημερινής κρίσης, όπου ο σκληρός πυρήνας της αστικής τάξης της Ελλάδας επωφελήθηκε από την εξαγωγή κεφαλαίου στα Βαλκάνια, την κοινοτική στήριξη στην προώθηση αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων, την κοινοτική χρηματοδότηση και το χαμηλότοκο δανεισμό, καμιά σοβαρή αστική πολιτική δύναμη δεν αμφισβητούσε την «πάση θυσία» παραμονή στον ευρωμονόδρομο και την τήρηση των δεσμεύσεών του.
Σήμερα η αστική κριτική προσέγγιση στην κυρίαρχη γερμανική πρόταση για το μέλλον της Ευρωζώνης και οι «ευρωσκεπτικιστικές» φωνές τόσο του εθνικιστικού όσο και του οπορτουνιστικού ρεύματος θεωρούνται αποδεκτές και χρήσιμες από την εξουσία των μονοπωλίων, στο πλαίσιο της πολιτικής στήριξης των στρατηγικών στόχων της και της ενσωμάτωσης της λαϊκής αγανάκτησης.
Το ομολόγησε σε πρόσφατη συνέντευξή του ο πρόεδρος του ΣΕΒ Δ. Δασκαλόπουλος λέγοντας:
«Σήμερα βλέπουμε καθαρά ότι οι μνημονιακές πολιτικές δε βγάζουν πουθενά. Αλλά το ίδιο το Μνημόνιο παρέχει τη δυνατότητα αναδιαπραγμάτευσης. Αν η χώρα μας είχε να αντιπαραθέσει ένα εναλλακτικό πρόγραμμα εθνικής ανάπτυξης, με έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση που να φτάνει στους ίδιους στόχους από άλλους δρόμους, οικονομικά ηπιότερους και κοινωνικά πιο δίκαιους, πιστεύω ότι θα μπορούσε να εισακουστεί από τους εταίρους μας. Αυτό επείγει να κάνουμε σήμερα. Πληθαίνουν άλλωστε οι φωνές στην Ευρώπη που διαπιστώνουν τα λάθη της τρόικας και το αδιέξοδο της συνταγής»5.
Δίπλα σ’ αυτήν τη γενική τάση προσαρμογής των στόχων της άρχουσας τάξης θα πρέπει να συνυπολογίσουμε δύο σημαντικούς παράγοντες: Την όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα και στους ομίλους τους που έχουν ήδη αναπτύξει ή στοχεύουν να αναπτύξουν θέσεις στην ελληνική οικονομία με προοπτική την ευρύτερη περιοχή, καθώς και τις προνομιακές σχέσεις τμημάτων του εγχώριου κεφαλαίου με τα ανταγωνιζόμενα ιμπεριαλιστικά κέντρα.
Καθώς η ελληνική οικονομία διασυνδέεται με την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων και γενικότερα της Ευρασίας και μπορεί να αποτελέσει κόμβο μεταφοράς εμπορευμάτων και ενέργειας στην ΕΕ, εμπλέκεται όλο και περισσότερο στο σύνθετο πλαίσιο αντιθέσεων Γερμανίας - ΗΠΑ - Ρωσίας/Κίνας.
Η σημαντική γεωπολιτική σημασία της Ελλάδας σε σχέση με τη μικρή εγχώρια αγορά της μπορεί να ερμηνεύσει τον οξυμένο ανταγωνισμό αμερικανικών, βρετανικών, γερμανικών, γαλλικών, ρωσικών και κινεζικών ομίλων για τον έλεγχο σημαντικών τομέων της ελληνικής οικονομίας.
Αμερικανικοί και βρετανικοί όμιλοι, σε συνεργασία με ισραηλινές και αραβικές εταιρίες, αναπτύσσουν επενδυτική δραστηριότητα σε τομείς όπως η εξόρυξη υδρογονανθράκων, η μεταφορά φυσικού αερίου, ο τραπεζικός τομέας, οι τηλεπικοινωνίες. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η συμφωνία της Energian Oil (στην οποία μετέχει πλέον η αμερικανική επενδυτική εταιρία Third Point) με την BP για την παράδοση στη δεύτερη των ποσοτήτων πετρελαίου της εξόρυξης του Πρίνου, καθώς και ο ανταγωνισμός της Vodaphone και Wind με την Deutsche Telekom - OTE στην κινητή τηλεφωνία.
Παράλληλα, θα πρέπει να σημειώσουμε τις ιδιαίτερες σχέσεις μεγάλου μέρους του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία. Οι ελληνικοί εφοπλιστικοί όμιλοι παραμένουν πρωταγωνιστές στις θαλάσσιες μεταφορές εμπορευμάτων των ΗΠΑ και ορισμένοι στηρίζουν τα νέα επενδυτικά σχέδιά τους στη μεταφορά ενέργειας και ειδικότερα υγροποιημένου φυσικού αερίου των αμερικανικών ομίλων (Αγγελικούσης, Προκοπίου, Οικονόμου, Τσάκος, Λιβανός κ.ά.). Αρκετοί διαπλέκονται επίσης με αμερικανικά «ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια» και με το χρηματοπιστωτικό τομέα του Λονδίνου.
Οι Έλληνες εφοπλιστές ελέγχουν το 46,7% της χωρητικότητας του εμπορικού στόλου της ΕΕ και υπερέχουν έναντι του γερμανικού κεφαλαίου στη ναυτιλία. Το τελευταίο διάστημα αντιδρούν στη συμφωνία κυβέρνησης - τρόικας γι’ αύξηση της προκλητικά μικρής φορολογίας των ναυτιλιακών επιχειρήσεων, με τον πρόεδρο της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών Θεοδ. Βενιάμη να εγκαλεί τον υπουργό Οικονομικών Γ. Στουρνάρα για συνταγματική εκτροπή!
Στον τραπεζικό τομέα οι εγχώριοι μεγαλομέτοχοι των τραπεζικών ομίλων επιδρούν στις διαπραγματεύσεις κυβέρνησης - τρόικας σχετικά με τις ανάγκες και τους όρους ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών. Πρόσφατα ο πρόεδρος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας Χρ. Σκλαβενίτης εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για την κωλυσιεργία των διαπραγματεύσεων και τις πιθανές επιπτώσεις στην επανιδιωτικοποίηση της Eurobank. Ήδη στην Εθνική Τράπεζα έχει καταλάβει ισχυρή θέση ο όμιλος Λάτση, γνωστός για τους ατλαντικούς δεσμούς του, ενώ η Alpha διερευνά τη συνεργασία με την αμερικανική Citibank.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο διεργασιών και αντιθέσεων στο εσωτερικό της ελληνικής άρχουσας τάξης δυναμώνουν οι «ευρωσκεπτικιστικές» φωνές του εθνικιστικού ρεύματος και γενικότερα του αστικού πολιτικού συστήματος. Από τις διάφορες πρωτοβουλίες και κινήσεις που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια και στηρίχτηκαν από αστικά μέσα μαζικής ενημέρωσης ξεχωρίζουν οι ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου και η παρουσία του καθηγητή Βασ. Μαρκεζίνη, εκτός της ναζιστικής Χρυσής Αυγής (που δε θα μας απασχολήσει στο συγκεκριμένο άρθρο). Οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις δε θέτουν άμεσα θέμα εξόδου της Ελλάδας από την ΕΕ, αλλά προκρίνουν πολιτική αναβάθμιση των σχέσεων με ΗΠΑ, Βρετανία και Ρωσία, ώστε να αξιοποιηθεί διαπραγματευτικά απέναντι στη γερμανική κυβέρνηση.
Ο καθηγητής Βασ. Μαρκεζίνης, ο οποίος έχει χριστεί Ιππότης από τη βασίλισσα της Αγγλίας, προτείνει διαφοροποίηση του Δόγματος Εξωτερικής Πολιτικής της χώρας, με διακηρυγμένο στόχο να γίνει πιο ευέλικτο και συμβατό για την ανάπτυξη δεσμών με νέους «εταίρους». Ασκεί κριτική στην κυβέρνηση Σαμαρά για λαθεμένη στροφή προς τη Γερμανία:
«Με βάση το επίπλαστο επιχείρημα ότι όσοι δε συμφωνούσαν με τα μέτρα λιτότητας ήταν “αντιευρωπαίοι” και θα προκαλούσαν την αποπομπή της Ελλάδας από την ΕΕ, σχεδιάστηκε ένας αναπροσανατολισμός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής προς τη Γερμανία, με σκοπό να συμπέσει με την έλευση του κ. Σαμαρά στην εξουσία. Και πάλι, η συγκεκριμένη αυτή στροφή πρέπει να αξιολογηθεί και να κριθεί δεόντως - και ενδεχομένως να καταδικαστεί.
Είναι, λοιπόν, καιρός να αναρωτηθούμε πώς θα αντιδράσει η Αμερική σε αυτήν την ξεκάθαρη στροφή προς τη Γερμανία. Είναι επίσης καιρός να θέσουμε το ερώτημα κατά πόσον η διπλωματία μας θα μπορέσει να επιτύχει το είδος της εξισορρόπησης μεταξύ Αμερικής, Ρωσίας και Γερμανίας στο οποίο διαπρέπουν, τα τελευταία χρόνια, χώρες όπως η Τουρκία»6.
Σε παρόμοιο μήκος κύματος, ο Π. Καμμένος καταγγέλλει την εξάρτηση από τη Γερμανία που στερεί από τη χώρα άλλες γεωπολιτικές συμμαχίες με έμφαση στην εκμετάλλευση των εγχώριων υδρογονανθράκων. Αντιπαραθέτει στην «Ευρώπη των τραπεζιτών» την «Ευρώπη των εθνών-κρατών», των ισότιμων κρατών-μελών. Ήδη βρίσκεται σε συνομιλίες με τον Φάρατζ για συνεργασία στις ευρωεκλογές, ενώ τονίζει την ιστορική διαφορά ΗΠΑ - Γερμανίας στη στήριξη της ελληνικής αστικής τάξης:
«Τι έκανε το σχέδιο Μάρσαλ μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τι κάνει σήμερα η Ευρωζώνη και οι λεγόμενοι σύμμαχοι; Οι πραγματικοί σύμμαχοι ήταν αυτοί που από τις ΗΠΑ το 1947 με το Σχέδιο Μάρσαλ σε 16 χώρες της Ευρώπης έδωσαν οικονομική βοήθεια χωρίς αντάλλαγμα και τόκους, για να μπορέσουμε να ξαναχτίσουμε την οικονομία μας. Και ξαναχτίστηκε η οικονομία»7.
Οι θέσεις των ΑΝΕΛ του Π. Καμμένου για την ΕΕ και την πολιτική της συγκλίνουν σε σημαντικά σημεία με τις επίσημες θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς εξελίσσεται η φάση σοσιαλδημοκρατικοποίησης του συγκεκριμένου πολιτικού σχήματος, με σημαντικό σταθμό την ομιλία του Αλ. Τσίπρα στο Τέξας το Νοέμβρη του 2013.
Βασικά στοιχεία σύγκλισης αποτελούν:
α) Η προσπάθεια διαχωρισμού της ιστορικής πορείας της ΕΕ σε μια αρχική θετική περίοδο όπου κυριαρχούσαν οι ισότιμες σχέσεις, η αλληλεγγύη, η αναβάθμιση της κοινωνικής πολιτικής, και σε μια μεταγενέστερη αρνητική περίοδο που προήλθε από την κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων ιδεών και των τραπεζιτών.
β) Η εξήγηση της κρίσης και της επίθεσης στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα κυρίως ως αποτέλεσμα των μνημονίων, των δανειακών συμβάσεων, της εξωτερικής επιβολής από την τρόικα της πολιτικής Μέρκελ.
γ) Η καλλιέργεια αυταπατών και κάλπικων προσδοκιών στο λαό για βελτίωση της θέσης του από την αλλαγή μίγματος αστικής διαχείρισης, από τη βελτίωση των όρων συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΕ και από τη μετατροπή της σε γέφυρα με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα και μοχλό πίεσης των ΗΠΑ προς τη γερμανική κυβέρνηση.
Δε θα σταθούμε αναλυτικά στην κριτική αυτών των θέσεων που έχει καλυφτεί με πλήθος άλλων άρθρων της ΚΟΜΕΠ. Πρόκειται για θέσεις που συγκαλύπτουν τον αντιδραστικό χαρακτήρα της ΕΕ ως διακρατικής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας από την ίδρυσή της ως σήμερα και συσκοτίζουν ότι η καπιταλιστική κρίση και οι δυσβάστακτες συνέπειες για το λαό είναι συνέπεια του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης. Πρόκειται για θέσεις που αποκρύπτουν τις πραγματικές αιτίες των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων με στόχο μια γενικευμένη απαξίωση της εργατικής δύναμης: Την προσπάθεια των μονοπωλίων να ανασχέσουν την τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους, ιδιαίτερα σε συνθήκες απώλειας μεριδίων στη διεθνή καπιταλιστική αγορά. Γι’ αυτό υλοποιούνται χωρίς ημερομηνία λήξης σκληρά αντεργατικά μέτρα τόσο στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, όσο και στα ισχυρά κράτη-μέλη της ΕΕ. Γι’ αυτό και η ελληνική αστική τάξη, παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις της, συμφωνεί και προωθεί αποφασιστικά μέσω των αστικών κυβερνήσεων τις κεντρικές αντιλαϊκές αναδιαρθρώσεις της ΕΕ, από τη δεκαετία του ’90, πολύ πριν την εκδήλωση της κρίσης.
Φυσικά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ διακηρύσσει την προσήλωσή της στην παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη, τονίζει τους κινδύνους για την εγχώρια καπιταλιστική οικονομία από την επιστροφή στη δραχμή και ενοχοποιεί την πολιτική της γερμανικής και της ελληνικής κυβέρνησης για την άνοδο του «ευρωσκεπτικισμού» στην ΕΕ και στην Ελλάδα.
Στην πραγματικότητα όμως, οι καθαρές «ευρωσκεπτικιστικές» τάσεις τόσο του εθνικιστικού όσο και του οπορτουνιστικού ρεύματος δεν αποτελούν εχθρικές, αλλά συμπληρωματικές δυνάμεις της προσπάθειας του ΣΥΡΙΖΑ να συγκροτήσει ένα αντιμνημονιακό, αντιμερκελικό μέτωπο που θα του διασφαλίσει την κοινοβουλευτική νίκη. Η ανεδαφική κριτική εκ μέρους της κυβέρνησης Σαμαρά που εμφανίζει συχνά το ΣΥΡΙΖΑ ως αντιιμπεριαλιστική δύναμη και οπαδό της εξόδου από την Ευρωζώνη διευκολύνει επίσης το σχεδιασμό του, αλλά και την εδραίωση των δύο πόλων για την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος.
Από τις διεργασίες στο οπορτουνιστικό ρεύμα η πιο «καθαρή» και συγκροτημένη «ευρωσκεπτικιστική» πρόταση είναι αυτή του Σχεδίου Β΄ του πρώην προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλ. Αλαβάνου, ο οποίος εμφανίζεται να ηγείται ενός Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής (ΜΑΑ). Το συγκεκριμένο ΜΑΑ καταγράφει υποτυπώδη παρουσία στο λαϊκό κίνημα, όμως ο πρόεδρός του έχει ισχυρή αναλογικά προβολή στα αστικά ΜΜΕ.
Γύρω από το Σχέδιο Β΄, το οποίο θα εξετάσουμε αυτοτελώς στη συνέχεια, περιστρέφονται στην πραγματικότητα οι υπόλοιπες σχετικές προτάσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του Αριστερού Ρεύματος του ΣΥΡΙΖΑ (Π. Λαφαζάνης, Δ. Στρατούλης, Γ. Καλύβης κ.ά.), αναζητώντας συγκλίσεις και κοινό βηματισμό. Ανεξάρτητα από προθέσεις, δημιουργείται μια πολιτική αλυσίδα που μπορεί άμεσα να τροφοδοτήσει το σχέδιο κυβερνητικής εναλλαγής του ΣΥΡΙΖΑ και στη συνέχεια ν’ αποτελέσει το πρόπλασμα δημιουργίας ενός νέου οπορτουνιστικού αναχώματος.