Για την Πολιτική Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ


της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε φάση αναγκαίων προσαρμογών για την περαιτέρω εδραίωσή του ως κόμμα αστικής διακυβέρνησης και βασικού σοσιαλδημοκρατικού πυλώνα του αστικού πολιτικού συστήματος. Αυτός είναι και ο βασικός στόχος της διαδικασίας «μετασχηματισμού» του, όπως αναγγέλθηκε από τον Α. Τσίπρα ακριβώς μετά από τις εκλογές,1 και του επερχόμενου συνεδρίου που προγραμματίζεται για το τέλος του χρόνου - αρχές του 2020.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΣΥΡΙΖΑ εξέδωσε Πολιτική Διακήρυξη την οποία τιτλοφόρησε ως «δημοκρατικό κάλεσμα ένταξης στο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία», ξεκινώντας την πορεία προς το Συνέδριο. Σε αυτό το κείμενο θα παρουσιάσουμε κριτικά ορισμένα βασικά σημεία της Διακήρυξης, ενώ θα επανέλθουμε αναλυτικότερα όταν βγουν οι Θέσεις για το συνέδριο, όπου θα σχηματίζεται και πιο ολοκληρωμένη εικόνα.

Η συζήτηση γύρω από τα χαρακτηριστικά και τους όρους αυτού του μετασχηματισμού έχει ήδη ανοίξει.

Οι διακηρύξεις του Α. Τσίπρα για την ανάγκη άμεσου μετασχηματισμού του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα «πλατύ, μαζικό, δημοκρατικό» κόμμα που θα εκφράζει τη «δημοκρατική παράταξη» σηματοδοτούν τη στόχευση να εδραιωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως ο βασικός εκπρόσωπος της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα, με αναγνώριση από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, τους «Πράσινους», τους «Δημοκρατικούς» στις ΗΠΑ. Από την άλλη, ήδη εκφράζονται επιφυλάξεις από στελέχη που θεωρούν προτιμότερο να διατηρήσει ο ΣΥΡΙΖΑ ορισμένες πιο «ριζοσπαστικές» διακηρύξεις για να μην αποκοπεί από αγωνιστικές λαϊκές διαθέσεις, εξασφαλίζοντας ουσιαστικά μεγαλύτερη ικανότητα χειραγώγησής τους. Παράλληλα, με παρεμβάσεις (π.χ. Ν. Βούτσης, Ν. Φίλης) επανέρχεται και αναπαράγεται ο μύθος του δήθεν «αριστερού» και «ριζοσπαστικού» ΣΥΡΙΖΑ που αναγκάστηκε να «συμβιβαστεί» το 2015, παρουσιάζοντας παραπλανητικά ως προοδευτικό τάχα το πρόγραμμα με το οποίο ανήλθε ο ΣΥΡΙΖΑ στην αστική διακυβέρνηση το 2015 και κρύβοντας τον ιδιαίτερο ρόλο που έπαιξε στον εγκλωβισμό του λαού, έχοντας προηγουμένως αναλάβει δεσμεύσεις και αποσπώντας τη συγκατάθεση της αστικής τάξης και των διεθνών της συμμάχων για την κυβερνητική του άνοδο. Σε αυτό το πλαίσιο γίνεται προσπάθεια διαχείρισης του ερωτήματος σχετικά με ποια στοιχεία θα διευκολύνουν ή όχι τη μαζικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Ωστόσο, στην πολιτική πρακτική δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στις δύο πλευρές, αφού και οι δύο υποτάσσονται στην ίδια στρατηγική διαχείρισης του συστήματος, ενώ συμφωνούν με τη βασική στόχευση ανάπλασης του σοσιαλδημοκρατικού πόλου και θα λειτουργήσουν συμπληρωματικά στους όρους «διεύρυνσης» του ΣΥΡΙΖΑ, προσπαθώντας να συνεχίσουν να κρατούν εγκλωβισμένες λαϊκές δυνάμεις που αυτοχαρακτηρίζονται ως «αριστερές», προοδευτικές.

Οι διεργασίες αυτής της περιόδου αποτελούν συνέχεια στην πορεία μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ και της διαδρομής του από ένα μικρό οπορτουνιστικό κόμμα του 4% σε κόμμα αστικής διακυβέρνησης - πυλώνα σταθερότητας για το αστικό πολιτικό σύστημα. Η πορεία αυτή επιβεβαιώνει το ρόλο και το χαρακτήρα του οπορτουνισμού ως εφεδρεία του συστήματος. Αναδεικνύει ότι ο σπόρος της αστικής διαχείρισης που ενέχει μέσα του ο οπορτουνισμός μπορεί γρήγορα να επωαστεί όταν οι συνθήκες το απαιτούν και να τραβηχτεί από τα «μετόπισθεν» στην «εμπροσθοφυλακή» της αστικής διαχείρισης αντικαθιστώντας φθαρμένες δυνάμεις.

Ο ΣΥΡΙΖΑ διέγραψε μια γρήγορη πορεία σοσιαλδημοκρατικοποίησης. Την περίοδο μετά από το 2012 χρίστηκε ουσιαστικά ως «κυβέρνηση εν αναμονή» υποσκελίζοντας εκλογικά το ΠΑΣΟΚ, ενσωματώνοντας στη συνέχεια μεγάλο μέρος στελεχών και του μηχανισμού του. Απέσπασε τη στήριξη του κεφαλαίου και διαμόρφωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα σχέσεις εμπιστοσύνης με τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, τις διεθνείς ενώσεις του κεφαλαίου, καθώς και ισχυρά ιμπεριαλιστικά κέντρα (ΗΠΑ-ΕΕ-ΝΑΤΟ-ΔΝΤ), λαμβάνοντας το «πράσινο φως» για την ανάληψη της αστικής διακυβέρνησης, όπως με το διαβόητο ταξίδι του Α. Τσίπρα στο Τέξας το Νοέμβρη του 2013.2

Ο τωρινός υπό εξέλιξη «μετασχηματισμός» του αποτελεί συνέχεια αυτής της πορείας, αλλά και τμήμα της επιχειρούμενης ανανέωσης της σοσιαλδημοκρατίας που επιδιώκει η αστική τάξη (η οποία επιπλέον εξυπηρετεί και την ανάγκη στήριξης κι ενίσχυσης του διπολισμού στην αστική διαχείριση, ανάμεσα στη ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ, ή και ενδεχομένως επαναφορά του δικομματισμού σε επόμενη φάση).

Παράλληλα, στην πορεία προς το συνέδριο, ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει και την οργανωτική του αναμόρφωση, καθώς και τη μαζική ένταξη νέων μελών. Κομμάτι αυτής της διαδικασίας είναι ο λεγόμενος «ψηφιακός μετασχηματισμός» του ΣΥΡΙΖΑ, με την προώθηση της ηλεκτρονικής συμμετοχής των μελών και ηλεκτρονικών ψηφοφοριών. Σε αυτό το πλαίσιο, διαμορφώθηκε η διαδικτυακή πλατφόρμα iΣΥΡΙΖΑ, ενώ επιλέχτηκε η απευθείας ηλεκτρονική εγγραφή των νέων μελών, χωρίς να απαιτείται η έγκριση της αίτησης ένταξης από κάποια επιτροπή/όργανο και η ανάληψη συγκεκριμένων υποχρεώσεων του μέλους. Αυτή η εξέλιξη παρουσιάζεται από τμήμα της αστικής αρθρογραφίας ως «νίκη» του Α. Τσίπρα επί των εσωκομματικών του αντιπάλων, καθώς ο τρόπος εγγραφής θεωρείται ως «κρίσιμη λεπτομέρεια» που σχετίζεται με τη μαζικότητα των νέων εγγραφών, πράγμα που θα επιδράσει επίσης και στις εσωκομματικές ισορροπίες, αφού θα μεταβάλει την κομματική βάση του ΣΥΡΙΖΑ.3

Ακολουθώντας τη νέα δομή του κόμματος που προωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, το ηγετικό επιτελείο θα «επικοινωνεί» και θα απευθύνεται ηλεκτρονικά στην κομματική βάση, ενισχύοντας, μεταξύ άλλων, τα «αρχηγικά» χαρακτηριστικά του κόμματος, το οποίο δε θα βασίζεται σε μια βάση κομματικών μελών με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Σε αυτήν την κατεύθυνση έχει ανοίξει και η συζήτηση γύρω από το ζήτημα της απευθείας εκλογής του προέδρου του κόμματος από τη βάση, που θα αποτελέσει ένα ακόμη βήμα στην αποδυνάμωση των οργάνων και του συνεδρίου του κόμματος. Η νέα φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ αποτυπώνει ουσιαστικά και σε οργανωτικό επίπεδο τα περαιτέρω βήματα προσαρμογής του στις ανάγκες της αστικής διαχείρισης.

 

Συνοπτικά, με τη νέα Πολιτική Διακήρυξη ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει:

  • Ενίσχυση του διπολισμού και της προσπάθειας εμφάνισης διαχωριστικών γραμμών με τη ΝΔ για να συγκαλύψει τη στρατηγική σύμπλευση ανάμεσά τους.
  • Μαζικοποίηση και οργανωτική ισχυροποίηση με παράλληλη προσπάθεια καλλιέργειας ενεργητικής στήριξης της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ από ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Αντιστοίχηση του κόμματος στις νέες ανάγκες για να επιτελέσει το ρόλο του στην αστική διαχείριση.
  • Διεύρυνση των δυνάμεών του και εδραίωση της ηγεμονίας του στο σοσιαλδημοκρατικό χώρο σε βάρος του ΚΙΝΑΛ, το οποίο με τη σειρά του υποχρεώνεται και αυτό σε αναπροσαρμογές.
  • Συνέχιση της προσπάθειας εξαπάτησης και ενσωμάτωσης λαϊκών δυνάμεων και προσπάθεια συγκράτησης ή μείωσης των απωλειών.

Θα προχωρήσουμε σε ένα σύντομο σχολιασμό ορισμένων βασικών πλευρών της νέας Πολιτικής Διακήρυξης.

 

1. ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ Η ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΚΑΠΗΛΕΙΑΣ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΝ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Στην Πολιτική Διακήρυξη αναφέρεται προκλητικά ως «όραμα» του ΣΥΡΙΖΑ «μια κοινωνία απαλλαγμένη από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο».

Παράλληλα, συνεχίζοντας την προσπάθεια καπηλείας αγωνιστικών στιγμών και παραδόσεων του λαού και παρουσιάζοντας ως συνέχεια αυτών την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην αστική διακυβέρνηση το 2015, η Διακήρυξη κάνει αναφορές στο ΕΑΜ, τους αγώνες του 114 και το Πολυτεχνείο, προσθέτοντας επίσης διακριτά ως αλληλουχία των λαϊκών αγώνων αυτό που ονομάζει «μεγάλη δημοκρατική έκρηξη του ’81», με σαφή στόχευση στις ΠΑΣΟΚογενείς και λαϊκές δυνάμεις με αναφορά στο παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ.

Πέρα από την προφανή επιχείρηση εξαπάτησης του λαού, οι αναφορές αυτές λειτουργούν υποστηρικτικά στην προσπάθεια εμφάνισης «αριστερού» προφίλ από το ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να υποβοηθιέται ο διαχωρισμός με τη ΝΔ.

Είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει την προσπάθεια να ενσωματώνει ανθρώπους και δυνάμεις που προσδιορίζονται ως αριστεροί και προοδευτικοί. Δε βρισκόμαστε όμως στο 2014: Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πια περγαμηνές από την αντιλαϊκή διακυβέρνηση της περιόδου 2015-2019, που από μόνη της καταρρίπτει την τερατώδη καπηλεία και την επιχείρηση εμφάνισής του ως δήθεν «αριστερής» δύναμης. Καταρρίπτει επίσης τον πυρήνα της αυταπάτης ότι μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διαχείριση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας:

  • Πώς και με ποιους, αλήθεια, πάλεψε ο ΣΥΡΙΖΑ για την «κατάργηση της εκμετάλλευσης»; Ψηφίζοντας το 3ο Μνημόνιο, χτυπώντας το δικαίωμα στην απεργία, επεκτείνοντας όλο το αντιλαϊκό οπλοστάσιο που είχαν ψηφίσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις; Ή μήπως από κοινού με τους βιομήχανους, τους τραπεζίτες και τους εφοπλιστές που στήριξε και τον στήριξαν, και τη λεγόμενη «υγιή» επιχειρηματικότητα των «καλών καπιταλιστών» που εκθείαζε από το εργοστάσιο του Παπαστράτου (χωρίς να βλέπει τις «εθελούσιες απολύσεις» και την 7ήμερη εργάσιμη βδομάδα με 12ωρες βάρδιες που βίωναν οι εργάτες του συγκεκριμένου εργοστασίου);
  • Είναι πρόκληση να καπηλεύεται τους λαϊκούς αγώνες του ΕΑΜ ή να εμφανίζεται ως «συνεχιστής» της ΕΔΑ, η οποία (παρά τις όποιες αδυναμίες έχουμε εκτιμήσει στη μελέτη της ιστορίας μας) χαρακτήριζε την ΕΟΚ ως «λάκκο των λεόντων» και οργάνωνε μέσα σε καθεστώς διώξεων την πάλη του λαού ενάντια στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Είναι πρόκληση να καπηλεύεται την εξέγερση του Πολυτεχνείου που έβαλε στο στόχαστρο το ΝΑΤΟ, ο ΣΥΡΙΖΑ που ως κυβέρνηση απέσπασε επανειλημμένα για τη συνεργασία του τα εύσημα του Αμερικανού πρέσβη κι έπαιξε δραστήριο ρόλο «σημαιοφόρου» των συμφερόντων των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ στην περιοχή. Ιδιαίτερα για την εξέγερση του Πολυτεχνείου αρκεί να θυμίσουμε την περιβόητη ανακοίνωση που είχε βγάλει ο ΣΥΡΙΖΑ για τη σχετική επέτειο πριν μερικά χρόνια, την οποία απέσυρε και διόρθωσε μέσα σε λίγη ώρα για να απαλείψει την αρχική αναφορά που είχε στην «αμερικανοκίνητη Χούντα».
  • Αντίστοιχα, μόνο θυμηδία μπορούν να προκαλέσουν οι αναφορές της Διακήρυξης για τον «ιδιαίτερα αρνητικό ρόλο των ΗΠΑ υπό τον Πρόεδρο Τραμπ» από την κυβέρνηση-μεντεσέ των αμερικανικών συμφερόντων και του «διαβολικά καλού Τραμπ» και το ΣΥΡΙΖΑ που, διά στόματος Γ. Κατρούγκαλου, χαρακτήρισε «θετική» την πρόσφατη επίσκεψη του Αμερικανού ΥΠΕΞ Μ. Πομπέο στην Αθήνα, διαγωνιζόμενος με την τωρινή κυβέρνηση για το ποιος προωθεί πιο αποτελεσματικά τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή. Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές ενάντια στην πολιτική του Ισραήλ, από την κυβέρνηση που δούλεψε δραστήρια για το βάθεμα της πολιτικής-οικονομικής-στρατιωτικής συνεργασίας Ελλάδας-Ισραήλ. Φυσικά, η τωρινή «στοχοποίηση» του Τραμπ από το ΣΥΡΙΖΑ αφενός εντάσσεται στην προσπάθεια πρόσδεσης με τους Δημοκρατικούς των ΗΠΑ, αφετέρου εξυπηρετεί την προσπάθεια να μην αποκοπεί από ψηφοφόρους μεγαλύτερων ηλικιών που βλέπουν επικριτικά το ρόλο των ΗΠΑ.

 

2. ΞΑΝΑΖΕΣΤΑΜΕΝΕΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΠΕΡΙ «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗΣ 
ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ» ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Ο στρατηγικός στόχος του ΣΥΡΙΖΑ, όπως προσδιορίζεται από την Πολιτική Διακήρυξη, είναι η δημιουργία «μιας μεγάλης προοδευτικής κοινωνικής πλειοψηφίας με στόχο μια νέα προοδευτική διακυβέρνηση». Ο στόχος αυτός αποτυπώνει την ξεχωριστή αποστολή του ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο του αστικού πολιτικού συστήματος για την ενσωμάτωση και χειραγώγηση μέσα από την καλλιέργεια της αυταπάτης μιας δήθεν φιλολαϊκής, προοδευτικής διαχείρισης του καπιταλισμού προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων.

Για να υπηρετήσει αυτόν το ρόλο, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να στήσει ένα παραπλανητικό δίπολο μιας τάχα «προοδευτικής διακυβέρνησης» ενάντια στο «νεοφιλελευθερισμό» της ΝΔ. Σε αυτήν τη βάση, προσπαθεί να υψώσει κάλπικες διαχωριστικές γραμμές για να συγκαλύψει τη στρατηγική τους σύμπλευση, αλλά και να υπηρετήσει την αντιπολιτευτική τακτική του η οποία στοχεύει στην καλλιέργεια της λογικής του «αντιδεξιού μετώπου» όλων των «προοδευτικών και δημοκρατικών δυνάμεων» ενάντια στην κυβέρνηση της ΝΔ, η οποία χαρακτηρίζεται ως «αυταρχική δεξιά» κυβέρνηση που ενσωματώνει «εθνικιστικά στοιχεία» και εντείνει την κρατική καταστολή, που επιστρέφει τη χώρα στο ίδιο μοντέλο που οδήγησε στη χρεοκοπία (διαφθορά κλπ.), που δεν μπορεί να διαμορφώσει μια πολιτική φιλική στο περιβάλλον και την «πράσινη οικονομία».4

Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, το μέτωπο των «προοδευτικών δυνάμεων» βρίσκεται «απέναντι στη μισαλλοδοξία, τον εθνικισμό, τη βία κατά των γυναικών, την οικολογική καταστροφή, τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων και την ασύδοτη εξουσία των αγορών».

Επίσης, η πρόσκληση για τη δημιουργία ενός «Προοδευτικού Μετώπου» ή «Προοδευτικής Συμμαχίας» απευθύνεται σε διάφορες σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις (της «Αριστεράς», των Πρασίνων και των σοσιαλιστών, όπως προσδιορίζονται) με στόχο τη διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο Α. Τσίπρας (σε πρόσφατο ταξίδι του στην Ιταλία όπου συναντήθηκε με τον Πάπα): «Ήρθε η στιγμή για ένα μεγάλο προοδευτικό μέτωπο με κορμό την Αριστερά, τους Σοσιαλιστές και τους Πράσινους», ενώ H Αυγή στο σχετικό ρεπορτάζ τόνισε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί «να αποτελέσει “γέφυρα” μεταξύ της Αριστεράς και των προοδευτικών πράσινων δυνάμεων»5, ή, όπως έχει εύγλωττα κωδικοποιηθεί από τον Ευ. Τσακαλώτο, «κοκκινο-κοκκινο-πράσινη» συμμαχία (δηλαδή συμμαχία της λεγόμενης «ριζοσπαστικής Αριστεράς» με τους σοσιαλδημοκράτες και τους οικολόγους).

Οι κινήσεις αυτές βρίσκονται σε συνέχεια των όσων πρόβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ και προεκλογικά, όπου προχώρησε στη συγκρότηση της λεγόμενης «Προοδευτικής Συμμαχίας» κινούμενος στην κατεύθυνση σοσιαλδημοκρατικής διεύρυνσης με συμπερίληψη στελεχών προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ (π.χ. Μ. Ξενογιαννακοπούλου, Γ. Ραγκούσης, Λ. Κατσέλη, Θ. Μωραΐτης, Θ. Τζάκρη, Α. Τόλκας κ.ά.).

  • Ουσιαστικά, με την προβολή της «προοδευτικής διακυβέρνησης» από το ΣΥΡΙΖΑ υπηρετούνται ταυτόχρονα: Ο βασικός στόχος εγκλωβισμού του λαού στη δυνατότητα δήθεν «φιλολαϊκής» διαχείρισης στο πλαίσιο του καπιταλισμού, ο διαχωρισμός από τη ΝΔ, αλλά και οι 
διεργασίες διεύρυνσης και ανασύνθεσης σοσιαλδημοκρατικών δυνά-
μεων.
  • Με το διαχωρισμό που χρησιμοποιεί ο ΣΥΡΙΖΑ ανάμεσα στο «γνήσιο φιλελευθερισμό» εναντίον του «νεοφιλελευθερισμού» επιδιώκει να αυτοπαρουσιάζεται εκείνος, απέναντι στη ΝΔ, ως εκπρόσωπος του «αυθεντικού» φιλελευθερισμού, δηλαδή του βασικού αστικού ιδεολογικού ρεύματος στην πορεία της ιστορικής ανάπτυξης του καπιταλισμού. Σε αυτό συμβάλλουν συχνές αναφορές στελεχών του όπως ο Ευ. Τσακαλώτος στον Ά. Σμιθ, στο «σκοτσέζικο διαφωτισμό» κ.ά. Ουσιαστικά ο ΣΥΡΙΖΑ αθωώνει τον καπιταλισμό και την αγορά, υποστηρίζοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι τάχα ο «υγιής» καπιταλισμός και η καπιταλιστική εκμετάλλευση, αλλά μόνο η «ακραία», «νεοφιλελεύθερη» διαχείριση.
  • Είναι πλαστή η γραμμή που προβάλλει ο ΣΥΡΙΖΑ ενάντια στο «νεοφιλελευθερισμό» και την «Ακροδεξιά». Η ίδια η διακυβέρνηση του 
ΣΥΡΙΖΑ καταρχάς επιβεβαίωσε ότι η αστική πολιτική διαχείρισης εξαρτάται από τη φάση της καπιταλιστικής οικονομίας και τις ανάγκες της, τις οποίες υπηρετούν εξίσου οι σοσιαλδημοκρατικές και οι λεγόμενες φιλελεύθερες-συντηρητικές δυνάμεις που κυβέρνησαν και συγκυβέρνησαν. Επιπλέον, αυτές οι δυνάμεις πρωτοστατούν διαχρονικά στην προώθηση της βάρβαρης αντιλαϊκής πολιτικής της ΕΕ που θρέφει και την Ακροδεξιά. Αποτελούν δύναμη στήριξης της κερδοφορίας των μονοπωλίων, των βιομηχάνων και εφοπλιστών που στηρίζουν με διάφορους τρόπους τέτοιες δυνάμεις ως χρήσιμη εφεδρεία του συστήματος, ενώ σε Ελλάδα και Ευρώπη δεν είναι λίγες οι φορές που οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις έχουν συμπράξει με τις λεγόμενες ακροδεξιές.
  • Ο ΣΥΡΙΖΑ, που κατηγορεί τη ΝΔ ως «ακροδεξιά» κι «εθνικιστική» δύναμη που ενισχύει την κρατική καταστολή (η οποία ΝΔ ασφαλώς επιδιώκει να απευθύνεται σε τέτοια ακροατήρια), είναι ο ίδιος που συγκυβέρνησε με τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛ, που έδειξε ανοχή στη ΧΑ και συνυπήρχε με τους φασίστες στις πλατείες των «αγανακτισμένων», που καθυστέρησε τη δίκη της ΧΑ, που με τις αντιδραστικές αλλαγές στο νέο Ποινικό Κώδικα αντικειμενικά διευκόλυνε τη ΧΑ, αλλά και αυστηροποίησε ποινές που στρέφονται ενάντια σε εργατικούς-λαϊκούς αγώνες, που εφάρμοσε το αίσχος της πολιτικής της ΕΕ για το μεταναστευτικό-προσφυγικό με τα κολαστήρια τύπου Μόριας.

 

3. ΟΙ ΑΠΑΤΗΛΕΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΓΙΑ «ΙΣΟΤΗΤΑ, 
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ» ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ 
ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Η Πολιτική Διακήρυξη παρουσιάζει ένα «μοντέλο» αστικής διακυβέρνησης με «ισότητα και δημοκρατία».

Όπως αναφέρεται: «Η ισότητα και η δημοκρατία αποτελούν τις ιδρυτικές και θεμελιακές μας αξίες. Αποσκοπούμε στη συνεχή μείωση των ανισοτήτων και την αλλαγή του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων υπέρ των εργαζόμενων (...) Η καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων σκιαγραφεί σήμερα τη βασική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις (...).»

Ενώ απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ προσθέτει: «Σήμερα η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιθυμεί να επιστρέψουμε στο μοντέλο που γέννησε τη χρεοκοπία. Σε ένα μοντέλο αυταρχικό, διάλυσης των εργασιακών σχέσεων, με καμία πρόνοια για το περιβάλλον (...).»

α) Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να παρουσιαστεί ως δύναμη φιλεργατική και προστάτης των εργασιακών δικαιωμάτων, φορτώνοντας τάχα μόνο στη ΝΔ ότι επιδιώκει ένα μοντέλο «φθηνής εργασίας» και «διάλυσης των εργασιακών σχέσεων». Λες και ο ίδιος υπηρέτησε άλλη πολιτική, και όχι την πολιτική του κεφαλαίου που μέσα στην κρίση επιδίωκε φθηνότερη εργατική δύναμη, χτύπημα εργασιακών, ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.

Είναι ο ίδιος που ως κυβέρνηση επέκτεινε τις ελαστικές σχέσεις εργασίας, που διατήρησε για τέσσερα χρόνια το αίσχος του υποκατώτατου μισθού των 511 ευρώ μικτά για τους νέους, που με το νόμο Βρούτση-Αχτσιόγλου διατήρησε την κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον κατώτατο μισθό, ο καθορισμός του οποίου θα γίνεται με Υπουργική Απόφαση και με κριτήριο την «ανταγωνιστικότητα» και την «παραγωγικότητα» (δηλαδή με βάση τη θωράκιση των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου), που κλιμάκωσε την αντιασφαλιστική επίθεση με το νόμο Κατρούγκαλου, που πρωτοστάτησε στο χτύπημα της απεργίας στρώνοντας σήμερα το χαλί για να επεκτείνει το αντεργατικό χτύπημα η σημερινή κυβέρνηση.6

β) Κατηγορεί τη ΝΔ ότι επιθυμεί να «επιστρέψει τη χώρα στο μοντέλο που γέννησε τη χρεοκοπία». Με το δίπολο «χρεοκοπία-ανάπτυξη» και κρύβοντας τις αιτίες που γέννησαν την καπιταλιστική κρίση (που δεν ήταν το «μοντέλο αδιαφάνειας και συναλλαγής», όπως υποστηρίζει η Διακήρυξη), ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να στρατεύσει το λαό πίσω από τους στόχους ανάκαμψης του κεφαλαίου. Να κρύψει ότι το πέρασμα στη σημερινή φάση ανάκαμψης έχει ως προϋπόθεση την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης, το μάτωμα του λαού όλα αυτά τα χρόνια. Ότι από την καπιταλιστική ανάπτυξη δε βγαίνουν όλοι κερδισμένοι, ότι δεν υπάρχει «δίκαιη ανάπτυξη» που ευνοεί εξίσου και τους καπιταλιστές και τους εργάτες. Ότι δεν είναι παροδικό φαινόμενο το τσάκισμα εργασιακών δικαιωμάτων, η φοροληστεία, το χτύπημα των δικαιωμάτων σε Υγεία, Πρόνοια, Ασφάλιση, η μείωση μισθών και συντάξεων.

γ) Σχετικά νέο στοιχείο είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί επιθετικά να «υιοθετήσει» την ατζέντα της «κλιματικής αλλαγής» και της «πράσινης ανάπτυξης» στην Ελλάδα.7 Το θέμα έχει πολλές προεκτάσεις, ενώ το ίδιο το ζήτημα του μεγέθους και των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής αποτελεί θέμα διαμάχης στην επιστημονική κοινότητα σε μεγάλο βαθμό, ως προϊόν αντίστοιχων επιχειρηματικών ανταγωνισμών. Εδώ θα περιοριστούμε σε ορισμένες πρώτες επισημάνσεις:

Το λεγόμενο «πράσινο new deal» αποτελεί βασική ατζέντα των Δημοκρατικών των ΗΠΑ, και ιδιαίτερα της λεγόμενης «αριστερής πτέρυγάς» τους (Ε. Γουόρεν, Μπ. Σάντερς), η οποία εμφανίζεται και αρκετά ενισχυμένη στην προκριματική κούρσα για το προεδρικό χρίσμα των Δημοκρατικών που βρίσκεται σε εξέλιξη ενόψει των επόμενων εκλογών. Είναι ζήτημα γύρω από το οποίο εξελίσσεται σημαντική ενδοαστική διαπάλη και ανταγωνισμοί στο εσωτερικό της αστικής τάξης των ΗΠΑ, με μεγάλα μονοπωλιακά συμφέροντα να συγκρούονται. Ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να εμφανιστεί ως «αντιπρόσωπος» αυτής της ατζέντας στην Ελλάδα, ενώ επίσης ισχυρούς δεσμούς με την αμερικανικη και βρετανική σοσιαλδημοκρατία διατηρεί και ο Γ. Βαρουφάκης (υπενθυμίζουμε ότι προ διετίας περίπου ο Βαρουφάκης με τον Σάντερς είχαν ιδρύσει τη λεγόμενη «Προοδευτική Διεθνή»).

Η στροφή στην «πράσινη οικονομία» αποτελεί βασικό στοιχείο των διεθνών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, ενώ ταυτόχρονα έχει και το χαρακτήρα διάνοιξης νέων πεδίων κερδοφορίας σε μια περίοδο στην οποία πυκνώνουν οι ενδείξεις μιας νέας κρίσης με επίκεντρο τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Σε αυτήν τη βάση, τμήματα του κεφαλαίου που υποστηρίζουν την «πράσινη ανάπτυξη» κάνουν λόγο για γιγάντια προγράμματα επενδύσεων για εκσυγχρονισμό υποδομών, απεμπλοκή από τα ορυκτά καύσιμα κλπ., μέτρα τα οποία προβάλλονται ως ένα νέο «new deal» το οποίο θα δώσει ανάσες στις αντιθέσεις του καπιταλισμού και την υπερσυσσώρευση κεφαλαίων.

Γίνεται παράλληλα σημαντική προσπάθεια, με καθοριστική συμβολή αστικών, σοσιαλδημοκρατικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων διεθνώς, να δημιουργηθεί με όρους «κινήματος» ευρεία υποστήριξη από λαϊκά στρώματα στην πράσινη καπιταλιστική ανάπτυξη, η οποία με τον «πράσινο» μανδύα εμφανίζεται ως πιο «φιλική» προς τους λαούς και το περιβάλλον.

Στη Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρεται: «Το παγκόσμιο κίνημα για την κλιματική κρίση συνδυάζει την κοινωνική και τη διαγενεακή δικαιοσύνη με την προστασία του πλανήτη και της ζωής. Τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ διεξάγεται μια σημαντική συζήτηση για την ανάγκη ενός πράσινου New Deal. Σε αυτήν την παγκόσμια κινητοποίηση οφείλουμε να διαδραματίσουμε σημαντικό ρόλο.» Ο Α. Τσίπρας, στην ομιλία του στο φεστιβάλ της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ, προβάλλοντας το σύνθημα «Αλλάξτε το σύστημα - όχι το κλίμα» (το οποίο εμφανίστηκε σε ορισμένες τέτοιες κινητοποιήσεις), υποστήριξε: «Αλήθεια, τα λόγια αυτά τι ιδεολογικό πρόσημο έχουν; Αλήθεια, τα λόγια αυτά τι ιδεολογικό χρώμα έχουν; Πράσινο ή κόκκινο; (...) Γι’ αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ, η Προοδευτική Συμμαχία, οφείλει να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια κινητοποίηση για το κλίμα. Οφείλει να είναι μια συμμαχία κόκκινη και πράσινη ταυτόχρονα. Γιατί δεν μπορεί πια το κόκκινο να σταθεί χωρίς το πράσινο, ούτε το πράσινο να αντέξει χωρίς το κόκκινο.»

Ο ΣΥΡΙΖΑ βέβαια συναντάει τη δυσκολία ότι και η ΝΔ προωθεί την κλιματική «ατζέντα», καθώς αποτελεί βασική πολιτική της ΕΕ η οποία, στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, προωθεί συστηματικά την «πράσινη ανάπτυξη», δηλαδή το εμπόριο ρύπων, τους «πράσινους» φόρους, την κρατική στήριξη των «πράσινων» επενδύσεων κλπ.

Σημειώνουμε επίσης ότι πρόσφατα συγκροτήθηκε και σχετική πρωτοβουλία οπορτουνιστικών δυνάμεων («Πρωτοβουλία ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή και την κλιματική αλλαγή» με δυνάμεις του ευρύτερου χώρου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, kommon, ΣΕΚ κλπ.), υπό το ίδιο σύνθημα: «Αλλάξτε το σύστημα - όχι το κλίμα», που μπορεί να αποτελέσει και πλατφόρμα (κινηματικής) συνάντησης με το ΣΥΡΙΖΑ.

δ) Στην Πολιτική Διακήρυξη γίνονται αναφορές στο λεγόμενο «ατομικό δικαιωματισμό» που προβάλλει ο ΣΥΡΙΖΑ, πλευρά στην οποία επένδυσε αρκετά και στην κυβερνητική του θητεία. Όπως αναφέρεται: «Μια άλλη Ελλάδα όμως σημαίνει και μια πιο δημοκρατική Ελλάδα. Με ένα σύγχρονο πλαίσιο για την κατοχύρωση και διεύρυνση δικαιωμάτων και ελευθεριών. Για την ουσιαστική ισότητα των φύλων και την αντιμετώπιση της ανησυχητικής επίθεσης στα δικαιώματα των γυναικών. Για την καταπολέμηση του σεξισμού, της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας (...) για μια κοινωνία ισότητας, χωρίς αόρατους ανθρώπους.»

Προωθώντας απέναντι στην αντικαπιταλιστική διεκδίκηση και πάλη με βάση τις σύγχρονες ανάγκες ένα φαινομενικά αταξικό ατομικό «δικαιωματισμό» με πυρήνα το λεγόμενο ατομικό «αυτοπροσδιορισμό», ο ΣΥΡΙΖΑ στοχεύει ιδιαίτερα στη νεολαία και στα νεαρά τμήματα της εργατικής τάξης, αφενός εγκλωβίζοντας τη διεκδίκηση σε περιορισμένα αστικά δημοκρατικά δικαιώματα και αφετέρου προωθώντας την αντιδραστική αντίληψη ότι το άτομο είναι αποκομμένο από τις υλικές κοινωνικές σχέσεις. Παράλληλα, με αυτόν τον τρόπο υπηρετείται ο στόχος της απόκρυψης του ταξικού χαρακτήρα της κοινωνίας.

Σε αυτήν τη βάση συσκοτίζεται η ανάγκη πάλης για την ικανοποίηση όλων των σύγχρονων εργατικών-λαϊκών αναγκών, η αντικειμενική και ουσιαστική σύμπλεξη αυτών των διεκδικήσεων με το στόχο της κοινωνικής απελευθέρωσης, της πάλης για την απαλλαγή από την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Συσκοτίζεται επίσης ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους, ο εκμεταλλευτικός χαρακτήρας της καπιταλιστικής κοινωνίας, ότι δεν μπορεί να υπάρχει ουσιαστική και μόνιμη διεύρυνση δικαιωμάτων με βάση τις σύγχρονες ανάγκες για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα στο πλαίσιο της δικτατορίας του κεφαλαίου.8

ε) Ο ΣΥΡΙΖΑ προβάλλει την ξαναζεσταμένη σοσιαλδημοκρατική αυταπάτη του «εξανθρωπισμού του καπιταλισμού», στοχεύοντας στο χτύπημα της προοπτικής της εργατικής-λαϊκής πάλης για ριζικές ανατροπές, εγκλωβίζοντας στην ουτοπική αυταπάτη της δυνατότητας τάχα να λειτουργήσει υπέρ του λαού το βάρβαρο σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Επιπλέον, οι αναφορές που γίνονται στη Διακήρυξη περί «σοσιαλισμού με ελευθερία» και ότι «ο σοσιαλισμός δεν είναι ούτε ουτοπία, ούτε καθεστώς» ουσιαστικά συμβάλλουν στην αιχμή της αστικής πολεμικής ενάντια στο σοσιαλισμό και την ΕΣΣΔ, που παρουσιάζει το σοσιαλισμό ως «ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό καθεστώς» και που εξυμνεί την αστική δημοκρατία.

Συμβάλλουν στην πολυεπίπεδη αντικομμουνιστική επίθεση και τη συκοφάντηση του σοσιαλισμού, που παίρνει νέα χαρακτηριστικά σε αυτήν τη φάση και στην οποία συγκλίνουν φιλελεύθεροι και σοσιαλδημοκράτες, όπως φάνηκε σε επίπεδο ΕΕ από την ευρεία συναίνεσή τους στη στήριξη του πρόσφατου αντικομμουνιστικού ψηφίσματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ συντάσσεται με αυτές τις δυνάμεις, γι’ αυτό και ψήφισε τη διακήρυξη-μνημείο αντικομμουνισμού του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη Ρουμανία τον περασμένο Μάη, που ανέφερε ότι «εκατομμύρια άνθρωποι πολέμησαν για την ελευθερία τους και για την ενότητα και γκρέμισαν το Σιδηρούν Παραπέτασμα που είχε διχοτομήσει την Ευρώπη για δεκαετίες».

 

4. Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΑΪΚΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Στην Πολιτική Διακήρυξη ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι «η Ευρώπη οφείλει να επαναθεμελιώσει μια σύγχρονη μορφή αλληλεγγύης και συνεργασίας» και να απαλλαγεί «από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που έχουν οδηγήσει την Ευρώπη σε υπαρξιακή κρίση», προβάλλοντας το χιλιοειπωμένο μύθο της δυνατότητας μετατροπής της ιμπεριαλιστικής ΕΕ σε φιλολαϊκή δύναμη.

Δεν είναι εξάλλου κάτι που βλέπουμε πρώτη φορά. Ο ΣΥΡΙΖΑ και άλλες σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις κάνουν συχνά λόγο για τις «ιδρυτικές αξίες» της ΕΕ που διαστρεβλώνονται, για «κυρίαρχες δυνάμεις» και «συντηρητικούς κύκλους» της ΕΕ. Οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις σε όλη την Ευρώπη, όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ, επιχειρούν να παρουσιάζονται αυτές ως αντίβαρο ενάντια στις «νεοφιλελεύθερες» και «δεξιές» δυνάμεις, οι οποίες προβάλλονται υποκριτικά ως αποκλειστικά υπεύθυνες για την αντιλαϊκή πολιτική της ΕΕ, και όχι οι σοσιαλδημοκρατικές, αλλά και οι «πράσινες», που για δεκαετίες κυβέρνησαν και κυβερνούν εφαρμόζοντας τις ίδιες κατευθύνσεις.

Παράλληλα, μια σειρά σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις –και ο ΣΥΡΙΖΑ– παίρνουν θέση στην ενδοαστική αντιπαράθεση σε σχέση με το μέλλον της ΕΕ, προβάλλοντας την κατεύθυνση της «εμβάθυνσης» της καπιταλιστικής ενοποίησης, παρουσιάζοντάς την μάλιστα ως δήθεν φιλολαϊκή προοπτική.

  • Ουσιαστικός στόχος είναι να νομιμοποιούνται στη συνείδηση των λαών οι ιμπεριαλιστικές συμμαχίες όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ και να στοχοποιούνται μόνο οι «νεοφιλελεύθερες» πολιτικές. Ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, προβάλλεται ότι η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ενοποίησης είναι το προοδευτικό αντίβαρο στον εθνικισμό και την Ακροδεξιά αποτελώντας και το «κλειδί» για την ενίσχυση της συνοχής της, που υφίσταται τριγμούς σήμερα κάτω από το βάρος των ενδοαστικών ανταγωνισμών.
  • Επιδίωξη του ΣΥΡΙΖΑ και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας είναι η διαμόρφωση μιας πολιτικής πλατφόρμας εγκλωβισμού με στόχο την αναστύλωση της κλονισμένης εμπιστοσύνης των λαών της Ευρώπης στην ΕΕ (που έχει αποτυπωθεί με διάφορους και ετερόκλητους τρόπους). Είναι μια πολιτική που προσπαθεί να εγκλωβίσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια στρέφοντάς την κατά του ενός μόνο πόλου της αστικής διαχείρισης (του λεγόμενου «νεοφιλελεύθερου») και, επιπλέον, προσπαθεί να καλλιεργήσει φιλο-ΕΕ αισθήματα και προσδοκίες.
  • Συσκοτίζουν τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ΕΕ και την ταξική της αποστολή, που είναι η θωράκιση των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου. Οι όποιες προσαρμογές προτείνονται και αφορούν τους θεσμούς, τη δομή και τη λειτουργία της ΕΕ υπηρετούν την ενίσχυση της δικτατορίας του κεφαλαίου σε βάρος των λαών.

 

 ΑΙΧΜΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΠΑΛΗΣ

 Με βάση τα παραπάνω και συνοψίζοντας τα προαναφερθέντα, συγκεντρώνονται ορισμένες πλευρές στις οποίες με όρους αντεπίθεσης μπορεί να ενισχυθεί η πολιτική αντιπαράθεση με το ΣΥΡΙΖΑ, με στόχο να ενισχύεται η στρατηγική αντιπαράθεση με τις σοσιαλδημοκρατικές αυταπάτες περί φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού, η συνολικότερη αντιπαράθεση με τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης για την πληρέστερη και πειστικότερη ανάδειξη της πολιτικής πρότασης διεξόδου του ΚΚΕ.

  • Ανάδειξη της στρατηγικής σύμπλευσης ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και του γεγονότος ότι οι κάλπικες «διαχωριστικές» γραμμές και οι επιμέρους διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα αστικά κόμματα πάντα αποτελούν οξυγόνο για το σύστημα, ώστε να εγκλωβίζει πιο αποτελεσματικά το λαό. Η στρατηγική σύμπλευση έχει ως βάση την υπηρέτηση του στόχου ανάκαμψης της κερδοφορίας του κεφαλαίου, που αποτελεί και το βασικό ζητούμενο της περιόδου. Εκφράζεται συνολικότερα στη σύμπλευση γύρω από τους στόχους της αστικής τάξης για τη συμμετοχή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, στα μέτρα θωράκισης και ενίσχυσης της αστικής εξουσίας κλπ. Σύμπλευση υπάρχει και στο ζήτημα της «πράσινης ανάπτυξης», ενώ απαιτείται ανάδειξη του χαρακτήρα της ως στρατηγικής επιλογής του κεφαλαίου στην ΕΕ: Φιλελεύθεροι-συντηρητικοί και σοσιαλδημοκράτες, «ροζ» και «μπλε», όλοι «βάφονται πράσινοι» όταν αυτό επιτάσσει η αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας της αστικής τάξης και τα άμεσα συμφέροντα τμημάτων της. Η στρατηγική σύμπλευση φαίνεται επίσης και από τη συνέχεια που διέπει την κυβερνητική πολιτική της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ που προηγήθηκε, με τον Γ. Δραγασάκη να εκφράζει στη σχετική συζήτηση για το «αναπτυξιακό νομοσχέδιο» στη Βουλή την ικανοποίησή του για το ότι η κυβέρνηση και ο αρμόδιος υπουργός Ά. Γεωργιάδης «σεβάστηκε το έργο που αφήσαμε», και τον Ά. Γεωργιάδη να απαντά: «Δεν είμαστε εχθροί. Πέραν των ιδεολογικών μας διαφορών που προφανώς έχουμε, εγώ παρέλαβα από εσάς ως προκάτοχό μου συγκροτημένη εργασία, την αναγνώρισα από την πρώτη εβδομάδα στο υπουργείο και είπα ότι μεγάλο μέρος του νομοσχεδίου προέρχεται από προηγούμενα σχέδια νόμου που παρέλαβα.»
  • Ανάδειξη των ιδιαίτερων υπηρεσιών που προσφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ στο σύστημα για τον εγκλωβισμό λαϊκών δυνάμεων. Της επιζήμιας επίδρασης στο εργατικό-λαϊκό κίνημα, που αποτυπώνεται και στη συνολικότερη υποχώρηση αγωνιστικών διαθέσεων, τη μείωση των απαιτήσεων, την ενίσχυση συντηρητικών και αντιδραστικών αντιλήψεων κλπ. Η εναπόθεση ελπίδων για δραστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων στην καπιταλιστική ανάπτυξη, την προσέλκυση επενδύσεων και την «υγιή» λειτουργία της αγοράς (που ιεραρχεί προπαγανδιστικά η ΝΔ) και η ανάληψη δήθεν «φιλολαϊκής» κυβερνητικής διαχείρισης στη λογική ότι «δεν υπάρχει λύση εκτός των τειχών του συστήματος» (που εμπέδωσε ο ΣΥΡΙΖΑ στο λαό) αποτελούν συμπληρωματικές και αλληλοτροφοδοτούμενες πλευρές της προσπάθειας στοίχισης του ελληνικού λαού πίσω από τις επιδιώξεις της αστικής τάξης. Αυτά επιδρούν στην προσπάθεια ανασύνταξης του κινήματος. Σε επόμενη αρθρογραφία θα αναδειχτούν αναλυτικότερα επιπλέον πλευρές, όπως το σχέδιο παρέμβασης του ΣΥΡΙΖΑ στο εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα, στην Τοπική Διοίκηση κ.ά.
  • Το περιεχόμενο του δήθεν «σοσιαλισμού» που προβάλλει ο 
ΣΥΡΙΖΑ είναι κομμάτι της αστικής επίθεσης ενάντια στη σοσιαλιστική οικοδόμηση του 20ού αιώνα, ενάντια στην πάλη για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό, την ανατροπή του καπιταλισμού και την κατάργηση της εκμετάλλευσης.

Ο «σοσιαλισμός με ελευθερία και δημοκρατία» –που στην οικονομική του βάση στηρίζεται στην αντίληψη για «σοσιαλισμό» με αγορά και ατομική ιδιοκτησία– προβάλλεται στον αντίποδα του δήθεν «ανελεύθερου» και «καθεστωτικού» σοσιαλισμού της ΕΣΣΔ. Ο ΣΥΡΙΖΑ από τα γεννοφάσκια του υιοθέτησε ολόκληρη την αστική πολεμική ενάντια στη σοβιετική εξουσία με τα ιδεολογήματα περί «ολοκληρωτισμού», «διώξεων κι εγκλημάτων» κλπ., τα οποία αναπαράγει και σήμερα. Συκοφαντεί και επιτίθεται στην πρώτη προσπάθεια οικοδόμησης μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Ο αντισοβιετισμός και ο αντικομμουνισμός, που αποτελεί επίσημη πολιτική της ΕΕ την οποία στηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ, βρίσκονται στην ίδια όχθη.

  • Μαχητική αποκάλυψη της προσπάθειας ιστορικής καπηλείας των αγώνων του λαού που κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αποτελεί θρασύτατη πρόκληση να προσπαθεί να εμφανιστεί ως «κληρονόμος» του ΕΑΜ, της ΕΔΑ, του Πολυτεχνείου ο ΣΥΡΙΖΑ του Πάιατ και του Τραμπ.
  • Το επόμενο διάστημα, μέσα και στο πλαίσιο που περιγράψαμε, ο ΣΥΡΙΖΑ θα εντείνει την προσπάθεια εγκλωβισμού λαϊκών δυνάμεων στη λογική του «αντιδεξιού» προοδευτικού μετώπου, επιδιώκοντας να εντείνει το διπολισμό και την αντιπολιτευτική του τακτική απέναντι στη ΝΔ. Σε αυτήν του την επιδίωξη θα υποβοηθηθεί και από δυνάμεις του οπορτουνιστικού ρεύματος. Η στρατηγική αντιπαράθεση με το ΣΥΡΙΖΑ για να μην εγκλωβιστούν λαϊκές δυνάμεις σε νέες αυταπάτες αποτελεί μέρος της προσπάθειας ανασύνταξης του εργατικού-λαϊκού κινήματος, ανεβάσματος της οργάνωσης της εργατικής τάξης, ενίσχυσης του ταξικού προσανατολισμού των αγώνων, ενίσχυσης των δυνάμεων της Κοινωνικής Συμμαχίας.

ΣημειώσειςΣημειώσεις

1. «Να μετασχηματιστούμε με γοργά βήματα (...) από ένα κόμμα που, πρέπει να το παραδεχτούμε, οργανωτικά μετά βίας μπορεί σήμερα να χωρέσει και να σηκώσει τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ του 5%, να μετασχηματιστούμε σε μια μεγάλη παράταξη, σε ένα σύγχρονο και μαζικό αριστερό, προοδευτικό κίνημα με βαθιές ρίζες και ισχυρούς δεσμούς στον εργαζόμενο λαό και στην κοινωνία.» Α. Τσίπρας, ομιλία στη συνεδρίαση της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ, 13.7.2019.

2. Αναλυτικότερα για την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την αστική διακυβέρνηση, αλλά και για το ζήτημα των αστικών σχεδιασμών σχετικά με την ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας σε Ελλάδα και Ευρώπη βλ. Κ. Μπορμπότης, «Σοσιαλδημοκρατία: Διαχρονικά επικίνδυνος εχθρός του εργατικού κινήματος», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 4/2019 (Α΄ Μέρος) και τεύχ. 5/2019 (Β΄ Μέρος).

3. Σε σχετική αρθρογραφία επισημαίνεται ότι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει περίπου 30.000 μέλη (μια κομματική βάση που, όπως σημειώνεται, δε βρίσκεται σε αντιστοιχία με τα 1,8 εκ. των ψηφοφόρων του), ενώ επίσης αναφέρθηκε ότι κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της σχετικής καμπάνιας εγγραφής εντάχτηκαν στο ΣΥΡΙΖΑ περίπου 10.000 νέα μέλη.

4. Για πιο αναλυτικό σχολιασμό των προσπαθειών εγκλωβισμού του ΣΥΡΙΖΑ σε πλαστές διαχωριστικές γραμμές βλ. Β. Όψιμος, «Το δίπολο “πρόοδος-συντήρηση” ως εργαλείο εξαπάτησης», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 3/2019.

5. Εφημερίδα Η Αυγή, 24.9.2019.

6. Για την αντιλαϊκή πολιτική της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ βλ. επίσης Γρ. Λιονής, «Το “εμπόριο ελπίδας” του ΣΥΡΙΖΑ», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 5/2018.

7. Υπήρξε μάλιστα συζήτηση για το αν θα ήταν σκόπιμο αυτό να αποτυπωθεί και στο όνομα του κόμματος, π.χ. ως «ΣΥΡΙΖΑ - Πράσινη Συμμαχία», το οποίο σε αυτήν τη φάση δεν έχει προχωρήσει.

8. Αναλυτικότερα για το θέμα βλ. Δ. Κοιλάκος, «“Ατομική ελευθερία”: Μύθος και πραγματικότητα», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 4/2019.