Για την υπεράσπιση της "Διαλεκτικής της Φύσης" του Ένγκελς*


του Michael Kubi

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το 2020 συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη γέννηση του κομμουνιστή και κλασικού του μαρξισμού-λενινισμού, Φρίντριχ Ένγκελς. Αυτό το άρθρο είναι αφιερωμένο στη Διαλεκτική της φύσης, δηλαδή σε εκείνη την ημιτελή εργασία του Ένγκελς για τη φιλοσοφία των φυσικών επιστημών, στην οποία παρουσιάζονται και τα βασικά γνωρίσματα του διαλεκτικού υλισμού. Πρόκειται για μια συλλογή διάφορων γραπτών που χρονολογούνται από τα χρόνια πριν και μετά τη δημοσίευση του Αντι-Ντίρινγκ και τα οποία δεν είχαν δημοσιευτεί όσο ο ίδιος βρισκόταν στη ζωή. Από αυτά, δύο άρθρα κυκλοφόρησαν μετά το θάνατό του σε περιοδικά: «Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου» το 1896 και «Οι φυσικές επιστήμες στον κόσμο των πνευμάτων» το 1898. Το 1925 εκδόθηκε στη Σοβιετική Ένωση το πλήρες έργο Η διαλεκτική της φύσης στα γερμανικά και στα ρωσικά. Η διαλεκτική της φύσης περιλαμβάνεται στον τόμο 20 της γερμανικής συλλογής έργων των Μαρξ-Ένγκελς, Marx Engels Werke (MEW), εκδ. Dietz-Verlag, σελ. 305-570. Οι αναφορές σε αυτό το έργο του Ένγκελς αντιστοιχούν στις σελίδες αυτής της έκδοσης.1

Σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι να κάνει μια περίληψη του έργου Η διαλεκτική της φύσης του Ένγκελς, αλλά να φωτίσει την επικαιρότητά του στις μέρες μας. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός μας θα βρεθούν ιδιαίτερα τρία ζητήματα: Η υπεράσπιση του υλισμού, η υπεράσπιση της διαλεκτικής και ο ρόλος της εργασίας στην εξέλιξη του ανθρώπου.

 

ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ

Στη Διαλεκτική της φύσης, ο Ένγκελς μελετάει την ιστορική ανάπτυξη της επιστήμης και του υλισμού, ιδιαίτερα από τη σκοπιά του προωθητικού τους χαρακτήρα στην πάλη ενάντια στον ιδεαλισμό και στην κυριαρχία της Εκκλησίας. Ο υλισμός αποτελεί ένα από τα βασικά στρατόπεδα της φιλοσοφίας και βρίσκεται στον αντίποδα του ιδεαλισμού. Ο υλισμός εκφράζει τη θέση ότι η ύλη είναι το πρωτεύον, ενώ η συνείδηση απορρέει από αυτήν. Σύμφωνα με αυτόν, η ύλη (όπως και ο κόσμος) είναι γνώσιμη και αντανακλάται από τη συνείδησή μας. Η θεώρηση της ύλης ως πρωτεύον ζήτημα δεν αποτελεί μια στέρεη καθοδηγητική αρχή μόνο για τη μελέτη της φύσης, αλλά και για τη μελέτη της κοινωνίας και της σκέψης. Οι φυσικές επιστήμες βρήκαν στον υλισμό ένα γερό στήριγμα, ακριβώς γιατί ο υλισμός προάγει την επιστήμη. Αν ανατρέξουμε στην ιστορία του υλισμού, θα δούμε ότι ο υλισμός είναι συνυφασμένος με τις θεωρίες των φυσικών επιστημών.

Η ιστορία της φιλοσοφίας αυτών των επιστημών συνίσταται στην ασυμφιλίωτη πάλη ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό. Γράφει ο Ένγκελς στην Εισαγωγή του: «Την εποχή εκείνη, η έρευνα της φύσης αναπτυσσόταν επίσης μέσα στη γενική επανάσταση και ήταν και η ίδια επαναστατική από τη μια άκρη ως την άλλη, γιατί έπρεπε να κερδίσει το δικαίωμα ύπαρξης με τον αγώνα. Χέρι-χέρι με τους μεγάλους Ιταλούς, από τους οποίους χρονολογείται η νεότερη φιλοσοφία, έδωσε τους μάρτυρές της στις φλόγες και στα μπουντρούμια της Ιερής Εξέτασης. Και είναι χαρακτηριστικό ότι οι Διαμαρτυρόμενοι ξεπέρασαν τους Καθολικούς στην καταδίωξη της ελεύθερης σπουδής της φύσης. [...]

Η επαναστατική πράξη με την οποία η έρευνα της φύσης κήρυξε την ανεξαρτησία της, επαναλαμβάνοντας κατά κάποιο τρόπο τη χειρονομία του Λούθηρου που πέταξε στη φωτιά την παπική βούλα, ήταν η δημοσίευση του αθάνατου έργου στο οποίο ο Κοπέρνικος –έστω και δειλά και, θα μπορούσε να πει κανείς, μονάχα από το κρεβάτι του θανάτου– έριξε το γάντι απ’ την εκκλησιαστική αυθεντία για τα ζητήματα της φύσης. Από αυτήν την πράξη χρονολογείται η χειραφέτηση των φυσικών ερευνών από τη θεολογία, αν και η αντιδικία για τα ιδιαίτερα αμοιβαία τους δικαιώματα συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας και σε πολλά μυαλά θ’ αργήσει ακόμα να ξεκαθαριστεί. Από κει και ύστερα αυτό δεν εμπόδισε την επιστήμη να προχωρεί με γιγαντιαία βήματα, κερδίζοντας σε δύναμη, θα μπορούσε κανείς να πει, ανάλογη με το τετράγωνο του διαστήματος που διάτρεξε (χρονικά) από το σημείο της αφετηρίας. Είναι σάμπως να έπρεπε να αποδείξει στον κόσμο πως, στο εξής, το ανώτερο προϊόν της οργανικής ύλης, το ανθρώπινο πνεύμα, θα υπάκουε σ’ ένα νόμο κίνησης αντίθετο μ’ αυτόν που ίσχυε στην ανόργανη ύλη.»2

Η σχέση ανάμεσα στον υλισμό και τις φυσικές επιστήμες δεν είναι τυχαία, αφού βάση κάθε επιστήμης είναι η υλιστική κοσμοθεωρία, η οποία απορρίπτει τη δράση υπερφυσικών δυνάμεων και έχει ως αφετηρία της την αναγνώριση της αντικειμενικής πραγματικότητας έξω και ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας.

Αυτή η πάλη ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό στη φιλοσοφία δεν είναι απλώς πάλη μεταξύ διαφορετικών ιδεών, αλλά πηγάζει από τον υλικό κόσμο και –για να είμαστε πιο ακριβείς– από τις κοινωνικές σχέσεις. Πάντοτε η φιλοσοφική αντίληψη εκφράζει με τη μορφή ιδεών και κοσμοθεωριών τα συμφέροντα της μιας ή της άλλης τάξης σε μια καθορισμένη ιστορική κατάσταση. Γι’ αυτό και η ιστορία της πάλης μεταξύ ιδεαλισμού και υλισμού συνδέεται με την εξέλιξη της ταξικής πάλης.

Από το παραπάνω απόσπασμα του Ένγκελς είναι φανερό ότι ο υλισμός ήταν και είναι κατά κανόνα η πνευματική έκφραση των επιδιώξεων των ανερχόμενων κοινωνικών τάξεων. Αντίθετα, ο ιδεαλισμός αντανακλά τις ιδέες των εκμεταλλευτριών τάξεων. Στην εκμεταλλευτική καπιταλιστική κοινωνία μας, ο ιδεαλισμός –στις διάφορες μορφές του– υπηρετεί την αστική τάξη. Η πιο γνωστή μορφή του ιδεαλισμού είναι η θρησκεία, η οποία υπόσχεται τη μετά θάνατο σωτηρία της ψυχής. Όμως σε καμιά περίπτωση δεν εξαντλείται ο ιδεαλισμός στις διάφορες μορφές της θρησκείας. Ακόμα και η αστική κοινωνία, ως τέτοια, παρουσιάζεται πάντα με ιδεαλιστικό τρόπο. Σε μια αστική, καπιταλιστική δημοκρατία κάθε πολίτης έχει τυπικά δικαιώματα, όπως η ελευθερία του λόγου, η ελευθερία του συνέρχεσθαι κλπ. Και μάλιστα, αυτά τα δικαιώματα κατοχυρώνονται από τα αστικά Συντάγματα και νόμους. Ο Ρώσος υλιστής και λόγιος Τσερνισέφσκι (Tschernyschewski) έλεγε γι’ αυτές τις ελευθερίες:

«Ούτε σε μένα, ούτε σε σένα, αγαπητέ αναγνώστη, απαγορεύεται να τρώμε από χρυσά πιάτα. Δυστυχώς όμως, ούτε κι εσείς, ούτε κι εγώ έχουμε χρυσά πιάτα και πιθανό να μην έχουμε ποτέ τα μέσα για να ικανοποιήσουμε αυτήν την γοητευτική ιδέα· γι’ αυτό, δηλώνω ανοιχτά ότι εκτιμώ ελάχιστα το δικαίωμά μου να έχω χρυσά πιάτα και είμαι έτοιμος να το ανταλλάξω με το δικαίωμα σε ένα ασημένιο ή σε κάποιο ακόμα πιο φθηνό πιάτο.»3

Μια μορφή ιδεαλισμού, η οποία σήμερα είναι πιο σημαντική από κάθε θρησκεία, είναι ο λεγόμενος κονστρουκτιβισμός, τον οποίο συναντάμε σε διάφορες μορφές. Αυτή η παραλλαγή του ιδεαλισμού έχει ως βασική της θέση ότι ο κόσμος δεν είναι άμεσα γνώσιμος, αλλά ότι, αντίθετα, η «πραγματικότητα» «κατασκευάζεται» μέσα από τη «γνώση» του κόσμου (π.χ. από τις σχετικές διαδικασίες του εγκεφάλου). Και για να το πούμε πιο πεζά: Ο καθένας δημιουργεί τη δική του πραγματικότητα. Σ’ αυτήν τη μορφή του ιδεαλισμού το σημαντικό είναι το υποκείμενο, αφού χωρίς αυτό δεν είναι γνώσιμο το αντικείμενο (ο κόσμος εκεί έξω, το πράγμα καθαυτό). Από αυτό προκύπτει ξανά ότι δεν υπάρχει μία πραγματικότητα, αλλά διαφορετικές, αφού κάθε υποκείμενο κατασκευάζει πάντοτε τη δική του πραγματικότητα. Βασικοί φιλοσοφικοί εκπρόσωποι αυτού του ρεύματος είναι, για παράδειγμα, οι Πολ Βατζλάβικ, Γκέρχαρντ Ροθ και Ουμπέρτο Ματουράνα.4

Η ίδια η αστική κοινωνία λειτουργεί σε συμφωνία με τον κονστρουκτιβισμό: Ποικιλία (δήθεν) ισάξιων απόψεων που συνυπάρχουν η μία δίπλα στην άλλη. Η άποψη, π.χ., του δημιουργισμού, δηλαδή η βιβλική διδασκαλία για τη δημιουργία, είναι μια εντελώς ισάξια άποψη με τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου. Μια «δημοκρατική κοινωνία», λοιπόν, οφείλει να σταθμίζει τέτοιες «απόψεις», διαμορφώνοντας μια τάξη πραγμάτων που να εμποδίζει να κυριαρχήσει η μία από αυτές. Το ποια θεωρία είναι η σωστή (αν υπάρχει σ’ αυτήν την οπτική κάτι το «σωστό») επιλέγεται σε πραγματιστική βάση. Άρα, λοιπόν, το σωστό είναι αυτό που είναι χρήσιμο για έναν ή για την πλειοψηφία. Επειδή η κυρίαρχη άποψη είναι η άποψη των κυρίαρχων, συμπεραίνουμε ότι ο κονστρουκτιβισμός, ο μεταμοντερνισμός κλπ. εξυπηρετεί τους σκοπούς των κυρίαρχων.

Αυτό ισχύει γιατί από τη μία ο καπιταλισμός βαυκαλίζεται με ένα φαινομενικό πλουραλισμό απόψεων (οι επιστήμες, και κυρίως μαζί με αυτές ο επιστημονικός κομμουνισμός, θεωρούνται φυσικά ολοκληρωτικές), ενώ από την άλλη η αποδοχή ότι ούτως ή άλλως ο κόσμος δεν είναι μεταβλητός, αλλά αντίθετα κατασκευάζεται από τον καθένα, συνεπάγεται ότι και η εξουσία της αστικής τάξης μπορεί να αποφύγει την ανατροπή της. Τι θα μπορούσε να είναι περισσότερο χρήσιμο στην εξουσία της αστικής τάξης από τη διάδοση μιας ιδεολογίας όπως ο κονστρουκτιβισμός, η οποία εμποδίζει την εργατική τάξη να εφαρμόσει τη γνώση του επιστημονικού κομμουνισμού και να οργανωθεί;

Υπάρχουν διάφορες ονομασίες και σχολές του κονστρουκτιβισμού· η πιο διεστραμμένη όμως μορφή του είναι εκείνη η τάση που μπορεί να συμπυκνωθεί ως «μεταδομισμός» ή «μεταμοντέρνο». Εγώ προτιμώ, ωστόσο, την εύστοχη ονομασία «ιρασιοναλισμός» (ανορθολογισμός).

«Ο ιρασιοναλισμός δεν είναι νέο φαινόμενο στην πνευματική ιστορία της ανθρωπότητας. Πάντα αποτελούσε το ιδεολογικό όπλο των αντιδραστικών δυνάμεων της κοινωνίας. Σήμερα αποτελεί την αντιδραστική απάντηση της ελίτ που βρίσκεται στην εξουσία και διαμορφώνει την κοινή γνώμη, στην όξυνση της οικονομικής και γενικότερα κοινωνικής κρίσης του ιμπεριαλισμού. Με τον ιρασιοναλισμό λανσάρεται o “φυσικός τρόπος ζωής’’, με συνέπεια να παραβιάζεται ακόμα και η ήδη σοβαρά ακρωτηριασμένη, αλλά ακόμα υπάρχουσα, αστικoδημοκρατική έννομη τάξη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ). [...] Ο ιρασιοναλισμός διαδίδεται ως κοσμοθεωρητική μέθοδος η οποία χαρακτηρίζεται από την υιοθέτηση ανορθολογικών [...] μεθόδων. […] Χαρακτηριστικά αυτής της μεθόδου είναι η αποδοχή του μη ελέγξιμου και η αξίωσή της να μεταδίδει μια “υπερβατική ανώτερη γνώση” που βρίσκεται πέραν της επιστήμης, της συνηθισμένης εμπειρίας και της λογικής. Ο ιρασιοναλισμός εμφανίζεται τόσο στη θρησκευτική όσο και στη μη θρησκευτική μορφή του και αντιτάσσει στη λογική τη θέληση, στο μυαλό το ένστικτο και στη συνείδηση το ασυνείδητο.»5

Μπορεί μεν να συμβουλεύεται ορισμένες μετρήσεις, αριθμούς και στοιχεία, αυτά όμως είναι επιστημονικά ακρωτηριασμένα· και αυτό, γιατί ο πυρήνας της θεωρίας αυτής είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει επιστημονική αντίληψη, καθώς κάποιος δεν μπορεί καθόλου –ή μπορεί πολύ περιορισμένα– να αποδεχτεί την ύπαρξη αντικειμενικών θεωρητικών θέσεων, θεωριών και εννοιών. Αν κάποιος θέλει να συμβουλευτεί τη μία ή την άλλη εξήγηση για τα στοιχεία και τα γεγονότα, αυτό είναι ιδιωτική και υποκειμενική του υπόθεση. Μια επιστημονική εξήγηση των φαινομένων αποκλείεται με σαφήνεια. Έχουμε λοιπόν μια μέθοδο η οποία παραιτείται από την ανάγκη της αιτιολογημένης και αποδείξιμης επιχειρηματολογίας και δεν αναζητά αιτίες και σχέσεις. Στην πράξη, όποια μέθοδος διεκδικεί μια αξίωση αλήθειας κατατάσσεται ως «ολοκληρωτική». Εδώ έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια ιδεολογία που στρέφεται ενάντια στο Διαφωτισμό, που θεωρεί την επιστήμη «αφήγημα», «μύθο» ή «ένα από τα είδη της κοινωνικής κατασκευής». Οι οπαδοί αυτής της ιδεολογίας πιστεύουν ότι δεν υπάρχουν γεγονότα καθαυτά, αλλά ότι αυτά κατασκευάζονται από τις κοινωνίες.

Στους ακαδημαϊκούς κύκλους και προπάντων στις θεωρητικές και κοινωνικές επιστήμες, κυριαρχούν –ιδιαίτερα από τη νίκη της αντεπανάστασης στα τέλη της δεκαετίας του 1980– μεταμοντέρνες ιρασιοναλιστικές ιδεολογίες. Ορισμένοι σημαντικοί ιδεολόγοι είναι μεταξύ άλλων οι Μπρουνό Λατούρ (Bruno Latour), Ζακ Λακάν (Jacques Lacan), Τζούντιθ Μπάτλερ (Judith Butler), Λούις Ιρίγκαραϊ (Luce Irigaray), Μισέλ Φουκό (Michel Foucault). Η ακαδημαϊκή, δυσκολοχώνευτη φλυαρία τους κυριαρχεί σε ένα μέρος των κοινωνικών επιστημών, ενώ σε άλλους κύκλους κατατάσσεται δυστυχώς ως «Αριστερά». Εδώ δεν μπορεί να γίνει μια αναλυτική κριτική του κονστρουκτιβισμού, του μεταμοντερνισμού και του ιρασιοναλισμού. Για περαιτέρω εξέταση του ιρασιοναλισμού σάς παραπέμπω στους Kopp & Seppmann (2002), Sokal & Bricmont (1998), καθώς και στον Μπογκόσιαν (Βoghossian).6

Εκτός από την «ακαδημαϊκή ελίτ», ο ιρασιοναλισμός εκδηλώνεται και σε διάφορα αντιεπιστημονικά κινήματα όπως ο εσωτερισμός ή η ομοιοπαθητική, στους αρνητές των εμβολίων (με τους οποίους επανερχόμαστε στους δήθεν «αντι-Covid επαναστάτες»), στους υποστηρικτές των θεωριών περί επαφών εξωγήινων με τους προϊστορικούς ανθρώπους (Präastronautik), στους αρνητές της κλιματικής αλλαγής, στους αρνητές της εξέλιξης, για να αναφέρουμε μερικά μόνο από αυτά.

Αυτή η κυριαρχία του ιδεαλισμού στις διάφορες μορφές του δείχνει ξανά τη σημασία του υλισμού ως όπλου στην ταξική πάλη και στην πάλη ενάντια στην Αντίδραση. Από αυτήν την άποψη, είναι αυτονόητο το γιατί ο Ένγκελς στη Διαλεκτική της φύσης ασχολείται εντατικά με τις μέχρι τότε γνώσεις των φυσικών επιστημών.

Ένα μεγάλο μέρος του έργου αποτελείται από άκρως λεπτομερείς περιγραφές από τους θεωρητικούς κλάδους των φυσικών επιστημών. Σε πάνω από 80 σελίδες, ο Ένγκελς περιγράφει με τη μορφή σημειώσεων τη διαλεκτική των ξεχωριστών επιστημών των μαθηματικών, της φυσικής, της χημείας και της βιολογίας, ενώ διατυπώνει επίσης και φιλοσοφικά ερωτήματα. Επιπλέον, υπάρχουν ξεχωριστά κεφάλαια για τον προσδιορισμό του ρόλου της εργασίας από άποψη φυσιολογίας, για την τριβή των παλιρροιών, για τη θερμότητα και τον ηλεκτρισμό, που πιάνουν άλλες 100 περίπου σελίδες. Ο Ένγκελς καταπιάνεται λοιπόν με το επίπεδο που είχε κατακτήσει στην εποχή του η γνώση των φυσικών επιστημών και ασκεί κριτική στις ιδεαλιστικού τύπου ερμηνείες των φυσικών επιστημών.

Αυτή η λεπτομερής γνώση απ’ όλους τους τομείς των φυσικών επιστημών από τη μια είναι καταπληκτική, από την άλλη όμως καθιστά τη Διαλεκτική της φύσης ένα από τα πιο δύσκολα έργα του Ένγκελς. Παραμένει το ερώτημα γιατί ο Ένγκελς ασχολήθηκε τόσο εντατικά με τις φυσικές επιστήμες, παρότι ο ίδιος δεν ήταν ένας εκπαιδευμένος φυσικός επιστήμονας.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η γνώση που προκύπτει από την επιστήμη συμβάλλει σε σημαντικό βαθμό στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Εμείς, ως κομμουνιστές, θέλουμε η γνώση των επιστημών να μη συγκεντρώνεται σ’ έναν αριθμό ακαδημαϊκών, αλλά οι άνθρωποι να μορφώνονται ολόπλευρα, να μπορούν να καταλάβουν τον κόσμο και να τον αλλάξουν. Γιατί ο σοσιαλισμός ζει από την ενεργητική συμμετοχή των ανθρώπων στην κοινωνική παραγωγή (λέξη κλειδί: σχεδιασμένη οικονομία). Για να υπάρχει όμως μια λειτουργική σχεδιασμένη οικονομία, απαιτούνται ολόπλευρα μορφωμένοι άνθρωποι, κυρίως μια ολόπλευρα μορφωμένη εργατική τάξη που είναι σε θέση να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις. Γι’ αυτό, είναι απαραίτητες οι γνώσεις που μας δίνουν οι φυσικές επιστήμες.

 

Η ΦΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ

Ο Ένγκελς κατάφερε να αποδείξει στη Διαλεκτική της φύσης ότι όχι μόνο η κοινωνία, αλλά και η φύση υπακούει στους νόμους της διαλεκτικής.

Όμως τι σημαίνει συγκεκριμένα ότι η φύση είναι διαλεκτική;

Με τη γενική έννοια, διαλεκτική σημαίνει ότι η φύση βρίσκεται σε συνεχή κίνηση και αυτή η κίνηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά κίνηση της ύλης, όπου η μια μορφή της ύλης μετά από ένα ορισμένο σημείο μετατρέπεται σε μια άλλη μορφή της ύλης. Αυτός είναι και ο βασικός πυρήνας του διαλεκτικού υλισμού πάνω στον οποίο στηρίζεται η επιστήμη.

Η κίνηση δεν πρέπει να κατανοείται απλά ως μια μετατόπιση στο χώρο. Γράφει ο Ένγκελς:

«Η κίνηση στη γενικότερή της έννοια, ως τρόπος ύπαρξης της ύλης, ως εσωτερική της ιδιότητα, περιλαμβάνει όλες τις αλλαγές και όλα τα φαινόμενα που συμβαίνουν στο σύμπαν, από την απλή μετατόπιση ως τη σκέψη. [...] Κάθε κίνηση συνδέεται με κάποια μετατόπιση, είτε πρόκειται για μετατόπιση ουράνιων σωμάτων, γήινων μαζών, μορίων, ατόμων, ή σωματιδίων αιθέρα7. Όσο ανώτερη είναι η μορφή κίνησης τόσο πιο μικρή είναι η μετατόπιση. Αυτό δεν εξαντλεί με κανέναν τρόπο τη φύση της ιδιαίτερης κίνησης, αλλά είναι αξεχώριστη από αυτήν. Γι’ αυτό και πρέπει να μελετήσουμε αυτό το ζήτημα πριν απ’ οτιδήποτε άλλο.

Ολόκληρη η φύση που μας είναι προσιτή αποτελεί ένα σύστημα, μια αλληλεξαρτημένη ολότητα σωμάτων, και με τη λέξη σώμα εννοούμε κάθε υλική πραγματικότητα, από το αστέρι μέχρι το άτομο και ως το σωματίδιο του αιθέρα, στο βαθμό που δέχεται κανείς πως ο τελευταίος υπάρχει. Το γεγονός ότι τα σώματα αυτά βρίσκονται σε αμοιβαίες σχέσεις σημαίνει ότι αλληλεπιδρούν, και η αμοιβαία αυτή αλληλεπίδραση είναι ακριβώς η κίνηση. Εδώ γίνεται φανερό ότι η ύλη είναι ακατανόητη χωρίς την κίνηση. Και παραπέρα. Αν η ύλη μάς φαίνεται σαν κάτι δεδομένο, άφθαρτο και αδημιούργητο, τότε και η κίνηση πρέπει να είναι άφθαρτη και αδημιούργητη.»8

Όταν λοιπόν μιλάμε για κίνηση, εννοούμε όλες τις μορφές της αλλαγής, της ανάπτυξης κλπ. Οι μορφές ανάπτυξης της ύλης υπάρχουν όχι ανεξάρτητα η μία από την άλλη, αλλά επιδρούν η μία πάνω στην άλλη, μετατρέπονται η μία στην άλλη. Σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται η διαλεκτική στην κίνηση. Υπάρχουν και άλλες πλευρές που πρέπει να ληφθούν υπόψη, όπως η μετατροπή των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές ή ο νόμος της άρνησης της άρνησης.

Θα ήθελα να δείξω με μερικά παραδείγματα ότι η φύση –τόσο η έμψυχη όσο και η άψυχη– είναι διαλεκτική.

Το κύτταρο θεωρείται η μικρότερη μονάδα ζωής. Και όμως, τα ίδια τα κύτταρα αποτελούνται από διάφορα μόρια όπως οι πρωτεΐνες. Τα μόρια πάλι αποτελούνται από άτομα, τα οποία κι αυτά με τη σειρά τους αποτελούνται από υποδιαιρέσεις του ατόμου (πρωτόνια, ηλεκτρόνια, νετρόνια). Επίσης γνωρίζουμε μια σειρά από άλλα στοιχειώδη σωματίδια (π.χ. κουάρκ, λεπτόνια, μποζόνια αλληλεπίδρασης). Από την άλλη πλευρά, τα κύτταρα συνενώνονται σε ιστούς και πολυκύτταρους οργανισμούς, οι οποίοι διακρίνονται στα ζώα, στα φυτά και στους μύκητες. Αυτό μας δείχνει ότι η ύλη ως προς τη μορφή ύπαρξής της είναι ποικίλη και άπειρη. Αυτή είναι η ύλη που αποτελεί πάντα την πηγή της γνώσης μας.

Ο ορισμός του διαλεκτικού υλισμού για την ύλη διαφέρει από άλλους ορισμούς της ως προς το ότι για το διαλεκτικό υλισμό η ύλη δεν ανάγεται στον εμπράγματο χαρακτήρα ενός σώματος. Η φυσικαλιστική-μηχανική έννοια της ύλης μειώνει την ύλη σε πράγματα με ορισμένο βάρος, μάζα, αδράνεια. Ωστόσο, αυτήν την έννοια της ύλης την έχει υπερβεί εδώ και καιρό η ανάπτυξη της σύγχρονης επιστήμης: Τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα, είτε πρόκειται για ραδιοκύματα είτε για μικροκύματα, η θερμική ακτινοβολία, το ορατό φως ή η ραδιενεργός ακτινοβολία, αποτελούν εξίσου μορφές ανάπτυξης της ύλης, οι οποίες όμως έχουν ορισμένες ιδιαιτερότητες απέναντι σε άλλες μορφές ύπαρξης της ύλης, όπως τα στέρεα σώματα και τα ρευστά.

Ο ορισμός της διαλεκτικής έννοιας της ύλης δε βασίζεται πάνω σε καμιά συγκεκριμένη ιδιότητα της μιας ή της άλλης μορφής της ύλης. Δε συνδέεται με μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη διάρθρωση, αλλά μόνο με την αναγνώριση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Έτσι λοιπόν δεν αποτελεί θαύμα το ότι ανακαλύπτονται διαρκώς νέες μορφές ύπαρξης της ύλης, από την ανακάλυψη νέων στοιχειωδών σωματιδίων μέχρι την ανακάλυψη νέων βιολογικών ειδών.

Οι διάφορες μορφές της ύλης δεν υπάρχουν απλά η μία δίπλα στην άλλη, αλλά επηρεάζει η μία την άλλη, μετατρέπεται η μία στην άλλη, ενώ η καθεμία από αυτές εμφανίζει νέες ποιότητες σε σύγκριση με τις υπόλοιπες. Τα άτομα αποτελούνται από ηλεκτρόνια στη στιβάδα τους και από πρωτόνια και νετρόνια στον πυρήνα. Από τον αριθμό αυτών των στοιχειωδών σωματιδίων εξαρτάται το ποιο στοιχείο έχει κανείς μπροστά του. Το υδρογόνο αποτελείται από ένα πρωτόνιο και ένα ηλεκτρόνιο. Αν προσθέσει κανείς ακόμα ένα πρωτόνιο και ακόμα ένα νετρόνιο, τότε παίρνει το ήλιο: Ένα νέο στοιχείο με εντελώς διαφορετικές ιδιότητες. Εδώ λοιπόν αποδεικνύεται ότι ποσοτικές αλλαγές (περισσότερα στοιχειώδη σωματίδια) οδηγούν σε νέες ποιοτικές ιδιότητες (δημιουργία νέου στοιχείου). Αλλά δεν είναι μόνο αυτό: Τα άτομα και τα στοιχειώδη σωματίδιά τους δεν πρέπει να κατανοούνται απλά ως στατικές σφαίρες που κρέμονται όπως οι πέρλες σε ένα κολιέ. Τα ηλεκτρόνια κινούνται σε μια ορισμένη τροχιά (ατομικός τροχιακός) γύρω από τον πυρήνα του ατόμου. Ανάλογα με το αν τα άτομα αποκτούν ή χάνουν ηλεκτρόνια, τότε σχηματίζουν ιόντα με αρνητικό ή θετικό φορτίο αντίστοιχα, με διαφορετικές ιδιότητες στην κάθε περίπτωση. Ακόμα και ο πυρήνας του ατόμου μπορεί να διασπαστεί, με πιο γνωστή την περίπτωση της ραδιενεργούς ακτινοβολίας. Αυτές οι ιδιότητες των ατόμων τούς επιτρέπουν να συνενώνονται σε μόρια, τα οποία και πάλι θα σχηματίσουν τις δικές τους ιδιότητες (ποιότητες).

Έτσι προέκυψε η έμβια ύλη, μέσα από την κίνηση των μορίων και των ατόμων, τα οποία ξανά σε συνδυασμό με άλλα μόρια οδήγησαν σε μια αλυσίδα μορίων όπως το RNA, το DNA και οι πρωτεΐνες, οι οποίες οδήγησαν στην ανάπτυξη των πρώτων μορφών ζωής. Επίσης, τα διάφορα μόρια μέσα σε ένα κύτταρο βρίσκονται σε κίνηση. Τα κύτταρα απορροφούν μόρια όπως τα ζάχαρα, τα επεξεργάζονται και αντλούν από αυτά την ενέργειά τους, την οποία χρειάζονται για να αναπτυχθούν και να διατηρηθούν. Αυτό το προτσές ορίζεται γενικά ως μεταβολισμός. Μέσα από την κυτταρική διαίρεση σχηματίζονται νέα κύτταρα. Μετά από το στάδιο της ωρίμανσης, αυτά τα κύτταρα εισέρχονται σε διαδικασία θανάτου, απονεκρώνονται, ενώ ταυτόχρονα σχηματίζονται νέα κύτταρα. Επομένως, ένα κύτταρο βρίσκεται πάντα είτε σε διαδικασία ανάπτυξης είτε σε διαδικασία θανάτου. Εδώ έχουμε λοιπόν ένα προτσές της άρνησης της άρνησης. Άρνηση σημαίνει άρση. Μέσα από το θάνατο του κυττάρου πραγματοποιείται η άρνηση της ανάπτυξης και της διαίρεσης του κυττάρου. Μέσα από το σχηματισμό νέων κυττάρων, ωστόσο, προκύπτει με τη σειρά της η άρνηση αυτού του θανάτου κλπ. Αυτή είναι η διαδικασία που βρίσκεται πίσω από την ανάπτυξη της ύλης και κατά την οποία προκύπτουν συνεχώς νέες μορφές της ύλης. Γι’ αυτόν το λόγο ο Ένγκελς διαπιστώνει: «Ανάπτυξη με την αντίθεση ή άρνηση της άρνησης»9.

Με παρόμοιο τρόπο λειτουργεί η ροή πληροφοριών μέσα στο κύτταρο. Μια συνηθισμένη θεωρία είναι ότι οι αλλαγές των γονιδίων οδηγούν σε αλλαγές στο σώμα και με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσονται –σε μεγάλα χρονικά διαστήματα– νέα είδη. Όσο εύλογο και αν ακούγεται αυτό σε κάποιον, πρόκειται για μια άκρως απλοποιημένη, για την ακρίβεια διαστρεβλωμένη, εικόνα. Τα γονίδια, όπως και όλα τα άλλα συστατικά μέρη ενός ζωντανού οργανισμού, αποτελούν μόνο έναν από τους πολλούς καθοριστικούς παράγοντες των διεργασιών της ζωής. Τα γονίδια, βέβαια, περιλαμβάνουν σημαντικές πληροφορίες για το σχηματισμό των πρωτεϊνών, δηλαδή για εκείνο το υλικό από το οποίο σχηματίζεται ένας ζωντανός οργανισμός. Ωστόσο, τα γονίδια δεν περιέχουν εξαντλητικές πληροφορίες για το σχέδιο του οργανισμού ως σύνολο (Bauplan), αφού το πλέγμα των αιτιών ανάμεσα στα γονίδια και τη σωματική διάπλαση είναι πολύ πιο περίπλοκο από αυτό που παρουσιάζουν πολλά διδακτικά βιβλία.

Οι πληροφορίες για τη δομή των πρωτεϊνών αποθηκεύονται με τη μορφή του DNA. Στη διαδικασία του κυτταρικού μεταβολισμού τμήματα του DNA διαβάζονται και «μεταφράζονται» σε RNA. Το RNA είναι λοιπόν το σχέδιο για τη δημιουργία της πρωτεΐνης του κυττάρου. Η αλυσίδα πληροφοριών DNA - RNA - πρωτεΐνη χαρακτηρίζεται ως το «κεντρικό δόγμα» της μοριακής βιολογίας, σύμφωνα με το οποίο η διαδικασία της ροής πληροφοριών μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σ’ αυτήν τη μία κατεύθυνση.

Εν τω μεταξύ όμως, είναι επίσης γνωστό ότι μπορεί να γίνει μεταφορά πληροφοριών και από το RNA προς το DNA (μερικοί ιοί, όπως ο HIV, κάνουν ακριβώς αυτό: Μετατρέπουν το RNA-γονιδίωμά τους σε DNA και το φυτεύουν στο γονιδίωμα του προσβαλλόμενου ξενιστή!). Επίσης, ροή πληροφοριών γίνεται και από πρωτεΐνη σε πρωτεΐνη, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στην περίπτωση των πρωτεϊνών «πράιονς». Οι πράιονς είναι πρωτεΐνες που χρησιμοποιούν τον ίδιο τον εαυτό τους ως σχέδιο για το δικό τους πολλαπλασιασμό. Ασθένειες όπως η νόσος των τρελών αγελάδων κλπ., η νόσος Kreuzfeld-Jacob προκαλούνται από τα πράιονς. Ωστόσο τα πράιονς, σύμφωνα με νεότερες έρευνες, παίζουν σημαντικό ρόλο, ιδιαίτερα στους μύκητες.

Ακόμα και ορισμένα RNA-μόρια μπορούν να πολλαπλασιάζονται μόνα τους ή να σχηματίζουν πρωτεΐνες χωρίς τη βοήθεια του DNA. Μπορεί μεν να μην έχει αποδειχτεί (ακόμα) μια ροή πληροφοριών από πρωτεΐνη προς RNA και DNA, ωστόσο, μέσω της γονιδιακής ρύθμισης οι πρωτεΐνες, τα οξέα RNA και άλλα μόρια επηρεάζουν τη δραστηριότητα του DNA. Τα γονίδια του DNA πρέπει να ενεργοποιηθούν ή να απενεργοποιηθούν· αυτό συμβαίνει, π.χ., μέσα από την προσκόλληση της πρωτεΐνης στο DNA και συνεπώς μέσα από το μπλοκάρισμα ή την ενεργοποίηση του διαβάσματος του γονιδίου.

Αυτές οι διαδικασίες σε κάποιον ζωντανό οργανισμό συνεχίζονται και στους απογόνους, όπου και εδώ δημιουργούνται νέα είδη μέσα από τη διαδικασία της φυσικής επιλογής και της εξέλιξης, ενώ κάποια άλλα εξαφανίζονται.

Επομένως, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για το ότι η φύση είναι διαλεκτική. Στο έργο του Η διαλεκτική της φύσης, ο Ένγκελς αντιπαρατέθηκε με το τότε επίπεδο γνώσεων των φυσικών επιστημών, όπως έκανε και ο Λένιν στο Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός. Αυτό αποτελεί καθήκον των κομμουνιστών έτσι ώστε να είναι οπλισμένοι απέναντι στις ιδεαλιστικές επιθέσεις στις φυσικές επιστήμες.

Γιατί, στην πραγματικότητα, η διαλεκτική είναι κάτι που πολλοί επιστήμονες το έχουν ξεχάσει ή δεν το γνωρίζουν στο παραμικρό. Σήμερα οι επιστήμονες έχουν μια πλατιά γνώση για το πώς λειτουργούν τα πράγματα. Ωστόσο, ο δρόμος μέσα από τον οποίο αναπτύχθηκε αυτή η γνώση δεν τονίζεται σχεδόν καθόλου, παρόλο που γνωρίζουμε ότι αυτός ο δρόμος δεν ήταν ποτέ ομαλός, αλλά πάντα κυριαρχούνταν από την πάλη ανάμεσα σε πολλές αντιμαχόμενες ιδέες.

Πολλοί επιστήμονες εκκινούν και σήμερα από το ότι υπάρχει ύλη. Αλλά ακόμα και μετά από 100 και πλέον χρόνια από τη δημοσίευση της Διαλεκτικής της φύσης, δεν τονίζεται σχεδόν καθόλου ότι είναι πιο σημαντικό να αναλύεις την κίνηση της ύλης, παρά την ίδια την ύλη. Αυτή η διαστρέβλωση της αντίληψης για τη φύση που γίνεται από τους επιστήμονες αποτελεί και έναν από τους λόγους για το ότι πάει στράφι ο υλιστικός πυρήνας της επιστήμης και για το ότι εισχωρεί ο ιδεαλισμός και ο σπιριτουαλισμός (πνευματοκρατία) στις επιστημονικές θεωρίες, οι οποίες είτε εξετάζουν την ύλη ως στατική/ακίνητη είτε βλέπουν την κίνησή της ως συνέπεια υπερφυσικών δυνάμεων που κινούν τη φύση. Γι’ αυτό και το μεγαλύτερο καθήκον της επαναστατικής θεωρίας είναι να εντοπίσει επακριβώς τα σημεία της επιστήμης στα οποία υπάρχουν διαστρεβλώσεις που εξαϋλώνουν τις υλιστικές της διαστάσεις και την κάνουν έρμαιο στα χέρια των ιδεαλιστών και των σπιριτουαλιστών.

Ακόμα, στη mainstream10 επιστήμη μπορεί κανείς να δει ότι η φύση σε διάφορα σημεία θεωρείται στατική. Πολλοί φυσικοί επιστήμονες, οι οποίοι προσπαθούν να εξηγήσουν τη φύση έτσι όπως είναι, δεν μπορούν καν να την εξηγήσουν, γιατί εξηγούν μόνο αυτό που βλέπουν ή αυτό που μετράνε. Όμως, υπάρχει κι ένα κομμάτι που συχνά παραβλέπουν, και αυτό είναι η διαλεκτική. Αυτό είναι το πρόβλημα του εμπειρισμού, δηλαδή εκείνης της γνωσιοθεωρητικής άποψης η οποία θεωρεί ως πηγή της γνώσης μόνο την εμπειρία που προέρχεται από τις αισθήσεις μας, από την παρατήρηση, από το πείραμα. Έτσι, η προσοχή εστιάζεται μόνο στην τρέχουσα μετρήσιμη τιμή, στα τρέχοντα μετρήσιμα δεδομένα, ενώ η κίνηση της ύλης λαμβάνεται υπόψη από ελάχιστα έως καθόλου. Αυτό όμως ανοίγει τις πόρτες στον ιδεαλισμό.

Για να το πούμε πιο απλά: Ας υποθέσουμε ότι πάνω στο τραπέζι βρίσκεται ένα ποτήρι γάλα. Αν ρωτούσαμε έναν εμπειριστή τι βλέπει, θα μας απαντούσε: «Ένα ποτήρι γάλα.» Ωστόσο, δύσκολα θα έλεγε ότι το γάλα μετατρέπεται σε κουάρκ, επειδή το γάλα σε θερμοκρασία δωματίου δεν μπορεί να μείνει ως τέτοιο για πολύ. Αυτό που λείπει στον εμπειριστή είναι η συνειδητοποίηση και η κατανόηση της πλευράς της κίνησης της φύσης (στη συγκεκριμένη περίπτωση η κίνηση με τη μορφή των χημικών αλλαγών που συμβαίνουν στο γάλα σε μια καθορισμένη χρονική στιγμή).

Αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα στους ιδεαλιστές επιστήμονες, οι οποίοι τείνουν να χάνουν την κίνηση και δεν μπορούν να δουν την κίνηση της φύσης. Αντ’ αυτού, συγκεντρώνουν την προσοχή τους στη μετρήσιμη, στην παρατηρήσιμη κατάσταση, την δέχονται ως δοσμένη και έτσι παραμελούν την πραγματική ουσία των πραγμάτων.

Τέτοιοι μη διαλεκτικοί τρόποι σκέψης είναι φυσικά κυρίαρχοι στις θεωρητικές και κοινωνικές επιστήμες στις καπιταλιστικές εκμεταλλευτικές κοινωνίες, μεταξύ άλλων και για να αποτρέψουν την εργατική τάξη να σκεφτεί να αλλάξει τις κοινωνικές σχέσεις και να αμφισβητήσει την εξουσία του κεφαλαίου. Και αυτό, γιατί η κοινωνία βρίσκεται και αυτή σε κίνηση, επομένως και η καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι αιώνια και ούτε υπήρχε από πάντα.

Αλλά και στις φυσικές επιστήμες εμφανίζονται –εν μέρει συνειδητά, εν μέρει ασυνείδητα– τέτοιες μη διαλεκτικές σκέψεις. Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι στις φυσικές επιστήμες υπάρχει μεγάλη εξειδίκευση. Με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η φυσική επιστήμη έγινε πιο σύνθετη και επήλθε ο καταμερισμός της. Ο πιο βασικός καταμερισμός είναι αυτός ανάμεσα στη φυσική, τη χημεία και τη βιολογία. Αλλά ακόμα και μέσα σ’ αυτές υπάρχουν υποδιαιρέσεις. Αυτό οδηγεί συχνά τους φυσικούς επιστήμονες στις ειδικές γνώσεις σ’ έναν τομέα, αλλά ταυτόχρονα και στην παραμέληση των υπόλοιπων επιστημονικών τομέων. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν στις γνώσεις ενός μεμονωμένου ειδικού τομέα (π.χ. της γενετικής ή της νευροβιολογίας) προσδίδεται καθολική ισχύς.

Οι φυσικοί επιστήμονες δε ζουν απομονωμένοι από την κοινωνία, αλλά εισάγουν την αστική σκέψη τους –η οποία διαμορφώνεται από την αστική κοινωνία– στους φυσικο-επιστημονικούς στοχασμούς τους.

Από την άλλη, εκείνοι οι τομείς των φυσικών επιστημών που βρίσκονται σε σύνδεση με τις κοινωνικές επιστήμες, όπως η ψυχολογία και οι νευροεπιστήμες, που ασχολούνται δηλαδή με «τη φύση του ανθρώπου», είναι μολυσμένες με την αστική, μη διαλεκτική σκέψη. Έτσι, τα κοινωνικά ζητήματα –ιδιαίτερα σε πολιτικά αντιδραστικούς καιρούς– ερμηνεύονται με βιολογικούς όρους, κάτι που είναι γνωστό ως βιολογικός ντετερμινισμός ή βιολογισμός. O βιολογικός ντετερμινισμός αποτελεί την αντίληψη σύμφωνα με την οποία η βιολογία (ή η λεγόμενη φύση του ανθρώπου) αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα και επομένως το κάθε κοινωνικό φαινόμενο έχει βιολογικά αίτια.

Αναμφίβολα, τα πιο αγαπημένα θέματα του βιολογικού ντετερμινισμού είναι πνευματικές ικανότητες όπως η ευφυΐα και η ενσυναίσθηση ή κοινωνικά ζητήματα όπως η φτώχεια και η εγκληματικότητα· επίσης αγαπημένο του θέμα είναι η σχέση ανάμεσα στα φύλα ή τις «φυλές». Οι κοινωνικοί και οικονομικοί ρόλοι θεωρείται ότι αντανακλούν επακριβώς την έμφυτη προδιάθεση του ανθρώπου.

Oι υποστηρικτές του βιολογικού ντετερμινισμού επικαλούνται την επιστήμη ως αντικειμενική γνώση, η οποία είναι δήθεν απαλλαγμένη από πολιτικές και κοινωνικές επιρροές. Προβάλλουν τους εαυτούς τους ως εκείνους που διαδίδουν τη νηφάλια αλήθεια, ενώ οι αντίπαλοί τους κυριαρχούνται δήθεν από υπερβολικό συναισθηματισμό, από ιδεολογική και βουλησιαρχική σκέψη.

Αν λοιπόν το status quo είναι, όπως ισχυρίζονται, δοσμένο από τη φύση, τότε κάθε κοινωνική αλλαγή –στο βαθμό που είναι δυνατή μια τέτοια αλλαγή– αποτελεί τεράστια επιβάρυνση, εξαναγκάζει τους ανθρώπους να βρεθούν σε σχέσεις που είναι σε αντίθεση με τη φύση. Η βιολογική και ιατρική επιχειρηματολογία για τη «φύση του ανθρώπου» συνοδεύεται σχεδόν πάντα από συντηρητικές και αντιδραστικές ιδεολογίες.

Αποδεικνύεται λοιπόν ότι η επιστήμη γίνεται πάντα αντικείμενο εκμετάλλευσης και κακομεταχείρισης από συγκεκριμένες κοινωνικές δυνάμεις. Κάθε μορφή εξουσίας χρειάζεται τη δικαιολόγησή της και δεν υπάρχει τίποτα που να δικαιολογεί τις αστικές σχέσεις εξουσίας καλύτερα από το να παρουσιάζονται αυτές ως «φυσικές», είτε αυτό σημαίνει ότι αποτελούν θέλημα Θεού είτε ότι είναι βιολογικά κι επιστημονικά δικαιολογημένες. Επειδή όμως ο βιολογικός ντετερμινισμός έχει για τις κυρίαρχες ομάδες συγκεκριμένη χρήση, μπορεί (και πρέπει) κανείς να υποθέσει ότι σ’ αυτόν υπάρχει και μια πολιτική διάσταση.

Από την άλλη, ωστόσο, δεν πρέπει να συμπεράνουμε από τα παραπάνω ότι ο κόσμος είναι παράλογος, ότι η πραγματικότητα ως τέτοια δεν υπάρχει και ότι όλα είναι «κοινωνικά κατασκευασμένα». Οι μεταμοντέρνοι ιρασιοναλιστές δεν αντιλαμβάνονται τη διαλεκτική αλληλεπίδραση μεταξύ κοινωνίας και επιστήμης. Η επιστήμη αποτελεί πάντα μια κοινωνική δραστηριότητα που πραγματοποιείται από τον άνθρωπο. Με την επιστήμη ο άνθρωπος ερευνά τον πραγματικά υπαρκτό κόσμο, συγκεντρώνει στοιχεία και δεδομένα και διαπιστώνει μέσω της πράξης το βαθμό αλήθειας των θεωριών του. Ταυτόχρονα όμως, οι επιστημονικές γνώσεις υπηρετούν και ορισμένες κοινωνικές ομάδες ή τάξεις. Και όταν ένα οικονομικό σύστημα βασίζεται στην εκμετάλλευση και την καταπίεση, χρησιμοποιεί την επιστήμη ακριβώς γι’ αυτούς τους σκοπούς, προς όφελός του.

Το να μη βλέπει κανείς τη φύση μέσα στη διαλεκτική της, αυτό αναπόφευκτα οδηγεί ξανά πίσω στον ιδεαλισμό, είτε στην ιρασιοναλιστική μορφή του (μεταμοντερνισμός, κονστρουκτιβισμός, εσωτερισμός κλπ.) είτε στη μορφή του βιολογικού ντετερμινισμού.

 

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ

Η μεγαλύτερη αδυναμία του μηχανιστικού υλισμού έγκειται στο ότι δεν εφαρμόζει τον υλισμό στις κοινωνικές επιστήμες. Στον τομέα των κοινωνικών επιστημών οι περισσότεροι αστοί επιστήμονες είναι ιδεαλιστές. Γι’ αυτό, δεν είναι παράξενο ότι ιδιαίτερα στις θεωρητικές και κοινωνικές επιστήμες κυριαρχεί σε τέτοιο βαθμό ο μεταμοντέρνος ανορθολογισμός και άλλες παραλλαγές του ιδεαλισμού.

Επίσης δεν είναι παράξενο το γεγονός ότι εκείνοι οι επιστήμονες που προσπαθούν να περιγράψουν την κοινωνία φυσικο-επιστημονικά και υλιστικά την ανάγουν αποκλειστικά σε φυσικο-επιστημονικά φαινόμενα (π.χ. η κοινωνία ως συνέπεια των ανθρώπινων γονιδίων). Ο Φρίντριχ Ένγκελς στη Διαλεκτική της φύσης προσφέρει την πλέον γνωστή, ίσως, μελέτη για την απόδειξη του περάσματος από την έμβια μορφή ύπαρξης της ύλης στην ανθρώπινη κοινωνία. Αυτή η μελέτη φέρει τον τίτλο: «Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου».

Για να παρουσιάσουμε τη θέση του Ένγκελς, ας μας επιτραπεί να αξιοποιήσουμε σ’ αυτό το σημείο ένα μεγάλο απόσπασμα από αυτήν τη μελέτη του. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε την επικαιρότητα αυτής της θέσης και θα την υπερασπιστούμε έναντι της αστικής διαστρέβλωσής της. Ο Ένγκελς, λοιπόν, συνοψίζει την εξανθρώπιση ως εξής:

«Η εργασία, λένε οι οικονομολόγοι, είναι η πηγή κάθε πλούτου. Και είναι πραγματικά τέτοια –πλάι στη φύση, που της δίνει το υλικό που το μετατρέπει σε πλούτο. Αλλά είναι επίσης άπειρα περισσότερο από αυτό. Είναι ο πρωταρχικός βασικός όρος κάθε ανθρώπινης ζωής, και αυτό σε τέτοιο βαθμό, που από μια άποψη πρέπει να πούμε: Η εργασία δημιούργησε τον ίδιο τον άνθρωπο. [...]

Ο Δαρβίνος μας έδωσε μια κατά προσέγγιση περιγραφή αυτών των προγόνων μας. Ήταν ολότελα μαλλιαροί, είχαν γένια και μυτερά αφτιά και ζούσαν κοπαδιαστά πάνω στα δέντρα.

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι κάτω από την επίδραση κατά πρώτο λόγο του τρόπου της ζωής τους, που για το σκαρφάλωμα αναθέτει στα χέρια διαφορετικές λειτουργίες από τα πόδια, οι πίθηκοι αυτοί άρχισαν να χάνουν τη συνήθεια να χρησιμοποιούν τα χέρια τους για να βαδίζουν πάνω στο επίπεδο έδαφος και αποκτούσαν όλο και πιο πολύ κατακόρυφο βάδισμα. Έτσι έγινε το αποφασιστικό βήμα για το πέρασμα από τον πίθηκο στον άνθρωπο. [...]

Για να γίνει το όρθιο βάδισμα πρώτα κανόνας και ύστερα ανάγκη στους μαλλιαρούς προγόνους μας, προϋποτίθεται ότι έπρεπε να μεταβιβαστούν στα χέρια όλο και πιο πολλές δραστηριότητες. Αλλά ακόμα και στους πιθήκους κυριαρχεί ήδη ένας κάποιος καταμερισμός λειτουργιών ανάμεσα στα χέρια και στα πόδια. Όπως είπαμε, το χέρι χρησιμοποιείται για το σκαρφάλωμα, διαφορετικά από το πόδι. Χρησιμεύει ειδικότερα για τη συλλογή και το κράτημα της τροφής όπως ήδη κάνουν με τα μπροστινά τους πόδια μερικά κατώτερα θηλαστικά. Πολλοί πίθηκοι χρησιμοποιούν τα χέρια τους για να κατασκευάζουν φωλιές στα δέντρα ή ακόμα –όπως ο χιμπαντζής– στέγες ανάμεσα στα κλαδιά, για να φυλάγονται απ’ την κακοκαιρία. Με το χέρι αρπάζουν ρόπαλα για να αμυνθούν ενάντια σε εχθρούς ή τους βομβαρδίζουν με καρπούς ή λίθους. Όταν είναι αιχμάλωτοι, κάνουν με τα χέρια τους μια σειρά απλές πράξεις, που τις αντιγράφουν από τους ανθρώπους. Αλλά εδώ ακριβώς παρουσιάζεται ολόκληρο το χάσμα ανάμεσα στο μη αναπτυγμένο χέρι ακόμα και του πιο ανθρωποειδούς από τους πιθήκους, και στο χέρι του ανθρώπου που έχει τελειοποιηθεί σε υψηλό βαθμό, με την εργασία χιλιάδων αιώνων.

Γι’ αυτό λοιπόν, οι πράξεις, στις οποίες οι πρόγονοί μας βαθμιαία στην πορεία πολυάριθμων χιλιετηρίδων έμαθαν να προσαρμόζουν σιγά-σιγά το χέρι τους, στην εποχή του περάσματος από τον πίθηκο στον άνθρωπο, δεν μπορούσαν να είναι στην αρχή παρά πράξεις απλούστατες. Και οι κατώτεροι άγριοι, ακόμα και εκείνοι στους οποίους μπορεί κανείς να υποθέσει μια οπισθοδρόμηση σε μια κατάσταση αρκετά κοντινή με του ζώου, που να συνοδεύεται από ένα φυσικό εκφυλισμό, βρίσκονται σε πολύ υψηλότερο επίπεδο από αυτά τα μεταβατικά πλάσματα. Πριν να δουλευτεί από το χέρι του ανθρώπου το πρώτο χαλίκι για να γίνει μαχαίρι, χρειάστηκε ίσως μια χρονική περίοδος που μπροστά της να φαίνεται ασήμαντη η ιστορική περίοδος που γνωρίζουμε. Αλλά το αποφασιστικό βήμα είχε γίνει: Το χέρι είχε ελευθερωθεί και μπορούσε πια να αποχτά όλο και πιο νέες δεξιότητες και η μεγαλύτερη ευλυγισία που αποχτιότανε μ’ αυτόν τον τρόπο, μεταβιβαζόταν κληρονομικά και μεγάλωνε από γενιά σε γενιά.11

Έτσι το χέρι δεν είναι μονάχα το όργανο, παρά και το προϊόν της εργασίας. Μόνο με την εργασία, με την προσαρμογή σε όλο και νέες λειτουργίες, με την κληρονομική μεταβίβαση της αποκτημένης μ’ αυτόν τον τρόπο ειδικής ανάπτυξης των μυών, των τενόντων και σε μακρύτερα χρονικά διαστήματα των ίδιων των οστών και με την ασταμάτητα επαναλαμβανόμενη εφαρμογή αυτής της κληρονομικής τελειοποίησης σε νέες, όλο και περισσότερο περίπλοκες λειτουργίες, το ανθρώπινο χέρι έφτασε σ’ αυτόν τον υψηλό βαθμό τελειότητας, απ’ όπου μπορεί να κάμει να ξεπηδήσει το θαύμα των πινάκων του Ραφαήλ, των αγαλμάτων του Τόρβαλντσεν, της μουσικής του Παγκανίνι.

Αλλά το χέρι δεν υπάρχει καθαυτό. Ήταν απλώς ένα από τα μέλη ενός ολόκληρου, εξαιρετικά περίπλοκου οργανισμού. Ό,τι ωφελούσε το χέρι, ωφελούσε και ολόκληρο το σώμα, που υπηρετούσε το χέρι. [...]

Πολύ πιο σπουδαία είναι η άμεση και αποδείξιμη επίδραση της ανάπτυξης του χεριού στον υπόλοιπο οργανισμό. Όπως είπαμε, οι πιθηκόμορφοί μας πρόγονοι ήταν αγελαία όντα. [...] Η κατάκτηση της φύσης, που αρχίζει με την ανάπτυξη του χεριού, με την εργασία, πλάτυνε με κάθε πρόοδο τους ορίζοντες του ανθρώπου. Ο άνθρωπος ανακάλυπτε συνεχώς νέες, άγνωστες μέχρι τότε ιδιότητες των φυσικών αντικειμένων. Η ανάπτυξη της εργασίας από την άλλη μεριά βοήθησε αναγκαστικά στη σύσφιξη των δεσμών ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας, πολλαπλασιάζοντας τις περιπτώσεις αμοιβαίας βοήθειας, κοινής δραστηριότητας, και κάνοντας πιο ξεκάθαρη σε κάθε άτομο τη συνείδηση της χρησιμότητας αυτής της συνεργασίας. Με λίγα λόγια, οι άνθρωποι στην πορεία της διαμόρφωσής τους έφτασαν στο σημείο όπου είχαν κάτι να πουν ο ένας στον άλλο. Η ανάγκη δημιούργησε το όργανό της: Ο μη αναπτυγμένος λάρυγγας του πιθήκου διαμορφώθηκε με την ποικιλοφωνία αργά αλλά σίγουρα για πιο αναπτυγμένη ποικιλοφωνία, και τα όργανα του στόματος μάθανε βαθμιαία να προφέρουν τον έναν έναρθρο φθόγγο μετά τον άλλο.

Η σύγκριση με τα ζώα αποδεικνύει ότι αυτή η ερμηνεία για την προέλευση της γλώσσας, που γεννήθηκε από την εργασία και μαζί με την εργασία, είναι η μόνη σωστή. Το ελάχιστο, που ακόμα και τα πιο αναπτυγμένα ζώα χρειάζονται για να επικοινωνούν μεταξύ τους, μπορεί να μεταδοθεί ακόμα και χωρίς έναρθρο λόγο. Κανένα ζώο στη φυσική του κατάσταση δεν αισθάνεται ότι μειονεκτεί επειδή δεν μπορεί να μιλήσει ή να καταλάβει την ανθρώπινη γλώσσα. [...]

Πρώτα η εργασία και ύστερα από αυτήν και σε συνέχεια με αυτήν η γλώσσα, είναι τα δύο ουσιαστικά ερεθίσματα, που κάτω από την επίδρασή τους μεταμορφώθηκε σιγά-σιγά ο πιθηκίσιος εγκέφαλος σε ανθρώπινο, που, παρ’ όλες τις ομοιότητές του με τον πρώτο, είναι πολύ πιο μεγάλος και τέλειος. Παράλληλα όμως με την ανάπτυξη του εγκεφάλου, προχωρούσε και η ανάπτυξη των άμεσων εργαλείων του, των αισθητηρίων οργάνων. Όπως η προοδευτική ανάπτυξη της γλώσσας συνοδεύεται αναγκαστικά από μια αντίστοιχη εκλέπτυνση του οργάνου της ακοής, έτσι και η ανάπτυξη του εγκεφάλου σαν ενιαίου όλου συνοδεύεται από την εκλέπτυνση όλων των αισθήσεων. Ο αετός βλέπει πολύ πιο μακριά από τον άνθρωπο, αλλά το ανθρώπινο μάτι βλέπει πολύ περισσότερα μέσα στα πράγματα από το αετίσιο. Ο σκύλος έχει πολύ οξύτερη όσφρηση από τον άνθρωπο, όμως δεν ξεχωρίζει ούτε το ένα εκατοστό από τις μυρωδιές που για τον άνθρωπο είναι σίγουρα σημάδια διαφορετικών πραγμάτων. Και η αίσθηση της αφής, που στον πίθηκο μόλις υπάρχει σε εντελώς στοιχειώδη, εμβρυώδη κατάσταση, αναπτύχθηκε παράλληλα μονάχα με το ανθρώπινο χέρι, χάρη στην εργασία.

Η επίδραση στην εργασία και τη γλώσσα, της ανάπτυξης του εγκεφάλου και των αισθήσεων που εξαρτιούνται από αυτόν, της αυξανόμενης σαφήνειας της συνείδησης, της αφαιρετικής δύναμης και της κρίσης, έδωσε μια νέα ώθηση στην παραπέρα ανάπτυξη και της εργασίας και της γλώσσας. Η παραπέρα αυτή ανάπτυξη δεν τελείωσε τη στιγμή που ο άνθρωπος χωρίστηκε οριστικά από τον πίθηκο, αλλά συνολικά συνέχισε έκτοτε να επιτελεί τεράστιες προόδους, που ποίκιλαν σε βαθμό και κατεύθυνση στους διάφορους λαούς και τις διάφορες εποχές, και που διακόπτονταν εδώ κι εκεί από τοπικές και προσωρινές πισωδρομήσεις. Η παραπέρα αυτή ανάπτυξη επισπεύστηκε έντονα από τη μια και οδηγήθηκε σε πιο καθορισμένες κατευθύνσεις από την άλλη, χάρη σ’ ένα νέο στοιχείο που ήρθε στο προσκήνιο με την εμφάνιση του ολοκληρωτικά αναπτυγμένου ανθρώπου: Την κοινωνία. [...]

Και τι θα βρούμε πάλι σα χαρακτηριστική διαφορά ανάμεσα στο κοπάδι των πιθήκων και την ανθρώπινη κοινωνία; Την εργασία. [...]

Η εργασία αρχίζει με την κατασκευή εργαλείων. Και ποια είναι τα πιο παλιά εργαλεία που συναντούμε –τα πιο αρχαία, αν κρίνουμε από τα αντικείμενα των προϊστορικών ανθρώπων που ανακαλύφθηκαν και από τον τρόπο ζωής των πρώτων ιστορικών λαών, καθώς και των πιο πρωτόγονων από τους σύγχρονους άγριους; Είναι εργαλεία για κυνήγι και ψάρεμα, και τα πρώτα χρησιμεύουν ταυτόχρονα και για όπλα. Αλλά το κυνήγι και το ψάρεμα προϋποθέτουν το πέρασμα από την αποκλειστικά φυτική διατροφή στην ταυτόχρονη χρήση κρέατος. Κι έχουμε πάλι εδώ ένα ουσιαστικό βήμα προς την εξανθρώπιση. Η διατροφή με κρέας περιέχει, σχεδόν εντελώς έτοιμα, τα πιο ουσιώδη υλικά που έχει ανάγκη ο οργανισμός για το μεταβολισμό του. Η δίαιτα αυτή συντόμευε τον απαιτούμενο χρόνο, όχι μόνο για την πέψη, αλλά και για τις άλλες σωματικές λειτουργίες που αντιστοιχούν σε φυτικές λειτουργίες. Έτσι κέρδιζε περισσότερο χρόνο, υλικά και ενέργεια για την ενεργητική εκδήλωση της –με την ακριβή έννοια της λέξης– ζωώδικης ζωής. Και όσο πιο πολύ απομακρυνόταν από το φυτό ο διαμορφωνόμενος άνθρωπος, τόσο πιο πολύ υψωνόταν πάνω από το ζώο. […] Αλλά το πιο ουσιαστικό ήταν η επίδραση της κρεοφαγίας στον εγκέφαλο, που δεχόταν σε πολύ πιο άφθονες ποσότητες από πριν τα στοιχεία που χρειάζονταν για τη διατροφή και την ανάπτυξή του και μπόρεσε έτσι να αναπτυχθεί γρηγορότερα και τελειότερα από γενιά σε γενιά. [...]

Η κρεοφαγία οδήγησε σε δύο νέες προόδους αποφασιστικής σημασίας: Στη χρήση της φωτιάς και στην εξημέρωση των ζώων. Η πρώτη συντόμευσε ακόμα πιο πολύ τη διαδικασία της πέψης, καθώς εφοδίαζε το στόμα με τροφή, ας πούμε, μισοχωνεμένη. Η δεύτερη έκανε πιο άφθονο το κρέας, γιατί πλάι στο κυνήγι άνοιγε μια νέα και πιο κανονική πηγή εφοδιασμού κι ακόμα παρείχε με το γάλα και τα προϊόντα του μια νέα τροφή, που εξαιτίας της σύστασής της ήταν τουλάχιστον εξίσου πολύτιμη με το κρέας. (...)

Με τη συνεργασία του χεριού, των φωνητικών οργάνων και του εγκεφάλου, όχι μόνο σε κάθε άτομο αλλά και σ’ ολόκληρη την κοινωνία, τα ανθρώπινα όντα έγιναν ικανά να εκτελούν όλο και πιο περίπλοκες εργασίες, να θέτουν και να πετυχαίνουν όλο και υψηλότερους σκοπούς. Η ίδια η εργασία γινόταν από γενιά σε γενιά διαφορετική, τελειότερη, περισσότερο ποικίλη. Στο κυνήγι και στην κτηνοτροφία προστέθηκε η γεωργία, σε αυτήν προστέθηκαν το κλώσιμο, η υφαντουργική, η μεταλλουργία, η αγγειοπλαστική, η ναυσιπλοΐα. Η τέχνη και η επιστήμη εμφανίστηκαν, τέλος, πλάι στο εμπόριο και τη βιοτεχνία. Από τη φυλή αναπτύχθηκαν έθνη και κράτη, εμφανίστηκε το Δίκαιο και η πολιτική, και μαζί του η φανταστική αντανάκλαση των ανθρώπινων πραγμάτων στο ανθρώπινο μυαλό: Η θρησκεία. Μπροστά σ’ όλες αυτές τις δημιουργίες που φαίνονταν πριν απ’ όλα σαν προϊόντα του μυαλού και μοιάζανε να δεσπόζουν στις ανθρώπινες κοινωνίες, τα πιο ταπεινά προϊόντα της χειρωνακτικής εργασίας περνούσαν σε δεύτερο πλάνο, κι αυτό τόσο περισσότερο, όσο το πνεύμα που καθόριζε τη διαδικασία της εργασίας ήδη σ’ ένα πρωιμότατο στάδιο της κοινωνικής ανάπτυξης (για παράδειγμα στην πρωτόγονη οικογένεια) είχε τη δυνατότητα να βάζει άλλους να πραγματοποιούν την εργασία που σχεδίαζε. Όλη η τιμή για τη γρήγορη ανάπτυξη του πολιτισμού αποδόθηκε στο πνεύμα, στην ανάπτυξη και στη δραστηριότητα του μυαλού. Οι άνθρωποι συνήθισαν να εξηγούν τη δραστηριότητά τους με τη σκέψη τους αντί να την εξηγούν με τις ανάγκες τους (που αντανακλώνται βέβαια στο μυαλό τους, γίνονται συνείδηση). Έτσι γεννήθηκε με τον καιρό η ιδεαλιστική αντίληψη του κόσμου που κυριάρχησε στα πνεύματα, προπαντός ύστερ’ από την παρακμή της αρχαιότητας. [...]

Όπως σημειώσαμε, τα ζώα μεταβάλλουν με τη δραστηριότητά τους την εξωτερική φύση όπως και ο άνθρωπος, αν και όχι στην ίδια έκταση και, όπως είδαμε, οι αλλαγές που επιφέρουν στο περιβάλλον τους αντεπιδρούν με τη σειρά τους και μεταβάλλουν τους πρόξενούς τους. [...] Αλλά αν τα ζώα ασκούν μια μόνιμη επίδραση στο περιβάλλον τους, αυτό γίνεται χωρίς να το θέλουν και για τα ίδια τα ζώα είναι δυστύχημα. Όσο πιο πολύ απομακρύνονται οι άνθρωποι από τα ζώα, τόσο οι επιπτώσεις τους στη φύση παίρνουν το χαρακτήρα προμελετημένης, σχεδιασμένης δράσης, που αποβλέπει σε καθορισμένους σκοπούς, γνωστούς από τα πριν. Το ζώο καταστρέφει τη βλάστηση μιας περιοχής χωρίς να ξέρει τι κάνει. Ο άνθρωπος την καταστρέφει για να σπείρει δημητριακά στο έδαφος που απελευθερώνει ή για να φυτέψει δέντρα και αμπέλια που ξέρει πως θα του δώσουν πολλές φορές εκείνα που έσπειρε. Ο άνθρωπος μεταφέρει χρήσιμα φυτά και κατοικίδια από τη μια χώρα στην άλλη, και έτσι μεταβάλλει τη χλωρίδα και την πανίδα ολόκληρων ηπείρων. [...]

Φυσικά είναι αυτονόητο ότι δεν έχουμε την πρόθεση να αρνηθούμε στα ζώα τη δυνατότητα να δράσουν σχεδιασμένα, προμελετημένα. Αντίθετα, ένας σχεδιασμένος τρόπος δράσης υπάρχει εμβρυακά παντού όπου υπάρχει και αντιδρά πρωτόπλασμα, ζωντανό λεύκωμα, δηλαδή κάνει καθορισμένες κινήσεις, έστω και εξαιρετικά απλές, σαν αποτέλεσμα καθορισμένων εξωτερικών ερεθισμών. Τέτοιες αντιδράσεις πραγματοποιούνται ακόμα κι εκεί όπου δεν υπάρχει ακόμα κύτταρο, και πολύ λιγότερο, νευρικό κύτταρο. [...] Αλλά το σύνολο της σχεδιασμένης δράσης όλων των ζώων δεν μπόρεσε να βάλει τη σφραγίδα της θέλησής τους πάνω στη Γη. Για να γίνει αυτό, χρειαζόταν ο άνθρωπος.

Συνοπτικά, το ζώο απλώς χρησιμοποιεί την εξωτερική φύση και την μεταβάλλει μόνο με την παρουσία του. Με τις αλλαγές που της δημιουργεί ο άνθρωπος, την κάνει να υπηρετήσει τους σκοπούς του, την εξουσιάζει. Σ’ αυτό βρίσκεται η τελευταία ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και στα υπόλοιπα ζώα, και τη διαφορά αυτή την χρωστά για άλλη μία φορά στην εργασία.»12

Ο Ένγκελς, λοιπόν, βλέπει την εργασία ως την αποφασιστική κινητήρια δύναμη της εξανθρώπισης. Σκιαγραφώντας την επιχειρηματολογία του, έχουμε το εξής σχήμα:

Όρθιο βάδισμα --> ελεύθερα χέρια --> χρήση εργαλείων και παραγωγή (!) εργαλείων --> νέες πηγές τροφής --> ανάπτυξη του εγκεφάλου --> ανάπτυξη της γλώσσας --> ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνίας --> αλλαγή της φύσης βάσει σχεδίου.

Απέναντι στους ισχυρισμούς του Ένγκελς υπήρξαν μια σειρά από αντεπιχειρήματα. Την πιο εκτενή κριτική στον ορισμό του Ένγκελς για την εργασία έγραψε ο εξελικτικός βιολόγος από το Μόναχο, Γιόζεφ Ράιχολφ (Josef H. Reichholf), σε ένα άρθρο του με τίτλο: «Ο Δαρβίνος, ο Ένγκελς και ο ρόλος της εργασίας στη βιολογική και πολιτισμική εξέλιξη του ανθρώπου». Αυτό το άρθρο βρίσκεται σε μια ανθολογία που εκδόθηκε από τον Γιόχεν Έλερ (Jochen Oehler) υπό τον τίτλο Ο άνθρωπος – Εξέλιξη, φύση και πολιτισμός. Συμβολή στη σημερινή μας εικόνα για τον άνθρωπο και δημοσιεύτηκε το 2010 από τις εκδόσεις Springer. Αυτή η κριτική αποτελεί απόδειξη για το γεγονός ότι η επιχειρηματολογία του Ένγκελς παρερμηνεύεται και διαστρεβλώνεται (συνειδητά;). Είναι σκόπιμο να παρουσιαστούν τα σημαντικότερα σημεία κριτικής του Ράιχολφ, τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά και για τους άλλους.

«Η εργασία δεν αποτελεί, ωστόσο, ιδιαιτερότητα μόνο του ανθρώπου. Για τις μέλισσες, τα μυρμήγκια και τους τερμίτες, η ζωή τους είναι πρακτικά μόνο εργασία. Οι εργάτριες μέλισσες [οι οποίες αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος των διευρυμένων οικογενειών των μελισσών] σχηματίζουν τη δική τους κάστα, από την εργασία της οποίας εξαρτώνται οι πολύπλοκες αποικίες αυτών των ευκοινωνικών (eusozial13) εντόμων. Η αναπαραγωγική δυνατότητα, όμως, αυτής της κάστας παραμένει περιορισμένη.14 Όσον αφορά τα μυρμήγκια, τα οποία –όπως και οι μέλισσες– ανήκουν στα υμενόπτερα, υπάρχουν, ιδιαίτερα σε κάποια είδη τους, εξειδικευμένες κάστες όπως οι στρατιώτες και τα “μυρμήγκια-συλλέκτες”, τα οποία πρέπει να ταΐζονται από κανονικές εργάτριες, αφού δεν μπορούν πλέον να τρώνε μόνα τους. Ακόμα και η επιφανειακή παρατήρηση της ζωής των αποικιών των μελισσών και των μυρμηγκιών δίνει την εικόνα μιας εξαιρετικής “εργατικότητας”. Έτσι, έχουν προκύψει ιδιωματισμοί όπως “εργατικός σα μέλισσα” και “φιλόπονος” (emsig15) που έχουν πλέον εισαχθεί στην καθημερινή γλώσσα. Η γλώσσα εκφράζει με έμμεσο τρόπο την αίσθηση ότι η εργασία είναι μια δραστηριότητα του ατόμου, η οποία δε διεξάγεται γι’ αυτό το ίδιο το άτομο, αλλά για μια κοινότητα. Οι φωλιές των μελισσών, των σφηκών, των μυρμηγκιών και των τερμιτών αποτελούν συλλογικά έργα ολόκληρης της κοινότητας, τα οποία έχουν εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια σε σχέση με το μέσο προσδόκιμο ζωής αυτών των εντόμων. Ορισμένοι λόφοι μυρμηγκιών και τερμιτών κατοικούνται για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ’ ό,τι κατοικούνται διάφορα κτίσματα από ανθρώπους –αν κάποιος πάρει ως μέτρο σύγκρισης την κλασική διάρκεια μίας γενιάς ή το προσδόκιμο ζωής σε καθένα από αυτά τα είδη. [...]

Τους ανθρώπους και τα μυρμήγκια, τους χωρίζει “ο μισός κόσμος του βασιλείου των ζώων”. Οι πιο κοντινοί μας προγονικοί συγγενείς, οι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι, δεν εργάζονται. Στα θηλαστικά δεν υπάρχουν κάστες εργατών που να μπορούν να συγκριθούν με τις αντίστοιχες κάστες στα μυρμήγκια και στις μέλισσες. Αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα σπονδυλωτά είναι ανύπαρκτη μια τέτοια δομή που να έχει χαρακτηριστικά κράτους. Τείνουμε να θεωρούμε τις μέλισσες και τα μυρμήγκια (χημικά) τηλεκατευθυνόμενες αυτόματες μηχανές, που προσανατολίζονται σύμφωνα με καθορισμένα σήματα. Η εργασία όμως σημαίνει γι’ αυτά τα είδη τον αποκλεισμό από την αναπαραγωγή. Παρ’ όλ’ αυτά, μέσα απ’ την παρατήρηση τέτοιων σύνθετων “ακραίων” φαινομένων, μπορούμε να αντλήσουμε διαφωτιστικά στοιχεία για τους ανθρώπους: Πρώτον, ότι η εντατικότητα της εργασίας συνδέεται αρνητικά με την αναπαραγωγή· δεύτερον, ότι η εργασία απαιτεί ενέργεια· τρίτον, ότι την εργασία την βρίσκουμε μόνο σε κοινότητες ζωντανών οργανισμών οι οποίοι αναπτύσσουν περισσότερο ή λιγότερο έντονη συνεργασία μεταξύ τους και, τέταρτον, ότι η εργασία πάντα εκτελείται με “ρυθμισμένο” τρόπο. Το να φέρει αποτέλεσμα η εργασία, προϋποθέτει μια αντίστοιχα ιεραρχικά δομημένη συνεργατικότητα. Πέμπτον, η εργασία έχει και στα ζώα συνήθως χαρακτηριστικά εξαναγκασμού. [...]

Ακόμα ένα συμπέρασμα που μπορούμε να αντλήσουμε: Ομάδες ανθρώπων που ζούσαν σαν κυνηγοί και συλλέκτες δεν εκτελούσαν καμία εργασία. Εξασφάλιζαν τα εφόδιά τους μέσα από τη γεωργία για ιδία κατανάλωση, δεν περιόριζαν την αναπαραγωγή τους λόγω της πρόσθετης εργασίας και γι’ αυτό δε σπαταλούσαν την ενέργειά τους. Συνεργάζονταν μεν μεταξύ τους μέσα στις ομάδες τους, χωρίς όμως καταναγκασμό. Καμιά “εργατική τάξη” δε δημιουργήθηκε μέσα στις κοινότητες των κυνηγών και των συλλεκτών (Binford 1984, Eibl-Eibesfeldt 1984). Συνεπώς, η στενή σύνδεση της εργασίας με το ανθρώπινο χέρι και την εξέλιξη του ανθρώπου, στην οποία πίστευε ο Ένγκελς, δεν ισχύει φυσικά. [...]

Ο Ένγκελς κατανοούσε την έννοια της εργασίας τόσο πλατιά, που περιλάμβανε σε αυτήν τους προϊστορικούς χειροπελέκεις, τα πέτρινα μαχαίρια και τα κυνηγετικά όπλα, δηλαδή κάθε είδους κατασκευή εξοπλισμού. Αν κανείς θέλει να κατανοήσει την εργασία με αυτόν τον τρόπο, τότε αυτή –μαζί με τη μετέπειτα σημασία της– καταντά μια εντελώς αυθαίρετη έννοια. Γιατί ακόμα και οι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι φτιάχνουν με επιδέξια χέρια φωλιές για να κοιμούνται, ρίχνουν πέτρες, αμύνονται με ρόπαλα ή κατασκευάζουν εξαιρετικό εξοπλισμό, με τον οποίο “ψαρεύουν” τερμίτες από τα δέντρα τους. Η εξαιρετική επιδεξιότητα που επιδεικνύουν κάποια πουλιά στο χτίσιμο των φωλιών τους, οι οποίες είναι τόσο περίπλοκες που δεν μπορεί να τις μιμηθεί ανθρώπινο χέρι, θα ενέπιπταν και αυτές στην έννοια της εργασίας του Ένγκελς. Και έτσι η μοναδικότητα της ανθρώπινης εργασίας αναπόφευκτα θα εξαφανιζόταν και η συλλογιστική αλυσίδα του Ένγκελς θα έχανε τη συνοχή της. Επομένως, είναι σίγουρο ότι δεν πρέπει να κατατάσσουμε στην εργασία όλες τις δραστηριότητες που υπηρετούν τη διασφάλιση της ζωής και την επιβίωση. Αλλιώς, κάθε πτυχή της ζωής που υπηρετεί την αυτοσυντήρηση και την αναπαραγωγή θα ονομαζόταν πάντα για όλους τους ζωντανούς οργανισμούς εργασία. Αντίθετα, στην περιορισμένη και επακριβώς κατανοημένη μορφή της, η εργασία εμφανίζεται για πρώτη φορά στους ανθρώπους μόνο όταν αυτοί αποκτήσουν μόνιμη εγκατάσταση. Και από αυτήν την άποψη, η ανθρώπινη εργασία ταιριάζει πραγματικά αρκετά με τη δραστηριότητα των εργατριών των ευκοινωνικών εντόμων, αφού συνδέεται με την προσφορά υπηρεσιών για μια ευρύτερη, ιεραρχικά δομημένη ομάδα, η οποία απαιτεί επιπλέον ενέργεια. Από την αρχή, λοιπόν, η εργασία στους ανθρώπους έχει και χαρακτηριστικά εξαναγκασμού, χαρακτηριστικά της καταναγκαστικής εργασίας “για άλλους”. [...]

Αναμφίβολα, οι ομάδες των πιο κοντινών πρωτευόντων16 συγγενών μας είναι καλά δομημένες και τα μέλη τους φαίνονται να εκτίθενται στους πιο διαφορετικούς καταναγκασμούς. Η ανάπτυξη, λοιπόν, μιας πολύπλοκης κοινωνικής δομής δε στρώνει αναπόφευκτα το δρόμο προς την εργασία και τη δημιουργία μιας “κάστας/τάξης εργατών”. H άσκηση κοινών καθηκόντων όπως η άμυνα από τους εχθρούς ή το κυνήγι για λεία δεν επαρκούν ως προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας κοινωνίας η οποία βασίζεται στον καταμερισμό της εργασίας, τουλάχιστον όχι στα πρωτεύοντα. Η ιδιαιτερότητα των ευκοινωνικών εντόμων, τα οποία βασίζονται στον καταμερισμό της εργασίας και είναι οργανωμένα σε ‘‘τάξεις’’, βρίσκεται στον τρόπο της αναπαραγωγής τους και στις συγγενικές σχέσεις που απορρέουν από αυτόν. Έτσι, οι εργάτριες έχουν πιο στενή συγγένεια με τις επόμενες κόρες της μητέρας τους, της βασίλισσας, απ’ ό,τι θα είχαν με τα δικά τους παιδιά. Συνεπώς, από κοινωνιοβιολογική άποψη, αυτές θα έπρεπε να επενδύσουν περισσότερο στις επόμενες γενιές αδελφών παρά στους δικούς τους απογόνους. Έτσι, η υψωμένη σε ‘‘φιλόπονη εργασία’’ δραστηριότητά τους θα μπορούσε να κατανοηθεί και να αιτιολογηθεί μέσα από τις ασυνήθιστες συγγενικές σχέσεις. Στους ανθρώπους και τα άλλα θηλαστικά, μόνο οι θείες προσεγγίζουν αυτό το σύστημα, αν και από γενετική άποψη αυτό ισχύει μόνο σε πολύ μικρότερη έκταση. Κατά συνέπεια, το μοντέλο των ευκοινωνικών εντόμων δεν είναι κατάλληλο για να εξάγουμε την καταγωγή και τη σημασία της ανθρώπινης εργασίας. Στους ανθρώπους, γενικά δεν υπάρχει συγγένεια των εργατών με εκείνους για τους οποίους δουλεύουν. Σε κάθε παραδοσιακή ομάδα κυνηγών και συλλεκτών θα υπήρχε, αντίθετα, από γενετική άποψη πολύ μεγαλύτερη δικαιολόγηση για εργασία απ’ ό,τι σε μόνιμα εγκατεστημένες (μεγάλες) κοινωνίες. [...]

Όμως, δεν ήταν η εξέλιξη του χεριού αυτή που μας διακρίνει. Μακράν η μεγαλύτερη και πιο σημαντική διαφορά βρίσκεται στα πόδια, ιδιαίτερα στην εκπαίδευση των πελμάτων. Αυτά είναι που χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους ως δρομείς. Το όρθιο και στα δύο πόδια βάδισμα ήταν αυτό που άνοιξε το δρόμο στο ανθρώπινο είδος. Αυτό το βάδισμα είναι μοναδικό ανάμεσα σε όλα τα θηλαστικά. Μας χαρακτηρίζει ως δρομείς και όχι απλά ως βαδίζοντες στα δύο πόδια. [...]

Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, η ανάγκη για εργασία δημιουργήθηκε με τη μόνιμη εγκατάσταση των ανθρώπων που μέχρι τότε ζούσαν ως νομάδες. Η εργασία αντισταθμίζει τη μεγάλη μείωση του τρεξίματος και των μεγάλων πεζοποριών. Είναι συνεπώς έκφραση μιας πανάρχαιας φυλογενετικής προσαρμογής στο νομαδικό τρόπο ζωής των ανθρώπων. Η “λαχτάρα για περπάτημα” παραμένει όπως και πριν μέσα μας. Αυτό στο οποίο διαφέρουμε στο μεγαλύτερο βαθμό από τα πιο κοντινά συγγενικά μας πρωτεύοντα είναι ο τρόπος βαδίσματος. [...]

Από την οπτική γωνία της εξελικτικής βιολογίας, η υπόθεση ότι η εργασία δημιουργείται ως ανάγκη όταν εγκαταλείπεται ο βιολογικά φυσιολογικός νομαδικός τρόπος ζωής, απορρέει από μια λειτουργική αλλαγή στην εξέλιξη. Αρχικά αυτή συνδεόταν με το νομαδικό τρόπο ζωής, ενώ τώρα η διαθέσιμη ενέργεια διατίθεται σε άλλες λειτουργίες.»17

Ας συνοψίσουμε τα σημεία κριτικής του Ράιχολφ:

Πρώτον, δεν υπάρχει ένας ορισμός για την εργασία. Ο ορισμός του Ένγκελς γι’ αυτήν είναι ασαφής. Η εργασία είναι εργασία μόνο αν συνδέεται με κάποια μορφή καταναγκασμού, με την έννοια λοιπόν της μισθωτής εργασίας. Γι’ αυτόν το λόγο, οι κυνηγοί και οι συλλέκτες δεν εργάζονται, γιατί δεν υπάρχει κανένας καταναγκασμός. Για εργασία μπορεί να γίνεται λόγος μόνο μετά από τη μόνιμη εγκατάσταση των ανθρώπων.

Δεύτερον, και άλλα ζώα ασκούν μια μορφή εργασίας, όχι όμως οι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι. Ο Ράιχολφ παίρνει ως παράδειγμα τα έντομα που φτιάχνουν αποικίες. Εκεί, λέει, η εργασία πραγματοποιείται από κοινού, υπάρχει μια ορισμένη ανάγκη για εργασία, υπάρχει ένα κόστος σε ενέργεια και υπάρχει και μια ιεραρχική δομή. Η καθοριστική διαφορά ανάμεσα στα μυρμήγκια και τις μέλισσες από τη μια και στους ανθρώπους από την άλλη έγκειται στο είδος της γενετικής συγγένειας που υπάρχει στο εσωτερικό μιας ομάδας/πληθυσμού.

Τρίτον, αν γινόταν αποδεκτός ο ορισμός του Ένγκελς, τότε θα εργάζονταν και τα ζώα που χρησιμοποιούν εργαλεία. Π.χ. οι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι χρησιμοποιούν εργαλεία για να πιάνουν τερμίτες ή για να σπάνε καρύδια. Έτσι όμως ο ορισμός του Ένγκελς για την εργασία θα έχανε την ιδιαιτερότητα και τη συνοχή του.

Τέταρτο, δεν είναι η εξέλιξη του χεριού (και συνεπώς η χρήση εργαλείων), αλλά η εξέλιξη του όρθιου βαδίσματος και του ποδιού, εκείνο το στοιχείο που αποτελεί την ιδιαιτερότητα του ανθρώπου.

Τι μπορεί να απαντήσει κανείς σ’ αυτές τις κατηγορίες; Ας ξεκινήσουμε από την τέταρτη κατηγορία.

Είναι σωστό ότι η εξέλιξη του ανθρώπου ξεκίνησε με το όρθιο βάδισμα. Το μόνιμα όρθιο βάδισμά μας είναι μοναδικό στο βασίλειο των ζώων, και αυτό είναι που μας έδωσε τη δυνατότητα να διανύουμε μεγάλες αποστάσεις. Μεγάλο μέρος της ιστορίας μας, το έχουμε ζήσει ως νομάδες, εγκαταλείψαμε την αφρικανική ήπειρο πριν περίπου 50.000 χρόνια και κατοικήσαμε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό απαιτούσε φυσικά μια σειρά από βιολογικές προσαρμογές, όχι μόνο στη μορφή του σκελετού μας και των μυών των ποδιών μας, αλλά και στην παραγωγή των ιδρωτοποιών αδένων. Οι άνθρωποι ιδρώνουμε περισσότερο απ’ όλα τα άλλα θηλαστικά και ο ιδρώτας μάς ρίχνει τη θερμοκρασία, κάτι που αποτελεί πλεονέκτημα για τις μεγάλες αποστάσεις που έπρεπε να διανύει ο άνθρωπος. Γι’ αυτό και έχει μειωθεί το πυκνό τρίχωμά μας, καθώς θα ήταν ενοχλητικό με τον ιδρώτα.

Ωστόσο, ο καλύτερος δρομέας ανάμεσά μας δεν έχει κανένα όφελος, αν δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει νέες πηγές τροφής. Στους ανθρώπινους πρόγονούς μας (σε γένη όπως ο Σαχελάνθρωπος, ο Αρδιπίθηκος και ο Αυστραλοπίθηκος), η απελευθέρωση των χεριών κατά το τρέξιμο στο έδαφος έδωσε νέες δυνατότητες για την εκμετάλλευση των βιότοπων και την πρόσληψη τροφής (χρήση εργαλείων, ελεύθερα χέρια για τη μεταφορά της τροφής κλπ.) και συνεπώς ένα πλεονέκτημα κατά τη [φυσική] επιλογή. Αυτό το πλεονέκτημα βελτιστοποιήθηκε κατά την πορεία της εξέλιξης του ανθρώπου με αποτέλεσμα να μπορούμε εδώ και πολύ καιρό να διανύουμε μεγάλες αποστάσεις αποκλειστικά σε όρθια στάση. Μέσα από την απελευθέρωση των χεριών μας καταφέραμε να βελτιστοποιήσουμε τη χρήση εργαλείων, να αξιοποιήσουμε περισσότερες πηγές τροφής, οι οποίες κατέστησαν δυνατή την ανάπτυξη του εγκεφάλου, κάτι που με τη σειρά του οδήγησε στην πολυπλοκότητα της κοινωνικής συμπεριφοράς μας.

Τα αρχαιότερα πέτρινα εργαλεία είναι 2,5 εκατ. χρόνων και αποδίδονται στους πλέον πρώιμους εκπροσώπους του γένους μας Homo. Οι αρχαιότεροι εκπρόσωποι του γένους Homo ανήκουν στα είδη Ηomo rudolfensis και Ηomo habilis και τους ακολούθησαν πιο ανεπτυγμένες μορφές όπως ο Homo ergaster και ο Homo errectus. Εμείς ανήκουμε στο είδος του Ηomo sapiens, του οποίου οι αρχαιότεροι εκπρόσωποι είναι περίπου 500.000 ετών.18 Χαρακτηριστικό για το γένος Homo είναι ότι σε σχέση με άλλα είδη πιθήκων έχει αναπτύξει μια στρατηγική λύση για τη διασφάλιση της τροφής, η οποία συνήθως ερμηνεύεται ως πολιτισμική και πρέπει να διακρίνεται από τη βιολογική. Το όρθιο βάδισμα βελτιστοποιείται στο γένος Homo, τα χέρια έγιναν πιο ελεύθερα και μπόρεσαν να χρησιμοποιηθούν για την αυξανόμενη χρήση εργαλείων. Με αυτόν τον τρόπο έγινε εφικτό να αξιοποιηθούν και άλλες, ακόμα περισσότερες πηγές τροφής, συμπεριλαμβανομένης της κρεατοφαγίας. Η αυξημένη πρόσληψη ενέργειας κατέστησε δυνατή την ανάπτυξη του εγκεφάλου. Ο μεγαλύτερος εγκέφαλος δεν αυξάνει μόνο την εξυπνάδα, αλλά δίνει τη δυνατότητα της πιο γρήγορης αντίδρασης στις μεταβαλλόμενες περιβαλλοντικές συνθήκες. Αυτό βοήθησε το γένος Homo όχι απλά να επιβιώσει, αλλά και να αφήσει πίσω του την Αφρική. Άλλα είδη πιθήκων χρησιμοποιούν κυρίως τα δόντια τους και τη σωματική τους δύναμη για να βρουν νέες πηγές τροφής.

Τώρα λοιπόν μπορεί να τεθεί υπό συζήτηση το τι είναι πιο σημαντικό για τη χρήση εργαλείων: Το όρθιο βάδισμα ή η συνδεόμενη με αυτό απελευθέρωση των χεριών; Στην πραγματικότητα, όμως, το ένα προϋποθέτει το άλλο: Χωρίς το όρθιο βάδισμα δε θα απελευθερώνονταν τα χέρια για τη χρησιμοποίηση εργαλείων. Αλλά και χωρίς ελεύθερα χέρια και χωρίς εργαλεία δε θα μπορούσε να διασφαλιστεί η τροφή και συνεπώς δε θα μεγάλωνε ο εγκέφαλος, δε θα βελτιστοποιούνταν το όρθιο βάδισμα, δε θα ήταν δυνατή η εκμετάλλευση νέων βιότοπων και ακόμα περισσότερο η μόνιμη εγκατάσταση των ανθρώπων.

Η δεύτερη και η τρίτη κατηγορία του Ράιχολφ εναντίον του Ένγκελς αποτελούν τα πιο συνηθισμένα επιχειρήματα: Τα ζώα χρησιμοποιούν εργαλεία ακριβώς όπως και οι άνθρωποι, οπότε η χρήση των εργαλείων είναι αδύνατο να αποδείξει τη μοναδικότητα του ανθρώπου.

Πράγματι, η μελέτη των πρωτευόντων ανέδειξε εκπληκτικές ικανότητες των πιο κοντινών μας συγγενών στο ζωικό βασίλειο. Γνωρίζουμε ότι οι χιμπατζήδες στο αφρικανικό τροπικό δάσος χρησιμοποιούν εργαλεία για να σπάσουν, π.χ., καρύδια. Εδώ συναντάμε ακόμα και «πολιτισμικές» διαφορές: Οι χιμπατζήδες στην Ακτή Ελεφαντοστού χρησιμοποιούν κλαδιά για να σπάνε τα καρύδια, ενώ στην Τανζανία πέτρες. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Στους ανθρωπόμορφους πιθήκους, όπως στο θηλυκό γορίλα «Koko» και στο αρσενικό μπονόμπο «Kanzi», κατέστη εφικτό να διδαχτούν και να μάθουν τη νοηματική γλώσσα. Ο τελευταίος μάλιστα έμαθε να χειρίζεται τη φωτιά και να ψήνει ζαχαρωτά στην υπαίθρια φωτιά (το αν αυτό είναι η καλύτερη τροφή για ένα μπονόμπο, είναι άλλο ερώτημα). Μια μελέτη των Isabelle Laumer και Alice Auersperg για λογαριασμό του Πανεπιστημίου της Βιέννης, του Πανεπιστημίου του Αγ. Ανδρέα και του Κτηνιατρικού Πανεπιστημίου της Βιέννης, έφερε ακόμα περισσότερα στο φως για τους ουρακοτάγκους. Απ’ ό,τι φάνηκε, οι ουρακοτάγκοι είναι σε θέση να «κατασκευάζουν» εργαλεία.19 Μια γερμανόφωνη περίληψη αυτής της έρευνας αναφέρει τα εξής:

«Βάλαμε τους ουρακοτάγκους μπροστά από ένα ίσιο κομμάτι σύρματος και έναν κάθετο διάφανο σωλήνα, ο οποίος είχε μέσα ένα καλαθάκι με χερούλι, γεμάτο με την αγαπημένη τους τροφή. Σε μια δεύτερη δοκιμασία, δώσαμε στα ζώα ένα κομμάτι σύρμα λυγισμένο κατά 90 μοίρες και έναν οριζόντιο σωλήνα, ο οποίος στη μέση είχε ένα έπαθλο γι’ αυτά», εξηγεί η Isabelle Laumer η οποία διεξήγαγε την έρευνα στο ζωολογικό κήπο της Λειψίας. «Στην πρώτη περίπτωση, για να μπορέσουν να φτάσουν το περιεχόμενο του καλαθιού, έπρεπε να τους έρθει η ιδέα να λυγίσουν την άκρη του σύρματος σχηματίζοντας ένα γάντζο, με αυτόν να πιάσουν το χερούλι και να τραβήξουν το καλάθι. Στη δεύτερη περίπτωση το έπαθλο βρισκόταν στη μέση ενός οριζόντιου σωλήνα. Για να μπορέσουν να φτάσουν την τροφή, τα ζώα έπρεπε να ισιώσουν ένα σύρμα που ήταν λυγισμένο κατά 90 μοίρες. Μόνο έτσι μπορούσαν να σπρώξουν την τροφή έξω από το σωλήνα.»

Οι πίθηκοι πέρασαν αυτές τις δοκιμασίες, και μάλιστα δύο ουρακοτάγκοι το κατάφεραν μέσα σε μόλις 10 λεπτά. Αντίθετα, τα παιδιά του ανθρώπινου είδους φαίνεται να έχουν μεγάλο πρόβλημα με τέτοιες εργασίες:

«Το να έρθει στα παιδιά κάτω των οκτώ ετών η ιδέα να φτιάξουν ένα γάντζο από ένα κομμάτι σύρμα για να τραβήξουν ένα καλάθι με χερούλι από έναν κάθετο σωλήνα, είναι κάτι πολύ σπάνιο. Όπως ανακάλυψαν Βρετανοί ερευνητές και ερευνήτριες, η πλειοψηφία των παιδιών καταφέρνουν να επινοήσουν από μόνα τους ένα εργαλείο με γάντζο μόλις στην ηλικία των οκτώ ετών. Όμως μετά από μια σχετική παρουσίαση, παιδιά απ’ όλες τις ηλικιακές ομάδες ήταν σε θέση να φτιάξουν από μόνα τους ένα γάντζο. Παρόλο που είναι προφανές ποιο είδος εργαλείου χρειάζεται σε αυτήν την περίπτωση και η δυνατότητα για την παρασκευή του είναι δεδομένη, φαίνεται να υπάρχει ένα νοητικό εμπόδιο για την εφεύρεσή του.»

Γιατί, λοιπόν, η εφεύρεση ενός εργαλείου με γάντζο είναι τόσο δύσκολη για τα πιο μικρά παιδιά;

«Μετέπειτα έρευνες έδειξαν ότι το πρόβλημα των παιδιών στην επίλυση αυτής της άσκησης δεν οφειλόταν στην παρορμητικότητά τους ή στην προσκόλλησή τους σε μη τροποποιημένα εργαλεία ή στην αδυναμία τους να αλλάξουν μια ήδη ακολουθούμενη στρατηγική. Η άσκηση παρουσιάζει ένα περίπλοκο πρόβλημα, για την επίλυση του οποίου απαιτούνται διάφορα μικρά βήματα χωρίς άμεσα αποτελέσματα, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν πρέπει να χάνεται ο τελικός στόχος», εξηγεί η Isabelle Laumer. «Η επεξεργασία των σύνθετων προβλημάτων πραγματοποιείται σε ορισμένες περιοχές του μέσου προμετωπιαίου φλοιού. Όλως περιέργως, αυτή η περιοχή του εγκεφάλου ωριμάζει στα παιδιά πλήρως αργότερα. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει το γεγονός ότι τα μεγαλύτερα παιδιά λύνουν με επιτυχία την άσκηση.»20

Οι πίθηκοι, λοιπόν, χρησιμοποιούν εργαλεία, μπορούν να διδαχτούν τη νοηματική γλώσσα και την αξιοποίηση της φωτιάς και είναι εμφανώς πιο γρήγοροι σε σχέση με τα παιδιά του ανθρώπινου είδους. Μήπως είναι λοιπόν ξεπερασμένη η θεωρία του Ένγκελς για το ρόλο της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου; Ο Ράιχολφ έχει δίκιο ή άδικο; Μια πιο ακριβής παρατήρηση θα μας έδειχνε, παρ’ όλ’ αυτά, ότι εξακολουθούν να υφίστανται ποιοτικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους και τους άλλους ανθρωποειδείς πιθήκους.

Το ότι οι πίθηκοι (όπως και άλλα ζώα) αξιοποιούν φυσικά αντικείμενα για να αποκτήσουν την τροφή τους, είναι γνωστό. Ωστόσο υπάρχει μία διαφορά ανάμεσα στην κατασκευή και τη χρησιμοποίηση των εργαλείων. Μια μελέτη του Ντίτριχ Στάουτ (Dietrich Stout)21 έθετε το ερώτημα πόσο σημαντική είναι η δημιουργία πέτρινων εργαλείων στην ανάπτυξη του εγκεφάλου και της γλώσσας στον άνθρωπο. Για να προσεγγίσουν αυτό το ζήτημα, οι ερευνητές κατασκεύασαν μόνοι τους χειροπελέκεις, ενώ ταυτόχρονα βρίσκονταν κάτω από ένα σαρωτή εγκεφάλου. Αποδείχτηκε ότι για την κατασκευή του χειροπέλεκυ απαιτείται η εφαρμογή πολλής δουλειάς (πάνω από 300 ώρες ανά χειροπέλεκυ!) και σχετικά υψηλού επιπέδου και μεγάλης διάρκειας μαθησιακή προσπάθεια, στην οποία συμμετέχουν σχετικά πολλές περιοχές του εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που έχει να κάνει με την επεξεργασία της γλώσσας. Αυτό σημαίνει ότι η κατασκευή ενός χειροπέλεκυ αποτελεί ήδη μια σύνθετη διαδικασία και η μεταβίβαση της πληροφορίας για το πώς κατασκευάστηκε αποτελεί μία ακόμα πιο σύνθετη μαθησιακή διαδικασία. Αυτό σημαίνει ότι η κατασκευή ενός χειροπέλεκυ είναι ήδη «πιο περίπλοκη» από το να λυγίσει κανείς ένα σύρμα, ενώ πάνω απ’ όλα αποτελεί μια κοινωνική εργασία (μάθηση και γλώσσα)· περισσότερα γι’ αυτό θα πούμε αργότερα. Πέρα από τη λογική υπόθεση ότι οι ουρακοτάγκοι του ζωολογικού κήπου έχουν κάποια πείρα από τα «ανθρώπινα εργαλεία», π.χ., μέσω της παρατήρησης του τεχνικού και λοιπού προσωπικού του ζωολογικού κήπου, δεν πρέπει να διαφύγει την προσοχή μας ένα ακόμα πιο σημαντικό σημείο: Το σύρμα, ως τέτοιο, αποτελεί ήδη ένα εργαλείο φτιαγμένο από τους ανθρώπους. Ο ουρακοτάγκος έχει, όμως, τη γνώση της επεξεργασίας του μετάλλου; Γνωρίζει την ύπαρξη της επεξεργασίας του μετάλλου; Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τα πρώιμα «εργαλεία με γάντζο» του ανθρώπου ήταν σίγουρα πιο περίπλοκα από το λύγισμα ενός σύρματος από τον ουρακοτάγκο, γιατί ο άνθρωπος είχε ήδη μάθει να χρησιμοποιεί και να επεξεργάζεται τα μέταλλα προς το συμφέρον του.

Οι χιμπατζήδες και άλλα ζώα είναι σίγουρα σε θέση να χρησιμοποιούν εργαλεία και –τουλάχιστον εν μέρει– να τα κατασκευάζουν. Τα χρησιμοποιούν όμως μόνο όταν έχουν άμεση ανάγκη: Βλέπουν, δηλαδή, ένα καρύδι και, από ανάγκη να το φάνε, παίρνουν μια πέτρα και το σπάνε. Αν δε βρίσκεται κάπου εκεί κοντά κάποια πέτρα ή ένα κομμάτι ξύλου (κάτι εξαιρετικά απίθανο στη φύση), τότε ο χιμπατζής δε θα φάει το καρύδι και θα ψάξει για μια πιο εύκολα προσιτή τροφή. Επίσης δε θα του ερχόταν η ιδέα να περπατήσει μακριά μέσα στο δάσος για να ψάξει μια κατάλληλη πέτρα για να σπάσει αυτό το καρύδι. Όταν δει μια πέτρα, δε θα την πάρει μαζί του, ούτε και θα την επεξεργαστεί περαιτέρω, αλλά θα την αφήσει μόλις φάει τα καρύδια. Επομένως, για τα ζώα υπάρχει πάντα άμεση σχέση ανάμεσα στο αντικείμενο και το κίνητρο της δραστηριότητάς τους. Οι νεαροί χιμπατζήδες παρακολουθούν τις μανάδες τους να σπάνε τα καρύδια και τις μιμούνται. Ωστόσο, αυτό συμβαίνει ατομικά και προκύπτει από την ανάγκη να φάνε μόνοι τους τα καρύδια.

Αλλιώς συμβαίνουν τα πράγματα στους ανθρώπους, όπου τα εργαλεία τίθενται σε επεξεργασία, βελτιώνονται κι εξελίσσονται πολύ πιο γρήγορα. Επίσης, αυτή η παραγωγή εργαλείων πραγματοποιείται συλλογικά, διαμεσολαβείται από τη γλώσσα και περνάει από γενιά σε γενιά. Μέσα από τη γλώσσα, οι πληροφορίες δεν καθίστανται απλώς διαθέσιμες για περισσότερα άτομα, αλλά και αναπτύσσονται πολύ πιο γρήγορα. Η παραγωγή εργαλείων αποτελεί λοιπόν μια κοινωνική δραστηριότητα η οποία δεν προέρχεται από την άμεση ανάγκη να χρησιμοποιηθεί ένα συγκεκριμένο εργαλείο εκείνη ακριβώς τη στιγμή της παραγωγής του. Εδώ υπάρχει ένα πλάνο για το μέλλον (το οποίο βασίζεται στη γνώση από το παρελθόν).

Και ακριβώς αυτό είναι που ξεχωρίζει τον άνθρωπο και τον τρόπο με τον οποίο αυτός παράγει εργαλεία. Θα μπορούσαμε να πούμε, ίσως λίγο καθ’ υπερβολή, ότι ένας άνθρωπος έχει ήδη κατά το γεύμα των Χριστουγέννων στο κεφάλι του τι εργαλεία και οικοδομικά υλικά θα πάει να αγοράσει την επόμενη μέρα από το «Hornbach»22 για να φτιάξει στις καλοκαιρινές του διακοπές την εξοχική του κατοικία, παρόλο που κατά τη διάρκεια του γεύματος των Χριστουγέννων η κατασκευή ενός εξοχικού δεν υπάρχει ως άμεση ανάγκη (η άμεση ανάγκη εδώ θα ήταν η απόλαυση του φαγητού και κατά πάσα πιθανότητα η ενδόμυχη επιθυμία να μην κάνουν αυτές τις αιωνίως ίδιες, αχρείαστες και κουραστικές συζητήσεις με τους εκνευριστικούς συγγενείς· να κάτι ακόμα που μας διαφοροποιεί από τα ζώα: Αυτά προτιμούν να αποφεύγουν δυσάρεστες καταστάσεις από το να τις υπομένουν).

Στους ανθρωποειδείς πιθήκους μπορεί κανείς –μέσα σε συγκεκριμένο πλαίσιο– να διδάξει ορισμένα περίπλοκα πράγματα, όπως η νοηματική γλώσσα. Ωστόσο, το καθοριστικό σημείο είναι ότι ο πίθηκος μαθαίνει τη νοηματική μόνο με τη φροντίδα του ανθρώπου. Μέχρι σήμερα δεν έχει ακουστεί να ήρθε στο μυαλό ενός χιμπαντζή, μπονόμπο ή γορίλα σε κάποιο αφρικανικό παρθένο δάσος η ιδέα να κατασκευάσει (αντί απλώς να χρησιμοποιήσει) εργαλεία, πόσο μάλλον να μάθει τη νοηματική γλώσσα ή να αξιοποιεί τη φωτιά.

Εκτός αυτού, στον πίθηκο λείπει η αφαίρεση της ιδέας «εργαλείο» (ή «καρύδι»), η οποία στους ανθρώπους μεταδίδεται μέσω της γλώσσας (παρεμπιπτόντως, οι ανθρωποειδείς πίθηκοι δεν είναι ούτε γενετικά, ούτε ανατομικά σε θέση να μιλήσουν).

Και ακριβώς αυτό είναι που προσδιορίζει την ποιοτική διαφορά ανάμεσα στο «εργαζόμενο ζώο» άνθρωπος και στο μη εργαζόμενο πίθηκο· το ότι ο πρώτος δεν ικανοποιεί μόνο τις άμεσες ανάγκες του, τις ανάγκες που τον προκαλούν την τρέχουσα στιγμή, αλλά κάνει σχέδια για το μέλλον και τα γνωστοποιεί μέσω της γλώσσας. Ακριβώς αυτό αποδεικνύει το πείραμα με τους ουρακοτάγκους και τα παιδιά. Η δοκιμασία να φτιάξουν ένα γάντζο είναι για τα παιδιά εμφανώς πιο δύσκολη απ’ ό,τι για έναν ενήλικα ουρακοτάγκο. Και αυτό όχι γιατί τα παιδιά είναι «πιο χαζά» από τους πιθήκους, αλλά γιατί ουσιαστικά ο ανθρώπινος εγκέφαλος λειτουργεί πολύ πιο περίπλοκα. Τα παιδιά έχουν πάρα πολύ χρόνο για να μάθουν πράγματα που θα τους δώσουν στην ενήλικη ζωή τους τη δυνατότητα να κάνουν πολύ περισσότερα πράγματα (το αν μαθαίνουν αρκετά και αν έχουν αργότερα στη ζωή τους την ευκαιρία να εξαντλήσουν τις δυνατότητές τους, είναι ζητήματα που έχουν να κάνουν με την κοινωνία). Εδώ πρέπει να επαναλάβουμε και να υπογραμμίσουμε ιδιαίτερα ένα συμπέρασμα του ερευνητή των ουρακοτάγκων: «Όμως μετά από μια σχετική παρουσίαση, παιδιά απ’ όλες τις ηλικιακές ομάδες ήταν σε θέση να φτιάξουν από μόνα τους ένα γάντζο. Παρόλο που είναι προφανές ποιο είδος εργαλείου χρειάζεται σε αυτήν την περίπτωση και η δυνατότητα για την παρασκευή του είναι δεδομένη, φαίνεται να υπάρχει ένα νοητικό εμπόδιο για την εφεύρεσή του.»

Αυτό που παρουσιάζεται ως «νοητικό εμπόδιο» στην πραγματικότητα δεν είναι τέτοιο: Αποδεικνύεται ότι, όταν τα παιδιά διδάσκονται από τους ενήλικες πώς να φτιάξουν ένα γάντζο, αυτά το μαθαίνουν. Αυτό αποδεικνύει ακόμα ότι η κατασκευή εργαλείων στους ανθρώπους αποτελεί πάνω απ’ όλα κοινωνική υπόθεση. Δεν προκύπτει από καμία άμεση ανάγκη (όπως να καταναλώσει μία λιχουδιά), αλλά από μια κοινωνική ανάγκη. Δυστυχώς δε γίνεται αναφορά στο αν τα παιδιά έλαβαν κάποιο έπαθλο που ικανοποιεί μια άμεση ανάγκη. Επειδή όμως η ερευνήτρια αναφέρει ότι η δοκιμασία «παρουσιάζει ένα περίπλοκο πρόβλημα, για την επίλυση του οποίου απαιτούνται διάφορα μικρά βήματα χωρίς άμεσα αποτελέσματα κατά τη διάρκεια των οποίων δεν πρέπει να χάνεται ο τελικός στόχος», αυτό προφανώς δε συνέβη.

Το ότι η κατασκευή εργαλείων στους ανθρώπους αποτελεί κοινωνική διαδικασία, στην οποία συμμετέχουν πολλά άτομα και η οποία μεταβιβάζεται μέσω της γλώσσας τόσο εντός κάθε γενιάς όσο και από γενιά σε γενιά, το αποδεικνύει και το έργο A Natural History of Human Thinking (Μία Φυσική Ιστορία της Ανθρώπινης Σκέψης) του Μίχαελ Τομασέλο (Michael Tomasello), το οποίο μελετά την εξέλιξη της σκέψης στους ανθρώπους και στους ανθρωποειδείς πιθήκους.23

Ο συγγραφέας διακρίνει τρία στάδια εξέλιξης της σκέψης: Την ατομική, την κοινή και τη συλλογική σκοπιμότητα. Η σκοπιμότητα περιγράφει τον αυτορυθμιζόμενο, γνωστικό τρόπο αντιμετώπισης των πραγμάτων.

Οι μη ανθρώπινοι ανθρωποειδείς πίθηκοι και γένη όπως ο Αυστραλοπίθηκος διέθεταν μόνο το πρώτο στάδιο, την ατομική σκοπιμότητα. Διέθεταν μόνο μια σχηματική γνωστική αναπαράσταση. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να φανταστούν τι είναι ένα αρπακτικό ζώο και ξέρουν ότι πρέπει να προφυλαχτούν από αυτό. Επίσης είναι σε θέση να αντλήσουν αιτιώδη συμπεράσματα. Αυτό μπορεί, μεταξύ άλλων, να αποδειχτεί μέσα από πειράματα, όπως η απόκρυψη αντικειμένων. Αν κρύψουμε ένα αντικείμενο, ο πίθηκος περιμένει να το ξαναβρεί στη θέση του· αν όμως το αντικαταστήσουμε, τότε δεν περιμένει να ξαναβρεί το πρώτο αντικείμενο στην ίδια θέση. Επίσης είναι σε θέση να παρατηρήσουν τη συμπεριφορά τους, ακόμα και τη συμπεριφορά των άλλων πιθήκων και, αν χρειαστεί, να την μιμηθούν. Αυτό το πρώτο στάδιο ανάπτυξης της σκέψης έχει αποδειχτεί στους μη ανθρώπινους ανθρωποειδείς πιθήκους και στοιχειοθετείται και για γένη με παρόμοιο μέγεθος εγκεφάλου, όπως ο πρόγονος του ανθρώπου Αυστραλοπίθηκος. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Τομασέλο, αυτή η ατομική σκοπιμότητα είναι ατομική και βασίζεται στον ανταγωνισμό. Ναι μεν η ικανότητα για συνεργασία είναι υπαρκτή, ωστόσο αυτή υπηρετεί το ίδιον συμφέρον του ατόμου. Έτσι, οι χιμπαντζήδες συνεργάζονται όταν οι ίδιοι έχουν συμφέρον από αυτό· αν δεν υπάρχει συμφέρον, λήγουν τη συνεργασία.

Στους ανθρώπους όμως η μορφή της συνεργασίας είναι πιο αναπτυγμένη. Στους πρώτους εκπροσώπους του γένους Homo αναπτύχθηκε η κοινή σκοπιμότητα. Υπάρχουν λοιπόν κοινές δραστηριότητες όπως η αναζήτηση τροφής ή η κατασκευή εργαλείων. Επιπλέον, υπάρχουν και κοινοί στόχοι, αν και με ατομικούς ρόλους και προοπτικές. Η επικοινωνία πραγματοποιείται κυρίως με χειρονομίες και με τη γλώσσα του σώματος. Σ’ αυτό το επίπεδο ανάπτυξης, οι συνεργαζόμενοι εξαρτώνται ο ένας από τον άλλο. Η επιβίωση του κάθε ατόμου εξαρτάται από την κρίση του συνεργαζόμενού του γι’ αυτό. Οι συνεργαζόμενοι έχουν συμφέρον να βοηθήσουν τον άλλο να παίξει το ρόλο του στην ομάδα. Οι πληροφορίες πρέπει να μοιράζονται, προκειμένου να επιτυγχάνονται κοινοί στόχοι. Αυτό, για παράδειγμα, φαίνεται στο κυνήγι των ζώων. Για να σκοτώσουν το θήραμα, οι πρώιμοι άνθρωποι έπρεπε να συνεργαστούν μεταξύ τους. Έπρεπε να γνωρίζουν ότι έχουν έναν κοινό στόχο (να σκοτώσουν το θήραμα) και το πώς θα τον πετύχουν (ανταλλαγή πληροφοριών).

Εδώ είναι απαραίτητη και μια μορφή καταμερισμού εργασίας, πρέπει να συντονίσουν τις ενέργειές τους και γι’ αυτό να κερδίσουν ο ένας την προσοχή του άλλου. Αυτή η μορφή συνεργασίας αναπτύχθηκε στο γένος Homo και δεν εμφανίζεται στους μη ανθρώπινους ανθρωποειδείς πιθήκους. Αυτοί οι τελευταίοι δεν μπορούν ούτε αποφάσεις να πάρουν από κοινού, ούτε να σκεφτούν από κοινού.

Η κοινή σκοπιμότητα αναπτύχθηκε τελικά στην ύψιστη μορφή συνεργατικής σκέψης η οποία απαντάται μόνο στους ανθρώπους: Τη συλλογική σκοπιμότητα. Αυτή πραγματοποιείται όχι μόνο ανάμεσα στα διάφορα άτομα, αλλά μέσα σ’ έναν πολιτισμό που προσανατολίζεται στην ομάδα. Εκδηλώνεται με τη σωρευτική μετάδοση γνώσεων και ικανοτήτων από γενιά σε γενιά. Αυτή η μορφή μετάδοσης πληροφοριών εμφανίζει το «φαινόμενο του γραναζιού» (Wagenheber-Effekt)24. Σύμφωνα με αυτό, οι πολιτισμικές προσαρμογές και η ανάπτυξη των γνώσεων λαμβάνουν χώρα από γενιά σε γενιά. Οι άνθρωποι μεταδίδουν σε μεγάλο βαθμό τις τεχνικές πληροφορίες στη γενιά τους και τις μεταβιβάζουν στην επόμενη γενιά. Εδώ υπεισέρχονται και διακρίνονται μεταξύ τους με σαφήνεια και οι χρονικοί προσδιορισμοί, το παρόν, το παρελθόν, το μέλλον. Αυτή η μορφή της σκέψης μεταβιβάζεται μέσα από τη γλώσσα. Έτσι, σε αντίθεση, π.χ., με τα ζώα, η δραστηριότητα και η συνείδηση δεν εξαρτώνται από τη δραστηριότητα αυτή καθαυτή. Ο άνθρωπος μπορεί να πάει για κυνήγι και χωρίς να νιώθει το αίσθημα της πείνας (π.χ. για συσσώρευση προμηθειών) ή μπορεί να ασχοληθεί με τη θεωρία και το σχεδιασμό του κυνηγιού χωρίς να συμμετάσχει ενεργά σε αυτό.

Σχετικά με το παράδειγμα που παραθέτει ο Ράιχολφ με τα μυρμήγκια και τις μέλισσες, θα παραπέμψουμε σε ένα απόσπασμα του Καρλ Μαρξ, το οποίο δείχνει α) ότι ο Ράιχολφ (όπως και πολλοί επικριτές του Μαρξ) δεν κατανόησε το μαρξισμό ή δεν τον γνωρίζει επαρκώς και β) ότι το παράδειγμα με τα μυρμήγκια και τις μέλισσες ήταν ήδη γνωστό στους κλασικούς του μαρξισμού-λενινισμού, αλλά αυτοί κατάφεραν να δουν ότι η διαφορά ανάμεσα στο μυρμήγκι και τον άνθρωπο είναι πολύ πιο μεγάλη απ’ ό,τι ισχυρίζεται ο Ράιχολφ (ο οποίος αναγνωρίζει ως μόνη αξιοσημείωτη διαφορά τη διαφορά της γενετικής συγγένειας σε μια αποικία εντόμων και σε έναν ανθρώπινο πληθυσμό):

«Προϋποθέτουμε την εργασία με μια μορφή που ανήκει αποκλειστικά στον άνθρωπο. Η αράχνη κάνει δουλειές που μοιάζουν με αυτές που κάνει ο υφαντής, και η μέλισσα με το χτίσιμο των κυττάρων της κερήθρας της ντροπιάζει κάμποσους ανθρώπους-αρχιτέκτονες. Αυτό όμως που ξεχωρίζει από τα πριν το χειρότερο αρχιτέκτονα από την καλύτερη μέλισσα είναι ότι έχει κιόλας φτιάξει το κύτταρο στο κεφάλι του, προτού το φτιάξει στο κερί. Στο τέλος του προτσές της εργασίας προκύπτει ένα αποτέλεσμα που υπήρχε κιόλας από την αρχή στην παράσταση του εργάτη, δηλαδή υπήρχε κιόλας ιδεατά.»25

Αυτή η ικανότητα αφαίρεσης είναι που ξεχωρίζει την ανθρώπινη εργασία από την εργασία μιας οποιασδήποτε μέλισσας και από τη χρησιμοποίηση εργαλείων ενός οποιουδήποτε χιμπαντζή. Με αυτό ως δεδομένο, αναιρείται και το πρώτο σημείο της κριτικής του Ράιχολφ για τον ορισμό της εργασίας. Δεν είναι ο ορισμός του Ένγκελς για την εργασία αυτός ο οποίος είναι ασαφής, αλλά αυτός του Ράιχολφ, σύμφωνα με τον οποίο η εργασία ανάγεται στον εξαναγκασμό και έτσι εξισώνεται με την εργασία του μισθωτού εργαζόμενου ή του δούλου. Με αυτόν τον τρόπο, ο Ράιχολφ περιορίζει την εργασία σε μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση, χωρίς να καταλαβαίνει ότι οι Μαρξ και Ένγκελς με τον όρο εργασία αντιλαμβάνονται κάτι εντελώς διαφορετικό.

Η εργασία αποτελεί τη σκόπιμη, συνειδητή δραστηριότητα του ανθρώπου, μέσω της οποίας ιδιοποιείται –με τη βοήθεια των μέσων εργασίας– τα φυσικά αντικείμενα, τα μεταβάλλει και τα καθιστά χρήσιμα για τους δικούς του σκοπούς. Η εργασία είναι κοινωνική δραστηριότητα και έτσι αποσαφηνίζεται η συγκεκριμένη διαφορά της σε σχέση με τη χρήση εργαλείων από ζώα ή από τα έντομα που σχηματίζουν αποικίες. Συνεπώς, η βασική επιχειρηματολογία του Ένγκελς διατηρεί ακόμα την ισχύ της.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 8 του 2020 του γερμανικού μαρξιστικού περιοδικού Offensiv. Αναδημοσιεύεται μεταφρασμένο από την Ιωάννα Μιχαλάκη.

  1. Σ.τ.Μ.: Τα αποσπάσματα και οι αναφορές στο έργο του Ένγκελς Η διαλεκτική της φύσης στο παρόν κείμενο αντιστοιχούν στην ελληνική έκδοση του έργου από τη Σύγχρονη Εποχή.
  2. Φρίντριχ Ένγκελς, Η διαλεκτική της φύσης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2001, σελ. 5-6.
  3. N. G. Tschernyschewski, Ausgewählte Werke, τόμ. 1, ρωσική έκδοση, σελ. 232.
  4. Σ.τ.Μ.: Paul Watzlawick (1921-2007), Gerhard Roth (γεν. 1942), Humberto Maturana (1928-2021).
  5. Fromm E. & Wrona V. (1978): Irrationalismus - Element der geistigen Krise des Imperialismus, in Einheit 2-78.
  6. Boghossian P. (2015): Angst vor der Wahrheit. Ein Plädoyer gegen Relativismus und Konstruktivismus. Suhrkamp Taschenbuch Wissenschaft. Kopp H. & Seppmann W. (2002, Hrsg.): Gescheiterte Moderne. Neue Impulse Verlag. Sokal A. & Bricmont J. (1998): Eleganter Unsinn, wie die Denker der Postmoderne die Wissenschaft missbrauchen. C. H. Beck Verlag.
  7. Σ.τ.Μ.: Στην ελληνική έκδοση της Διαλεκτικής της φύσης, υπάρχει η εξής υποσημείωση: «Τον καιρό του Ένγκελς ίσχυε ακόμα η υπόθεση του αιθέρα, δηλαδή η θεωρία για ένα λεπτεπίλεπτο αβαρές ρευστό, που γεμίζει το συμπαντικό χώρο και χρησιμεύει σα φορέας των ηλεκτρομαγνητικών φαινομένων. Την υπόθεση αυτήν, την απέρριψε στα 1905 η ειδική θεωρία της σχετικότητας.»
  8. Φρίντριχ Ένγκελς, Η διαλεκτική της φύσης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2001, σελ. 51-52.
  9. Φρίντριχ Ένγκελς, Η διαλεκτική της φύσης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2001, σελ. 1.
  10. Σ.τ.Μ.: Ο όρος mainstream χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια της επικρατούσας, ευρέως διαδεδομένης επιστήμης.
  11. Σ.τ.Μ.: Στην ελληνική έκδοση της Διαλεκτικής της φύσης, υπάρχει η εξής υποσημείωση: «Σ’ όλο αυτό το απόσπασμα ο Ένγκελς μιλά σε λαμαρκική γλώσσα, μοιάζοντας να παραδέχεται τη μεταβίβαση των επίκτητων ιδιοτήτων.»
  12. Φρίντριχ Ένγκελς, Η διαλεκτική της φύσης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2001, σελ. 149-159.
  13. Σ.τ.Μ.: Με αυτόν τον όρο χαρακτηρίζονται τα ζώα τα οποία παρουσιάζουν τον ύψιστο βαθμό «κοινωνικής» οργάνωσης.
  14. Σ.τ.Μ.: Η ζωή των μελισσών είναι οργανωμένη σε μεγάλες οικογένειες μέσα σε κάθε κυψέλη, στις οποίες παρουσιάζεται σαφής και ιεραρχημένος καταμερισμός ρόλων. Ο κύριος όγκος κάθε οικογένειας αποτελείται από τις εργάτριες μέλισσες, που είναι και η μοναδική κατηγορία μελισσών που εργάζεται, ενώ οι περισσότερες από αυτές είναι στείρες. Ο πολλαπλασιασμός μιας οικογένειας μελισσών εξαρτάται από τη «βασίλισσα» και τους κηφήνες, οι οποίοι έχουν αποκλειστικά αυτήν την αποστολή.
  15. Σ.τ.Μ.: Η γερμανική λέξη emsig θεωρείται ότι κατά πάσα πιθανότητα έχει προκύψει από τη γερμανική λέξη Ameise που σημαίνει μυρμήγκι.
  16. Σ.τ.Μ.: Πρωτεύον ονομάζεται κάθε μέλος της βιολογικής τάξης «πρωτεύοντα» (Primates). Πρόκειται για την ομάδα που περιλαμβάνει τους προσιμιίδες (στους οποίους συγκαταλέγονται οι λεμούριοι, οι λόρις, οι γαλάγοι και οι τάρσιοι) και τους σιμιίδες (μαϊμούδες και πίθηκοι).
  17. Reichholf J. (2010): «Darwin, Engels und die Rolle der Arbeit in der biologischen und kulturellen Evolution des Menschen». Στο: Oehler J. (2010): Der Mensch –Evolution, Natur und Kultur; Beiträge zu unserem heutigen Menschenbild. Heidelberg: Springer, σελ. 131-137.
  18. Μια εξαιρετική παρουσίαση της ανάπτυξης του ανθρώπου θα βρούμε στο βιβλίο: Schrenk F., Die Frühzeit des Menschen. Der Weg zum Homo sapiens. München, 2019, C. H. Beck, 6. Auflag.
  19. Laumer I. B., Call J., Bugnyar T. et al. Spontaneous innovation of hook-bending and unbending in orangutans (Pongo abelii). Sci Rep 8, 16518 (2018). https://doi.org/10.1038/s41598-018-34607-0
  20. Universität Wien: Den Haken neu erfinden, https://medienportal.univie.ac.at/presse/aktuellepressemeldungen/detailansicht/artikel/den-haken-neu-erfinden/
  21. Stout D. (2016): Wie macht man einen Faustkeil? Spektrum Magazin, https://www.spektrum.de/magazin/wie-macht-man-einen-faustkeil-hirnentwicklung-in-der-steinzeit-durch-steinhandwerk/1417451
  22. Σ.τ.Μ.: Το Hornbach είναι μια γερμανική αλυσίδα καταστημάτων με προϊόντα για το σπίτι κι εργαλεία.
  23. Tomasello M. (2014): Eine Naturgeschichte des menschlichen Denkens, Berlin: Suhrkamp.
  24. Σ.τ.Μ.: Τον όρο αυτόν, τον εισήγαγε ο Μ. Τομασέλο στη μελέτη της κοινωνικο-πολιτισμικής εξέλιξης το 1993.
  25. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμ. 1, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1978, σελ. 191.