Για τη σχέση του καθημερινού αγώνα με την πάλη για την εργατική εξουσία


της Αλέκας Παπαρήγα

Στη Διακήρυξη της ΚΕ του Κόμματος για τα 100 χρόνια αδιάλειπτης δράσης του (1918-2018) αναφερόταν χαρακτηριστικά: «Συμπληρώνοντας 100 χρόνια ζωής, διδασκόμαστε από την πλούσια ιστορική μας πείρα και δίνουμε καθημερινά τη μάχη για να ενισχυθεί η ικανότητα των δυνάμεων του Κόμματος σε κάθε εργασιακό χώρο, σε κάθε κλάδο οικονομίας, σε κάθε περιοχή, για να πρωτοστατούν στην ανάπτυξη διεκδικητικού, οικονομικού και πολιτικού αγώνα, που θα συνδέεται σταθερά με το κύριο πολιτικό καθήκον, την πάλη για την εργατική εξουσία» (δική μας υπογράμμιση).1

Το ΚΚΕ έχει κάνει θετικά προωθητικά βήματα στην απόκτηση ωριμότητας και στην κατάκτηση ετοιμότητας να ανταποκρίνεται στο κύριο πολιτικό καθήκον, με επίγνωση ότι τα αποτελέσματα αυτής της τιτάνιας προσπάθειας καθορίζονται από το συσχετισμό δυνάμεων που κυρίως αποκρυσταλλώνεται στην ταξική πάλη ανάμεσα στις δύο βασικές τάξεις, την αστική και την εργατική τάξη. Είτε ο συσχετισμός βελτιώνεται σημαντικά, είτε επιδεινώνεται αρνητικά, το πολιτικό καθήκον του Κόμματος κρίνεται κατά πόσο καταφέρνει να συνδέει τον καθημερινό αγώνα με το ζήτημα της εργατικής εξουσίας. Καθήκον που παραμένει σταθερό, αναλλοίωτο στην ουσία του, βεβαίως με την κατάλληλη ευελιξία και προσαρμογή που απαιτούν οι εξελίξεις. Ο συσχετισμός δυνάμεων βελτιώνεται επίσης όταν οι βιοπαλαιστές αυτοαπασχολούμενοι και αγρότες κατανοούν την ανάγκη αντίστασης στα μονοπώλια, στους εμποροβιομήχανους, την κοινή δράση και συμμαχία με το ταξικό εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Τα τελευταία χρόνια το Κόμμα, ιδιαίτερα μετά από το ξέσπασμα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, δοκιμάστηκε και ωρίμασε παραπέρα σε δύσκολες και σύνθετες συνθήκες, με έναν εξαιρετικά αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων που τροφοδοτεί αντιφάσεις στη συνείδηση των λαϊκών μαζών, τάσεις συντηρητικοποίησης. Το ΚΚΕ επιβεβαίωσε στην πράξη τον πρωτοπόρο ρόλο του να αποτελεί τον εμπνευστή και οργανωτή της πάλης, να συνδυάζει τη σταθερότητα στη στρατηγική του με τη δημιουργική εξειδίκευση κατά κλάδο, τομέα, περιοχή. Κατά συνέπεια, σήμερα, ατενίζοντας το 21ο Συνέδριο του Κόμματος, ο πήχης της συλλογικής και ατομικής απαιτητικότητας ανεβαίνει πολλά σκαλιά επάνω.

 

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΩΡΙΜΑΝΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Στη σχεδόν 10χρονη εξέλιξη της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, το Κόμμα ιεραρχούσε και αναπροσάρμοζε τα γενικά, κοινά, κλαδικά και ειδικά αιτήματα και τις διεκδικήσεις για τους εργαζομένους στη δουλειά, την παιδεία, την πρόληψη-υγεία, την πρόνοια, το περιβάλλον, τον αθλητισμό και πολιτισμό, για τη χειραφέτηση και ισοτιμία της γυναίκας, για τα δικαιώματα της νεολαίας. Συστηματικά αποκάλυπτε και αντιπάλευε τη συμμετοχή της Ελλάδας στις ιμπεριαλιστικές στρατιωτικοπολιτικές επεμβάσεις. Επεξεργαζόταν συνεχώς τη μοναδική επί της ουσίας αντιπολιτευτική ταξική γραμμή συσπείρωσης, του αντικαπιταλιστικού, αντιμονοπωλιακού αγώνα, δρώντας αδιάλειπτα μέσα στις εργατικές-λαϊκές μάζες, σταθμίζοντας τις διαθέσεις και τους προσανατολισμούς τους, υπολογίζοντας το συσχετισμό δυνάμεων, χωρίς αλλοίωση στη στρατηγική του και εκπτώσεις. Κλιμάκωνε σχεδιασμένα την ιδεολογικοπολιτική του αντεπίθεση για την αποκάλυψη του χαρακτήρα της κρίσης στην Ελλάδα, του στρατηγικού χαρακτήρα των μνημονίων, την αναγκαιότητα πάλης για το σοσιαλισμό με βάση και την κριτική αποτίμηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης του 20ού αιώνα.

Το ΚΚΕ, χωρίς να παραγνωρίζει την ανάγκη περιοριστικών μέτρων για την παρεμπόδιση της διάδοσης του Covid-19, κατάφερε να αποτρέψει αυτό που ήθελε η κυβέρνηση, η αστική τάξη, να μπει στο ράφι η μαζική πολιτική δράση στο όνομα της αντιμετώπισης της πανδημίας. Ξεσκέπασε τους μύθους που έχουν καλλιεργηθεί για το λεγόμενο «κοινωνικό» αστικό κράτος, τα «ανθρώπινα» κοινωνικά και «ατομικά» δικαιώματα και «ελευθερίες». Η περίοδος της πανδημίας οδήγησε το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα να μειώσει αισθητά κενά που είχε όσον αφορά τη διεύρυνση των αιτημάτων του με τα προβλήματα πρόνοιας, πρόληψης, υγείας, ενώ όλα δείχνουν ότι αυτή η διεύρυνση θα σταθεροποιηθεί και θα επεκταθεί και με τα οξυμένα προβλήματα της παιδείας, του περιβάλλοντος, του πολιτισμού.

Το Κόμμα επέδειξε επίσης ιδεολογικοπολιτική ετοιμότητα στην επεξεργασία της πολιτικής και μαζικής δράσης σε συνθήκες εναλλαγής της κυβέρνησης συνεργασίας ΝΔ-ΠΑΣΟΚ από την κυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που καλλιέργησε προσδοκίες κι εφησυχασμό σε ένα σημαντικό μέρος του λαού. Με την ιδεολογική, πολιτική του παρέμβαση και τη δράση του στο λαό, επιδίωξε την απομυθοποίηση των διάφορων μιγμάτων αστικής διαχείρισης που πρόβαλε η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ, αντιπάλεψε τις σύγχρονες τεχνητές διαχωριστικές γραμμές και τα εκφοβιστικά διλήμματα.

Στη φάση της διαφαινόμενης ανάκαμψης δεν περιορίστηκε μόνο στην κατάργηση των μνημονιακών νόμων, δηλαδή στην επιστροφή στο 2009, το βασικό ήταν ότι πρόβαλε θέσεις, αιτήματα πάλης με κριτήριο τις σύγχρονες ανάγκες του λαού, πήρε υπόψη τις εξελίξεις στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, στην ΕΕ. Η θέση του για τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες με βάση τις αναπτυξιακές δυνατότητες της Ελλάδας και την αλματώδη πρόοδο της επιστήμης ανέδειξε διευρυμένα αιτήματα που αφορούσαν το σύνολο των αναγκών της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, ενώ αποτελούσαν και τον κρίκο για τη ζύμωση των θέσεων του Κόμματος για την επικαιρότητα και αναγκαιότητα της εξέλιξης του καθημερινού αγώνα σε πάλη για την εργατική εξουσία, το σοσιαλισμό. Ανέδειξε το πραγματικό αντιλαϊκό περιεχόμενο της «γεωστρατηγικής αναβάθμισης» της Ελλάδας και της λεγόμενης αλλαγής του «παραγωγικού προτύπου» της χώρας με τη βαθύτερη εμπλοκή στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Το ΚΚΕ, τα τελευταία χρόνια, κατάφερε να συνδυάσει πολύ καλύτερα και από το πρόσφατο παρελθόν την αδιάλειπτη δράση του για να παρεμποδίζονται αντιλαϊκά μέτρα με τη θεωρητική και ιδεολογικοπολιτική του αντεπίθεση, που ξεχώρισε κατά την περίοδο πολύμορφης δράσης για τη συμπλήρωση των 100χρονων από την ίδρυσή του, από την Οκτωβριανή Επανάσταση, από την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς κλπ. Πηγή αυτής της συνδυασμένης δράσης αποτέλεσε: Το νέο Πρόγραμμά του, η κριτική αποτίμηση της ιστορικής του πορείας με την επεξεργασία του Δοκιμίου της περιόδου 1949-1968 και της περιόδου 1918-1939, η επίσης κριτική αποτίμηση της πορείας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τον 20ό αιώνα, ιδιαίτερα στην ΕΣΣΔ. Δυναμική συνιστούν επίσης οι ειδικότερες θεωρητικού χαρακτήρα μελέτες που αποκρυσταλλώθηκαν σε κομματικά ντοκουμέντα, π.χ., για το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη στρατηγική του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος (ΔΚΚ), ειδικές εκδόσεις για τον τρίχρονο αγώνα του ΔΣΕ, η συλλογή άρθρων για την περίοδο της δικτατορίας, νέες επεξεργασίες κοινωνικών προβλημάτων, την καπιταλιστική οικονομική κρίση, τη διαπάλη με τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία και τον οπορτουνισμό, το ζήτημα της συμμετοχής του ΚΚ σε αστικές κυβερνήσεις. Δρομολογήθηκε η προσπάθεια μελέτης κι εμβάθυνσης του σοσιαλιστικού εποικοδομήματος. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η ανάπτυξη μελετών κι επεξεργασιών στο ζήτημα του πολιτισμού, αποδείχτηκε έμπρακτα ότι αυτός διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της κοινωνικής, πολιτικής συνείδησης. Νέα όπλα πρόσφατα αποτελούν: Η μελέτη για τα προβλήματα των αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις και κωμοπόλεις, των βιοπαλαιστών αγροτών, ενώ σε πορεία ολοκλήρωσης βρίσκεται η δρομολογημένη μελέτη των αλλαγών κι εξελίξεων στην σύνθεση της εργατικής τάξης. Χωρίς την αφομοίωση των παραπάνω μελετών, η παρέμβασή μας στα αντίστοιχα κινήματα θα είναι κατώτερη των αναγκών και των δυνατοτήτων μας.

Συνήθως οι αστικές και οπορτουνιστικές αναλύσεις κρίνουν την πορεία του Κόμματος ως στάσιμη, περιθωριακή, χωρίς δυναμική και μέλλον. Στην πραγματικότητα η συστηματική πολύχρωμη και ποικίλη αντικομμουνιστική και αντισοσιαλιστική προπαγάνδα (χοντροκομμένη ή ύπουλα επιμελημένη) αποδεικνύει ότι δε λογίζεται το ΚΚΕ μόνο ως ένα Κόμμα αντοχής. Τα αστικά κόμματα που διεκδικούν την παραμονή ή την αναρρίχησή τους στη διακυβέρνηση γνωρίζουν ότι το ΚΚΕ δεν είναι ο πρώτος και βασικός εκλογικός τους αντίπαλος, αλλά ο βασικός, ο μοναδικός ταξικός τους αντίπαλος.

Το κριτήριο της ενίσχυσης και αποτελεσματικότητας της δράσης του ΚΚΕ είναι και απαιτητικό και αυστηρό, στον αντίποδα των κριτηρίων των αστικών κομμάτων, των κομμάτων αστικής διαχείρισης. Στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν είναι δυνατό να διαμορφώνεται πλειοψηφική κομμουνιστική συνείδηση και στάση ζωής, ο ρόλος όμως του ΚΚΕ είναι μοναδικός και αναντικατάστατος στην πορεία χειραφέτησης όσο γίνεται μεγαλύτερου μέρους της εργατικής τάξης για να συνειδητοποιήσει τη δύναμή της, να έχει ετοιμότητα, στις κατάλληλες συνθήκες, για να πάρει την εξουσία και να οικοδομήσει τη νέα κοινωνία, το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

Το ΚΚΕ σήμερα από καλύτερες θέσεις μπορεί να αναπτύξει την ικανότητα παρέμβασης στην εργατική τάξη, στις φτωχές λαϊκές μάζες που ανήκουν στα κατώτερα μεσαία στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, στις γυναίκες και τη νεολαία που πολιτικά δεν είναι έτοιμες, ακόμα, να ακούσουν για ανατροπή, για σοσιαλισμό.

 

ΕΝΑ KΡΙΣΙΜΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

Παραμένει ως ερώτημα κατά πόσο το πλούσιο θεωρητικό, ιδεολογικοπολιτικό έργο που παρήχθη από το Κόμμα, το οποίο συζητήθηκε μέσα από προβλεπόμενες καταστατικές διαδικασίες ως τις ΚΟΒ, έχει αφομοιωθεί, έχει αποκρυσταλλωθεί ως τρόπος σκέψης, προγραμματισμού, κριτικού και αυτοκριτικού ελέγχου της αποτελεσματικότητας. Πόσο έχει «χωνευτεί» στα βασικά του σημεία (θέσεις, εκτιμήσεις, συμπεράσματα, διδάγματα) ώστε να τροφοδοτεί συνεχώς με νέα ικανότητα την αυτοτελή πολιτική δράση του Κόμματος, την παρέμβαση των κομμουνιστών στις γραμμές του μαζικού κινήματος, της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Βεβαίως και απαιτείται χρόνος, συλλογικής και ατομικής εξοικείωσης, συνήθειας στη μελέτη σύνθετων ζητημάτων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο με γρήγορα μεταβαλλόμενες συνθήκες και ενώ παλιά φαινόμενα εμφανίζονται με νέα μορφή με ιδιαίτερα επιμελημένο ιδεολογικό περίβλημα, νέα ζητήματα που μόλις πριν λίγα χρόνια δεν ήταν στην πρώτη γραμμή, όπως, π.χ., είναι οι εξελίξεις στις εργασιακές σχέσεις με την ψηφιοποίηση, την τηλεργασία, τις αστικές αναπροσαρμογές, μεταρρυθμίσεις και αναδιαρθρώσεις που το κεφάλαιο έχει ανάγκη, επιχειρώντας να αντιμετωπίσει τα απανωτά, σε σύγκριση με το παρελθόν, κύματα καπιταλιστικής κρίσης, δυσκολίας επανόδου στους προηγούμενους ρυθμούς ανάπτυξης και ακόμα μεγαλύτερης όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Πρόκειται για τις εγγενείς αντιφάσεις ενός συστήματος που βρίσκεται στο ανώτατό του στάδιο, το μονοπωλιακό, σύστημα ιστορικά ξεπερασμένο.

Ο μεγάλος όγκος του μαρξιστικού-λενινιστικού θεωρητικού έργου, των σύγχρονων επεξεργασιών απαιτούν χρόνο και κυρίως σταθερή προσήλωση, ώστε να ανέβει όσο γίνεται πιο ψηλά το θεωρητικό, μορφωτικό, ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο του Κόμματος. Τα κεντρικά και τοπικά συστήματα της εσωκομματικής μόρφωσης που διαθέτει το Κόμμα και η ΚΝΕ, οι ιδεολογικού χαρακτήρα διαλέξεις που προβλέπονται στις ΚΟΒ, το σύστημα αυτομόρφωσης, όλα είναι απολύτως αναγκαία, αποτελούν επίσης φυτώριο για την ανάπτυξη εξειδικευμένων στελεχών στην οργάνωση και διεξαγωγή της ιδεολογικής δουλειάς, ενώ συγκεντρώνουν και υλικό που απαιτεί καλύτερη επεξεργασία. Η μορφωτική δουλειά μέσα στο Κόμμα πρέπει να πάρει καθολικό χαρακτήρα ως αναπόσπαστο στοιχείο της καθοδήγησης, των συνεδριάσεων, των συνελεύσεων που προγραμματίζουν, ελέγχουν, συμβάλλουν στη διαμόρφωση των πολιτικών αποφάσεων και στη γενίκευση της πείρας. Η ενότητα θεωρίας και πράξης να εκφράζεται σε όλη την κλίμακα του Κόμματος και της ΚΝΕ, με διαβάθμιση, εννοείται, ευθυνών και απαιτήσεων.

Παρά τα διδάγματα που έχουμε αντλήσει από την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, στην πράξη δεν αξιοποιείται με επάρκεια η υλική δύναμη της ιδεολογίας, των κομμουνιστικών ιδεών, ως διαρκές καθήκον σε συνθήκες υποχώρησης και ήττας, στασιμότητας, μειωμένης αποτελεσματικότητας, αλλά και σε συνθήκες απότομης ανόδου, όταν μπαίνουν στη δράση νέες εργατικές-λαϊκές μάζες χωρίς την απαιτούμενη κοινωνική και πολιτική πείρα.

Παρά το γεγονός, επίσης, ότι δεν υπάρχει στέλεχος και μέλος που να αρνείται τη σημασία της θεωρητικής μόρφωσης, συλλογικής και ατομικής, παραμένει ένα καθήκον που εύκολα παραμερίζεται στο όνομα των απαιτήσεων της επικαιρότητας ή συνειδητοποιείται ως ένα ειδικό και παράλληλο καθήκον προς τις δυσκολίες της οργάνωσης των αγώνων ή τις απαιτήσεις αυτοτελούς συνεχούς πολιτικής εξόρμησης. Οι αδυναμίες και ελλείψεις, ακόμα λάθη και αστοχίες στην καθημερινή δουλειά μπορούν να διορθωθούν έγκαιρα όταν εντοπίζονται, ενώ τα κενά στην ανάπτυξη της θεωρητικής, ιδεολογικής θωράκισης, η άγνοια ή η ημιμάθεια έχουν αρνητικές συνέπειες μακράς πνοής, τα αρνητικά αποτελέσματά τους κρατάνε για χρόνια, διορθώνονται πιο δύσκολα, καθώς εμποτίζουν τις αντιλήψεις με λάθος ή ανεπαρκές γνωστικό υλικό. Στις περισσότερες περιπτώσεις η καθυστέρηση στην αφομοίωση των βασικών ιδεολογικών θέσεων του Κόμματος οδηγεί να περιορίζεται η προπαγάνδα στη ζύμωση αιτημάτων, μετατρέπεται η ζωντανή ιδεολογική διαπάλη σε γενικολογία, τυποποίηση, άρα καταλήγει να μοιάζει δυσνόητη, ακατάληπτη, μη ελκτική· ενώ είναι συχνό το φαινόμενο της συγκόλλησης αιτημάτων και συνθημάτων με το σύνθημα της εργατικής εξουσίας, θεωρείται μάλιστα ότι έτσι εκπληρώνεται το πολιτικό καθήκον του Κόμματος, λες και η εργατική πολιτική συνείδηση μπορεί να αναπτύσσεται κατά κύματα, ανάλογα με την επικαιρότητα, και μάλιστα με άλματα.

 

* * *

Ένα από τα πιο κλασσικά σλόγκαν που χρησιμοποιείται και ευρύτερα στο κάλεσμα για δράση είναι αυτό που αναφέρεται στη σημασία της συσπείρωσης σε κοινά αιτήματα, ανεξάρτητα από τις γενικότερες ιδεολογικοπολιτικές τους απόψεις, τους πολιτικούς προσανατολισμούς των εργαζόμενων. Αναμφισβήτητα στο επίπεδο του μαζικού κινήματος δεν είναι απαιτητή η ιδεολογικοπολιτική ενότητα ως προϋπόθεση για κοινή δράση, κοινωνική συμμαχία. Αυτό δε σημαίνει ότι οι ιδεολογικοπολιτικές αντιλήψεις δεν μπαίνουν εμπόδιο, δε συνιστούν ακόμα και φραγμό στην ενότητα δράσης στις γραμμές ενός εργατικού σωματείου, κλάδου σε μια περιοχή. Το ΚΚΕ με ρεαλισμό και ειλικρίνεια απευθύνεται στους εργαζόμενους για την ανασύνταξη του εργατικού και γενικότερα του συνδικαλιστικού λαϊκού κινήματος, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση τη συμφωνία με όλες τις θέσεις κι εκτιμήσεις του, με το Πρόγραμμα και τη στρατηγική του. Δε σημαίνει ότι παραιτείται από το δικαίωμα της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης στις γραμμές του κινήματος, απέναντι στο κράτος, την κυβέρνηση, την εργοδοσία, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Άλλωστε όλα τα κόμματα και οι εκφράσεις τους στο κίνημα, οι ίδιοι οι καπιταλιστές διεξάγουν από την πλευρά τους άμεση ισχυρή ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση, με τη βοήθεια και της αστικής βίας κι εκφοβισμού.

Το Κόμμα ανοιχτά και καθαρά επιδιώκει να διαμορφώνεται μια όσο γίνεται πιο εύστοχη γραμμή συσπείρωσης, ώστε να μην ακυρώνεται από τους ελιγμούς που κάνει η αστική τάξη, η εκάστοτε κυβέρνηση, να μην απορροφάται από τις διάφορες μορφές και μίγματα της αστικής διαχείρισης.

Η ιδεολογικοπολιτική διαπάλη όχι μόνο δεν αποτελεί εμπόδιο για κοινή δράση, αλλά συνιστά προϋπόθεση ώστε οι εργαζόμενοι με βάση την πείρα τους, τα διδάγματά τους, να πείθονται σταδιακά και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί και πιο γρήγορα, ανάλογα και με τις εξελίξεις, για την ανάγκη της πολιτικοποίησης του αγώνα σε αντικαπιταλιστική αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση. Η απόσπαση κατακτήσεων ή η παρεμπόδιση χειρότερων μέτρων είναι στο χαρακτήρα, τη φύση του μαζικού κινήματος, όμως αυτή η κατεύθυνση δε συνιστά εναλλακτική λύση απέναντι στη στρατηγική του κεφαλαίου.

Υπάρχει σήμερα πλούσια πείρα που αποδεικνύει ότι οι όποιες κατακτήσεις αποσπάστηκαν με την πρόοδο της ταξικής πάλης, ιδιαίτερα σε συνθήκες με διαφορετικό διεθνή κι ευρωπαϊκό συσχετισμό δυνάμεων, δεν ήταν μόνιμες, καθολικές για το σύνολο της εργατικής τάξης και των κατώτερων λαϊκών τμημάτων, των αυτοαπασχολούμενων της πόλης και της υπαίθρου, αλλά επιλεκτικές σε ορισμένους κλάδους. Υπηρετούσαν ταυτόχρονα την πολιτική ενσωμάτωσης στην αστική πολιτική, το «διαίρει και βασίλευε», ώστε να παρεμποδίζεται η κοινή δράση, π.χ., ανάμεσα στους εργαζόμενους στις κρατικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις και τις ιδιωτικές, τους εργάτες, τους αυτοαπασχολούμενους στις πόλεις και τις κωμοπόλεις, τους βιοπαλαιστές αγρότες.

Η μεταπολεμική περίοδος επιζεί και σήμερα, μέσα από τη διαδοχικότητα των γενεών, ως «παλιά καλή εποχή», των «παχιών αγελάδων» – ιδιαίτερα στην Ελλάδα αφορά την περίοδο μετά από το 1974 και το 1981, όπου η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στη φάση αναζωογόνησης της καπιταλιστικής ανάπτυξης συνδέθηκε με την εκτεταμένη κρατική παρέμβαση και αλλαγές στην ταξική διάρθρωση, π.χ., αύξηση της μισθωτής εργασίας και των αστικών μεσαίων στρωμάτων. Η εκτεταμένη κρατική καπιταλιστική παρέμβαση στήριξε, ιδιαίτερα τις δύο πρώτες μεταπολεμικές 10ετίες, την ανάληψη της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης στην παιδεία και υγεία-πρόνοια με βάση τις νέες ανάγκες του κεφαλαίου για την ανάπτυξη της παραγωγικότητας, που απαιτούσε πιο μορφωμένο εργατικό δυναμικό, πολυάριθμο επιστημονικό προσωπικό. Την περίοδο αυτή τροφοδοτήθηκε ιδιαίτερα ο ρεφορμισμός και 
ο «ευρωκομμουνισμός». Οι όποιες κατακτήσεις αποδυναμώνονταν στην πορεία και σε εκείνα τα στοιχεία τους που μπορούσαν να αξιοποιήσουν οι εργαζόμενοι, ενώ σταδιακά πολύ πριν τη σύγχρονη καπιταλιστική κρίση άρχισαν να καταργούνται, να γίνονται τελικά «καπνός».

Το ΚΚΕ ούτε μία μέρα δεν έπαψε να εξηγεί στους εργαζόμενους, π.χ., ότι τα μνημόνια δεν ήταν ένα έκτακτο ειδικό μέτρο για τη διέξοδο από την κρίση υπέρ του λαού, ενσωμάτωναν προηγούμενες επιλογές από τις αρχές της 10ετίας του ’90, και ακόμα βαθύτερα, από τη 10ετία του ’70. Το Κόμμα με όπλο και την ιστορική πείρα, βεβαίως και τις εξελίξεις, έχει σήμερα μεγαλύτερη ικανότητα να αντιμετωπίζει την αντίληψη ότι εναλλακτική λύση αποτελεί η κεϊνσιανή ή η νεοκεϊνσιανή αστική πολιτική, ενώ οι αστικές, μικροαστικές, οπορτουνιστικές αντιλήψεις περί «κοινωνικού κράτους» συγκαλύπτουν τον ταξικό χαρακτήρα του αστικού κράτους· ότι οι κρατικές ρυθμίσεις, οι κρατικοποιήσεις δεν κατάργησαν και δεν καταργούν την καπιταλιστική οικονομική κρίση, δεν ακυρώνουν την επιδείνωση των συνθηκών ζωής και δουλειάς για το λαό. Η συγκρότηση διεθνών και περιφερειακών διακρατικών ενώσεων δεν κατάργησαν και δεν καταργούν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, τον εδαφικό κατακερματισμό κρατών, τις προσαρτήσεις, τις αλλαγές συνόρων.

Πριν ακόμη τη 10ετή κρίση, όπως και σήμερα, κυριαρχεί η άποψη ή προβάλλεται ως δικαιολογία ότι οι αγώνες δε φέρνουν αποτελέσματα, επομένως δεν έχουν νόημα οι θυσίες που πρέπει να καταβληθούν. Αυτή η αντίληψη δεν απαντιέται μόνο με τη σωστή επίκληση της ανάγκης ο αγώνας να γίνει πιο μαζικός και πιο πολιτικοποιημένος, δηλαδή να έχει αντικαπιταλιστικό αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό. Απαιτείται ταυτόχρονα βαθύτερη θεωρητική ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση από την πλευρά του Κόμματος, καθημερινή και όχι μόνο στις παραμονές ή στη διάρκεια των αγώνων ή την περίοδο που προετοιμάζονται νέα αντεργατικά-αντιλαϊκά μέτρα.

Συχνά, κάτω από την επιτακτική ανάγκη να εκδηλωθεί αγωνιστική αντίδραση στην κυρίαρχη πολιτική, η ανάδειξη της σημασίας ενός ισχυρού μαζικού κινήματος γλιστράει προς την άλλη άκρη, δηλαδή στην υπερτίμηση του ρόλου του ότι δήθεν μπορεί να καταργεί κυβερνητικά μέτρα στρατηγικού χαρακτήρα για το κεφάλαιο, την ΕΕ, χωρίς να συμβαίνουν σημαντικές αλλαγές στο συσχετισμό δυνάμεων υπέρ του ΚΚΕ, πολύ περισσότερο χωρίς την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας.

Είναι υποχρέωση του ΚΚΕ να συμβάλλει στην κατανόηση του ιστορικού ορίου των εργατικών-λαϊκών κατακτήσεων στο πλαίσιο του καπιταλισμού και του παροδικού τους χαρακτήρα, χωρίς δισταγμό και φόβο μήπως ενοχοποιηθεί ότι σπέρνει την ηττοπάθεια. Αυτό δε σημαίνει ότι οι αγώνες χάνουν το νόημά τους, αφού το όριο των όποιων κατακτήσεων (απόσπαση παραχωρήσεων, αποτροπή ορισμένων χειρότερων μέτρων) σε κάθε συγκεκριμένη φάση δεν είναι ούτε στατικό, ούτε αμετάβλητο, εξαρτάται, σε κάθε φάση, από το επίπεδο και την εμβέλεια παρέμβασης του Κόμματος, τη δυναμική της εργατικής-λαϊκής αντεπίθεσης, της μαζικότητας, της επιμονής και σταθερότητας ο αγώνας να μη σταματάει, να αλλάζει μορφές, να κατακτάει μέσα και από την πείρα των εργαζόμενων αντικαπιταλιστικό αντιμονοπωλιακό χαρακτήρα. Αναφερόμαστε δηλαδή σε εκείνους τους παράγοντες που μπορεί να υποχρεώσουν την αστική τάξη να κάνει ορισμένες, έστω και προσωρινού χαρακτήρα υποχωρήσεις, που δίνουν τη δυνατότητα στο εργατικό κίνημα να προετοιμάσει την επόμενη φάση της αντεπίθεσής του.

Οπωσδήποτε σε όλο το διάστημα της 10χρονης σχεδόν καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, αν και οι αγώνες ήταν κατώτεροι σε σύγκριση με την επίθεση που δέχτηκε ο λαός, υπήρξαν μερικά αποτελέσματα, π.χ., στο ζήτημα της «προσωπικής διαφοράς», που αφορούσε ένα μεγάλο μέρος συνταξιούχων, ενώ κερδήθηκε ίσως χρόνος για να μην επιβληθούν ακόμα χειρότερα μέτρα, που τώρα μεθοδεύονται να υλοποιηθούν με στόχο την επιτάχυνση της καπιταλιστικής ανάκαμψης, στο ξεπέρασμα των συνεπειών της πανδημίας σε ορισμένους κλάδους.

Σε πολλές περιπτώσεις γίνεται επίκληση της πείρας των εργαζόμενων, ζήτημα που είναι και αυτό ιδιαίτερα σύνθετο, αφού στη διαμόρφωσή της τον πρώτο λόγο έχει η κυρίαρχη αστική ιδεολογία και τα παρακλάδια της, οι πολυάριθμοι, πολυδαίδαλοι και πολυπρόσωποι επίσημοι και ανεπίσημοι μηχανισμοί του αστικού κράτους, του πολιτικού συστήματος. Η λαϊκή πείρα επηρεάζεται προς θετική ή και αρνητική κατεύθυνση ανάλογα και με την πορεία της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης και το ρόλο του ΚΚΕ σε αυτή, όχι μόνο στην αποκαλούμενη «κεντρική πολιτική σκηνή», αλλά και από τα κάτω, εκεί που εργάζεται, ζει ο λαός.

Η μεγάλη πλειοψηφία του λαού ζει στο πετσί της τα προβλήματα, θυμώνει, αγανακτεί, αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο να βρει ποια είναι η μήτρα τους, να δει το «μίτο της Αριάδνης», δηλαδή να τα συσχετίσει με το κοινωνικοοικονομικό και κατά συνέπεια το πολιτικό σύστημα, με τον καπιταλισμό. Ακόμα και σε περιόδους ανάπτυξης των αγώνων, το πιο μεγάλο μέρος των εργαζόμενων επιδιώκει να αποσπάσει ένα μεγαλύτερο, από πριν, μερίδιο, από την πίτα των κερδών της ταξικής εκμετάλλευσης, χωρίς να την αμφισβητεί, πολύ περισσότερο να συνειδητοποιεί τη ανάγκη κατάργησής της. Αν και αισθάνονται την αδικία όταν χάνονται κάποιες κατακτήσεις που αποσπάστηκαν στο παρελθόν, κατανοούν τη μεγάλη απόσταση που τους χωρίζει από τις αυξανόμενες ανάγκες τους –ακόμα και τότε ερμηνεύουν τις αιτίες των προβλημάτων κάτω από την επιρροή της αστικής ιδεολογίας, της πολιτικής του αστικού κράτους και των κυβερνήσεών του.

Το Κόμμα με την αυτοτελή παρέμβασή του, με τη δράση των στελεχών, μελών του, οπαδών και συνεργαζόμενων στις γραμμές του αγώνα, πρέπει να έχει βασικό του μέλημα όσο γίνεται περισσότεροι εργάτες, εργάτριες να μη σκέφτονται ως αστοί. Κομμουνιστική υποχρέωση είναι να διευρύνεται, όσο είναι εφικτό, σε κάθε φάση, η μάζα των εργατών, εργατριών, των συμμάχων τους που να κατανοούν τις νομοτέλειες της καπιταλιστικής ανάπτυξης, τις εναλλασσόμενες επιλογές της αστικής διαχείρισης για τη διευρυμένη αναπαραγωγή, που να αντιμετωπίζουν από καλύτερες θέσεις τη χειραγώγηση, την ενσωμάτωση.

Διαθέτουμε, σήμερα, επιπλέον θεωρητικά και πολιτικά όπλα, όπως είναι τα Δοκίμια Ιστορίας του Κόμματος, οι σύγχρονες θεωρητικού χαρακτήρα επεξεργασίες του Κόμματός μας, ώστε να δουλεύουμε συστηματικά, σχεδιασμένα, αδιάλειπτα και υπομονετικά για να ενισχύεται η αντικαπιταλιστική αντιμονοπωλιακή συνείδηση, να κερδίζει έδαφος η ανάγκη του σοσιαλισμού.

Καθοδηγητική μας σκέψη στην καθημερινή δράση πρέπει να είναι ότι ο αγώνας για τα οξυμένα προβλήματα, η προβολή και διεκδίκηση άμεσων μέτρων παραμένει μεν αναντικατάστατη δύναμη συσπείρωσης, αγωνιστικότητας, αλλά δεν επαρκεί για τη διαμόρφωση της κοινωνικοπολιτικής πείρας της εργατικής τάξης και των συμμάχων, δεν οδηγεί στην αμφισβήτηση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, στη θέληση για σύγκρουση μαζί του, πολύ περισσότερο στη συνείδηση, άρα στη γνώση ότι είναι ιστορικά παρωχημένο σύστημα, στην αναγκαιότητα επαναστατικής ανατροπής του για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας, του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.

 

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΣΟ ΚΑΤΑΝΟΕΙΤΑΙ ΕΜΠΡΑΚΤΑ ΟΤΙ ΧΩΡΙΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

Η οργανωμένη κομμουνιστική πρωτοπορία του εργατικού-λαϊκού κινήματος ανταποκρίνεται με επάρκεια στο ρόλο του πρωτοπόρου, του λαϊκού ηγέτη, εμπνευστή και καθοδηγητή, όταν αντλεί δύναμη και διαρκή αντοχή από την πηγή της γνώσης, της δημιουργικής αφομοίωσης της κομμουνιστικής θεωρίας, των θεωρητικών επεξεργασιών που απαιτούν οι εξελίξεις. Ο όρος επαναστατική πράξη δεν αφορά μόνο την περίοδο της επαναστατικής εξέγερσης, ισχύει απολύτως στον καθημερινό αγώνα, στις οποιεσδήποτε συνθήκες, απαιτώντας ταυτόχρονα εξειδίκευση στον αγώνα για την ανατροπή της αστικής εξουσίας.

Δεν υπάρχει κομμουνιστής ή κομμουνίστρια που δε γνωρίζει και δε συμφωνεί με τη γνωστή θέση ότι «χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατική πράξη». Και όμως, ως γενικό σύνθημα δεν αποτελεί αυτόματο πιλότο για την επαναστατική στρατηγική, την επαναστατική πράξη. Στην ιστορία του Κόμματός μας, που δεν έπαψε ποτέ να είναι ο εμπνευστής, οργανωτής κι αιμοδότης κορυφαίων αγώνων, να διακηρύσσει ως καθοδηγητική του αρχή τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού, η στρατηγική του ήταν για πολλά χρόνια λαθεμένη με ανεπίτρεπτες υποχωρήσεις, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση στις συνθήκες επαναστατικής κατάστασης του 1944.

Ούτε βεβαίως πρέπει να λησμονιέται ότι η μεγάλη πρόοδος του εργατικού κινήματος το 19ο αιώνα, η επαναστατική του άνοδος στη συνέχεια με κορύφωση τη νικηφόρα Οκτωβριανή Επανάσταση συνδέθηκε με την ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας από τους Μαρξ και Ένγκελς και στη συνέχεια τον Λένιν.

Η αποκατάσταση του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόμματος, που ξεκίνησε στις αρχές της 10ετίας του ’90 και προχώρησε με γρηγορότερους ρυθμούς στην πορεία, συνδέθηκε με την εκτεταμένη δουλειά που έγινε για τη δημιουργική μελέτη και αφομοίωση της θεωρίας μας, εμπλουτίστηκε με νέες, σημαντικές, θεωρητικού χαρακτήρα επεξεργασίες που σχετίζονταν: με την εξέλιξη της καπιταλιστικής οικονομίας, την καπιταλιστική οικονομική κρίση και την ανάκαμψη, τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, την ΕΕ. Η ερευνητική-μελετητική δουλειά επεκτάθηκε σε νέες επεξεργασίες οικονομικο-κοινωνικών ζητημάτων, όπως της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών, του χρηματοπιστωτικού, της παιδείας, του περιβάλλοντος, της πρόληψης, της υγείας-πρόνοιας, της γυναικείας χειραφέτησης και ισοτιμίας κλπ. Επίσης για το σύγχρονο ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό στην ΕΕ και την Αν. Μεσόγειο, τις μεταβολές και αναδιατάξεις στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες. Ξεχωριστή θέση είχαν και έχουν σημαντικές εκδόσεις ή επανεκδόσεις θεωρητικών βιβλίων και μελετών, η θεωρητική αρθρογραφία της ΚΟΜΕΠ και του Ριζοσπάστη.

 

ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

Πώς το Κόμμα ως ανώτερη μορφή οργάνωσης της εργατικής τάξης, άρα η συνείδησή της, θα καταφέρνει να συνδέει το άμεσο, το ειδικό και συγκεκριμένο πρόβλημα (που κυριαρχεί στη συνείδηση των εργατοϋπαλλήλων στον τόπο δουλειάς, στον κλάδο, επίσης των αυτοαπασχολούμενων που μετά βίας επιβιώνουν, των βιοπαλαιστών αγροτών, γεωργών, κτηνοτρόφων, αλιέων) με το συγκρουσιακό από τη φύση του, αντικαπιταλιστικό αντιμονοπωλιακό αγώνα που κατευθύνεται στην ανατροπή του καπιταλισμού, στην εργατική εξουσία;

Η σωστή απάντηση δίνεται με την αντιστροφή του ερωτήματος: Πώς, με επίγνωση του γενικού θεωρητικού και πολιτικού ζητήματος, δηλαδή της πάλης για την εργατική εξουσία, θα φωτιστεί η καθημερινότητα, η τρέχουσα επικαιρότητα, το ειδικό, το κλαδικό, το τοπικό; Προϋποθέτει γνώση, εμπεδωμένη συνείδηση της διαλεκτικής σχέσης θεωρίας και πράξης, στην οποία καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η συνεχής πρόοδος στη δημιουργική αφομοίωση της επιστημονικής κομμουνιστικής θεωρητικής γνώσης, η συνείδηση της διαλεκτικής σχέσης πολιτικής και οικονομίας, της σχέσης και αλληλεπίδρασης του αντικειμενικού και υποκειμενικού παράγοντα. Χωρίς τη δυναμική της θεωρίας, ακόμα και η πιο αγωνιστική δράση αφήνεται στο περιορισμένο όπλο της εμπειρίας, που από μόνη της δεν επαρκεί. Η εμπειρία, χωρίς την κριτική επεξεργασία της με τη βοήθεια της θεωρίας και των αποτελεσμάτων των εξελίξεων, δεν είναι απαλλαγμένη από επιβιώσεις λαθεμένων ή ξεπερασμένων αντιλήψεων, υποκειμενισμών. Εξίσου σοβαρό ζήτημα είναι ότι, δίχως ένα ορισμένο θεωρητικό, ιδεολογικό υπόβαθρο, στελέχη και μέλη δυσκολεύονται να έχουν την ικανότητα να συμβάλλουν στη συλλογική επεξεργασία των αποφάσεων, να τις κρίνουν, να τις βελτιώνουν, να εντοπίζουν έγκαιρα αδυναμίες και λάθη, ενώ στη μαζική δράση εκδηλώνεται με τη μορφή του δισταγμού για ανάληψη πρωτοβουλιών, της τυποποίησης, του οργανωτισμού και πρακτικισμού, των συμπτωμάτων κόπωσης.

Το 20ό Συνέδριο έδωσε ιδιαίτερα μεγάλο βάρος στην ανάπτυξη της ικανότητας του Κόμματος στη θεωρητική-ιδεολογικοπολιτική αντεπίθεση, που δεν περιορίζεται στην αυτοτελή δράση του, επεκτείνεται στις γραμμές των μαζικών οργανώσεων, των αγώνων, των δράσεων γύρω από οξυμένα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά προβλήματα, τη στάση του λαού απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Η Ολομέλεια της ΚΕ αναφέρει ότι οι εξελίξεις που σημαδεύονται από επιτάχυνση μπορεί να φέρουν γρήγορες αλλαγές στην κοινωνική, πολιτική συνείδηση, είτε πιο αντιδραστικές είτε και θετικές, ριζοσπαστικές.2

Η κατάκτηση της μέγιστης δυνατής ετοιμότητας προς τη μία ή την άλλη εξέλιξη έχει πριν απ’ όλα ιδεολογικοπολιτικό χαρακτήρα, εξαρτάται ταυτόχρονα από την πορεία της κομματικής οικοδόμησης στους χώρους δουλειάς, παραδοσιακούς και νεότερους κλάδους, σε τομείς κι επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας. Επομένως ανεβαίνει η ευθύνη του Κόμματος να συμβάλλει, όσο εξαρτάται από αυτό, σε θετικές διεργασίες συνείδησης σε μια κρίσιμη μάζα της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου. Έτοιμοι κομμουνιστές δεν υπάρχουν στις γραμμές του εργατικού, του λαϊκού κινήματος, η επιλογή τους να γίνουν μέλη του Κόμματος δεν καθορίζεται μόνο από την επίδραση που ασκεί η πρωτοπόρα αγωνιστική στάση των μελών του Κόμματος, κίνητρο αποτελεί η επίδραση που ασκεί σε αυτούς ο επαναστατικός χαρακτήρας του Κόμματος, η πάλη του για την εργατική εξουσία. Η συμμετοχή τους –στη συνέχεια– στην εσωκομματική ζωή εφοδιάζει, ανεφοδιάζει συνεχώς με ένα επίπεδο γνώσης και κατάρτισης, άρα νέας ικανότητας στην ταξική πάλη, στη συμβολή τους στην πολύπλευρη ενίσχυση του ΚΚΕ.

Επομένως στην πρώτη γραμμή βρίσκεται η υπερνίκηση καθυστερήσεων στη θεωρητική, ιδεολογική θωράκιση των οργάνων και των ΚΟΒ, της ΚΝΕ, η εξάλειψη ξεπερασμένων ή λαθεμένων αντιλήψεων και πρακτικών ρουτίνας που παραμένουν σήμερα στο Κόμμα, άρα και στη σχέση του με τις εργατικές-λαϊκές μάζες, παρά το γεγονός της κατακτημένης ιδεολογικοπολιτικής ενότητας στις γραμμές του, της αναμφισβήτητα προωθητικής πορείας του τα τελευταία χρόνια.

Από μια άποψη, η αυτοτελής ιδεολογική διαπάλη που διεξάγει το ΚΚΕ και είναι σε ανοδική πορεία (ιδιαίτερα μετά από το 19ο και 20ό Συνέδριο) είναι σχετικά πιο εύκολη, αφού έχει προσδιορισμένο επεξεργασμένο χαρακτήρα, είναι απαιτητική, καθώς προϋποθέτει σχετικά μακρόπνοο σχεδιασμό που δεν παραβιάζεται στο όνομα του ενός ή του άλλου τρέχοντος καθήκοντος, εξειδικεύεται με βάση το συγκεκριμένο κάθε φορά «πολιτικό κλίμα», το «ακροατήριο», χωρίς απλουστεύσεις, γενικολογία, τυποποίηση. Έχει αφετηρία τις κεντρικές παρεμβάσεις κι εκδηλώσεις, τις αντίστοιχες των Επιτροπών Περιοχής, που αποτελούν ένα γενικό πλαίσιο ως πηγή έμπνευσης πρωτοπόρου έργου και πρωτοβουλιών για τις Τομεακές Επιτροπές και τις ΚΟΒ.

Ο κομμουνιστής, η κομμουνίστρια στον τόπο δουλειάς και κατοικίας οφείλει με τη δράση του να αναδεικνύεται ως λαϊκός ηγέτης στην οργάνωση της πάλης, να εμπνέει τη συνέπεια, τη μαχητικότητα, την ανιδιοτέλεια, να ξεχωρίζει ταυτόχρονα ΚΑΙ για την ικανότητά του να προβάλλει την κομμουνιστική θεωρία, το Πρόγραμμα και τη στρατηγική του Κόμματος. Να είναι σε θέση να απαντάει σε μεγάλα ερωτήματα γενικότερης σημασίας, να ανοίγει νέα ζητήματα που προβάλλουν στον πολιτικό ορίζοντα, να παίρνει υπόψη την κυρίαρχη προπαγάνδα και την αντανάκλασή της στο χώρο δράσης του.

Τα τελευταία χρόνια, διαβάζοντας και μόνο τον καθημερινό Ριζοσπάστη, γίνεται φανερό ότι έχουν πολλαπλασιαστεί, σε σύγκριση με παλιότερα χρόνια, οι κλαδικές και τοπικές, ιδεολογικού, πολιτικού, ακόμα και καθαρά θεωρητικού χαρακτήρα εκδηλώσεις, με ομιλίες, παρουσιάσεις βιβλίων κλπ. Μεγάλη ώθηση έδωσαν οπωσδήποτε οι εκδηλώσεις για την 100χρονη ιστορική πορεία του ΚΚΕ, την 100ή επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης, τα 75 χρόνια από τη συγκρότηση του ΔΣΕ κλπ., που βγήκαν σε πέρας με επιτυχία εν μέσω απαιτητικών καθηκόντων στο μαζικό κίνημα, εκλογικών μαχών, πυκνών εξελίξεων. Το ζητούμενο είναι η πολύπλευρη συνδυασμένη δουλειά να γίνει καθιερωμένος τρόπος ζωής και παρέμβασης της κάθε ΚΟΒ στο χώρο της, μια καλή δηλαδή συνήθεια. Το καθήκον αυτό σχετίζεται με το ρόλο της καθοδήγησης με αφετηρία την ίδια την ΚΕ. Οι κεντρικές κομματικές πρωτοβουλίες ανοίγουν δρόμο, όμως όσο μαζικές και πετυχημένες να είναι, δεν μπορεί να διεισδύσουν βαθύτερα στους κλάδους, στους τόπους δουλειάς, στις βιομηχανικές ζώνες, στις αγροτικές περιοχές, στις περιοχές με μικρά καταστήματα, στις γειτονιές, αν δεν παράγεται από την κάθε ΚΟΒ ανάλογο εξειδικευμένο έργο. Βασικό καθήκον είναι το Κόμμα να πηγαίνει και πιο μπροστά με βάση προβλέψεις, τάσεις, τη δυναμική των εξελίξεων, να προετοιμάζει τις εργατικές-λαϊκές δυνάμεις έγκαιρα.

Δεν είναι καθόλου υπερβολή να παραδεχτούμε ότι το αστικό κράτος, η αστική τάξη έχει περάσει σε ανώτερο ποιοτικό επίπεδο –από τις αρχές της 10ετίας του ’90 και δυναμικά τα τελευταία χρόνια– σε μια συστηματική προετοιμασία «εδάφους» για την προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, πολύ πριν αυτές διαμορφωθούν σε νομοσχέδια και νόμους, Προεδρικά Διατάγματα κλπ. Το πεδίο βολής της έχει αφετηρία όχι πάντα ηγετικά πολιτικά στελέχη, αλλά αστούς επιστήμονες και διανοητές, τα πανεπιστήμια, τα αστικά ΜΜΕ, συνεντεύξεις, διαλόγους, συζητήσεις, εκδόσεις, ημερίδες κλπ.

 

Η ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ - ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΙΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ-ΛΑΪΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Πιο σύνθετη είναι η θεωρητική - ιδεολογική διαπάλη στις γραμμές του κινήματος, των μαζικών οργανώσεων, και μάλιστα σε συνθήκες ενός εξαιρετικά αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων, απομαζικοποίησης και αποστράτευσης, συντηρητικοποίησης, επικράτησης της απογοήτευσης.

Η ιδεολογικοπολιτική διαπάλη στον τόπο δουλειάς, στον κλάδο απευθύνεται σε εργατικές-λαϊκές δυνάμεις που είναι πολύπλευρα ενσωματωμένες στην κυρίαρχη πολιτική, δεν απεγκλωβίζονται εύκολα με συνθήματα κι εκκλήσεις και στις οποίες δύσκολα αποβάλλονται οι εμπεδωμένες αστικές, μικροαστικές, οπορτουνιστικές και ρεφορμιστικές αντιλήψεις. Η επικοινωνία, συζήτηση και κριτική των απόψεων των απλών ανθρώπων (διαχωρίζονται από τις αστικές, ρεφορμιστικές συνδικαλιστικές ηγεσίες του κυβερνητικού κι εργοδοτικού συνδικαλισμού) παίρνει υπόψη ότι δεν απευθύνεται στον ταξικό αντίπαλο, αλλά σε εργάτες κι εργάτριες που αντικειμενικά έχουν συμφέρον να παλέψουν για το σοσιαλισμό. Απευθύνεται επίσης σε κοινωνικούς συμμάχους της εργατικής τάξης όπως τους προσδιορίζει το ΚΚΕ στο Πρόγραμμά του.

Τη 10χρονη περίοδο της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και των μνημονίων τα εργατικά-λαϊκά βάσανα ερμηνεύονταν από την πλειοψηφία της εργατικής τάξης όπως ακριβώς τα ανέλυαν τα αστικά κόμματα μέσα από τις επιφανειακές αντιπαραθέσεις τους, που άφηναν απ’ έξω τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της κρίσης, αποδίδοντάς την στην κακή διαχείριση, στην ανικανότητα της μιας ή της άλλης κυβέρνησης, στη διαφθορά, στη διασπάθιση του δημόσιου χρήματος, στη ρουσφετολογία κλπ. Για την πλειοψηφία των εργαζόμενων, εναλλακτική απάντηση στην κρίση αποτέλεσε η εκλογική καταδίκη της ΝΔ και ιδιαίτερα του ΠΑΣΟΚ, η εναλλαγή στη διαχείριση από το ΣΥΡΙΖΑ, στη συνέχεια η επαναφορά της ΝΔ.

Διαβρωτικό ρόλο, στον όποιο ριζοσπαστισμό εμφανίστηκε μετά από την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας, έπαιξε ο οπορτουνισμός, παρά το γεγονός ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμενε μια μη υπολογίσιμη εκλογικά πολιτική δύναμη. Ανάλογη επίδραση στη διαμόρφωση της εργατικής-λαϊκής συνείδησης ασκεί η πολιτική και η αντίστοιχη προπαγάνδα ότι για την Ελλάδα, άρα δήθεν και για το λαό, είναι μονόδρομος η ενεργητική συμμετοχή στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, οι συμφωνίες και οι συμμαχίες με τον ιμπεριαλισμό, η στρατηγική συμμαχία με τις ΗΠΑ. Η βαθιά επίδραση –που εξελίχτηκε σε σχεδόν απόλυτη– καθώς στον ευρωΝΑΤΟϊκό μονόδρομο προσχώρησαν εκείνα τα κόμματα που είχαν προβάλει θέσεις μερικής ή επιφανειακής αμφισβήτησης, π.χ., το ΠΑΣΟΚ από το 1981, εμπεδωνόταν και ως αποτέλεσμα της αντεπανάστασης, που στέρησε τους λαούς παγκόσμια από τη διεθνιστική δράση του σοσιαλισμού και την όποια αντίσταση μπορούσε να παρεμβάλει στην ιμπεριαλιστική επίθεση.

Όμως το ζήτημα της πιο βαθιάς κυριαρχίας της αστικής αντίληψης δεν πρέπει να ιδωθεί κυρίως ως αποτέλεσμα εύστοχης αστικής προπαγάνδας σε συνθήκες υποχώρησης της ταξικής πάλης. Η ενίσχυση της φιλο-ΕΟΚ και φιλο-ΕΕ αντίληψης, του «κοινωνικού εταιρισμού» σε πλατιά εργατικά-λαϊκά στρώματα πυροδοτήθηκε και με τις προσωρινές διευθετήσεις λαϊκών προβλημάτων μέσω της διαχείρισης των ευρωενωσιακών χρηματικών επιδοτήσεων, στο βαθμό που ένα μέρος τους αξιοποιήθηκε για την εργατική ενσωμάτωση, μια ορισμένη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και αγροτών χάριν των στρατηγικών συμφερόντων του κεφαλαίου.

Κατά συνέπεια, η στάση των κομμουνιστών, η δράση και η διαπάλη με τις άλλες δυνάμεις μέσα στο κίνημα, που έτσι κι αλλιώς εκφράζεται, δεν είναι λιγότερο απαιτητική από την αυτοτελή θεωρητική, ιδεολογική, πολιτική δράση του Κόμματος. Αντίθετα, είναι πιο σύνθετη και δύσκολη, είναι στίβος εξαιρετικά ανώμαλου δρόμου, που είμαστε υποχρεωμένοι να τον τρέξουμε όσο καλύτερα μπορούμε, όσο εξαρτάται από τον υποκειμενικό δηλαδή παράγοντα.

Οι κομμουνιστές και οι συνεργαζόμενοι μαζί τους οφείλουν να κατακτούν ιδιαίτερη ικανότητα πειθούς κι ευστοχία δράσης, απευθυνόμενοι σε ανθρώπους με διαφορετικές ιδεολογικοπολιτικές αντιλήψεις κι επιρροές, διαφορετικής ηλικίας, με διαφορετική συνδικαλιστική πείρα, που η πάλη στις συνθήκες του καπιταλισμού, από τη φύση της, περιστρέφεται στους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης και όχι στην κατάργηση της ταξικής εκμετάλλευσης.

Το ΠΑΜΕ και οι κοινωνικοί σύμμαχοί του αποτελούν σήμερα την κινητήρια δύναμη για την αναγέννηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, τη διαμόρφωση ισχυρής κοινωνικής συμμαχίας. Η ίδια η δράση του ΠΑΜΕ και της συμμαχίας του αποτελεί παράγοντα αφύπνισης, πίεσης στις συνδικαλιστικές οργανώσεις, που δεν κατανοούν την ανάγκη του ταξικού προσανατολισμού του κινήματος, τη σημασία της κοινωνικής συμμαχίας.

Συνδικαλιστικές οργανώσεις που μετέχουν ή κατά περίπτωση συντονίζονται με το ΠΑΜΕ, ή δεν είναι ενταγμένες σ’ αυτό, περιορίζονται στην ανάπτυξη αγωνιστικών δράσεων που αφορούν ορισμένα οξυμένα ζητήματα, με βάση την επικαιρότητα, π.χ., ένα νομοσχέδιο που αφορά έναν κλάδο, μια περιοχή, μια βαθμίδα του εκπαιδευτικού συστήματος ή τα προβλήματα των ελλείψεων προσωπικού στο δημόσιο σύστημα υγείας. Όταν το νομοσχέδιο γίνει κυβερνητικός νόμος, τότε η όποια αφύπνιση εκδηλώθηκε συνήθως χλομιάζει, επέρχεται αναδίπλωση, ένα είδος διαλείμματος μέχρι τον επόμενο αντεργατικό-αντιλαϊκό νόμο. Κυριαρχεί σε ένα μεγάλο τμήμα των αγωνιζόμενων –με ευθύνη των συνδικαλιστικών τους ηγεσιών, της κρατικής κι εργοδοτικής παρέμβασης– πνεύμα απογοήτευσης γιατί δεν επιτεύχθηκε ένα άμεσο αποτέλεσμα, δηλαδή να ανατραπεί το σχέδιο νόμου. Κυριαρχεί η απογοήτευση, αντί να βγαίνουν σημαντικά πολιτικά συμπεράσματα για το επόμενο βήμα και κυρίως την πολιτικοποίηση των αγώνων. Οπωσδήποτε το ζήτημα αυτό σε κάθε συγκεκριμένο συνδικαλιστικό κλάδο και χώρο πρέπει να συνεξετάζεται και από τη σκοπιά της εμβέλειας της δράσης των κομμουνιστών, των ΚΟ, των ΚΟΒ.

Ένα μέρος των κινητοποιήσεων έχουν πάρει το χαρακτήρα εποχιακών, επετειακών δράσεων με την ευκαιρία, π.χ. όπως γινόταν παλιότερα, της περιόδου των συλλογικών συμβάσεων, της έναρξης ή του τέλους της σχολικής χρονιάς, ενώ ενδιάμεσα ουσιαστικά τα σωματεία λιμνάζουν, περιορίζοντας την παρέμβασή τους σε τυπικές ανακοινώσεις. Με μια από τα πάνω απόφαση μπορεί να εξαγγέλλουν απεργιακή κινητοποίηση χωρίς να υπάρχει προετοιμασία και περιφρούρησή της, χωρίς ενδιαφέρον για να εκφραστεί κοινωνική αλληλεγγύη. Έτσι, ενισχύουν την αντίληψη περί της αναποτελεσματικότητας των αγώνων.

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες επιχειρηματικοί όμιλοι ενθαρρύνουν εργατικές κινητοποιήσεις με στόχο να διεκδικήσουν από την κυβέρνηση μεγαλύτερη στήριξη έναντι των ανταγωνιστών τους, εκμεταλλευόμενοι τον υπαρκτό φόβο των εργατών ότι, αν η επιχείρηση δε στηριχτεί, θα απολυθούν.

Σε ορισμένες περιπτώσεις αναπτύσσονται τοπικές κινητοποιήσεις που στρέφονται κατά ενός τοπικού έργου, στο πλαίσιο του περιφερειακού ή ενός πιο στενού αστικού σχεδιασμού, που πυροδοτούνται ή ενισχύονται από επιχειρήσεις ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους ή κινούνται με στενό, τοπικό συντεχνιακό όφελος που σχετίζεται με την αξία της ατομικής ιδιοκτησίας της γης.

Οι τοπικές κινητοποιήσεις στις οποίες υπάρχει στον έναν ή τον άλλο βαθμό παρουσία λαϊκού παράγοντα πυροδοτούνται από υπαρκτά προβλήματα, όπως τοπικά έργα που εντάσσονται στον αστικό σχεδιασμό και περικλείουν πραγματικούς κινδύνους για το περιβάλλον, την υγεία, ενώ φορτώνουν ένα μέρος του κόστους στους κατοίκους. Το ζήτημα που προκύπτει είναι ότι τέτοια έργα δεν αντιμετωπίζονται με ένα ΟΧΙ και τη λογική ας γίνει κάπου αλλού, με αποτέλεσμα να παίρνει ο αγώνας συντεχνιακό χαρακτήρα. Σε τέτοιου τύπου κινητοποιήσεις είναι πολύ εύκολη η διείσδυση περιθωριακών στοιχείων, ρατσιστικών, ακροδεξιών, νεοναζιστικών, προκειμένου να αποκτήσουν κύρος, δημοφιλία, φαινόμενο που εντείνεται τα τελευταία χρόνια. Σε αυτές μάλιστα οι τοπικοί παράγοντες που δρουν ως επικεφαλής, τυπικά ή και άτυπα, κάνουν ό,τι μπορούν να κρατήσουν μακριά, στο όνομα της «αυτονομίας», εργατικά και άλλα σωματεία εργαζόμενων, τοπικές λαϊκές οργανώσεις, δηλαδή το οργανωμένο εργατικό-λαϊκό κίνημα.

Το ζήτημα της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης και της αγωνιστικής μαζικής γραμμής συσπείρωσης με αντικαπιταλιστικό αντιμονοπωλιακό χαρακτήρα, ή έστω της σποράς ριζοσπαστικών ιδεών σε πιο δύσκολους χώρους, απαιτεί ένα σχετικά μακροπρόθεσμο σχεδιασμό με εξειδίκευση, ιεραρχήσεις βημάτων, προσαρμογές με βάση την επικαιρότητα. Η επικαιρότητα να αξιοποιείται για την πρόοδο των στόχων και επιλογών του προγραμματισμού του κάθε καθοδηγητικού οργάνου και της ΚΟΒ.

Στο Κόμμα, με βάση το Καταστατικό του, ο γενικός προγραμματισμός και κριτικός απολογισμός καθορίζεται κάθε 4 χρόνια που γίνεται το Συνέδριο, στο πλαίσιο του οποίου διενεργείται ο προγραμματισμός και έλεγχος των Επιτροπών Περιοχής και Τομεακών Επιτροπών, των ΚΟΒ, κάθε δύο χρόνια και μία φορά το χρόνο αντίστοιχα, ενώ μερικότεροι και ειδικότεροι έλεγχοι γίνονται σε κάθε συνεδρίαση και συνέλευση.

Εξ αντικειμένου ο χρονικός προσδιορισμός του ελέγχου είναι ενταγμένος στο καθήκον της προώθησης του Προγράμματος, της στρατηγικής, του πολιτικού καθήκοντος της ανασύνταξης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, της κοινωνικής συμμαχίας. Εμπεριέχει κάθε φορά ποσοτικά σε συνδυασμό και με ποιοτικά κριτήρια για την ενίσχυση της εργατικής κοινωνικής σύνθεσης, την κομματική οικοδόμηση στους χώρους δουλειάς και στους κλάδους, την ανάπτυξη και ανάδειξη στελεχών, την εκτίμηση του επιπέδου θεωρητικής μόρφωσης στελεχών και μελών, τη διεύρυνση του περίγυρου, τη συσπείρωση νέων δυνάμεων με την πολιτική του Κόμματος.

Κατά τη διάρκεια των ελέγχων της πορείας της δουλειάς, και των απολογισμών, είναι συνηθισμένη η εκτίμηση ότι δεν εκπληρώθηκε –ή δεν αξιοποιήθηκε– ένας κρίσιμος τομέας για τη συνολική πορεία του Κόμματος: Της εσωκομματικής μόρφωσης, του ελέγχου της αυτομόρφωσης, της ενσωμάτωσης της ιδεολογικής δουλειάς στη συνολική δράση· το ίδιο συμβαίνει με την κυκλοφορία του Ριζοσπάστη και της ΚΟΜΕΠ, τη διάδοση του θεωρητικού και πολιτικού βιβλίου. Η εσωκομματική μορφωτική δουλειά, με τη σχετική αυτοτέλειά της αλλά και ως μέρος της συνολικής δράσης, εμφανίζεται ως το «θύμα» των καθημερινών απαιτήσεων για την πρακτική πολιτική και μαζική δουλειά κλπ. Δηλαδή υποβαθμίζεται ένας παράγοντας που παίζει καθοριστικό ρόλο στην ισχυροποίηση του Κόμματος και του κινήματος.

Η πιο μαζική ιδεολογικοπολιτική δουλειά συνήθως γίνεται σε περιόδους προετοιμασίας και πραγματοποίησης γενικών και τοπικών εκλογικών αναμετρήσεων, αρχαιρεσιών, όταν δηλαδή υπάρχει γενικότερο ενδιαφέρον και οξύνεται ο πολιτικός και συνδικαλιστικός ανταγωνισμός, ή την περίοδο που στο κοινοβούλιο ψηφίζονται αντεργατικοί, αντιλαϊκοί νόμοι. Όμως η θεωρητική, ιδεολογική αντεπίθεση του Κόμματος, η προβολή του Προγράμματός του, όταν γίνεται περιστασιακά, δεν μπορεί να φέρει χειροπιαστά εδραιωμένα αποτελέσματα, καθώς δε χτίζει σταδιακά στέρεη θεωρητική, ιδεολογική υποδομή, άρα δεν καλλιεργεί αντίστοιχα κριτήρια για το σωστό προσανατολισμό της καθημερινής δουλειάς.

Δεν είναι εύκολο να αλλάξουν οι προσανατολισμοί μέσα σε μικρά χρονικά διαστήματα, ακόμα και με μπαράζ εκδηλώσεων και συζητήσεων, ιδιαίτερα σε περιόδους που όλα τα άλλα κόμματα, ο ταξικός αντίπαλος ρίχνει τα πιο βαριά του όπλα. Από μια άποψη, αυτή η συνήθεια των κατά καιρούς μπαράζ ιδεολογικών και πολιτικών θέσεων για την επίτευξη, π.χ., ικανοποιητικού εκλογικού ποσοστού ή για την ενίσχυση των θέσεών μας στα όργανα του μαζικού κινήματος, σε στιγμές κορυφαίων γεγονότων, αντανακλά την επίδραση των κοινοβουλευτικών αυταπατών και στις γραμμές του Κόμματος, ακόμα περισσότερο στον κύκλο επιρροής, αν και η συμφωνία για το χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας και την άρνηση συμμετοχής ή στήριξης του Κόμματος σε κυβερνήσεις στις συνθήκες του καπιταλισμού είναι καθολική.

Η επαναστατική στρατηγική του Κόμματος έχει αποκατασταθεί, όμως οι συνέπειες της προηγούμενης επιζούν και κυρίως ενισχύονται κάτω από την ασφυκτική πίεση που ασκεί η αστική τάξη και τα κόμματά της, ο ρεφορμισμός και οπορτουνισμός, ο ιμπεριαλισμός και οι διακρατικές περιφερειακές και διεθνείς ενώσεις του σε συνθήκες αλματώδους καπιταλιστικής διεθνοποίησης και οξυμένων ανταγωνισμών για την παγκόσμια ή περιφερειακή πρωτοκαθεδρία.

Η ενότητα θεωρίας και πράξης ως προσανατολισμός δεν επιτρέπεται να διασπάται σε ξεχωριστά, παράλληλα καθήκοντα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Διαφορετικά, μοιάζει με ένα αυτοκίνητο που προσπαθεί να κινηθεί με δύο ή τρεις ρόδες.

Οι όροι διεξαγωγής της διαπάλης μέσα στο κίνημα δεν αφορούν τη μηχανιστική μεταφορά ή απλή αντιγραφή της διαπάλης που διεξάγεται στο πολιτικό επίπεδο ανάμεσα στο ΚΚΕ και τα άλλα κόμματα, στις μεταξύ τους αναμετρήσεις στο κοινοβούλιο, στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, στους αστικούς θεσμούς, αφού στις μαζικές οργανώσεις μετέχουν άνθρωποι με διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές απόψεις, διαφορετική κοινωνική και πολιτική πείρα.

Ο ρυθμός και βαθμός πολιτικοποίησης εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από το συσχετισμό δυνάμεων που διαμορφώνεται στα πανελλαδικά, κλαδικά, ομοσπονδιακά, περιφερειακά και πρωτοβάθμια όργανα ή σε άλλες μορφές οργάνωσης. Εξαρτάται οπωσδήποτε και από την εκλογή, όσο γίνεται, μεγαλύτερου αριθμού κομμουνιστών και φίλων ή συνεργαζόμενων στα συνδικαλιστικά όργανα. Παρόλ’ αυτά, και εκεί που πλειοψηφική ή πρώτη δύναμη αποτελούν οι εκλεγμένοι κομμουνιστές και φίλοι του Κόμματος δεν είναι σωστό να ερμηνεύεται ως συμφωνία με τη στρατηγική του ΚΚΕ, με το σύνολο των θέσεών του. Ιδιαίτερη απαιτητικότητα χαρακτηρίζει τη δράση των κομμουνιστών και κομμουνιστριών σε συνδικαλιστικές οργανώσεις που οι κομμουνιστές είναι μειοψηφία ή δεν έχουν εκπροσώπους. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η δουλειά στη βάση, τον τόπο εργασίας και κατοικίας, άνθρωπο τον άνθρωπο. Η καθημερινή επεξεργασμένη δουλειά, του «μυρμηγκιού», όσο άχαρη και να φαίνεται, έχει πολύ μεγάλη σημασία, δε χωράει υποτίμηση.

 

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΙ ΜΕ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ

Αρκετά συχνά, στην αποτίμηση των δυσκολιών που συναντάμε στην προσπάθεια για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και την εδραίωση της κοινωνικής συμμαχίας, προβάλλεται η επίδραση της αστικής προπαγάνδας, της αποπροσανατολιστικής γραμμής αντιπαράθεσης «Δεξιά-Αριστερά», «φιλελευθερισμός ή σοσιαλδημοκρατία», «ελεύθερη αγορά» ή ενισχυμένη «κρατική παρέμβαση». Οπωσδήποτε η προπαγάνδα «πιάνει» σε συνδυασμό με τη βαρβαρότητα της κρατικής κι εργοδοτικής καταστολής και των εκβιασμών της. «Πιάνει», γιατί στην υπηρεσία της χειραγώγησης και του αποπροσανατολισμού χρησιμοποιούνται οι πλατφόρμες της κοινωνικής δικτύωσης τις οποίες κατέχουν πανίσχυρα μονοπώλια. «Πιάνει» μέσα από τα αναλυτικά προγράμματα των σχολικών και πανεπιστημιακών προγραμμάτων, με την ένταξη των μελετών, μεταπτυχιακών και διδακτορικών στην υπηρεσία του κεφαλαίου.

Η επίδραση των αποπροσανατολιστικών και πλαστών διαχωρισμών και διλημμάτων δεν είναι καρπός μόνο περίτεχνης προπαγάνδας, αποπροσανατολισμού κι εκφοβισμού, αλλά πατάει σε ένα συνδυασμό αντικειμενικών υλικών παραγόντων, ανάμεσά τους και της εναλλαγής μορφών της αστικής διαχείρισης ως ενδοαστικής διαπάλης ή αναπροσαρμογής της σε μια συγκεκριμένη φάση, και πώς αυτές αντανακλώνται στη συνείδηση των εργαζόμενων.

Όσον αφορά τη συμφωνία στον ευρωμονόδρομο, πρέπει να παίρνεται υπόψη ότι σοβαρό παράγοντα αποτέλεσε όχι μόνο η καθιερωμένη διαχρονικά αστική προπαγάνδα, αλλά σε συνδυασμό με αυτήν και η πολιτική, π.χ., της ενισχυμένης κρατικής χρηματικής παρέμβασης που ακολουθήθηκε στο παρελθόν και σήμερα (επιχορηγήσεις στην αγροτική παραγωγή και κατά περιφέρεια κ.ά). Αξιοποιείται επίσης το χρηματοδοτικό πακέτο για την αντιμετώπιση των συνεπειών από τον απειλητικό κύκλο καπιταλιστικής κρίσης, για τον οποίο έντονα προειδοποιητικά σημάδια προϋπήρχαν κι επιταχύνθηκαν με τις συνέπειες από τον Covid-19.

Η άμεση κρατική παρέμβαση, π.χ., σε συνδυασμό με τη χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής και του ποσοστού πλεονάσματος, που αποφάσισε η ίδια η ΕΕ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας, είχε και έχει καθαρά στρατηγικό στόχο να προφυλάξει βασικούς κλάδους και τομείς που θεωρούνται ναυαρχίδα για το ΑΕΠ της Ελλάδας: τον τουρισμός, την εστίαση, τις τηλεπικοινωνίες, τους διαμετακομιστικούς εμπορικούς άξονες. Η επιδοματική προσωρινή πολιτική επιδιώκει να αποτρέψει για ένα διάστημα την κάθετη πτώση της αγοραστικής ικανότητας των εργαζόμενων, που χτυπάει και τις μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις, τις αντίστοιχες βιομηχανικές. Για την Ελλάδα, το χαρακτηριστικό της μακράς πνοής στόχευσης ταξικό αποτέλεσμα αντανακλάται στο λεγόμενο σχέδιο της επιτροπής Πισαρίδη που συγκρότησε η ΝΔ.

Σοβαρή επίδραση άσκησαν και ασκούν οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και μεταρρυθμίσεις που προωθούνται από τις αρχές της 10ετίας του ’90 για την αντιμετώπιση των αλλεπάλληλων κυμάτων της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Οι σύγχρονες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, η ενδοαστική διαπάλη στα «μάτια» των λαών παίρνει το χαρακτήρα διαπάλης που τον αφορά, οδηγεί στην επιλογή της μιας ή άλλης παραλλαγής διαχείρισης. Η κριτική, π.χ., που ασκείται από ορισμένες αστικές κυβερνήσεις στην πολιτική της ΕΕ και του ΝΑΤΟ ή απέναντι στις ΗΠΑ εκφράζει τη διαπάλη ανάμεσα στις αστικές τάξεις στο πλαίσιο της σύμφυτης ανισομετρίας, από την άλλη όμως αξιοποιείται για να πειστούν οι λαοί ότι αυτή είναι η πραγματικότητα και μέσα σ’ αυτήν την πραγματικότητα πρέπει να προσαρμόζουν, δηλαδή να υποτάσσουν τις δίκαιες απαιτήσεις τους.

Όταν η διελκυστίνδα της ενδοαστικής διαπάλης κορυφώνεται και απειλεί τη σταθερότητα του αστικού πολιτικού συστήματος, τότε δοκιμάζεται η εναλλαγή μονοκομματικών κυβερνήσεων με κυβερνήσεις συνεργασίας, ή σε κάθε περίπτωση η στράτευση στο βασικό, όπως έγινε λόγου χάρη τον Αύγουστο του 2015, όταν υπερψηφίστηκε από τη ΝΔ και τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης το Μνημόνιο που έκλεισε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η ιδεολογική, προπαγανδιστική καταιγίδα του συστήματος δεν αντιμετωπίζεται μόνο με την προβολή δίκαιων αιτημάτων, όταν επιστρατεύονται επιχειρήματα του τύπου, π.χ., ότι δεν πρέπει να υπάρχει παρέκκλιση από τα δημοσιονομικά κριτήρια, ότι δεν πρέπει να διογκωθεί το χρέος, δε σηκώνει παρεκκλίσεις ο προϋπολογισμός, ή του τύπου ότι δεν πρέπει οι νέες γενιές να πληρώσουν τα λάθη των προηγούμενων, ότι ο ελληνικός λαός κινδυνεύει εκτός ΝΑΤΟ και ΕΕ κλπ.

Κατά την περίοδο της 10χρονης κρίσης δεν υπήρξε κόμμα, εκτός δηλαδή του ΚΚΕ, που δεν πρόβαλε τη θέση ότι η κρίση δεν είναι μόνο τραγωδία, αλλά και μεγάλη ευκαιρία για αλλαγή του «προτύπου» της καπιταλιστικής ανάπτυξης, για εξωστρέφεια και γεωστρατηγικη αναβάθμιση της Ελλάδας στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Το ίδιο σύνθημα-θέση επαναλαμβάνεται σήμερα απ’ όλα τα κόμματα, που συστρατεύονται με τις επιλογές της ΕΕ, του κεφαλαίου στην Ελλάδα, καταφεύγοντας πάντα στην αποπροσανατολιστική μεταξύ τους αντιπαράθεση.

Η ΝΔ αυτοδιαφημίστηκε ως κόμμα δίχως ιδεολογικούς δογματισμούς, καθώς την περίοδο της πανδημίας δε διστάζει να υιοθετεί την ενισχυμένη κρατική παρέμβαση και τις κρατικές επιδοτήσεις, που τα βάφτισε μάλιστα μέτρα σοσιαλιστικού χαρακτήρα, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχασε την ευκαιρία να φωνάζει ότι η ΝΔ αναγκάστηκε να υιοθετήσει δικές του θέσεις και απόψεις.

Οι συνέπειες, π.χ., της ψηφιοποίησης στην παραγωγή και στις υπηρεσίες, στις συνθήκες του καπιταλισμού οδήγησαν –και σωστά– το Κόμμα να επεξεργαστεί νέους στόχους και αιτήματα μαζί με πιο έντονη θεωρητική και ιδεολογική αντεπίθεση, ώστε να αρχίζει να σκίζεται στον έναν ή τον άλλο βαθμό ο πυκνός ιστός που πλέκει η αστική πολιτική για να παγιδεύεται ο λαός στη λογική ότι ο καπιταλισμός μπορεί να μεταλλαχτεί σε «ανθρώπινο» και «δημοκρατικό».

Το σύνθημα, π.χ., το νερό ή το φάρμακο είναι κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα, που ακούγεται σε κινητοποιήσεις ή ανακοινώσεις, είναι σωστό, περικλείει δυναμική που πρέπει να αξιοποιηθεί για τη διαμόρφωση ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής αντιμονοπωλιακής συνείδησης. Ενώ είναι σύνθημα που αγκαλιάζει πολύ μεγάλο μέρος εργαζόμενων, την ίδια ώρα αυτοί το θεωρούν φυσικό να πληρώνουν για το νερό και το φάρμακο, αντιστέκονται μόνο αν γίνονται αυξήσεις ή για την ιδιωτικοποίηση, π.χ., των οργανισμών ύδρευσης. Το ίδιο φαινόμενο ισχύει και στο χώρο της παιδείας. Ενώ η πλειοψηφία των εργατικών-λαϊκών οικογενειών είναι υπέρ του δημόσιου χαρακτήρα της παιδείας (με διαφοροποιήσεις όμως όσον αφορά αν πρέπει ή όχι να υπάρχουν και ιδιωτικά ΑΕΙ), δε διανοούνται να μην πληρώνουν είτε για βοηθητική διδασκαλία στήριξης, για φροντιστήρια για την εισαγωγή στα ΑΕΙ, ή να πληρώνουν από την τσέπη τους για τη θέρμανση και την καθαριότητα στο σχολείο. Το ίδιο συμβαίνει για το πρόβλημα της λαϊκής στέγης, γενικότερα τις αναγκαίες για το λαό κοινωνικές παροχές.

Η ουσία είναι ότι δεν κατανοούν ή δεν υποπτεύονται ότι στον καπιταλισμό το πιο βασικό εμπόρευμα είναι η εργατική δύναμη, είναι το μοναδικό εμπόρευμα που παράγει υπεραξία. Επομένως, ό,τι αφορά την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης δεν μπορεί παρά να αποτελεί εμπόρευμα στην ταξική καπιταλιστική κοινωνία. Και οι πιο εξαγριωμένοι εργάτες και εργάτριες απέναντι στην εργοδοσία τους, την κυβέρνηση, είναι «εμποτισμένοι» από την αστική αντίληψη ότι δίχως καπιταλιστές δεν υπάρχουν εργάτες, πολύ περισσότερο δεν περνάει από τη σκέψη τους ότι οι εργάτες μπορούν να ζουν και να ευημερούν χωρίς καπιταλιστές. Όσο και να είναι απογοητευμένοι, δε χάνουν την ελπίδα τους στη δυνατότητα να διαφοροποιηθεί θετικά η ζωή τους περιφέροντας την προτίμηση από το ένα στο άλλο αστικό κόμμα.

Μόνο από το ΚΚΕ μπορεί να φτάσει στον τόπο δουλειάς και τόπο κατοικίας η αλήθεια που αφορά το θεμελιακής σημασίας ζήτημα της υπεραξίας, τι σημαίνει αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία, τι σημαίνουν οι εμπορευματικές σχέσεις, με ποιες μεθόδους ανεβαίνει ο βαθμός εκμετάλλευσης ακόμα και τη σύντομη περίοδο των «παχιών αγελάδων», όταν δίνονταν αυξήσεις που σήμερα έχουν υποκατασταθεί με προνοιακά επιδόματα. Τέτοιες συζητήσεις, ενημερώσεις χωράνε στις γραμμές του μαζικού κινήματος, που μπορεί να βοηθήσουν στην καλύτερη επεξεργασία αιτημάτων, και κυρίως να τροφοδοτήσουν την αγωνιστική στάση, την αντοχή. Διαφορετικά, το ταξικό ένστικτο θα υπάρχει, θα υποβόσκει, αλλά δε θα μετατρέπεται σε ταξική πολιτική συνείδηση.

Κατά συνέπεια, η διαφορά μας με τα αστικά κόμματα δε βρίσκεται μόνο στην ποσότητα και ποιότητα των παρεχόμενων δημόσιων και δωρεάν κοινωνικών υπηρεσιών, αλλά πάει βαθύτερα, αγγίζοντας τον ίδιο τον πυρήνα της οργάνωσης και το περιεχόμενο αυτών των υπηρεσιών. Όπως επανειλημμένα διακηρύσσει και παλεύει το ΚΚΕ, στην υγεία διεκδικούμε όχι μόνο καλύτερες και δωρεάν υπηρεσίες υγείας, αλλά την προτεραιότητα της πρόληψης και έγκαιρης αποκατάστασης, ή στην παιδεία όχι μόνο διεκδικούμε δημόσιο και δωρεάν βιβλίο και σχολικό υλικό σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες, αλλά κρίνουμε και το ίδιο το περιεχόμενο αυτών των βιβλίων, τις μεθόδους και μορφές διδασκαλίας.

Αν και μεγάλο μέρος του λαού δε διακατέχεται σήμερα από το συναίσθημα του εύκολου εντυπωσιασμού, ωστόσο διατηρεί ελπίδες ότι τα εξαγγελλόμενα επενδυτικά πακέτα θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, έστω και προσωρινές, αν πρόκειται για κατασκευές, ή και περισσότερο μόνιμες, έστω και με μειωμένο ήδη το μέσο μισθό.

Η τηλεργασία, που ως σχεδιασμός μετράει στην Ελλάδα πάνω από 10 χρόνια, δοκιμάστηκε ως όπλο για την αντιμετώπιση της πανδημίας και μετρήθηκαν τα αποτελέσματά της ή οι προσωρινές δυσκολίες στην άνοδο της παραγωγικότητας. Με την τηλεργασία η παραγωγή και γενικά η λειτουργία των υπηρεσιών του συστήματος συνεχίζεται αδιάλειπτα, απρόσκοπτα, βαθαίνει η κοινωνικοποίηση της εργασίας, ενώ ο ίδιος ο εργαζόμενος αποξενώνεται από το χώρο εργασίας, αφού δεν έχει φυσική παρουσία, χάνει την ευκαιρία της άμεσης συνεργασίας με τους συναδέλφους, άρα έχει ακόμα περισσότερα εμπόδια να μπει στην οργανωμένη διεκδίκηση. Συνοδεύεται από κινδύνους μεγαλύτερης αλλοίωσης του χαρακτήρα και του περιεχομένου δράσης των σωματείων, έτσι όπως εμφανίστηκαν κι εξελίχτηκαν στον 20ό αιώνα. Καταργούνται τα όρια της εργασιακής από την οικογενειακή ζωή, ενώ με το πρόσχημα της δυνατότητας ο εργαζόμενος, δηλαδή ο απασχολήσιμος, να δουλεύει διακεκομμένα, τελικά θα αυξηθεί ο ημερήσιος χρόνος εργασίας, φτάνοντας, όπως έχει ήδη φανεί, όπου δοκιμάστηκε, ως τις 13 ώρες. Οι συνέπειες δεν τελειώνουν εδώ, δημιουργούνται πιο οξυμένα προβλήματα τεχνολογικής αστυνόμευσης και παρακολούθησης.

Βεβαίως δεν υπάρχουν αδιέξοδα στην αντιμετώπιση νέων ζητημάτων που ανακύπτουν, γιατί από την άλλη μεριά γίνεται πιο διακριτό και πιο βαθύ το χάσμα ανάμεσα στις σημερινές συνθήκες ζωής και δουλειάς και τις σύγχρονες ανάγκες και δυνατότητες διαφορετικού επιπέδου ζωής υπέρ των εργαζομένων. Νέες δυνατότητες αναπτύσσονται ώστε το Κόμμα να αποδείξει ότι η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας στις συνθήκες του σοσιαλισμού θα οδηγήσουν σε ένα ακόμα επίπεδο κοινωνικής ευημερίας, μείωσης του εργάσιμου χρόνου, συμμετοχής στον εργατικό έλεγχο, δηλαδή επίπεδο ζωής που θα είναι υψηλότερο από το βιοτικό επίπεδο που κατακτήθηκε στις χώρες του σοσιαλισμού τον 20ό αιώνα.

Το ΚΚΕ έχει αναλύσει τι εννοεί ως σύγχρονες ανάγκες, ότι δηλαδή αυτές αφορούν και τη μείωση του εργάσιμου χρόνου, την αύξηση του ελεύθερου χρόνου, του δικαιώματος των διακοπών, της αναψυχής. Αφορούν και παράγοντες που σχετίζονται με το βιοτικό επίπεδο, όπως η ποιότητα και η ποσότητα των διατροφικών αναγκών, οι συνθήκες κατοικίας κι εργασίας, ο ρόλος της φυσικής αγωγής και άσκησης, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, ο πολιτισμός κ.ά. Αφορούν και τις απαραίτητες υποδομές και μέσα για την ικανοποίησή τους.

Οι σημερινές δηλαδή ανάγκες των εργαζόμενων στις αποφάσεις και στις ιεραρχήσεις των κομμουνιστών στις γραμμές του κινήματος δεν καθορίζονται μόνο από το ύψος των μισθών, των συντάξεων ή τα αναγκαία επιδόματα που απαιτούνται σε ειδικές κατηγορίες. Δεν πρέπει να πετσοκόβονται οι θέσεις μας στις γραμμές του κινήματος, μόνο και μόνο γιατί σε έναν τόπο δουλειάς ή σε έναν κλάδο κυριαρχούν απολύτως οξυμένα προβλήματα, όπως ο κίνδυνος απόλυσης, οι καθυστερήσεις στη μισθοδοσία, η μείωση μισθού και μεροκάματου. Με οδηγό τη στρατηγική και το Πρόγραμμά μας, με όπλο τη διαλεκτική σχέση θεωρίας και πράξης, μπορούμε σε ένα συγκεκριμένο αγώνα να επιλέγουμε συγκεκριμένα αιτήματα που συσπειρώνουν ευρύτερες λαϊκές μάζες, χωρίς όμως να παραιτούμαστε σε κάθε χώρο δουλειάς, σε κάθε περιοχή και γειτονιά από τη μελετημένη συστηματική προσπάθεια ο αγώνας να αποκτάει μαζικά ευρύτερο και πιο βαθύ οικονομικό, κοινωνικό - πολιτικό - πολιτιστικό περιεχόμενο.

Είναι αδύνατο να προωθηθεί η κοινωνική συμμαχία με μια κάποια σταθερότητα και βιωσιμότητα προοπτικής αν η εργατική πρωτοπορία δεν κατανοεί και τις αντιφάσεις που βιώνουν οι αυτοαπασχολούμενοι, και κυρίως δεν κατανοεί επαρκώς ότι αυτή έχει την πρώτη ευθύνη για τη συμμαχία μαζί τους. Οπωσδήποτε εδώ και χρόνια το ΚΚΕ πρωτοστάτησε ώστε να υπάρχει πρόοδος στην ανάπτυξη της κοινωνικής αλληλεγγύης ανάμεσα σε εργατικά σωματεία και οργανώσεις με ενώσεις αυτοαπασχολούμενων και αγροτικούς συλλόγους και ομοσπονδίες, με το ριζοσπαστικό γυναικείο και μαθητικό, φοιτητικό κίνημα. Η αλληλεγγύη πρέπει να βαθύνει στη συνειδητοποίηση των κοινών συμφερόντων σύγκρουσης με τα μονοπώλια, την ΕΕ, με την αποκάλυψη των συνεπειών από τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς της περιοχής.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Όπως αναλύεται στην έκδοση της ΚΕ, που περιέχει τα υλικά της συνδιάσκεψης «Για την παρέμβαση του Κόμματος στους αυτοαπασχολούμενους της πόλης» και πραγματοποιήθηκε στις 16 Φλεβάρη 2020, το τμήμα των αυτοαπασχολούμενων που προσδιορίζεται ως κοινωνικός σύμμαχος της εργατικής τάξης δεν μπορεί να είναι επαναστατική κοινωνική δύναμη ως ιδιοκτήτρια μέσων παραγωγής, κεφαλαίου σε εμπορευματική ή χρηματική μορφή ή και γης. Τα μικροαστικά στρώματα από τη μια βλέπουν ως αντίπαλο τον ανταγωνισμό και τον κίνδυνο εξολόθρευσής τους από τη μεγάλη ατομική ιδιοκτησία, από την άλλη όμως δε βλέπουν την αναγκαιότητα της άμεσα κοινωνικής εργασίας. Επηρεάζονται και από το γεγονός ότι η τάση προλεταριοποίησης συνυπάρχει και με την αναπαραγωγή τους, όμως σε ένα σημαντικό μέρος τους οι συνθήκες ζωής και εργασίας προσομοιάζουν με εκείνες του επιπέδου της εργατικής τάξης. Αυτήν την τάση την θεωρούμε αντικειμενική βάση της κοινωνικής συμμαχίας, χωρίς να υποτιμάμε ή να παραγνωρίζουμε ότι αναπόφευκτα θα ταλαντεύονται ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη.

Στην κοινωνική συμμαχία εντάσσονται οι αυτοαπασχολούμενοι κυρίως των πόλεων και κωμοπόλεων που έχουν χαρακτηριστικό την ατομική ιδιοκτησία μέσων παραγωγής και ενδεχομένως περιορισμένο εμπορευματικό ή άλλης μορφής κεφάλαιο, περιορισμένη απόσπαση υπεραξίας.3 Με βάση τη στατιστική, συγκεντρώνεται η προσοχή του Κόμματος στους αυτοαπασχολούμενους χωρίς προσωπικό, εν γνώσει μας ότι μπορεί να απασχολούν και μέλη της οικογένειάς τους ή άλλο, μη καταγεγραμμένο εργατικό δυναμικό σε εποχική κυρίως βάση. Η παρακολούθηση των τάσεων δεν περιορίζεται μόνο στην απόλυτη και ποσοστιαία εξέλιξη των αυτοαπασχολούμενων χωρίς προσωπικό. Απαιτείται επίσης η εκτίμηση και των ατομικών επιχειρήσεων που καταγράφονται ως πολύ μικρές ή μικρές.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ ιεραρχεί και ξεχωρίζει τα κατώτερα ή λαϊκά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων της πόλης από τα ανώτερα, π.χ., διευθυντικά στελέχη που εμφανίζονται ως μισθωτοί, ανώτερα τμήματα της κρατικής υπαλληλίας, αυτοαπασχολούμενοι με περιορισμένη μισθωτή εργασία ενδεχομένως, αλλά με σημαντικό σταθερό κεφάλαιο.

Η θεωρητική και πολιτική μας δράση παίρνει υπόψη και τη διαστρωμάτωση κατά κλάδο, π.χ., στους κλάδους επιστημονικών-τεχνικών υπηρεσιών, όπως είναι οι δικηγόροι, τεχνικά-μελετητικά γραφεία, λογιστικά γραφεία κλπ. όπου συνυπάρχουν μισθωτοί με μπλοκάκι, μισοπρολετάριοι με κύρια απασχόληση σε έναν εργοδότη, άλλοι ουσιαστικά είναι αυτοαπασχολούμενοι αλλά και εργοδότες. Στα κατώτερα μεσαία στρώματα υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση από κλάδο σε κλάδο και από είδος σε είδος εργασίας σε έναν κλάδο, ενώ τα ανώτερα είναι εμφανώς συνδεδεμένα με την ύπαρξη της καπιταλιστική ιδιοκτησίας.4

Άρα τα κομματικά όργανα και οι ΚΟΒ πρέπει να γνωρίζουν τα θεωρητικά κριτήρια (που βασίζονται στα γενικά λενινιστικά κριτήρια) για τον προσδιορισμό της ταξικής θέσης των αυτοαπασχολούμενων, να ξεχωρίζουν στο χώρο ευθύνης τους τούς τυπικά μισθωτούς επιστήμονες από τους τυπικά μισθωτούς που ασκούν διευθυντικό κι εποπτικό ρόλο.

Στον καπιταλισμό επιλέγεται μια ορισμένη πολιτική προστασίας προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που διατηρούνται ανάλογα με το μέγεθός τους και τον τεχνολογικό εξοπλισμό, ως προϋπόθεση για τη συγχώνευση με τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, επίσης για τη δημιουργία στεφάνης γύρω από τα μονοπώλια. Από την περίοδο ακόμα ένταξης στην ΕΟΚ, αλλά και στη συνέχεια η ίδια η ΕΕ κατεύθυνε ένα μικρό τμήμα κοινοτικών επιδοτήσεων σε μικρές επιχειρήσεις ώστε να προωθούνται πέρα από τις παραπάνω στοχεύσεις και η ανάπτυξη καινοτομιών προκειμένου τα μονοπώλια να τις απορροφήσουν αφού έχουν επαρκώς δοκιμαστεί στην πράξη τα καινοτόμα προϊόντα τους ή οι υπηρεσίες τους.

Οι κομματικές μας δυνάμεις, είτε δουλεύουν –με βάση τον καταμερισμό τους– στην εργατική τάξη είτε στους αυτοαπασχολούμενους, πρέπει να γνωρίζουν σε βάθος την πολιτική της αστικής τάξης και της ΕΕ, τη γενική κατεύθυνση της πολιτικής τους στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που στοχεύει συνδυασμένα στη στήριξη επιχειρήσεων σε ορισμένους τομείς που προς το παρόν δε συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον ιδιωτικών άμεσων επενδύσεων και στην ανάπτυξη των συμμαχιών της αστικής τάξης. Ενώ η γενική αρνητική τάση της πορείας μικρομεσαίων επιχειρήσεων να βάζουν λουκέτο ή να βρίσκονται στα κατώτατα όρια της επιβίωσης δεν αναιρείται, ωστόσο δε σημαίνει ότι επέρχεται και η άμεση βίαιη καταστροφή τους. Ο καπιταλισμός οδηγεί σε συγχωνεύσεις κλπ., στη μετατροπή των αυτοαπασχολούμενων σε μισθωτούς. Χωρίς επίγνωση των παραπάνω γενικά και κατά κλάδο, δεν είναι εύκολο η ιδεολογική, πολιτική και μαζική μας δράση να έχει ακόμα και μερικά αποτελέσματα, καθώς θα είναι κατώτερη των περιστάσεων, αδύναμη να αντιμετωπίσει τις μικροαστικές αυταπάτες, ιδιαίτερα τον έντονο συντεχνιακό κατακερματισμό, τη μη κατανόηση της συμμαχίας με την εργατική τάξη και το κίνημά της. Κατά συνέπεια, ακόμα και αν αναπτύσσονται κάποιοι αγώνες όπως έγινε την περίοδο της κρίσης και τώρα με την πανδημία, θα κυριαρχούν τα αιτήματα των πιο ισχυρών μικρομεσαίων.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΒΙΟΠΑΛΑΙΣΤΕΣ ΑΓΡΟΤΕΣ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΙΣΣΕΣ

Το 2012 δημοσιεύτηκε στην ΚΟΜΕΠ η μελέτη του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ για τις εξελίξεις, τάσεις, μεταβολές στην Αγροτική Παραγωγή στην Ελλάδα, που αφορούσε την περίοδο από το 1990. Η Ευρεία Ολομέλεια της ΚΕ που πραγματοποιήθηκε στις 4.7.2020 ασχολήθηκε με το ίδιο θέμα, εστιάζοντας στην περίοδο 2007-2016, τα υλικά της οποίας συμπεριλαμβάνονται σε ειδική έκδοση που κυκλοφορεί. Η Ολομέλεια, εκτός από τις εξελίξεις και μεταβολές στην αγροτική παραγωγή και στη σύνθεση της αγροτιάς, ασχολήθηκε με την κατάσταση του αγροτικού κινήματος και την ανάπτυξη της πάλης του. Δίχως τη μελέτη και αφομοίωση των υλικών αυτής της Ολομέλειας, δεν είναι εύκολη η ενιαία αντίληψη και η κατάκτηση μεγαλύτερης ικανότητας στη δουλειά μας στους αγρότες. Το ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά και μόνο τις Κομματικές Οργανώσεις που δρουν σε αγροτικές περιοχές, αλλά το σύνολο του κομματικού δυναμικού που παλεύει για την ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και την κοινωνική συμμαχία. Και στο αγροτικό ζήτημα απαιτείται η κατανόηση της σωστής απάντησης στο ερώτημα ποιοι αγρότες θεωρούνται κοινωνικοί σύμμαχοι της εργατικής τάξης, που σημαίνει και κατά χώρο αντικειμενική αντίληψη για τη διαστρωμάτωση στους καλλιεργητές, κτηνοτρόφους, αλιείς.

Το ΚΚΕ έχει εδώ και πολλά χρόνια αναπτύξει συστηματική πολιτική και μαζική δράση στην αγροτιά, με άξονα την πολιτική των κυβερνήσεων (από τη ΝΔ ως το ΣΥΡΙΖΑ και τα μικρότερα κόμματα) στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της ΕΟΚ αρχικά και της ΕΕ στη συνέχεια, που επιδίωκαν κι επιδιώκουν την αναδιάρθρωση της παραγωγής με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας την οποία καρπώνονται οι καπιταλιστές και την εξασφάλιση των απαραίτητων πρώτων υλών σε τιμές κάτω της τιμής παραγωγής, για λογαριασμό των μονοπωλιακών ομίλων.

Με βάση τις εξελίξεις στην αγροτική παραγωγή, οι αγρότες που ιεραρχούμε στην παρέμβασή μας είναι αυτοί που δίνουν αγώνα επιβίωσης και προσπαθούν να αναπαραχθούν ως ατομικοί αγροτοπαραγωγοί.

Η διαχωριστική γραμμή αντιπαράθεσης από την πλευρά της αγροτιάς εκφράζει και το συμφέρον της να συμμαχεί με την εργατική τάξη, να αποκρούει την πολιτική ενσωμάτωσής της στο εμποροβιομηχανικό και τραπεζικό κεφάλαιο, που συγκεντρώνει το μεγάλο όγκο της παραγωγής και καθορίζει τι και πόσο θα παραχθεί με βάση τις προτεραιότητες της κερδοφορίας και του μονοπωλιακού ανταγωνισμού.

Όπως διατυπώνεται στα υλικά της Ευρείας Ολομέλειας της ΚΕ, στην πλειοψηφία τους οι μικρομεσαίοι αγρότες είναι βιοπαλαιστές αγροτοπαραγωγοί που παλεύουν να επιβιώσουν, ενώ ένα τμήμα τους ιδιαίτερα σε ορισμένους κλάδους παραγωγής ενισχύει το μερίδιό του στη συνολική παραγωγή, χωρίς όμως να εξασφαλίζει απαραίτητα την αναπαραγωγή του. Συνολικά το σχετικά εκτεταμένο στρώμα των αυτοαπασχολούμενων αγροτών συντηρείται κυρίως μέσω της καταβολής των άμεσων ενισχύσεων, από τη στιγμή που η ύπαρξή του είναι απαραίτητη στα μονοπώλια της μεταποίησης και της εμπορίας. Το στρώμα αυτό υφίσταται τις συνέπειες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, συνθλίβεται από τα μονοπώλια, τις συμμαχίες και το κράτος, έχει αντικειμενικά συμφέρον να παλέψει ενάντιά τους και σε αυτήν τη βάση είναι κοινά τα συμφέροντά του με την εργατική τάξη.

Οι ευρωενωσιακές ενισχύσεις, αν και δεν έχουν τα ίδια αποτελέσματα που είχαν στο παρελθόν, παραμένουν ως παράγοντας αυταπατών και αποπροσανατολισμού, κυρίως για εκείνους τους αγρότες που πρέπει να κατανοήσουν ότι οι ενισχύσεις κατευθύνονται στους άμεσους κατόχους γης για φθηνή πρώτη ύλη και εξαρτημένη καλλιέργεια υπέρ των εμποροβιομηχάνων.

Η θεωρητική ιδεολογική αντεπίθεση σ’ αυτό το τμήμα των αγροτών είναι όρος ώστε οι αγώνες τους να αποκτήσουν σωστό προσανατολισμό, άρα και να ασκήσουν τη μεγαλύτερη δυνατή πίεση, να διευκολύνουν την κοινωνική αλληλεγγύη και συμμαχία σε περίοδο που οι όροι παραγωγής επιδεινώνονται συνεχώς.

 

ΤΟ ΚΚ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΗ ΤΟΥ ΣΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΕΙ ΚΑΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ

Η πλατιά προβολή των κατακτήσεων στις χώρες που προχώρησαν στη σοσιαλιστική οικοδόμηση είναι σοβαρός παράγοντας για την ανάπτυξη της συνείδησης της εργατικής τάξης, χωρίς εξιδανίκευση, παραλείποντας δηλαδή τα προβλήματα της παρέκκλισης που οδήγησαν στην αντεπανάσταση. Επομένως, στην πολύπλευρη και πολύμορφη διαρκή δράση του Κόμματος, ιδιαίτερα από τα κάτω, δεν πρέπει να αφήνεται κανένα κενό στο ζήτημα αυτό, καθώς ο αντίπαλος σε κάθε ευκαιρία αναφέρεται στον 20ό αιώνα και στην αντεπανάσταση. Πέρασαν 11 χρόνια από το 2009, όταν το 18ο Συνέδριο δημοσιοποίησε τις θέσεις για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και έδωσε βασικές απαντήσεις για τις αιτίες της αντεπανάστασης, ενώ συνεχίζει σήμερα τη μελέτη πλευρών της σε πολλά ζητήματα, ιδιαίτερα, όπως ήδη έχει αναφερθεί, στο πολιτικό της εποικοδόμημα. Άρα στην ιδεολογικοπολιτική μορφωτική δουλειά μέσα στο Κόμμα και στην ανοιχτή διαπάλη στην ελληνική κοινωνία το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να έρχεται με την ευκαιρία μιας επετείου, περιστασιακά, ή με την ευκαιρία έξαρσης της αντισοσιαλιστικής, αντικομμουνιστικής εκστρατείας. Η αναγκαιότητα και η ιστορική επικαιρότητα του σοσιαλισμού ως αποτέλεσμα της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού, η προβολή της επαναστατικής θεωρίας με την ευκαιρία των 200 χρόνων από τη γέννηση του Μαρξ και των 150 χρόνων από τη γέννηση του Λένιν αφορά τον προγραμματισμό της δουλειάς όλων των οργάνων, των ΚΟΒ. Είναι αδύνατο να πείσουμε ακόμη και τους πιο ριζοσπάστες, αν δεν αποτελέσει οργανικό στοιχείο της δουλειάς μας αυτό το κρίσιμο μέτωπο. Δεν είναι δυνατό να αναφερόμαστε στην εργατική εξουσία χωρίς αντεπίθεση γύρω από τις κατακτήσεις και τα προβλήματα της πρώτης απόπειρας σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Το Κόμμα στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν κρίνεται στο επίπεδο της καθοδήγησης της εργατικής εξουσίας, όπως κρίθηκαν τα κόμματα στις συνθήκες του σοσιαλισμού, κρίνεται όμως ως επαναστατικό κόμμα που παλεύει για την εργατική εξουσία. Η προετοιμασία και ωρίμανσή του σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, νίκης, εδραίωσης της εργατικής εξουσίας και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης προς τον κομμουνισμό συντελείται καθημερινά μέσα από τις μάχες που είναι ενταγμένες στην προοπτική του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Επομένως, το κριτήριο της προόδου του Κόμματος, των οργάνων, των στελεχών, των μελών του, των μελών της ΚΝΕ πρέπει να είναι πολύ υψηλότερο από το κριτήριο της απαιτητικότητας του καθημερινού αγώνα. Το κομματικό θεωρητικό μορφωτικό επίπεδο, συλλογικά ατσαλωμένο στο καμίνι της ταξικής πάλης, με γερές ΚΟΒ στα εργοστάσια, στις επιχειρήσεις, στους κλάδους σε τομείς στρατηγικής σημασίας αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την επαναστατική στρατηγική στην πάλη για την εργατική εξουσία σε οποιεσδήποτε συνθήκες.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Η Αλέκα Παπαρήγα είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 100 χρόνια του ΚΚΕ, ΚΟΜΕΠ τεύχ.1/2018.

2. Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ, «Η δράση μας την περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού. Οι διεθνείς και εσωτερικές εξελίξεις. Η κατάσταση του εργατικού και γενικότερα λαϊκού κινήματος. Η κατάσταση του Κόμματος και η δράση μας στις ειδικές συνθήκες. Η επόμενη μέρα και τα καθήκοντα του Κόμματος και της ΚΝΕ», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 3/2020, σελ. 29.

3. ΚΕ του ΚΚΕ, Για την παρέμβαση του Κόμματος στους αυτοαπασχολούμενους της πόλης. Υλικά της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ, σελ. 22, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2020.

4. Ό.π., σελ. 23.