Η μεγαλύτερη αδυναμία του μηχανιστικού υλισμού έγκειται στο ότι δεν εφαρμόζει τον υλισμό στις κοινωνικές επιστήμες. Στον τομέα των κοινωνικών επιστημών οι περισσότεροι αστοί επιστήμονες είναι ιδεαλιστές. Γι’ αυτό, δεν είναι παράξενο ότι ιδιαίτερα στις θεωρητικές και κοινωνικές επιστήμες κυριαρχεί σε τέτοιο βαθμό ο μεταμοντέρνος ανορθολογισμός και άλλες παραλλαγές του ιδεαλισμού.
Επίσης δεν είναι παράξενο το γεγονός ότι εκείνοι οι επιστήμονες που προσπαθούν να περιγράψουν την κοινωνία φυσικο-επιστημονικά και υλιστικά την ανάγουν αποκλειστικά σε φυσικο-επιστημονικά φαινόμενα (π.χ. η κοινωνία ως συνέπεια των ανθρώπινων γονιδίων). Ο Φρίντριχ Ένγκελς στη Διαλεκτική της φύσης προσφέρει την πλέον γνωστή, ίσως, μελέτη για την απόδειξη του περάσματος από την έμβια μορφή ύπαρξης της ύλης στην ανθρώπινη κοινωνία. Αυτή η μελέτη φέρει τον τίτλο: «Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου».
Για να παρουσιάσουμε τη θέση του Ένγκελς, ας μας επιτραπεί να αξιοποιήσουμε σ’ αυτό το σημείο ένα μεγάλο απόσπασμα από αυτήν τη μελέτη του. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε την επικαιρότητα αυτής της θέσης και θα την υπερασπιστούμε έναντι της αστικής διαστρέβλωσής της. Ο Ένγκελς, λοιπόν, συνοψίζει την εξανθρώπιση ως εξής:
«Η εργασία, λένε οι οικονομολόγοι, είναι η πηγή κάθε πλούτου. Και είναι πραγματικά τέτοια –πλάι στη φύση, που της δίνει το υλικό που το μετατρέπει σε πλούτο. Αλλά είναι επίσης άπειρα περισσότερο από αυτό. Είναι ο πρωταρχικός βασικός όρος κάθε ανθρώπινης ζωής, και αυτό σε τέτοιο βαθμό, που από μια άποψη πρέπει να πούμε: Η εργασία δημιούργησε τον ίδιο τον άνθρωπο. [...]
Ο Δαρβίνος μας έδωσε μια κατά προσέγγιση περιγραφή αυτών των προγόνων μας. Ήταν ολότελα μαλλιαροί, είχαν γένια και μυτερά αφτιά και ζούσαν κοπαδιαστά πάνω στα δέντρα.
Μπορούμε να υποθέσουμε ότι κάτω από την επίδραση κατά πρώτο λόγο του τρόπου της ζωής τους, που για το σκαρφάλωμα αναθέτει στα χέρια διαφορετικές λειτουργίες από τα πόδια, οι πίθηκοι αυτοί άρχισαν να χάνουν τη συνήθεια να χρησιμοποιούν τα χέρια τους για να βαδίζουν πάνω στο επίπεδο έδαφος και αποκτούσαν όλο και πιο πολύ κατακόρυφο βάδισμα. Έτσι έγινε το αποφασιστικό βήμα για το πέρασμα από τον πίθηκο στον άνθρωπο. [...]
Για να γίνει το όρθιο βάδισμα πρώτα κανόνας και ύστερα ανάγκη στους μαλλιαρούς προγόνους μας, προϋποτίθεται ότι έπρεπε να μεταβιβαστούν στα χέρια όλο και πιο πολλές δραστηριότητες. Αλλά ακόμα και στους πιθήκους κυριαρχεί ήδη ένας κάποιος καταμερισμός λειτουργιών ανάμεσα στα χέρια και στα πόδια. Όπως είπαμε, το χέρι χρησιμοποιείται για το σκαρφάλωμα, διαφορετικά από το πόδι. Χρησιμεύει ειδικότερα για τη συλλογή και το κράτημα της τροφής όπως ήδη κάνουν με τα μπροστινά τους πόδια μερικά κατώτερα θηλαστικά. Πολλοί πίθηκοι χρησιμοποιούν τα χέρια τους για να κατασκευάζουν φωλιές στα δέντρα ή ακόμα –όπως ο χιμπαντζής– στέγες ανάμεσα στα κλαδιά, για να φυλάγονται απ’ την κακοκαιρία. Με το χέρι αρπάζουν ρόπαλα για να αμυνθούν ενάντια σε εχθρούς ή τους βομβαρδίζουν με καρπούς ή λίθους. Όταν είναι αιχμάλωτοι, κάνουν με τα χέρια τους μια σειρά απλές πράξεις, που τις αντιγράφουν από τους ανθρώπους. Αλλά εδώ ακριβώς παρουσιάζεται ολόκληρο το χάσμα ανάμεσα στο μη αναπτυγμένο χέρι ακόμα και του πιο ανθρωποειδούς από τους πιθήκους, και στο χέρι του ανθρώπου που έχει τελειοποιηθεί σε υψηλό βαθμό, με την εργασία χιλιάδων αιώνων.
Γι’ αυτό λοιπόν, οι πράξεις, στις οποίες οι πρόγονοί μας βαθμιαία στην πορεία πολυάριθμων χιλιετηρίδων έμαθαν να προσαρμόζουν σιγά-σιγά το χέρι τους, στην εποχή του περάσματος από τον πίθηκο στον άνθρωπο, δεν μπορούσαν να είναι στην αρχή παρά πράξεις απλούστατες. Και οι κατώτεροι άγριοι, ακόμα και εκείνοι στους οποίους μπορεί κανείς να υποθέσει μια οπισθοδρόμηση σε μια κατάσταση αρκετά κοντινή με του ζώου, που να συνοδεύεται από ένα φυσικό εκφυλισμό, βρίσκονται σε πολύ υψηλότερο επίπεδο από αυτά τα μεταβατικά πλάσματα. Πριν να δουλευτεί από το χέρι του ανθρώπου το πρώτο χαλίκι για να γίνει μαχαίρι, χρειάστηκε ίσως μια χρονική περίοδος που μπροστά της να φαίνεται ασήμαντη η ιστορική περίοδος που γνωρίζουμε. Αλλά το αποφασιστικό βήμα είχε γίνει: Το χέρι είχε ελευθερωθεί και μπορούσε πια να αποχτά όλο και πιο νέες δεξιότητες και η μεγαλύτερη ευλυγισία που αποχτιότανε μ’ αυτόν τον τρόπο, μεταβιβαζόταν κληρονομικά και μεγάλωνε από γενιά σε γενιά.11
Έτσι το χέρι δεν είναι μονάχα το όργανο, παρά και το προϊόν της εργασίας. Μόνο με την εργασία, με την προσαρμογή σε όλο και νέες λειτουργίες, με την κληρονομική μεταβίβαση της αποκτημένης μ’ αυτόν τον τρόπο ειδικής ανάπτυξης των μυών, των τενόντων και σε μακρύτερα χρονικά διαστήματα των ίδιων των οστών και με την ασταμάτητα επαναλαμβανόμενη εφαρμογή αυτής της κληρονομικής τελειοποίησης σε νέες, όλο και περισσότερο περίπλοκες λειτουργίες, το ανθρώπινο χέρι έφτασε σ’ αυτόν τον υψηλό βαθμό τελειότητας, απ’ όπου μπορεί να κάμει να ξεπηδήσει το θαύμα των πινάκων του Ραφαήλ, των αγαλμάτων του Τόρβαλντσεν, της μουσικής του Παγκανίνι.
Αλλά το χέρι δεν υπάρχει καθαυτό. Ήταν απλώς ένα από τα μέλη ενός ολόκληρου, εξαιρετικά περίπλοκου οργανισμού. Ό,τι ωφελούσε το χέρι, ωφελούσε και ολόκληρο το σώμα, που υπηρετούσε το χέρι. [...]
Πολύ πιο σπουδαία είναι η άμεση και αποδείξιμη επίδραση της ανάπτυξης του χεριού στον υπόλοιπο οργανισμό. Όπως είπαμε, οι πιθηκόμορφοί μας πρόγονοι ήταν αγελαία όντα. [...] Η κατάκτηση της φύσης, που αρχίζει με την ανάπτυξη του χεριού, με την εργασία, πλάτυνε με κάθε πρόοδο τους ορίζοντες του ανθρώπου. Ο άνθρωπος ανακάλυπτε συνεχώς νέες, άγνωστες μέχρι τότε ιδιότητες των φυσικών αντικειμένων. Η ανάπτυξη της εργασίας από την άλλη μεριά βοήθησε αναγκαστικά στη σύσφιξη των δεσμών ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας, πολλαπλασιάζοντας τις περιπτώσεις αμοιβαίας βοήθειας, κοινής δραστηριότητας, και κάνοντας πιο ξεκάθαρη σε κάθε άτομο τη συνείδηση της χρησιμότητας αυτής της συνεργασίας. Με λίγα λόγια, οι άνθρωποι στην πορεία της διαμόρφωσής τους έφτασαν στο σημείο όπου είχαν κάτι να πουν ο ένας στον άλλο. Η ανάγκη δημιούργησε το όργανό της: Ο μη αναπτυγμένος λάρυγγας του πιθήκου διαμορφώθηκε με την ποικιλοφωνία αργά αλλά σίγουρα για πιο αναπτυγμένη ποικιλοφωνία, και τα όργανα του στόματος μάθανε βαθμιαία να προφέρουν τον έναν έναρθρο φθόγγο μετά τον άλλο.
Η σύγκριση με τα ζώα αποδεικνύει ότι αυτή η ερμηνεία για την προέλευση της γλώσσας, που γεννήθηκε από την εργασία και μαζί με την εργασία, είναι η μόνη σωστή. Το ελάχιστο, που ακόμα και τα πιο αναπτυγμένα ζώα χρειάζονται για να επικοινωνούν μεταξύ τους, μπορεί να μεταδοθεί ακόμα και χωρίς έναρθρο λόγο. Κανένα ζώο στη φυσική του κατάσταση δεν αισθάνεται ότι μειονεκτεί επειδή δεν μπορεί να μιλήσει ή να καταλάβει την ανθρώπινη γλώσσα. [...]
Πρώτα η εργασία και ύστερα από αυτήν και σε συνέχεια με αυτήν η γλώσσα, είναι τα δύο ουσιαστικά ερεθίσματα, που κάτω από την επίδρασή τους μεταμορφώθηκε σιγά-σιγά ο πιθηκίσιος εγκέφαλος σε ανθρώπινο, που, παρ’ όλες τις ομοιότητές του με τον πρώτο, είναι πολύ πιο μεγάλος και τέλειος. Παράλληλα όμως με την ανάπτυξη του εγκεφάλου, προχωρούσε και η ανάπτυξη των άμεσων εργαλείων του, των αισθητηρίων οργάνων. Όπως η προοδευτική ανάπτυξη της γλώσσας συνοδεύεται αναγκαστικά από μια αντίστοιχη εκλέπτυνση του οργάνου της ακοής, έτσι και η ανάπτυξη του εγκεφάλου σαν ενιαίου όλου συνοδεύεται από την εκλέπτυνση όλων των αισθήσεων. Ο αετός βλέπει πολύ πιο μακριά από τον άνθρωπο, αλλά το ανθρώπινο μάτι βλέπει πολύ περισσότερα μέσα στα πράγματα από το αετίσιο. Ο σκύλος έχει πολύ οξύτερη όσφρηση από τον άνθρωπο, όμως δεν ξεχωρίζει ούτε το ένα εκατοστό από τις μυρωδιές που για τον άνθρωπο είναι σίγουρα σημάδια διαφορετικών πραγμάτων. Και η αίσθηση της αφής, που στον πίθηκο μόλις υπάρχει σε εντελώς στοιχειώδη, εμβρυώδη κατάσταση, αναπτύχθηκε παράλληλα μονάχα με το ανθρώπινο χέρι, χάρη στην εργασία.
Η επίδραση στην εργασία και τη γλώσσα, της ανάπτυξης του εγκεφάλου και των αισθήσεων που εξαρτιούνται από αυτόν, της αυξανόμενης σαφήνειας της συνείδησης, της αφαιρετικής δύναμης και της κρίσης, έδωσε μια νέα ώθηση στην παραπέρα ανάπτυξη και της εργασίας και της γλώσσας. Η παραπέρα αυτή ανάπτυξη δεν τελείωσε τη στιγμή που ο άνθρωπος χωρίστηκε οριστικά από τον πίθηκο, αλλά συνολικά συνέχισε έκτοτε να επιτελεί τεράστιες προόδους, που ποίκιλαν σε βαθμό και κατεύθυνση στους διάφορους λαούς και τις διάφορες εποχές, και που διακόπτονταν εδώ κι εκεί από τοπικές και προσωρινές πισωδρομήσεις. Η παραπέρα αυτή ανάπτυξη επισπεύστηκε έντονα από τη μια και οδηγήθηκε σε πιο καθορισμένες κατευθύνσεις από την άλλη, χάρη σ’ ένα νέο στοιχείο που ήρθε στο προσκήνιο με την εμφάνιση του ολοκληρωτικά αναπτυγμένου ανθρώπου: Την κοινωνία. [...]
Και τι θα βρούμε πάλι σα χαρακτηριστική διαφορά ανάμεσα στο κοπάδι των πιθήκων και την ανθρώπινη κοινωνία; Την εργασία. [...]
Η εργασία αρχίζει με την κατασκευή εργαλείων. Και ποια είναι τα πιο παλιά εργαλεία που συναντούμε –τα πιο αρχαία, αν κρίνουμε από τα αντικείμενα των προϊστορικών ανθρώπων που ανακαλύφθηκαν και από τον τρόπο ζωής των πρώτων ιστορικών λαών, καθώς και των πιο πρωτόγονων από τους σύγχρονους άγριους; Είναι εργαλεία για κυνήγι και ψάρεμα, και τα πρώτα χρησιμεύουν ταυτόχρονα και για όπλα. Αλλά το κυνήγι και το ψάρεμα προϋποθέτουν το πέρασμα από την αποκλειστικά φυτική διατροφή στην ταυτόχρονη χρήση κρέατος. Κι έχουμε πάλι εδώ ένα ουσιαστικό βήμα προς την εξανθρώπιση. Η διατροφή με κρέας περιέχει, σχεδόν εντελώς έτοιμα, τα πιο ουσιώδη υλικά που έχει ανάγκη ο οργανισμός για το μεταβολισμό του. Η δίαιτα αυτή συντόμευε τον απαιτούμενο χρόνο, όχι μόνο για την πέψη, αλλά και για τις άλλες σωματικές λειτουργίες που αντιστοιχούν σε φυτικές λειτουργίες. Έτσι κέρδιζε περισσότερο χρόνο, υλικά και ενέργεια για την ενεργητική εκδήλωση της –με την ακριβή έννοια της λέξης– ζωώδικης ζωής. Και όσο πιο πολύ απομακρυνόταν από το φυτό ο διαμορφωνόμενος άνθρωπος, τόσο πιο πολύ υψωνόταν πάνω από το ζώο. […] Αλλά το πιο ουσιαστικό ήταν η επίδραση της κρεοφαγίας στον εγκέφαλο, που δεχόταν σε πολύ πιο άφθονες ποσότητες από πριν τα στοιχεία που χρειάζονταν για τη διατροφή και την ανάπτυξή του και μπόρεσε έτσι να αναπτυχθεί γρηγορότερα και τελειότερα από γενιά σε γενιά. [...]
Η κρεοφαγία οδήγησε σε δύο νέες προόδους αποφασιστικής σημασίας: Στη χρήση της φωτιάς και στην εξημέρωση των ζώων. Η πρώτη συντόμευσε ακόμα πιο πολύ τη διαδικασία της πέψης, καθώς εφοδίαζε το στόμα με τροφή, ας πούμε, μισοχωνεμένη. Η δεύτερη έκανε πιο άφθονο το κρέας, γιατί πλάι στο κυνήγι άνοιγε μια νέα και πιο κανονική πηγή εφοδιασμού κι ακόμα παρείχε με το γάλα και τα προϊόντα του μια νέα τροφή, που εξαιτίας της σύστασής της ήταν τουλάχιστον εξίσου πολύτιμη με το κρέας. (...)
Με τη συνεργασία του χεριού, των φωνητικών οργάνων και του εγκεφάλου, όχι μόνο σε κάθε άτομο αλλά και σ’ ολόκληρη την κοινωνία, τα ανθρώπινα όντα έγιναν ικανά να εκτελούν όλο και πιο περίπλοκες εργασίες, να θέτουν και να πετυχαίνουν όλο και υψηλότερους σκοπούς. Η ίδια η εργασία γινόταν από γενιά σε γενιά διαφορετική, τελειότερη, περισσότερο ποικίλη. Στο κυνήγι και στην κτηνοτροφία προστέθηκε η γεωργία, σε αυτήν προστέθηκαν το κλώσιμο, η υφαντουργική, η μεταλλουργία, η αγγειοπλαστική, η ναυσιπλοΐα. Η τέχνη και η επιστήμη εμφανίστηκαν, τέλος, πλάι στο εμπόριο και τη βιοτεχνία. Από τη φυλή αναπτύχθηκαν έθνη και κράτη, εμφανίστηκε το Δίκαιο και η πολιτική, και μαζί του η φανταστική αντανάκλαση των ανθρώπινων πραγμάτων στο ανθρώπινο μυαλό: Η θρησκεία. Μπροστά σ’ όλες αυτές τις δημιουργίες που φαίνονταν πριν απ’ όλα σαν προϊόντα του μυαλού και μοιάζανε να δεσπόζουν στις ανθρώπινες κοινωνίες, τα πιο ταπεινά προϊόντα της χειρωνακτικής εργασίας περνούσαν σε δεύτερο πλάνο, κι αυτό τόσο περισσότερο, όσο το πνεύμα που καθόριζε τη διαδικασία της εργασίας ήδη σ’ ένα πρωιμότατο στάδιο της κοινωνικής ανάπτυξης (για παράδειγμα στην πρωτόγονη οικογένεια) είχε τη δυνατότητα να βάζει άλλους να πραγματοποιούν την εργασία που σχεδίαζε. Όλη η τιμή για τη γρήγορη ανάπτυξη του πολιτισμού αποδόθηκε στο πνεύμα, στην ανάπτυξη και στη δραστηριότητα του μυαλού. Οι άνθρωποι συνήθισαν να εξηγούν τη δραστηριότητά τους με τη σκέψη τους αντί να την εξηγούν με τις ανάγκες τους (που αντανακλώνται βέβαια στο μυαλό τους, γίνονται συνείδηση). Έτσι γεννήθηκε με τον καιρό η ιδεαλιστική αντίληψη του κόσμου που κυριάρχησε στα πνεύματα, προπαντός ύστερ’ από την παρακμή της αρχαιότητας. [...]
Όπως σημειώσαμε, τα ζώα μεταβάλλουν με τη δραστηριότητά τους την εξωτερική φύση όπως και ο άνθρωπος, αν και όχι στην ίδια έκταση και, όπως είδαμε, οι αλλαγές που επιφέρουν στο περιβάλλον τους αντεπιδρούν με τη σειρά τους και μεταβάλλουν τους πρόξενούς τους. [...] Αλλά αν τα ζώα ασκούν μια μόνιμη επίδραση στο περιβάλλον τους, αυτό γίνεται χωρίς να το θέλουν και για τα ίδια τα ζώα είναι δυστύχημα. Όσο πιο πολύ απομακρύνονται οι άνθρωποι από τα ζώα, τόσο οι επιπτώσεις τους στη φύση παίρνουν το χαρακτήρα προμελετημένης, σχεδιασμένης δράσης, που αποβλέπει σε καθορισμένους σκοπούς, γνωστούς από τα πριν. Το ζώο καταστρέφει τη βλάστηση μιας περιοχής χωρίς να ξέρει τι κάνει. Ο άνθρωπος την καταστρέφει για να σπείρει δημητριακά στο έδαφος που απελευθερώνει ή για να φυτέψει δέντρα και αμπέλια που ξέρει πως θα του δώσουν πολλές φορές εκείνα που έσπειρε. Ο άνθρωπος μεταφέρει χρήσιμα φυτά και κατοικίδια από τη μια χώρα στην άλλη, και έτσι μεταβάλλει τη χλωρίδα και την πανίδα ολόκληρων ηπείρων. [...]
Φυσικά είναι αυτονόητο ότι δεν έχουμε την πρόθεση να αρνηθούμε στα ζώα τη δυνατότητα να δράσουν σχεδιασμένα, προμελετημένα. Αντίθετα, ένας σχεδιασμένος τρόπος δράσης υπάρχει εμβρυακά παντού όπου υπάρχει και αντιδρά πρωτόπλασμα, ζωντανό λεύκωμα, δηλαδή κάνει καθορισμένες κινήσεις, έστω και εξαιρετικά απλές, σαν αποτέλεσμα καθορισμένων εξωτερικών ερεθισμών. Τέτοιες αντιδράσεις πραγματοποιούνται ακόμα κι εκεί όπου δεν υπάρχει ακόμα κύτταρο, και πολύ λιγότερο, νευρικό κύτταρο. [...] Αλλά το σύνολο της σχεδιασμένης δράσης όλων των ζώων δεν μπόρεσε να βάλει τη σφραγίδα της θέλησής τους πάνω στη Γη. Για να γίνει αυτό, χρειαζόταν ο άνθρωπος.
Συνοπτικά, το ζώο απλώς χρησιμοποιεί την εξωτερική φύση και την μεταβάλλει μόνο με την παρουσία του. Με τις αλλαγές που της δημιουργεί ο άνθρωπος, την κάνει να υπηρετήσει τους σκοπούς του, την εξουσιάζει. Σ’ αυτό βρίσκεται η τελευταία ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και στα υπόλοιπα ζώα, και τη διαφορά αυτή την χρωστά για άλλη μία φορά στην εργασία.»12
Ο Ένγκελς, λοιπόν, βλέπει την εργασία ως την αποφασιστική κινητήρια δύναμη της εξανθρώπισης. Σκιαγραφώντας την επιχειρηματολογία του, έχουμε το εξής σχήμα:
Όρθιο βάδισμα --> ελεύθερα χέρια --> χρήση εργαλείων και παραγωγή (!) εργαλείων --> νέες πηγές τροφής --> ανάπτυξη του εγκεφάλου --> ανάπτυξη της γλώσσας --> ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνίας --> αλλαγή της φύσης βάσει σχεδίου.
Απέναντι στους ισχυρισμούς του Ένγκελς υπήρξαν μια σειρά από αντεπιχειρήματα. Την πιο εκτενή κριτική στον ορισμό του Ένγκελς για την εργασία έγραψε ο εξελικτικός βιολόγος από το Μόναχο, Γιόζεφ Ράιχολφ (Josef H. Reichholf), σε ένα άρθρο του με τίτλο: «Ο Δαρβίνος, ο Ένγκελς και ο ρόλος της εργασίας στη βιολογική και πολιτισμική εξέλιξη του ανθρώπου». Αυτό το άρθρο βρίσκεται σε μια ανθολογία που εκδόθηκε από τον Γιόχεν Έλερ (Jochen Oehler) υπό τον τίτλο Ο άνθρωπος – Εξέλιξη, φύση και πολιτισμός. Συμβολή στη σημερινή μας εικόνα για τον άνθρωπο και δημοσιεύτηκε το 2010 από τις εκδόσεις Springer. Αυτή η κριτική αποτελεί απόδειξη για το γεγονός ότι η επιχειρηματολογία του Ένγκελς παρερμηνεύεται και διαστρεβλώνεται (συνειδητά;). Είναι σκόπιμο να παρουσιαστούν τα σημαντικότερα σημεία κριτικής του Ράιχολφ, τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά και για τους άλλους.
«Η εργασία δεν αποτελεί, ωστόσο, ιδιαιτερότητα μόνο του ανθρώπου. Για τις μέλισσες, τα μυρμήγκια και τους τερμίτες, η ζωή τους είναι πρακτικά μόνο εργασία. Οι εργάτριες μέλισσες [οι οποίες αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος των διευρυμένων οικογενειών των μελισσών] σχηματίζουν τη δική τους κάστα, από την εργασία της οποίας εξαρτώνται οι πολύπλοκες αποικίες αυτών των ευκοινωνικών (eusozial13) εντόμων. Η αναπαραγωγική δυνατότητα, όμως, αυτής της κάστας παραμένει περιορισμένη.14 Όσον αφορά τα μυρμήγκια, τα οποία –όπως και οι μέλισσες– ανήκουν στα υμενόπτερα, υπάρχουν, ιδιαίτερα σε κάποια είδη τους, εξειδικευμένες κάστες όπως οι στρατιώτες και τα “μυρμήγκια-συλλέκτες”, τα οποία πρέπει να ταΐζονται από κανονικές εργάτριες, αφού δεν μπορούν πλέον να τρώνε μόνα τους. Ακόμα και η επιφανειακή παρατήρηση της ζωής των αποικιών των μελισσών και των μυρμηγκιών δίνει την εικόνα μιας εξαιρετικής “εργατικότητας”. Έτσι, έχουν προκύψει ιδιωματισμοί όπως “εργατικός σα μέλισσα” και “φιλόπονος” (emsig15) που έχουν πλέον εισαχθεί στην καθημερινή γλώσσα. Η γλώσσα εκφράζει με έμμεσο τρόπο την αίσθηση ότι η εργασία είναι μια δραστηριότητα του ατόμου, η οποία δε διεξάγεται γι’ αυτό το ίδιο το άτομο, αλλά για μια κοινότητα. Οι φωλιές των μελισσών, των σφηκών, των μυρμηγκιών και των τερμιτών αποτελούν συλλογικά έργα ολόκληρης της κοινότητας, τα οποία έχουν εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια σε σχέση με το μέσο προσδόκιμο ζωής αυτών των εντόμων. Ορισμένοι λόφοι μυρμηγκιών και τερμιτών κατοικούνται για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ’ ό,τι κατοικούνται διάφορα κτίσματα από ανθρώπους –αν κάποιος πάρει ως μέτρο σύγκρισης την κλασική διάρκεια μίας γενιάς ή το προσδόκιμο ζωής σε καθένα από αυτά τα είδη. [...]
Τους ανθρώπους και τα μυρμήγκια, τους χωρίζει “ο μισός κόσμος του βασιλείου των ζώων”. Οι πιο κοντινοί μας προγονικοί συγγενείς, οι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι, δεν εργάζονται. Στα θηλαστικά δεν υπάρχουν κάστες εργατών που να μπορούν να συγκριθούν με τις αντίστοιχες κάστες στα μυρμήγκια και στις μέλισσες. Αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα σπονδυλωτά είναι ανύπαρκτη μια τέτοια δομή που να έχει χαρακτηριστικά κράτους. Τείνουμε να θεωρούμε τις μέλισσες και τα μυρμήγκια (χημικά) τηλεκατευθυνόμενες αυτόματες μηχανές, που προσανατολίζονται σύμφωνα με καθορισμένα σήματα. Η εργασία όμως σημαίνει γι’ αυτά τα είδη τον αποκλεισμό από την αναπαραγωγή. Παρ’ όλ’ αυτά, μέσα απ’ την παρατήρηση τέτοιων σύνθετων “ακραίων” φαινομένων, μπορούμε να αντλήσουμε διαφωτιστικά στοιχεία για τους ανθρώπους: Πρώτον, ότι η εντατικότητα της εργασίας συνδέεται αρνητικά με την αναπαραγωγή· δεύτερον, ότι η εργασία απαιτεί ενέργεια· τρίτον, ότι την εργασία την βρίσκουμε μόνο σε κοινότητες ζωντανών οργανισμών οι οποίοι αναπτύσσουν περισσότερο ή λιγότερο έντονη συνεργασία μεταξύ τους και, τέταρτον, ότι η εργασία πάντα εκτελείται με “ρυθμισμένο” τρόπο. Το να φέρει αποτέλεσμα η εργασία, προϋποθέτει μια αντίστοιχα ιεραρχικά δομημένη συνεργατικότητα. Πέμπτον, η εργασία έχει και στα ζώα συνήθως χαρακτηριστικά εξαναγκασμού. [...]
Ακόμα ένα συμπέρασμα που μπορούμε να αντλήσουμε: Ομάδες ανθρώπων που ζούσαν σαν κυνηγοί και συλλέκτες δεν εκτελούσαν καμία εργασία. Εξασφάλιζαν τα εφόδιά τους μέσα από τη γεωργία για ιδία κατανάλωση, δεν περιόριζαν την αναπαραγωγή τους λόγω της πρόσθετης εργασίας και γι’ αυτό δε σπαταλούσαν την ενέργειά τους. Συνεργάζονταν μεν μεταξύ τους μέσα στις ομάδες τους, χωρίς όμως καταναγκασμό. Καμιά “εργατική τάξη” δε δημιουργήθηκε μέσα στις κοινότητες των κυνηγών και των συλλεκτών (Binford 1984, Eibl-Eibesfeldt 1984). Συνεπώς, η στενή σύνδεση της εργασίας με το ανθρώπινο χέρι και την εξέλιξη του ανθρώπου, στην οποία πίστευε ο Ένγκελς, δεν ισχύει φυσικά. [...]
Ο Ένγκελς κατανοούσε την έννοια της εργασίας τόσο πλατιά, που περιλάμβανε σε αυτήν τους προϊστορικούς χειροπελέκεις, τα πέτρινα μαχαίρια και τα κυνηγετικά όπλα, δηλαδή κάθε είδους κατασκευή εξοπλισμού. Αν κανείς θέλει να κατανοήσει την εργασία με αυτόν τον τρόπο, τότε αυτή –μαζί με τη μετέπειτα σημασία της– καταντά μια εντελώς αυθαίρετη έννοια. Γιατί ακόμα και οι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι φτιάχνουν με επιδέξια χέρια φωλιές για να κοιμούνται, ρίχνουν πέτρες, αμύνονται με ρόπαλα ή κατασκευάζουν εξαιρετικό εξοπλισμό, με τον οποίο “ψαρεύουν” τερμίτες από τα δέντρα τους. Η εξαιρετική επιδεξιότητα που επιδεικνύουν κάποια πουλιά στο χτίσιμο των φωλιών τους, οι οποίες είναι τόσο περίπλοκες που δεν μπορεί να τις μιμηθεί ανθρώπινο χέρι, θα ενέπιπταν και αυτές στην έννοια της εργασίας του Ένγκελς. Και έτσι η μοναδικότητα της ανθρώπινης εργασίας αναπόφευκτα θα εξαφανιζόταν και η συλλογιστική αλυσίδα του Ένγκελς θα έχανε τη συνοχή της. Επομένως, είναι σίγουρο ότι δεν πρέπει να κατατάσσουμε στην εργασία όλες τις δραστηριότητες που υπηρετούν τη διασφάλιση της ζωής και την επιβίωση. Αλλιώς, κάθε πτυχή της ζωής που υπηρετεί την αυτοσυντήρηση και την αναπαραγωγή θα ονομαζόταν πάντα για όλους τους ζωντανούς οργανισμούς εργασία. Αντίθετα, στην περιορισμένη και επακριβώς κατανοημένη μορφή της, η εργασία εμφανίζεται για πρώτη φορά στους ανθρώπους μόνο όταν αυτοί αποκτήσουν μόνιμη εγκατάσταση. Και από αυτήν την άποψη, η ανθρώπινη εργασία ταιριάζει πραγματικά αρκετά με τη δραστηριότητα των εργατριών των ευκοινωνικών εντόμων, αφού συνδέεται με την προσφορά υπηρεσιών για μια ευρύτερη, ιεραρχικά δομημένη ομάδα, η οποία απαιτεί επιπλέον ενέργεια. Από την αρχή, λοιπόν, η εργασία στους ανθρώπους έχει και χαρακτηριστικά εξαναγκασμού, χαρακτηριστικά της καταναγκαστικής εργασίας “για άλλους”. [...]
Αναμφίβολα, οι ομάδες των πιο κοντινών πρωτευόντων16 συγγενών μας είναι καλά δομημένες και τα μέλη τους φαίνονται να εκτίθενται στους πιο διαφορετικούς καταναγκασμούς. Η ανάπτυξη, λοιπόν, μιας πολύπλοκης κοινωνικής δομής δε στρώνει αναπόφευκτα το δρόμο προς την εργασία και τη δημιουργία μιας “κάστας/τάξης εργατών”. H άσκηση κοινών καθηκόντων όπως η άμυνα από τους εχθρούς ή το κυνήγι για λεία δεν επαρκούν ως προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας κοινωνίας η οποία βασίζεται στον καταμερισμό της εργασίας, τουλάχιστον όχι στα πρωτεύοντα. Η ιδιαιτερότητα των ευκοινωνικών εντόμων, τα οποία βασίζονται στον καταμερισμό της εργασίας και είναι οργανωμένα σε ‘‘τάξεις’’, βρίσκεται στον τρόπο της αναπαραγωγής τους και στις συγγενικές σχέσεις που απορρέουν από αυτόν. Έτσι, οι εργάτριες έχουν πιο στενή συγγένεια με τις επόμενες κόρες της μητέρας τους, της βασίλισσας, απ’ ό,τι θα είχαν με τα δικά τους παιδιά. Συνεπώς, από κοινωνιοβιολογική άποψη, αυτές θα έπρεπε να επενδύσουν περισσότερο στις επόμενες γενιές αδελφών παρά στους δικούς τους απογόνους. Έτσι, η υψωμένη σε ‘‘φιλόπονη εργασία’’ δραστηριότητά τους θα μπορούσε να κατανοηθεί και να αιτιολογηθεί μέσα από τις ασυνήθιστες συγγενικές σχέσεις. Στους ανθρώπους και τα άλλα θηλαστικά, μόνο οι θείες προσεγγίζουν αυτό το σύστημα, αν και από γενετική άποψη αυτό ισχύει μόνο σε πολύ μικρότερη έκταση. Κατά συνέπεια, το μοντέλο των ευκοινωνικών εντόμων δεν είναι κατάλληλο για να εξάγουμε την καταγωγή και τη σημασία της ανθρώπινης εργασίας. Στους ανθρώπους, γενικά δεν υπάρχει συγγένεια των εργατών με εκείνους για τους οποίους δουλεύουν. Σε κάθε παραδοσιακή ομάδα κυνηγών και συλλεκτών θα υπήρχε, αντίθετα, από γενετική άποψη πολύ μεγαλύτερη δικαιολόγηση για εργασία απ’ ό,τι σε μόνιμα εγκατεστημένες (μεγάλες) κοινωνίες. [...]
Όμως, δεν ήταν η εξέλιξη του χεριού αυτή που μας διακρίνει. Μακράν η μεγαλύτερη και πιο σημαντική διαφορά βρίσκεται στα πόδια, ιδιαίτερα στην εκπαίδευση των πελμάτων. Αυτά είναι που χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους ως δρομείς. Το όρθιο και στα δύο πόδια βάδισμα ήταν αυτό που άνοιξε το δρόμο στο ανθρώπινο είδος. Αυτό το βάδισμα είναι μοναδικό ανάμεσα σε όλα τα θηλαστικά. Μας χαρακτηρίζει ως δρομείς και όχι απλά ως βαδίζοντες στα δύο πόδια. [...]
Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, η ανάγκη για εργασία δημιουργήθηκε με τη μόνιμη εγκατάσταση των ανθρώπων που μέχρι τότε ζούσαν ως νομάδες. Η εργασία αντισταθμίζει τη μεγάλη μείωση του τρεξίματος και των μεγάλων πεζοποριών. Είναι συνεπώς έκφραση μιας πανάρχαιας φυλογενετικής προσαρμογής στο νομαδικό τρόπο ζωής των ανθρώπων. Η “λαχτάρα για περπάτημα” παραμένει όπως και πριν μέσα μας. Αυτό στο οποίο διαφέρουμε στο μεγαλύτερο βαθμό από τα πιο κοντινά συγγενικά μας πρωτεύοντα είναι ο τρόπος βαδίσματος. [...]
Από την οπτική γωνία της εξελικτικής βιολογίας, η υπόθεση ότι η εργασία δημιουργείται ως ανάγκη όταν εγκαταλείπεται ο βιολογικά φυσιολογικός νομαδικός τρόπος ζωής, απορρέει από μια λειτουργική αλλαγή στην εξέλιξη. Αρχικά αυτή συνδεόταν με το νομαδικό τρόπο ζωής, ενώ τώρα η διαθέσιμη ενέργεια διατίθεται σε άλλες λειτουργίες.»17
Ας συνοψίσουμε τα σημεία κριτικής του Ράιχολφ:
Πρώτον, δεν υπάρχει ένας ορισμός για την εργασία. Ο ορισμός του Ένγκελς γι’ αυτήν είναι ασαφής. Η εργασία είναι εργασία μόνο αν συνδέεται με κάποια μορφή καταναγκασμού, με την έννοια λοιπόν της μισθωτής εργασίας. Γι’ αυτόν το λόγο, οι κυνηγοί και οι συλλέκτες δεν εργάζονται, γιατί δεν υπάρχει κανένας καταναγκασμός. Για εργασία μπορεί να γίνεται λόγος μόνο μετά από τη μόνιμη εγκατάσταση των ανθρώπων.
Δεύτερον, και άλλα ζώα ασκούν μια μορφή εργασίας, όχι όμως οι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι. Ο Ράιχολφ παίρνει ως παράδειγμα τα έντομα που φτιάχνουν αποικίες. Εκεί, λέει, η εργασία πραγματοποιείται από κοινού, υπάρχει μια ορισμένη ανάγκη για εργασία, υπάρχει ένα κόστος σε ενέργεια και υπάρχει και μια ιεραρχική δομή. Η καθοριστική διαφορά ανάμεσα στα μυρμήγκια και τις μέλισσες από τη μια και στους ανθρώπους από την άλλη έγκειται στο είδος της γενετικής συγγένειας που υπάρχει στο εσωτερικό μιας ομάδας/πληθυσμού.
Τρίτον, αν γινόταν αποδεκτός ο ορισμός του Ένγκελς, τότε θα εργάζονταν και τα ζώα που χρησιμοποιούν εργαλεία. Π.χ. οι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι χρησιμοποιούν εργαλεία για να πιάνουν τερμίτες ή για να σπάνε καρύδια. Έτσι όμως ο ορισμός του Ένγκελς για την εργασία θα έχανε την ιδιαιτερότητα και τη συνοχή του.
Τέταρτο, δεν είναι η εξέλιξη του χεριού (και συνεπώς η χρήση εργαλείων), αλλά η εξέλιξη του όρθιου βαδίσματος και του ποδιού, εκείνο το στοιχείο που αποτελεί την ιδιαιτερότητα του ανθρώπου.
Τι μπορεί να απαντήσει κανείς σ’ αυτές τις κατηγορίες; Ας ξεκινήσουμε από την τέταρτη κατηγορία.
Είναι σωστό ότι η εξέλιξη του ανθρώπου ξεκίνησε με το όρθιο βάδισμα. Το μόνιμα όρθιο βάδισμά μας είναι μοναδικό στο βασίλειο των ζώων, και αυτό είναι που μας έδωσε τη δυνατότητα να διανύουμε μεγάλες αποστάσεις. Μεγάλο μέρος της ιστορίας μας, το έχουμε ζήσει ως νομάδες, εγκαταλείψαμε την αφρικανική ήπειρο πριν περίπου 50.000 χρόνια και κατοικήσαμε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό απαιτούσε φυσικά μια σειρά από βιολογικές προσαρμογές, όχι μόνο στη μορφή του σκελετού μας και των μυών των ποδιών μας, αλλά και στην παραγωγή των ιδρωτοποιών αδένων. Οι άνθρωποι ιδρώνουμε περισσότερο απ’ όλα τα άλλα θηλαστικά και ο ιδρώτας μάς ρίχνει τη θερμοκρασία, κάτι που αποτελεί πλεονέκτημα για τις μεγάλες αποστάσεις που έπρεπε να διανύει ο άνθρωπος. Γι’ αυτό και έχει μειωθεί το πυκνό τρίχωμά μας, καθώς θα ήταν ενοχλητικό με τον ιδρώτα.
Ωστόσο, ο καλύτερος δρομέας ανάμεσά μας δεν έχει κανένα όφελος, αν δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει νέες πηγές τροφής. Στους ανθρώπινους πρόγονούς μας (σε γένη όπως ο Σαχελάνθρωπος, ο Αρδιπίθηκος και ο Αυστραλοπίθηκος), η απελευθέρωση των χεριών κατά το τρέξιμο στο έδαφος έδωσε νέες δυνατότητες για την εκμετάλλευση των βιότοπων και την πρόσληψη τροφής (χρήση εργαλείων, ελεύθερα χέρια για τη μεταφορά της τροφής κλπ.) και συνεπώς ένα πλεονέκτημα κατά τη [φυσική] επιλογή. Αυτό το πλεονέκτημα βελτιστοποιήθηκε κατά την πορεία της εξέλιξης του ανθρώπου με αποτέλεσμα να μπορούμε εδώ και πολύ καιρό να διανύουμε μεγάλες αποστάσεις αποκλειστικά σε όρθια στάση. Μέσα από την απελευθέρωση των χεριών μας καταφέραμε να βελτιστοποιήσουμε τη χρήση εργαλείων, να αξιοποιήσουμε περισσότερες πηγές τροφής, οι οποίες κατέστησαν δυνατή την ανάπτυξη του εγκεφάλου, κάτι που με τη σειρά του οδήγησε στην πολυπλοκότητα της κοινωνικής συμπεριφοράς μας.
Τα αρχαιότερα πέτρινα εργαλεία είναι 2,5 εκατ. χρόνων και αποδίδονται στους πλέον πρώιμους εκπροσώπους του γένους μας Homo. Οι αρχαιότεροι εκπρόσωποι του γένους Homo ανήκουν στα είδη Ηomo rudolfensis και Ηomo habilis και τους ακολούθησαν πιο ανεπτυγμένες μορφές όπως ο Homo ergaster και ο Homo errectus. Εμείς ανήκουμε στο είδος του Ηomo sapiens, του οποίου οι αρχαιότεροι εκπρόσωποι είναι περίπου 500.000 ετών.18 Χαρακτηριστικό για το γένος Homo είναι ότι σε σχέση με άλλα είδη πιθήκων έχει αναπτύξει μια στρατηγική λύση για τη διασφάλιση της τροφής, η οποία συνήθως ερμηνεύεται ως πολιτισμική και πρέπει να διακρίνεται από τη βιολογική. Το όρθιο βάδισμα βελτιστοποιείται στο γένος Homo, τα χέρια έγιναν πιο ελεύθερα και μπόρεσαν να χρησιμοποιηθούν για την αυξανόμενη χρήση εργαλείων. Με αυτόν τον τρόπο έγινε εφικτό να αξιοποιηθούν και άλλες, ακόμα περισσότερες πηγές τροφής, συμπεριλαμβανομένης της κρεατοφαγίας. Η αυξημένη πρόσληψη ενέργειας κατέστησε δυνατή την ανάπτυξη του εγκεφάλου. Ο μεγαλύτερος εγκέφαλος δεν αυξάνει μόνο την εξυπνάδα, αλλά δίνει τη δυνατότητα της πιο γρήγορης αντίδρασης στις μεταβαλλόμενες περιβαλλοντικές συνθήκες. Αυτό βοήθησε το γένος Homo όχι απλά να επιβιώσει, αλλά και να αφήσει πίσω του την Αφρική. Άλλα είδη πιθήκων χρησιμοποιούν κυρίως τα δόντια τους και τη σωματική τους δύναμη για να βρουν νέες πηγές τροφής.
Τώρα λοιπόν μπορεί να τεθεί υπό συζήτηση το τι είναι πιο σημαντικό για τη χρήση εργαλείων: Το όρθιο βάδισμα ή η συνδεόμενη με αυτό απελευθέρωση των χεριών; Στην πραγματικότητα, όμως, το ένα προϋποθέτει το άλλο: Χωρίς το όρθιο βάδισμα δε θα απελευθερώνονταν τα χέρια για τη χρησιμοποίηση εργαλείων. Αλλά και χωρίς ελεύθερα χέρια και χωρίς εργαλεία δε θα μπορούσε να διασφαλιστεί η τροφή και συνεπώς δε θα μεγάλωνε ο εγκέφαλος, δε θα βελτιστοποιούνταν το όρθιο βάδισμα, δε θα ήταν δυνατή η εκμετάλλευση νέων βιότοπων και ακόμα περισσότερο η μόνιμη εγκατάσταση των ανθρώπων.
Η δεύτερη και η τρίτη κατηγορία του Ράιχολφ εναντίον του Ένγκελς αποτελούν τα πιο συνηθισμένα επιχειρήματα: Τα ζώα χρησιμοποιούν εργαλεία ακριβώς όπως και οι άνθρωποι, οπότε η χρήση των εργαλείων είναι αδύνατο να αποδείξει τη μοναδικότητα του ανθρώπου.
Πράγματι, η μελέτη των πρωτευόντων ανέδειξε εκπληκτικές ικανότητες των πιο κοντινών μας συγγενών στο ζωικό βασίλειο. Γνωρίζουμε ότι οι χιμπατζήδες στο αφρικανικό τροπικό δάσος χρησιμοποιούν εργαλεία για να σπάσουν, π.χ., καρύδια. Εδώ συναντάμε ακόμα και «πολιτισμικές» διαφορές: Οι χιμπατζήδες στην Ακτή Ελεφαντοστού χρησιμοποιούν κλαδιά για να σπάνε τα καρύδια, ενώ στην Τανζανία πέτρες. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Στους ανθρωπόμορφους πιθήκους, όπως στο θηλυκό γορίλα «Koko» και στο αρσενικό μπονόμπο «Kanzi», κατέστη εφικτό να διδαχτούν και να μάθουν τη νοηματική γλώσσα. Ο τελευταίος μάλιστα έμαθε να χειρίζεται τη φωτιά και να ψήνει ζαχαρωτά στην υπαίθρια φωτιά (το αν αυτό είναι η καλύτερη τροφή για ένα μπονόμπο, είναι άλλο ερώτημα). Μια μελέτη των Isabelle Laumer και Alice Auersperg για λογαριασμό του Πανεπιστημίου της Βιέννης, του Πανεπιστημίου του Αγ. Ανδρέα και του Κτηνιατρικού Πανεπιστημίου της Βιέννης, έφερε ακόμα περισσότερα στο φως για τους ουρακοτάγκους. Απ’ ό,τι φάνηκε, οι ουρακοτάγκοι είναι σε θέση να «κατασκευάζουν» εργαλεία.19 Μια γερμανόφωνη περίληψη αυτής της έρευνας αναφέρει τα εξής:
«Βάλαμε τους ουρακοτάγκους μπροστά από ένα ίσιο κομμάτι σύρματος και έναν κάθετο διάφανο σωλήνα, ο οποίος είχε μέσα ένα καλαθάκι με χερούλι, γεμάτο με την αγαπημένη τους τροφή. Σε μια δεύτερη δοκιμασία, δώσαμε στα ζώα ένα κομμάτι σύρμα λυγισμένο κατά 90 μοίρες και έναν οριζόντιο σωλήνα, ο οποίος στη μέση είχε ένα έπαθλο γι’ αυτά», εξηγεί η Isabelle Laumer η οποία διεξήγαγε την έρευνα στο ζωολογικό κήπο της Λειψίας. «Στην πρώτη περίπτωση, για να μπορέσουν να φτάσουν το περιεχόμενο του καλαθιού, έπρεπε να τους έρθει η ιδέα να λυγίσουν την άκρη του σύρματος σχηματίζοντας ένα γάντζο, με αυτόν να πιάσουν το χερούλι και να τραβήξουν το καλάθι. Στη δεύτερη περίπτωση το έπαθλο βρισκόταν στη μέση ενός οριζόντιου σωλήνα. Για να μπορέσουν να φτάσουν την τροφή, τα ζώα έπρεπε να ισιώσουν ένα σύρμα που ήταν λυγισμένο κατά 90 μοίρες. Μόνο έτσι μπορούσαν να σπρώξουν την τροφή έξω από το σωλήνα.»
Οι πίθηκοι πέρασαν αυτές τις δοκιμασίες, και μάλιστα δύο ουρακοτάγκοι το κατάφεραν μέσα σε μόλις 10 λεπτά. Αντίθετα, τα παιδιά του ανθρώπινου είδους φαίνεται να έχουν μεγάλο πρόβλημα με τέτοιες εργασίες:
«Το να έρθει στα παιδιά κάτω των οκτώ ετών η ιδέα να φτιάξουν ένα γάντζο από ένα κομμάτι σύρμα για να τραβήξουν ένα καλάθι με χερούλι από έναν κάθετο σωλήνα, είναι κάτι πολύ σπάνιο. Όπως ανακάλυψαν Βρετανοί ερευνητές και ερευνήτριες, η πλειοψηφία των παιδιών καταφέρνουν να επινοήσουν από μόνα τους ένα εργαλείο με γάντζο μόλις στην ηλικία των οκτώ ετών. Όμως μετά από μια σχετική παρουσίαση, παιδιά απ’ όλες τις ηλικιακές ομάδες ήταν σε θέση να φτιάξουν από μόνα τους ένα γάντζο. Παρόλο που είναι προφανές ποιο είδος εργαλείου χρειάζεται σε αυτήν την περίπτωση και η δυνατότητα για την παρασκευή του είναι δεδομένη, φαίνεται να υπάρχει ένα νοητικό εμπόδιο για την εφεύρεσή του.»
Γιατί, λοιπόν, η εφεύρεση ενός εργαλείου με γάντζο είναι τόσο δύσκολη για τα πιο μικρά παιδιά;
«Μετέπειτα έρευνες έδειξαν ότι το πρόβλημα των παιδιών στην επίλυση αυτής της άσκησης δεν οφειλόταν στην παρορμητικότητά τους ή στην προσκόλλησή τους σε μη τροποποιημένα εργαλεία ή στην αδυναμία τους να αλλάξουν μια ήδη ακολουθούμενη στρατηγική. Η άσκηση παρουσιάζει ένα περίπλοκο πρόβλημα, για την επίλυση του οποίου απαιτούνται διάφορα μικρά βήματα χωρίς άμεσα αποτελέσματα, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν πρέπει να χάνεται ο τελικός στόχος», εξηγεί η Isabelle Laumer. «Η επεξεργασία των σύνθετων προβλημάτων πραγματοποιείται σε ορισμένες περιοχές του μέσου προμετωπιαίου φλοιού. Όλως περιέργως, αυτή η περιοχή του εγκεφάλου ωριμάζει στα παιδιά πλήρως αργότερα. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει το γεγονός ότι τα μεγαλύτερα παιδιά λύνουν με επιτυχία την άσκηση.»20
Οι πίθηκοι, λοιπόν, χρησιμοποιούν εργαλεία, μπορούν να διδαχτούν τη νοηματική γλώσσα και την αξιοποίηση της φωτιάς και είναι εμφανώς πιο γρήγοροι σε σχέση με τα παιδιά του ανθρώπινου είδους. Μήπως είναι λοιπόν ξεπερασμένη η θεωρία του Ένγκελς για το ρόλο της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου; Ο Ράιχολφ έχει δίκιο ή άδικο; Μια πιο ακριβής παρατήρηση θα μας έδειχνε, παρ’ όλ’ αυτά, ότι εξακολουθούν να υφίστανται ποιοτικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους και τους άλλους ανθρωποειδείς πιθήκους.
Το ότι οι πίθηκοι (όπως και άλλα ζώα) αξιοποιούν φυσικά αντικείμενα για να αποκτήσουν την τροφή τους, είναι γνωστό. Ωστόσο υπάρχει μία διαφορά ανάμεσα στην κατασκευή και τη χρησιμοποίηση των εργαλείων. Μια μελέτη του Ντίτριχ Στάουτ (Dietrich Stout)21 έθετε το ερώτημα πόσο σημαντική είναι η δημιουργία πέτρινων εργαλείων στην ανάπτυξη του εγκεφάλου και της γλώσσας στον άνθρωπο. Για να προσεγγίσουν αυτό το ζήτημα, οι ερευνητές κατασκεύασαν μόνοι τους χειροπελέκεις, ενώ ταυτόχρονα βρίσκονταν κάτω από ένα σαρωτή εγκεφάλου. Αποδείχτηκε ότι για την κατασκευή του χειροπέλεκυ απαιτείται η εφαρμογή πολλής δουλειάς (πάνω από 300 ώρες ανά χειροπέλεκυ!) και σχετικά υψηλού επιπέδου και μεγάλης διάρκειας μαθησιακή προσπάθεια, στην οποία συμμετέχουν σχετικά πολλές περιοχές του εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που έχει να κάνει με την επεξεργασία της γλώσσας. Αυτό σημαίνει ότι η κατασκευή ενός χειροπέλεκυ αποτελεί ήδη μια σύνθετη διαδικασία και η μεταβίβαση της πληροφορίας για το πώς κατασκευάστηκε αποτελεί μία ακόμα πιο σύνθετη μαθησιακή διαδικασία. Αυτό σημαίνει ότι η κατασκευή ενός χειροπέλεκυ είναι ήδη «πιο περίπλοκη» από το να λυγίσει κανείς ένα σύρμα, ενώ πάνω απ’ όλα αποτελεί μια κοινωνική εργασία (μάθηση και γλώσσα)· περισσότερα γι’ αυτό θα πούμε αργότερα. Πέρα από τη λογική υπόθεση ότι οι ουρακοτάγκοι του ζωολογικού κήπου έχουν κάποια πείρα από τα «ανθρώπινα εργαλεία», π.χ., μέσω της παρατήρησης του τεχνικού και λοιπού προσωπικού του ζωολογικού κήπου, δεν πρέπει να διαφύγει την προσοχή μας ένα ακόμα πιο σημαντικό σημείο: Το σύρμα, ως τέτοιο, αποτελεί ήδη ένα εργαλείο φτιαγμένο από τους ανθρώπους. Ο ουρακοτάγκος έχει, όμως, τη γνώση της επεξεργασίας του μετάλλου; Γνωρίζει την ύπαρξη της επεξεργασίας του μετάλλου; Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τα πρώιμα «εργαλεία με γάντζο» του ανθρώπου ήταν σίγουρα πιο περίπλοκα από το λύγισμα ενός σύρματος από τον ουρακοτάγκο, γιατί ο άνθρωπος είχε ήδη μάθει να χρησιμοποιεί και να επεξεργάζεται τα μέταλλα προς το συμφέρον του.
Οι χιμπατζήδες και άλλα ζώα είναι σίγουρα σε θέση να χρησιμοποιούν εργαλεία και –τουλάχιστον εν μέρει– να τα κατασκευάζουν. Τα χρησιμοποιούν όμως μόνο όταν έχουν άμεση ανάγκη: Βλέπουν, δηλαδή, ένα καρύδι και, από ανάγκη να το φάνε, παίρνουν μια πέτρα και το σπάνε. Αν δε βρίσκεται κάπου εκεί κοντά κάποια πέτρα ή ένα κομμάτι ξύλου (κάτι εξαιρετικά απίθανο στη φύση), τότε ο χιμπατζής δε θα φάει το καρύδι και θα ψάξει για μια πιο εύκολα προσιτή τροφή. Επίσης δε θα του ερχόταν η ιδέα να περπατήσει μακριά μέσα στο δάσος για να ψάξει μια κατάλληλη πέτρα για να σπάσει αυτό το καρύδι. Όταν δει μια πέτρα, δε θα την πάρει μαζί του, ούτε και θα την επεξεργαστεί περαιτέρω, αλλά θα την αφήσει μόλις φάει τα καρύδια. Επομένως, για τα ζώα υπάρχει πάντα άμεση σχέση ανάμεσα στο αντικείμενο και το κίνητρο της δραστηριότητάς τους. Οι νεαροί χιμπατζήδες παρακολουθούν τις μανάδες τους να σπάνε τα καρύδια και τις μιμούνται. Ωστόσο, αυτό συμβαίνει ατομικά και προκύπτει από την ανάγκη να φάνε μόνοι τους τα καρύδια.
Αλλιώς συμβαίνουν τα πράγματα στους ανθρώπους, όπου τα εργαλεία τίθενται σε επεξεργασία, βελτιώνονται κι εξελίσσονται πολύ πιο γρήγορα. Επίσης, αυτή η παραγωγή εργαλείων πραγματοποιείται συλλογικά, διαμεσολαβείται από τη γλώσσα και περνάει από γενιά σε γενιά. Μέσα από τη γλώσσα, οι πληροφορίες δεν καθίστανται απλώς διαθέσιμες για περισσότερα άτομα, αλλά και αναπτύσσονται πολύ πιο γρήγορα. Η παραγωγή εργαλείων αποτελεί λοιπόν μια κοινωνική δραστηριότητα η οποία δεν προέρχεται από την άμεση ανάγκη να χρησιμοποιηθεί ένα συγκεκριμένο εργαλείο εκείνη ακριβώς τη στιγμή της παραγωγής του. Εδώ υπάρχει ένα πλάνο για το μέλλον (το οποίο βασίζεται στη γνώση από το παρελθόν).
Και ακριβώς αυτό είναι που ξεχωρίζει τον άνθρωπο και τον τρόπο με τον οποίο αυτός παράγει εργαλεία. Θα μπορούσαμε να πούμε, ίσως λίγο καθ’ υπερβολή, ότι ένας άνθρωπος έχει ήδη κατά το γεύμα των Χριστουγέννων στο κεφάλι του τι εργαλεία και οικοδομικά υλικά θα πάει να αγοράσει την επόμενη μέρα από το «Hornbach»22 για να φτιάξει στις καλοκαιρινές του διακοπές την εξοχική του κατοικία, παρόλο που κατά τη διάρκεια του γεύματος των Χριστουγέννων η κατασκευή ενός εξοχικού δεν υπάρχει ως άμεση ανάγκη (η άμεση ανάγκη εδώ θα ήταν η απόλαυση του φαγητού και κατά πάσα πιθανότητα η ενδόμυχη επιθυμία να μην κάνουν αυτές τις αιωνίως ίδιες, αχρείαστες και κουραστικές συζητήσεις με τους εκνευριστικούς συγγενείς· να κάτι ακόμα που μας διαφοροποιεί από τα ζώα: Αυτά προτιμούν να αποφεύγουν δυσάρεστες καταστάσεις από το να τις υπομένουν).
Στους ανθρωποειδείς πιθήκους μπορεί κανείς –μέσα σε συγκεκριμένο πλαίσιο– να διδάξει ορισμένα περίπλοκα πράγματα, όπως η νοηματική γλώσσα. Ωστόσο, το καθοριστικό σημείο είναι ότι ο πίθηκος μαθαίνει τη νοηματική μόνο με τη φροντίδα του ανθρώπου. Μέχρι σήμερα δεν έχει ακουστεί να ήρθε στο μυαλό ενός χιμπαντζή, μπονόμπο ή γορίλα σε κάποιο αφρικανικό παρθένο δάσος η ιδέα να κατασκευάσει (αντί απλώς να χρησιμοποιήσει) εργαλεία, πόσο μάλλον να μάθει τη νοηματική γλώσσα ή να αξιοποιεί τη φωτιά.
Εκτός αυτού, στον πίθηκο λείπει η αφαίρεση της ιδέας «εργαλείο» (ή «καρύδι»), η οποία στους ανθρώπους μεταδίδεται μέσω της γλώσσας (παρεμπιπτόντως, οι ανθρωποειδείς πίθηκοι δεν είναι ούτε γενετικά, ούτε ανατομικά σε θέση να μιλήσουν).
Και ακριβώς αυτό είναι που προσδιορίζει την ποιοτική διαφορά ανάμεσα στο «εργαζόμενο ζώο» άνθρωπος και στο μη εργαζόμενο πίθηκο· το ότι ο πρώτος δεν ικανοποιεί μόνο τις άμεσες ανάγκες του, τις ανάγκες που τον προκαλούν την τρέχουσα στιγμή, αλλά κάνει σχέδια για το μέλλον και τα γνωστοποιεί μέσω της γλώσσας. Ακριβώς αυτό αποδεικνύει το πείραμα με τους ουρακοτάγκους και τα παιδιά. Η δοκιμασία να φτιάξουν ένα γάντζο είναι για τα παιδιά εμφανώς πιο δύσκολη απ’ ό,τι για έναν ενήλικα ουρακοτάγκο. Και αυτό όχι γιατί τα παιδιά είναι «πιο χαζά» από τους πιθήκους, αλλά γιατί ουσιαστικά ο ανθρώπινος εγκέφαλος λειτουργεί πολύ πιο περίπλοκα. Τα παιδιά έχουν πάρα πολύ χρόνο για να μάθουν πράγματα που θα τους δώσουν στην ενήλικη ζωή τους τη δυνατότητα να κάνουν πολύ περισσότερα πράγματα (το αν μαθαίνουν αρκετά και αν έχουν αργότερα στη ζωή τους την ευκαιρία να εξαντλήσουν τις δυνατότητές τους, είναι ζητήματα που έχουν να κάνουν με την κοινωνία). Εδώ πρέπει να επαναλάβουμε και να υπογραμμίσουμε ιδιαίτερα ένα συμπέρασμα του ερευνητή των ουρακοτάγκων: «Όμως μετά από μια σχετική παρουσίαση, παιδιά απ’ όλες τις ηλικιακές ομάδες ήταν σε θέση να φτιάξουν από μόνα τους ένα γάντζο. Παρόλο που είναι προφανές ποιο είδος εργαλείου χρειάζεται σε αυτήν την περίπτωση και η δυνατότητα για την παρασκευή του είναι δεδομένη, φαίνεται να υπάρχει ένα νοητικό εμπόδιο για την εφεύρεσή του.»
Αυτό που παρουσιάζεται ως «νοητικό εμπόδιο» στην πραγματικότητα δεν είναι τέτοιο: Αποδεικνύεται ότι, όταν τα παιδιά διδάσκονται από τους ενήλικες πώς να φτιάξουν ένα γάντζο, αυτά το μαθαίνουν. Αυτό αποδεικνύει ακόμα ότι η κατασκευή εργαλείων στους ανθρώπους αποτελεί πάνω απ’ όλα κοινωνική υπόθεση. Δεν προκύπτει από καμία άμεση ανάγκη (όπως να καταναλώσει μία λιχουδιά), αλλά από μια κοινωνική ανάγκη. Δυστυχώς δε γίνεται αναφορά στο αν τα παιδιά έλαβαν κάποιο έπαθλο που ικανοποιεί μια άμεση ανάγκη. Επειδή όμως η ερευνήτρια αναφέρει ότι η δοκιμασία «παρουσιάζει ένα περίπλοκο πρόβλημα, για την επίλυση του οποίου απαιτούνται διάφορα μικρά βήματα χωρίς άμεσα αποτελέσματα κατά τη διάρκεια των οποίων δεν πρέπει να χάνεται ο τελικός στόχος», αυτό προφανώς δε συνέβη.
Το ότι η κατασκευή εργαλείων στους ανθρώπους αποτελεί κοινωνική διαδικασία, στην οποία συμμετέχουν πολλά άτομα και η οποία μεταβιβάζεται μέσω της γλώσσας τόσο εντός κάθε γενιάς όσο και από γενιά σε γενιά, το αποδεικνύει και το έργο A Natural History of Human Thinking (Μία Φυσική Ιστορία της Ανθρώπινης Σκέψης) του Μίχαελ Τομασέλο (Michael Tomasello), το οποίο μελετά την εξέλιξη της σκέψης στους ανθρώπους και στους ανθρωποειδείς πιθήκους.23
Ο συγγραφέας διακρίνει τρία στάδια εξέλιξης της σκέψης: Την ατομική, την κοινή και τη συλλογική σκοπιμότητα. Η σκοπιμότητα περιγράφει τον αυτορυθμιζόμενο, γνωστικό τρόπο αντιμετώπισης των πραγμάτων.
Οι μη ανθρώπινοι ανθρωποειδείς πίθηκοι και γένη όπως ο Αυστραλοπίθηκος διέθεταν μόνο το πρώτο στάδιο, την ατομική σκοπιμότητα. Διέθεταν μόνο μια σχηματική γνωστική αναπαράσταση. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να φανταστούν τι είναι ένα αρπακτικό ζώο και ξέρουν ότι πρέπει να προφυλαχτούν από αυτό. Επίσης είναι σε θέση να αντλήσουν αιτιώδη συμπεράσματα. Αυτό μπορεί, μεταξύ άλλων, να αποδειχτεί μέσα από πειράματα, όπως η απόκρυψη αντικειμένων. Αν κρύψουμε ένα αντικείμενο, ο πίθηκος περιμένει να το ξαναβρεί στη θέση του· αν όμως το αντικαταστήσουμε, τότε δεν περιμένει να ξαναβρεί το πρώτο αντικείμενο στην ίδια θέση. Επίσης είναι σε θέση να παρατηρήσουν τη συμπεριφορά τους, ακόμα και τη συμπεριφορά των άλλων πιθήκων και, αν χρειαστεί, να την μιμηθούν. Αυτό το πρώτο στάδιο ανάπτυξης της σκέψης έχει αποδειχτεί στους μη ανθρώπινους ανθρωποειδείς πιθήκους και στοιχειοθετείται και για γένη με παρόμοιο μέγεθος εγκεφάλου, όπως ο πρόγονος του ανθρώπου Αυστραλοπίθηκος. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Τομασέλο, αυτή η ατομική σκοπιμότητα είναι ατομική και βασίζεται στον ανταγωνισμό. Ναι μεν η ικανότητα για συνεργασία είναι υπαρκτή, ωστόσο αυτή υπηρετεί το ίδιον συμφέρον του ατόμου. Έτσι, οι χιμπαντζήδες συνεργάζονται όταν οι ίδιοι έχουν συμφέρον από αυτό· αν δεν υπάρχει συμφέρον, λήγουν τη συνεργασία.
Στους ανθρώπους όμως η μορφή της συνεργασίας είναι πιο αναπτυγμένη. Στους πρώτους εκπροσώπους του γένους Homo αναπτύχθηκε η κοινή σκοπιμότητα. Υπάρχουν λοιπόν κοινές δραστηριότητες όπως η αναζήτηση τροφής ή η κατασκευή εργαλείων. Επιπλέον, υπάρχουν και κοινοί στόχοι, αν και με ατομικούς ρόλους και προοπτικές. Η επικοινωνία πραγματοποιείται κυρίως με χειρονομίες και με τη γλώσσα του σώματος. Σ’ αυτό το επίπεδο ανάπτυξης, οι συνεργαζόμενοι εξαρτώνται ο ένας από τον άλλο. Η επιβίωση του κάθε ατόμου εξαρτάται από την κρίση του συνεργαζόμενού του γι’ αυτό. Οι συνεργαζόμενοι έχουν συμφέρον να βοηθήσουν τον άλλο να παίξει το ρόλο του στην ομάδα. Οι πληροφορίες πρέπει να μοιράζονται, προκειμένου να επιτυγχάνονται κοινοί στόχοι. Αυτό, για παράδειγμα, φαίνεται στο κυνήγι των ζώων. Για να σκοτώσουν το θήραμα, οι πρώιμοι άνθρωποι έπρεπε να συνεργαστούν μεταξύ τους. Έπρεπε να γνωρίζουν ότι έχουν έναν κοινό στόχο (να σκοτώσουν το θήραμα) και το πώς θα τον πετύχουν (ανταλλαγή πληροφοριών).
Εδώ είναι απαραίτητη και μια μορφή καταμερισμού εργασίας, πρέπει να συντονίσουν τις ενέργειές τους και γι’ αυτό να κερδίσουν ο ένας την προσοχή του άλλου. Αυτή η μορφή συνεργασίας αναπτύχθηκε στο γένος Homo και δεν εμφανίζεται στους μη ανθρώπινους ανθρωποειδείς πιθήκους. Αυτοί οι τελευταίοι δεν μπορούν ούτε αποφάσεις να πάρουν από κοινού, ούτε να σκεφτούν από κοινού.
Η κοινή σκοπιμότητα αναπτύχθηκε τελικά στην ύψιστη μορφή συνεργατικής σκέψης η οποία απαντάται μόνο στους ανθρώπους: Τη συλλογική σκοπιμότητα. Αυτή πραγματοποιείται όχι μόνο ανάμεσα στα διάφορα άτομα, αλλά μέσα σ’ έναν πολιτισμό που προσανατολίζεται στην ομάδα. Εκδηλώνεται με τη σωρευτική μετάδοση γνώσεων και ικανοτήτων από γενιά σε γενιά. Αυτή η μορφή μετάδοσης πληροφοριών εμφανίζει το «φαινόμενο του γραναζιού» (Wagenheber-Effekt)24. Σύμφωνα με αυτό, οι πολιτισμικές προσαρμογές και η ανάπτυξη των γνώσεων λαμβάνουν χώρα από γενιά σε γενιά. Οι άνθρωποι μεταδίδουν σε μεγάλο βαθμό τις τεχνικές πληροφορίες στη γενιά τους και τις μεταβιβάζουν στην επόμενη γενιά. Εδώ υπεισέρχονται και διακρίνονται μεταξύ τους με σαφήνεια και οι χρονικοί προσδιορισμοί, το παρόν, το παρελθόν, το μέλλον. Αυτή η μορφή της σκέψης μεταβιβάζεται μέσα από τη γλώσσα. Έτσι, σε αντίθεση, π.χ., με τα ζώα, η δραστηριότητα και η συνείδηση δεν εξαρτώνται από τη δραστηριότητα αυτή καθαυτή. Ο άνθρωπος μπορεί να πάει για κυνήγι και χωρίς να νιώθει το αίσθημα της πείνας (π.χ. για συσσώρευση προμηθειών) ή μπορεί να ασχοληθεί με τη θεωρία και το σχεδιασμό του κυνηγιού χωρίς να συμμετάσχει ενεργά σε αυτό.
Σχετικά με το παράδειγμα που παραθέτει ο Ράιχολφ με τα μυρμήγκια και τις μέλισσες, θα παραπέμψουμε σε ένα απόσπασμα του Καρλ Μαρξ, το οποίο δείχνει α) ότι ο Ράιχολφ (όπως και πολλοί επικριτές του Μαρξ) δεν κατανόησε το μαρξισμό ή δεν τον γνωρίζει επαρκώς και β) ότι το παράδειγμα με τα μυρμήγκια και τις μέλισσες ήταν ήδη γνωστό στους κλασικούς του μαρξισμού-λενινισμού, αλλά αυτοί κατάφεραν να δουν ότι η διαφορά ανάμεσα στο μυρμήγκι και τον άνθρωπο είναι πολύ πιο μεγάλη απ’ ό,τι ισχυρίζεται ο Ράιχολφ (ο οποίος αναγνωρίζει ως μόνη αξιοσημείωτη διαφορά τη διαφορά της γενετικής συγγένειας σε μια αποικία εντόμων και σε έναν ανθρώπινο πληθυσμό):
«Προϋποθέτουμε την εργασία με μια μορφή που ανήκει αποκλειστικά στον άνθρωπο. Η αράχνη κάνει δουλειές που μοιάζουν με αυτές που κάνει ο υφαντής, και η μέλισσα με το χτίσιμο των κυττάρων της κερήθρας της ντροπιάζει κάμποσους ανθρώπους-αρχιτέκτονες. Αυτό όμως που ξεχωρίζει από τα πριν το χειρότερο αρχιτέκτονα από την καλύτερη μέλισσα είναι ότι έχει κιόλας φτιάξει το κύτταρο στο κεφάλι του, προτού το φτιάξει στο κερί. Στο τέλος του προτσές της εργασίας προκύπτει ένα αποτέλεσμα που υπήρχε κιόλας από την αρχή στην παράσταση του εργάτη, δηλαδή υπήρχε κιόλας ιδεατά.»25
Αυτή η ικανότητα αφαίρεσης είναι που ξεχωρίζει την ανθρώπινη εργασία από την εργασία μιας οποιασδήποτε μέλισσας και από τη χρησιμοποίηση εργαλείων ενός οποιουδήποτε χιμπαντζή. Με αυτό ως δεδομένο, αναιρείται και το πρώτο σημείο της κριτικής του Ράιχολφ για τον ορισμό της εργασίας. Δεν είναι ο ορισμός του Ένγκελς για την εργασία αυτός ο οποίος είναι ασαφής, αλλά αυτός του Ράιχολφ, σύμφωνα με τον οποίο η εργασία ανάγεται στον εξαναγκασμό και έτσι εξισώνεται με την εργασία του μισθωτού εργαζόμενου ή του δούλου. Με αυτόν τον τρόπο, ο Ράιχολφ περιορίζει την εργασία σε μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση, χωρίς να καταλαβαίνει ότι οι Μαρξ και Ένγκελς με τον όρο εργασία αντιλαμβάνονται κάτι εντελώς διαφορετικό.
Η εργασία αποτελεί τη σκόπιμη, συνειδητή δραστηριότητα του ανθρώπου, μέσω της οποίας ιδιοποιείται –με τη βοήθεια των μέσων εργασίας– τα φυσικά αντικείμενα, τα μεταβάλλει και τα καθιστά χρήσιμα για τους δικούς του σκοπούς. Η εργασία είναι κοινωνική δραστηριότητα και έτσι αποσαφηνίζεται η συγκεκριμένη διαφορά της σε σχέση με τη χρήση εργαλείων από ζώα ή από τα έντομα που σχηματίζουν αποικίες. Συνεπώς, η βασική επιχειρηματολογία του Ένγκελς διατηρεί ακόμα την ισχύ της.