Τις ρίζες της διάσκεψης της Γιάλτας (4-11 Φλεβάρη του 1945) οφείλουμε να τις αναζητήσουμε τόσο στο συσχετισμό δυνάμεων που διαμορφωνόταν με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όσο και στις συνθήκες που οδήγησαν σε αυτόν. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν αποτέλεσμα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων που κληροδότησε και η ιμπεριαλιστική ειρήνη μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το τι σημαίνει μοίρασμα του κόσμου μέσα από μια ιμπεριαλιστική ειρήνη φάνηκε από τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η συνθήκη των Βερσαλλιών, επιβάλλοντας «άνισα» αντίμετρα στους ηττημένους, προετοίμαζε στην ουσία μια νέα ενδοϊμπεριαλιστική αναμέτρηση. Την ίδια άποψη, αν και από διαφορετική ταξική σκοπιά, διατυπώνουν και δύο από τους πρωταγωνιστές του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου.
Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ σημείωνε ότι: «Οι οικονομικοί όροι της συνθήκης (των Βερσαλλιών, 1919) ήταν τόσο παράλογοι ώστε ήταν προφανές ότι θα αποβούν μάταιοι. Καταδίκαζαν τη Γερμανία να πληρώσει τεράστιες αποζημιώσεις. Αυτές οι απαγορεύσεις εξέφραζαν την οργή των νικητών, αλλά υποδήλωναν ταυτόχρονα πως δεν αντιλαμβάνονται ότι κανένα έθνος και καμιά νικημένη χώρα δεν μπορεί ποτέ να πληρώσει αποζημίωση που να καλύπτει το κόστος του σύγχρονου πολέμου»1.
Επίσης αναφέρεται ότι ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, ως οικονομικός σύμβουλος της συνδιάσκεψης των Βερσαλλιών, «με μοναδική διορατικότητα […] παραιτήθηκε από τη θέση του μόλις έμαθε τους όρους της συνθήκης των Βερσαλλιών, δηλώνοντας ότι δεν θα μπορούσαν παρά να προκαλέσουν νέο πόλεμο μετά από είκοσι χρόνια»2.
Ετσι και αλλιώς η ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού οδηγεί σε ανακατατάξεις ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες (ιμπεριαλιστικές δυνάμεις) και στην όξυνση των μεταξύ τους αντιθέσεων3. Η καπιταλιστική οικονομική κρίση υπερπαραγωγής του 1929-1933 συσσώρευσε οξυμένες αντιθέσεις τη δεκαετία του 1930, ιδιαίτερα μετά την αδύναμη ανάκαμψη και τη νέα κρίση του 1938. Η ανάγκη να ξεπεραστούν οδήγησε στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η γερμανική και η ιταλική αστική τάξη επιδίωκαν μέσω του πολέμου το ξαναμοίρασμα των σφαιρών επιρροής, με τρόπο ευνοϊκότερο για τις ίδιες και ιδιαίτερα να ηγηθεί η Γερμανία σε μια διαδικασία ενοποίησης της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής αγοράς.
Αυτόν τον άδικο ιμπεριαλιστικό πόλεμο δεν τον παρεμπόδισαν, δεν τον αναχαίτισαν ισχυρές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, η Μ. Βρετανία, γιατί επιδίωκαν να τον χρησιμοποιήσουν για τη συντριβή της ΕΣΣΔ.
Η Σοβιετική Ενωση προσπάθησε να αξιοποιήσει τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, με στόχο την προάσπιση της σοσιαλιστικής εξουσίας. Οπως ήταν φυσικό, οι επιδιωκόμενες συμμαχίες δεν είχαν ως βάση τα κοινά ταξικά συμφέροντα με οποιονδήποτε από τους δύο ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς. Η εξωτερική πολιτική της Σοβιετικής Ενωσης κινήθηκε στην κατεύθυνση της δημιουργίας αντιφασιστικής συμμαχίας. Ανάλογη πολιτική είχαν και τα ΚΚ στις καπιταλιστικές χώρες στη βάση των επεξεργασιών του 7ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Στη συνέχεια, μετά τη σύναψη του Συμφώνου ανάμεσα στη Γερμανία και την Ιαπωνία, το οποίο ονομάστηκε «Αντικομιντέρν» Σύμφωνο (1936), ενέτεινε τις προσπάθειες για τη δημιουργία συμμαχίας ενάντια στο φασιστικό άξονα, οι οποίες όμως απέβησαν άκαρπες.
Οι αστικές δημοκρατίες της καπιταλιστικής Ευρώπης και των ΗΠΑ επιδίωξαν σε πρώτη φάση να στρέψουν τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις της ναζιστικής Γερμανίας προς την Ανατολή και συγκεκριμένα προς την κατάκτηση της Σοβιετικής Ενωσης, ελπίζοντας στην αποδυνάμωση της πρώτης και τη συντριβή της δεύτερης. Κυριάρχησε έτσι η πολιτική της στήριξης των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων του φασιστικού άξονα, δηλώνοντας ουδετερότητα στην επίθεση της φασιστικής Ιταλίας στην Αιθιοπία (1936)4. Σταθερά προσανατολισμένες στον αντικομμουνισμό, στήριξαν το φασιστικό πραξικόπημα του Φράνκο στην Ισπανία που είχε τη στρατιωτική συνδρομή των δυνάμεων του Αξονα5. Το 1938 παρέδωσαν την Τσεχοσλοβακία στη ναζιστική Γερμανία με τη Συμφωνία του Μονάχου, με την ακύρωση των δεσμεύσεών τους για την προστασία της. Το 1939 υποκίνησαν την επιθετική στάση της Φινλανδίας έναντι της Σοβιετικής Ενωσης. Στη συνέχεια κι ενώ είχε ήδη ξεκινήσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, συνέβαλαν στο σοβιετοφινλανδικό πόλεμο, εξοπλίζοντας τους Φινλανδούς και διεξάγοντας αντισοβιετική καμπάνια σε όλη την Ευρώπη, ενώ παράλληλα προετοιμάζονταν και για δική τους εισβολή στην ΕΣΣΔ 6. Σημειώνουμε ότι σε όλη τη δεκαετία του 1930 στις ευρωπαϊκές καπιταλιστικές χώρες διεξαγόταν διαπάλη στο εσωτερικό των αστικών τάξεων ανάμεσα σε φιλογερμανικές και αγγλόφιλες μερίδες για το ποιο αστικό κράτος θα ηγηθεί της καπιταλιστικής Ευρώπης, ώστε να προστατέψει τα άμεσα και μακρόχρονα αστικά συμφέροντα.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η Σοβιετική Ενωση προχώρησε σε σύναψη Συμφώνου μη επίθεσης με τη ναζιστική Γερμανία, του γνωστού Συμφώνου Μολότοφ - Ρίμπεντροπ (Αύγουστος 1939). Κέρδισε έτσι δύο χρόνια, χρονικό διάστημα σημαντικό για να οργανώσει καλύτερα την άμυνά της.
Μετά τη ναζιστική επίθεση εναντίον της, η Σοβιετική Ενωση διεξήγαγε τον πόλεμο σε συμμαχία με τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία. Από την πλευρά της Σοβιετικής Ενωσης ο πόλεμος ήταν από την αρχή αμυντικός και στη συνέχεια αντιιμπεριαλιστικός. Ολα τα στοιχεία φανερώνουν ότι οι ΗΠΑ, επιδιώκοντας να αξιοποιήσουν τον πόλεμο ως προσοδοφόρα επιχείρηση για τα αμερικάνικα μονοπώλια και να βγουν οι μόνοι κερδισμένοι στο τέλος του πολέμου, αναχαιτίζοντας τη γερμανική δυναμική και υπονομεύοντας τη βρετανική πρωτοκαθεδρία, κράτησαν μια πιο ευέλικτη στάση απέναντι στην ΕΣΣΔ. Ταυτόχρονα με αυτή την τακτική, όπως σημειώνεται σε ορισμένες αναλύσεις, οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να πιέσουν την ΕΣΣΔ εκεί που «πόναγε», στην ανάγκη της δηλαδή να διασφαλίσει όσο το δυνατό μακροχρόνια ειρήνη για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Είναι χαρακτηριστικές οι εξής αναφορές Αμερικανών ιστορικών: «Οπως πολλοί οξυδερκείς πολιτικοί αναλυτές εκείνη τη περίοδο, συμπεριλαμβανομένου του Ρούσβελτ, πίστευε ότι αυτό που ήθελε ο Στάλιν -αυτό που κατά τη γνώμη του χρειάζονταν η Σοβιετική Ενωση- δεν ήταν ο πόλεμος, αλλά ένας ειρηνικός κόσμος, για να συνεχίσει η Σοβιετική Ενωση τη μεταμόρφωσή της από μια υποανάπτυκτη αγροτική χώρα σε ένα βιομηχανικό κράτος του 20ού αιώνα»7.
Ετσι λίγους μήνες ήδη μετά τη ναζιστική επέμβαση στην ΕΣΣΔ, τον Οκτώβρη του 1941, ξεκίνησε η παροχή υλικής βοήθειας εκ μέρους των ΗΠΑ προς την ΕΣΣΔ.
Η συμμαχία ενάντια στον Αξονα είχε ως ημερομηνία λήξης την ήττα των δυνάμεών του. Αλλωστε η πάλη ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δεν είχε εξαλειφθεί μέσα στη συμμαχία και εκδηλωνόταν στο εσωτερικό των αντιφασιστικών μετώπων. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η πάλη αυτή οξύνθηκε.
Ο πρωταγωνιστικός ρόλος των κομμουνιστικών κομμάτων στην αντιφασιστική πάλη που οδήγησε στη ριζοσπαστικοποίηση ευρύτερων μαζών από τη μια πλευρά και ο ρόλος του Κόκκινου Στρατού που προέλαυνε από την άλλη, ήταν παράγοντες που έπρεπε να συνυπολογιστούν στις διαπραγματεύσεις που διεξάγονταν για τις μεταπολεμικές εξελίξεις. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είχαν συνείδηση της κατάστασης που θα διαμορφωνόταν πάνω στα ερείπια και τα αποκαΐδια του πολέμου και γι’ αυτό, ακόμα και κατά τη διάρκειά του, επεδίωκαν την όσο το δυνατό μεγαλύτερη αποδυνάμωση της Σοβιετικής Ενωσης. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι οι αγγλοαμερικάνοι ιμπεριαλιστές, παρά τις συμφωνίες τους με τη Σοβιετική Ενωση, άνοιξαν το δεύτερο μέτωπο στην ηπειρωτική Ευρώπη μόλις τον Ιούνη του 1944, έπειτα από πολλές αναστολές και προφάσεις. Αντίθετα, σε όλη τη διάρκεια του πολέμου είχαν ανοιχτή γραμμή και επεδίωκαν συνεννόηση με τις δυνάμεις του Αξονα. Τον Αύγουστο του 1943, στο Κεμπέκ του Καναδά, ΗΠΑ και Μ. Βρετανία, εκτιμώντας την πορεία του πολέμου και το πέρασμα του Κόκκινου Στρατού στην αντεπίθεση, συμφώνησαν ότι σε περίπτωση που οι γερμανικές δυνάμεις υποχωρούσαν από τις κατεχόμενες χώρες, θα πραγματοποιούσαν από κοινού έκτακτη εισβολή στην ευρωπαϊκή ήπειρο, με στόχο την κατάληψη όσο γίνεται μεγαλύτερου εδάφους της8. Επομένως, κίνητρο γι’ αυτό τον αγώνα δρόμου δεν ήταν τα συμμαχικά τους καθήκοντα, αλλά η ανησυχητικά γρήγορη επέλαση του Κόκκινου Στρατού που καταδίωκε τα ναζιστικά στρατεύματα προς τα εδάφη της Γερμανίας.
Τα γεγονότα που παρατέθηκαν παραπάνω φανερώνουν πως οι συζητήσεις που διεξήγαγε η Σοβιετική Ενωση με τους συμμάχους της για τη διεξαγωγή του πολέμου και τη μεταπολεμική Ευρώπη, δεν ακυρώνουν το γεγονός της αντικειμενικής σύγκρουσης δύο εντελώς διαφορετικών οικονομικοκοινωνικών σχηματισμών, του σοσιαλισμού και του καπιταλισμού.