Για την επέτειο της γέννησης του Φρίντριχ Ένγκελς


του Wolf Dieter Gudopp

Ο εορτάζων μας, ο γνήσιος Φρειδερίκος ο Μέγας1, έζησε στο κατώφλι μιας νέας εποχής. Αυτό είναι μια σύμπτωση. Το ότι αυτός, ο Φρίντριχ Ένγκελς, αξιοποίησε τα συνταρακτικά και συνεπώς συναρπαστικά και γεμάτα δυνατότητες δεδομένα αυτής της εποχής για την πρόοδο της Ιστορίας και ταυτόχρονα για την εξέλιξη της δικής του σκέψης, αυτό δεν είναι σύμπτωση: Είναι το προϊόν σωστής αντίληψης και συνειδητής πράξης, είναι εργασία και μόρφωση, κατανόηση και παρέμβαση.

 

Ι. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ!

Στο κατώφλι μιας νέας εποχής: Το παλιό είναι ακόμα ισχυρό, διατηρείται στην οικονομική-κοινωνική πραγματικότητα και στις νωθρές στροφές του μυαλού και διασφαλίζεται από την κυρίαρχη εξουσία. Μπορεί να διατηρείται επειδή κι εφόσον έχει ακόμα λόγο να το κάνει, αλλά κι εφόσον η ιστορική κατάσταση πραγμάτων και η αντίφαση, από την οποία έχει προέλθει, δεν έχει εξαντληθεί επαρκώς και δεν έχει ακόμα λυθεί. Αλλά όσον αφορά βασικά χαρακτηριστικά του, το παλιό καθίσταται ήδη μη πραγματικό: Επιδρούν νέες κοινωνικές δυνάμεις της Ιστορίας και νέες οικονομικές, πολιτικές, ιδεολογικές τάσεις, που αποτελούν κι αυτές πια πραγματικότητα και καθίστανται με την πάροδο του χρόνου εμφανώς αναγνωρίσιμες και που στη συνέχεια πιέζουν για να επικρατήσουν.

Ένα άλλο κατώφλι εποχής, εκείνο της Αναγέννησης, το περιγράφει ο Ένγκελς με βαρύγδουπα λόγια, μέσα από τα οποία μαζί με το θαυμασμό αναδύεται και μια συνειδητή συμπάθεια, χαρακτηριστική της εσωτερικής συγγένειας [των δύο εποχών]:

«...μια εποχή που χρειαζόταν γίγαντες και που γέννησε γίγαντες, γίγαντες σε δύναμη σκέψης, πάθους και χαρακτήρα, σε καθολικότητα και πολυμάθεια ... Αλλά αυτό που προπαντός τους ξεχωρίζει είναι ότι, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, όλοι τους ζουν και δρουν μέσα στα κινήματα του καιρού τους, στον πρακτικό αγώνα. Συμμετέχουν, μπαίνουν στη μάχη, τούτος με το λόγο και την πένα, εκείνος με το σπαθί, συχνά και με τα δύο.»2

Ένας μεταγενέστερος ιστορικός (Βέρνερ Κέγκι) χαρακτήρισε την Αναγέννηση ως «μια τεράστια δίψα για την αλήθεια»! Την ίδια σκέψη διατύπωσε κι ένας άλλος ιστορικός (Γιάκομπ Μπούρκχαρντ) με τη φράση «ανακάλυψη του κόσμου και του ανθρώπου». Αυτό είναι το ζητούμενο για τον Ένγκελς και αυτό είναι και το δικό μας ζητούμενο.

Σε εποχές μετάβασης αναπτύσσεται αναπόφευκτα στους αφυπνισμένους ανθρώπους μια αυξημένη ανάγκη να μη χάσουν τη σύνδεση με την πραγματική δυναμική της Ιστορίας ή, καλύτερα, αναπτύσσεται η ανάγκη αυτή η σύνδεση να μετουσιωθεί τόσο στο μυαλό όσο και στην πράξη τους και με αυτόν τον τρόπο να γίνουν πραγματικοί άνθρωποι της εποχής τους. Μια τέτοια πραγμάτωση επιτυγχάνεται, όμως, μόνο μέσα στην ιστορική πράξη (Praxis). Αυτό δε σημαίνει να βιώνει κανείς μαζί με όλους τους άλλους τις δυσκολίες της γέννας του καινούργιου ενάντια στην επιμονή του παλιού, αλλά να δρα προωθητικά και οργανωτικά μαζί με τους άλλους. Η βιολογική γέννηση του Φρίντριχ Ένγκελς το έτος 1820 είναι τυχαία, όχι όμως και η ανάπτυξή του ως ενός συγκεκριμένου ιστορικού υποκειμένου που πραγματοποιεί τον ορισμό του ανθρώπινου ατόμου ως πολιτικο-κοινωνικού όντος προικισμένου με λογική σκέψη.

Το γεγονός ότι γεννήθηκε το 1820 μπορεί να ωθήσει αρχικά έναν παρατηρητή της Ιστορίας να αναφωνήσει το ρητό του Δάντη κατά την υποδοχή στην Κόλαση: «Αφήστε κάθε ελπίδα, εσείς που μπαίνετε.» Μετά από μια περίοδο αστικού πολιτισμού, δηλαδή μετά από τα ναπολεόντεια έτη και τους αποκαλούμενους Πολέμους της Απελευθέρωσης3, είχε επέλθει στην Ευρώπη του Μέτερνιχ η εποχή της αποκατάστασης της παλιάς κυριαρχίας των ηγεμόνων, η εποχή της Ιεράς Συμμαχίας και των Διαταγμάτων του Κάρλσμπαντ4, κατά την οποία δημιουργούνταν η εντύπωση ότι, με τη θεϊκή ευλογία, η Αντίδραση θριάμβευε οριστικά και ότι η Ιστορία είχε βρει τη «φυσική» κατάσταση ηρεμίας της. Όμως, λίγα χρόνια πριν τη γέννηση του Ένγκελς και αμέσως μετά το Συνέδριο της Βιέννης5, ο διαλεκτικός Χέγκελ, ο οποίος αργότερα επηρέασε καθοριστικά τη σκέψη των Μαρξ και Ένγκελς, έγραψε το δικό του «παρόλ’ αυτά» σε μια επιστολή ενάντια σε κάθε επιπόλαιη σκέψη: «Επιμένω ότι το παγκόσμιο πνεύμα έχει δώσει στην εποχή μας τη διαταγή να προχωρήσει. Αυτή η διαταγή υπακούεται· αυτό το πνεύμα προχωράει μπροστά με πολλά σκαμπανεβάσματα, σα μια θωρακισμένη, κλειστή, ακατανίκητη φάλαγγα και με μια ανεπαίσθητη κίνηση, όπως αυτή του ήλιου ... Δεν πρέπει να χάνεται από την αντίληψή μας αυτός ο προελαύνων γίγαντας της προόδου.»

Το ότι η εποχή του Ένγκελς ήταν ασταθής δε συνεπάγεται ότι ήταν και χαοτική, αντίθετα, η κίνησή της είχε τη δική της κατεύθυνση μέσα στο ρου της παγκόσμιας Ιστορίας. Ήταν ακόμα η εποχή που προσδιοριζόταν από την ιστορικά προοδευτική δύναμη και αυτοπεποίθηση της αστικής τάξης, και ταυτόχρονα η εποχή της ολοένα και μεγαλύτερης υπέρβασης, ξεπεράσματος και αντικατάστασης της αστικής τάξης, ήδη η εποχή του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Η ουσία και οι κινητήριες δυνάμεις του καπιταλισμού –τουλάχιστον στη βιομηχανικά πρωτοπόρα Αγγλία– σύντομα έγιναν προσιτές στην αναλυτική σύλληψη της σύγχρονης επιστήμης. Το 1844, ο Ένγκελς δημοσίευσε στα Γερμανογαλλικά χρονικά, που εκδίδονταν από τους Μαρξ και Ρούγκε, την πρωτοποριακή μελέτη «Περίγραμμα μιας κριτικής της πολιτικής οικονομίας» και ένα χρόνο αργότερα το έργο του Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία. Βασισμένο σε προσωπική εμπειρία και σε αυθεντικές πηγές, το οποίο προκάλεσε αίσθηση σε ολόκληρη την Ευρώπη. (Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τη στόχευση του υπότιτλου και την αφιέρωση «Προς τις εργαζόμενες τάξεις της Μεγάλης Βρετανίας», πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι, ενώ στην «υψηλή» κοινωνία μπορούσε κανείς το δίχως άλλο να κάνει αγαθοεργίες για τον εξανθρωπισμό των συνθηκών ζωής των φτωχών ανθρώπων, θεωρούνταν ωστόσο εξαιρετικά απρεπές και άσεμνο σε αυτούς τους κύκλους να συζητά κανείς κάτι για τους υλικούς όρους διαβίωσής τους.) Όσο περισσότερο κυριαρχούσε όμως ο καπιταλισμός τόσο περισσότερο γινόταν όχι μόνο εμφανές στους ανθρώπους με οξυμένη αντίληψη, αλλά και επιστημονικά αποδείξιμο το γεγονός ότι ο καπιταλισμός δε θα είναι αιώνιος, όπως και οι λόγοι γι’ αυτό. Γινόταν επίσης φανερό ποιο ιστορικό συμφέρον, ποια κοινωνική δύναμη θα επιφέρει την αναγκαία ριζική αλλαγή: η –συνδεόμενη με τη σύγχρονη βιομηχανία– σύγχρονη εργατική τάξη. Η εποχή φωτιζόταν από το παρελθόν από το φως του Διαφωτισμού και ωθούνταν από τη θύελλα των αστικών επαναστάσεων, των οποίων η εξέλιξη ήταν γεμάτη σκαμπανεβάσματα και δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. Μέχρι τότε προετοιμαζόταν σιγά-σιγά η προλεταριακή επανάσταση και από το μέλλον έλαμπαν ήδη οι μορφές του σοσιαλιστικού κοινωνικού συστήματος στο οποίο καταλήγει η κοινωνική πρόοδος και το οποίο θα διανοίξει και θα θεμελιώσει μια εντελώς νέα βαθμίδα ανάπτυξης του πολιτισμού.

Μέσα σ’ όλα αυτά και μαζί με όλ’ αυτά, ο 19ος αιώνας αποτελεί μια εξέχουσα περίοδο κοσμοϊστορικών ανακαλύψεων των επιστημών της φύσης και του ανθρώπου, επιστημονικο-τεχνικών εφευρέσεων και ειδικών και γενικών θεωρητικών κατασκευών, οι οποίες είτε ως ανακαλύψεις αποτέλεσαν πραγματικούς κινητήρες της κοινωνικής εξέλιξης είτε ως επιστημονικές αντιλήψεις αποτέλεσαν ουσιαστικά θεωρίες περί της εξέλιξης, οι οποίες μετατράπηκαν κι αυτές με τη σειρά τους σε ισχυρές κινητήριες δυνάμεις της κοινωνικής εξέλιξης. Ήδη το 18ο αιώνα φτιάχτηκαν οι πρώτες ατμομηχανές και οι μηχανικοί αργαλειοί. Για τη σύγχρονη σκέψη της εξέλιξης δεσπόζουν το έργο του Δαρβίνου για τη δημιουργία των ειδών, η εργασία του Μόργκαν για την ανάπτυξη της παλιάς, της πρωτόγονης κοινωνίας, ενώ είχε προηγηθεί η φιλοσοφική διαλεκτική του Χέγκελ ως επιστήμη της εξέλιξης του όλου στη διαδικασία της διαφοροποίησης και περιπλοκής του. Και μέσα σ’ όλους αυτούς, εκφράζοντας και, σφραγίζοντας την εποχή, στέκονται οι Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς –ως υλιστές διαλεκτικοί θεωρητικοί και πρακτικοί της εξέλιξης της κοινωνίας– τόσο με το κοινό τους έργο ζωής όσο και ο καθένας από τους δύο γίγαντες με τα δικά του ιδιαίτερα επιτεύγματα ζωής. Όταν διαβάζουμε από τον Χέγκελ «αυτός που εκφράζει και πραγματοποιεί για χάρη της αυτά που απαιτεί και αρθρώνει η εποχή του, αυτός είναι ο μεγάλος άνθρωπος της εποχής», σκεφτόμαστε εξίσου τον Μαρξ και τον Ένγκελς.

Πραγματικότητα, διαλεκτική ενότητα του πραγματικού και του δυνατού, πραγματοποίηση μέσα στην Ιστορία, Ιστορία ως διαδικασία πραγματοποίησης: Από αυτήν τη δυναμική γεννήθηκαν αναπόφευκτα η κινητήρια δύναμη και τα πραγματικά ελατήρια που κίνησαν τη ζωή των Μαρξ και Ένγκελς.

Δεδομένου ότι και οι δύο ανήκαν στους ανθρώπους οι οποίοι δεν παρασύρονταν από την πίεση της πραγματικότητας στην έγνοια για το ατομικό της βολικής τους ύπαρξης, αλλά συμμετείχαν ενεργά στα δύο μεγάλα πεδία μάχης του γενικού, δηλαδή τους τομείς της επιστήμης και της πολιτικής· και δεδομένου ότι και στους δύο το επιστημονικό ενδιαφέρον συνδέθηκε άρρηκτα με τη μεγάλη αγανάκτηση για την υπάρχουσα αδικία και την αδικία των κυρίαρχων, δεν μπορεί να αποτελεί σύμπτωση ότι και οι δύο έφτασαν παράλληλα σε παρόμοιες ή ίδιες αντιλήψεις για το Θεό και τον κόσμο και γι’ αυτό που αποτελεί το βαθύτατο εσωτερικό δεσμό της Ιστορίας, τη θεμελιώδη σημασία της οικονομίας και την ιστορική βαρύτητα της εργατικής τάξης. Και γι’ αυτόν το λόγο, δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι αυτοί οι δύο συναντήθηκαν μεταξύ τους (ο κύκλος των προοδευτικά δρώντων διανοούμενων της Ευρώπης ήταν έτσι κι αλλιώς μικρός). Αυτοί οι δύο έπρεπε να συναντηθούν μεταξύ τους.

Ένα από τα πρώιμα κοινά θεωρητικά τους εγχειρήματα, Η Γερμανική Ιδεολογία6, μαρτυρά με χαρακτηριστικό τρόπο την ολοκληρωμένη πια στροφή στην πραγματικότητα: «Οι προϋποθέσεις απ’ όπου ξεκινάμε δεν είναι αυθαίρετες, δεν είναι δόγματα, αλλά πραγματικές προϋποθέσεις που η αφαίρεσή τους μπορεί να γίνει μονάχα στη φαντασία»7, αναφέρει το πρόγραμμα της νέας, υλιστικής αντίληψης της Ιστορίας, στην οποία ο γέρος Ένγκελς θα δώσει την ονομασία «ιστορικός υλισμός». Αυτές οι προϋποθέσεις είναι «οι πραγματικοί δραστήριοι άνθρωποι, έτσι όπως καθορίζονται από μιαν ορισμένη ανάπτυξη των παραγωγικών τους δυνάμεων και της επικοινωνίας που αντιστοιχεί σ’ αυτές ... Η συνείδηση δεν μπορεί να είναι ποτέ οτιδήποτε άλλο από συνειδητή ύπαρξη, και η ύπαρξη των ανθρώπων είναι η πραγματική διαδικασία της ζωής τους ... Ξεκινάμε [με το νέο τρόπο προσέγγισης της Ιστορίας] από τους πραγματικούς, δραστήριους ανθρώπους, και πάνω στη βάση της πραγματικής διαδικασίας της ζωής τους δείχνουμε την ανάπτυξη των ιδεολογικών αντανακλάσεων και απηχήσεων αυτής της διαδικασίας ζωής ... Τα κούφια λόγια για συνείδηση σταματάνε, και η πραγματική γνώση πρέπει να πάρει τη θέση τους.»8 Η πορεία της διερεύνησης δείχνει ότι η αναγκαιότητα του κομμουνισμού δεν προκύπτει από μια δελεαστική ουτοπική ιδέα, αλλά από το πραγματικό ιστορικό προτσές: «Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σ’ αυτό θα πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Οι όροι αυτής της κίνησης προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που τώρα υπάρχουν.»9

Μια τέτοιου είδους υλιστική προσέγγιση της γνώσης του κόσμου θα έπρεπε να είναι αυτονόητη και όχι κάτι το ιδιαίτερο. Στο έργο του Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, ο Ένγκελς λέει ότι υλισμός σημαίνει «να αντιλαμβάνονται τον πραγματικό κόσμο –τη φύση και την Ιστορία– έτσι όπως παρουσιάζεται στον καθένα που τον αντικρίζει χωρίς προκατειλημμένες ιδεαλιστικές λόξες»· η μόνη ουσία των γεγονότων βρίσκεται «στην πραγματική τους και όχι στη φανταστική τους συνάφεια» και όλες οι οντότητες που έρχονται απ’ έξω –είτε πρόκειται για μια ωραία ιδέα είτε για έναν αγαπητό θεό– διαλύονται. «Και ο υλισμός δε σημαίνει απολύτως τίποτε άλλο.»10

Όμως το αυτονόητο δεν είναι αυτονόητο· ως γνωστόν, το απλό είναι δύσκολο να γίνει. Το κοινωνικό γνωστικό ενδιαφέρον συνδέεται στενά με το οικονομικό-πολιτικό συμφέρον. Το «θάρρος της γνώσης» (για να μιλήσουμε με τα λόγια του Χέγκελ) δεν είναι ταξικά ουδέτερο. Για όσο καιρό η αστική τάξη αντιπροσώπευε στην πάλη της ενάντια στη φεουδαρχία την ιστορική πρόοδο, ενδιαφερόταν για την καθαρή και αμερόληπτη γνώση του κόσμου· αυτό την βοήθησε και αδυνάτισε τις παλιές δυνάμεις της φεουδαρχίας. Το γνωστικό ενδιαφέρον όμως της αστικής τάξης μειώθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό με το που ήρθε αντιμέτωπη με μια νέα τάξη –η οποία με τη σειρά της αντιπροσώπευε αυτή τώρα το μέλλον– και είδε την εξουσία της να κινδυνεύει. Ένας πολύ αδέκαστος επιστημονικός τρόπος προσέγγισης θα μπορούσε να οδηγήσει στο οδυνηρό συμπέρασμα ότι τίποτα δε μένει όπως είναι, ακόμα και η υπάρχουσα αστική κυριαρχία και η κυρίαρχη εκμεταλλευτική σχέση θα χαθούν.

Η αστική επιστήμη αποτραβήχτηκε σε αμυντικές θέσεις στα ζητήματα της κοσμοθεωρίας, της φιλοσοφίας και της θεωρίας της γνώσης, ενώ το γνωστικό ενδιαφέρον της εργατικής τάξης δεν μπορεί να γνωρίσει κανένα φραγμό. Όποιος θέλει να αλλάξει τον κόσμο πρέπει να τον γνωρίσει. Η εργατική τάξη είναι η αποφασιστική δύναμη αλλαγής της εποχής μας, και ως εργαζόμενη τάξη δεν πρόκειται –σε αντίθεση με την αστική τάξη και όλες τις άλλες τάξεις που είχαν κατακτήσει παλιότερα την κυριαρχία– να εκμεταλλευτεί καμιά επόμενη τάξη, έναντι των επαναστατικών επιδιώξεων της οποίας θα έπρεπε απολογητικά να διασφαλιστεί· αντίθετα, ακριβώς ως εργαζόμενη τάξη θα είναι και αυτή που θα εισάγει την ιστορία της αταξικής κοινωνίας. Το συμφέρον των πραγματικών παραγωγών είναι να παρακολουθούν τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά το πραγματικό, το ιστορικά αναγκαίο.

Η εργασία είναι αυτή που συγκροτεί πραγματικά τον κοινωνικό άνθρωπο και αυτή που αιτιολογεί και θεμελιώνει ιστορικο-εξελικτικά τον καθορισμό του κοινωνικού ανθρώπου –ο οποίος είχε ανακαλυφθεί από την κλασική αρχαιότητα– ως ορθολογικό και πολιτικό ον. Αυτό παρουσίασε ο Ένγκελς υλιστικά-διαλεκτικά στο σύντομο, αλλά πραγματικά σπουδαίο έργο του Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου. Στο έργο του Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας προσδιορίζει τη «νέα τάση» με τα εξής λόγια: «Η νέα τάση, που στην ιστορία της εξέλιξης της εργασίας βρήκε το κλειδί για την κατανόηση ολόκληρης της ιστορίας της κοινωνίας.»11 Υπό το πρίσμα αυτής της σκέψης, η κεντρική ιδέα, την οποία μας δίνει το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος για τη συγκεκριμένη κοσμοϊστορική θέση της εποχής μας, αποκτά και τον εξής προσδιορισμό: Στην εποχή μας, το συμφέρον ολόκληρης της ανθρώπινης κοινωνίας συγκεντρώνεται στο ιστορικό συμφέρον της παγκόσμιας εργατικής τάξης· τα ιδιαίτερα ταξικά συμφέροντα της εργατικής τάξης συμπίπτουν αναγκαστικά με τα γενικά συμφέροντα της ανθρωπότητας.

Το ότι οι Μαρξ και Ένγκελς πέρασαν στο στρατόπεδο της εργατικής τάξης και το ότι ανέπτυξαν περαιτέρω το περιεχόμενο και τα εργαλεία της γνώσης της εποχής τους σε όλους τους βασικούς τομείς αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η θέση-κλειδί της επιστήμης ως παραγωγικής δύναμης ήταν αναμφισβήτητη και «όσο πιο ανεπιφύλακτα και αμερόληπτα προχωρά η επιστήμη τόσο περισσότερο βρίσκεται σε αρμονία με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των εργατών»12, γράφει ο Ένγκελς στο τέλος του Λουδοβίκου Φόιερμπάχ του. Το «θεωρητικά αδυσώπητο πνεύμα» που είναι υπόλογο μόνο στην αλήθεια, το οποίο επαινεί ο Ένγκελς (δηλαδή: η σκέψη που δε φοβάται τα συμπεράσματα που μπορεί να προκύψουν από αυτήν, τι θεωρούν γι’ αυτήν «ο κόσμος» ή ο υπουργός, αν τρομάζει κανείς από το αποτέλεσμά της), κορυφώνεται όταν ο υλισμός και η διαλεκτική ενώνονται και συγχωνεύονται σε μία ενότητα· και αυτό όχι γιατί το επιβάλλει ένα δόγμα, αλλά εξαιτίας της ίδιας της πραγματικότητας:

– Γιατί υπάρχει μόνο ένας κόσμος, το άπειρο όλον,

– γιατί, όπως γράφει ο Ένγκελς στο Αντι-Ντίρινγκ, «η ενότητα του κόσμου συνίσταται στην υλικότητά του»13 και

– γιατί σ’ αυτόν τον έναν κόσμο κυριαρχεί η διαλεκτική: Το σύμπαν και τα πάντα σε αυτό είναι κίνηση, γέννηση και παρακμή, εξέλιξη και διαμεσολάβηση (Vermittlung)14, μετάβαση και αλληλεπίδραση.

Ιδιαίτερα οι σύγχρονες επιστήμες, οι οποίες αντανακλούν τις ανεξάντλητες μορφές κίνησης της φύσης, της κοινωνίας και της συνείδησης, έχουν προσκομίσει ένα σωρό αποδεικτικά στοιχεία γι’ αυτό· συγχρόνως, η επιστημονική φιλοσοφία, η επιστήμη των γενικών εξαρτήσεων, βρίσκει –όχι απομονωμένη, αλλά στη σχέση της με τις επιστήμες– το δικό της καθήκον στη διαλεκτική.15 Στον Ένγκελς αρέσει να αναφέρει τρεις μεγάλες ανακαλύψεις: Την ανακάλυψη του κυττάρου, τη μετατροπή της ενέργειας και την «απόδειξη ότι όλα τα οργανικά προϊόντα της φύσης που μας περιβάλλουν σήμερα, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων, είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διαδικασίας εξέλιξης από λίγα αρχικά μονοκύτταρα σπέρματα και ότι κι αυτά πάλι βγήκαν από το πρωτόπλασμα ή το λεύκωμα που σχηματίστηκε με χημικό τρόπο –μια απόδειξη που πρώτος ο Δαρβίνος διατύπωσε με συνοχή»16. Είναι απίστευτο το πώς ο Ένγκελς στεκόταν στο ύψος της εποχής του και στην πρώτη γραμμή στις διάφορες επιστήμες· αυτός ο άνθρωπος δεν είχε πάρει ούτε καν απολυτήριο Λυκείου, ενώ παράλληλα με τις υπόλοιπες δραστηριότητές του έπρεπε να κερδίζει τα απαραίτητα χρήματα όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για το φίλο του τον Μαρξ!

Ο Ένγκελς (στο έργο του Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας) κάνει λόγο για το «θεμελιώδες ερώτημα της φιλοσοφίας» και μιλάει για τη διάκριση ανάμεσα στο φιλοσοφικό υλισμό και το φιλοσοφικό ιδεαλισμό· δηλαδή: για την προσέγγιση –σε αντιστοιχία με την πραγματικότητα– της σχέσης ανάμεσα στο υλικό Είναι και τη συνείδηση από την οπτική της υλικής πλευράς. Καμιά φορά παραβλέπεται ότι σε αυτό το ίδιο έργο του ο Ένγκελς δεν πραγματεύεται μόνο το θεμελιώδες ερώτημα της φιλοσοφίας, αλλά μιλάει και για τη διαλεκτική ως τη βασική ιδέα: «Η μεγάλη βασική ιδέα ότι δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο σαν ένα σύμπλεγμα από έτοιμα πράγματα, αλλά σαν ένα σύμπλεγμα από διαδικασίες, όπου τα φαινομενικά σταθερά πράγματα, το ίδιο όπως και οι ιδεατές απεικονίσεις τους στο κεφάλι μας, οι έννοιες, περνάνε μια αδιάκοπη αλλαγή γέννησης και αφανισμού, όπου, παρόλη τη φαινομενική συμπτωματικότητα και παρόλες τις στιγμιαίες πισωδρομήσεις, επιβάλλεται τελικά μια προοδευτική εξέλιξη –αυτή η μεγάλη βασική σκέψη»17 έχει επιβληθεί σήμερα παντού. Τελοσπάντων. Στο ίδιο απόσπασμα χαρακτηρίζει την «υλιστική διαλεκτική» ως «το καλύτερό μας εργαλείο και το πιο ισχυρό μας όπλο». Αυτή, η υλιστική διαλεκτική είναι –τόσο στο γενικό όσο και στο ειδικό– η μέθοδος της επιστήμης και της επιστημονικά θεμελιωμένης και καθοδηγούμενης πράξης, είναι ο δομικός πυρήνας της σύγχρονης, της επιστημονικής κοσμοθεωρίας.

 

ΙΙ. ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ = ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Χρησιμοποιώντας άριστα τα αιχμηρά όπλα της κριτικής, ο νεαρός Μαρξ είχε γράψει ότι το όπλο της κριτικής δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κριτική των όπλων.18 Την περίοδο της επανάστασης των ετών 1848/1849, βλέπει κανείς το νεαρό Φρίντριχ Ένγκελς στο επίκεντρο της σύρραξης: Πρώτα το 1849 στο Έλμπερφελντ, στα σύνορα της Ρηνανικής Πρωσίας, στα οδοφράγματα, αλλά κυρίως μετά, στην εκστρατεία για την επιβολή του αυτοκρατορικού Συντάγματος στο βαυαρικό Παλατινάτο και στη Βάδη, ως υπασπιστής του Άουγκουστ Βίλιχ, ενός «συναισθηματικού κομμουνιστή»19, στα στρατεύματα του οποίου μάχονταν και εργάτες από το Βούπερταλ. Την πολιτική κατεύθυνση της δραστηριότητάς τους σε αυτήν την επαναστατική φάση την κατέγραψαν οι ίδιοι οι Μαρξ και Ένγκελς κατά τη διάρκεια του χειμώνα 1847-1848 στο Μανιφέστο: «Στη Γερμανία, κάθε φορά που η αστική τάξη εκδηλώνεται επαναστατικά, το κομμουνιστικό κόμμα παλεύει μαζί με την αστική τάξη ενάντια στην απόλυτη μοναρχία, ενάντια στη φεουδαρχική γαιοκτησία και το μικροαστισμό.

Όμως ούτε στιγμή δεν παραμελεί το κομμουνιστικό κόμμα να καλλιεργεί στους εργάτες μια όσο το δυνατόν πιο καθαρή συνείδηση σχετικά με την εχθρική αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο ... έτσι που, αμέσως μετά την ανατροπή των αντιδραστικών τάξεων στη Γερμανία, ν’ αρχίσει ο αγώνας ενάντια στην ίδια την αστική τάξη.»20

Η πολιτική-στρατιωτική στράτευση για το Σύνταγμα που είχε εγκριθεί από την Εθνοσυνέλευση της Φρανκφούρτης τελείωσε με ήττα· ο πρωσικός στρατός επέβαλε τη θέληση της Αντίδρασης. Ο Ένγκελς, στα έργα του Η εκστρατεία για το γερμανικό αυτοκρατορικό Σύνταγμα, Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Γερμανία κ.ά., παραπονιόταν πρωτίστως για το ότι το επαναστατικό κίνημα δεν κατάφερε να απελευθερωθεί από την παραλυτική περικύκλωση της πανταχού παρούσας μικροαστικής τάξης.

Η μικροαστική τάξη, ταλαντευόμενη, φοβισμένη και αβέβαιη, φοβόταν περισσότερο το θάρρος και το φάντασμα μιας «κόκκινης δημοκρατίας» παρά τον εχθρό. Βρισκόταν σε απελπισία. Μάταια προσπάθησαν οι Μαρξ και Ένγκελς με όλη τους την ενέργεια να στρέψουν τα στρατεύματα της δημοκρατίας και την πολιτική ηγεσία της Βάδης και του Παλατινάτου στην κατεύθυνση της Φρανκφούρτης, προκειμένου να χτυπήσουν τους ηγεμόνες που ξεσηκώνονταν ενάντια στο Σύνταγμα και να προσδώσουν εθνική διάσταση στη δημοκρατία. «Τόλμη, τόλμη και πάλι τόλμη!», φώναζε ο Νταντόν στην επαναστατική Γαλλία. Από την καθυστερημένη κατάσταση στη Γερμανία δεν προέκυψε εκείνη η πολιτική ενεργητικότητα που απαιτούνταν για τη δημιουργία ενός σύγχρονου (επαναστατικο-)δημοκρατικού εθνικού κράτους.

Σε ένα άλλο έργο του, ο Ένγκελς απέδειξε ότι η γερμανική καθυστέρηση είχε επί της ουσίας την αιτία της στην ήττα του πολέμου των χωρικών. Γενικά, τα υλιστικά ιστοριογραφικά κείμενα του Ένγκελς αναδεικνύουν στην ενότητά τους μια τόσο τεράστια και σύνθετη όσο και συναρπαστική γερμανική ιστορία, που εκτείνεται κατά κάποιον τρόπο από την προϊστορία και τον πρώιμο κομμουνισμό διαμέσου του πρώτου κρατικού σχηματισμού μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Δίπλα στη διαμόρφωση της υλιστικής διαλεκτικής και δίπλα σε αναλύσεις, απαραίτητες για την επεξεργασία πολιτικών εννοιών και την ανάλυση της τρέχουσας πραγματικότητας, γίνεται φανερό και το ζήτημα της ανατρεπτικής πολιτικής δραστηριοποίησης του λαού. «Ο γερμανικός λαός έχει κι αυτός την επαναστατική του παράδοση»21, λέει στην πρώτη πρόταση στον Πόλεμο των χωρικών.

Όπως και να ’χει, το 1849 το στρατιωτικό σώμα του Βίλιχ, το οποίο πρόσφερε κάλυψη στην οπισθοχώρηση άλλων στρατιωτικών τμημάτων, κατάφερε να προσχωρήσει μέσω του Άνω Ρήνου στην Ελβετία. Προσωπική τύχη μέσα στην πολιτική ατυχία: Ο Ένγκελς δε χρειάστηκε να διασχίσει τη Βασιλεία. Στην ταξιδιωτική αναφορά του με τίτλο «Lombardische Streifzüge» έγραφε το 1841: «Δόξα τω Θεώ, αφήσαμε πίσω μας τη Βασιλεία! ... Μια τέτοια φωλιά με όλες τις ασχήμιες του Μεσαίωνα και χωρίς τις ομορφιές του δεν μπορεί να αρέσει σε ένα νεανικό μυαλό.»22 Με μια άλλη ευκαιρία (το 1847, στην αρχή του λεγόμενου Πολέμου της Ιδιαίτερης Συμμαχίας στην Ελβετία23) είχε πάει στην Κεντρική Ελβετία: «Υπάρχουν δύο περιοχές στην Ευρώπη, όπου έχει διατηρηθεί η παλιά χριστιανογερμανική βαρβαρότητα στην πιο πρωτόγονη μορφή της, σχεδόν μέχρι του σημείου να τρώνε βελανίδια: Η Νορβηγία και οι Άνω Άλπεις, δηλαδή η αρχική Ελβετία24 ... Σε τελευταία ανάλυση, το δημοκρατικό κίνημα επιδιώκει σε όλες τις πολιτισμένες χώρες την πολιτική κυριαρχία του προλεταριάτου. Επομένως, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη προλεταριάτου· η ύπαρξη μιας κυρίαρχης αστικής τάξης· η ύπαρξη μιας βιομηχανίας, που παράγει το προλεταριάτο και φέρνει την αστική τάξη στην εξουσία. Για όλ’ αυτά δε βρίσκουμε τίποτα ... Από τη μέρα που ο πρώτος πρόγονος του Βίνκελριντ25 οδήγησε στα παρθένα λιβάδια της Λίμνης Λουκέρνης την αγελάδα του με τις αναγκαίες ειδυλλιακές κουδούνες στο λαιμό, μέχρι τη στιγμή που ο τελευταίος απόγονος του Βίνκελριντ πήρε το όπλο του με τις ευλογίες του τραγόπαπα, όλα τα σπίτια χτίζονταν με τον ίδιο τρόπο, όλες οι αγελάδες αρμέγονταν με τον ίδιο τρόπο, όλες οι πλεξούδες πλέκονταν με τον ίδιο τρόπο, όλα τα τυριά φτιάχνονταν με τον ίδιο τρόπο, όλα τα παιδιά γίνονταν με τον ίδιο τρόπο.»26

Την αγαπημένη Ελβετία την συναντάμε αργότερα σε διάφορα σημεία στα κείμενα του Ένγκελς, κυρίως σε αυτά που αφορούν στρατιωτικά ζητήματα, όπως οι αναλύσεις για την πολιτική-στρατιωτική θέση της Άνω Ιταλίας, για το πρόβλημα της Σαβοΐας και πάνω απ’ όλα για τον πόλεμο στα βουνά, για τον οποίο ο Ένγκελς δεν έκρυβε, π.χ., το θαυμασμό του για το Ρώσο στρατηγό Σουβόροφ, ενώ παραθέτει με μεγάλο σεβασμό και τον Ναπολέοντα: «Όπου περνάει μια κατσίκα, μπορεί να περάσει επίσης κι ένας άνθρωπος. Όπου περνάει ένας άνθρωπος, μπορεί επίσης να περάσει κι ένας στρατός.» Ο Ένγκελς ήταν ένας εξαιρετικός κι ενθουσιώδης στρατιωτικός θεωρητικός και στρατιωτικός ιστορικός. Όμως ήταν το ακριβώς αντίθετο ενός μιλιταριστή.

Το φθινόπωρο του 1917 ο κόσμος άκουσε το κάλεσμα του Λένιν με τίτλο «Προς όλους!» που απηύθυνε «προς τις κυβερνήσεις και τους λαούς όλων των χωρών» και με το οποίο συστήθηκε η κυβέρνηση της επαναστατικής Ρωσίας. 24 χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια της συζήτησης στο Ράιχσταγκ για το στρατιωτικό νομοσχέδιο του 1893, ο Φρίντριχ Ένγκελς δημοσίευσε στη βερολινέζικη εφημερίδα Vorwärts το πρώτο θεμελιωμένα επεξεργασμένο πρόγραμμα αφοπλισμού στην Ιστορία, υπό τον τίτλο «Μπορεί να αφοπλιστεί η Ευρώπη;»27. Ολόπλευρα διαλεκτικός (πολιτικά, στρατιωτικά, οικονομικά, κοινωνικο-ψυχολογικά), αναλύει τις διεθνείς κι εθνικές συνθήκες στην Ευρώπη και στη βάση αυτών των ερευνών υποβάλλει, χωρίς να το αναβάλλει για τη σοσιαλιστική επανάσταση, μια πρόταση, η οποία και εφικτή θα έπρεπε να είναι, και την πολιτική προοπτική της κοινωνικής προόδου να υπηρετεί.

Η Ευρώπη γνώριζε εκείνη την περίοδο μια τεράστια αύξηση εξοπλισμών. «Δεν είναι κουταμάρα να μιλάμε για αφοπλισμό; Κι όμως, σε όλες τις χώρες οι λαϊκές τάξεις, οι οποίες αποτελούν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα τη μάζα των στρατιωτών και καλούνται να πληρώσουν το μεγαλύτερο μέρος των φόρων, φωνάζουν για αφοπλισμό.»28 Τα αυξανόμενα στρατιωτικά βάρη, προβλέπει ο Ένγκελς, οδηγούν είτε σε οικονομική καταστροφή και σε καταστροφική εξάντληση των λαών είτε «σ’ ένα γενικευμένο καταστροφικό πόλεμο»29. «Δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από αυτό το αδιέξοδο, εκτός από έναν καταστροφικό πόλεμο, παρόμοιο του οποίου δεν έχουμε ξαναδεί στον κόσμο;», αναρωτιέται απελπισμένος, για να δώσει αμέσως μετά την απάντηση: «Εγώ ισχυρίζομαι ότι ο αφοπλισμός και κατά συνέπεια η διασφάλιση της ειρήνης είναι δυνατά.»30 Και μάλιστα «τώρα κιόλας», «ακόμα και για τις σημερινές κυβερνήσεις και με τη σημερινή πολιτική κατάσταση».31

Στην πολιτική δε μετράνε τα μεγάλα λόγια, αλλά τα συμφέροντα. Ο Ένγκελς αντιλαμβάνεται την ασφάλεια ως κοινή, συλλογική ασφάλεια και διατυπώνει την πρότασή του για αφοπλισμό με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη του τα συμφέροντα και τις ιδιαιτερότητες των ξεχωριστών υπαρκτών κρατών και τους συσχετισμούς δυνάμεων που αποκρυσταλλώνονται στο εσωτερικό τους, φωτίζοντας αυτήν την πρόταση και από τη στρατιωτική σκοπιά. Η ποσοτική αύξηση του στρατού δε θα μπορούσε πλέον να αντιμετωπιστεί από κανένα κράτος· γενικά, σημειώνει, το σύστημα των τακτικών στρατών είναι παράλογο και δεν προσφέρει ούτε από στρατιωτική σκοπιά κάτι, πέρα από την αντιμετώπιση του «εσωτερικού εχθρού». Η λογική, λέει, δείχνει προς μια άλλη κατεύθυνση: «Η σταδιακή μείωση της θητείας μέσα από μια διεθνή σύμβαση, που αποτελεί τον πυρήνα του συλλογισμού μου, θεωρώ ... ότι είναι ο πιο απλός και ο πιο γρήγορος δρόμος για να πραγματοποιηθεί το γενικό πέρασμα από τον τακτικό στρατό [κι εδώ έρχεται η διαλεκτική:] στον εξοπλισμό του λαού ως οργανωμένης πολιτοφυλακής.»32

Ήδη κάποια χρόνια πριν, το 1887, ο Ένγκελς είχε δει με ακρίβεια τι έμελλε να γίνει στην Ευρώπη, αν τα κράτη συνέχιζαν να κάνουν ό,τι έκαναν μέχρι τότε. Έγραφε: «Για την Πρωσία-Γερμανία τώρα πια δεν μπορεί να υπάρξει άλλος πόλεμος, εκτός από έναν παγκόσμιο πόλεμο. Και αυτός θα ήταν ένας παγκόσμιος πόλεμος με πρωτοφανείς διαστάσεις, με πρωτοφανή ένταση. Οχτώ ως δέκα εκατομμύρια στρατιώτες θα πνίγουν ο ένας τον άλλο και θα ερημώνουν ολόκληρη την Ευρώπη σε βαθμό που δεν την ερήμωσαν ποτέ ως τώρα τα σύννεφα της ακρίδας ... η κατάρρευση των παλιών κρατών και της ρουτινιασμένης κρατικής τους σοφίας –κατάρρευση που θα κάνει να πετιούνται κατά δεκάδες τα στέμματα στα πεζοδρόμια και δε θα βρίσκεται κανείς για να σηκώσει αυτά τα στέμματα ...»33

Αφότου ο παγκόσμιος πόλεμος κατέστη μια φρικτή πραγματικότητα, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, επικαλούμενη τον Ένγκελς (τον οποίο είχε γνωρίσει προσωπικά στα 22 της χρόνια, το 1893, στο Συνέδριο της Β΄ Διεθνούς στη Ζυρίχη, όπου ο Ένγκελς ήταν το κεντρικό πρόσωπο) θα διατυπώσει το μοιραίο δίλημμα της εποχής μας: «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». «Μια ματιά γύρω μας αυτήν τη στιγμή δείχνει τι σημαίνει υποτροπή της αστικής κοινωνίας στη βαρβαρότητα. Αυτός ο παγκόσμιος πόλεμος –αυτό είναι υποτροπή στη βαρβαρότητα.»34

Ταυτόχρονα, κανείς δε μας θυμίζει τόσο παραστατικά όσο ο Ένγκελς ότι η έννοια της βαρβαρότητας έχει μια διαλεκτική χροιά. Η βαρβαρότητα αποτελεί το ιστορικό και μεθοδολογικό αντιθετικό στοιχείο στον πολιτισμό. Ωστόσο, η βαρβαρότητα της «παλιάς κοινωνίας» είχε πλεονεκτήματα, τα οποία καταστράφηκαν ως τίμημα της κοινωνικής προόδου και τα οποία θα επαναφέρει μέσω της διαλεκτικής άρσης ο μελλοντικός σύγχρονος κομμουνισμός. Ο συγγραφέας της Εξέλιξης του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη θέλει μάλιστα να μας ανοίξει με τον παραστατικό του τρόπο την όρεξη για τον κομμουνισμό· έτσι, στο έργο του Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους προσδίδει στον κομμουνισμό της εποχής της βαρβαρότητας σχεδόν ουτοπικά χαρακτηριστικά:

«Χωρίς στρατιώτες, χωροφύλακες και αστυνομικούς ... χωρίς φυλακές, χωρίς δίκες, όλα τραβάνε τον κανονικό τους δρόμο. Για κάθε φιλονικία και διαφωνία αποφασίζει το σύνολο των ενδιαφερόμενων ... Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες κοινές υποθέσεις απ’ ό,τι τώρα –το νοικοκυριό είναι για μια σειρά οικογένειες κοινό και κομμουνιστικό, η γη είναι ιδιοκτησία της φυλής, μονάχα τα περιβολάκια ανήκουν προσωρινά στα νοικοκυριά– δε χρειάζεται ωστόσο ούτε ίχνος από το δικό μας φουσκωμένο και πολύπλοκο διοικητικό μηχανισμό ... Φτωχοί και άποροι δεν μπορεί να υπάρχουν ... Όλοι είναι ίσοι και ελεύθεροι –μαζί και οι γυναίκες ... Τέτοιοι ήταν οι άνθρωποι και η ανθρώπινη κοινωνία πριν γίνει ο χωρισμός σε διάφορες τάξεις ... Και η ίδια η νέα κοινωνία στα 2.500 χρόνια της ύπαρξής της δεν ήταν ποτέ τίποτε άλλο παρά η ανάπτυξη της μικρής μειοψηφίας σε βάρος της μεγάλης πλειοψηφίας που υφίσταται εκμετάλλευση και καταπίεση. Και είναι τέτοια και σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά.»35

Το βιβλίο από το οποίο έχουμε πάρει τα αποσπάσματα φέρει τη χρονολογία 1884. Εκείνη την περίοδο, ο Ένγκελς είχε μπει σχεδόν σε ηλικία συνταξιοδότησης. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για ένα στοχαστικό έργο των γηρατειών· για κάτι τέτοιο δε θα ήταν ικανός ο Ένγκελς. Όπως όλα όσα έλεγε κι έκανε ο Ένγκελς, αυτό το έργο έχει ένα λειτουργικό χαρακτήρα, εμπλουτισμένο με όλο το θησαυρό της επιστήμης. Δείχνει ότι οι κυρίαρχες σχέσεις που θεωρούνται ως «φυσικές» έχουν διαμορφωθεί ιστορικά από συγκεκριμένους παράγοντες, όπως και ότι αυτές θα ξεπεραστούν από την ιστορική αναγκαιότητα. Π.χ.: «Το κράτος λοιπόν δεν υπάρχει από καταβολής κόσμου. Υπήρξαν κοινωνίες που τα έβγαζαν πέρα χωρίς αυτό ... Σε μια ορισμένη βαθμίδα της οικονομικής εξέλιξης, που αναγκαστικά ήταν συνδεδεμένη με τη διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις, το κράτος έγινε απαραίτητο εξαιτίας αυτής της διάσπασης. Πλησιάζουμε τώρα με γοργά βήματα σε μια βαθμίδα εξέλιξης της παραγωγής, όπου η ύπαρξη αυτών των τάξεων όχι μόνο έπαψε ν’ αποτελεί ανάγκη, αλλά και γίνεται πραγματικό εμπόδιο της παραγωγής ... Η κοινωνία που οργανώνει με νέο τρόπο την παραγωγή πάνω στη βάση ελεύθερης και ίσης οργάνωσης των παραγωγών θα βάλει ολόκληρη την κρατική μηχανή εκεί όπου θα είναι τότε η θέση της: Στο μουσείο των αρχαιοτήτων, δίπλα στο ροδάνι και το μπρούντζινο τσεκούρι.»36

Δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο απόσπασμα θυμίζει την πολύ παρεξηγημένη φράση από το Μανιφέστο (στο τέλος του κεφαλαίου ΙΙ) για το χαρακτήρα της κομμουνιστικής κοινωνίας: «Στη θέση της παλιάς αστικής κοινωνίας με τις τάξεις και τις ταξικές αντιθέσεις έρχεται μια ένωση, όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων.»37 Η πλατιά σκέψη και πράξη του Φρίντριχ Ένγκελς από το Μπάρμεν κορυφώνεται στον επιστημονικό σοσιαλισμό και από αυτόν αποκτά τη συνοχή, τις προεκτάσεις και την οργάνωσή του.

Ο στόχος που υπάρχει για την ανάπτυξη της κοινωνίας –ο οποίος δεν είναι αυθαίρετος, αλλά βασίζεται στην ίδια την πραγματικότητα– λέγεται «Ελευθερία». Όπως γράφει ο Ένγκελς στην Εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη: «Μόλις η κοινωνία πάρει στην κατοχή της τα μέσα παραγωγής, καταργείται η εμπορευματική παραγωγή και μαζί της και η κυριαρχία του προϊόντος πάνω στον παραγωγό. Η αναρχία μέσα στην κοινωνική παραγωγή αντικαθίσταται από τη σχεδιασμένη συνειδητή οργάνωση.»38 Μόνο με μια «συγκεκριμένη έννοια» εγκαταλείπει ο άνθρωπος το βασίλειο των ζώων. Με ποια, αλήθεια; Στο έργο του Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου διαβάζουμε: «Το ζώο απλώς χρησιμοποιεί την εξωτερική φύση ... ο άνθρωπος την κάνει να υπηρετήσει τους σκοπούς του, την εξουσιάζει ... Σ’ αυτό βρίσκεται η τελευταία ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και στα υπόλοιπα ζώα.»39 Αυτό που σε τελευταία ανάλυση διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα ζώα είναι η ελευθερία· και η μέχρι τώρα ιστορία της ανθρωπότητας είναι η διαδικασία πραγμάτωσης της ελευθερίας, στην οποία ο κοινωνικός άνθρωπος απελευθερώνεται από την κυριαρχία της φύσης με την εξής διττή έννοια: Από τη βία της «εξωτερικής φύσης» και από την κυριαρχία της μη αντιληπτής κοινωνικής αναγκαιότητας, η οποία δρα σα μια φυσική δύναμη.

Παραμένοντας μέρος της φύσης, ο άνθρωπος προήλθε από τη φύση και βρέθηκε αντιμέτωπος με αυτήν. Σε αυτήν την αντιπαράθεση με τη φύση κατά την εργασία και την παραγωγή, ανέπτυξε την κοινωνική του ουσία, ενώ διαμορφώθηκαν –στην ιστορία της «πρωτόγονης κοινωνίας»– ιδιαίτερες κοινωνικές νομοτέλειες. Στην πορεία της Ιστορίας, ο κοινωνικός άνθρωπος άρχισε να καταλαβαίνει μαζί με τα φυσικά προτσές και τις μορφές κίνησης της δικής του κοινωνικοποίησης και τελικά, με το επιστημονικό έργο των Μαρξ-Ένγκελς και την ανάπτυξη της υλιστικής διαλεκτικής, τόσο στον τομέα της διαλεκτικής της σχέσης ανθρώπου-κοινωνίας όσο και στον τομέα της κοινωνικής εξέλιξης, ξεκλείδωσε ουσιαστικά τους μεγάλους γρίφους. Ελευθερία δε σημαίνει ότι οι νομοτέλειες, οι ουσιώδεις και αναγκαίες σχέσεις και τάσεις θα χάσουν την ισχύ τους, αλλά: Με την ολοένα αυξανόμενη ορθολογική γνώση σε συνάρτηση με τη ραγδαία επιταχυνόμενη ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών δυνάμεων θα καταστεί δυνατό, μα και αναγκαίο, να ανατραπούν οι παλιές σχέσεις κυριαρχίας: «Οι νόμοι της δικής τους κοινωνικής δράσης, που ορθώνονταν ως τώρα απέναντί τους σαν ξένοι φυσικοί νόμοι που τους εξουσίαζαν, θα χρησιμοποιούνται πια από τους ανθρώπους με πλήρη γνώση της υπόθεσης και γι’ αυτό θα υποταχτούν στην κυριαρχία τους.»40 Προχωρώντας, οι άνθρωποι μαθαίνουν να σκέφτονται τις συνέπειες των πράξεών τους και τις συνέπειες των συνεπειών και να σχεδιάζουν. Πρόκειται για μια σκληρή κι επίπονη διαδικασία που συνοδεύεται από κρίσεις και καταστροφές, ακόμα και στον τομέα της διαλεκτικής ενότητας φύσης-κοινωνίας. «Έτσι, τα γεγονότα μας θυμίζουν σε κάθε βήμα πως δεν κυριαρχούμε καθόλου πάνω στη φύση όπως ένας κατακτητής πάνω σε ξένο λαό, όπως κάποιος που θα στεκόταν έξω από τη φύση, αλλά πως ανήκουμε μέσα της και πως όλη μας η εξουσία βρίσκεται στο πλεονέκτημα που έχουμε σχετικά με όλα τ’ άλλα όντα, να γνωρίζουμε τους νόμους της και να μπορούμε να τους εφαρμόζουμε ορθά.»41

Βέβαια η απλή γνώση από μόνη της δεν αρκεί. Είναι απαραίτητη «μια ολοκληρωτική ανατροπή του υπάρχοντος τρόπου παραγωγής»42, καθώς και «το πέρασμα στην κατοχή της κοινωνίας όλων των μέσων παραγωγής»43. «Η ιστορική αποστολή του σύγχρονου προλεταριάτου είναι να πραγματώσει αυτήν την κοσμοαπελευθερωτική πράξη. Καθήκον της θεωρητικής έκφρασης του προλεταριακού κινήματος, του επιστημονικού σοσιαλισμού, είναι να εξερευνήσει τους ιστορικούς όρους και επομένως την ίδια τη φύση αυτής της κοσμοαπελευθερωτικής πράξης και έτσι να κάνει συνείδηση στην προορισμένη για δράση και σήμερα καταπιεζόμενη τάξη τους όρους και τη φύση της δράσης της.»44

Ο κοινωνικός άνθρωπος δεν είναι πλέον στο έλεος των δυνάμεων της σκοτεινής μοίρας, αλλά συνειδητό, ενεργό υποκείμενο του εαυτού του. Με τα λόγια του Ένγκελς: «Οι άνθρωποι γίνονται επιτέλους κύριοι της μορφής της κοινωνικής ζωής τους, και ταυτόχρονα κύριοι της φύσης, κύριοι του ίδιου του εαυτού τους –ελεύθεροι.» Ελευθερία και κομμουνισμός είναι ένα και το αυτό. Το μέσο για την πραγματοποίησή τους είναι η ενότητα της θεωρίας με το εργατικό κίνημα.

Η σοσιαλιστική ανατροπή, πραγματικό κίνημα ελευθερίας και προϋπόθεση για την ανάπτυξή της, δίνει τη δυνατότητα να πραγματοποιηθούν παλιότερα ιδεώδη και ουτοπίες. Δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί οποτεδήποτε απλά και μόνο ως προϊόν της επιδίωξης κάποιου δόγματος ή της έκδοσης κάποιου διατάγματος, αλλά προϋποθέτει ένα υψηλό επίπεδο ανάπτυξης των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων. Όμως τώρα, γράφει ο Ένγκελς το 1880, τώρα ήρθε η ώρα. «Η δυνατότητα να εξασφαλιστούν με την κοινωνική παραγωγή σε όλα τα μέλη της κοινωνίας όχι μόνο πέρα για πέρα αρκετοί υλικοί όροι ζωής, που θα γίνονται από μέρα σε μέρα πλουσιότεροι, μα επίσης και η πλέρια ελεύθερη ανάπτυξη και άσκηση των σωματικών και πνευματικών τους ικανοτήτων, η δυνατότητα αυτή υπάρχει τώρα για πρώτη φορά, υπάρχει όμως.»45

 

ΙΙΙ. «ΤΩΡΑ ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΣΧΕΔΟΝ ΠΕΤΥΧΕΙ»

Οι Μαρξ και Ένγκελς ήδη είχαν σχεδιάσει το περίγραμμα του πυρήνα της νέας επιστημονικής κοσμοθεωρίας και ιστορικής αντίληψης, όταν προσχώρησαν το 1847 στην «Ένωση των Δικαίων», της οποίας η καταγωγή φτάνει –διαμέσου της πρόδρομης οργάνωσης της «Ένωσης των Ίσων»– μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση. Με τη συμφωνία ορισμένων διαγραμμένων μελών έκαναν –ως γνήσιοι κομμουνιστές– ένα βήμα προς το μοναδικό σκοπό τους μέσω της υπονόμευσης της «Ένωσης». Η επιτυχία ήταν πανηγυρική. Σύντομα η Ένωση μετονομάστηκε σε «Ένωση των Κομμουνιστών» και το σύνθημά της δεν ήταν πλέον «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια», αλλά «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!». Το κοσμοϊστορικής σημασίας έργο που προέκυψε από τα κεφάλια και την πένα των Μαρξ και Ένγκελς, το οποίο θεμελίωσε επιστημονικά το νέο σύνθημα και για το οποίο ο Ένγκελς είχε πραγματοποιήσει –με τις Αρχές του Κομμουνισμού– το άμεσα προπαρασκευαστικό έργο, έφερε τον τίτλο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος και αποτέλεσε το Πρόγραμμα της διεθνούς και διεθνιστικής επαναστατικής οργάνωσης.

Κατά τη διάρκεια των επαναστατικών γεγονότων του 1848/1849, τα μέλη της «Ένωσης» πολεμούσαν με τα ξίφη, με τα λόγια ή –όπως ο Ένγκελς– και με τα δύο. Κέρδισαν πολύτιμη πείρα για την πραγματική κατάσταση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών στη Γερμανία και αλλού. Μετά την ήττα ήταν απαραίτητο να αξιολογηθούν οι νέες εμπειρίες και να εκτιμηθεί η κατάσταση, καθώς και να καθοριστεί η κατάλληλη –στις νέες συνθήκες– στρατηγική και τακτική. Μια από τις σημαντικότερες συνέπειες ήταν η ντιρεκτίβα, σύμφωνα με την οποία, σε μια επόμενη επανάσταση το εργατικό κόμμα «πρέπει να εμφανιστεί όσο το δυνατόν πιο ομόφωνο, όσο το δυνατόν πιο αυτοτελές, αν δε θέλει ξανά να το εκμεταλλευτεί η αστική τάξη και να το σύρει από πίσω της»46.

Το αμέσως επόμενο διάστημα μετά την ήττα της επανάστασης του 1848-1849, η «Ένωση των Κομμουνιστών» ανάκαμψε. Οι Μαρξ και Ένγκελς έπρεπε, ωστόσο, να αμυνθούν άμεσα ενάντια σε μια βολονταριστική και θεωρητικά-πολιτικά ξέπνοη «συνέχιση» [της επανάστασης], την οποία είχε γεννήσει ο πόνος που προκάλεσε η ήττα. Το πολιτικό θάρρος πέφτει στο κενό, όταν η πολιτική πράξη εγκαταλείπει το ρεαλιστικό κι επιστημονικό προσανατολισμό. Επιπρόσθετα στη διάσπαση που προκάλεσαν αυτές οι αντιπαραθέσεις, η οργάνωση χτυπήθηκε και από το πλήγμα που προκάλεσε η Δίκη των Κομμουνιστών της Κολονίας (1852), η οποία αποδυνάμωσε περαιτέρω τις ήδη εξασθενημένες γραμμές της. Στο τέλος του 1852 –έπειτα από αίτημα των Μαρξ και Ένγκελς– η «Ένωση των Κομμουνιστών» διαλύθηκε, κάτι που φυσικά δε σήμαινε την αναστολή οποιασδήποτε μορφής κομμουνιστικής δραστηριότητας.

Στις αρχές του 1850, οι Μαρξ και Ένγκελς ανακοίνωσαν ως βασικό καθήκον του νέου τους εγχειρήματος, της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου. Πολιτική-Οικονομική Επιθεώρηση, «μια διεξοδική κι επιστημονική εξέταση των οικονομικών συνθηκών, οι οποίες αποτελούν τη βάση ολόκληρου του πολιτικού κινήματος. Μια περίοδος φαινομενικής ακινησίας, όπως η σημερινή, πρέπει να αξιοποιηθεί για να ξεκαθαριστεί η περασμένη περίοδος της επανάστασης, ο χαρακτήρας των αγωνιζόμενων κομμάτων, οι κοινωνικές συνθήκες που καθόρισαν την ύπαρξη και τον αγώνα αυτών των κομμάτων»47. Σε αυτήν την επιθεώρηση, οι Μαρξ και Ένγκελς επισήμαναν ότι σε περιόδους «γενικής ευημερίας», σαν αυτή που μόλις είχε αρχίσει, «δεν μπορεί να γίνει λόγος για καμία επανάσταση. Μια τέτοια επανάσταση είναι δυνατή μόνο στις περιόδους στις οποίες αυτοί οι δύο παράγοντες, οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις και οι αστικές μορφές παραγωγής, έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους ... μια νέα επανάσταση είναι δυνατή μόνο ως συνέπεια μιας νέας κρίσης».48 Και το 1859 ο Ένγκελς, κοιτάζοντας προς τα πίσω, γράφει στη βιβλιοκρισία του έργου του Μαρξ Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας: «Η Επανάσταση του Φλεβάρη έφερε το κόμμα μας στην πολιτική σκηνή και κατέστησε έτσι αδύνατη την επιδίωξη καθαρά επιστημονικών σκοπών ... Όταν μετά από την ήττα της επανάστασης του 1848-1849 ήρθε η στιγμή που η επίδραση στη Γερμανία από το εξωτερικό γινόταν όλο και πιο αδύνατη, το κόμμα μας εγκατέλειψε το πεδίο των διενέξεων των προσφύγων στη χυδαία δημοκρατία, γιατί αυτή ήταν η μοναδικά δυνατή δράση που επέμενε. Κι ενώ η χυδαία δημοκρατία ασχολιόταν κατά βούληση με αυτές τις διενέξεις ... το κόμμα μας ήταν ευχαριστημένο γιατί βρήκε ξανά λίγη ησυχία για να μελετήσει. Είχε το μεγάλο πλεονέκτημα ότι είχε ως θεωρητική βάση μια καινούργια επιστημονική αντίληψη της οποίας η επεξεργασία τού έθετε πολλά καθήκοντα.»49 Για παράδειγμα, ο ίδιος ο Ένγκελς έγραψε Τον πόλεμο των χωρικών στη Γερμανία σε άμεση –ως προς το περιεχόμενο– σύνδεση με τα χρόνια της επανάστασης.

Το 1885 (ο Μαρξ είχε πεθάνει το 1883), ο Ένγκελς συνόψισε με μια άρτια συμπύκνωση των ουσιαστικών ζητημάτων το μεγάλο χρονικό διάστημα από τα μέσα της δεκαετίας μέχρι τη στιγμή που ο «σοσιαλιστικός νόμος» (Sozialistengesetz)50 έδειξε πώς είχαν αλλάξει οι συνθήκες στη Γερμανία. Ενδεικτικά παραθέτω το εξής: «Μια γενιά μας χωρίζει τώρα από κείνη την εποχή. Τότε η Γερμανία ήταν χώρα της χειροτεχνίας και της οικιακής βιομηχανίας που στηριζόταν στη χειρωνακτική εργασία. Τώρα είναι μια μεγάλη βιομηχανική χώρα που βρίσκεται ακόμα σε διαρκή βιομηχανική επανάσταση. Τότε έπρεπε να ψάξουμε να βρούμε έναν-έναν τους εργάτες που κατανοούσαν τη θέση τους σαν εργάτες και την ιστορικο-οικονομική αντίθεσή τους με το κεφάλαιο, και αυτό γιατί η αντίθεση δημιουργούνταν τότε για πρώτη φορά ... Ο Βίσμαρκ είναι διαιτητής στην Ευρώπη, έξω από τα γερμανικά σύνορα. Όμως μέσα στη χώρα μεγαλώνει, κάθε μέρα και πιο απειλητικό, το αθλητικό παράστημα του γερμανικού προλεταριάτου, που πρόβλεψε ο Μαρξ από το 1844.»51

Ακόμα μία φορά, οχτώ χρόνια αργότερα –σε συνθήκες όπου και η βιομηχανία, αλλά και το εργατικό κίνημα είχαν δυναμώσει ακόμα περισσότερο ενώ, παρεμπιπτόντως, ο σοσιαλιστικός νόμος αποτελούσε πια παρελθόν– ο 73χρονος Ένγκελς αναφέρθηκε, σε μια επιστολή σ’ έναν Άγγλο φίλο του, στην ιστορία της ελευθερίας και συμπέρανε ότι «τώρα το έχουμε σχεδόν πετύχει»52. Ήδη δύο χρόνια νωρίτερα ήταν σίγουρος ότι «το μέλλον, το εγγύς μέλλον ανήκει στη σοσιαλιστική Γερμανία»53 και μάλιστα κάτω απ’ όλες τις ενδεχόμενες περιστάσεις: «Η ειρήνη διασφαλίζει τη νίκη του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος σε περίπου δέκα χρόνια. Ο πόλεμος θα φέρει για το κόμμα είτε τη νίκη σε δύο με τρία χρόνια είτε την ολοκληρωτική καταστροφή για τουλάχιστον δεκαπέντε με είκοσι χρόνια.»54

Το 1895, λίγο πριν το θάνατό του, ο Ένγκελς συνόψισε στην Εισαγωγή της νέας έκδοσης του έργου του Μαρξ Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850 την ευδοκίμηση της υλιστικής-διαλεκτικής ιστοριογραφίας και την επαναστατική ιστορία από την επανάσταση του ’48 ως εξής: «Μία και μόνη μακρόχρονη και γεμάτη εναλλαγές επαναστατική περίοδο.»55 Αναλύει τα δικά του λάθη και τους ραγδαία μεταβαλλόμενους όρους της πάλης, καθώς και τους όρους της πραγματικής δυνατότητας της προλεταριακής επανάστασης, αλλά και, όσον αφορά την τεχνική και την τακτική, τις νέες μορφές και μέσα της στρατιωτικής δράσης: «Αν άλλαξαν οι όροι για τους πολέμους ανάμεσα στα έθνη, άλλαξαν όχι λιγότερο και για τον ταξικό αγώνα.»56 Επίσης: Ποιες είναι οι συνέπειες από την «ολοκληρωτική ανατροπή ολόκληρης της πολεμικής τέχνης ... κάνοντας αδύνατο κάθε άλλον πόλεμο, εκτός από έναν παγκόσμιο πόλεμο που θα ’ναι σε ανήκουστο βαθμό φρικαλέος και που η έκβασή του δεν μπορεί καθόλου να υπολογιστεί».57

Το κείμενο μας αφήνει μια πολυπλεύρως βαριά κληρονομιά. Η προσεκτική και κριτική ανάγνωση μάς ρίχνει απευθείας μέσα στα μεγάλα προβλήματα και την εννοιολογική-στρατηγική αμηχανία του επαναστατικού σοσιαλισμού της εποχής μας. Πώς είναι δυνατό στις σημερινές συνθήκες το αναγκαίο πέρασμα στο σοσιαλισμό;

Ο Ένγκελς εξυμνεί την ικανότητα των εργατών στη Γερμανία να μετατρέψουν, μέσα στη συνθετότητα της επαναστατικής στρατηγικής, το καθολικό δικαίωμα ψήφου από ένα απατηλό μέσο της αστικής τάξης σε ένα δικό τους μεγάλο όπλο πάλης, το οποίο η Αντίδραση φοβάται περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα. Όμως, σε επιστολές του προς τον Κάουτσκι και κυρίως προς τον Λαφάργκ, αντιστέκεται σθεναρά στις απόπειρες να τον βγάλουν γενικά πασιφιστή επικαλούμενοι την παραπάνω άποψή του, αλλά και με το να αποκρύπτουν συγκεκριμένα αποσπάσματα.58 Το «δικαίωμα στην επανάσταση» είναι αδιαμφισβήτητο. Ωστόσο, η επαναστατική ανυπομονησία και το «τώρα το έχουμε σχεδόν πετύχει» φαίνονται να τον συνοδεύουν υπογείως:

«Τα δύο εκατομμύρια εκλογείς που στέλνει [η γερμανική σοσιαλδημοκρατία] στις κάλπες, μαζί με τους νέους και τις νέες που τους ακολουθούν σα μη εκλογείς, αποτελούν την πιο πολυάριθμη, την πιο συμπαγή μάζα, την αποφασιστική “δύναμη κρούσης” του διεθνούς προλεταριακού στρατού ... Για να εξαφανίσουν από το πρόσωπο της Γης με τουφεκισμούς ένα κόμμα που αριθμεί εκατομμύρια, δε θα έφταναν όλα τα οπισθογεμή τουφέκια της Ευρώπης και της Αμερικής.»59

Είναι αλήθεια, δυστυχώς, ότι λόγω του ξεχειλίσματος του ενθουσιασμού του, ο Ένγκελς γλιστρά ξαφνικά στη γλώσσα του αυτοματισμού (σύμφωνα με τον οποίο ο σοσιαλισμός, αν τα πράγματα συνεχίσουν να εξελίσσονται στην ίδια κατεύθυνση, έρχεται από μόνος του) όταν εισάγει στη συνέχεια τις μοιραίες λέξεις «αυθόρμητα» και «από μόνοι τους». Μάλλον όμως καταλαβαίνει ότι απατάται και αμέσως διορθώνει, μέσα από το χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Η ομαλή ανάπτυξη όμως θα εμποδιζόταν, η “δύναμη κρούσης” δε θα ήταν ίσως διαθέσιμη στην κρίσιμη στιγμή, η αποφασιστική μάχη θα καθυστερούσε, θα τραβούσε σε μάκρος και θα στοίχιζε βαρύτερες θυσίες.»60 Σε κάθε περίπτωση: Προς το παρόν, λέει ο Ένγκελς, η νομιμότητα και η νομιμοφροσύνη επιδρούν παραδόξως τόσο έντονα υπέρ της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας, που οι υπερασπιστές της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων αναγκάζονται να απεργάζονται άλλου είδους μέτρα: «Τη σοσιαλιστική ανατροπή, που ακριβώς τώρα την ωφελεί τόσο πολύ η τήρηση των νόμων, δεν μπορούν να την χτυπήσουν παρά με μια ανατροπή από τα κόμματα της τάξης ... παραβίαση του Συντάγματος, δικτατορία...»61 Πράγματι. Ο Ένγκελς εδώ όρισε με ακρίβεια ένα βασικό κίνητρο και μια βασική πλευρά του μελλοντικού φασισμού.

Τις πιο σημαντικές και πιο ζωντανές αναμνήσεις από τη δραστήρια ζωή του τις έδωσε ο Ένγκελς στην επιστολή που έστειλε από το Λονδίνο σ’ ένα γεωλόγο φίλο του στις 11 Απρίλη 1893. Πρόκειται για μια από τις πιο εκπληκτικές επιστολές στην παγκόσμια Ιστορία:

 «Χαίρομαι που απολαμβάνετε τη ζωή σας ως τοπογράφος με τόσο ενθουσιασμό ... Κάτι τέτοιο θα το απολάμβανα κι εγώ για ένα μικρό χρονικό διάστημα, αλλά μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Μακροπρόθεσμα, δε θα μπορούσα να αντέξω χωρίς την κινητικότητα μιας μεγάλης πόλης. Πάντα ζούσα σε μεγάλες πόλεις. Η φύση είναι μεγαλειώδης και πάντα μου αρέσει να επιστρέφω σε αυτή για να βγαίνω για λίγο έξω από το ρου της κίνησης της Ιστορίας, αλλά η Ιστορία μού φαίνεται ακόμα πιο μεγαλειώδης από τη φύση. Η φύση χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια για να παράξει όντα με συνείδηση και τώρα αυτά τα συνειδητά όντα χρειάζονται χιλιάδες χρόνια για να δράσουν από κοινού συνειδητά· συνειδητά όχι μόνο ως προς τις ενέργειές τους ως άτομα, αλλά και ως προς τη δράση τους ως μάζα· δρώντας μαζί και από κοινού, επιδιώκοντας ένα στόχο που έχουν ορίσει από πριν. Τώρα, αυτό το έχουμε σχεδόν πετύχει. Και το να παρακολουθώ αυτήν τη διαδικασία, αυτήν την προσεγγιζόμενη δημιουργία κάποιου πράγματος που δεν έχει υπάρξει ποτέ μέχρι τώρα στην ιστορία της Γης μας, είναι για μένα ένα θέαμα που αξίζει την παρατήρηση και που σ’ ολόκληρη τη ζωή μου δεν μπόρεσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. 
Αλλά είναι κουραστικό, ιδιαίτερα αν κάποιος πιστεύει ότι είναι προορισμένος να συμμετάσχει σ’ αυτήν τη διαδικασία· γι’ αυτό, η μελέτη της φύσης αποδεικνύεται μεγάλη ανακούφιση και φάρμακο. Σε τελική ανάλυση, η φύση και η Ιστορία αποτελούν τα δύο στοιχεία μέσα από τα οποία ζούμε, δρούμε και υπάρχουμε.

 Θερμούς χαιρετισμούς απ’ όλους τους φίλους εδώ.
Πάντα δικός σας,
Φρίντριχ Ένγκελς.»62

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Wolf Dieter Gudopp είναι Γερμανός φιλόσοφος. Το 1973 αναδείχτηκε σε διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Βασιλείας με μία διατριβή πάνω στο έργο του Αυστρο-ισραηλινού φιλοσόφου της θρησκείας Martin Mordechai Buber (1878-1965). Στη συνέχεια διορίστηκε στο Πανεπιστήμιο Φίλιπς του Μάρμπουργκ, απ’ όπου απολύθηκε το 1975, μετά από απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού του κρατιδίου της Έσσης, σε εφαρμογή του Διατάγματος περί Ριζοσπαστών (Radikalenerlass) που είχε ψηφίσει η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Βίλι Μπραντ στις 28 Γενάρη 1972 με διακηρυγμένο στόχο την περιφρούρηση του κρατικού μηχανισμού και της εκπαίδευσης από «εξτρεμιστικά» στοιχεία (υπενθυμίζεται ότι από το 1956 είχε τεθεί εκτός νόμου το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα). To 1979 αναδείχτηκε σε υφηγητή (Privatdozent) της Φιλοσοφίας.
Το άρθρο αναδημοσιεύεται μεταφρασμένο από το περιοδικό Weißenseer Blätter, Νο. 4/2000, σελ. 3-15.

1. Σ.τ.Μ.: Ως Φρειδερίκος ο Μέγας αποκαλείται ο βασιλιάς της Πρωσίας, Φρειδερίκος Β΄ (1712-1786). Οι ικανότητές του στη στρατιωτική τέχνη και στη διπλωματία, σε συνδυασμό με το απαράμιλλο διανοητικό και σωματικό του σθένος, του προσέδωσαν την προσωνυμία «Μέγας». Μέσω αυτού του χαρακτηρισμού του Ένγκελς, του οποίου το μικρό όνομα είναι Φρίντριχ ή, αλλιώς, Φρειδερίκος, ο συγγραφέας τού αποδίδει εμμέσως αυτά ακριβώς τα χαρίσματα.

2. Φρίντριχ Ένγκελς, «Εισαγωγή», Η διαλεκτική της φύσης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2001, σελ. 4-5.

3. Σ.τ.Μ.: Με αυτόν τον όρο έχουν μείνει γνωστοί οι πόλεμοι ενάντια στην κυριαρχία της Γαλλίας και του Ναπολέοντα στην Κεντρική Ευρώπη το διάστημα 1813-1815.

4. Σ.τ.Μ.: Με τα διατάγματα του Κάρλσμπαντ, που εκδόθηκαν τον Αύγουστο του 1819, εντάθηκε η λογοκρισία στο γερμανικό Τύπο και ο έλεγχος στις φοιτητικές αδελφότητες.

5. Σ.τ.Μ.: Το Συνέδριο της Βιέννης έλαβε χώρα το 1814-1815· είναι αυτό στο οποίο οι μονάρχες της Ευρώπης καθόρισαν το χάρτη και την ισορροπία δυνάμεων στην ήπειρο μετά την ήττα του Ναπολέοντα.

6. Σ.τ.Μ.: Η Γερμανική Ιδεολογία αποτελείται από ένα σύνολο χειρόγραφων που γράφτηκαν τα έτη 1845-1846 κυρίως από τους Μαρξ και Ένγκελς και δευτερευόντως από τους Μόζες Χες, Γιόζεφ Βάιντεμαγιερ και Ρόναλντ Ντάνιελς. Το σύνολο των κειμένων δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά μόλις το 1932 στην ΕΣΣΔ από το Ινστιτούτο Μαρξ - Ένγκελς - Λένιν. Μαζί με τις Θέσεις για τον Φόιερμπαχ –που γράφηκαν το 1845 και δημοσιεύτηκαν το 1888 από τον Ένγκελς ως παράρτημα στο έργο του Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας– αποτελούν θεμελιακά έργα του ιστορικού υλισμού.

7. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμ. Α΄, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 1997, σελ. 60.

8. Ό.π., σελ. 67, 68.

9. Ό.π., σελ. 81-82.

10. Φρίντριχ Ένγκελς, Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007, σελ. 44.

11. Φρίντριχ Ένγκελς, Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007, σελ. 64.

12. Φρίντριχ Ένγκελς, Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007, σελ. 64.

13. Φρίντριχ Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2006, σελ. 55.

14. Σ.τ.Μ.: Με το χεγκελιανής καταγωγής γερμανικό όρο Vermittlung εννοείται εδώ η κίνηση των φυσικών και κοινωνικών φαινομένων που προκύπτει από την ανάπτυξη και την επίλυση των αντιθέσεων.

15. Φρίντριχ Ένγκελς, Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 75 κ.ε.

16. Φρίντριχ Ένγκελς, Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007, σελ. 48.

17. Ό.π., σελ. 46.

18. Καρλ Μαρξ, Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας, του κράτους και του δικαίου, εκδ. Παπαζήση, 1978, σελ. 24.

19. Φρίντριχ Ένγκελς, «Για την ιστορία της Ένωσης των Κομμουνιστών», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 6/2010, σελ. 104.

20. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1994, σελ. 68.

21. Φρίντριχ Ένγκελς, Ο πόλεμος των χωρικών στη Γερμανία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1991, σελ. 39.

22. Marx - Engels Werke, Ergänzungsband II, τόμ. 41, σελ. 150.

23. Σ.τ.Μ.: Το 1847, επτά καθολικά καντόνια διαμόρφωσαν τη λεγόμενη Ιδιαίτερη Συμμαχία (Sonderbund) για να προστατεύσουν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους ενάντια στην κυοφορούμενη συγκεντροποίηση της εξουσίας στην Ελβετία. Στον εμφύλιο πόλεμο που προέκυψε, η Ιδιαίτερη Συμμαχία ηττήθηκε και έτσι προέκυψε το ομόσπονδο ελβετικό κράτος.

24. Σ.τ.Μ.: Ως αρχική Ελβετία (Urschweiz) νοούνται τα καντόνια Ούρι, Σβιτς και Ούντερβαλντεν.

25. Σ.τ.Μ.: Ο Άρνολντ φον Βίνκελριντ (Arnold von Winkelried) είναι ένας μυθικός ήρωας της ελβετικής ιστορίας.

26. Marx - Engels Werke, τόμ. 4, σελ. 391 και

27. Σ.τ.Μ.: Με αυτό το κείμενο ο Ένγκελς προσπάθησε να παρέμβει στη σχετική συζήτηση που λάμβανε χώρα στη Γερμανία με αφορμή τη συζήτηση του στρατιωτικού νομοσχεδίου στο Ράιχσταγκ. Βασική επιδίωξή του ήταν να αντιπαλέψει τη δημιουργία τακτικών στρατών που εξελισσόταν σε όλα τα κράτη εκείνη την περίοδο και να προβάλει στη θέση τους το αίτημα για οπλισμό του λαού και δημιουργία αντίστοιχων πολιτοφυλακών, οι οποίες από τη μια θα αρκούσαν για την περιφρούρηση της γεωγραφικής επικράτειας της κάθε χώρας και από την άλλη θα αποτελούσαν ένα μαζικό σχολείο για τη χρήση όπλων από τους εργάτες, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάκτηση –όταν οι συνθήκες το ευνοήσουν– της εργατικής εξουσίας.

28. Marx - Engels Werke, τόμ. 22, σελ. 373.

29. Ό.π., σελ. 371.

30. Marx - Engels Werke, τόμ. 22, σελ. 373.

31.Ό.π., σελ. 371.

32. Marx - Engels Werke, τόμ. 22, σελ. 371.

33. Marx - Engels Werke, τόμ. 21, σελ. 350 κ.ε. Σ.τ.Μ.: Ο Λένιν παραθέτει αυτό το απόσπασμα στο κείμενό του με τίτλο «Προφητικά λόγια», Άπαντα, τόμ. 36, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 472-473.

34. Μπροσούρα του Γιούνιους, κεφ. 1.

35. Φρίντριχ Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2016, σελ. 117-120.

36. Φρίντριχ Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2016, σελ. 214-215.

37. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1994, σελ. 51.

38. Φρίντριχ Ένγκελς, Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 105.

39. Φρίντριχ Ένγκελς, «Εισαγωγή», Η διαλεκτική της φύσης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2001, σελ. 158-159.

40.Φρίντριχ Ένγκελς, Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 106.

41. Φρίντριχ Ένγκελς, «Εισαγωγή», Η διαλεκτική της φύσης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2001, σελ. 159.

42. Ό.π., σελ. 161.

43. Φρίντριχ Ένγκελς, Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 102.

44. Ό.π., σελ. 109.

45. Ό.π., σελ. 105.

46. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, «Προσφώνηση της Κεντρικής Επιτροπής προς την Ένωση των Κομμουνιστών (Μάρτης 1850)», Διαλεχτά Έργα, τόμ. 1, σελ. 110.

47. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, «Διακήρυξη της “Νέας Εφημερίδας του Ρήνου. Πολιτική-Οικονομική Επιθεώρηση”», Γενάρης 1850, στη γερμανική συλλογή έργων των Μαρξ-Ένγκελς, Marx-Engels Werke (MEW), τόμ. 7, σελ. 5.

48. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, «Ανασκόπηση (Μάης-Οκτώβρης 1850)», στο Φρίντριχ Ένγκελς, Κείμενα για την Οικονομία και την Πολιτική, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2010, σελ. 55.

49. Φρίντριχ Ένγκελς, «Η “Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας” του Καρλ Μαρξ», στο: Καρλ Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2013, σελ. 364-365.

50. Σ.τ.Μ: Ο «σοσιαλιστικός νόμος», που ήταν σε ισχύ στη Γερμανία το διάστημα 1878-1890, έθετε ουσιαστικά εκτός νόμου το σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα, απαγόρευε οποιαδήποτε οργάνωση διέδιδε τις ιδέες του, ενώ απαγόρευε την κυκλοφορία όλων των εφημερίδων που συνδέονταν άμεσα ή έμμεσα με αυτό.

51. Φρίντριχ Ένγκελς, «Για την ιστορία της Ένωσης των Κομμουνιστών», Διαλεχτά Έργα, τόμ. 2, σελ. 411-412.

52. Φρίντριχ Ένγκελς, «Engels an George William Lamplugh in Port Erin», Απρίλης 1893, στη γερμανική συλλογή έργων των Μαρξ-Ένγκελς, Marx-Engels Werke (MEW), τόμ. 39, σελ. 63.

53. «Ο σοσιαλισμός στη Γερμανία», στο ό.π., τόμ. 22, σελ. 253.

54. Ό.π., σελ. 256.

55. Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2012, σελ. 12.

56. Ό.π., σελ. 28.

57. Ό.π., σελ. 19-20.

58. Σ.τ.Μ.: Για την προσπάθεια να παρουσιαστεί ο Ένγκελς ως οπαδός του αστικού ειρηνικού κοινοβουλευτισμού, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο έχει αξιοποιηθεί γι’ αυτόν το σκοπό η διαστρέβλωση της Εισαγωγής του Ένγκελς στο έργο του Μαρξ Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, βλ. «Με τον Ένγκελς ενάντια στον Ένγκελς», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 5/2018.

59. Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2012, σελ. 30-31.

60. Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2012, σελ. 31.

61. Ό.π., σελ. 32.

62. Η επιστολή περιλαμβάνεται στη γερμανική συλλογή έργων των Μαρξ-Ένγκελς, Marx-Engels Werke (MEW), τόμ. 39, σελ. 63.