Για τη δίκη της Χρυσής Αυγής


του Δημήτρη Κουτσούμπα*

Φίλες και φίλοι.
Συντρόφισσες και σύντροφοι.

Θεωρούμε ότι η έκδοση για τη δίκη της Χρυσής Αυγής, που έχετε στα χέρια σας, δεν ήταν μόνο μια ανάγκη προκειμένου να γίνουν γνωστά στο λαό και τη νεολαία όσα συνέβησαν σε αυτήν τη δίκη, αλλά ταυτόχρονα ήταν και μια υποχρέωση από τη μεριά του ΚΚΕ και της Σύγχρονης Εποχής.

Υποχρέωση απέναντι σε όλους εκείνους, δικηγόρους, μάρτυρες, δημοσιογράφους, που όλα αυτά τα χρόνια, ακούραστα και πολλές φορές αθόρυβα, έδωσαν τη μάχη μέσα κι έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου για να αναδείξουν το συντριπτικό αποδεικτικό υλικό, που είχαν στα χέρια τους, και να αποκαλύψουν τελικά το ναζιστικό εγκληματικό χαρακτήρα της Χρυσής Αυγής.

Υποχρέωση απέναντι στα θύματα της Χρυσής Αυγής και τις οικογένειές τους, απέναντι στον Παύλο Φύσσα, στον Σαχζάτ Λουκμάν, στους δεκάδες άλλους μετανάστες, πρόσφυγες, συνδικαλιστές, κομμουνιστές, απλούς αγωνιστές αντιφασίστες που κυνηγήθηκαν, απειλήθηκαν, έπεσαν θύματα της εγκληματικής ναζιστικής βίας.

Πάνω απ’ όλα, όμως, ήταν μια υποχρέωση απέναντι στον ελληνικό λαό, τους εργαζόμενους που όρθωσαν ανάστημα, αντιπάλεψαν με συνέπεια τη Χρυσή Αυγή στους χώρους δουλειάς και τις γειτονιές, όπως εδώ στο Κερατσίνι, αλλά και υποχρέωση απέναντι στη νέα γενιά, τα νέα παιδιά, για να διαβάσουν και να μάθουν, με στοιχεία και ντοκουμέντα, πώς, ποιοι και γιατί φούσκωσαν τη Χρυσή Αυγή, να μάθουν για την ίδια τη ναζιστική οργάνωση από την οποία απορρέει και η εγκληματική δράση.

Αυτή η έκδοση μπορεί να βάλει ένα λιθαράκι για να δυναμώσει ο αγώνας ενάντια στο φασισμό, αλλά πάνω απ’ όλα ενάντια στις αιτίες και το σύστημα που τον γεννούν, τον θρέφουν και τον χρησιμοποιούν με πολλαπλές στοχεύσεις, σε βάρος του λαού.

Θεωρούμε ότι το ΚΚΕ και η ΚΝΕ, μαζί με χιλιάδες άλλους αγωνιστές, όλα αυτά τα χρόνια, κατέθεσαν τη δική τους συμβολή σε αυτόν τον αγώνα.

Σε πολλά επίπεδα:

Σε επίπεδο νομικό, μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, με τους συντρόφους συνηγόρους της Πολιτικής Αγωγής για την υπόθεση της δολοφονικής επίθεσης της Χρυσής Αυγής στους συνδικαλιστές και κομμουνιστές του ΠΑΜΕ.

Σε επίπεδο ιδεολογικό και θεωρητικό, με πολύτιμες εκδόσεις της Σύγχρονης Εποχής, που αποκαλύπτουν το χαρακτήρα του φασισμού και ναζισμού ως γνήσιου τέκνου του σάπιου αυτού συστήματος.

Και φυσικά σε επίπεδο πολιτικό, μέσα στους τόπους δουλειάς, στις συνοικίες και τις γειτονιές, στους χώρους νεολαίας, εκεί που τελικά κρίνεται η αναμέτρηση για να ορθωθεί φραγμός, για να μη βρει χώρο το φασιστικό τέρας, η απάνθρωπη ναζιστική ιδεολογία.

 

Δεν εφησυχάζουμε, οι αιτίες που τροφοδότησαν τη Χρυσή Αυγή δεν εξαφανίστηκαν

Φίλες και φίλοι.
Συντρόφισσες και σύντροφοι.

Η ποινική καταδίκη της ναζιστικής εγκληματικής Χρυσής Αυγής ήταν μια πράξη αναγκαία. Η φυλάκιση της διευθυντικής ομάδας και των εκτελεστικών οργάνων ήταν μια πράξη αυτονόητη.

Ο αγώνας, όμως, για να ηττηθεί οριστικά και αμετάκλητα η Χρυσή Αυγή, ο ναζισμός και οι παραφυάδες τους, σίγουρα δεν τελειώνει και δεν κρίνεται στις αίθουσες των δικαστηρίων. Πολύ περισσότερο, που ακόμη και σε νομικό επίπεδο υπάρχουν σημεία που μας ανησυχούν και που δε θα πρέπει να επισκιαστούν από τη συνολικά θετική απόφαση του δικαστηρίου.

– Δε θα πρέπει, για παράδειγμα, να επισκιαστεί η στάση της εισαγγελέα, που έγινε σημείο αναφοράς της υπερασπιστικής γραμμής των ναζί εγκληματιών.

– Δε θα πρέπει να επισκιαστούν οι μειωμένες ποινές, που είναι τέτοιες και εξαιτίας της αναθεώρησης του Ποινικού Κώδικα, που έγινε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κι επικυρώθηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ.

– Δε θα πρέπει να επισκιαστεί η μετατροπή του κατηγορητηρίου, από κακούργημα σε πλημμέλημα, για την επίθεση της Χρυσής Αυγής στους συνδικαλιστές και κομμουνιστές στο Πέραμα, που ανοίγει το δρόμο ακόμη και για την παραγραφή των σχετικών αδικημάτων.

– Δεν πρέπει να επισκιαστεί ότι ακόμη και σήμερα –μία βδομάδα μετά από την απόφαση– ο ναζιστής Παππάς παραμένει ασύλληπτος, σε μια πρωτοφανή «ανικανότητα» του κράτους, τη στιγμή που το ίδιο κράτος αποδεικνύεται ικανότατο κι αποτελεσματικό όταν πρόκειται να συλλαμβάνει 14χρονα παιδιά, να καταστέλλει εργατικές-λαϊκές και νεανικές κινητοποιήσεις.

– Και, φυσικά, δε θα πρέπει να επισκιαστεί το γεγονός ότι αυτή η δίκη κράτησε πολλά χρόνια, με ευθύνη όσων βρίσκονταν στην κυβέρνηση αυτά τα 7 χρόνια, που δεν πήραν όλα τα αναγκαία μέτρα που ζητούσαν και οι ίδιοι οι συνήγοροι Πολιτικής Αγωγής, γιατί προφανώς ήθελαν να παίζουν και πολιτικά παιχνίδια με την ίδια την εξέλιξη της δίκης.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, αλλά κυρίως γιατί ξέρουμε πολύ καλά ότι ο φασισμός δεν πεθαίνει μόνος, αν ο ίδιος ο λαός δεν τον τσακίσει με την πάλη του, αν δε στερέψει η πηγή που τον γεννά, δεν εφησυχάζουμε.

Δεν εφησυχάζουμε, αναδεικνύουμε τις πραγματικές αιτίες που τροφοδότησαν τη Χρυσή Αυγή. Αιτίες οι οποίες δεν εξαφανίστηκαν ούτε με τη σημερινή καταδίκη των ναζί εγκληματιών, ούτε με τον εξοβελισμό της από το αστικό κοινοβούλιο.

 

Η Χρυσή Αυγή εκμεταλλεύτηκε την κρίση για να «ρίξει δίχτυα»

Όπως πολύ εύστοχα και παραστατικά είδαμε στο βίντεο που προηγήθηκε, η ναζιστική Χρυσή Αυγή φούσκωσε –ή καλύτερα την φούσκωσαν– σε συνθήκες μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, όπου με βασικό εργαλείο τα μνημόνια και τα αλλεπάλληλα προγράμματα, τα διάφορα αστικά κόμματα επέβαλαν πρωτόγνωρα αντεργατικά μέτρα και αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις.

Το αποτέλεσμα ήταν να κλονιστεί η στήριξη που μέχρι τότε εξασφάλιζαν –πότε με το καρότο, πότε με το μαστίγιο και το φόβο– τα παραδοσιακά κόμματα του δικομματισμού, το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ.

Δημιουργήθηκαν συνθήκες πιο πλατιάς λαϊκής αμφισβήτησης στην ΕΕ, οργανώθηκαν μαζικές εργατικές-λαϊκές κινητοποιήσεις, προκλήθηκαν ισχυροί κλυδωνισμοί στο αστικό πολιτικό σύστημα.

Ήταν προφανές ότι το σύστημα έπρεπε να πάρει έκτακτα μέτρα χειραγώγησης της λαϊκής αγανάκτησης, έτσι ώστε αυτή να μη συναντηθεί με το ταξικό εργατικό κίνημα, με την αντικαπιταλιστική πάλη και προοπτική, στην οποία καλούσε και για την οποία πάλευε το ΚΚΕ.

Ήταν επίσης προφανές ότι το –μέχρι τότε– πολιτικό σκηνικό και η παγιωμένη –από τη μεταπολίτευση και μετά– διάταξη δυνάμεων και κομμάτων δεν ανταποκρινόταν στις νέες ανάγκες της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα, αλλά και στη διατήρηση των διεθνών συμμαχιών της στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη.

Άλλωστε, ο κίνδυνος να μετατραπεί η Ελλάδα σε αδύναμο κρίκο της Ευρωζώνης και της ΕΕ ήταν κάτι παραπάνω από υπαρκτός και η ανησυχία της αστικής τάξης αυξανόταν.

Εκείνη την περίοδο φούντωσαν, λοιπόν, οι διεργασίες αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος. Τόσο στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, με την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και την εκλογική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, 
όσο και στο χώρο της Δεξιάς, με βασικό στόχο να εμφανιστούν μορφώματα που, εκτός των άλλων, θα απορροφήσουν τις εθνικιστικές διαρροές της ΝΔ, αλλά και του ΛΑΟΣ, που είχαν εκτεθεί στα μάτια του λαού, στο πλαίσιο της μνημονιακής αντιλαϊκής διακυβέρνησης.

Τέτοιες δυνάμεις ήταν η Χρυσή Αυγή, αλλά και οι ΑΝΕΛ, που στη συνέχεια αποτέλεσαν και κυβερνητικό συμπλήρωμα του ΣΥΡΙΖΑ.

Η Χρυσή Αυγή εκμεταλλεύτηκε την κρίση για να ρίξει τα δίχτυα της σε ανέργους, αλλά και σε ανθρώπους των λαϊκών στρωμάτων που απότομα έχασαν τη θέση που είχαν τα προηγούμενα χρόνια.

 

Στήριξε και στηρίχτηκε ολόπλευρα από τμήματα της μεγαλοεργοδοσίας, απολάμβανε την ανοχή του αστικού πολιτικού συστήματος

Τα μορφώματα αυτά και ιδιαίτερα η Χρυσή Αυγή βρήκε διαύλους επικοινωνίας με αυτά τα στρώματα, μέσα σε διάφορες τότε εκδηλώσεις και δράσεις με θολό περιεχόμενο, των λεγόμενων «αγανακτισμένων», που με πολλούς τρόπους προμόταραν και διάφορα κέντρα του κατεστημένου, σε ευθεία αντιπαράθεση με το οργανωμένο εργατικό-λαϊκό κίνημα.

Οι ευθύνες όσων συνυπήρξαν με τη Χρυσή Αυγή τότε είναι μεγάλες, και φυσικά αναφερόμαστε και σε πολιτικές δυνάμεις. Αυτές οι ευθύνες δεν μπορούν να κρυφτούν με έωλα επιχειρήματα, ότι δήθεν δεν αποδεικνύεται η φυσική παρουσία των ηγετών της Χρυσής Αυγής σε αυτούς τους χώρους.

Όμως, το κύριο πρόβλημα δεν ήταν αν βρέθηκαν εκεί ο Μιχαλολιάκος ή ο Κασιδιάρης ως φυσικές παρουσίες, αλλά το ότι τα αποπροσανατολιστικά, ακόμα και αντιδραστικά συνθήματα που εκτράφηκαν εκεί, όπως το «έξω τα κόμματα - έξω τα συνδικάτα» ή το «κλέφτες –συλλήβδην– οι πολιτικοί», ήταν η τέλεια κάλυψη για να κάνει τη δουλειά της η Χρυσή Αυγή.

Και ταυτόχρονα, το πρόβλημα ήταν η τέλεια στήριξη στο σύστημα, έτσι ώστε να εκτονωθεί η λαϊκή οργή, να συγκαλυφθεί ο καπιταλιστικός χαρακτήρας της κρίσης, να προχωρήσει η αναπαλαίωση του σάπιου πολιτικού συστήματος.

Αναφερόμαστε σε εκείνες τις ομάδες τότε που λίγα χρόνια μετά φιγουράριζαν στις πλατείες των «Μακεδονομάχων», μαζί αυτήν τη φορά με τη ΝΔ, ξανά με αποπροσανατολιστικά και αντιδραστικά συνθήματα, προσπαθώντας έτσι να κρύψουν τον επικίνδυνο, φιλοΝΑΤΟϊκό και φιλοϊμπεριαλιστικό χαρακτήρα της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Και πάλι, αυτό προσπάθησαν να κρύψουν, κάτω από το μανδύα του «αντι-εθνικισμού», ο ΣΥΡΙΖΑ και τα διάφορα εξαπτέρυγά του.

Η Χρυσή Αυγή στήριξε και στηρίχτηκε ολόπλευρα από τμήματα της μεγαλοεργοδοσίας, όπως αποδείχτηκε περίτρανα και από τη δολοφονική επίθεση ενάντια στους συνδικαλιστές της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης στο Πέραμα, από τους τραμπουκισμούς στους απεργούς λιμενεργάτες στον Πειραιά.

Και όταν οι ναζί εγκληματίες δεν κυνηγούσαν συνδικαλιστές, μετανάστες, δεν έστηναν απεργοσπαστικούς μηχανισμούς και δουλεμπορικά γραφεία, για να προμηθεύουν με τζάμπα εργατικό δυναμικό τους επιχειρηματίες, κατέθεταν εκατοντάδες Ερωτήσεις στη Βουλή για λογαριασμό των εφοπλιστών και των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων.

Βέβαια, όλη αυτή η εγκληματική δράση δε θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί αν οι ναζί εγκληματίες δεν είχαν διασυνδέσεις μέσα στον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό, μέσα στους μηχανισμούς καταστολής.

Και δε θα μπορούσε να ενισχυθεί η Χρυσή Αυγή, αν δεν απολάμβανε την προβολή πολλών ΜΜΕ που αποσιωπούσαν τη ναζιστική της ιδεολογία και την παρουσίαζαν ως μια δήθεν «αντισυστημική» δύναμη.

Απολάμβανε και την ανοχή του αστικού πολιτικού συστήματος, όλων των αστικών κομμάτων, μηδενός εξαιρουμένου, κι ας βγάζουν τώρα –μετά από τη δίκη– ο ένας τα άπλυτα του άλλου στη φόρα.

Ανοχή δεν είναι μόνο ότι αντιμετώπιζαν τη Χρυσή Αυγή «θεσμικά», σαν ένα οποιοδήποτε κοινοβουλευτικό κόμμα. Ανοχή ήταν η συγκατοίκηση με φασίστες και «συμπαθούντες» τους σε δημοτικά και περιφερειακά ψηφοδέλτια όλων των άλλων κομμάτων. Ανοχή ήταν και η πρόσκληση και η κοινή παρουσία με τους ναζί σε διάφορες εκδηλώσεις όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων, και της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ. Ανοχή ήταν να δίνεις βήμα, χώρο στη Χρυσή Αυγή, όπως έκαναν δήμαρχοι και περιφερειάρχες των άλλων κομμάτων, για να χύνει το φασιστικό, ρατσιστικό της δηλητήριο. Σε αντίθεση με τους κομμουνιστές δημάρχους που το αρνήθηκαν αυτό, έστω κι αν τους στοίχισε αγωγές και διώξεις.

Το ΚΚΕ ποτέ δε μάσησε τα λόγια του, έλεγε καθαρά πως η Χρυσή Αυγή είναι εγκληματική οργάνωση, ακριβώς γιατί είναι ναζιστική και στη δομή της και στην οργάνωσή της, πως ωθεί, καθοδηγεί τα μέλη της στο να εγκληματούν σε βάρος μεταναστών, συνδικαλιστών, αντιφασιστών αγωνιστών, κομμουνιστών. Γι’ αυτό έδινε τη μάχη μέσα στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές, στα σχολεία, στις σχολές για να απομονωθούν οι ναζί, να μη βρίσκουν τόπο να σταθούν.

Επιμέναμε και αμέσως μετά από τις συλλήψεις της ηγετικής ομάδας, πριν 7 χρόνια, επιμένουμε και τώρα, με την ολοκλήρωση της δίκης, ότι δεν πρέπει να υπάρξει εφησυχασμός.

 

Ο φασισμός τροφοδοτείται από το σύστημα, η πάλη ενάντιά του όρος για την απομόνωσή του

Η απομόνωση της Χρυσής Αυγής και κάθε ναζιστικής οργάνωσης μπορεί να επιτευχθεί από τον ίδιο το λαό, το εργατικό-λαϊκό κίνημα, δυναμώνοντας την πάλη για ρήξη με το σύστημα που γεννά, θρέφει και αξιοποιεί το φασισμό.

Βεβαίως, οι διαπλοκές φασιστικών κομμάτων και ομάδων με μηχανισμούς του κράτους και της μεγαλοεργοδοσίας, αλλά και η ανοχή από μεριάς του αστικού πολιτικού συστήματος, δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο και καινοφανές στην Ιστορία. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει.

Ο φασισμός τροφοδοτήθηκε και τροφοδοτείται από το καπιταλιστικό σύστημα, ενώ αυτή η στήριξη παίρνει ακόμα και τη μορφή της ανάθεσης της διακυβέρνησης ή και της συμμετοχής σε αυτήν, όταν αυτό υπαγορεύουν τα συμφέροντά του.

Δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα στην Ιστορία από την ευθύνη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης για την άνοδο των ναζί στην εξουσία.

Στην περίοδο της οικονομικής κρίσης 1929-1933, οι ιδιοκτήτες των μονοπωλίων στη Γερμανία είχαν να αντιμετωπίσουν την ανάπτυξη του αντικαπιταλιστικού κινήματος και το δυνάμωμα της επιρροής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας.

Αυτός ήταν ο αντίπαλός τους, αυτό φοβούνταν. Η ανησυχία τους μεγάλωνε, γιατί η δύναμη των παλιών αστικών κομμάτων συρρικνωνόταν σημαντικά.

Τα κόμματα της Βαϊμάρης, ανάμεσά τους και η αμαρτωλή σοσιαλδημοκρατία, στήριξαν όλα τα αντιλαϊκά μέτρα και τροφοδότησαν τη δημαγωγία του ανερχόμενου ναζισμού. Κατέστειλαν εργατικές εξεγέρσεις, απεργίες, ανασυγκρότησαν τους κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς του γερμανικού αστικού κράτους, από τους οποίους ξεπήδησαν στη συνέχεια οι ναζιστικές δυνάμεις.

Παράλληλα, η γερμανική αστική τάξη ήθελε τη ρεβάνς από την ήττα της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ την ίδια στιγμή τμήματα του διεθνούς κεφαλαίου και ισχυρά κράτη, όπως οι ΗΠΑ, στήριξαν τον Χίτλερ, γιατί έβλεπαν στην ενδυνάμωση της Γερμανίας μια δύναμη κρούσης ενάντια στη Σοβιετική Ενωση.

Συνεπώς, η ίδια η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και το γερμανικό κεφάλαιο εξέθρεψαν το ναζιστικό τέρας.

Τα Τάγματα Εφόδου των ναζί δεν απείλησαν ποτέ την αστική Δημοκρατία της Βαϊμάρης, την εξουσία δηλαδή του κεφαλαίου. Τουναντίον, της πρόσφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες, λειτουργώντας συμπληρωματικά στις επίσημες κατασταλτικές αρχές κατά του εργατικού κινήματος. Γι’ αυτό και χρηματοδοτήθηκαν αδρά από διάφορους κύκλους της γερμανικής βιομηχανίας.

Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης Χίντεμπουργκ, ο οποίος όρκισε τον Χίτλερ καγκελάριο το 1933, είχε ψηφιστεί από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, στο όνομα –μαντέψτε– του δήθεν «μικρότερου κακού». Μικρότερο κακό θεώρησαν τότε τον Χίτλερ, αυτό το τερατώδες επιχείρημα χρησιμοποίησαν. Την ίδια στιγμή, ουσιαστικά μόνο το ΚΚ Γερμανίας έλεγε ότι «όποιος ψηφίζει Χίτλερ ψηφίζει Χίντεμπουργκ, όποιος ψηφίζει Χίντεμπουργκ ψηφίζει Χίτλερ», θέση που επιβεβαιώθηκε από τις κατοπινές εξελίξεις.

Συνεπώς, η αστική κοινοβουλευτική Δημοκρατία της Βαϊμάρης καταλύθηκε από την ίδια την αστική τάξη της Γερμανίας, όταν έπαψε να την εξυπηρετεί ως μορφή κρατικής διαχείρισης. Χωρίς τη στήριξη του γερμανικού κεφαλαίου –και όχι μόνο– ο Χίτλερ δε θα είχε ανέλθει ποτέ στην εξουσία.

 

Οι ναζί αξιοποιήθηκαν στον αντικομμουνιστικό αγώνα

Αλλά και μετά από τον πόλεμο...

Μια σειρά στελέχη, που υπηρέτησαν τη Ναζιστική Γερμανία, μετά από το τέλος του πολέμου βρήκαν θαλπωρή σε διάφορες καπιταλιστικές χώρες. Ιδιαίτερα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και τις ΗΠΑ.

Οι Υπηρεσίες των ΗΠΑ πίστευαν ότι χάρη στο παρελθόν τους θα μπορούσαν να συνδράμουν στον αντικομμουνιστικό αγώνα. Και όπως έχει γραφτεί, οι αξιωματούχοι της Ουάσιγκτον σκέφτονταν ως εξής: «Κανείς δε μισούσε τους Σοβιετικούς περισσότερο από τους ναζί.»

Ο Βάλτερ Χαλστάιν, στέλεχος των ναζί και διπλωμάτης της Ναζιστικής Γερμανίας, μετά από το τέλος του πολέμου έγινε ο πρώτος πρόεδρος της περίφημης Κομισιόν, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από το 1958 έως το 1967!

Είναι γνωστή επίσης η περίπτωση του ναζί, που είχε φτάσει και στη θέση αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού της Ναζιστικής Γερμανίας, της Βέρμαχτ, ο οποίος μετά τον πόλεμο ανέλαβε υπηρεσίες στη Δυτική Γερμανία σε επιτελικές θέσεις στον τομέα της Άμυνας, και τελικά τον Απρίλη του 1961 διορίστηκε πρόεδρος της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ στην Ουάσιγκτον.

Επίσης, ήδη από το 1950 άρχισαν να αμνηστεύονται με αμερικανική παρέμβαση όλοι οι βιομήχανοι και τραπεζίτες που είχαν καταδικαστεί ως εγκληματίες πολέμου λόγω της κρίσιμης στήριξης που παρείχαν στους ναζί. Σε κάποιους μάλιστα επιστράφηκαν και οι κατασχεμένες περιουσίες!

Και να φανταστεί κανείς ότι εκείνα τα χρόνια ήταν ακόμη πολύ νωπά τα εγκλήματα αυτών των ναζί. Τα εγκλήματα όμως και το ναζιστικό παρελθόν δε στάθηκαν εμπόδιο για να αξιοποιηθούν. Το αντίθετο μάλιστα. Χάρη σε αυτά επιλέχτηκαν και αξιοποιήθηκαν από τον ιμπεριαλισμό.

Η εναλλαγή στη μορφή άσκησης της εξουσίας του κεφαλαίου, το πέρασμα δηλαδή από την κοινοβουλευτική μορφή στην ανοιχτή φασιστική δικτατορία, δεν είναι επιλογή που οφείλεται σε κάποιους παράφρονες.

Στο ίδιο πολιτικό συμπέρασμα καταλήγουμε, όμως, αν ανατρέξουμε και στην ελληνική ιστορία.

Για παράδειγμα, η δικτατορία του 1967, αν και δεν είχε τα φυσιογνωμικά μαζικά χαρακτηριστικά του φασισμού-ναζισμού και δεν απέκτησε ποτέ ευρεία λαϊκή βάση, δεν ήταν ένα τυχαίο έργο κάποιων «αφρόνων» αξιωματικών.

Οι αξιωματικοί που πρωταγωνίστησαν βρίσκονταν ήδη σε σημαντικές θέσεις στον αστικό στρατό και είχαν σχέσεις με τη CIA πριν εκδηλωθεί το πραξικόπημα.

Η δικτατορία των συνταγματαρχών γεννήθηκε μέσα από την κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος και με στόχο να το βγάλει από αυτή. Στηρίχτηκε, επίσης, από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, για να υπηρετήσει τους σχεδιασμούς τους στην Ανατολική Μεσόγειο, στην αντιπαράθεση με τις χώρες του σοσιαλισμού, στο Κυπριακό.

Ως δυνατότητα, η αναστολή άρθρων του Συντάγματος και η επιβολή στρατιωτικού νόμου προβλεπόταν ήδη από το Σύνταγμα του 1952. Πρόβλεψη που υπάρχει ακόμη και στο σημερινό Σύνταγμα, σε έκτακτες καταστάσεις, με τη λεγόμενη «κατάσταση πολιορκίας», που φωτογραφίζει ξεκάθαρα τον εσωτερικό εχθρό, δηλαδή το εργατικό-λαϊκό κίνημα.

 

Δεν είναι αθώος ο όψιμος αντιφασισμός ορισμένων

Το παραπάνω πολιτικό συμπέρασμα, ότι η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία μπορεί να «αγκαλιάζει» φασιστικές δυνάμεις και ενίοτε να τους παραχωρεί και το τιμόνι του αστικού κράτους, δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αφορά και το παρόν και το μέλλον.

Μετά την ανακοίνωση της απόφασης του δικαστηρίου, ήταν πολλοί εκείνοι που έσπευσαν να πανηγυρίσουν και να ρίξουν ένα ετεροχρονισμένο ανάθεμα στη Χρυσή Αυγή. Μιλάμε φυσικά για πολιτικές δυνάμεις, παράγοντες, τμήμα των ΜΜΕ, για όλους εκείνους που στα δύσκολα χρόνια τής πρόσφεραν κάλυψη, ανοχή και πολλές φορές στήριξη.

Θα πει κανείς «κάλλιο αργά παρά ποτέ».

Όμως, αυτός ο όψιμος –από ορισμένους– αντιφασισμός δεν είναι τόσο αθώος. Πολλοί, για παράδειγμα, αστοί πολιτικοί, δημοσιολόγοι και άλλοι βρήκαν την ευκαιρία να επενδύσουν ξανά στο ανορθολογικό και ανιστόρητο κατασκεύασμα της θεωρίας των «δύο άκρων», της ταύτισης του κομμουνισμού με το ναζισμό.

Φυσικά, αυτό το κατασκεύασμα δεν έρχεται ουρανοκατέβατο.

Είναι αποτυπωμένο ως επίσημη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διατυπωμένο σε δεκάδες κείμενά της, που φέρουν την υπογραφή όχι μόνο συντηρητικών και ακροδεξιών δυνάμεων, αλλά και σοσιαλδημοκρατικών και δήθεν νεοαριστερών.

Για τη διάδοση αυτής της θεωρίας παραχάραξης της Ιστορίας και της αλήθειας δαπανώνται εκατομμύρια ευρώ με τη συμβολή της ΕΕ, κυβερνήσεων, άλλων κρατικών αρχών.

Ποιον ωφελεί τελικά αυτή η θεωρία; Ας σκεφτούμε...

Σε χώρες της ΕΕ, με βάση αυτήν τη θεωρία, απαγορεύονται Κομμουνιστικά Κόμματα και σύμβολα, γκρεμίζονται μνημεία της Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών. Στις ίδιες χώρες αποδίδονται πλέον τιμές από τα κράτη στους συνεργάτες των SS και των ναζί, συνταξιοδοτούνται γι’ αυτήν τους την άτιμη ιδιότητα.

Στην ίδια τη δίκη της Χρυσής Αυγής, οι κατηγορούμενοι και οι δικηγόροι τους, όταν δεν επιστράτευαν τα διάφορα απίθανα που ακούσαμε, με τα πεϊνιρλί και τους φούρνους, υιοθετούσαν ως υπερασπιστική γραμμή αυτό ακριβώς το κατασκεύασμα.

Στην πράξη αποδεικνύεται ότι τελικά είναι θεωρία εκτροφείο του ναζιστικού άκρου, εγκληματικών φασιστικών οργανώσεων.

Μάλιστα, το τελευταίο διάστημα, με αφορμή την απόφαση καταδίκης της Χρυσής Αυγής, αλλά και τη μεγαλειώδη συμμετοχή του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας έξω από το Εφετείο και στις αγωνιστικές κινητοποιήσεις στο κέντρο της Αθήνας, σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, βρήκαν αφορμή διάφοροι να ξεσαλώσουν, αναπαράγοντας τέτοιες απόψεις, ταυτίζοντας τους κομμουνιστές, τους αριστερούς, δημοκράτες αγωνιστές με τους φασίστες, αφού μιλάνε για «κόμματα της Αριστεράς που ποντάρουν στο διχασμό της κοινωνίας, δικαιολογούν βιαιοπραγίες» και άλλα τέτοια, και «η Δικαιοσύνη πρέπει να τα αντιμετωπίσει» κλπ.

Αλήθεια, ποιον θέλουν να ταυτίσουν; Τον απεργό, που μάχεται ενάντια στις απολύσεις, με το φονιά του Παύλου Φύσσα; Το μαθητή, που παλεύει για τη μόρφωσή του, με τους ανθρώπους της νύχτας;

 

Το ΚΚΕ δεν κρύβεται

Τους απαντάμε:

Το ΚΚΕ δεν έκρυψε ποτέ και δεν κρύβει τους σκοπούς του, το Πρόγραμμά του. Αγωνίζεται να ενώσει την πλειοψηφία του λαού, απέναντι σε μια μικρή μειοψηφία που τον εκμεταλλεύεται, τον καταπιέζει και τον καταδικάζει στην αβεβαιότητα, στην ανασφάλεια, στην αθλιότητα, με τη δύναμη της βίας του αστικού κράτους.

Αυτή είναι η πραγματική αντίθεση που διαπερνάει όλη την κοινωνία. Αντίθεση που συσκοτίζουν με διάφορα ιδεολογήματα, περί «εθνικής ενότητας», «ενιαίων συμφερόντων», «εθνικής οικονομίας και συμφέροντος» και άλλα σχετικά.

Αναπαράγουν, σε κάθε ευκαιρία, επιζήμιες θεωρίες που έχει καταδικάσει η Ιστορία, όπως «εθνικόφρονες» από τη μια και «μιάσματα» από την άλλη.

Το ΚΚΕ παλεύει να αποκαλύψει, να φωτίσει και να εξαλείψει αυτήν την πραγματική αντίθεση, ως τη μόνη προϋπόθεση για να μπορέσει να ζήσει ο λαός μας με βάση τις τεράστιες δυνατότητες της εποχής μας.

Είναι αγώνας ταξικός και δεν μπορεί να γίνεται με διακηρύξεις και μεγάλα λόγια, αλλά με τη δύναμη της λαϊκής οργάνωσης και πάλης.

 

Ο εθνικισμός συμπληρώνεται από τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου

Άλλοι, μετά από τη δίκη, αναγορεύουν την απόφαση αυτής σε έναν ακόμη λόγο για να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη του λαού απέναντι στο αστικό κράτος και τη Δικαιοσύνη.

Επικράτησε, λένε, «το κράτος δικαίου». Τι ξεχνάνε;

Ότι ακριβώς αυτό το αστικό κράτος και οι ξεπερασμένοι πλέον θεσμοί του εξέθρεψαν το φασισμό.

Τμήματα αυτού του κράτους αποδείχτηκε πως συνδέονταν, κάλυπταν ή και τροφοδοτούσαν την εγκληματική δράση της ναζιστικής οργάνωσης.

Ξεχνάνε ότι αυτό ακριβώς το κράτος είχε αφήσει σκόπιμα ανενόχλητο για 20 και πλέον χρόνια αυτό το μόρφωμα να δολοφονεί, να κάνει πογκρόμ, χωρίς συνέπειες. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που ακόμα και ο φονιάς του Παύλου Φύσσα να λέει αμέσως μετά τη δολοφονία στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν πως «δικός σας είμαι»...

Άλλοι λένε ότι η Χρυσή Αυγή ήταν μια παραφωνία. Οι θέσεις της Χρυσής Αυγής όμως, όπως, π.χ.:

– «Να μειωθούν τα μεροκάματα για να έρθουν επενδύσεις»...

– «Να σταματήσουν οι απεργίες για να μη χάνουν οι επενδυτές»...

– «Να δίνονται κίνητρα στους εφοπλιστές για να έχουν δουλειά τα ναυπηγεία»...

– «Να δρουν αρμονικά ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας»...

– «Δεν μπορούμε να φύγουμε από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ»...

Όλα αυτά, αλήθεια, είναι παραφωνία; Κατηγορηματικά λέμε όχι. Είναι θέσεις που εκφράζουν και διαπερνούν όλο το αστικό πολιτικό σύστημα.

Αν πιστέψει κανείς όσα λέγονται από τη ΝΔ, τότε για την άνοδο της Χρυσής Αυγής η ευθύνη βρίσκεται στην «ακραία πόλωση της περιόδου των μνημονίων, για την οποία», όπως λένε, «την ευθύνη έχει ο ΣΥΡΙΖΑ»... Αν πιστέψει κανείς ένα άλλο τμήμα, πιο κοντινό στο ΣΥΡΙΖΑ, τότε ο φασισμός και η Ακροδεξιά εισβάλλουν στην κοινωνία από τις νεοφιλελεύθερες ατζέντες, όπως αυτές που εφάρμοσε η ΝΔ την περίοδο 2011-2014.

Δυνάμεις πιο κοντά στο ΣΥΡΙΖΑ, θέλοντας τελικά να «βγάλουν λάδι» το σύστημα που γεννάει το φασισμό, λένε ότι μόνο ο εθνικισμός και ο νεοφιλελευθερισμός γεννάνε τέτοιες δυνάμεις.

Βέβαια, όσοι τα λένε αυτά κάνουν πως ξεχνάνε ότι για 4 και πλέον χρόνια συγκυβερνήτης του ΣΥΡΙΖΑ ήταν οι ΑΝΕΛ, ένα εθνικιστικό κόμμα, νεοφιλελεύθερο, που εφάρμοσε και πολιτική μνημονίων μαζί με όλους τους υπόλοιπους.

Η αλήθεια είναι –και η ιστορική πείρα δείχνει– ότι αβανταδόροι του φασισμού δεν είναι μόνο οι εθνικιστές, οι οπαδοί «του νόμου και της τάξης», αλλά και όσοι εφαρμόζουν αντιλαϊκές πολιτικές στο όνομα της «προόδου και της Αριστεράς», συκοφαντώντας τελικά αυτές τις αξίες.

Ο εθνικισμός, επίσης, τροφοδοτείται και συμπληρώνεται από τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου.

Δεν τα ζήσαμε;

Για παράδειγμα, την περίοδο της ΝΑΤΟϊκής Συμφωνίας των Πρεσπών, ακούσαμε από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ότι η ενίσχυση της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας στα Βαλκάνια θα ανασχέσει τον εθνικισμό.

Το ΝΑΤΟ, που έχει υποθάλψει το εθνικιστικό μίσος και έχει βάλει μπουρλότο στα Βαλκάνια, θα αντιμετωπίσει τον εθνικισμό!

Ή ακούγαμε και το άλλο: Ότι συλλήβδην όποιος ήταν αντίθετος στο ΝΑΤΟϊκό χαρακτήρα της Συμφωνίας είναι «εθνικιστής»!

Αν αυτό δεν ήταν ευγενική χορηγία στην Ακροδεξιά και τον εθνικισμό, τότε τι ήταν;

 

Γνήσιο παιδί του συστήματος, δεν μπορεί να πολεμηθεί παρά σαν ο πιο θρασύς και δόλιος καπιταλισμός

Και οι δύο αναλύσεις, αν κάποιος το δει επιφανειακά, θα νομίσει ότι η μία είναι η αντίθετη της άλλης. Τελικά, όμως, συγκλίνουν σε κάτι βασικό:

Ο φασισμός, σύμφωνα με αυτές τις αναλύσεις, μπορεί να είναι τα πάντα, εκτός από αυτό που πραγματικά είναι: Γέννημα του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Γνήσιο παιδί του καπιταλισμού. Ούτε νόθο, ούτε υιοθετημένο.

Ο φασισμός πριν απ’ όλα είναι καπιταλισμός, ένα από τα γνήσια και πολλαπλής χρησιμότητας πολιτικά στηρίγματα της δικτατορίας του κεφαλαίου. Γι’ αυτό, και ως μορφή της δικτατορίας του κεφαλαίου, ο φασισμός δεν μπορεί να καταπολεμηθεί ούτε με τεχνητές συγκολλήσεις, ούτε με επικλήσεις στην αστική δημοκρατία. Δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί όταν αποκόβεται από τη ρίζα του, από το ίδιο το εκμεταλλευτικό σύστημα, την εξουσία του κεφαλαίου.

Γιατί, όπως είχε γράψει ο Γερμανός κομμουνιστής διανοητής Μπέρτολτ Μπρεχτ:

«Ο φασισμός δεν μπορεί να πολεμηθεί παρά σαν καπιταλισμός στην πιο ωμή και καταπιεστική του μορφή, σαν ο πιο θρασύς κι ο πιο δόλιος καπιταλισμός.»

Αυτό είναι το μήνυμα που στέλνουμε ως ΚΚΕ.

Αυτός είναι ο δρόμος, έτσι ώστε ο φασισμός, ο ναζισμός, η Χρυσή Αυγή, οι διάφορες άλλες παραφυάδες τους, είτε με το ωμό τους πρόσωπο, είτε και με το συγκαλυμμένο, δήθεν σοβαρό προσωπείο, να πάνε οριστικά εκεί που ανήκουν. Δηλαδή στο σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας!

Είμαστε σίγουροι ότι εκεί θα τους τοποθετήσει οριστικά και αμετάκλητα η πάλη του λαού, ο αγώνας για μια άλλη κοινωνία, μια εργατική, μια γνήσια λαϊκή εξουσία, με την οριστική κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ομιλία του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα σε εκδήλωση στο Κερατσίνι, στις 30.10.2020, για την παρουσίαση της έκδοσης της Σύγχρονης Εποχής Η δίκη της Χρυσής Αυγής. Η αποκάλυψη του πραγματικού προσώπου της εγκληματικής ναζιστικής οργάνωσης.