Για την ολόπλευρη στήριξη της παρέμβασής μας στα σχολεία


του Τμήματος Παιδείας & Έρευνας της ΚΕ του ΚΚΕ

Το κείμενο αυτό συζητήθηκε πρώτη φορά πριν την εκδήλωση της πανδημίας του κορονοϊού, η εξέλιξη της οποίας δεν αναιρεί, αντίθετα επιβεβαιώνει τη σημασία και το σκοπό του κειμένου: Να θέσει στο επίκεντρο της προσοχής το πώς θα γίνουμε πιο ικανοί στην προώθηση της πολιτικής πρότασης του Κόμματος στους χώρους των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Οπωσδήποτε, η εξέλιξη των πραγμάτων και στα σχολεία, δηλαδή η απόφαση για αναστολή της λειτουργίας τους από τα μέσα Μάρτη και το άνοιγμα Γυμνασίων και Λυκείων το Μάη, η διαχείριση της κατάστασης από την πλευρά του αστικού κράτους, η κατάθεση ενός νομοσχεδίου από το υπουργείο Παιδείας που επιταχύνει αλλαγές προς ένα «σχολείο της αγοράς» κ.ά. δίνουν τη δυνατότητα εμπλουτισμού της πείρας μας και για τη χάραξη του σχεδιασμού μας στο επόμενο διάστημα.

Η πραγματικότητα πάντως έχει τη δυναμική της, η οποία καθορίζεται κατά βάση από την εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης, διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα.

Η νέα αυτή κατάσταση θέτει σύνθετα καθήκοντα στους αντίστοιχους κομματικούς και ΚΝίτικους καθοδηγητικούς κρίκους. Η απάντηση στην «επόμενη μέρα» και για το Κόμμα και την ΚΝΕ εμπεριέχει και τη συζήτηση και άντληση συμπερασμάτων της αμέσως προηγούμενης περιόδου της πανδημίας, αλλά και αυτής που ζούμε σήμερα.

Οπωσδήποτε, το κείμενο αυτό δεν επιδιώκει να δώσει απαντήσεις για όλα τα ζητήματα.

Το καθήκον με το οποίο κατά βάση αναμετριέται είναι να συμβάλει στην προσπάθεια να αποτυπώνονται οι στρατηγικές επεξεργασίες μας στο περιεχόμενο της καθοδήγησης των κομματικών και ΚΝίτικων δυνάμεων.

Φυσικά, δεν είναι λίγα αυτά που έχουμε πετύχει στους χώρους αυτούς, ενώ και οι δυσκολίες, όταν επιμένουμε να βγάζουμε ουσιαστικά συμπεράσματα από αυτές, συμβάλλουν στην επεξεργασία της πείρας μας.

Σε κάθε περίπτωση, στο χώρο των σχολείων συγκεντρώνονται: α) Ένα πολύ σημαντικό τμήμα νεολαίας, μαθητές Γυμνασίων και Λυκείων, αλλά και μικρότερες ηλικίες (Δημοτικού και νηπιαγωγείου) κατά τις οποίες διαμορφώνονται πρώτες στάσεις για τη ζωή. β) Χιλιάδες εκπαιδευτικοί (διαφορετικών εργασιακών σχέσεων) με κοινό χαρακτηριστικό ότι επιδρούν καθημερινά στη συνείδηση των μαθητών, με τις αντιλήψεις τους που προφανώς απηχούν την επίδραση της κυρίαρχης ιδεολογίας συνολικά, με το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων, με το ιδεολογικό και γνωστικό απόθεμα του αστικού πανεπιστημίου που διαθέτουν. γ) Οι γονείς των μαθητών, που δεν έχουν ενιαία ταξική θέση κι εκφράζουν διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές προσεγγίσεις για το τι συμβαίνει στα σχολεία.

Στα σχολεία διεξάγεται καθημερινά έντονη πολιτική και ιδεολογική παρέμβαση της αστικής τάξης μέσω ενός σύνθετου πλέγματος μηχανισμών και παραγόντων. Αναπαράγεται, διαδίδεται, εκλαϊκεύεται κι εξειδικεύεται η –ούτως ή άλλως κυρίαρχη– αστική ιδεολογία. Το περιεχόμενο του σχολείου επικαιροποιείται στη βάση των εκάστοτε ιεραρχήσεων και προτεραιοτήτων του κεφαλαίου για να υπηρετήσει τους βασικούς σκοπούς της εκπαίδευσης: Την προετοιμασία της αυριανής εργατικής δύναμης για να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής και την ανάγκη αποδοχής και συναίνεσης στην πολιτική των αστικών κυβερνήσεων, των ιμπεριαλιστικών οργανισμών.

Όμως η εμβέλεια αυτής της παρέμβασης εξαρτάται και από την κατάσταση της ταξικής πάλης και του κινήματος, από το Κομμουνιστικό Κόμμα, από την προσπάθεια που γίνεται σε αυτό το έδαφος να οργανωθούν οι διεκδικήσεις, από το επίπεδο της ιδεολογικής και πολιτικής διαπάλης που διεξάγεται στο πλαίσιο του σχολείου, με κομβική τη σημασία της παρέμβασης των κομμουνιστών εκπαιδευτικών1.

Αυτό ακριβώς επιδιώκουμε να ενισχύσουμε με το παρόν κείμενο. Να φωτίσουμε δηλαδή καλύτερα πώς πλευρές των επεξεργασιών του Κόμματος, η εξειδίκευση του Προγράμματός του με τις θέσεις για την προσχολική αγωγή και για το ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο μπορούν να ενισχύσουν τη διάθεση ενός ευρύτερου τμήματος νέων και εργαζόμενων να σκέφτονται και να διεκδικούν με βάση τις σύγχρονες ανάγκες και δυνατότητες της εποχής μας. Να διαμορφώνεται ταξικό πολιτικό κριτήριο τοποθέτησης απέναντι στις εκάστοτε κυβερνητικές αποφάσεις, να γίνονται βήματα κατανόησης ότι το πρόβλημα της παιδείας με όλες τις εκδηλώσεις του είναι ταξικό-πολιτικό πρόβλημα, ότι προϋπόθεση για να βαδίσει σε πορεία λύσης –από τη σκοπιά των λαϊκών αναγκών– είναι να λυθεί το πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας, το ποια κοινωνική τάξη βρίσκεται στην εξουσία.

Θέτουμε εισαγωγικά την εξής επισήμανση: Όπως σε κάθε χώρο, έτσι και στο σχολείο, στην παρέμβαση των κομμουνιστών πρέπει να κυριαρχεί η δημιουργική ανησυχία για το πώς θα ανοίγονται νέοι δρόμοι επικοινωνίας με ευρύτερες λαϊκές και νεανικές δυνάμεις, να στερεώνονται και να συσφίγγονται πολιτικοί και αγωνιστικοί δεσμοί με κόσμο μέσα και γύρω από το σχολείο, κόσμο που προβληματίζεται και αγωνιά. Τελικά να ενισχύεται η επίδραση της πρότασης διεξόδου του ΚΚΕ για την εκπαίδευση, την κοινωνία. Αναγκαία προϋπόθεση είναι τα στελέχη και τα μέλη του Κόμματος και της ΚΝΕ «να μην αφήνουν τίποτα να πέσει κάτω», να είναι μπροστά στην οργάνωση διεκδικήσεων, αντιστάσεων, πολυθεματικών και πολύμορφων πρωτοβουλιών, να προβάλλουν και να εξηγούν με επιχειρήματα τη διεκδίκηση των σύγχρονων αναγκών. Να έχουν καλή γνώση των εξελίξεων τόσο στην παιδεία όσο και γενικότερα, κάτι που η ίδια η πείρα δείχνει ότι αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα καταξίωσης των κομμουνιστών.

Μόνο με την έμπρακτη δραστηριότητα για όλα ανεξαιρέτως τα ζητήματα που προβληματίζουν μπορεί ένας κομμουνιστής να κατακτήσει την αναγνώριση από ευρύτερες μάζες, να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους κι έτσι πιο εύκολα να γειώνει τον προβληματισμό μιας οπωσδήποτε «μέσης συνείδησης» (εφόσον μιλάμε για ευρύτερες μάζες) με την πολιτική του Κόμματος. Από αυτήν την άποψη και δεδομένης της στάθμης του κινήματος σήμερα, αλλά και του γενικότερου πολιτικού συσχετισμού, θεωρούμε ότι πρέπει να κατανοηθεί ολόπλευρα ότι δεν μπορεί να αναπαράγεται σχηματικά μια αντίληψη περί «μικρών και μεγάλων προβλημάτων». Κάθε πρόβλημα για τη λύση του οποίου κινητοποιείται μικρότερος ή μεγαλύτερος αριθμός μαζών είναι «μεγάλο». Για «μικροπράγματα» δεν κινητοποιείται κανείς εύκολα...

Τα παραπάνω δε συνιστούν μια από τις πολλές ικανότητες που πρέπει να έχουμε ως κομμουνιστές. Συνιστά την ουσία της «κομμουνιστικής ταυτότητας», δηλαδή του οργανωτή μαζών που είναι βγαλμένος από τα σπλάχνα του λαού, που γνωρίζει δηλαδή τις λαϊκές ανησυχίες, την εξέλιξη της κυβερνητικής πολιτικής σε κάθε χώρο και μπαίνει μπροστά για την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων. Χωρίς αυτόν τον παράγοντα η ιδεολογική και πολιτική δουλειά θα είναι αποσπασματική και «στον αέρα».

Επικεντρώνουμε στο σχολείο και σε ό,τι συμβαίνει στο εσωτερικό του. Δηλαδή αυτό σημαίνει για την κάθε πλευρά: Στο σύλλογο εκπαιδευτικών, στο σύλλογο γονιών, στα 5μελή και 15μελή –δηλαδή το κάθε κομματικό και ΚΝίτικο μέλος να δοκιμάζεται στην πράξη όχι μόνο ή κύρια στην αντιπαράθεση με τις άλλες οργανωμένες δυνάμεις, αλλά από τα κάτω, εκεί που επιδρά η κυρίαρχη ιδεολογία και φυσικά και οι θέσεις των άλλων δυνάμεων. Χωρίς να χάνουμε το εύρος που μας δίνει η δουλειά μας με άξονα τα σωματεία, τα συντονιστικά, τις ενώσεις που μας βοηθούν να παρεμβαίνουμε και εκεί που δεν έχουμε από μέσα δυνάμεις, είναι απολύτως απαραίτητο να αποτιμούμε τη δράση μας στα χιλιάδες σχολεία στα οποία συγκεντρώνεται –όπως είπαμε και παραπάνω– ένας τεράστιος αριθμός παιδιών και γονιών εργατικών και λαϊκών οικογενειών.

Αν μάλιστα δουλέψουμε έτσι, θα γίνει πιο εύστοχη και η αντιπαράθεσή μας με τις άλλες δυνάμεις, θα ασκήσουμε ακόμα μεγαλύτερη πίεση. Θα δημιουργούνται όροι απόσπασης δυνάμεων ή και αγωνιστικής συμπόρευσης. Γιατί άλλωστε οι συσχετισμοί που εκφράζονται σε διάφορες δομές (σωματεία, ενώσεις γονέων κ.α.) αποτυπώνουν τη σκέψη και τη συνείδηση στο πρωτοβάθμιο επίπεδο, στο σχολείο.

 

ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Α. Σταθερή πυξίδα ανάλυσης των εξελίξεων στα σχολεία αποτελούν τα ντοκουμέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων ιμπεριαλιστικών οργανισμών, που συνοψίζουν τα βήματα που έχει κάνει κάθε κράτος-μέλος της στην προώθηση της ενιαίας στρατηγικής του κεφαλαίου, εντοπίζουν δυσκολίες και καθυστερήσεις, ενώ ταυτόχρονα δε φείδονται της ανάδειξης θετικών προσπαθειών («καλές πρακτικές») των αστικών κυβερνήσεων.

Βασική στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα σχολεία, ως τμήμα της συνολικότερης εκπαιδευτικής στρατηγικής της, είναι: α) Να παίξουν πιο ενεργό ρόλο στην απόκτηση νέων ικανοτήτων που απαιτούνται για την ένταξη στην καπιταλιστική οικονομία στο έδαφος της ανάπτυξης νέων μέσων παραγωγής. β) Να προετοιμάσουν ιδεολογικά τους μαθητές για να αποδεχτούν τον καπιταλισμό, την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να προωθήσουν την ενεργητική υπεράσπιση μιας σειράς αστικών ζητούμενων όπως η επιχειρηματικότητα, η ιδιότητα του Ευρωπαίου πολίτη, ο εθελοντισμός, η «κοινή ευρωπαϊκή μνήμη ενάντια στους ολοκληρωτισμούς», δηλαδή η ταύτιση φασισμού-κομμουνισμού κ.ά. γ) Το σχολείο να αναδειχτεί ως αυτόνομη μονάδα η οποία –έχοντας ενσωματώσει τις παραπάνω κεντρικές κατευθύνσεις που εξειδικεύονται σε επίπεδο κράτους-μέλους της ΕΕ– σχεδιάζει διαφοροποιημένο σχολικό πρόγραμμα, προγραμματίζει την παρέμβαση επιχειρήσεων στο πρόγραμμά της, αναζητά πηγές χρηματοδότησης σε αυτές και δ) στη βάση όλων των παραπάνω, το σχολείο να ελέγχεται για την επίτευξη των στόχων που του τίθενται, αλλά και αυτό θέτει στη λειτουργία του, μέσα από συνδυασμένα κριτήρια αξιολόγησης, τόσο από το κράτος όσο και από την «κοινωνία». Λογοδοτεί δηλαδή για το αν εναρμονίζει τη λειτουργία του στα κατά καιρούς αιτήματα της αστικής τάξης.

Αν και στα κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης διευκρινίζεται ότι η αρμοδιότητα για το περιεχόμενο της εκπαίδευσης βρίσκεται στα κράτη-μέλη της, το συνολικό πλαίσιο και οι κατευθύνσεις που δίνονται προδιαγράφουν σε γενικές γραμμές και το περιεχόμενο που θα λάβει η εκπαιδευτική πολιτική κάθε χώρας.

Στην προμετωπίδα των ιεραρχήσεων και των προβληματισμών της ΕΕ βρίσκεται το ζήτημα της παροχής των αναγκαίων ικανοτήτων για τη διά βίου μάθηση, που αποτελεί άλλωστε ομπρέλα του συνόλου της αστικής στρατηγικής και όχι μόνο για την Ευρώπη. Ξεχωρίζει επίσης το ζήτημα της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων, δηλαδή η ψαλίδα ανάμεσα σε αυτό που απαιτεί το κεφάλαιο και στο επίπεδο γνώσεων, δεξιοτήτων και στάσεων που διαθέτουν οι εργαζόμενοι. Αν και συνολικά εντοπίζεται άνοδος της συμμετοχής σε ανώτερες δομές εκπαίδευσης (ολοκλήρωση ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αύξηση του αριθμού των φοιτητών κ.ά.), η Κομισιόν επισημαίνει ότι η αύξηση του μορφωτικού επιπέδου δεν επαρκεί για να λυθεί το πρόβλημα της αναντιστοιχίας των δεξιοτήτων.

Ήδη από το 2006 η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταλήξει στις οκτώ βασικές δεξιότητες που πρέπει κατ’ ελάχιστο να παρέχονται σε όλους τους μαθητές από την έναρξη της εκπαιδευτικής τους πορείας, προσδιορίζοντας το γενικό πλαίσιό τους. Το 2016 κατέληξε σε βελτίωση του πλαισίου αυτού. Στο εν λόγω κείμενο με το χαρακτηριστικό τίτλο: «Νέο θεματολόγιο δεξιοτήτων για την Ευρώπη - Συνεργασία για την ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού, της απασχολησιμότητας και της ανταγωνιστικότητας», σημειώνεται ότι ενώ ορισμένες από τις βασικές δεξιότητες έχουν ήδη εδραιωμένη θέση στα εκπαιδευτικά συστήματα, αυτό δε συμβαίνει στην περίπτωση άλλων, όπως η επιχειρηματικότητα, η ιδιότητα του πολίτη, η ψηφιακή ικανότητα, η κριτική σκέψη κ.ά.

Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις, στα ντοκουμέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπογραμμίζονται και οι σχετικοί δρόμοι προώθησης της στρατηγικής της για τις δεξιότητες για τη διά βίου μάθηση.

Ξεχωρίζουν στην επικέντρωση στο ρόλο του εκπαιδευτικού και της διοίκησης της σχολικής μονάδας. Δίνεται βάρος στην αυτο-αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, στην αξιολόγηση της σχολικής μονάδας, στις συμπράξεις των σχολείων με τους κοινωνικούς εταίρους, ιδιαίτερα στον τομέα της βιωματικής μάθησης στις επιχειρήσεις.

Εννοείται –όπως θα δείξουμε και παρακάτω– ότι βασική προϋπόθεση για την υλοποίηση αυτών των κατευθύνσεων στην Ελλάδα είναι οι αλλαγές στα σχολικά προγράμματα σπουδών, των σχολικών εγχειριδίων, το περιεχόμενο της εκπαίδευσης των μελλοντικών εκπαιδευτικών, αλλά και οι διαδικασίες επιμόρφωσης των ήδη υπαρχόντων, τα κλιμακωτά βήματα παρέμβασης των «κοινωνικών εταίρων» στα σχολεία, οι αλλαγές στη σχολική διοίκηση.

Β. Την περίοδο από το 2016 έως και σήμερα, ξεδιπλώθηκαν μια σειρά αλλαγές στα ελληνικά σχολεία που επιβεβαιώνουν τις βασικές γραμμές της ανάλυσης που έγινε από το ΚΚΕ στην πρότασή του για το ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο2. Οι αλλαγές αυτές πραγματοποιήθηκαν σε συνθήκες σημαντικής περιστολής δαπανών λόγω της εξέλιξης της καπιταλιστικής κρίσης, ενώ και στη φάση της αναιμικής καπιταλιστικής ανάκαμψης (2016-2019) οι δαπάνες για την παιδεία έχουν παγιωθεί σε ένα επίπεδο που στην πραγματικότητα επιδεινώνει την κατάσταση. Αυτό συμβαίνει διότι, πέρα από τη διευρυνόμενη αναντιστοιχία ανάμεσα στις δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα και στην ικανοποίησή τους, συσσωρεύονται μια σειρά προβλήματα που τοποθετούν ολοένα και πιο χαμηλά το επίπεδο της παρεχόμενης δημόσιας σχολικής εκπαίδευσης.

Το τοπίο της σχολικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα διαμορφώνεται γύρω από τους παρακάτω γενικούς άξονες: Τη δομή και το χαρακτήρα της σχολικής μονάδας, το περιεχόμενο της σχολικής γνώσης, το ρόλο του εκπαιδευτικού, τα ζητήματα αξιολόγησης, την αυτοτελή εμπλοκή επιχειρήσεων και καπιταλιστικών ενώσεων στη σχολική εκπαίδευση.

Φυσικά, η κυβερνητική πολιτική κάθε αστικού κόμματος έχει την ιδιαίτερη σημασία της, γιατί αναδεικνύει ορισμένες διαφορετικές ιεραρχήσεις και προτεραιότητες, αξιοποιεί και προτάσσει και στο επίπεδο της προπαγάνδας συμβολικές έννοιες για να πετύχει συναινέσεις ανάλογα με το στίγμα που επιδιώκει να δώσει στο πλαίσιο του συνολικού αστικού πολιτικού σκηνικού σε κάθε χώρα. Ιδιαίτερα στη χώρα μας αυτή η προσπάθεια ανάμεσα στους δύο πυλώνες του πολιτικού σκηνικού, τη ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από την επιδίωξη ανάδειξης πλαστών ή και δευτερευόντων πολιτικών διαχωρισμών, έχει να κάνει με την παρέμβαση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ που αναδεικνύει την ενιαία στρατηγική των αστικών κυβερνήσεων στην παιδεία και θέτει αιτήματα και στόχους πάλης που προτάσσουν τις σύγχρονες πραγματικές κοινωνικές ανάγκες ενάντια στις εκάστοτε αντιδραστικές εκπαιδευτικές αλλαγές.

Παίρνουμε υπόψη μας το νέο τοπίο στη διάταξη του πολιτικού σκηνικού και πώς αυτό επιδρά και θα επιδρά στην εκπαίδευση. Η κυβέρνηση της ΝΔ ήδη έχει μπει επιθετικά και νομοθετικά αλλά και ιδεολογικά-προπαγανδιστικά, προβάλλοντας τη λογική της αριστείας, του διαφοροποιημένου σχολικού προγράμματος, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ υπερασπίζεται «από θέση αρχών και ιδεολογίας» (π.χ. «υπεράσπιση του Δημοσίου») το κυβερνητικό του εκπαιδευτικό έργο, ενώ έχει στρώσει το έδαφος για την επιτάχυνση κι εμβάθυνση της αντιλαϊκής επίθεσης και στο χώρο της εκπαίδευσης.

Βασικό στοιχείο στην έως τώρα κυβερνητική πολιτική της ΝΔ στην εκπαίδευση είναι ότι η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας έριξε τροχιοδεικτικές βολές για ένα νέο γύρο εμβάθυνσης των αντιδραστικών αλλαγών.

Εμβληματική νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης είναι η κατάθεση του νομοσχεδίου εν μέσω της πανδημίας του κορονοϊού. Ουσιαστικά πρόκειται για δεύτερο κύμα εφαρμογής των δεσμεύσεων του τρίτου Μνημονίου που ψηφίστηκε επί ΣΥΡΙΖΑ στη βάση των διάφορων εκθέσεων του ΟΟΣΑ για το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα. Το πρώτο κύμα αφορά το νόμο που ψηφίστηκε το Πάσχα του 2019 επί Γαβρόγλου. Στις διατάξεις του νομοσχεδίου της ΝΔ εντοπίζεται καθαρά η κατεύθυνση πιο άμεσων προσαρμογών της εκπαίδευσης στις αστικές οικονομικές και πολιτικές προτεραιότητες. H επιτάχυνση στην εισαγωγή μιας νέας γκάμας δεξιοτήτων για την υποχρεωτική εκπαίδευση και η αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου με όρους «μαθησιακών αποτελεσμάτων» αποτελούν στοιχεία εμβάθυνσης της αστικής στρατηγικής.

Στην ίδια κατεύθυνση, η κυβέρνηση της ΝΔ υιοθετεί τον πυρήνα του Νόμου Γαβρόγλου για το Λύκειο και την πρόσβαση στα πανεπιστήμια λειαίνοντας κάποιες πλευρές, π.χ. μείωση της ύλης, ενώ παράλληλα με την πρόβλεψη για εξετάσεις με τράπεζα θεμάτων κι εξετάσεις πανελλαδικού τύπου σε όλες τις τάξεις του Λυκείου θα ενταθεί ο εξετασιοκεντρικός χαρακτήρας του σχολείου, η φροντιστηριοποίηση, νέα ταξικά εμπόδια θα ορθωθούν.

Στο θέμα των διορισμών διατηρεί στο ακέραιο το Νόμο Γαβρόγλου, δηλαδή την ίδια λογική του ανταγωνισμού, του κυνηγητού προσόντων επί πληρωμή –που άλλωστε προώθησε αποφασιστικά ο ΣΥΡΙΖΑ. Είναι σταθερά τα μεγάλα κενά στα σχολεία, ιδιαίτερα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση χάνονται χιλιάδες ώρες από πανελλαδικά εξεταζόμενα μαθήματα, ενώ οι λύσεις που προωθούνται αφορούν κύρια δεύτερες αναθέσεις. Οι ρυθμίσεις που ανακοινώθηκαν περί προτεραιότητας στην κάλυψη κενών για τα πανελλαδικά εξεταζόμενα μαθήματα αποτελούν προσπάθεια να αποδεχτούν οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς και οι μαθητές τη χρόνια υποχρηματοδότηση.

Στην προσχολική αγωγή, η ΝΔ συνέχισε την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ για ένταξη των προνηπίων στα νηπιαγωγεία χωρίς ουσιαστικούς όρους και προϋποθέσεις, εξαίρεσε φέτος 13 δήμους που είχαν σοβαρά προβλήματα, ενώ είναι σαφές ότι και οι δήμοι που εντάχτηκαν έχουν αντίστοιχα προβλήματα (ακατάλληλες αίθουσες, μεγάλος αριθμός νηπίων ανά τάξη κ.ά.). Από αυτήν την άποψη πρέπει να κατανοηθεί και η απαράδεκτη ρύθμιση της κυβέρνησης που αυξάνει τον αριθμό των νηπίων ανά τάξη από 22 σε 26 παιδιά. Στο έδαφος αυτό, συντηρείται η συζήτηση για να περάσει η αρμοδιότητα για την προσχολική αγωγή στους δήμους. Τη θέση αυτή προωθεί η ηγεσία της ΚΕΔΕ αλλά και η κυβέρνηση. Πρόκειται για επικίνδυνη στροφή που θα ανοίξει τους «ασκούς του Αιόλου» της κατηγοριοποίησης των εκπαιδευτικών δομών, των νηπιαγωγείων, αλλά και της επιβολής νέων βαρών στους γονείς στη λογική της ανταποδοτικότητας.

Την ίδια στιγμή επιβεβαιώνεται περίτρανα ότι οι αλλαγές που έφερε ο ΣΥΡΙΖΑ στα ΕΠΑΛ χαίρουν ομόθυμης αστικής αποδοχής. Η ΝΔ συνεχίζει στην ίδια ρότα, ενίσχυσης της μαθητείας, του προγράμματος «Νέα αρχή στα ΕΠΑΛ», ενώ δεδομένη είναι –με βάση τα στοιχεία– η αύξηση του αριθμού των μαθητών στα ΕΠΑΛ. Στα νέα μέτρα που προχώρησε η ΝΔ είναι η υπαγωγή της ευθύνης της μαθητείας στη Γενική Γραμματεία Διά Βίου Μάθησης, όπου είναι ενταγμένες όλες οι πρακτικές της τεχνολογικής εκπαίδευσης, προφανώς με κατεύθυνση την πιο στενή σύνδεση με την αγορά και την πιο άμεση διασύνδεση με τις απαιτήσεις των επιχειρήσεων.

Το ουσιαστικό συμπέρασμα που αφορά το λαό μας πάντως είναι ότι σίγουρα δεν αλλάζει η ρότα της ασκούμενης αντιλαϊκής πολιτικής, που μπορεί να συνοψιστεί σε μια σειρά μέτρα που έλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ και διατηρούνται ως έχουν και από την κυβέρνηση της ΝΔ (μείωση μαθημάτων και αναγκών για εκπαιδευτικούς στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, «κόφτες» για την ίδρυση κατευθύνσεων σε ΓΕΛ και ειδικοτήτων στα ΕΠΑΛ, διπλές και τριπλές αναθέσεις, καμία χρηματοδότηση για την υποχρεωτική εφαρμογή της δίχρονης προσχολικής αγωγής).

Για να αποδεικνύεται όμως αυτή η συνέχεια, δεν αρκεί απλά να επαναλαμβάνουμε ότι η ΝΔ συνεχίζει στη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ. Απαιτείται και στο κίνημα να προβάλλουμε αιτήματα που δείχνουν τη συνέχεια, π.χ. να αναδεικνύουμε ότι η ΝΔ διατηρεί και συνεχίζει το Λύκειο «Γαβρόγλου-Κεραμέως», ότι συνεχίζουμε, π.χ., να απαιτούμε να καταργηθεί η διάταξη που επιτρέπει την ύπαρξη νηπιαγωγείων ακόμα και σε Λύκεια, διεκδικούμε επαναφορά του υπεύθυνου εκπαιδευτικού του ολοήμερου, να καταργηθούν οι αναθέσεις σε άσχετα επιστημονικά αντικείμενα κ.ά., που όλα αυτά θεσμοθετήθηκαν από το ΣΥΡΙΖΑ.

Ταυτόχρονα, η νέα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας ανοίγει με έμφαση το ζήτημα της διαφοροποίησης της σχολικής γνώσης και της αυτονομίας των σχολικών μονάδων, της αξιολόγησής τους. Πρόκειται για θέμα που το δουλεύει πολιτικά, το προβάλλει ως απάντηση στις διακηρυγμένες «καθυστερήσεις» του ελληνικού εκπαιδευτικού κινήματος.

Εμφανής είναι επίσης η διάθεση της ΝΔ να δώσει νέα προγράμματα σπουδών από το Δημοτικό έως το Λύκειο. Υπενθυμίζουμε ότι τα σημερινά σχολικά βιβλία, που έχουν κλείσει άλλωστε περίπου μια δεκαπενταετία και διατηρήθηκαν απ’ όλες τις αστικές κυβερνήσεις (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΛΑΟΣ, ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ), ήταν ακριβώς στο πνεύμα της στρατηγικής της διά βίου μάθησης και της παροχής δεξιοτήτων, ενώ είχε επισημανθεί ήδη από το 2010 (στο κείμενο για το «Νέο Σχολείο» της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ) ότι δεν είχαν αφήσει ορατό στίγμα μέσα στη σχολική τάξη.

Σήμερα, προκύπτει ως ανάγκη να εμπλουτιστεί το περιεχόμενο της σχολικής γνώσης με μια σειρά «ήπιες δεξιότητες», σύμφωνα με τον όρο που χρησιμοποιεί η υπουργός Παιδείας της ΝΔ, όπως: Ψηφιακές δεξιότητες, επιχειρηματικότητα, κριτική σκέψη, σεξουαλική αγωγή κ.ά. Όμως και επί ΣΥΡΙΖΑ λήφθηκαν μια σειρά μέτρα προώθησης των αναγκαίων για το κεφάλαιο δεξιοτήτων, όπως η προώθηση της επιχειρηματικότητας στα σχολεία, ιδιαίτερα η ιδιότητα του Ευρωπαίου πολίτη με αποκορύφωμα το ομώνυμο νέο σχολικό βιβλίο στο Λύκειο κ.ά. Ταυτόχρονα, άνοιξε η συζήτηση για το περιεχόμενο της σχολικής ιστορικής γνώσης και της διδακτέας ύλης με μια σειρά ανορθολογισμούς, όπως ότι η ιστορία γενικής παιδείας φτάνει μέχρι το 1870!

 

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΠΙΑ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΩΝ

Έχουμε ήδη συγκεντρώσει θετική πείρα από την προσπάθεια που κάνουμε να αντιπαρατεθούμε με την αστική στρατηγική στην εκπαίδευση, με όρους αντεπίθεσης και προβολής αυτού που είναι αναγκαίο κι επίκαιρο να πραγματοποιηθεί σήμερα με βάση το επίπεδο ανάπτυξης της ανθρώπινης γνώσης. Αναπόσπαστο στοιχείο αυτής της παρέμβασής μας είναι η συστηματική προσπάθεια να αφομοιώσουμε ολόπλευρα τη μεθοδολογία ανάλυσης της αστικής στρατηγικής για την εκπαίδευση, όπως αυτή παρουσιάζεται στα ντοκουμέντα του Κόμματος για το ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο σύγχρονης γενικής παιδείας και για την προσχολική αγωγή. Επιβεβαιώνεται περίτρανα από τις εξελίξεις ότι η τάση ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, η άνοδος της επιστήμης δίνει τη δυνατότητα (και απαιτεί) ανεβασμένο επίπεδο εκπαίδευσης, ωστόσο αυτή η ανάγκη εγκλωβίζεται στις αστικές εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής. Η παραπάνω διαπίστωση μας δίνει τη δυνατότητα να μελετάμε συγκεκριμένα κάθε εκπαιδευτικό πρόβλημα. Έτσι, για παράδειγμα, όσο λάθος είναι να λέμε γενικά κι αόριστα ότι ο καπιταλισμός δε θέλει μορφωμένη την εργατική τάξη και να τείνουμε σε μια καταστροφολογία, τόσο δεν ευσταθεί να παρουσιάζουμε όλες τις τάσεις στον καπιταλισμό ως στοιχεία προόδου χωρίς να μελετάμε συγκεκριμένα το περιεχόμενο της μόρφωσης, τις ιεραρχήσεις που κάνει η αστική εκπαιδευτική πολιτική.

Έτσι, ενώ από τη μία η καπιταλιστική παραγωγή προϋποθέτει ολοένα και πιο αναπτυγμένες ικανότητες από την πλευρά της σύγχρονης εργατικής τάξης, ενώ χρειάζεται ολοένα και περισσότερες πλευρές της προσωπικότητας των εργαζόμενων (φαντασία, δημιουργικότητα κλπ.) προς όφελος της κερδοφορίας της, από την άλλη ούτε θέλει, ούτε μπορεί να αναπτύξει σε αυτήν (την εργατική τάξη) το σύνολο των ικανοτήτων που επιτρέπει και απαιτεί το σημερινό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Για παράδειγμα, παρατηρούμε και την υποτίμηση επιστημονικών αντικειμένων (και αντίστοιχων σχολικών μαθημάτων) που δε συμβάλλουν άμεσα στην καπιταλιστική κερδοφορία, αλλά και τη στρέβλωση των επιστημονικών αρχών τους που συμβάλλει στην ιδεολογική αναπαραγωγή των κυρίαρχων αξιών. Για παράδειγμα, ο αγνωστικισμός (η άρνηση της δυνατότητας γνώσης της αντικειμενικότητας της αλήθειας) στη μελέτη των κοινωνικών και φυσικών φαινομένων, η απουσία διδασκαλίας της ταξικής φύσης των κοινωνικών φαινομένων, η συνύπαρξη επιστημονικών και μεταφυσικών στοιχείων (π.χ. στην Ελλάδα, σχολική προσευχή, μάθημα Θρησκευτικών κλπ.) στη λειτουργία του σχολείου δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη συνολικής επιστημονικής κοσμοαντίληψης και διαλεκτικής σκέψης.

Ως εκ τούτου, συνυπάρχουν πιο έντονα στην εποχή μας η σχετική ημιμάθεια, η αδυναμία του ανθρώπου να συγκροτήσει ένα στέρεο μεθοδολογικό υπόβαθρο ανάλυσης του κόσμου, παρακολούθησης των αλλαγών με τη συσσώρευση γνώσεων, με την πολλαπλότητα πηγών πληροφόρησης, με την πρόσβαση ολοένα και περισσότερων ανθρώπων σε αυτές.

Γενικότερα στο αστικό εκπαιδευτικό σύστημα αποτυπώνεται η αντίφαση της καπιταλιστικής κοινωνίας από τη μια να απαιτούνται με ταχύτητα νέες γνώσεις κι επιστημονικότητα στην εξήγηση νέων κοινωνικών φαινομένων, και από την άλλη να ενισχύεται η μη επιστημονική εξήγηση της ιστορικής κίνησης, εν μέρει και της φυσικής. Έτσι, περνάει από την ταχεία μετάδοση πληροφοριών, χωρίς επιστημονικό μεθοδολογικό υπόβαθρο και κριτήριο, στην αποσπασματική μετάβαση από μέρος σε μέρος (βλ. διαθεματικότητα). Επίσης επικεντρώνεται στο περίφημο «μαθαίνω πώς να μαθαίνω», που στην αστική εκπαιδευτική πολιτική συνδέεται με την ικανότητα διαχείρισης πληροφοριών, αναγκαία μεν στο σημερινό επίπεδο αποθέματος και διάχυσης των γνώσεων, που ωστόσο δεν μπορεί να εξασφαλιστεί δίχως ένα επιστημονικό υπόβαθρο κατανόησης του κόσμου. Σε κάθε περίπτωση, στο καπιταλιστικό σχολείο του παρελθόντος και του σήμερα κυριαρχεί η απουσία συνδέσεων στο επίπεδο της ουσίας των ζητημάτων, η διακοπή της συνέχειας στην ερμηνεία του κόσμου, η άρνηση της ύπαρξης νομοτελειών στην κοινωνική εξέλιξη. Πρόκειται για πρόβλημα κοσμοθεωρητικού χαρακτήρα, καθώς η αστική φιλοσοφία κι επιστήμη στο σύνολό της δεν μπορεί και δεν επιδιώκει να αντιμετωπίσει την κοινωνική πραγματικότητα στην ουσία και στην ολότητά της, και αυτό εκφράζεται και στο σχολείο.

Στη βάση αυτή, η κριτική που ασκούμε ως Κόμμα στην προώθηση των δεξιοτήτων αφορά πρώτ’ απ’ όλα το γεγονός ότι η δεξιότητα, για να ενταχτεί αρμονικά και να παγιωθεί ως ικανότητα του ανθρώπου, χρειάζεται να ακουμπήσει σε ένα στέρεο υπόβαθρο σκέψης· αλλιώς χάνει τη δυναμική της. Η δεξιότητα αποτελεί μια απάντηση κατά βάση στο πώς γίνεται κάτι, δεν είναι απάντηση στο γιατί. Το γιατί, όμως, απαντιέται μέσα από τη συγκρότηση ενός λογικού τρόπου σκέψης, τη γνώση της ουσιώδους σχέσης αιτίας-αποτελέσματος, φυσικά με διαβαθμίσεις κι εξειδικεύσεις ανάλογα με το κάθε επιστημονικό αντικείμενο.

Ταυτόχρονα, για μια σειρά άλλες δεξιότητες που προωθούνται, είναι πιο ισχυρό το στίγμα της προσπάθειας της αστικής τάξης για να προωθήσει την πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία της, π.χ. η προώθηση της δεξιότητας του «πολίτη», της επιχειρηματικότητας, της πολιτισμικής συνείδησης κ.ά. Από αυτήν την άποψη, δημιουργείται το έδαφος για την άμεση παρέμβαση επιχειρηματικών κύκλων, ΜΚΟ και άλλων φορέων στο περιεχόμενο της σχολικής γνώσης.

Μια σειρά εξελίξεις και μελέτες αναδεικνύουν ότι και τα αστικά επιτελεία διακατέχονται από έντονο προβληματισμό για «νέα» φαινόμενα που με οξύτητα εμφανίζονται στο σχολείο, αν και εκφράζουν τα προβλήματα της εξέλιξης της αστικής κοινωνίας.

Για παράδειγμα, προβληματίζει το γεγονός της γλωσσικής φτώχειας των μαθητών, των φοιτητών, της νεολαίας συνολικότερα. Οι εκπαιδευτικοί των σχολείων που έχουν κάποια πείρα μεγαλύτερη της δεκαετίας μεταφέρουν μια συνολικότερη αρνητική μετατόπιση στη δυνατότητα των μαθητών να κατανοούν πιο βαθιά και σύνθετα κείμενα, να «απλώνουν» τη σκέψη τους γραπτώς. Την ίδια εικόνα μεταφέρουν αρκετοί πανεπιστημιακοί. Φυσικά, από τη συζήτηση πολλές φορές διαφεύγει ότι και οι αλλαγές στα αναλυτικά προγράμματα του σχολείου, στα σχολικά εγχειρίδια έχουν παίξει το ρόλο τους. Ότι από την πιο μικρή ηλικία διδάσκονται τη μητρική τους γλώσσα με όρους στεγνής επικοινωνίας (προσκλήσεις για πάρτι, συνταγές κ.ά.). Ότι στην κρίσιμη ηλικία της εφηβείας, στη φάση που μπαίνουν οι βάσεις για πιο κοσμοθεωρητικές αναζητήσεις, όπου συγκροτείται ο τρόπος σκέψης και έκφρασης, οι μαθητές μαθαίνουν να περιορίζουν τη γραφή (άρα και τη σκέψη τους) σε μια σειρά αναγκαίες αράδες (το μέγιστο 500 λέξεις!) με όρους περίληψης.

Αναντίρρητα, στον τρόπο σκέψης και έκφρασης των μαθητών σημαντικό ρόλο παίζει και η ανάπτυξη, η διάδοση, η ενασχόληση με το διαδίκτυο, πιο συγκεκριμένα με τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης που από τη φύση τους και τη λειτουργία τους προωθούν την εικόνα, το σύντομο κείμενο. Γενικότερα προωθείται η τάση υποκατάστασης της γνώσης από την πληροφορία. Πρόκειται για μια νέα κατάσταση την οποία δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε φοβικά, ούτε με όρους ρομαντισμού και επιστροφής σε μια προηγούμενη κατάσταση. Το αστικό σχολείο κατά μια έννοια βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Η καπιταλιστική χρήση του διαδικτύου, το ιδεολογικό περιεχόμενό του δε δίνει σοβαρές δυνατότητες για να δημιουργηθούν τα κατάλληλα μορφωτικά αντισώματα που θα ενισχύουν την ορθολογική χρήση, χωρίς να φτωχαίνει η σκέψη του νέου. Η απάντηση που δίνει το αστικό σχολείο δεσμεύεται από την εργατική δύναμη που απαιτεί ο καπιταλισμός, από τις κυρίαρχες αντιλήψεις για τη γνώση, για την παιδαγωγική, από το σύστημα αξιών με βάση το οποίο «διαπαιδαγωγεί» ο καπιταλισμός και μέσα στο σχολείο. Από αυτήν την άποψη, ακριβώς λόγω της ευρείας επέκτασης του διαδικτύου και των εφαρμογών του, απαιτείται ριζική αναπροσαρμογή στο περιεχόμενο, στην κατεύθυνση και στη διδασκαλία της Γλώσσας, αλλά και μιας σειράς άλλων επιστημών, όπως τα Μαθηματικά, οι φυσικές επιστήμες κ.ά.

Το ίδιο ισχύει και με την περίπτωση του bullying ή του κλίματος μέσα στη σχολική τάξη (φασαρία κ.ά.). Πέρα από τα ερωτηματικά που μπορεί να θέσει κανείς για τον ακριβή διαχωρισμό ανάμεσα στο πείραγμα και το bullying, η αλήθεια είναι ότι ενισχύονται φαινόμενα πιο «σκληρής» νεανικής παραβατικότητας. Πέρα από την ανάδειξη της μεγάλης εικόνας του σύγχρονου καπιταλισμού, της μεγάλης ψαλίδας ανάμεσα στις ανάγκες και στην πραγματικότητα, που προφανώς υπό προϋποθέσεις μπορεί να πυροδοτήσει και τυφλή βία, κουβέντα δε γίνεται για τις αξίες με τις οποίες διαπαιδαγωγεί η αστική κοινωνία και οι θεσμοί της, συμπεριλαμβανομένου και του σχολείου. Γιατί πέρα από τα μεγάλα λόγια για αλληλεγγύη, υπάρχει η πραγματικότητα του ανταγωνισμού που δεν αφορά μόνο τις πανελλαδικές εξετάσεις. Αφορά επίσης, για παράδειγμα, την εσωτερίκευση της ταξικά προδιαγεγραμμένης ατομικής πορείας ως ατομικής ευθύνης (άρα και του αντίστοιχου θυμού γι’ αυτήν), της διαχείρισης του εαυτού σε μια κατάσταση όπου η επιχείρηση θα πάρει τον πιο καλό, άρα και η αποδοχή της λογικής της επιχειρηματικότητας ως αναγκαίου και θεμιτού ρίσκου. Με αυτήν την έννοια, οι πυροσβεστικές παρεμβάσεις αντιμετώπισης του bullying, όσο αναγκαίες και αν είναι ορισμένες, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τη ρίζα του προβλήματος. Άρα χρειάζονται πρωτοβουλίες ενημέρωσης στο πλαίσιο των δομών του κινήματος, αλλά και διαφωτιστική δουλειά για τους γενικότερους κοινωνικούς όρους που επιδρούν στη γένεση του bullying.

 

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΚΡΙΣΙΜΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ

Η απόφαση της αναστολής λειτουργίας των σχολικών μονάδων έθεσε νέα δεδομένα στην παρέμβασή μας, δημιούργησε την ανάγκη για επεξεργασία νέων στόχων πάλης, δεδομένων των κυβερνητικών μέτρων.

Η κατεύθυνση που δόθηκε από την Ανακοίνωση του ΠΓ (13 Μάρτη) εντόπιζε την πάλη για να μην οξυνθούν οι ήδη υπάρχουσες κοινωνικές ανισότητες στην πρόσβαση στη μόρφωση. Σε αυτήν τη βάση οι δυνάμεις μας που παρεμβαίνουν στο κίνημα των εκπαιδευτικών, στους φορείς των γονιών, στο μαθητικό κίνημα, έθεσαν στο επίκεντρο τους όρους και τις προϋποθέσεις για να εξασφαλιστεί ουσιαστικά η λειτουργία της τηλεκπαίδευσης, που σε αυτήν τη φάση ήταν αναγκαία.

Το ζήτημα της τηλεκπαίδευσης βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης. Από την πλευρά διεθνών αστικών οργανισμών, ήδη πριν την εκδήλωση της πανδημίας, προβαλλόταν ως αναγκαίο επόμενο βήμα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Μια σειρά μελέτες που δημοσιεύτηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας πρόβαλλαν ότι –δεδομένων των κοινωνικών ανισοτήτων που υπάρχουν στην πρόσβαση σε τεχνολογικά μέσα στην κατοικία, αλλά και στο μορφωτικό υπόβαθρο κάθε οικογένειας– η διαδικασία της τηλεκπαίδευσης διεύρυνε την εκπαιδευτική ψαλίδα. Άρα έθεταν το καθήκον για το ΚΚΕ να θέσει ένα πλαίσιο διεκδικητικών στόχων που θα επικεντρώνει στους όρους με τους οποίους πραγματοποιείται η τηλεκπαίδευση, χωρίς να χάνει από τον ορίζοντα ότι δεν μπορεί να υποκατασταθεί ουσιαστικά η διά ζώσης παιδαγωγική σχέση, η διδασκαλία μέσα στη σχολική τάξη.

Από την πλευρά της κυβέρνησης, οι πανηγυρικοί τόνοι δεν μπορούν να κρύψουν ότι η διαδικασία προχώρησε με σημαντικές διαφοροποιήσεις και ελλείψεις, με το εκπαιδευτικό δυναμικό ουσιαστικά αβοήθητο, χωρίς ουσιαστική στήριξη. Ταυτόχρονα, ερωτηματικά εγείρονται και για την ποιότητα αυτής της διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη της πανδημίας και η διαχείρισή της από το αστικό κράτος θέτουν στο επίκεντρο την ανάγκη άμεσου επανασχεδιασμού για την έναρξη της σχολικής χρονιάς.

Η πείρα από την εξέλιξη της πανδημίας και των επιπτώσεών της στην εκπαιδευτική διαδικασία φέρνει στην επιφάνεια τις γενικότερες αστικές ιεραρχήσεις, τις συνέπειες από την αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας και οικονομίας, τις ελλείψεις που προκύπτουν από την ανυπαρξία ενιαίου κεντρικού σχεδιασμού και την εμπορευματοποίηση της παιδείας. Σε αυτό το έδαφος, το επόμενο διάστημα θα τεθούν με οξύτητα τα ζητήματα: α) Μόνιμων διορισμών όλου του αναγκαίου προσωπικού στην εκπαίδευση (εκπαιδευτικοί, καθαρίστριες κ.ά.), β) σχολικής στέγης, που διαπλέκεται με τις γενικότερες αστικές ιεραρχήσεις για τους ελεύθερους χώρους και δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα χρηματοδότησης, γ) στήριξης της οικογένειας και των μαθητών σε μια σειρά κρίσιμα ζητήματα διαπαιδαγώγησης, ψυχοκοινωνικής μέριμνας κ.ά., δ) ανάπτυξης της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας σε άμεση σύνδεση με τη σχολική κοινότητα.

Η παρέμβασή μας όλη αυτήν την περίοδο ήταν πλούσια, σε σύνθετες και πρωτόγνωρες συνθήκες. Χωρίς να υποτιμάμε τον αντίπαλο, μπορούμε να πούμε ότι πολλές φορές είχαμε την πρωτοβουλία των κινήσεων στο κίνημα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ευρύτερες δυνάμεις εκπαιδευτικών και γονιών να ακούνε προσεκτικά τις θέσεις μας, να υπάρχει αναγνώριση για τη συνέπεια, την υπευθυνότητα, αλλά και την αγωνιστικότητα του Κόμματος.

Ποια είναι η ουσία αυτής της παρέμβασης; Είναι ότι έγιναν βήματα στο να κατανοείται πρώτ’ απ’ όλα «από τα πάνω», δηλαδή καθοδηγητικά, ότι το εκπαιδευτικό πρόβλημα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως κοινωνικό-πολιτικό πρόβλημα, όχι μόνο από την άποψη της γενικής θεωρητικής τοποθέτησης, αλλά και από την άποψη διατύπωσης και επεξεργασίας στόχων πάλης που ενοποιούν τα επιμέρους μέτωπα και φορείς στο κίνημα.

Από αυτήν τη σκοπιά έγινε κατορθωτό να αντιμετωπιστεί αγωνιστικά και με επιχειρήματα η υποκρισία του υπουργείου Παιδείας περί κοσμογονίας της τηλεκπαίδευσης, οι δυνάμεις της ΝΔ και του ΚΙΝΑΛ, η παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ και της ουράς του, των δυνάμεων του οπορτουνισμού.

Η σθεναρή τοποθέτησή μας για τη διεκδίκηση των όρων της τηλεκπαίδευσης στους εκπαιδευτικούς, στους γονείς και στους μαθητές, η καθαρή θέση μας για το πώς –και όχι για το πότε– θα ανοίξουν τα σχολεία είναι παρακαταθήκες για τη συνέχεια. Ιδιαίτερα είναι βάση για να δημιουργούνται και πιο ουσιαστικοί δεσμοί ανάμεσα στην «τριάδα» του σχολείου, εκπαιδευτικούς - γονείς - μαθητές, σε πιο μαζική φάση, ειδικά σε αυτήν την περίοδο που ανοίγουν και τα ζητήματα της αξιολόγησης σχολικής μονάδας και εκπαιδευτικού έργου, αφαιρώντας –στο βαθμό του δυνατού– έδαφος για την ανάπτυξη κοινωνικού αυτοματισμού.

Άλλωστε, η γραμμή αυτή δοκιμάστηκε και μέσα από την πείρα των διεργασιών μαζικής εναντίωσης στην κυβερνητική απόφαση για δυνατότητα βιντεοσκόπησης του μαθήματος εντός τάξης. Η ρύθμιση αυτή, η οποία είναι κατεξοχήν αντιπαιδαγωγική, δεν έχει γίνει αποδεκτή από τη μεγάλη πλειοψηφία των εκπαιδευτικών, των μαθητών, αλλά και των γονιών. Η τοποθέτηση του Κόμματος, των κομμουνιστών μέσα στους μαζικούς φορείς ακριβώς επειδή αποτέλεσε συνέχεια της κατεύθυνσης της από κοινού διεκδίκησης, μέσα στην πανδημία του κορονοϊού, έθεσε σοβαρές βάσεις ώστε οι υποκριτικές φωνές περί εκπαιδευτικών που δε θέλουν να εκτεθούν για την ποιότητα της δουλειάς τους να είναι κατά βάση περιθωριακές.

Συμπερασματικά, αυτό το διάστημα έχουν προκύψει ορισμένες νέες δυνατότητες και δεδομένα, που είναι αποτέλεσμα των θέσεων και της γραμμής πάλης στο κίνημα. Ενισχύεται και αφομοιώνεται στην πράξη ο ρόλος του κομμουνιστή εκπαιδευτικού, κατανοούνται καλύτερα οι δυνατότητες που προκύπτουν από τους θετικούς συσχετισμούς στους φορείς των γονιών, αλλά και των μαθητών. Έχουν δυναμώσει οι δεσμοί μας με κόσμο που προβληματίζεται. Τα παραπάνω αποτελούν βάση για καλύτερη αποδοχή των θέσεών μας στους χώρους της εκπαίδευσης. Ειδικά των θέσεων για την «επόμενη μέρα», που θα βρει τη λαϊκή οικογένεια να αντιμετωπίζει νέα επίθεση από το κεφάλαιο και τις κυβερνήσεις του.

 

ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΚΡΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΙΣΧΥΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΡΡΟΗΣ, ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΗΓΕΜΟΝΕΥΣΗΣ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Στο χώρο των σχολείων, στον οποίο αναφερόμαστε σε αυτό το κείμενο, οι δυνάμεις του Κόμματος και της ΚΝΕ δίνουμε μια σύνθετη μάχη σε έναν κρίσιμο μηχανισμό του καπιταλιστικού εποικοδομήματος. Πέρα από τις οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές λειτουργίες του, το κύριο είναι ότι στο σχολείο συγκεντρώνονται εκατομμύρια παιδιά και νέοι της εργατικής-λαϊκής οικογένειας, οι ίδιοι οι γονείς τους που –ιδιαίτερα στις πρώτες βαθμίδες (νηπιαγωγείο και Δημοτικό)– έχουν μεγαλύτερη αγωνία για τη φοίτηση των παιδιών τους και ασχολούνται σχετικά πιο ενεργά, οι εκπαιδευτικοί που η επιδείνωση των όρων εργασίας και ζωής δημιουργεί προϋποθέσεις αγωνιστικής συμπόρευσής τους με τα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα.

Σε αυτόν λοιπόν το σύνθετο και απαιτητικό απ’ όλες τις απόψεις χώρο, έχουμε σημαντική επιρροή. Τι σημαίνει αυτό, πιο συγκεκριμένα;

Στα όργανα των γονιών, το ψηφοδέλτιο στο οποίο συμμετέχουν κομμουνιστές και άλλοι αγωνιστές και προοδευτικοί γονείς έχει την απόλυτη πλειοψηφία σε πανελλαδικό επίπεδο (ΑΣΓΜΕ), κυριαρχεί στις μεγαλύτερες Ομοσπονδίες της Ελλάδας (Αττική και Κεντρική Ομοσπονδία), στη μεγάλη πλειοψηφία των Ενώσεων Γονέων και προφανώς παρεμβαίνει αποφασιστικά στο πρωτοβάθμιο επίπεδο, αυτό των Συλλόγων Γονέων. Στην ΑΣΓΜΕ ψηφίζουν 270.000 γονείς. Παρόλ’ αυτά, μια σειρά περιφέρειες της χώρας δεν εκπροσωπούνται στην ΑΣΓΜΕ, γιατί δεν υφίστανται Ομοσπονδίες Γονέων (παρόλο που στον αντίστοιχο γεωγραφικό χώρο υφίστανται και λειτουργούν ορισμένες Ενώσεις Γονέων).

Στο χώρο των εκπαιδευτικών, σε ΔΟΕ και ΟΛΜΕ, το ψηφοδέλτιο της ΑΣΕ, στο οποίο συμμετέχουν οι κομμουνιστές και άλλοι ριζοσπάστες εκπαιδευτικοί, καταγράφει ποσοστά ανάμεσα στο 16% με 18%, με τάση μικρής σταθερής ανόδου τα τελευταία χρόνια. Σε μια σειρά σωματεία και ΕΛΜΕ (περίπου 20), καταγράφεται θετικός συσχετισμός με πρωτιές στα ΔΣ. Το κύριο είναι ότι σε αυτές τις συνθήκες οι δυνάμεις μας πρωτοστατούν στην οργάνωση της πάλης, αναγνωρίζονται από ευρύτερες μάζες εκπαιδευτικών για το ρόλο τους.

Στο χώρο των μαθητών δεν μπορούμε να καταγράψουμε σε επίπεδο συνδικαλιστικών συσχετισμών την ακριβή επιρροή που έχουν τα μέλη και οι φίλοι της ΚΝΕ, διότι δεν υπάρχουν δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια όργανά τους. Παρόλ’ αυτά, ξεχωρίζει η προσπάθεια συσπείρωσης σχολείων σε κατεύθυνση εναντίωσης με τους εκάστοτε κυβερνητικούς σχεδιασμούς, μέσα από την προσπάθεια συγκρότησης κι εδραίωσης Συντονιστικών Επιτροπών στην οποία πρωτοστατούν οι δυνάμεις της ΚΝΕ. Ξεχωρίζει, για παράδειγμα, η πανελλαδική εμβέλεια που κατακτά στην πράξη η Συντονιστική Επιτροπή Μαθητών Αθήνας που δίνει το αγωνιστικό στίγμα κι ένα πλαίσιο διεκδικήσεων στα σκιρτήματα των μαθητών.

Οι συσχετισμοί αυτοί αποκρυσταλλώνουν μια ολόκληρη διαδικασία διαπάλης με την κυρίαρχη ιδεολογία και όλους τους πιθανούς τρόπους με τους οποίους διαδίδεται στα σχολεία. Εκφράζουν το επίπεδο αντιπαράθεσης με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις που δρουν στο κίνημα. Αποτυπώνουν την κατάσταση και το βαθμό συσπείρωσης στα σωματεία, στις ΕΛΜΕ, στους συλλόγους γονέων, στα όργανα των μαθητών, τα 5μελή και τα 15μελή.

Αποτυπώνουν φυσικά και τις υποκειμενικές δυσκολίες, τις καθυστερήσεις στη δική μας δράση. Όταν όμως αναφερόμαστε στις υποκειμενικές δυσκολίες που αφορούν πρώτ’ απ’ όλα το Κόμμα, χρειάζεται να γίνουμε συγκεκριμένοι. Διότι το ζητούμενο είναι να ενισχυθεί, να βαθύνει η στήριξη όλων των δυνάμεων που δίνουν τη μάχη και σε αντιπαράθεση με αυτές τις δυσκολίες να μετρήσουμε νέα βήματα.

Πού επικεντρώνουμε λοιπόν; Στους κομμουνιστές, αλλά και σε αυτόν τον κόσμο που βρίσκεται δίπλα στο Κόμμα, δίπλα στην ΚΝΕ. Ακόμη, σε αυτούς που παρακολουθούν τις πρωτοβουλίες μας, τη δράση μας. Έχουν απαιτήσεις από εμάς, μας αναγνωρίζουν ως τη μόνη αξιόπιστη αγωνιστική δύναμη στο χώρο των σχολείων.

Για να γίνουμε ακόμα πιο συγκεκριμένοι, μιλάμε για μια οπωσδήποτε σημαντική δύναμη κρούσης και συσπείρωσης, την ευθύνη της ολόπλευρης στήριξης της οποίας έχουν οι κομμουνιστές. Είναι ο διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός των εκπαιδευτικών που συμμετέχουν στα ψηφοδέλτια της ΑΣΕ, των γονιών που παρεμβαίνουν στους συλλόγους γονέων με όρους διεκδίκησης, των μαθητών που συμμετέχουν στα 5μελή, στα 15μελή, στα συντονιστικά με αγωνιστικό προσανατολισμό.

Παρακάτω θα ασχοληθούμε με ορισμένα βασικά ζητήματα καθοδήγησης στους χώρους των σχολείων τα οποία θεωρούμε ότι επιδρούν καταλυτικά στην ισχυροποίηση της πολιτικής επιρροής του Κόμματος, στο κέρδισμα νέων συνειδήσεων με την πολιτική πρόταση της διεξόδου, στο να αποτυπωθεί ακόμα πιο αποφασιστικά η σφραγίδα μας στην κατεύθυνση, στο περιεχόμενο του κινήματος στους χώρους των σχολείων.

 

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ;

Έχουμε συλλογικά εκτιμήσει –και η πείρα το επιβεβαιώνει– ότι σε αυτήν τη φάση η προώθηση του Προγράμματος του Κόμματος δε συνεπάγεται την επανάληψη γενικών στρατηγικών στόχων που δε συνδέονται άμεσα με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα του κάθε χώρου. Απαιτείται εξειδίκευση, δούλεμα των αιτημάτων, ιδεολογική και πολιτική στήριξη του πλαισίου πάλης το οποίο πρέπει να διευκολύνει τη συσπείρωση, τον απεγκλωβισμό συνειδήσεων από τα βασικά αστικά ιδεολογήματα.

Για παράδειγμα, όσο σωστό και να είναι να διεκδικούμε αύξηση δαπανών για την παιδεία, να εξειδικεύουμε το αίτημα σε κάθε χώρο και τμήμα της σχολικής πραγματικότητας, οι διεκδικήσεις θα βρίσκονται στον αέρα όσο δε χτυπούν τη λογική ότι «πρέπει όλοι να βάλουμε πλάτη» ή ότι «για την κρίση φταίμε όλοι στη χώρα», «είναι κρίση του κορονοϊού», ή όσο δεν αναδεικνύουμε με επιχειρήματα τον ταξικό χαρακτήρα του κρατικού προϋπολογισμού, τις προτεραιότητες που θέτει κ.ά.

Επίσης, η διαπάλη με τις αντιδραστικές αλλαγές στην παιδεία πρέπει να απαντά με πειστικότητα σε μια σειρά ιδεολογήματα που προβάλλονται από την αστική τάξη. Να απαντά στην επιχειρηματολογία για τη θέση της Ελλάδας στους διαγωνισμούς του ΟΟΣΑ, να αποδομεί τη θετικά φορτισμένη έννοια της αξιολόγησης.

Στο 20ό Συνέδριο του Κόμματος τονίσαμε ότι η παρέμβαση με βάση αντικαπιταλιστικούς-αντιμονοπωλιακούς στόχους που λαμβάνουν υπόψη τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες και η ζύμωση για τους όρους ικανοποίησης αυτών αποτελούν εφαλτήριο για να ανοίγει το ζήτημα ποια εξουσία και ιδιοκτησία μπορεί να εξασφαλίσει σε μόνιμη και σταθερή βάση την ικανοποίηση των διευρυνόμενων κοινωνικών αναγκών.

Φυσικά, και η παρέμβασή μας με βάση τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες δεν μπορεί να κατανοείται συνθηματολογικά και γενικόλογα. Δεν ξεμπερδεύουμε δηλαδή με την ανάγκη πολιτικοποίησης της πάλης με μια απλή αναφορά σε αυτές. Χρειάζεται να εξηγούμε ότι η τάση διεύρυνσης των αναγκών είναι αντικειμενική και προκύπτει από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ειδικά της ανθρώπινης εργατικής-δημιουργικής δύναμης. Η ανάγκη αφορά αυτό που μπορεί να γίνει σήμερα ή ήδη γίνεται, γι’ αυτό και είναι απαραίτητο και μπορεί να γενικευτεί.

Όσο γινόμαστε πιο ικανοί να δουλεύουμε με τέτοιους όρους τόσο θα αντιπαλεύουμε και μια κατάσταση όπου το Πρόγραμμά μας δε θα γειώνεται με τη συγκεκριμένη κατάσταση που βιώνει ο λαός μας, θα είναι περίπου ένα «αμόλυντο εικόνισμα» που θα ζυμώνεται σε παράλληλους δρόμους με την καθημερινή πάλη.

Θεωρούμε ότι θετικά βήματα σε μια τέτοια προσπάθεια είναι οι πρωτοβουλίες για τη συμβολή της Οκτωβριανής Επανάστασης στην παιδεία με την αντίστοιχη ανακοίνωση που εκδόθηκε και μοιράστηκε μαζικά, οι ανακοινώσεις του Κόμματος προς τους γονείς κατά την έναρξη της σχολικής χρονιάς ή πριν τις ευρωεκλογές του 2019. Επίσης, η έκδοση της μπροσούρας της Μαθητικής Επιτροπής του ΚΣ με τίτλο Τι σχολείο έχουμε ανάγκη σήμερα.

Από αυτήν την άποψη θέλουμε να φωτίσουμε ορισμένα ζητήματα με βάση και την Απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής (Σεπτέμβρης 2019):

Αναφέρει η Απόφαση της ΚΕ:

«Σωστά επικεντρώνουμε στην όξυνση των προβλημάτων [….] από τη σκοπιά των σύγχρονων λαϊκών αναγκών. Συνήθως όμως η διαφώτιση και προπαγάνδα γύρω από αυτά, έτσι όπως διαμορφώνεται, στενεύει, γίνεται μόνο λίστα αιτημάτων, αποδυναμώνει το ιδεολογικό βάθος και τα ίδια τα κριτήρια επιλογής των αιτημάτων. Έτσι, καταντά η πολιτικοποίηση, η ιδεολογική διαπάλη να γίνεται μονότονη κι επαναλαμβανόμενη φράση για την εργατική εξουσία. Υπάρχει συνεπώς ανάγκη καλύτερης συζήτησης (από ιδεολογική, θεωρητική πλευρά) των θέσεών μας για όλα τα προβλήματα. Κυρίως, ενώ έχουμε επεξεργασίες σημαντικές θεωρητικές και σε προβλήματα, αυτές κινούνται κάπως παράλληλα και δεν εντάσσονται, δεν επιδρούν ως υπόβαθρο στην ανάδειξη της γραμμής συσπείρωσης, των αιτημάτων γύρω από οξυμένα προβλήματα.»

Ας δούμε πώς εκφράζεται η παραπάνω επισήμανση στη δουλειά μας.

Τα τελευταία χρόνια έχουμε επεξεργαστεί τη θέση του Κόμματος για την προσχολική αγωγή και το σχολείο σε συνθήκες σοσιαλισμού. Η αφομοίωση αυτών των επεξεργασιών αποτελεί υπόβαθρο σκέψης για την επεξεργασία και τη διατύπωση των αιτημάτων μας και της τοποθέτησής μας απέναντι σε μια σειρά εξελίξεις στην παιδεία, είναι κριτήριο με βάση το οποίο επιλέγουμε την ιεράρχηση των αιτημάτων, τις αιχμές μας.

Η επεξεργασία μας για το σχολείο επιδρά στη διαμόρφωση θέσεων και αιτημάτων για όλους τους εμπλεκόμενους. Για παράδειγμα, τα αιτήματα και οι πλευρές που αναδεικνύουμε στους εκπαιδευτικούς, πέρα από την αυτονόητη διεκδίκηση για καλύτερους όρους εργασίας και μια σειρά άλλα «κλαδικά» ζητήματα, πρέπει να τα βλέπουμε υπό το πρίσμα των μορφωτικών δικαιωμάτων των παιδιών. Πώς δηλαδή οι εκπαιδευτικοί θα ανταποκρίνονται με τον καλύτερο τρόπο στην αποστολή τους. Με βάση αυτό, τοποθετούμαστε για τα κενά, για την ανάγκη μόνιμων διορισμών και μόνιμης δουλειάς, για το ωράριό τους κλπ. Ακόμα, οι αλλαγές που έφερε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στο θεσμό του ολοήμερου και διατηρούνται από τη ΝΔ (κατάργηση υπεύθυνου εκπαιδευτικού) αναδεικνύουν την ανάγκη να τοποθετούμαστε ολοκληρωμένα με βάση τη σύγχρονη κοινωνική αναγκαιότητα, λόγω και των εργασιακών συνθηκών των γονιών, να λαμβάνονται όλα τα μέτρα προκειμένου το σχολείο να έχει διευρυμένη ημερήσια λειτουργία η οποία θα διασφαλίζει την ολοκλήρωση της μορφωτικής, διαπαιδαγωγητικής εργασίας του (π.χ. μελέτη στο σχολείο, επίλυση ασκήσεων κ.ά.), ενώ εντός του θα δημιουργούνται δομές αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου. Η ανάγκη σχεδιασμένης επέκτασης του ωραρίου του σχολείου προβάλλει μάλιστα ακόμα πιο οξυμένα λόγω της πανδημίας του κορονοϊού και της λειτουργίας της οικογένειας στην Ελλάδα με σημαντική εμπλοκή των ηλικιωμένων συγγενών στη φροντίδα των μαθητών.

Αντίστοιχα, η συζήτηση που κατά καιρούς ανοίγει γύρω από τις αναγκαίες ειδικότητες που θα διδάσκουν στο νηπιαγωγείο ή στο σχολείο μπορεί να μπολιαστεί από τη θέση μας ότι ο εκπαιδευτικός κάθε επιστημονικού αντικειμένου που χρειάζεται να εισάγεται στη σχολική ζωή πρέπει να έχει ουσιαστικό παιδαγωγικό υπόβαθρο, ευρύτερη δυνατότητα σύνδεσης με άλλα γνωστικά αντικείμενα. Προφανώς, τα παραπάνω πρέπει να διασφαλίζονται με ευθύνη του κράτους, τόσο σε προπτυχιακό επίπεδο όσο και σε αντίστοιχες δομές επιμόρφωσης.

Κάτω από το ίδιο πρίσμα χρειάζεται να αντιλαμβανόμαστε την τοποθέτησή μας για σειρά νέα προγράμματα που είτε παρέχονται με κρατική ευθύνη, αλλά περιορισμένα (π.χ. κολύμβηση), είτε δεν παρέχονται έως τώρα με κρατική ευθύνη, αλλά επειδή αποτελούν νέα τάση και ανάγκη παρέχονται από τον ιδιωτικό τομέα, εννοείται επί πληρωμή. Από αυτήν την άποψη, απαιτούμε να λαμβάνονται όλα τα ουσιαστικά μέτρα για την καθολική παροχή, με σύγχρονους, ασφαλείς και παιδαγωγικούς όρους, εννοείται δωρεάν, για όλους τους μαθητές.

Αντίστοιχα, το πρόβλημα της σχολικής στέγης, πέρα από σοβαρότατο ζήτημα ασφάλειας που πράγματι είναι και φαίνεται ότι συσπειρώνει σε σχετικά μαζική κινηματική βάση, είναι και θέμα ποιότητας της μόρφωσης. Τα στοιχεία αναδεικνύουν τη μεγάλη ψαλίδα που υπάρχει ανάμεσα σε αυτό που μπορεί να δώσει σήμερα η ανάπτυξη της τεχνολογίας σε σχέση τόσο με την κατασκευή ασφαλών κτηρίων όσο και σε σχέση με το να τεθούν τα σχολικά κτήρια στην υπηρεσία μιας νέας παιδαγωγικής προσέγγισης για τη διαδικασία κατάκτησης της γνώσης. Έτσι, για παράδειγμα, μπορούμε να συζητήσουμε για την αναγκαιότητα υποδομών για τον αθλητισμό, για τις τέχνες, για διαφοροποιημένες σχολικές αίθουσες για μια σειρά γνωστικά αντικείμενα (π.χ. διεύρυνση εργαστηρίων, τάξεων Ιστορίας και Γεωγραφίας), για «σχολικούς κήπους» κ.ά. Οπωσδήποτε, η πείρα της πανδημίας ανέδειξε το ζήτημα της σχολικής στέγης με ιδιαίτερη οξύτητα, λειτουργώντας προσθετικά στο γεγονός ότι ούτως ή άλλως η σεισμική δραστηριότητα στη χώρα μας δημιουργεί συνεχώς σοβαρά ζητήματα ασφάλειας.

Επίσης, τα τελευταία χρόνια με αφορμή τις αλλαγές στο Λύκειο και στον τρόπο πρόσβασης ανοίγει η συζήτηση για μια πληθώρα ζητημάτων που θέτουν επιθετικά οι αστικές κυβερνήσεις προκειμένου να προωθήσουν την πολιτική τους. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουμε: Τα επιχειρήματα ότι οι μαθητές εισάγονται σε τμήματα που δεν επιθυμούν, ότι δεν μπορεί μια στιγμή (πανελλαδικές εξετάσεις) να καθορίζει το μέλλον των νέων, ότι δεν μπορούν να εισάγονται στα πανεπιστήμια με πολύ χαμηλούς βαθμούς κ.ά. Η απάντηση στα ζητήματα αυτά θέτει επί τάπητος το ρόλο του σχολείου και πιο ειδικά του Λυκείου στο πλαίσιο του ελληνικού καπιταλισμού. Χρειάζεται, για παράδειγμα, να αναδεικνύουμε τα αδιέξοδα ενός σχολείου που, ακριβώς επειδή ολοένα και περισσότερο μετατρέπεται σε φροντιστήριο, απαξιώνεται στη συνείδηση των μαθητών. Ταυτόχρονα αποστεώνεται έτσι και η όποια μορφωτική, γνωστική, διαπαιδαγωγητική λειτουργία του. Φυσικά αυτά δε συμβαίνουν σε ένα πολιτικό και κοινωνικό κενό. Ο καπιταλισμός είναι μια κοινωνία που συνεχώς δημιουργεί νέα αδιέξοδα στη νεολαία, ζει και αναπνέει από τον ανταγωνισμό. Και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους μαθητές έχει τη βάση της αναζήτησης μιας «θέσης στον ήλιο», σε συνθήκες φυσικά που το δικαίωμα στην εργασία και στις αναβαθμισμένες σπουδές βάλλεται συνεχώς. Συν τοις άλλοις, ακριβώς λόγω του ανταγωνισμού για τα κέρδη και της απουσίας σχεδιασμού σε επίπεδο κοινωνίας, η εργατική δύναμη περισσεύει, δεν αναπτύσσεται σχεδιασμένα, πετιέται στα ράφια της ανεργίας ή πουλιέται ακόμη πιο φθηνά. Οι πλευρές αυτές είναι αναγκαίο να τίθενται, σε συνδυασμό με τις κατά καιρούς προτάσεις του ΚΚΕ για την πρόσβαση (όπως κατοχύρωση βαθμολογίας κ.ά.), για τις αλλαγές στο Λύκειο, γιατί φωτίζουν καλύτερα την ουσία της διεξόδου που απευθύνουμε εμείς στους εργαζόμενους, στη νεολαία. Δεν είναι δηλαδή μια σειρά τεχνικές προτάσεις. Γιατί, πράγματι, και στο σοσιαλισμό υφίσταται η ανάγκη για επιλογή από την πλευρά της κοινωνίας αυτών που θα προετοιμαστούν μέσα από πανεπιστημιακές σπουδές ώστε να υπηρετήσουν τις διευρυνόμενες κοινωνικές ανάγκες. Όμως η επιλογή στο σοσιαλισμό έρχεται ως επιστέγασμα μιας ολόκληρης κοινωνικής διαδικασίας όπου επαναστατικά παίρνονται μέτρα για άμεση αντιμετώπιση των ανισότιμων όρων πρόσβασης στη γνώση. Τα μέτρα αυτά είναι οικονομικά, κοινωνικά και προφανώς εκπαιδευτικά. Υλοποιούνται συγκεκριμένα μέσα από την εκπαιδευτική πολιτική του εργατικού κράτους, την οικοδόμηση του ενιαίου δωδεκάχρονου σχολείου σύγχρονης γενικής παιδείας, των δομών προσχολικής αγωγής.

Αν καλύτερα αναδεικνύουμε έτσι τα αιτήματα, θα διευκολύνεται και η συνάντηση στη δράση όλων των εμπλεκόμενων, των εκπαιδευτικών, των γονιών, των μαθητών. Θα ενιαιοποιείται στην ουσία και η αντίληψη για την ευθύνη στο χώρο τόσο των κλαδικών όσο και των εδαφικών Οργανώσεων. Έτσι, θα σπάει περίπου μια αντίληψη που σχηματικά λέει: Οι εκπαιδευτικοί ασχολούνται με τα εργασιακά τους, οι γονείς και οι εδαφικές Οργανώσεις του Κόμματος με τα ζητήματα υποδομών που αφορούν τους δήμους, οι μαθητές κινητοποιούνται με βάση μεγάλους σταθμούς. Δηλαδή αν είμαστε πιο ικανοί να συνδέουμε και να δίνουμε αυτό που λέμε, το πολιτικό και ιδεολογικό υπόβαθρο των αιτημάτων, και εκεί να συναντιόμαστε, αυτό θα είναι ένα σημαντικό βήμα για να κατανοείται πιο πρακτικά και η ανάγκη συντονισμού των δυνάμεών μας.

Με βάση τις επεξεργασίες μας για το σχολείο και την προσχολική αγωγή έχουμε καλύτερα δουλέψει τη γραμμή συσπείρωσης στις σημερινές συνθήκες, παίρνοντας υπόψη μας μια σειρά παράγοντες, π.χ. δεν πάμε με τον ίδιο τρόπο στους μαθητές και στους εκπαιδευτικούς, αλλά και στους εκπαιδευτικούς δεν πάμε με τον ίδιο τρόπο ακριβώς στο επίπεδο της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ και το ίδιο στο σωματείο, πολύ περισσότερο στο σύλλογο των εκπαιδευτικών του κάθε σχολείου.

Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: Για παράδειγμα, η συντονιστική επιτροπή των μαθητών προβάλλει ως βασική, κεντρική διεκδίκηση «ένα σχολείο που μορφώνει και δεν εξοντώνει». Με βάση αυτήν τη διεκδίκηση, γίνεται προσπάθεια από τις δυνάμεις της ΚΝΕ να ξεδιπλώσουν την αντίληψή μας για το σχολείο, να κατανοείται –στο βαθμό του δυνατού και με βάση την πείρα των μαθητών– ποιοι είναι οι πολιτικοί όροι για την ικανοποίηση αυτών των διεκδικήσεων. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούμε στο κίνημα των μαθητών να θέτουμε ως βάση για συσπείρωση την πρόταση του ΚΚΕ για το ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο που προϋποθέτει αλλαγή τάξης στην εξουσία. Αντίστοιχα και στο κίνημα των εκπαιδευτικών πηγαίνουμε με τις αιχμές μας, αλλά στο επίπεδο των Ομοσπονδιών που είναι πιο πολιτικοποιημένη η αντιπαράθεση και κάθε συνδικαλιστική δύναμη εκ των πραγμάτων θέτει πιο ολοκληρωμένα την πολιτική της αντίληψη για το σχολείο, βάζουμε και πλευρές που αφορούν το δωδεκάχρονο σχολείο.

Αντίστοιχα πρέπει να δουλέψουμε και τον τρόπο που η επεξεργασία για το ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο θα ακουμπήσει στους προβληματισμούς και τις αγωνίες των γονιών. Στα όργανα των γονιών, επειδή μέχρι σήμερα δεν έχουμε συναντήσει δυσκολίες και αντιπαράθεση, θέτουμε στο πλαίσιό μας τη θέση για το ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο, θέση του Κόμματος που αφορά την αντίληψή μας για το σοσιαλισμό. Η υλοποίηση της θέσης μας για το σχολείο συνδέεται με τις αλλαγές στην οικονομία και την εξουσία, πλευρά που, αν δεν μπει, αποστεώνεται ή και διαστρεβλώνεται η ίδια η ουσία της. Φυσικά η θέση αυτή πρέπει να μπολιάζει τα αιτήματά μας, όμως δεν μπορεί να τίθεται ως γραμμή συσπείρωσης. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να είναι η θέση ενός φορέα όπως η ΑΣΓΜΕ (ακόμα και με τους θετικούς συσχετισμούς που έχει), που δεν αποτελεί και δεν μπορεί να είναι φορέας της κοινωνικής συμμαχίας.

Και το λέμε αυτό γιατί χρειάζεται να κάνουμε ουσιαστικά βήματα στο πώς ευρύτερος κόσμος κατανοεί και αποδέχεται την αντίληψη του Κόμματος για το σχολείο. Για παράδειγμα, ενώ μπορεί μια Ένωση Γονέων να υιοθετεί τη θέση για το ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο, από την άλλη μπορεί να υφίσταται πίεση ή και να αποδέχεται την ύπαρξη χορηγών στα σχολεία.

Ένα άλλο ζήτημα είναι η ανάγκη να γίνουμε πιο ικανοί στην εξειδικευμένη παρακολούθηση των παρεμβάσεων του αστικού κράτους, του κεφαλαίου και των μηχανισμών του.

Καλύτερα χρειάζεται να γίνει συνείδηση ότι στο σχολείο πια μπαίνουν με διάφορα προγράμματα μεγάλες επιχειρήσεις, πρεσβείες, ΜΚΟ κλπ. Αυτό δεν αναιρεί φυσικά ότι το περιεχόμενο του σχολικού βιβλίου, της διδασκαλίας του εκπαιδευτικού αποτελεί ακόμα τον κορμό της ιδεολογικής παρέμβασης και που φυσικά χρειάζεται να ασχοληθούμε πατώντας και στη δουλειά που έχει ήδη γίνει (βλ. Θέματα Παιδείας, στήλες Ριζοσπάστη, αφιερώματα Οδηγητή).

Τα προγράμματα αυτά εισάγονται στα σχολεία όχι από την «πίσω πόρτα», αλλά με ευθύνη του υπουργείου Παιδείας και με έγκριση του ΙΕΠ (Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής). Η βασική τους κατεύθυνση είναι η αποδοχή από πολύ νωρίς των βασικών ιδεολογημάτων και αξιών του κεφαλαίου, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διαμόρφωση στους μαθητές από την πιο τρυφερή ηλικία μιας θετικής στάσης απέναντι στους καπιταλιστές. Στην κατεύθυνση αυτή υπάρχει ουσιαστική συνέχεια από τη ΝΔ, παίρνοντας τη σκυτάλη από το ΣΥΡΙΖΑ.

Ο εντοπισμός και η καταδίκη αυτών των προγραμμάτων προϋποθέτει ετοιμότητα ειδικά από τους εκπαιδευτικούς και τις Κομματικές Οργανώσεις. Απαιτεί όμως και επεξεργασία πειστικών επιχειρημάτων που θα απευθύνονται σε μάζες και όχι μόνο στο –σε ένα βαθμό πεισμένο– κομματικό ακροατήριο. Θετικό παράδειγμα μιας τέτοιας προσπάθειας είναι η ανάδειξη της παρέμβασης της γερμανικής πρεσβείας για το τείχος του Βερολίνου στη Θεσσαλονίκη, η ανάδειξη της ημερίδας μιας θρησκευτικής ένωσης γονέων με αντιδραστικές εν πολλοίς απόψεις κ.ά.

Αυτά όμως είναι η μια πλευρά. Η πλευρά της οπωσδήποτε αναγκαίας άρνησης. Πώς οργανώνουμε όμως επιθετικά την παρέμβασή μας; Από το 2015, έχουμε συλλογικά εκτιμήσει ότι οι κομμουνιστές και ριζοσπάστες εκπαιδευτικοί χρειάζεται να παρεμβαίνουν σε μια σειρά προγράμματα. Προφανώς όχι σε όλα, αλλά με βάση τις δυνατότητες που υπάρχουν να δώσει ο εκπαιδευτικός ένα διαφορετικό περιεχόμενο. Να μετρηθούν δηλαδή βήματα απεγκλωβισμού από το υπάρχον πλαίσιο που τίθεται. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν μια σειρά σχολικές δραστηριότητες (αγωγή σταδιοδρομίας, αγωγή υγείας, περιβαλλοντική εκπαίδευση, πολιτιστικών θεμάτων) που πρέπει να δώσουμε το δικό μας περιεχόμενο σε αυτές και επιδιώκουμε να αναλάβουμε την υλοποίησή τους. Παράλληλα ανοίγουμε την αντιπαράθεση στο περιεχόμενο, ήδη από τη συζήτηση στο σύλλογο διδασκόντων, για τα ζητήματα παρέμβασης των επιχειρήσεων, των χορηγών, της αναπαραγωγής των καπιταλιστικών αξιών κ.ά. Επιδιώκοντας να δώσουμε κάποια παραδείγματα: Η δημιουργία μαθητικής εφημερίδας, θεατρικών, η σύνδεση με την τοπική ιστορία, η ανάδειξη του ζητήματος των ναρκωτικών κ.ά. με σωματεία κλπ. αποτελούν θετική συμβολή στο να ανοίξουμε την παρέμβασή μας. Πολύτιμο όπλο, ειδικά για τους εκπαιδευτικούς του Δημοτικού, είναι το περιοδικό Κόκκινο Αερόστατο.

Μπορούμε να πούμε ότι, αν και υπάρχει πρόοδος στην κατανόηση της αναγκαιότητας της παρέμβασης, αυτή είναι αναντίστοιχη των υπαρκτών δυνατοτήτων, όχι απλά των αναγκών. Η πρόσφατη πείρα από την παρέμβαση των εκπαιδευτικών κατά τη διάρκεια της πανδημίας, οι ευφάνταστες πρωτοβουλίες, με αίσθημα ευθύνης και αντίληψης για τον παιδαγωγικό ρόλο του εκπαιδευτικού, μέσα σε δύσκολες συνθήκες δείχνουν ότι υπάρχει μια σημαντική μερίδα εκπαιδευτικών που μπορεί να μπει μπροστά σε αυτήν την όμορφη υπόθεση.

Το κρίσιμο είναι να κατανοηθεί ότι αυτή η απόφαση για συγκεκριμένη αξιοποίηση ορισμένων προγραμμάτων έχει το νόημα μιας πιο ενεργούς παρέμβασης στο βασικό μέτωπο πάλης στα σχολεία: Την ιδεολογική διαπάλη για το κέρδισμα της συνείδησης των μαθητών.

Μια άλλη πλευρά είναι η εξής: Πρέπει να ξεπεράσουμε το πρόβλημα της ανεπαρκούς ενημέρωσης των κομματικών μας δυνάμεων για επιμέρους ή συνολικότερες πλευρές που το ΠΓ και η ΚΕ αντιμετωπίζουν καθημερινά και για τις θέσεις που διαμορφώνουν σε μια σειρά ζητήματα της επικαιρότητας τα οποία ποτέ ή σπάνια φτάνουν στις ΚΟΒ με ευθύνη των οργάνων και των καθοδηγητών.

Αν καλύτερα συνειδητοποιήσουμε ότι το σχολείο με τη δομή του, το πρόγραμμά του, τα βιβλία κλπ. αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία, επίσης ότι αποτελεί ένα μαζικό χώρο παρέμβασης, θα καταλάβουμε ότι, για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε σε μια σύνθετη ιδεολογικοπολιτική διαπάλη (που ξεκινάει από το χαρακτήρα του σχολείου και της μόρφωσης και ξεδιπλώνεται σε τελική ανάλυση σε όλα τα ζητήματα), χρειάζεται με αποφασιστικότητα στις ΚΟΒ, στις ΟΒ, στις κομματικές ομάδες να φτάνουν και να συζητιούνται ένας όγκος ζητημάτων.

Μόνο από την αρχή της χρονιάς είχαμε: Περιβάλλον, σεισμούς, απορρίμματα, 28η Οκτώβρη, τείχος Βερολίνου, βάσεις ΝΑΤΟϊκών, προσφυγικό-μεταναστευτικό, πανδημία κορονοϊού κλπ. Είναι δηλαδή μια σειρά ζητήματα που η επικαιρότητα θέτει, αλλά και το Κόμμα μας ιεραρχεί. Στη βάση αυτή αναπτύσσεται μια εξαιρετικά δύσκολη και σκληρή ιδεολογικοπολιτική διαπάλη πριν ακόμα φτάσουμε στο ίδιο το περιεχόμενο του σχολικού βιβλίου και του μαθήματος.

Εδώ χρειάζεται να σκεφτούμε περισσότερο. Γιατί ούτε οι ΚΟΒ –και πολύ περισσότερο οι ΟΒ– μπορούν να συνεδριάζουν κάθε μέρα, ούτε μπορεί και τίποτα να μη φτάνει ποτέ. Η ιεράρχηση, η αρθρογραφία, η αποστολή ακόμα και μέσω mail –οργανωμένα όμως– υλικών που δημοσιεύονται είναι πλευρές που μπορούν να μας βοηθήσουν. Αναγκαίο είναι επίσης να γίνουμε πιο ικανοί να αποτυπώνουμε συμπεράσματα σε εκθέσεις, σε αρθρογραφία, που θα διαβάζονται από τα κομματικά μέλη ακόμη και αν δεν οργανώνεται ειδική συζήτηση κάθε φορά. Να διαπαιδαγωγηθούν οι ΚΟΒ στο να διαβάζουν σημειώματα, φυσικά το Ριζοσπάστη και οπωσδήποτε να μη λυπόμαστε χρόνο στην πολιτική συζήτηση καταρχάς με τα μέλη μας. Σε κάθε περίπτωση, οι πλευρές αυτές και οι επεξεργασίες που τα στελέχη οφείλουμε να παρακολουθούμε και να μελετάμε πρέπει να διαπερνάνε τις παρεμβάσεις μας από τα όργανα μέχρι τις ΚΟΒ και τις ΟΒ. Ιδιαίτερα βέβαια στις ΟΒ χρειάζεται προσαρμογή, όχι όμως και μειωμένη απαίτηση, π.χ. έχουμε θετική πείρα από τη δράση των μαθητών για το ΧΥΤΑ όπου εξοπλίστηκαν, συζήτησαν, αντιπαρατέθηκαν και ανταποκρίθηκαν συσπειρώνοντας κόσμο σε ένα δύσκολο ζήτημα, όπως είναι αυτό της διαχείρισης απορριμμάτων.

Ένα άλλο ζήτημα είναι κατά πόσο με ταχύτητα και έγκαιρα φτάνουν και αφομοιώνονται ορισμένα νέα στοιχεία στην παρέμβασή μας.

Για παράδειγμα, στα ΕΠΑΛ αφετηρία της κριτικής μας πρέπει να είναι η απόσταση που χωρίζει τις διακηρύξεις των αστών και των κυβερνήσεών τους περί αναβάθμισης της ΕΕΚ με την πραγματικότητα που βιώνουν οι νέοι. Προτάσσουμε το ζήτημα ότι σοβαρή επαγγελματική εκπαίδευση δεν μπορεί να γίνει αν δεν υπάρχει ολόπλευρη βασική μόρφωση. Ταυτόχρονα, αναδεικνύουμε και τα σοβαρά κενά και τις ελλείψεις που υπάρχουν, τα προβλήματα στα Εργαστηριακά Κέντρα, αλλά και τη διαφοροποίηση που υπάρχει ακόμα και στα μαθήματα Γενικής Παιδείας, την υποβάθμισή τους. Προφανώς βάζουμε τα γνωστά ζητήματα που έχουν να κάνουν με τις συνεχόμενες πιστοποιήσεις, τις εξετάσεις, το ρόλο των επιμελητηρίων, αλλά και τα γενικότερα ζητήματα της ανεργίας, των προτεραιοτήτων των κλάδων κτλ.

Εκτιμήσαμε ότι ορισμένες θέσεις και διατυπώσεις μας δε βοηθούσαν στο να προσεγγίσουμε τα νέα παιδιά που βρίσκονται στα ΕΠΑΛ (π.χ. η μαθητεία σαν τζάμπα εργασία ή η αναφορά στο μισθό της μαθητείας σα «χαρτζιλίκι», η θέση για κατάργηση της μαθητείας παλιότερα). Οι αναγκαίες τροποποιήσεις στις επεξεργασίες μας έδωσαν ώθηση στην ανάπτυξη διεκδικήσεων για τη μορφωτική αναβάθμιση των μαθητών των ΕΠΑΛ, συνέβαλαν στο να αποκτηθεί καλύτερος προσανατολισμός στην ανάδειξη των ειδικών προβλημάτων των ΕΠΑΛ που αφορούν και την πλευρά των συνθηκών στις οποίες διεξάγεται η μαθητεία.

Άλλο ζήτημα είναι η παρέμβασή μας στους γονείς και μια σειρά καθημερινά ζητήματα που αντιμετωπίζουμε στον πυρήνα της δράσης μας, στους συλλόγους γονέων. Για παράδειγμα, πώς κατανοείται και πώς παλεύεται στην πράξη το σωστό σύνθημα «ούτε ένα ευρώ από την τσέπη των γονιών για λειτουργικά έξοδα». Το βασικό πρόβλημα είναι α) ότι οι σύλλογοι γονέων, εν μέρει και οι δυνάμεις μας, δε γνωρίζουν πού πρέπει να κατευθύνουν τις διεκδικήσεις τους σε επίπεδο δήμου (Σχολική Επιτροπή), β) αλλά κυρίως αφορά το πώς αντιμετωπίζουμε το γεγονός ότι οι σύλλογοι γονέων προσανατολίζονται στο να βάζουν από την τσέπη τους για λειτουργικά έξοδα του σχολείου (θέρμανση, καθαριότητα, βάψιμο, φωτοτυπικά κ.ά.). Το πρόβλημα αυτό επιδρά και εκφράζει τον προσανατολισμό στην πράξη των φορέων των γονέων, ακόμα κι αν αυτό συνυπάρχει με εστίες κινητοποιήσεων απέναντι σε προβλήματα, ακόμα κι αν σε επίπεδο Ένωσης Γονέων ή Ομοσπονδίας σε επίπεδο διακήρυξης υπάρχει εναντίωση.

Το ζήτημα αυτό χρειάζεται να αντιμετωπιστεί παίρνοντας μέτρα σε όλα τα επίπεδα, ξεδιαλύνοντας συγχύσεις και αστοχίες που συνδέονται με αυτό το πρόβλημα. Εννοείται ότι απαιτούμε να καλύπτονται όλα τα έξοδα για τη λειτουργία του σχολείου από το κράτος, συγκεκριμένα από τη Σχολική Επιτροπή του δήμου.

Η εξέλιξη της νέας καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα θα θέσει εκ νέου ένα σοβαρό ζήτημα. Στο έδαφος της ανυπαρξίας δημόσιων δομών για μια σειρά δραστηριότητες, είτε αθλητισμού είτε πολιτισμού, οι γονείς προσανατολίζονται –και πολλές φορές υπάρχει πίεση και από τα κάτω– να γίνουν τέτοιου είδους δραστηριότητες, οι οποίες έχουν το θετικό για τη λαϊκή οικογένεια ότι γίνονται κοντά στη γειτονιά, στο σχολείο, κυρίως όμως κατά βάση είναι πολύ πιο φθηνές σε σχέση με αυτές που γίνονται από την ιδιωτική πρωτοβουλία.

Τέτοιες κινήσεις κατά βάση είτε γίνονται κατευθείαν με πληρωμή από το ταμείο του συλλόγου γονέων είτε με απευθείας εισφορά από τους γονείς (το ποσό της οποίας διαφέρει). Μπορούμε να δώσουμε εμείς το περιεχόμενο τέτοιων δραστηριοτήτων, να σχεδιάσουμε την παρέμβαση της Λαϊκής Επιτροπής, την αξιοποίηση δομών λαϊκής αλληλεγγύης, τη συνεργασία με προοδευτικούς συλλόγους, σωματεία που υπάρχουν σε επίπεδο τοπικής κοινωνίας.

Ξεκαθαρίζουμε όμως ότι δεν μπορούμε να αποδεχτούμε την επιχειρηματική λειτουργία του συλλόγου η οποία εκδηλώνεται με υψηλές τιμές, κυρίως με επιδίωξη κέρδους από την πλευρά του συλλόγου προκειμένου αυτό να διοχετευτεί στην πληρωμή λειτουργικών εξόδων.

Μπορούμε όμως να σχεδιάσουμε την παρέμβασή μας προκειμένου να διεκδικήσουμε αντίστοιχες δραστηριότητες με ευθύνη του δήμου μέσα στα σχολεία. Υπάρχει σχετική θετική πείρα.

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Η βασική ιδέα του κειμένου είναι να αποκτηθεί ενιαία αντίληψη ότι η ένταση της ιδεολογικής-πολιτικής δουλειάς είναι βασική πλευρά της καθημερινής δουλειάς. Δεν μπορεί δηλαδή να κατανοείται μόνο ως οργάνωση μαθημάτων και σχολών, που προφανώς και αυτά είναι απολύτως αναγκαία και οπωσδήποτε πρέπει να γενικευτούν και να εξειδικευτούν σε κάθε χώρο.

Η πρωτοπόρα στάση των κομμουνιστών που θα πατάει πάνω σε προβλήματα που προκύπτουν δε σημαίνει μόνο ότι μπαίνουμε μπροστά στα προβλήματα, αλλά και ότι διεξάγουμε εύστοχη, σωστή ιδεολογική, προπαγανδιστική, πολιτική δουλειά. Άλλωστε η ιδεολογική-πολιτική δουλειά μέσα στο κίνημα είναι και οργανωτικός παράγοντας που επιδρά στη συγκρότηση, στη δυναμική, στη συνέχειά του. Και αυτή η προσπάθεια αποτελεί ευνοϊκό έδαφος για να αφομοιώνεται στην πράξη η αναγκαιότητα της αντικαπιταλιστικής αντιμονοπωλιακής πάλης για το σοσιαλισμό.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

1. Βλ. πιο αναλυτικά το κείμενο «Το σχολείο και ο ρόλος του κομμουνιστή εκπαιδευτικού στη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 5/2013.

2. Τμήμα Παιδείας & Έρευνας της ΚΕ του ΚΚΕ, Το ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο σύγχρονης γενικής παιδείας, σελ. 12-18, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2016.