Η δουλειά με το Πρόγραμμά μας δεν αφορά απλά την κατάληξη. Δηλαδή να καταλήγουμε με μια αναφορά, μικρή ή μεγάλη, στην άλλη κοινωνία, το σοσιαλισμό. Αλλά χτίζουμε την κριτική μας, τα επιχειρήματά μας με βάση τη στρατηγική μας, τη σχέση οικονομίας - παιδείας, διαμορφώνουμε επίσης πλαίσιο αιτημάτων που έρχεται σε ρήξη σήμερα με την κυρίαρχη πολιτική, φωτίζοντας το δρόμο ικανοποίησης των σύγχρονων αναγκών.
Άρα δε θέλουμε να μείνουμε σε μία κριτική «στα σημεία», ούτε να μείνουμε στη συζήτηση μόνο γύρω από το ΕθΑπ.
Θέλουμε να αναδειχτούμε σε ευρύτερες μάζες μαθητών, γονιών και εκπαιδευτικών ως εκείνοι που γνωρίζουν τα «τι» και τα «πώς» των αλλαγών, να κατοχυρωθούμε ακόμα περισσότερο ως φορέας που οργανώνει τους αγώνες, τις διεκδικήσεις. Που δίνει διέξοδο σε αυτές.
Γράφουμε στο κείμενο του Τμήματος Παιδείας στην ΚΟΜΕΠ (τεύχ. 3/2020) για την ολόπλευρη στήριξη της παρέμβασής μας στα σχολεία, στο κεφάλαιο «Τι σημαίνει δουλειά με το Πρόγραμμα του Κόμματος;»:
«...τα τελευταία χρόνια, με αφορμή τις αλλαγές στο Λύκειο και στον τρόπο πρόσβασης, ανοίγει η συζήτηση για μια πληθώρα ζητημάτων που θέτουν επιθετικά οι αστικές κυβερνήσεις προκειμένου να προωθήσουν την πολιτική τους. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουμε:
Τα επιχειρήματα ότι οι μαθητές εισάγονται σε τμήματα που δεν επιθυμούν, ότι δεν μπορεί μια στιγμή (Πανελλαδικές Εξετάσεις) να καθορίζει το μέλλον των νέων, ότι δεν μπορούν να εισάγονται στα πανεπιστήμια με πολύ χαμηλούς βαθμούς κ.ά. Η απάντηση στα ζητήματα αυτά θέτει επί τάπητος το ρόλο του σχολείου και πιο ειδικά του Λυκείου στο πλαίσιο του ελληνικού καπιταλισμού. Χρειάζεται, για παράδειγμα, να αναδεικνύουμε τα αδιέξοδα ενός σχολείου που, ακριβώς επειδή ολοένα και περισσότερο μετατρέπεται σε φροντιστήριο, απαξιώνεται στη συνείδηση των μαθητών. Ταυτόχρονα αποστεώνεται έτσι και η όποια μορφωτική, γνωστική, διαπαιδαγωγητική λειτουργία του. Φυσικά, αυτά δε συμβαίνουν σε ένα πολιτικό και κοινωνικό κενό.
Ο καπιταλισμός είναι μια κοινωνία που συνεχώς δημιουργεί νέα αδιέξοδα στη νεολαία, ζει και αναπνέει από τον ανταγωνισμό. Και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους μαθητές έχει τη βάση της αναζήτησης μιας “θέσης στον ήλιο”, σε συνθήκες φυσικά που το δικαίωμα στην εργασία και στις αναβαθμισμένες σπουδές βάλλεται συνεχώς. Συν τοις άλλοις, ακριβώς λόγω του ανταγωνισμού για τα κέρδη και της απουσίας σχεδιασμού σε επίπεδο κοινωνίας, η εργατική δύναμη περισσεύει, δεν αναπτύσσεται σχεδιασμένα, πετιέται στα ράφια της ανεργίας ή πουλιέται ακόμη πιο φθηνά.
Οι πλευρές αυτές είναι αναγκαίο να τίθενται, σε συνδυασμό με τις κατά καιρούς προτάσεις του ΚΚΕ για την πρόσβαση (όπως κατοχύρωση βαθμολογίας κ.ά.), για τις αλλαγές στο Λύκειο, γιατί φωτίζουν καλύτερα την ουσία της διεξόδου που απευθύνουμε εμείς στους εργαζόμενους, στη νεολαία. Δεν είναι δηλαδή μια σειρά τεχνικές προτάσεις. Γιατί, πράγματι, και στο σοσιαλισμό υφίσταται η ανάγκη για επιλογή από την πλευρά της κοινωνίας αυτών που θα προετοιμαστούν μέσα από πανεπιστημιακές σπουδές ώστε να υπηρετήσουν τις διευρυνόμενες κοινωνικές ανάγκες. Όμως η επιλογή στο σοσιαλισμό έρχεται ως επιστέγασμα μιας ολόκληρης κοινωνικής διαδικασίας, όπου επαναστατικά παίρνονται μέτρα για άμεση αντιμετώπιση των ανισότιμων όρων πρόσβασης στη γνώση. Τα μέτρα αυτά είναι οικονομικά, κοινωνικά και προφανώς εκπαιδευτικά. Υλοποιούνται συγκεκριμένα μέσα από την εκπαιδευτική πολιτική του εργατικού κράτους, την οικοδόμηση του ενιαίου δωδεκάχρονου σχολείου σύγχρονης γενικής παιδείας, των δομών προσχολικής αγωγής.»
Στην πρόταση του ΚΚΕ για το Πανεπιστήμιο των σύγχρονων αναγκών και δυνατοτήτων της εποχής μας τοποθετούμαστε ως εξής:
«Στο σοσιαλισµό, ο χρόνος εργασίας αποτελεί µέτρο της ατοµικής συνεισφοράς στην κοινωνική εργασία για την παραγωγή του συνολικού προϊόντος. Έτσι, διαµορφώνονται όροι για να µην επιλέγονται οι σπουδές µε εισοδηματικά κριτήρια. Αντίθετα, η επιλογή σπουδών θα γίνεται με συνδυασμένα κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις προτιμήσεις και τις ικανότητες των νέων, όσο και τις ανάγκες της σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Βέβαια ο προσανατολισµός θα υποβοηθάται από τον Κεντρικό Σχεδιασµό, από την εξειδίκευση µέσω του επαγγελµατικού προσανατολισµού από σύστηµα ουσιαστικής βοήθειας και αξιολόγησης στο σύνολο της σχολικής διαδικασίας, συνολικά από το χαρακτήρα, το περιεχόμενο, τις υποδομές και τη λειτουργία του ενιαίου δωδεκάχρονου σχολείου σύγχρονης γενικής παιδείας.
Η διαμόρφωση προϋποθέσεων ώστε να επιτυγχάνεται η αποσύνδεση της πανεπιστηµιακής εκπαίδευσης από τη χρηµατική, εισοδηµατική διαφοροποίηση θα επιφέρει, σε µεγάλο βαθµό, την αποσυµφόρηση της μεγάλης συγκέντρωσης της ζήτησης για πανεπιστημιακές σπουδές σε κάποια συγκεκριμένα αντικείµενα, που σήμερα φαντάζουν στα μάτια πολλών ως διέξοδος.
Δηλαδή, από τη στιγμή που οι νέοι και οι νέες και οι οικογένειές τους δεν επωμίζονται κόστος σε καμία φάση της εκπαιδευτικής διαδρομής, ούτε και χρειάζεται να εναποθέτουν τις ελπίδες τους για να “ξελασπώσουν” από τη ζοφερή οικονομική κατάσταση που βιώνουν στα μελλοντικά μισθολογικά οφέλη από την επαγγελματική καταξίωση του παιδιού που σπουδάζει, η ατομική εκπαιδευτική διαδρομή δεν προσεγγίζεται με όρους “απόσβεσης” του κόστους των σπουδών.
Στο ζήτημα της πρόσβασης στα πανεπιστήμια “συναντιέται” όλη η πορεία της εκπαιδευτικής διαδρομής πριν τα ΑΕΙ. Δηλαδή το συνολικό περιεχόμενο του σχολείου, τα μέτρα στήριξης της εργατικής εξουσίας προς τη νεολαία. Τα παραπάνω συνδέονται με τον προσανατολισμό των πανεπιστημίων που εντάσσονται στον κεντρικό σχεδιασμό.
Από την άποψη των εκπαιδευτικών παιδαγωγικών προϋποθέσεων, οι βάσεις της ορθής επίλυσης του εξεταστικού προβλήματος συνδέονται με τη δημιουργία ενιαίου δωδεκάχρονου σχολείου γενικής μόρφωσης που θα μορφώνει και θα καλλιεργεί πολύπλευρα την προσωπικότητα, την εργασιακή ετοιμότητα κάθε μαθητή ως την ενηλικίωσή του, ώστε να μπορεί να επιλέξει –σχετικά πιο ελεύθερα– αν θα συνεχίσει στην ανώτατη, στην επαγγελματική ή στην καλλιτεχνική εκπαίδευση ή αν άμεσα θα εργαστεί.
Σε κάθε περίπτωση, η αξία του συστήματος αξιολόγησης - πρόκρισης είναι σχετική και γι’ αυτό θα υπόκειται σε διαρκή έλεγχο και κρίση ανάλογα με την εξέλιξη της κοινωνικής και εκπαιδευτικής πραγματικότητας στην κατεύθυνση της σταδιακής κατάργησης των υπολειμμάτων του κληρονομημένου κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, της επίλυσης της αντίθεσης ανάμεσα στην επιτελική και την εκτελεστική εργασία, την επέκταση και εμβάθυνση των νέων κομμουνιστικών κοινωνικών σχέσεων.
Το ενδεχόμενο να υπάρχει μια ορισμένη αναντιστοιχία ανάμεσα στις κεντρικές κατευθύνσεις για τις ανάγκες που έχει το εργατικό κράτος και στην ατομική - υποκειμενική κλίση και επιλογή θα βαδίζει σε πορεία επίλυσης στο βαθμό που ενισχύεται η ουσιαστική “πολυτεχνικότητα” των εργαζόμενων (ευελιξία στη μετακίνηση στον τεχνικό καταμερισμό της εργασίας) και κυρίως στο βαθμό που αυξάνεται ο μη υποχρεωτικός εργάσιμος χρόνος (επομένως ο στενός επαγγελματισμός).
Σε τελική ανάλυση, η βασική διαφορά σε σχέση με σήμερα απορρέει από το ότι στο σοσιαλισμό απαγορεύεται η εκµετάλλευση εργατικής δύναµης, η οποία παύει να είναι εµπόρευµα, καθώς και από το ότι το εργατικό κράτος αναλαµβάνει τα έξοδα της αναπαραγωγής της και της µόρφωσής της, ώστε να αξιοποιηθεί για την ικανοποίηση των αναγκών συνολικά της κοινωνίας.
Τα νέα επιτεύγματα της επιστήμης, οι τεχνολογικές καινοτομίες, συμβάλλουν, μεταξύ άλλων, στην πραγμάτωση της γενικής τάσης του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής για μείωση του εργάσιμου χρόνου και απελευθέρωση μη εργάσιμου χρόνου για πολύπλευρη αξιοποίησή του με τη συμμετοχή στις δομές της εργατικής εξουσίας, σε άλλες δημιουργικές δομές, στην εκπαιδευτική διαδικασία, στον πολιτισμό, στον αθλητισμό κ.α. Παράλληλα δίνεται η δυνατότητα για νέες μορφές οργάνωσης της εργασίας, για σταδιακή απαλλαγή από τη βαριά μονότονη εργασία για όλο και μεγαλύτερο αριθμό εργαζόμενων, άρα διευρύνονται οι δυνατότητες για πιο δημιουργική, σύνθετη και διανοητική εργασία, που εκ των πραγμάτων απαιτεί την αναβάθμιση του γενικού μορφωτικού επιπέδου των εργαζόμενων.
Κατά τη διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης εξασφαλίζεται ότι αναγκαίες αλλαγές στο περιεχόμενο της εργασίας, σε νέα καθήκοντα και αντικείμενα εργασίας, δε θα έχουν επιπτώσεις στα δικαιώματα των εργαζόμενων. Διασφαλίζεται η αναγκαία διαρκής εξειδίκευση και επανεκπαίδευση, η αναβάθμιση των γνώσεων και των εργασιακών ικανοτήτων, με κρατική ευθύνη, χωρίς απώλεια μισθών και δικαιωμάτων. (…)
Στην Ελλάδα της σοσιαλιστικής οικονοµίας και εργατικής εξουσίας κανένας νέος άνθρωπος δε θα αναγκάζεται να αναζητεί δουλειά προτού ολοκληρώσει τη δωδεκάχρονη εκπαίδευση, η οποία, εξάλλου, θα είναι υποχρεωτική. Η εργατική εξουσία θα μπορεί να εγγυηθεί ότι κάθε νέος και νέα, που δεν επιλέγει να συνεχίσει σε επαγγελµατική σχολή ή πανεπιστήµιο ή καλλιτεχνικές σπουδές, θα µπορεί να βρει δουλειά, µέσω του µηχανισµού κατανοµής εργατικού δυναµικού.
Από την άποψη των υλικών προϋποθέσεων, ο αριθµός των αποφοίτων του δωδεκάχρονου σχολείου που θα ακολουθήσουν την ανώτατη εκπαίδευση συνδέεται µε το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάµεων και συνολικότερα των κοινωνικών αναγκών που δημιουργούνται και το πώς αυτές επιδρούν στη διαµόρφωση επαγγελµάτων που απαιτούν επιστηµονική, ανώτατου επιπέδου ειδίκευση για την άσκησή τους.
Για μια σειρά δραστηριότητες που δεν απαιτούν πανεπιστημιακού επιπέδου σπουδές και πτυχίο, η επαγγελματική ειδίκευση των αποφοίτων του ενιαίου δωδεκάχρονου σχολείου ολοκληρώνεται μέσα από ενιαίο σύστημα Επαγγελματικών Σχολών, σε διασύνδεση με τους αντίστοιχους κλάδους της σοσιαλιστικής οικονομίας και κοινωνίας.
Για όσες δραστηριότητες, µε βάση το σηµερινό επίπεδο ανάπτυξης, δεν απαιτείται ειδίκευση επιπέδου Ανώτατης Εκπαίδευσης ή και επαγγελµατικών σχολών, η εκπαίδευση - ειδίκευση γίνεται ταχύρρυθµα µε άµεση µαθητεία στους κλάδους της σοσιαλιστικής οικονοµίας µετά από το 12χρονο ή µέσω του συστήµατος διαρκούς εκπαίδευσης και επιµόρφωσης των εργαζόµενων, κατά περίπτωση.»
Από αυτήν την άποψη, αναδεικνύοντας τις δυνατότητες του σήμερα, συζητάμε για το σοσιαλιστικό μέλλον και απαντάμε στο ερώτημα «τώρα τι κάνουμε;».
Έτσι, όχι μόνο δεν υποτιμάμε τα προβλήματα των σχολείων, αλλά ηγούμαστε για να δοθούν λύσεις, για να «σπάει» το «πάντα έτσι ήταν - και τι θα καταφέρουμε;», «η προσμονή από κάποια καλύτερη κυβέρνηση» κλπ. Αναδεικνύοντας πως σήμερα, σε μία εποχή που οι δυνατότητες είναι τεράστιες, για να γίνουν άλματα και στον τρόπο που λειτουργεί το σχολείο, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Μέσα και από το άδικο - βαρετό σχολείο φαίνονται τα «όρια» του σημερινού συστήματος, που δεν μπορεί να ικανοποιήσει τα όνειρα - τις ανάγκες των μαθητών.
Επιπλέον, η αντιπαράθεσή μας δεν μπορεί να μην πατάει πάνω στο πώς τα μέλη του Κόμματος και της ΚΝΕ στέκονται απέναντι στη γνώση συνολικότερα. Διεκδικούν να μαθαίνουν την αλήθεια. Παλεύουν να την διαδίδουν. Δρουν συλλογικά κόντρα στο άδικο. Άρα δρουν πρωτοπόρα, παίρνουν πρωτοβουλίες που αναδεικνύουν τη διαφορετική στάση ζωής του κομμουνιστή, μέσα ακόμα και στο σημερινό ασφυκτικό πλαίσιο.
Σε αυτήν τη βάση δεν υπερασπίζονται το σημερινό σχολείο ή δεν παλεύουν απλά να το «μπαλώσουν», ανοίγουν κόντρα με το σχολείο των «sos», του άγχους και των εξετάσεων, αλλά και με τις αντιδραστικές θεωρίες που «δουλεύονται», τον αντικομμουνισμό, την «πειθάρχηση στο μυαλό». Άλλωστε «πακέτο» με το νόμο τα κυβερνητικά στελέχη διαφημίζουν τα «166 νέα προγράμματα σπουδών» στα σχολεία, τα νέα σχολικά βιβλία που αναμένονται επίσης, όπως, για παράδειγμα, το μάθημα Οικονομίας στα Γυμνάσια ή τα τροχιοδεικτικά πυρά του πρωθυπουργού για «νέο μάθημα θεσμών» κλπ.
Υπάρχει επίσης και μια άλλη κρίσιμη πλευρά.
Διεκδικώντας ένα σχολείο που δε θα εξοντώνει, αναδεικνύοντας το πρόβλημα του σημερινού αστικού σχολείου, την έλλειψη κοινών σκοπών και στόχων, δηλαδή τη διάρρηξη της σχολικής κοινότητας, παλεύουμε εμείς για να δώσουμε σήμερα θετικό περιεχόμενο στις δραστηριότητες της σχολικής κοινότητας, κόντρα στο αφήγημα ότι τα σχολεία είναι ζούγκλες. Η έκδοση της Σύγχρονης Εποχής για την παραβατικότητα, με κείμενα βασισμένα από την εκδήλωση της ΚΟΑ το καλοκαίρι του 2025, μπορεί να συμβάλει στην ανάδειξη αυτών των θεμάτων και σε μια πρώτη επαφή με το σύγχρονο μαρξιστικό προβληματισμό για το θέμα της νεανικής παραβατικότητας.
Ορισμένες πλευρές τίθενται στην πρότασή μας για το Ενιαίο Δωδεκάχρονο Σχολείο Σύγχρονης Γενικής Παιδείας στις τρεις τελευταίες ενότητες της έκδοσης, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για συζήτηση στις γραμμές μας και για το πώς μπορούμε να αντιληφθούμε τη δράση μας σήμερα, χωρίς φυσικά να αναθέτουμε μηχανιστικά στο σήμερα καθήκοντα που μπορούν να επιλυθούν στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ωστόσο δίνουν ένα πλαίσιο και γι’ αυτό παραθέτουμε αποσπάσματα:
«Οριοθετώντας τη σχολική κοινότητα στο πλαίσιο της εργατικής εξουσίας, έχουμε αντικειμενικά και μια νέα δυναμική ανασύνθεση του ρόλου όλων των παραγόντων που συνθέτουν τη λειτουργία του σχολείου. (...) Λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα, προβλέπεται και ενθαρρύνεται η ουσιαστική συμμετοχή των μαθητών στην οργάνωση της σχολικής ζωής και στην υλοποίηση των εκπαιδευτικών και διαπαιδαγωγητικών στόχων της εργατικής εξουσίας. Προβλέπεται επίσης η συμβουλευτική συμμετοχή των γονιών.
(...)
Το ίδιο το σχολείο θα αποτελέσει πόλο δημιουργίας για όλη την κοινότητα. Η από κοινού ενεργοποίηση στο σχολικό μάθημα και πρόγραμμα, η αμοιβαία ανταλλαγή γνωμών γύρω από τα προβλήματα του σχολείου και του σχολικού έργου, ο διαρκής κοινός αγώνας για ένα σχολείο που θα υπηρετεί το λαό και θα χρειάζεται την υποστήριξή του, μετατρέπει την ευκαιριακή –στο πλαίσιο του αστικού σχολείου– συνάντηση αυτών των φορέων σε μόνιμη και δημιουργική. Διαμορφώνει συνθήκες ελέγχου και ουσιαστικής βελτίωσης του εκπαιδευτικού έργου. Με λίγα λόγια, πρέπει η ίδια η ζωή να μπαίνει στο σχολείο, ώστε το σχολείο να διδάσκει με τη ζωή και για τη ζωή.
(...)
Η Σχολική Κοινότητα δεν είναι μια εξωτερική λειτουργία του σχολείου. Οικοδομείται μέσα στο ίδιο το μάθημα, ξεκινώντας από την ίδια την τάξη. Η συλλογικότητα γίνεται πράξη στο σχολείο και με την αλλαγή της ίδιας της μορφής του σχολικού μαθήματος.
(...)
Έχει ιδιαίτερη σημασία να στηριχτεί η λειτουργία του σχολείου στη θετική και ενεργητική συμμετοχή των μαθητών. Η έννοια της πειθαρχίας έχει δεθεί με την έννοια της τιμωρίας, της ποινής και της ανταπόδοσης, που πολλές φορές φτάνει τα όρια της αντιδικίας και της εκδίκησης. Μπορεί όλα αυτά να λειτουργούν κατασταλτικά, ελάχιστα όμως διαπαιδαγωγητικά. Χωρίς να απορρίπτουμε συνολικά τις ποινές, πιστεύουμε ότι το θέμα της μαθητικής συμπεριφοράς ξεκινά από την καλλιέργεια της συνειδητής πειθαρχίας, της αυτοπειθαρχίας, από το μέλος μιας ομάδας. Ο μαθητής πρέπει να ξέρει για ποιον σκοπό κάνει το καθετί, ποιος είναι ο σκοπός του κάθε μαθήματος κλπ. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον εκπαιδευτικό και τον μαθητή ή την τάξη, για θέματα κοινωνικής - σχολικής συμπεριφοράς, μπορεί να αμβλυνθεί, αν όχι να εξαφανιστεί. Η συλλογική ευθύνη των μαθητών μπορεί να γίνει παράγοντας συμμόρφωσης των μαθητών σε κανόνες εύρυθμης λειτουργίας της τάξης ως ομάδας.»