Για το διεθνές πολιτικο-στρατιωτικό πλαίσιο του σύγχρονου κόσμου


του Ελισαίου Βαγενά

Οι «λεωφόροι της ειρήνης και της ευημερίας», που είχαν υποσχεθεί στους λαούς οι κάθε λογής πολέμιοι του σοσιαλισμού μετά από την ανατροπή του στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, δεν «άνοιξαν» ποτέ. Τρεις δεκαετίες μετά, ο «σύγχρονος κόσμος μας», παρά την πρόοδο της τεχνολογίας, έχει γίνει πιο σκληρός και απάνθρωπος απέναντι στον εργαζόμενο σε όλο τον κόσμο. Σ’ αυτόν «καρατομήθηκαν» ιστορικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης, ενώ οι αλλεπάλληλες καπιταλιστικές κρίσεις διόγκωσαν παραπέρα τα κοινωνικά και οικονομικά αδιέξοδα των λαών. Οι καταστροφές στο περιβάλλον συνεχίστηκαν, όχι σπάνια με το πρόσχημα της «πράσινης ανάπτυξης». Τα δημόσια συστήματα υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, ασφάλισης, παιδείας απαξιώθηκαν όλο και περισσότερο, μεγαλώνοντας τα ταξικά εμπόδια στην ικανοποίηση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών. Κάθε χρόνο δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι εξαναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους ως αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης και των στρατιωτικών επεμβάσεων και πολέμων, όπου χάνουν τη ζωή τους χιλιάδες άνθρωποι.

Ο «σύγχρονος κόσμος μας» είναι ο κόσμος όπου απ’ άκρη σ’ άκρη κυριαρχούν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και όπου εταιρίες-μεγαθήρια, τα μονοπώλια, παίζουν καθοριστικό ρόλο στην οικονομική ζωή κάθε καπιταλιστικής χώρας και η οποία, στη βάση της οικονομικής και πολιτικο-στρατιωτικής ισχύος της, εντάσσεται και καταλαμβάνει τη δική της θέση στο παγκόσμιο σύστημα του ιμπεριαλισμού, διαμορφώνοντας έτσι σχέσεις ανισότιμης αλληλεξάρτησης με τις υπόλοιπες. Μάλιστα, αυτή η θέση μπορεί να αλλάζει εξαιτίας της ανισόμετρης ανάπτυξης, μια και «στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν μπορεί να υπάρχει ισόμετρη ανάπτυξη των χωριστών επιχειρήσεων, τραστ, κλάδων της βιομηχανίας και χωρών»1 και, βέβαια, ούτε για ένα δευτερόλεπτο δεν μπορεί να σταματήσει η διαπάλη των καπιταλιστών για το κέρδος, που είναι η κινητήρια δύναμη κάθε καπιταλιστικής οικονομίας. Διεξάγεται σφοδρή διαπάλη για το πώς θα μοιραστούν τα μερίδια της αγοράς σε κάθε κλάδο, σε κάθε χώρα, κάθε περιοχή, παγκόσμια, μέσα σ’ ένα αδυσώπητο κυνηγητό για το ποιος θα βάλει στο χέρι τον έλεγχο των ενεργειακών κοιτασμάτων, του ορυκτού πλούτου, των δρόμων μεταφοράς των εμπορευμάτων κ.ο.κ.

Αυτή η διαπάλη «αγκαλιάζει» κάθε πτυχή των καπιταλιστικών οικονομιών, ακόμη και τα εμβόλια, τα φάρμακα, όπως πολύ χαρακτηριστικά βλέπουμε αυτήν την περίοδο με την εξέλιξη της πανδημίας. Εξαπλώνεται σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Στην Ευρασία και στην Ανατολική Μεσόγειο, στον Περσικό και στο Νότιο Ειρηνικό, στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική, στην Αρκτική και Κεντρική Ασία, παντού συγκρούονται ισχυρά μονοπώλια, καπιταλιστικά κράτη και οι συμμαχίες τους. Η όξυνση αυτής της διαπάλης, εκεί όπου δεν αρκούν οι εμπορικοί και οικονομικοί «πόλεμοι» και τα διάφορα πολιτικο-διπλωματικά μέσα, οδηγεί στη χρήση πολεμικών μέσων.

Τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο εξακολούθησε να βρίσκεται η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, οι πόλεμοι στη Συρία και στη Λιβύη, οι πολεμικοί σχεδιασμοί των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, η αμερικανική εμπλοκή στη Λατινική Αμερική κατά της Κούβας, της Βενεζουέλας και της Βολιβίας, οι κινεζικές διεκδικήσεις σε βάρος του Βιετνάμ και άλλων χωρών του Ειρηνικού με την εμπλοκή των ΗΠΑ στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και στην Ταϊβάν, ο πόλεμος της Σαουδικής Αραβίας κατά της Υεμένης. Την ίδια ώρα, εύφλεκτη παραμένει η κατάσταση στην περιοχή της Ανατολικής Ουκρανίας (Ντονμπάς) και στην Κριμαία, στον Καύκασο και στα Δυτικά Βαλκάνια, ενώ μεθοδεύονται ιμπεριαλιστικοί σχεδιασμοί σε βάρος των λαών της Κύπρου και της Παλαιστίνης, που βιώνουν για δεκαετίες την ξένη κατοχή.

Σε αυτές τις συνθήκες έχει σημασία ν’ αναδειχτούν νέα στοιχεία και τάσεις, όπως και ν’ απαντηθούν, όσο γίνεται στο πλαίσιο αυτού του άρθρου, ορισμένες λαθεμένες απόψεις και συγχύσεις που διακινούν αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις.

 

Ο ΝΕΟΣ ΔΙΠΟΛΙΣΜΟΣ, ΗΠΑ-ΚΙΝΑ, ΚΑΙ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ

Σχετικά νέο στοιχείο, που όλο και πιο έντονα χαρακτηρίζει τις διεθνείς σχέσεις, είναι η όξυνση της αντιπαράθεσης ΗΠΑ-Κίνας. Οι ΗΠΑ παραμένουν σήμερα η ισχυρότερη οικονομική και πολιτικο-στρατιωτική δύναμη του καπιταλιστικού κόσμου. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν το μεγαλύτερο ΑΕΠ, σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη χώρα, που εκτιμάται στα 19,4 τρισεκατομμύρια δολάρια, αποτελώντας το 24,4% της παγκόσμιας οικονομίας. Οι ΗΠΑ διαθέτουν τις ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις, με πλήθος των πιο διαφορετικών δολοφονικών όπλων, παρέχοντας συνεχή εκσυγχρονισμό στο πολεμικό οπλοστάσιό τους, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, με το μεγαλύτερο πολεμικό προϋπολογισμό και στρατιωτική παρουσία σε δεκάδες χώρες. Ταυτόχρονα, διαθέτουν ισχυρή και αδιαμφισβήτητη εκπροσώπηση σε όλες τις ισχυρές διακρατικές συμφωνίες και οργανισμούς, επιδιώκοντας με την αξιοποίηση και των πολιτικών-διπλωματικών μέσων, σε πολυμερές και διμερές επίπεδο, να εξασφαλίσουν ισχυρό προβάδισμα έναντι των ανταγωνιστών τους.

Την ίδια ώρα, η Κίνα ενισχύει τόσο την οικονομική όσο και την πολιτικο-στρατιωτική ισχύ της. Το ΑΕΠ της υπολογίζεται σε 12,2 τρισεκατομμύρια δολάρια, αποτελώντας το 15,4% του Παγκόσμιου Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, ωστόσο, με όρους ισοτιμίας της αγοραστικής δύναμης (PPP), από το 2016, η κινεζική οικονομία είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο. Όπως θα δούμε και παρακάτω, η Κίνα σταδιακά εκσυγχρονίζει τις ένοπλες δυνάμεις της κι έχει περάσει στη 2η θέση σε ό,τι αφορά τις στρατιωτικές δαπάνες (μετά τις ΗΠΑ), ενώ αυξάνει και τα πολιτικά, διπλωματικά μέσα ενίσχυσης της θέσης της.

Γίνεται φανερό πως οι δύο αυτές δυνάμεις, ΗΠΑ και Κίνα, που είναι σε απόσταση από άλλες χώρες οι ισχυρότερες οικονομικά, ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την πρωτοκαθεδρία. Αντιπαράθεση που καταρχάς έχει οικονομικό υπόβαθρο, μια και οι δύο δυνάμεις συγκρούονται σε πολλά «μέτωπα», και η οποία αποτυπώθηκε τα τελευταία χρόνια σε μια σειρά εμπορικών πολέμων ανάμεσα στις δύο δυνάμεις, με αφορμή τη θεαματική αύξηση του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ στο διμερές εμπόριο με την Κίνα. Πάνω σ’ αυτό το έδαφος, οι ΗΠΑ επέβαλαν αυξημένους δασμούς αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε κινεζικά εμπορεύματα, για ν’ ακολουθήσουν ανάλογοι κινεζικοί δασμοί σε αμερικανικά εμπορεύματα αξίας και συμφωνίες αποκλιμάκωσης της κρίσης, που όλα δείχνουν πως έχουν έναν προσωρινό χαρακτήρα. Οι ΗΠΑ δίνουν ιδιαίτερο βάρος στο στόχο να μην απωλέσουν την υπεροχή τους στο επίπεδο της νέας τεχνολογίας και έτσι, για παράδειγμα, εντείνουν την προσπάθεια αποκλεισμού της Κίνας από τα δίκτυα 5G, που θα αποφέρει τεράστια κέρδη το επόμενο διάστημα στα μονοπώλια που ασχολούνται με τις τηλεπικοινωνίες και τις νέες τεχνολογίες2, ενώ η Κίνα προωθεί τη διείσδυση των δικών της μεγάλων μονοπωλίων «στο δρόμο του μεταξιού».

Βεβαίως, όλα τα παραπάνω έχουν άμεση αντανάκλαση σε πολιτικό, διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο. Είναι χαρακτηριστικό πως οι ΗΠΑ κατηγόρησαν την Κίνα για την πανδημία του κορονοϊού, για την κλοπή τεχνολογιών, για «επεκτατισμό», για καταπάτηση των «δημοκρατικών δικαιωμάτων» κ.ά., ενώ από τη μεριά της η Κίνα, με «εργαλείο» οικονομικές κι εμπορικές συμφωνίες, επιδιώκει να διαρρήξει τις παραδοσιακές συμμαχίες των ΗΠΑ. Στην κατεύθυνση αυτήν, οι ΗΠΑ προσαρμόζουν το δόγμα τους, προτάσσοντας ως βασικό αντίπαλο και ανταγωνιστή τους την Κίνα, κάτι που αλλάζει με την εκλογή του Τζο Μπάιντεν στην αμερικανική Προεδρία.

Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να «ντύσουν» τη διαπάλη που έχει ξεσπάσει με αντικομμουνιστικά ιδεολογήματα, ενώ ανάλογα και η Κίνα αξιοποιεί το ιδεολόγημα του «εκδημοκρατισμού» των διεθνών σχέσεων στο πλαίσιο του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος κι εστιάζει στην ανάγκη να ξεπεραστεί ο «μονοπολικός κόσμος» υπέρ μιας «πολυπολικότητας» κι ενάντια στην επιβολή της αμερικανικής πολιτικής.

Αυτή η πολιτική επιχειρηματολογία των δύο ισχυρότερων παγκόσμιων οικονομικών δυνάμεων θέτει ορισμένα ερωτήματα: Για ποιο λόγο διεξάγεται; Μπορούμε να θεωρήσουμε πως έχουμε, όπως την εποχή που υπήρχε η ΕΣΣΔ, μια ανάλογη αναμέτρηση δύο χωρών με διαφορετικά κοινωνικοπολιτικά συστήματα; Μια αναμέτρηση της ισχυρότερης καπιταλιστικής δύναμης με μια σοσιαλιστική δύναμη; Η σύγχυση στους εργαζόμενους γύρω από αυτά τα ερωτήματα, ιδιαίτερα εκεί όπου υπάρχουν ΚΚ που εξακολουθούν ν’ αντιμετωπίζουν την Κίνα ως σοσιαλιστική χώρα ή χώρα που «οικοδομεί το σοσιαλισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά», είναι μεγάλη.

Αξίζει, λοιπόν, να σταθούμε συνοπτικά στο χαρακτήρα αυτής της αναμέτρησης. Έχει μεγάλη σημασία να μείνουμε στην αποτίμηση της συγκεκριμένης κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας στην Κίνα. Η αλήθεια είναι πως σήμερα στην Κίνα, παρά το γεγονός πως κυβερνά ένα κόμμα που έχει τον τίτλο «κομμουνιστικό», κυριαρχούν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Ξεκινώντας από το 2012 και μέχρι σήμερα, σταθερά πάνω από το 60% του ΑΕΠ της Κίνας παράγεται από τον ιδιωτικό τομέα3. Το κινεζικό κράτος έχει διαμορφώσει ένα πλήρες «οπλοστάσιο» ενίσχυσης των Κινέζων καπιταλιστών, που περιλαμβάνει μέτρα ανάλογα με αυτά που ισχύουν και στον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο. Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου τυχαίο πως το 2020, μέσα στις συνθήκες της συνεχιζόμενης καπιταλιστικής κρίσης, που η πανδημία έχει επιδράσει ως καταλύτης, οι Κινέζοι δισεκατομμυριούχοι έφτασαν τους 596, ξεπερνώντας για πρώτη φορά σε αριθμό τις ΗΠΑ, που είχαν 537. Στη λίστα, που κυκλοφορεί, στη διάθεση των ισχυρότερων Κινέζων καπιταλιστών βρίσκονται κολοσσιαίοι όμιλοι ηλεκτρονικού εμπορίου, εργοστάσια, ξενοδοχεία, εμπορικά κέντρα, κινηματογράφοι, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εταιρίες κινητών τηλεφώνων κοκ.4 Την ίδια ώρα, με βάση τα επίσημα στοιχεία, η ανεργία, στοιχείο όλων των καπιταλιστικών οικονομιών, είναι στο 5,3% και ο κυβερνητικός στόχος είναι να μείνει κάτω από το 6%.5 Την ίδια ώρα, δεκάδες εκατομμύρια περιφερόμενοι εσωτερικοί μετανάστες (υπολογίζονται σε 290 εκατομμύρια), που ασχολούνται σε προσωρινές θέσεις εργασίας και μπορεί να μένουν άνεργοι, δε μετριούνται στις επίσημες στατιστικές και μπορεί να φτάνουν και έως το 30% του εργατικού δυναμικού της χώρας.6 Δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι είναι αποκλεισμένοι από σύγχρονες κοινωνικές υπηρεσίες, όπως είναι η τεχνική και ανώτερη εκπαίδευση, οι υγειονομικές παροχές, εξαιτίας της εμπορευματοποίησής τους και δεδομένου πως τα εισοδήματά τους είναι ιδιαίτερα χαμηλά.7 Είναι χαρακτηριστικό πως σε έναν τομέα όπου η Κούβα διαπρέπει, όπως είναι ο αριθμός των γιατρών σε 10 χιλιάδες πληθυσμού, όπου ο δείκτης της Κούβας είναι ο ψηλότερος στον κόσμο (82), η Κίνα βρίσκεται μεταξύ των χωρών με το χαμηλότερο δείκτη (18).8 Οι πανηγυρισμοί πως εξαλείφεται η ακραία φτώχεια αποσιωπούν πως αυτή μετριέται στο 1,9 δολάρια τη μέρα, την ώρα που το επίπεδο της φτώχειας στην Κίνα φτάνει στο 24%, αν υπολογιστεί με βάση το εισόδημα κάτω από 5,5$ τη μέρα.9

Τα παραπάνω, όταν συγκριθούν με τη χλιδή των Κινέζων δισεκατομμυριούχων κι εκατομμυριούχων, δείχνουν με σαφήνεια την τεράστια κοινωνική αδικία κι εκμετάλλευση που χαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και στην Κίνα.

Όταν λοιπόν μιλάμε για τις ΗΠΑ και την Κίνα, μιλάμε για δύο δυνάμεις του σημερινού καπιταλιστικού κόσμου. Η Κίνα είναι σήμερα ενεργό μέλος κάθε διεθνούς καπιταλιστικής ένωσης, όπως είναι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, η Παγκόσμια Τράπεζα· είναι στενά συνδεδεμένη με την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία.10 Είναι αρκετό ν’ αναφέρουμε πως μόνο τα αμερικανικά ομόλογα που βρίσκονται σε κινεζικά χέρια ξεπερνούν το 1,1 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί πως η Κίνα, όπως κάποτε η Σοβιετική Ρωσία, κάνει μια πολιτική ΝΕΠ, συνεργαζόμενη με το ιδιωτικό κεφάλαιο, ώστε ν’ αναπτύξει τις παραγωγικές της δυνάμεις. Υπάρχουν τεράστιες διαφορές της ΝΕΠ με τη σημερινή κατάσταση στην Κίνα, όπως, π.χ., η χρονική διάρκεια ή το ότι η ΝΕΠ είχε το χαρακτήρα της «υποχώρησης», όπως πολλές φορές υπογράμμισε ο Λένιν11, και δεν ιδεολογικοποιήθηκε ως στοιχείο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όπως γίνεται με την επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων στην Κίνα, με το ιδεολόγημα του «σοσιαλισμού με κινεζικά χαρακτηριστικά». Επιπλέον, την περίοδο της ΝΕΠ στους επιχειρηματίες όχι μόνο δεν επιτρεπόταν να είναι μέλη του Κόμματος των Μπολσεβίκων, αλλά στη βάση και των δύο Σοβιετικών Συνταγμάτων (1918 και 1925) που ψηφίστηκαν εκείνη την περίοδο υπήρξε γι’ αυτούς στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, σε αντίθεση με τη σημερινή Κίνα, όπου δεκάδες επιχειρηματίες καταλαμβάνουν θέσεις στο κοινοβούλιο και στο ΚΚ.

Ούτε, βέβαια, μπορεί να συγκριθεί η ΕΣΣΔ με τη σημερινή Κίνα. Ακόμη και την περίοδο όπου στην ΕΣΣΔ κυριάρχησε στο ΚΚ και στο σοβιετικό κράτος η αντίληψη της ενίσχυσης της «αγοράς», των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, της «ειρηνικής άμιλλας» με τις καπιταλιστικές χώρες και η διασύνδεση της ΕΣΣΔ με την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία ασκούσε επίδραση στις πολιτικές αποφάσεις και στις διεθνείς σχέσεις του σοβιετικού κράτους, ποτέ δε θα μπορούσαν να συγκριθούν σε μέγεθος και ποιότητα με τη σημερινή Κίνα ούτε η διασύνδεση της σοβιετικής οικονομίας με την παγκόσμια, ούτε το επίπεδο ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων σε αυτήν.

Έτσι, ο νέος «διπολισμός» δεν έχει καμία σχέση με την αντιπαράθεση ΗΠΑ-ΕΣΣΔ, μια και σήμερα ΗΠΑ και Κίνα συγκρούονται πάνω στο έδαφος της επικράτησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής που κυριαρχούν σε αυτές και οδηγούν στη διαπάλη για τις πρώτες ύλες, τους δρόμους μεταφοράς των εμπορευμάτων, τα μερίδια των αγορών, τη γεωπολιτική επιρροή, κάτι που δεν μπορεί να κρύψει πως έχουμε να κάνουμε με μια διαπάλη ενδοϊμπεριαλιστική για την πρωτοκαθεδρία στο ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την αγορά των ομολόγων τους από την Κίνα και η μεγάλη αμερικανική αγορά, ως χώρος διάθεσης των εμπορευμάτων που παράγονται στην Κίνα, συμβαδίζουν με την όξυνση της αντιπαράθεσης των δύο δυνάμεων, που λαμβάνει παγκόσμιο χαρακτήρα, μια κι εκδηλώνεται ταυτόχρονα σε πολλές περιοχές του πλανήτη, και στην οποία εμπλέκονται όλο και περισσότερο και άλλες διεθνείς, πολυμερείς οργανώσεις και συμφωνίες. Γεγονός που δείχνει πως η αλληλεξάρτηση των καπιταλιστικών οικονομιών μπορεί να πηγαίνει «χέρι-χέρι» και με την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Η πολιτική γραμμή της «εκδάμασης του δράκου», μέσα από τις πολυμερείς συμφωνίες των ΗΠΑ με τις χώρες της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής και της περιοχής του Ειρηνικού Ωκεανού, που ακολουθούσε η αμερικανική ηγεσία πριν τον Τραμπ, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα και αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με μια σκληρότερη στάση απέναντι στην Κίνα.

Η ανάδειξη στην αμερικανική Προεδρία του Τζο Μπάιντεν και εκείνης της μερίδας της αστικής τάξης που εκπροσωπεί μπορεί ν’ αλλάξει τους «τόνους», να φέρει αλλαγές στην τακτική που θ’ ακολουθήσουν οι ΗΠΑ, αλλά σε καμία περίπτωση δε θ’ αναστείλει το σφοδρό ανταγωνισμό ΗΠΑ-Κίνας.

 

Ο ΝΑΤΟΪΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΟΥ

Νέα στοιχεία παρουσιάζει όμως και ο πολιτικο-στρατιωτικός «βραχίονας» του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού. Έτσι, πλέον, η στρατηγική του ΝΑΤΟ χαρακτηρίζεται από τη σχεδιασμένη επέκταση σε όλη την υδρόγειο, τη διεύρυνση με νέα μέλη και τη σύναψη εταιρικών σχέσεων με δεκάδες κράτη, τη συγκρότηση ετοιμοπόλεμων στρατιωτικών μονάδων. Παρά τις αναφορές που θέτουν ως πρώτο στόχο την αντιμετώπιση του «Ισλαμικού Κράτους - ISIS» και άλλων παρόμοιων εγκληματικών ομάδων, στις συνόδους κορυφής, στη Βαρσοβία το 2016, στις Βρυξέλλες το 2017 και 2018 και στο Λονδίνο το 2019, καθώς και στα συμβούλια των υπουργών Άμυνας, προωθείται σχέδιο που στοχεύει στη Ρωσία και το Ιράν, ενώ στο κάδρο έχει μπει και η Κίνα. Σε αυτό αποσκοπεί η συγκρότηση μονάδων πεζικού, αεροπορίας και ναυτικού που, πλήρως εξοπλισμένες, θα μπορούν να επέμβουν σε 30 μέρες σε κάθε μέτωπο που θα επιλέξει το ΝΑΤΟϊκό επιτελείο («τέσσερα 30άρια»).

Παραμένουν ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα στο Αφγανιστάν και στο Κόσοβο. Συνεχίζονται οι ναυτικές επιχειρήσεις «Sea Guardian» στη Μεσόγειο, η αρμάδα SNMG2 βρίσκεται στο Αιγαίο, υποστηρίζεται η επιχείρηση «νέα SOPHIA» της ΕΕ στη Λιβύη. Η σύνθεση της Δύναμης Ταχείας Αντίδρασης του ΝΑΤΟ έφτασε τους 40.000 στρατιώτες. Συγκροτήθηκαν 8 στρατηγεία στην Ανατολική Ευρώπη. Στις Βαλτικές Χώρες και την Πολωνία προωθήθηκαν 4 πολυεθνικοί Σχηματισμοί Μάχης. Ενισχύθηκε η παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα. Η ΝΑΤΟϊκή παρουσία γίνεται πλέον αισθητή όχι μόνο στις 3 πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες της Βαλτικής (Εσθονία, Λιθουανία, Λετονία), αλλά και στη Γεωργία και στην Ουκρανία, ενώ με τη συμφωνία «ειρήνευσης» στο Ναγκόρνο Καραμπάχ η ΝΑΤΟϊκή Τουρκία ενισχύει τις πολιτικο-στρατιωτικές θέσεις της στο Αζερμπαϊτζάν, ελέγχοντας το «δίαυλο» της Μαύρης Θάλασσας με την Κασπία.

Την ίδια ώρα, στους ΝΑΤΟϊκούς κόλπους εκδηλώνονται όλο και περισσότερο οι αντιθέσεις ανάμεσα σε ΗΠΑ-Γερμανία ή σε ΗΠΑ-Γαλλία και Γαλλία-Γερμανία, αλλά και άλλες σημαντικές αντιθέσεις, όπως Τουρκίας-Γαλλίας ή Τουρκίας-Ελλάδας. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις Μακρόν ότι «το ΝΑΤΟ είναι εγκεφαλικά νεκρό». Μέχρι στιγμής οι αντιθέσεις αυτές διευθετούνται με διάφορους προσωρινούς συμβιβασμούς, συχνά με «πυροσβεστικό» τρόπο, ωστόσο το «κουβάρι» τους περιπλέκεται όλο και περισσότερο, αμφισβητώντας τη λειτουργικότητα και δυναμική της ιμπεριαλιστικής λυκοσυμμαχίας ακόμη και από αστικές πολιτικές δυνάμεις και αναλυτές.

Το Κόμμα μας πρωτοστατεί στην Ελλάδα, όσο και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, στην πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό οργανισμό του ΝΑΤΟ και στους σχεδιασμούς του, στην εμπλοκή της χώρας μας σε αυτούς. Το Κόμμα μας εκτιμά πως απόψεις που αναπτύσσονται και από ορισμένα ΚΚ και προβάλλουν ως αίτημα τη «διάλυση του ΝΑΤΟ», αποσπασμένα από την πάλη για την αποδέσμευση της κάθε χώρας από το ΝΑΤΟ, αδυνατίζουν την πάλη ενάντια σ’ αυτόν τον ιμπεριαλιστικό οργανισμό.

Η απόρριψη της πάλης για την αποδέσμευση της κάθε χώρας, και μάλιστα με το επιχείρημα της «ανωριμότητας» των συνθηκών, δε δείχνει «ρεαλισμό», αλλά την τάση του συμβιβασμού με τον αρνητικό συσχετισμό δύναμης, που οδηγεί στα ευχολόγια περί «διάλυσης». Το ΚΚΕ θέτει το ζήτημα της αποδέσμευσης από το ΝΑΤΟ και κάθε ιμπεριαλιστική ένωση κι εκτιμά πως μια τέτοια αποδέσμευση μπορεί πραγματικά να είναι υπέρ των λαϊκών συμφερόντων μόνο αν την εγγυηθεί η εργατική εξουσία, και αυτό γιατί, εκτός άλλων, έχουμε την εμπειρία, π.χ., της προσωρινής αποχώρησης στο παρελθόν χωρών (Γαλλίας, Ελλάδας) από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο ενδοαστικών αντιθέσεων, που αναπαρήγαγαν στη συνέχεια τα ίδια προβλήματα.

 

Η ΕΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΊΟΥ ΣΤΗΝ ΕΥΡΏΠΗ, Η ΕΕ

Αντιθέσεις εκδηλώνονται και στους κόλπους της ΕΕ.12 Η ανισόμετρη εκδήλωση της κρίσης επιδρά στην αλλαγή των συσχετισμών. Ενισχύεται παραπέρα η θέση της Γερμανίας έναντι της Γαλλίας και της Ιταλίας, όπως και το σύνολο των παραγόντων που ενισχύουν φυγόκεντρες δυνάμεις της Ευρωζώνης. Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί τα υπαρκτά οφέλη που αντλούν οι αστικές τάξεις των κρατών-μελών της ΕΕ από τη μεγάλη ενιαία ευρωενωσιακή αγορά στο διεθνή ανταγωνισμό με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα.

Η ΕΕ συνεχίζει να εφαρμόζει τους άξονες της «παγκόσμιας στρατηγικής», που ανακοινώθηκε τον Ιούλη του 2016. Αντιμετωπίζει την υδρόγειο ως «στρατηγικό περιβάλλον της» κι εκτιμά πως είναι σε εξέλιξη αλλαγές συμμαχιών.13 Ήδη η Κίνα αναδεικνύεται πλέον στο σημαντικότερο εταίρο της ΕΕ. Την ίδια ώρα, η εξέλιξη αυτή, όπως και η συνολική ενίσχυση της Κίνας στο διεθνή συσχετισμό, τροφοδοτεί και αντίρροπες τάσεις αναθέρμανσης των αμερικανογερμανικών σχέσεων κι ενίσχυσης της συνοχής της ευρωατλαντικής συμμαχίας. Σε αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η αύξηση των οικονομικών κυρώσεων και της πίεσης που ασκεί η ΕΕ από κοινού με τις ΗΠΑ στη Ρωσία, με το πρόσχημα της προσάρτησης της Κριμαίας και της στήριξης της απόσχισης των ανατολικών περιοχών της Ουκρανίας.

Η ΕΕ, προκειμένου ν’ ανταποκριθεί στις διεθνείς στοχεύσεις της για πιο αποτελεσματική διείσδυση των ευρωπαϊκών μονοπωλίων σε τρίτες χώρες, συγκρότησε τη λεγόμενη «Μόνιμη Διαρθρωμένη Στρατιωτική Συνεργασία», την PESCO14. Παράλληλα, προωθείται η γαλλικής έμπνευσης «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Επεμβάσεων»15, για να ξεπερνιούνται οι καθυστερήσεις που προκαλεί η διαδικασία των ομόφωνων αποφάσεων, ώστε να εκτελούνται ιμπεριαλιστικές αποστολές άμεσα. Ήδη, σήμερα, η ΕΕ έχει ξετυλίξει ιμπεριαλιστικές αποστολές σε τρεις ηπείρους.16

Τα τελευταία χρόνια παίρνονται μέτρα για την ενίσχυση του στόχου της λεγόμενης «Στρατηγικής Αυτονομίας» στο πλαίσιο της ενδυνάμωσης της συμμαχίας και των κοινών επεμβάσεων με το ΝΑΤΟ, που παραμένει ο βασικός πυλώνας της Ευρωπαϊκής Ασφάλειας.

Με το κριτήριο της αυτόνομης στρατιωτικής επάρκειας, ενισχύεται ο σχεδιασμός της ανάπτυξης προγραμμάτων έρευνας κι εξοπλισμών από την ευρωενωσιακή αγορά, σε μια προσπάθεια να υποχωρήσει η εξάρτηση από την αμερικανική αγορά εξοπλισμών. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η χρηματοδότηση του λεγόμενου «Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας» (EDF) μέσω του οποίου προβλέπεται χρηματοδότηση 5,5 δισ. ευρώ ετησίως «για την προώθηση των αμυντικών δυνατοτήτων της ΕΕ». Από το 2018, είναι σε εξέλιξη το «Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Βιομηχανικής Ανάπτυξης στον τομέα της Άμυνας» (EDIDP), το οποίο έχει στόχο να στηρίξει «την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία της αμυντικής βιομηχανίας της ΕΕ». Στην ίδια κατεύθυνση, καταγράφονται στον προϋπολογισμό κονδύλια ύψους 13 δισ. ευρώ για τον εκσυγχρονισμό της αμυντικής βιομηχανίας της ΕΕ και καλούνται τα κράτη- μέλη να δίνουν το 2% του ΑΕΠ τους για τους εξοπλισμούς της ΕΕ, πέραν των υποχρεώσεων στο ΝΑΤΟ. Η PESCO σχεδιάζεται ν’ αναβαθμίσει τη λεγόμενη «στρατιωτική κινητικότητα» για τα κράτη-μέλη, «ώστε να επεμβαίνουν σε κρίσεις στο εξωτερικό, έχοντας τη δυνατότητα να μετακινούνται ελεύθερα και γρήγορα στρατεύματα, πολιτικό προσωπικό, υλικό κι εξοπλισμός». Δίνεται βάρος στην έναρξη της «Συντονισμένης Ετήσιας Αξιολόγησης στον τομέα της Άμυνας» (CARD), με στόχο την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας μεταξύ κρατών-μελών. Πρόκειται για μηχανισμό τύπου «Ευρωπαϊκού Εξαμήνου»17, για τον έλεγχο των στρατιωτικών σχεδίων, με στόχο να εφαρμοστούν από τα κράτη-μέλη ενιαία κριτήρια για την πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας, ν’ αντιμετωπίζονται, κατά το δυνατόν, οι μεταξύ τους αντιθέσεις.

Βαθαίνει η στρατιωτικοποίηση της ΕΕ, και αυτό καταγράφεται και στη συγκρότηση του «Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη» (ΕΜΕ), ενός νέου ταμείου πέραν του προϋπολογισμού (πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2021-2027), το οποίο θα διαθέτει επιπλέον χρηματοδοτήσεις ύψους 10,5 δισ. ευρώ. Από το μηχανισμό αυτό θα χρηματοδοτούνται οι δράσεις της «Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας» (ΚΕΠΠΑ).

Προωθούνται επίσης οι σχεδιασμοί για την ενίσχυση του «Μηχανισμού Γειτονίας, Ανάπτυξης και Διεθνούς Συνεργασίας», ενός ισχυρού εργαλείου για την παρέμβαση της ΕΕ σε τρίτες χώρες.

Την ίδια ώρα, το Brexit ανάδειξε με χαρακτηριστικό τρόπο την όξυνση των αντιθέσεων στο εσωτερικό της ΕΕ. Οι αντιθέσεις αυτές επιδιώκεται ν’ αξιοποιηθούν και από άλλες δυνάμεις, όπως φάνηκε από την αμερικανική υποστήριξη στο Brexit, αλλά και από την επιδίωξη των ΗΠΑ, από τη μια, να προωθήσουν ξεχωριστές συμφωνίες με κράτη-μέλη της ΕΕ και, από την άλλη, να επιβάλουν κυρώσεις σε μονοπώλια και χώρες «ναυαρχίδες» της ΕΕ, όπως στη Γερμανία και τη Γαλλία.

Τα παραπάνω αποδεικνύουν πως η ΕΕ είναι το ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό κέντρο που, παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις που εκδηλώνονται στους κόλπους του, λειτουργεί δραστικά υπέρ της κερδοφορίας των μονοπωλίων του, της ενίσχυσης της εξουσίας όλων των αστικών τάξεων - μελών της, προωθεί ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς σε άλλες περιοχές.

Είναι πλήρως αποπροσανατολιστικό το αίτημα ενίσχυσης της «Κοινής Ευρωπαϊκής Ενισχυμένης Συνεργασίας σε ζητήματα Άμυνας», το οποίο στηρίζουν οι δυνάμεις του λεγόμενου «Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς» (ΚΕΑ) και παρουσιάζεται ως δήθεν «αντίβαρο» στο ΝΑΤΟ, και μάλιστα διαφημίζεται και από την «αριστερή» Ευρωομάδα GUE/NGL, με τα επιχειρήματα της «ασφάλειας» των πολιτών και «της μείωσης των δαπανών».18 Και αυτό, γιατί ο ιμπεριαλιστικός οργανισμός της ΕΕ είναι «νύχι-κρέας» με το ΝΑΤΟ, τα 3/4 των μελών της ΕΕ και όλες οι ισχυρότερες χώρες της είναι και μέλη του ΝΑΤΟ, ενώ οι ιμπεριαλιστικές αποστολές της ΕΕ εκτός συνόρων δε διεξάγονται για την «ασφάλεια των πολιτών», αλλά για τα κέρδη των ευρωπαϊκών μονοπωλίων. Και όπως θα δείξουμε παρακάτω, οι αυξανόμενες κοινές στρατιωτικές δαπάνες των χωρών της ΕΕ καθόλου δε μειώνουν τις δαπάνες των εθνικών προϋπολογισμών για πολεμικούς σκοπούς.

Όπως επίσης «στάχτη στα μάτια» των λαών είναι τα σοφίσματα περί «εκδημοκρατισμού» της ΕΕ και ενίσχυσης της «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» ή «ισοτιμίας» των χωρών-μελών, που θέτουν μια σειρά οπορτουνιστικές δυνάμεις, καυτηριάζοντας τη λεγόμενη «γερμανική ΕΕ» και προβάλλοντας την ανάγκη «διόρθωσης» της ΕΕ. Η ΕΕ, ως μια ένωση του κεφαλαίου, ποτέ δεν μπορεί να είναι δημοκρατική, αλληλέγγυα και ισότιμη. Πάντα στο εσωτερικό της θα υπάρχουν σχέσεις ανισότιμης αλληλεξάρτησης και θα δυναμώνει η αντιδραστικοποίησή της, τόσο προς το εσωτερικό, προς τους εργαζόμενους των χωρών της, όσο και προς το εξωτερικό, τους άλλους λαούς.

Το ΚΚΕ πήρε την πρωτοβουλία για τη συγκρότηση της «Ευρωπαϊκής Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας», στην οποία συμμετέχουν Κομμουνιστικά κι Εργατικά Κόμματα από πολλές ευρωπαϊκές χώρες και παλεύουν ενάντια στις αντιλαϊκές πολιτικές, τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, υπερασπίζονται το δικαίωμα κάθε λαού να επιλέγει κυρίαρχα το δρόμο ανάπτυξής του, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αποδέσμευσης από τις πολυεπίπεδες εξαρτήσεις από ΕΕ και ΝΑΤΟ, καθώς και της σοσιαλιστικής επιλογής.19

Κι εδώ, ανοίγοντας μια παρένθεση, πρέπει να σημειώσουμε πως η επιδίωξη των ΚΚ, που στηρίζονται στην κοσμοθεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού και συμμετέχουν στην «Ευρωπαϊκή Κομμουνιστική Πρωτοβουλία», να μελετήσουν από κοινού τις ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις, να καταλήξουν σε βασικά κοινά συμπεράσματα και να συντονίσουν τη δράση τους για τα λαϊκά προβλήματα και την υπόθεση της εργατικής τάξης, ενάντια στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, συνιστά έγκαιρο και αναγκαίο βήμα στην κατεύθυνση διαμόρφωσης σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Με αυτήν την απαραίτητη διαδικασία, που μπορεί να δώσει ώθηση στο κομμουνιστικό κίνημα, δεν μπόρεσαν να συνδεθούν κάποια ευρωπαϊκά ΚΚ, που είτε έχουν αποκηρύξει ανοιχτά το μαρξισμό-λενινισμό και παραμένουν «κομμουνιστικά» μόνο στον τίτλο είτε αναθεωρούν νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης, χρησιμοποιώντας ως άλλοθι την άρνηση των «μοντέλων», του «δογματισμού» και της «ιδεολογικοπολιτικής ομοιογενοποίησης». Το γεγονός αυτό μπορεί να επιτείνει ακόμη περισσότερο την ιδεολογικοπολιτική καθυστέρηση που εκφράζεται με την προσκόλληση αυτών των κομμάτων σε παλιότερες στρατηγικές επεξεργασίες του διεθνούς κινήματος, που έχουν καταρριφθεί από τη ζωή και τα οδηγούν σε μεγάλα αδιέξοδα, τα εκθέτει απέναντι στην εργατική τάξη και στην καλύτερη περίπτωση τα καθιστά «αριστερή ουρά» της σοσιαλδημοκρατίας στη διαχείριση του συστήματος.

 

ΝΕΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ, ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΑΠΟ ΠΑΛΙΕΣ

Οι σχέσεις της ανισότιμης αλληλεξάρτησης, που διέπουν τις σχέσεις όλων των καπιταλιστικών κρατών, μορφοποιούνται μέσα και από ένα πλήθος διεθνών και περιφερειακών οργανισμών, οργανώσεων και συμφωνιών. Σε αυτές αποτυπώνεται εμμέσως και ο συσχετισμός δύναμης, ενώ συχνά γίνονται πεδίο εκδήλωσης των ανταγωνισμών. Τα τελευταία χρόνια δίπλα στις γνωστότερες (π.χ. ΟΗΕ, ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΟΑΣΕ, ΠΟΕ, G7, G20), όπου ηγούνταν οι ΗΠΑ, εμφανίστηκαν και νέες, όπως η BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική), η Οργάνωση Συνεργασίας της Σαγκάης20, όπου ηγείται η Κίνα, η Οργάνωση Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας21 και η Ευρασιατική Οικονομική Ένωση22, όπου ηγείται η Ρωσία.

Οι ενώσεις αυτές, που διαμορφώνονται στο έδαφος του μονοπωλιακού καπιταλισμού, παρά τις διάφορες διακηρύξεις και τις διαφορετικές «ταχύτητες», έχουν το ίδιο ταξικό πρόσημο, είναι ενώσεις καπιταλιστικών κρατών και σκοπό έχουν την ενίσχυση της εξουσίας και της οικονομικής και γεωπολιτικής θέσης των αστικών τάξεων που συμμετέχουν σε αυτές, στο μοίρασμα και ξαναμοίρασμα του πλανήτη.

Σε συνθήκες όπου δυναμώνει η καπιταλιστική κρίση και η τάση αναδιάταξης ισχύος ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη, ορισμένες από αυτές περνούν σοβαρές αναταράξεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι BRICS που συγκροτήθηκαν το 2009 χωρίς τη Ν. Αφρική, η οποία εντάχτηκε το 2010: Ξεκίνησαν ως μορφή συνεργασίας των ταχύτερα αναπτυσσόμενων οικονομιών. Στις 5 χώρες που την συγκροτούν, ζει πάνω από το 42% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ βρίσκονται πάνω από το 26% των παγκόσμιων εδαφών και οι 5 χώρες έχουν πάνω από 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Συγκρότησαν την «Αναπτυξιακή Τράπεζα», σε μια προσπάθεια να προκρίνουν κοινά επενδυτικά σχέδια, ενώ επιδίωξαν και τη διαμόρφωση κοινών πολιτικο-οικονομικών στόχων, όπως, π.χ., η αναβάθμιση της ανταλλακτικής ικανότητας των δικών τους νομισμάτων έναντι του δολαρίου. Παρά όμως αυτές τις κοινές προσπάθειες, υπάρχουν και υπαρκτές και μεγάλες αντιθέσεις που δυναμώνουν, όπως είναι η αντιπαράθεση Κίνας και Ινδίας. Με την Προεδρία Τραμπ έγινε φανερή η στρατηγική προσέγγισης των ΗΠΑ με την Ινδία και τη Βραζιλία, επιδιώκοντας έτσι τη δημιουργία ρωγμών στη συνοχή αυτής της οργάνωσης.

Ανάλογες καταστάσεις εμφανίζονται και σε άλλες ενώσεις, όπως, π.χ., στην ΕΟΕ, όπου την προηγούμενη περίοδο τα ευρωατλαντικά ανταγωνιστικά συμφέροντα επέλεξαν ως «αδύνατους κρίκους» την Αρμενία, τη Λευκορωσία και τη Μολδαβία, «πατώντας» πάνω στα συμφέροντα και τις φιλοδοξίες των αστικών τάξεων αυτών των χωρών και καταφέρνοντας προς στιγμή να «φρενάρουν» σχέδια επιτάχυνσης της περιφερειακής καπιταλιστικής ενοποίησης που είχε εκπονήσει η Ρωσία.

Την προηγούμενη περίοδο, δυσκολίες αντιμετώπισαν τόσο ο APEC (Οργάνωση για την Οικονομική Συνεργασία σε Ασία-Ειρηνικό)23 και ο ASEAN (Ένωση των Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας)24, όπου ενισχύονται οι τριβές για τη στάση απέναντι στις διεκδικήσεις της Κίνας και την αμερικανική εμπλοκή στην περιοχή.

Στην αμερικάνικη ήπειρο υπάρχουν αρκετές περιφερειακές ενώσεις.25 Είναι χαρακτηριστικό πως η ALBA («Μπολιβαριανή Συμμαχία για τους λαούς της Αμερικής»)26, που αποτελούσε μια συμμαχία της Κούβας με σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις που είχαν προκύψει σε κράτη της Λατινικής Αμερικής, αποψιλώθηκε σημαντικά μετά από την επικράτηση στις χώρες της Λατινικής Αμερικής κυβερνήσεων που προσανατολίζονται προς τις ΗΠΑ. Η ALBA προβλήθηκε ιδιαίτερα από την κυβέρνηση της Βενεζουέλας και άλλες αντίστοιχες δυνάμεις, οι οποίες είχαν αναδειχτεί με σοσιαλιστικά συνθήματα της οικοδόμησης του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» και διάφορων ανάλογων παραλλαγών αυτού του ιδεολογήματος, που βέβαια καμία σχέση δεν είχε με τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης. Αυτές οι κυβερνήσεις, που είχαν σ’ ένα σημαντικό βαθμό την υποστήριξη ευρύτατων εργατικών-λαϊκών στρωμάτων, στην πράξη εξέφραζαν τα συμφέροντα τμημάτων της αστικής τάξης που επιδίωκαν αλλαγές στη διαχείριση του καπιταλισμού και στις διεθνείς συμμαχίες τους, προτάσσοντας έτσι ως βασικό σύνθημα την «εθνική κυριαρχία» έναντι του ιμπεριαλισμού, που βασικά τον ταυτίζουν με τις ΗΠΑ. Στις προσπάθειές τους είχαν τη στήριξη Κίνας και Ρωσίας, κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο από τις ΗΠΑ και την ΕΕ, που αξιοποίησαν όλες τις μεθόδους, όπως είναι δεσμεύσεις κρατικών τραπεζικών λογαριασμών, εμπορικοί πόλεμοι, οικονομικές κυρώσεις, ακόμα και η διοργάνωση ή στήριξη πραξικοπημάτων, για να εμποδίσουν τα ανταγωνιστικά σχέδια, να επιβάλουν «βολικές» στις ίδιες πολιτικές ανατροπές. Το Κόμμα μας καταδίκασε αυτές τις ενέργειες των ιμπεριαλιστών του ευρωατλαντισμού, εξέφρασε την αλληλεγγύη του πρώτ’ απ’ όλα με τα ΚΚ στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, καθώς και με τους εργαζόμενους, τους λαούς της περιοχής, που έχουν το δικαίωμα να καθορίσουν το μέλλον τους χωρίς ξένες επεμβάσεις, και ταυτόχρονα ανέδειξε πως καμία διαχείριση του καπιταλισμού δεν μπορεί να διασφαλίσει τη λαϊκή ευημερία και τη λαϊκή κυριαρχία, παρά μόνο η εργατική εξουσία.

Η επιδίωξη των ΗΠΑ να διατηρήσουν τα «σκήπτρα» και ο εκκολαπτόμενος νέος διπολισμός με την Κίνα τις οδηγεί να κινούνται σε αναδιάταξη των όποιων συμμαχιών τους, σε επανεξέταση συμφωνιών, στην αναδιάρθρωση διεθνών οργανισμών, στην παράλυση άλλων, όταν δεν μπορούν να τις αξιοποιήσουν στους σχεδιασμούς τους. Είναι χαρακτηριστικό το πώς οι ΗΠΑ αξιοποίησαν τα τελευταία χρόνια ως πολιτικό «ρόπαλό» τους στην περιοχή τον Οργανισμό των Αμερικανικών Κρατών27.

Την ίδια ώρα, παρατηρείται μια αλληλουχία αποχωρήσεων των ΗΠΑ από διάφορες διεθνείς συμφωνίες και οργανισμούς. Έτσι, μπορούμε να σημειώσουμε πως οι ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια έχουν αποχωρήσει: Αρχικά, το 2002, επί Τζορτζ Μπους, από τη Συμφωνία Ελέγχου των Αντιβαλλιστικών Συστημάτων (ABM), που είχε υπογραφεί με την ΕΣΣΔ το 1972. Το 2017 από την UNESCO. Το 2018 από τη Συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, που είχε υπογραφεί το 2015. Το 2017 αποχώρησαν από τη Διειρηνική Συνεργασία (TPP), αλλά προχώρησαν και στο πάγωμα των συζητήσεων για την TTIP με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2018, πιέζοντας ότι θ’ αποχωρήσουν από τη NAFTA που είχε υπογραφεί το 1994, πέτυχαν την αναθεώρησή της σε USMCA28. Το 2019 από τη Συμφωνία για τον Έλεγχο των Πυρηνικών Όπλων Μεσαίου Βεληνεκούς (INF), που είχε υπογραφεί το 1987. Το 2019 από τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα. Το 2020 από τη Συμφωνία «Ανοιχτοί Ουρανοί»29, που είχε υπογραφεί το 1992. Όλα τα μέχρι στιγμής δεδομένα δείχνουν πως ακόμα και η συμφωνία ελέγχου των στρατηγικών πυρηνικών όπλων (START 3), που είχε υπογραφεί το 2010, ως συνέχεια προηγούμενων συμφωνιών (1972, 1979, 1993 κ.ο.κ.), και λήγει το Φλεβάρη του 2021, δε θα ανανεωθεί, με ευθύνη των ΗΠΑ. Επιπλέον, ανακοίνωσαν ότι σκέφτονται να προχωρήσουν και σε νέες πυρηνικές δοκιμές, καταπατώντας τη σχετική διεθνή συμφωνία του 1963.

Μπορούμε έτσι να διαπιστώσουμε πως διάφορες διεργασίες αλλαγής στο σημερινό συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες, κυρίως αυτές που βρίσκονται στην «κορυφή» της ιμπεριαλιστικής «πυραμίδας», οδηγούν σε ανακατατάξεις, ανασχεδιασμούς των διεθνών συνθηκών και οργανώσεων.

Ισχυροί διεθνείς διακρατικοί οργανισμοί έχουν μετατραπεί σε προκάλυμμα για την προώθηση των συμφερόντων των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Στο εσωτερικό τους εκδηλώνονται αντιπαραθέσεις και προσωρινοί συμβιβασμοί ανάμεσα στις ισχυρές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Όταν οι συμβιβασμοί δεν μπορούν να επιτευχθούν, ακολουθούν παζάρια, απειλές, ακόμη και αποχώρηση από τις διάφορες συμφωνίες, όπως μας δείχνει η στάση των ΗΠΑ και άλλων χωρών, όπως της Ρωσίας, που προχώρησε σε συνταγματικές αλλαγές για την κατοχύρωση της υπεροχής της εθνικής νομοθεσίας έναντι των διεθνών νόμων και κανονισμών, κάτι που παραπέμπει στην ανάλογη στάση των ΗΠΑ.

Οι ΗΠΑ, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσουν την πρωτοκαθεδρία τους στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, επιδιώκουν να «ξηλώσουν» και να «ράψουν» στα δικά τους μέτρα το πλέγμα των διεθνών οργανισμών και συμφωνιών που διέπουν την ανισότιμη αλληλεξάρτηση των καπιταλιστικών κρατών. Είναι χαρακτηριστικό πως ο απερχόμενος Αμερικανός Πρόεδρος επιδίωξε ακόμη και να τροποποιήσει το παρόν σχήμα της Συνόδου των 7 ισχυρότερων καπιταλιστικών χωρών (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Καναδάς, Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία, Γερμανία), εκτιμώντας πως είναι «ξεπερασμένο» και θα πρέπει σε αυτό να προσκληθούν η Αυστραλία, η Νότια Κορέα, η Ινδία και η Ρωσία, σε μια προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας αντικινεζικής συμμαχίας· επιβεβαιώνοντας πως ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού και στην προσπάθεια πρόσδεσης της Ινδίας στους αμερικανικούς σχεδιασμούς, σε περιβάλλον όξυνσης των σχέσεων Κίνας-Ινδίας, μαζί με την Ιαπωνία και την Αυστραλία.

 

ΤΡΕΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ

α) Η «αποχώρηση των ΗΠΑ» και το «κενό εξουσίας» στον κόσμο.

Διάφορες αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις ερμηνεύουν την αποχώρηση των ΗΠΑ από μια σειρά διεθνών συμφωνιών ή τη μείωση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ σε κάποιες χώρες, όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν, ως «αποχώρηση των ΗΠΑ» και ως «κενό εξουσίας» στον κόσμο, που καλύπτεται από άλλες δυνάμεις. Μάλιστα, από τους «θαυμαστές» της PAXAMERICANA εκδηλώθηκαν διθυραμβικές κραυγές για την εκλογή του «δημοκρατικού» Τζο Μπάιντεν στην αμερικανική Προεδρία, εκτιμώντας πως «επιτέλους οι ΗΠΑ επιστρέφουν».

Πρόκειται για μια εντελώς λαθεμένη «ανάγνωση» της πραγματικότητας, αφού οι ΗΠΑ δε χρειάζεται «να επιστρέψουν» κάπου, μια και ποτέ δεν είχαν φύγει! Οι ΗΠΑ, π.χ., την τελευταία περίοδο ενίσχυσαν τη στρατιωτική παρουσία τους στην Ελλάδα, στην Πολωνία, στη Βαλτική, στη Νοτιοανατολική Ασία, στα Βαλκάνια κ.α., ενώ κάπου αλλού την μείωσαν. Λαθεμένα, λοιπόν, οι ανασχεδιασμοί των στόχων των ΗΠΑ ή της επιλογής των «κρίκων», στους οποίους δίνουν το βάρος οι ΗΠΑ, «μεταφράζονται» ως γενικότερη «αποχώρηση». Πολύ περισσότερο αυτό δεν ισχύει για την πολιτική επιρροή των ΗΠΑ. Στην περιοχή μας πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι πως με αμερικανική παρέμβαση έκλεισε η «Συμφωνία των Πρεσπών», για να μπει μία ακόμη χώρα στο ΝΑΤΟ. Επιπλέον, οι ΗΠΑ ήταν αυτές που προχώρησαν στο νέο σχέδιο για την Παλαιστίνη, που επιδιώκει να βάλει «ταφόπλακα» στη λύση των δύο κρατών.

Την ίδια ώρα, η τάση αλλαγής του συσχετισμού δύναμης, που σχετίζεται με την άνοδο και άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, σαφώς και μειώνει ή δυσκολεύει ως ένα βαθμό τους αμερικανικούς σχεδιασμούς, όπως φάνηκε στο παράδειγμα της Συρίας. Ωστόσο, αυτό δεν οφείλεται αποκλειστικά στις ΗΠΑ, αλλά στην ενίσχυση και άλλων δυνάμεων, που προωθούν τα δικά τους συμφέροντα.

Η αποχώρηση των ΗΠΑ από μια σειρά διεθνών συμφωνιών, που προαναφέραμε, έχει σαφή στόχο την αναδιάταξη των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών προς όφελός τους, σ’ ένα περιβάλλον όπου οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις δημιουργούν μια «κινούμενη άμμο».

 

β) Η επίκληση στον ΟΗΕ και στο Διεθνές Δίκαιο.

Το Διεθνές Δίκαιο, όπως το γνωρίζαμε όταν υπήρχαν η ΕΣΣΔ και άλλες σοσιαλιστικές χώρες και ήταν αποτέλεσμα του παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων αυτών των χωρών με τις καπιταλιστικές χώρες, δεν υπάρχει πλέον. Πλέον διαμορφώνεται στη βάση του σημερινού συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Δυστυχώς, διάφορα ΚΚ συνεχίζουν να επικαλούνται, π.χ., τον ΟΗΕ και τον Καταστατικό Χάρτη του, λες και ζούμε πριν 50 χρόνια. Λες και δεν υπάρχει, π.χ., η συμφωνία του ΟΗΕ με το ΝΑΤΟ με την οποία το ΝΑΤΟ αναλαμβάνει να εξαπολύσει με «ανάθεση» του ΟΗΕ ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις, όπως αυτή που έγινε το 2011 στη Λιβύη. Λες και ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ δεν ερμηνεύεται κατά το δοκούν. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα η ερμηνεία του άρθρου 51 (που αφορά το δικαίωμα μιας χώρας στην αυτοάμυνα έναντι ένοπλης επίθεσης) και το οποίο επικαλέστηκε η Τουρκία για να εισβάλει στη Συρία και να κατέχει σήμερα το 10% των συριακών εδαφών. Φτάνουμε στα όρια του παραλόγου, όταν βλέπουμε στην περίπτωση της σύγκρουσης Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν την Τουρκία να στέκεται στο πλευρό του Αζερμπαϊτζάν και να επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο και την ανάγκη αποκατάστασης της «εδαφικής ακεραιότητάς» του, όταν η ίδια σε τρεις περιπτώσεις (Κύπρος, Συρία, Ιράκ) παραβιάζει αυτήν την αρχή, εισβάλλοντας, κατέχοντας ξένα εδάφη, τεμαχίζοντας άλλες χώρες.

Σήμερα, λοιπόν, το Διεθνές Δίκαιο αντιδραστικοποιείται παραπέρα και χρησιμοποιείται από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κατά το δοκούν30, στο πλαίσιο των ανταγωνισμών τους και σε βάρος των λαών. Οι κομμουνιστές οφείλουμε να παλέψουμε με απόψεις που συσκοτίζουν αυτό το γεγονός.

 

γ) Η ανακύκλωση της συζήτησης για τη «δημοκρατική αρχιτεκτονική» των διεθνών οργανισμών.

Ενώ οι εξελίξεις καταρρίπτουν τις αυταπάτες που έτρεφαν και καλλιεργούσαν διάφορες αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις, ότι η «παγκοσμιοποίηση των οικονομιών» οδηγεί σ’ ένα παγκόσμιο σύστημα όπου όλα τα προβλήματα θα επιλύονται «ειρηνικά» από το Διεθνές Δίκαιο και τους διεθνείς οργανισμούς, την ίδια ώρα δεν κοπάζουν οι αναζητήσεις προς τις λύσεις μιας «δημοκρατικής αναμόρφωσης» των διεθνών οργανισμών, ξεκινώντας από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ενσωματώνοντας, π.χ., την Ινδία και άλλες μεγάλες χώρες, που σήμερα δεν είναι μέλη του. Τέτοιες προτάσεις παρουσιάζονται ως φραγμός στις ενέργειες των «πιο επιθετικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων» και ως βήμα για την επικράτηση ενός «πολυπολικού κόσμου».

Τέτοιες αντιλήψεις, άσχετα από προθέσεις, εξωραΐζουν ιδεολογικά την παγκόσμια ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, αφού θεωρούν πως αυτή μπορεί ν’ αλλάξει χωρίς την αναγκαία ανατροπή του καπιταλισμού. Αρνούνται τη λενινιστική αντίληψη του ιμπεριαλισμού, αποσπώντας την οικονομία από την πολιτική. Γι’ αυτές τις δυνάμεις ο ιμπεριαλισμός είναι οι πολιτικές και στρατιωτικές ενέργειες των πιο «επιθετικών» δυνάμεων κατά της «εθνικής κυριαρχίας» των άλλων χωρών. Αγνοούν έτσι το γεγονός πως είναι ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός αυτός που οδηγεί σε στρατιωτικές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πολέμους και όχι κάποιες «πιο επιθετικές δυνάμεις». Αυτός ο ανταγωνισμός διεξάγεται με όλα τα μέσα που διαθέτει η κάθε καπιταλιστική εξουσία σε κάθε χώρα και βέβαια αποτυπώνεται στις διακρατικές συμφωνίες και με τις διάφορες συμμαχίες. Μέσα σε αυτές τις συμμαχίες οι αστικές τάξεις παραχωρούν μέρος της εθνικής κυριαρχίας, των κυριαρχικών δικαιωμάτων των χωρών τους, ώστε να διασφαλίσουν την εξουσία τους και πάντα προσδοκώντας νέα κέρδη. Την ίδια ώρα, κινούνται και με πολεμικά μέσα, αφού «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με βίαια μέσα».

 

Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΕΝΔΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ

Στις συνθήκες των οξυμένων ανταγωνισμών ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη, όλο και μεγαλύτερη σημασία λαμβάνει η στρατιωτική ισχύς της κάθε αστικής τάξης. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Ρωσίας και της στρατιωτικής της επέμβασης στη Συρία. Η Ρωσία είναι σήμερα, στη βάση διαφορετικών εκτιμήσεων, ανάμεσα στην 7η και τη 12η παγκόσμια θέση σε ό,τι αφορά την οικονομική ισχύ της. Την ίδια ώρα, έχοντας σημαντική στρατιωτική ισχύ, μπόρεσε ν’ ανατρέψει τους σχεδιασμούς πολύ ισχυρότερων οικονομικά δυνάμεων στη Συρία, στην οποία διακυβεύονταν σοβαρά οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα της ρωσικής αστικής τάξης.

Βλέπουμε πως οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες το 2019 υπολογίζονταν σε 1,917 τρισ. δολάρια, στο 2,2% του Παγκόσμιου ΑΕΠ, με αύξηση κατά 3,6% σε σχέση με το 2018 και κατά 7,2% σε σχέση με το 2010, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, εξαιτίας κυρίως των στρατιωτικών δαπανών κι επιχειρήσεων των ΗΠΑ και της Κίνας. Οι διεθνείς πωλήσεις όπλων αυξήθηκαν κατά 7,8% την περίοδο 2014-2018 ή κατά 20% σε σχέση με την περίοδο 2005-2009. Ασία και Μέση Ανατολή ήταν οι βασικοί εισαγωγείς παγκοσμίως.

Οι στρατιωτικές δαπάνες στις ΗΠΑ για το 2019, που παραμένει η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του πλανήτη, υπολογίζεται ότι έφτασαν τα 732 δισ. δολάρια και ακολουθούν Κίνα (261), Ινδία (71,1), Ρωσία (65,1), Σαουδική Αραβία (61,9), Γαλλία (50,1), Γερμανία (49,3), Βρετανία (48,7), Ιαπωνία (47,6), Νότια Κορέα (43,9).31 Οι συνολικές στρατιωτικές δαπάνες και από τα 29 κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ ήταν 1035 δισεκατομμύρια δολάρια το 2019.

Την περίοδο 2015-2019, οι ΗΠΑ παρέμειναν πρώτες στις εξαγωγές όπλων, κατέχοντας το 36%, με δεύτερη τη Ρωσία, ενώ ακολουθούν Γαλλία, Γερμανία, καθώς και η Κίνα.

Βασικό στοιχείο της στρατιωτικής ισχύος των ισχυρότερων στρατιωτικά δυνάμεων είναι οι πυρηνικοί εξοπλισμοί τους. Έτσι, οι πυρηνικές δυνάμεις εξακολουθούν να εκσυγχρονίζουν το πυρηνικό τους οπλοστάσιο, αντικαθιστώντας παλιές κεφαλές. Οι 9 πυρηνικές δυνάμεις (ΗΠΑ με 5.800 πυρηνικές κεφαλές, Ρωσία με 6.375, Βρετανία με 215, Γαλλία με 290, Κίνα με 320, Ινδία με 150, Πακιστάν με 160, Ισραήλ με 90, Βόρεια Κορέα με 30-40) διαθέτουν συνολικά 13.400 πυρηνικά όπλα, εκ των οποίων το 90% ανήκουν σε ΗΠΑ και Ρωσία.

Οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους τον Οκτώβρη του 2018 από τη Συνθήκη Πυρηνικών Δυνάμεων Μέσου Βεληνεκούς (Intermediate-Range Nuclear Forces Treaty/INF), που είχε υπογραφεί με τη Σοβιετική Ένωση το Δεκέμβρη του 1987. Τα χρόνια αυτά αποσύρθηκε μεγάλος αριθμός πυραύλων εμβέλειας 500-5.500 χλμ. Ωστόσο, οι ΗΠΑ αποχώρησαν από την INF, με το πρόσχημα των ρωσικών πυραύλων 9m729 (SSC-8), επιρρίπτοντας ευθύνες στη Ρωσία, αναφέροντας πως από το 2016 και μετά ανέπτυξε περίπου 100 τέτοιους πυραύλους. Από τη μεριά της η ρωσική πλευρά απορρίπτει τις κατηγορίες, σημειώνοντας πως αυτοί οι συγκεκριμένοι εκσυγχρονισμένοι πύραυλοί της έχουν εμβέλεια κάτω των 500 χιλιομέτρων, και κατηγορεί τις ΗΠΑ για την εγκατάσταση της «Αντιπυραυλικής Ασπίδας» σε Πολωνία, Ρουμανία, χρησιμοποιώντας εκτοξευτές Mk-41, που μπορούν ν’ αξιοποιηθούν για την εκτόξευση επιθετικών πυραύλων μεγάλης εμβέλειας.32

Ο ανταγωνισμός κλιμακώνεται και οι δύο χώρες ανακοινώνουν αλλαγές στο «πυρηνικό» στρατιωτικό δόγμα τους, ενώ οι ρωσικές Αρχές μιλούν πλέον και για κατασκευή «υπερόπλων» hypersonic και βλέπουμε να γίνονται εκατέρωθεν καταγγελίες για νέα είδη, όπως τα λέιζερ ή όπλα κλιματικών αλλαγών, και σε νέες σφαίρες χρήσης, όπως στο Διάστημα.

Οι ΗΠΑ αποσκοπούν να θέσουν και την Κίνα σε συμφωνία ελέγχου και περιορισμού των πυρηνικών, θεωρώντας την επικίνδυνο ανταγωνιστή, ενώ το βασικό ζήτημα που εξετάζεται στους πυρηνικούς εξοπλισμούς είναι η ικανότητα του «πρώτου πλήγματος».

Η Συμφωνία «Νew Start» για τα πυρηνικά στρατηγικά όπλα (New Strategic Arms Reduction Treaty), που υπογράφηκε το 1991, ανανεώθηκε το 2010 και λήγει το 2021.

Σημαντικό «εργαλείο» για τους πολεμικούς σχεδιασμούς των ισχυρότερων δυνάμεων είναι οι στρατιωτικές βάσεις εκτός συνόρων τους, όπου οι ΗΠΑ φαίνεται να έχουν πάνω από 700 βάσεις, διαφορετικής χρήσης, σε όλο τον κόσμο. Βάσεις εκτός συνόρων έχουν επίσης οι Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία, Ιταλία, Τουρκία, Κίνα, Ιαπωνία, Ινδία.

Βεβαίως, υπάρχουν πάρα πολλοί παράγοντες που υπολογίζονται στην κατάταξη της στρατιωτικής ισχύος, πέρα από τα πυρηνικά όπλα. Επιπλέον, η στρατιωτική ισχύς μιας χώρας δεν καθορίζεται ούτε μόνο από το σύνολο των πολεμικών δαπανών της, της αγοράς όπλων. Παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι το κατακτημένο μέγεθος των στρατιωτικών δυνάμεων, η τεχνολογική υπεροχή, η ισχυρή πολεμική βιομηχανία, η δυνατότητα εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης στην πολεμική τέχνη και τις εκάστοτε νέες τεχνολογίες της, ο διαρκής εκσυγχρονισμός των στρατιωτικών μέσων και το υψηλό επίπεδο τεχνογνωσίας, που σε μερικά είδη όπλων απαιτεί πολυετή έρευνα και μεγάλη δαπάνη, η ύπαρξη βάσεων εκτός συνόρων σε συνδυασμό με τον έλεγχο εδαφών στρατηγικής σημασίας, η δυνατότητα συλλογής πληροφοριών, η δυνατότητα διεξαγωγής ανορθόδοξου πολέμου κ.ά. Σαφώς η στρατιωτική ισχύς βρίσκεται σε συνάρτηση με την οικονομική ισχύ, αν και από μόνη της, όπως φαίνεται και από τα παραπάνω, δε συνεπάγεται αυτόματα και στρατιωτική ισχύ.

Οι εκτιμήσεις που αφορούν τη σημερινή κατάταξη ανάμεσα στις 20 ισχυρότερες στρατιωτικά χώρες έχει ως εξής: 1. ΗΠΑ, 2. Ρωσία, 3. Κίνα, 4. Ινδία, 5. Ιαπωνία, 6. Νότια Κορέα, 7. Γαλλία, 8. Ηνωμένο Βασίλειο, 9. Αίγυπτος, 10. Βραζιλία, 11. Τουρκία, 12. Ιταλία, 13. Γερμανία, 14. Ιράν, 15. Πακιστάν, 16. Ινδονησία, 17. Σαουδική Αραβία, 18. Ισραήλ, 19. Αυστραλία, 20. Ισπανία. Στη βάση αυτής της εκτίμησης, η Ελλάδα βρίσκεται στην 33η θέση.33

Πρέπει να σημειωθεί πως οι πολεμικές επιχειρήσεις, οι ιμπεριαλιστικές αποστολές και πόλεμοι είναι στο DNA του καπιταλισμού. Είναι έωλες οι πασιφιστικές διακηρύξεις και τα αιτήματα του είδους «να σταματήσουμε τον πόλεμο», ενώ δρουν αποπροσανατολιστικά για το κίνημα, όταν δε συνοδεύονται με συγκεκριμένα μέτρα, όπως, π.χ., ήταν από την εποχή του Λένιν ακόμα η πάλη ενάντια στις στρατιωτικές δαπάνες στους προϋπολογισμούς των αστικών κρατών, η πάλη ενάντια στις ξένες βάσεις, στην αποθήκευση πυρηνικών όπλων, στην αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων εκτός συνόρων, και, βέβαια, όταν δεν μπαίνει ο στόχος της αποδέσμευσης των χωρών από τα ιμπεριαλιστικά σχέδια και οργανώσεις. Το ΚΚΕ, π.χ., έχει δείξει πως στις συνθήκες του καπιταλισμού, της συμμετοχής της χώρας στο ΝΑΤΟ, ακόμη και η αγορά των λεγόμενων «αμυντικών όπλων», όπως, π.χ., είναι τα αντιαεροπορικά-αντιβαλλιστικά συστήματα «Πάτριοτ», μπορεί ν’ αξιοποιηθεί για επιθετικούς σκοπούς. Όπως συνέβη με την αποστολή συστοιχιών «Πάτριοτ» που είχαν στη διάθεσή τους οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και αποφασίστηκε να σταλούν στη Σαουδική Αραβία, ενταγμένοι στους επιθετικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ κατά του Ιράν, ή με την αποστολή πολεμικών πλοίων στα στενά του Ορμούζ, ενώ έχει τεθεί στο τραπέζι αποστολή στο Μάλι34 όπου πολεμούν γαλλικές και πολυεθνικές δυνάμεις κ.ο.κ. Δυστυχώς, υπάρχουν ΚΚ που, στο όνομα της «άμυνας» και του «πατριωτισμού», συμμετέχοντας σε διάφορες «αριστερές» κυβερνήσεις, όπως, π.χ., το ΚΚ Βραζιλίας, το ΚΚ Ισπανίας, στήριξαν και ψήφισαν στρατιωτικές δαπάνες ή τα διάφορα προσχήματα που οι αστικές κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν για ιμπεριαλιστικές αποστολές εκτός συνόρων τους, όπως, π.χ., το Γαλλικό ΚΚ.

 

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΆΞΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

Η αστική τάξη της Ελλάδας, όπως κάθε αστική τάξη, επιδιώκει τη γεωπολιτική της αναβάθμιση. Εκτιμά πως αυτή μπορεί να επιτευχθεί μέσω του εκσυγχρονισμού και της μεγαλύτερης πρόσδεσης κι ενός πιο ενεργού ρόλου στα ευρύτερα σχέδια που καθορίζουν οι αναπτυγμένες σχέσεις με ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ στην περιοχή. Έτσι, συμμετέχει ενεργά και στους αντίστοιχους στρατιωτικο-πολιτικούς σχεδιασμούς. Αυτοί οι στόχοι εκφράζονται, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, από τα αστικά κόμματα και τις κυβερνήσεις τους, τόσο του σοσιαλδημοκρατικού ΣΥΡΙΖΑ 
πριν όσο και της φιλελεύθερης ΝΔ σήμερα.

Η αστική τάξη της Ελλάδας φιλοδοξεί ν’ αναβαθμίσει τις θέσεις της σε Βαλκάνια και Νοτιοανατολική Μεσόγειο, όπου έχει μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Προχώρησε, με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, στη «Συμφωνία των Πρεσπών» για ν’ ανοίξει ο δρόμος ένταξης μίας ακόμη χώρας στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις ΝΑΤΟ-ΕΕ, και μάλιστα διατηρώντας –όπως εκτιμάει το Κόμμα μας– το «σπέρμα» του αλυτρωτισμού, που στην πορεία μπορεί να οδηγήσει τους λαούς σε νέες περιπέτειες. Επιδιώκει συνεργασία εκμετάλλευσης του ενεργειακού πλούτου της Ανατολικής Μεσογείου για τη διοχέτευσή του στις ευρωπαϊκές αγορές, μέσω του αγωγού EastMed, όπως και την κατασκευή κάθετων αγωγών στη Βόρεια Ελλάδα από τους οποίους αμερικανικό υγροποιημένο αέριο, που θα έρχεται στην Ελλάδα, θα διοχετεύεται σε χώρες της Ευρώπης. Όλα αυτά, ενταγμένα στο σχεδιασμό «απεξάρτησης» της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Επιδιώκει την ανάδειξη της χώρας σε τεχνολογικό, ενεργειακό και οικονομικό κόμβο στήριξης των ευρωατλαντικών σχεδίων για την περιοχή. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η αξιοποίηση των ελληνικών ναυπηγείων για τις ανάγκες του 6ου Στόλου των ΗΠΑ, των λιμανιών της Αλεξανδρούπολης και της Καβάλας για τη μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου και οι επενδύσεις ισχυρών αμερικανικών ομίλων στον τομέα της πληροφορικής στην Αττική. Παράλληλα, προσπαθεί να διαχειριστεί την αμερικανική αντίδραση στις επενδύσεις της Κίνας στις εγχώριες λιμενικές υποδομές και στον τομέα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προωθήθηκε ο λεγόμενος «Στρατηγικός Διάλογος Ελλάδας-ΗΠΑ», που διαμόρφωσε πλαίσιο οικονομικών, πολιτικών, στρατιωτικών θεμάτων, με καθοριστικής σημασίας την αναθεώρηση κι επέκταση της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας για τις βάσεις.

Αυτόν το σχεδιασμό συνέχισε και ολοκλήρωσε η κυβέρνηση της ΝΔ με τη συμφωνία με τις ΗΠΑ, που περιλαμβάνει την παραπέρα αναβάθμιση της βάσης της Σούδας και τη δημιουργία των βάσεων Drones στη Λάρισα, ελικοπτέρων στο Στεφανοβίκειο και το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, που αποτελεί σημαντικό αναβαθμισμένο κρίκο των αμερικανικών σχεδίων, ενώ διατηρείται η βάση των ιπτάμενων Ραντάρ Awacs στο Άκτιο της Πρέβεζας κι εκσυγχρονίζεται η βάση στον Άραξο για «φιλοξενία» πυρηνικών όπλων.

Στην πράξη δημιουργείται ένας ιστός στρατιωτικών βάσεων, που καλύπτει γεωγραφικά όλες τις περιοχές της χώρας, μετατρέποντας την Ελλάδα σε ορμητήριο υλοποίησης ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών. Με στάθμευση μαχητικών αεροσκαφών κι ελικοπτέρων, ελλιμενισμό αεροπλανοφόρων, πυρηνικών υποβρυχίων, αντιτορπιλικών του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, τηλεπικοινωνιακές-κατασκοπευτικές υποδομές, αποθήκες καυσίμων, εγκαταστάσεις για υποδοχή επίγειων δυνάμεων για την περικύκλωση της Ρωσίας και μεταφορά σε διάφορες εστίες πολέμων σε σύνδεση με τις αμερικανικές βάσεις και υποδομές στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, στα Βαλκάνια και τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο, δυνατότητα εξαπόλυσης πυρηνικών χτυπημάτων από τον Άραξο.

Η Ελληνοαμερικανική Συμφωνία δίνει τη δυνατότητα εγκατάστασης και χρησιμοποίησης αμερικανικών δυνάμεων σε όλες τις μονάδες του Ελληνικού Στρατού, με πολλαπλές συνέπειες στο ρόλο και τον προσανατολισμό τους, ως οργανικό τμήμα του ΝΑΤΟϊκού στρατού.

Στην πράξη βαθαίνει η εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς κι έχουν διαμορφωθεί ήδη τεράστιοι κίνδυνοι στοχοποίησης του λαού μας. Ρωσία και Ιράν προειδοποιούν ότι, σε περίπτωση που μπει σε κίνδυνο η ασφάλειά τους από αμερικανικές βάσεις, θα τις χτυπήσουν με πυραύλους.

Η επιθετικότητα της ελληνικής αστικής τάξης εκδηλώνεται και με την αποστολή ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων σε δεκάδες ιμπεριαλιστικές αποστολές στο εξωτερικό.

Αποτελεί πρόκληση η προσπάθεια δικαιολόγησης των αποστολών ελληνικών δυνάμεων στο εξωτερικό με την προσχηματική κάλυψη αποφάσεων του ΟΗΕ, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, που στηρίζουν όλα τα αστικά κόμματα, με πρωταγωνιστές την κυβέρνηση της ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ.

Η πρόσδεση της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ και η ενδυνάμωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ αποτελεί στρατηγική επιλογή όλων των αστικών κομμάτων, βασικό στοιχείο της στρατηγικής σύμπλευσης.

Η επιδίωξη της αστικής τάξης να συγκροτήσει «άξονα» με Ισραήλ, Αίγυπτο, Κύπρο δυναμώνει την εμπλοκή της χώρας σε αντιθέσεις που αφορούν και τα κράτη των συμμαχικών σχημάτων που συμμετέχει. Πολύ περισσότερο που το κράτος του Ισραήλ είναι κατοχική δύναμη στην Παλαιστίνη και δολοφονεί το λαό της, είναι σε σύγκρουση με το Ιράν, κατέχει και βομβαρδίζει συριακά εδάφη, ενώ η Αίγυπτος εμπλέκεται στον πόλεμο στη Λιβύη κι έχει γενικότερες βλέψεις στην περιοχή. Η ευφορία που καλλιεργείται είναι αβάσιμη, ενώ σε κάθε περίπτωση ωφελημένα θα είναι τα ενεργειακά μονοπώλια που θ’ αναλάβουν τον αγωγό EastMed και όχι ο λαός μας και οι άλλοι λαοί.

Το Κόμμα μας καταδικάζει την ενεργή συμμετοχή της αστικής τάξης της Ελλάδας στους ανταγωνισμούς και υπογραμμίζει πως αυτή εμπλέκει τη χώρα σε επικίνδυνες εξελίξεις, σε αιματηρούς σχεδιασμούς σε βάρος άλλων λαών, ενώ η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα μετατρέπονται σε όμηρο των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Ταυτόχρονα, το Κόμμα μας έχει ξεπεράσει μια αντίληψη, που στο παρελθόν την είχε και το ίδιο και δυστυχώς παραμένει έντονη στις γραμμές πολλών ΚΚ, που εξετάζουν τη συμμετοχή των χωρών τους στα ιμπεριαλιστικά σχέδια ως απόρροια της «υποταγής» της αστικής κυβέρνησης ή κάποιου «ξενόδουλου», «κομπραδόρικου» τμήματος της αστικής τάξης της χώρας, που «σέρνεται» από τους ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ σε ξένους σχεδιασμούς. Το ΚΚΕ εκτιμά πως η συμμετοχή της χώρας μας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς δε συμβαίνει για λόγους «δουλικότητας» της αστικής τάξης και των κυβερνήσεών της, αλλά γιατί υπάρχουν συμφέροντα της αστικής τάξης που εξυπηρετούνται μέσα από τη συμμετοχή της στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και σχεδιασμούς. Είναι παραπλανητική η διαίρεση της αστικής τάξης σε «πατριωτική» και «κομπραδόρικη», και οι αντιθέσεις που μπορεί να εκδηλώνονται στο εσωτερικό της δεν έχουν να κάνουν με τον πατριωτισμό ή την εθελοδουλία τμημάτων της, αλλά με τα μέτρα και τον τρόπο διαχείρισης του συστήματος και της αύξησης της κερδοφορίας του ενός ή του άλλου κλάδου και του συνόλου της ως κυρίαρχης τάξης.

Την ίδια ώρα, το Κόμμα μας, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε κάποιες άλλες χώρες και κάποια «αριστερά» ή ΚΚ, δε «μοιράζεται» με την αστική τάξη και τα κόμματά της στο όνομα της «εθνικής ομοψυχίας» το όραμα που αυτή καλλιεργεί για την «αναβάθμιση» της διεθνούς θέσης της χώρας. Καταρχάς, θεωρούμε πως δεν μπορεί να υπάρξει καμία «εθνική ομοψυχία» με εκείνους που εκμεταλλεύονται την εργατική τάξη, τα άλλα λαϊκά στρώματα. Τα συμφέροντα της αστικής τάξης κινούνται σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και ανάμεσά τους δεν μπορεί να υπάρξει καμία «εθνική ομοψυχία».

Σαφώς και στο Πρόγραμμα του Κόμματος εκτιμάμε πως η Ελλάδα βρίσκεται «σε ενδιάμεση θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, με ισχυρές ανισότιμες εξαρτήσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ».35 Ωστόσο, το Κόμμα μας δεν μπορεί ν’ αγωνιστεί για την «αναβάθμιση» της θέσης της χώρας, ώστε να μειωθούν οι εξαρτήσεις, να ενισχυθεί η «εθνική κυριαρχία», όπως την κατανοούν κάποιες άλλες κομμουνιστικές δυνάμεις, ως κάποιο πρώτο στάδιο προς το σοσιαλισμό. Καταρχάς, από τις ίδιες τις εξελίξεις βλέπουμε πως η «αναβάθμιση» της θέσης της χώρας συνοδεύεται από την όλο και μεγαλύτερη διαπλοκή με τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Αλλά ακόμη και σ’ εκείνη την ακραία θεωρητική περίπτωση, που μια καπιταλιστική Ελλάδα θ’ αποχωρούσε από το ΝΑΤΟ, την ΕΕ, τη στρατηγική συμμαχία με τις ΗΠΑ, θα παρέμεναν δεκάδες «νήματα» αλληλεξάρτησής της με τις υπόλοιπες καπιταλιστικές χώρες, εξαιτίας της διεθνοποίησης του καπιταλισμού, ενός φαινομένου που περιγράφεται ήδη από τον Μαρξ. Μια Ελλάδα, όπου η αστική τάξη θα συνεχίσει να έχει τα «ηνία» της οικονομίας και της εξουσίας, που θα εκμεταλλεύεται τον ελληνικό λαό, αλλά και άλλους λαούς, από ισχυρότερες θέσεις απ’ ό,τι σήμερα, στο όνομα της ενίσχυσης της «κυριαρχίας», δε συνάδει καθόλου με το σκοπό ύπαρξης του ΚΚΕ. Το Κόμμα μας θεωρεί πως οι ανισότιμες εξαρτήσεις που έχει η χώρα μας από τις ΗΠΑ, την ΕΕ, τον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο, μπορούν να καταργηθούν μονάχα όταν επικρατήσει η εργατική εξουσία στη χώρα και γι’ αυτόν το στόχο αγωνίζεται.

 

ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΚΑΙ Η ΛΕΓΟΜΕΝΗ «ΣΥΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ»

Οι σχέσεις των αστικών τάξεων Ελλάδας και Τουρκίας, όπου καθεμία επιδιώκει ν’ αναβαθμίσει τη θέση της, έχει οδηγήσει στην αύξηση του κινδύνου μιας πολεμικής αναμέτρησης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το αστικό κράτος της Τουρκίας έχει ανέλθει μεταξύ των ισχυρότερων 20 καπιταλιστικών κρατών του κόσμου και του ΝΑΤΟ κι επιδιώκει την περαιτέρω αναβάθμιση της θέσης του σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. Έχει εισβάλει σήμερα κι έχει στρατεύματα κατοχής σε 3 χώρες, διατηρεί στρατιωτικές βάσεις στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή, στην Αφρική, εμπλέκεται απροκάλυπτα στον εμφύλιο της Λιβύης, όπως και στη σύγκρουση στο Ναγκόρνο Καραμπάχ. Επιδιώκει να αξιοποιεί στους σχεδιασμούς του σε διάφορες περιοχές (Βαλκάνια, Κριμαία, Κεντρική Ασία, Μέση Ανατολή) το θρησκευτικό δόγμα, τις μειονοτικές ομάδες, τη γλωσσική κοινότητα, τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά κ.ά. Η τουρκική αστική τάξη στο σύνολό της έχει στόχο την αναβάθμιση του ρόλου της, ωστόσο προκύπτουν διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της σχετικά με τα μέσα και τις αναγκαίες διεθνείς συμμαχίες της. Στο πλαίσιο του «νεο-οθωμανικού» πολιτικού «δόγματος», που έχει επιλέξει ως «όχημα» των συμφερόντων της η κυρίαρχη μερίδα της τουρκικής αστικής τάξης, εμφανίζεται ως «υπερασπιστής» του λαού της Παλαιστίνης, σε αντιπαράθεση όχι μόνο με το Ισραήλ, αλλά και με τις αστικές τάξεις της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας. Επιδιώκοντας να παζαρέψει από θέσεις ισχύος με ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ, αναπτύσσει πολυσήμαντες σχέσεις με την αστική τάξη της Ρωσίας κι εξοπλίστηκε με ρωσικά αντιαεροπορικά-αντιβαλλιστικά συστήματα S-400, που μπορούν να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στο στρατιωτικό συσχετισμό δύναμης στο Αιγαίο.

Οι σχέσεις των αστικών τάξεων Ελλάδας-Τουρκίας, αναλόγως των καταστάσεων, διακρίνονται από τις επιδιώξεις συνεργασίας και ανταγωνισμού, ωστόσο οι λαοί των δύο χωρών δεν έχουν σε τίποτα να επωφεληθούν από αυτές τις σχέσεις.

Τα τελευταία χρόνια η τουρκική επιθετικότητα κλιμακώθηκε με την αμφισβήτηση των συνόρων σε Αιγαίο και Έβρο, την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας δεκάδων νησιών του Αιγαίου, την επιδίωξη ν’ αποκτήσει τμήμα της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, που με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας δεν της ανήκει. Σε αυτήν την κατεύθυνση, είχαμε την ανακήρυξη από μέρους του τουρκικού κράτους της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας», την υπογραφή του απαράδεκτου Τουρκολιβυκού Συμφώνου με την εγκάθετη ηγεσία της Λιβύης που καταπατά τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, καθώς και την ενίσχυση των υπερπτήσεων πάνω από ελληνικά νησιά, στρατιωτικές ασκήσεις, έρευνες ή και γεωτρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, σε περιοχές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και στις ΑΟΖ της Ελλάδας, της Κύπρου, τις συλλήψεις στρατιωτικών στον Έβρο, την ανακίνηση μειονοτικών ζητημάτων, την «εργαλειοποίηση» του μεταναστευτικού και προσφυγικού.

Στις συνθήκες αυτές, καιροφυλακτεί η αμερικανοΝΑΤΟϊκή διαμεσολάβηση κι επιδιαιτησία και ήδη έχει επανέλθει η τουρκική θέση για συνεκμετάλλευση, συνδιαχείριση του Αιγαίου, για λύση win-win (αμοιβαίου οφέλους) που προβάλλουν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, ενώ εξετάζεται η συνεκμετάλλευση, συνδιαχείριση κυπριακών θαλάσσιων ζωνών με την Τουρκία. Αυτή η συνεκμετάλλευση δεν αφορά την ευημερία των λαών, αλλά την κερδοφορία των μονοπωλίων και «ναρκοθετεί» το μέλλον των δύο λαών, όπως και το περιβάλλον.

Το Κόμμα μας υπερασπίζεται τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, ως αναπόσπαστο στοιχείο της πάλης για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Έχει προειδοποιήσει τους εργαζόμενους πως στις σημερινές συνθήκες αυτά δεν μπορούν να τα εγγυηθούν οι αστικές κυβερνήσεις και οι ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, ενώ, την ώρα που το Διεθνές Δίκαιο ξαναγράφεται από τους ιμπεριαλιστές, το Δικαστήριο της Χάγης λειτουργεί μέσα σ’ ένα πλέγμα πολιτικών σκοπιμοτήτων. Η ειρήνη, η ασφάλεια των λαών δεν μπορεί να διασφαλιστεί σε αυτό το πλαίσιο. Η πάλη των δύο λαών είναι αναγκαίο να κατευθύνεται στην εξάλειψη της αιτίας που γεννά αντιθέσεις, συγκρούσεις, πολεμικές συρράξεις, στην ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου και την αποδέσμευση από τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις.

Το ΚΚΕ, που είναι σταθερά προσανατολισμένο στην ανάπτυξη της φιλίας, της διεθνιστικής αλληλεγγύης ανάμεσα στην εργατική τάξη και στους λαούς των δύο χωρών, έχει οικοδομήσει στενές σχέσεις με το ΚΚ Τουρκίας, με στόχο να δυναμώσει η αντιιμπεριαλιστική πάλη του εργατικού-λαϊκού κινήματος και στις δύο χώρες, ενάντια στις αστικές τάξεις και τη συμμετοχή-εμπλοκή Ελλάδας-Τουρκίας στα ιμπεριαλιστικά σχέδια, για το απαραβίαστο των συνόρων, για την αποδέσμευσή τους από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς κι ενώσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, που αποτελούν μόνιμη πηγή οδυνηρών συνεπειών σε βάρος των λαών.

 

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ, ΩΣ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΑΠΑΛΗΣ ΣΤΟ ΔΚΚ

Στις γραμμές του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος (ΔΚΚ) διεξάγεται σφοδρή ιδεολογική-πολιτική διαπάλη για μια σειρά ζητημάτων. Μια σημαντική πλευρά τους είναι και η αντιμετώπιση της διεθνούς κατάστασης, των διεθνών εξελίξεων. Είναι χαρακτηριστικό πως η διεθνής καπιταλιστική κρίση, στην οποία ως καταλύτης επίδρασε και η πανδημία, γίνεται προσπάθεια να ερμηνευτεί από ορισμένα κόμματα ως αποτέλεσμα της πανδημίας ή μιας μορφής διαχείρισης του καπιταλισμού, του νεοφιλελευθερισμού, αθωώνοντας έτσι τη σοσιαλδημοκρατία και συνολικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, που ευθύνεται για τις κρίσεις.

Πολλά ζητήματα, γύρω από τα οποία διεξάγεται διαπάλη, παρουσιάστηκαν και στις προηγούμενες σελίδες, ωστόσο, αν θέλουμε να συνοψίσουμε σύντομα, μπορούμε να πούμε πως βασικά ζητήματα είναι η προσέγγιση του σύγχρονου καπιταλισμού, της κατανόησης του ιμπεριαλισμού, καθώς και των νομοτελειών της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης.

Υπερισχύουν απόψεις για αντοχή του καπιταλισμού, για δυνατότητες «εξανθρωπισμού» κι «εκδημοκρατισμού» του, αξιοποίησης των τεχνολογικών επιτευγμάτων του προς όφελος των λαϊκών δυνάμεων με την ενεργητική πολιτική παρέμβαση των ΚΚ και σε επίπεδο κυβερνητικό. Σε αυτό το έδαφος αναπαράγονται σε ΚΚ θέσεις περί «ενότητας της Αριστεράς», «των δημοκρατικών ή πατριωτικών δυνάμεων», της «συνεργασίας με την αριστερή σοσιαλδημοκρατία», των «κεντροαριστερών κυβερνήσεων», των «νέων αντιφασιστικών και αντινεοφιλελεύθερων μετώπων» κλπ.

Η λαθεμένη ταύτιση του ιμπεριαλισμού με τις ΗΠΑ ή με μια επιθετική πολιτική ή με ορισμένες μόνο ισχυρές καπιταλιστικές χώρες, χωρίς μάλιστα να λαμβάνονται υπόψη οι σύγχρονες αναδιατάξεις, μπορεί να οδηγήσει σε τραγελαφικές εικόνες, να θεωρείται, π.χ., ο Ερντογάν, ο Πρόεδρος του αστικού τουρκικού κράτους, ως «αντιιμπεριαλιστής» ή η Ρωσία να μη θεωρείται ιμπεριαλιστική δύναμη, αλλά αδύνατη «περιφέρεια» του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, που μπορεί και αυτή να παίξει «αντιιμπεριαλιστικό ρόλο».

Πρόκειται για μεγάλες ιδεολογικοπολιτικές συγχύσεις, που έχουν πάρει «διαζύγιο» από τη λενινιστική αντίληψη για τον ιμπεριαλισμό.

Τα παραπάνω συνδυάζονται επίσης με τις συγχύσεις για τις οικονομικές και πολιτικές νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης και της κομμουνιστικής κοινωνίας, με επίκεντρο την ερμηνεία της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα, των αιτιών της αντεπαναστατικής ανατροπής. Σε σειρά ΚΚ διαμορφώνεται η οπορτουνιστική θέση ότι στην Κίνα «οικοδομείται ο σοσιαλισμός με κινεζικά χαρακτηριστικά», με έναν ορισμένο συμβιβασμό με το κεφάλαιο, που παίζει μαζί με τη Ρωσία θετικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Η προσέγγιση αυτή, που αποτελεί απόσπαση της πολιτικής από την οικονομία, επίσης αντιστρατεύεται τη λενινιστική αντίληψη για τον ιμπεριαλισμό. Και αυτό, γιατί ο ιμπεριαλισμός είναι ο μονοπωλιακός καπιταλισμός. Δεν μπορεί να υπάρξει «ειρηνικός» ή «μη επιθετικός» ιμπεριαλισμός, όπως δεν μπορεί να υπάρξουν «φιλάνθρωπα» μονοπώλια. Οι όποιες καλύτερες θέσεις μπορεί να λαμβάνει η μία ή η άλλη ισχυρή καπιταλιστική δύναμη, όπως η Ρωσία και η Κίνα, στο ένα ή στο άλλο διεθνές ζήτημα, π.χ. για την τήρηση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου ή ενάντια στην αναθεώρηση των αποτελεσμάτων του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, οφείλεται αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των δικών της σχεδιασμών, «πατάει» πάνω στις πολύχρονες διπλωματικές σχέσεις από την περίοδο της προσπάθειας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, που διατηρούν μια κάποια συνέχεια, για να διατηρήσουν, να ενισχύσουν ή ν’ αποκτήσουν συμμαχίες. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούμε ν’ αφαιρεθούμε από αυτήν την πραγματικότητα και ν’ ανακυκλώσουμε λαθεμένες εκτιμήσεις, που είχε το ΚΚΣΕ και αναπαρήγαγε το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα στο παρελθόν, περί «ειρηνικής συνύπαρξης και άμιλλας» στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού και άλλων ουτοπικών, αστήρικτων αντιλήψεων περί «συστημάτων ασφαλείας».

Για το Κόμμα μας αποτελεί σημαντική κατάκτηση-βάση η μελέτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και για τα παραπάνω ζητήματα, μεταξύ άλλων και η κριτική μας προσέγγιση στις αποφάσεις του 19ου και 20ού Συνεδρίου και της οπορτουνιστικής στροφής που ακολούθησε. Ωστόσο, τα περισσότερα ΚΚ, που δεν έχουν προχωρήσει σε σχετικές μελέτες, διατηρούν μεγάλες συγχύσεις σχετικά με το χαρακτήρα της σημερινής Κίνας, της Ρωσίας, άλλων κρατών που είναι ενταγμένα στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Αυτό μπορεί να επιφέρει τραγικές συνέπειες και στη στάση τους στο ζήτημα του πολέμου στην εποχή του ιμπεριαλισμού, όπου το κομμουνιστικό κίνημα, έχοντας σταθερό μέτωπο ενάντια στα ιμπεριαλιστικά κέντρα των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ, δε θα πρέπει να συρθεί στο πλευρό καμιάς ιμπεριαλιστικής δύναμης, αλλά θα πρέπει να υπερασπιστεί με συνέπεια τα ταξικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, σε σύγκρουση με την αστική τάξη, να μην επιλέξει «ξένη σημαία» κάτω από την πίεση μικροαστικών δυνάμεων, αλλά κι εθνικιστικών πιέσεων στις εργατικές δυνάμεις.

Οι κομμουνιστές απαιτείται να δυναμώσουν το μέτωπο τόσο απέναντι στις αντιλήψεις του κοσμοπολιτισμού, που προσεγγίζουν αταξικά τις διεθνείς συμμαχίες των αστικών τάξεων (ΕΕ, ΝΑΤΟ, BRICS κ.ο.κ.), όσο και του εθνικισμού, της «φυλετικής καθαρότητας του έθνους και του πολιτισμού» και των άλλων ρατσιστικών αντιλήψεων που αναπτύσσονται ενάντια στους πρόσφυγες και μετανάστες.

Κάθε ΚΚ έχει ευθύνη να μελετά τις διεθνείς εξελίξεις στη βάση της μαρξιστικής-λενινιστικής κοσμοθεωρίας. Να αντλεί συμπεράσματα και να ενημερώνει τους εργαζόμενους στη χώρα του και διεθνώς. Να έχει μέτωπο με τις αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις και στα διεθνή ζητήματα ή αυτά που αποκαλούνται «εθνικά ζητήματα». Να συντονίζει τη δράση του με τα άλλα κομμουνιστικά κι εργατικά κόμματα και να επιδιώκει τη χάραξη σύγχρονης επαναστατικής γραμμής μέσα στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα, που ν’ ανταποκρίνεται στο χαρακτήρα της εποχής μας, ως εποχής περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Ελισαίος Βαγενάς είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων.

1. Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 27, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, σελ. 424.

2. Σύμφωνα με έκθεση της εταιρίας Ericsson Consumer & Industry Lab, μέχρι το 2030 το παγκόσμιο μέγεθος της αγοράς των δικτύων 5G θα φτάσει τα 31 τρισεκατομμύρια δολάρια. Πηγή: https://mbr.com.ua/ru/news/world/4026-mirovoi-ry-nok-5g-dostignet-31-dollars-trln-k-2030-godu

3. Εφημερίδα Ζενμίν Ζιμπάο (Λαϊκή Ημερησία), http://russian.people.com.cn/n3/2019/0306/c31518-9553049.html

4. Πηγή: https://www.rbc.ru/business/15/10/2015/561fa1f19a7947fb43faa086

5. Λι Κετσιάν, «Εισήγηση για τον απολογισμό της κυβέρνησης» στην Παγκινεζική Συνέλευση των Λαϊκών εκπροσώπων, 22.5/2020. Πηγή: http://russian.people.com.cn/n3/2020/0605/c95181-9697762.html

6. Πηγές: https://regnum.ru/news/society/2972959.html, https://www.vedomosti.ru/economics/articles/2020/06/16/832721-kitayu-borba-bednostyu

7. Τεράστια είναι, π.χ., η αύξηση των ιδιωτικών ιατρικών επιχειρήσεων, που εκμεταλλεύονται την ανάγκη των εργαζόμενων σε σύγχρονες παροχές υγείας. Από το 2005 έως το 2016 ο αριθμός των κρεβατιών στις ιδιωτικές κλινικές αυξήθηκε από το 6% στο 22%. Πηγή: https://carnegie.ru/commentary/81082

8. Πηγή: https://aif.ru/society/healthcare/kolichestvo_vrachey_v_raznyh_stranah_infografika

9. Πηγή: Παγκόσμια Τράπεζα: https://data.worldbank.org/indicator/SI.POV.UMIC

10. Βλ. «Ο διεθνής ρόλος της Κίνας», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 6/2010.

11. Β. Ι. Λένιν, «9ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ», Άπαντα, τόμ. 44, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 310.

12. Για το οικονομικό υπόβαθρο των αντιθέσεων βλ. Μάκης Παπαδόπουλος, «Μπροστά στη νέα οικονομική κρίση: “Πράσινο New Deal” ή σοσιαλισμός;», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 4-5/2020.

13. Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Γενάρη 2020, σχετικά με την εφαρμογή της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας. Ετήσια έκθεση.

14. Η PESCO συγκροτήθηκε το Δεκέμβρη του 2017 με τη συμμετοχή 25 κρατών-μελών της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.

15. Η «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Επεμβάσεων» ανακοινώθηκε από τη Γαλλία τον Ιούνη του 2018 και συμμετέχουν Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ολλανδία, Εσθονία, Πορτογαλία, Ισπανία, Βέλγιο και Βρετανία.

16. Πρόκειται για 16 αποστολές, εκ των οποίων οι 6 είναι στρατιωτικές. Η παρουσία της, μεταξύ άλλων, καταγράφεται σε Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Ιράκ, Ουκρανία, Λιβύη, Σομαλία, Μάλι, Κόσοβο, Νίγηρα, Γεωργία, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.

17. Το «Ευρωπαϊκό Εξάμηνο της ΕΕ» είναι μηχανισμός ελέγχου της οικονομικής κατάστασης των κρατών-μελών και προώθησης αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων και αντεργατικών μέτρων.

18. Βλ. πρόταση τροπολογίας στον προϋπολογισμό της ΕΕ για το 2021 των Younous Omarjee και Δημήτρη Παπαδημούλη, εξ ονόματος της ομάδας GUE/NGL, 4.11.2020, A9-0206/2020.

19. Στην «Ευρωπαϊκή Κομμουνιστική Πρωτοβουλία» συμμετέχουν 30 Κομμουνιστικά κι Εργατικά Κόμματα που έχουν συμφωνήσει σ’ ένα συνεκτικό ιδεολογικό-πολιτικό πλαίσιο κι επιδιώκουν το συντονισμό της πάλης τους. Ωστόσο και στο εσωτερικό της ΕΚΠ υπάρχει ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική ανομοιογένεια, παραμένουν ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα και συγχύσεις, που έχουν τη βάση τους στην ιστορική πορεία και τη συγκρότηση πολλών ΚΚ, στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν πολλά κόμματα στην επεξεργασία επαναστατικής στρατηγικής και στη σύνδεσή της με την τρέχουσα ταξική πάλη σε δυσμενείς, μη επαναστατικές συνθήκες, στη σύνδεση των οργανωμένων δυνάμεών τους με την εργατική τάξη και το κίνημά της.

20. Στην Οργάνωση Συνεργασίας της Σαγκάης συμμετείχαν αρχικά Κίνα, Ρωσία, Καζακστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν, Ουζμπεκιστάν, και στη συνέχεια εντάχτηκαν Ινδία, Πακιστάν. Παρατηρητές είναι το Ιράν, η Μογγολία, η Λευκορωσία και το Αφγανιστάν.

21. Στην Οργάνωση του Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας (ΟΣΣΑ), εκτός της Ρωσίας, συμμετέχουν ακόμη Αρμενία, Καζακστάν, Κιργιζία, Λευκορωσία, Τατζικιστάν. Οι χώρες που συμμετέχουν δεσμεύονται να συνδράμουν στην άμυνα όποιας από αυτές τις χώρες δεχτεί ξένη στρατιωτική επίθεση. Για το λόγο αυτό, έχουν συγκροτήσει «δυνάμεις ταχείας επέμβασης».

22. Στην Ευρασιατική Οικονομική Ενωση (ΕΟΕ), εκτός της Ρωσίας, συμμετέχουν ακόμη η Αρμενία, το Καζακστάν, η Κιργιζία, η Λευκορωσία, ενώ παρατηρητές είναι η Μολδαβία και το Ουζμπεκιστάν, που επιδιώκει να ρυθμίσει μια σειρά ζητήματα τελωνειακής συνεργασίας, στη βάση των 4 «ελευθεριών» (εμπορευμάτων, υπηρεσιών, κεφαλαίων, εργατικής δύναμης).

23. APEC: Αυστραλία, Μπρουνέι, Καναδάς, Χιλή, Κίνα, Χονγκ Κονγκ, Ινδονησία, Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Μαλαισία, Μεξικό, Νέα Ζηλανδία, Παπούα - Νέα Γουινέα, Περού, Φιλιππίνες, Ρωσία, Σιγκαπούρη, Ταϊβάν, Ταϊλάνδη, ΗΠΑ και Βιετνάμ.

24. ASEAN: Βιετνάμ, Ινδονησία, Καμπότζη, Λάος, Μαλαισία, Μπρουνέι, Μιανμάρ, Σιγκαπούρη, Ταϊλάνδη, Φιλιππίνες.

25. Όπως: MERCOSUR, UNASUR, PROSUR, CELAC, PETROCARIBE, CARICOM, ALBA, OAS.

26. ALBA: Σήμερα εξακολουθούν να συμμετέχουν η Κούβα, η Βενεζουέλα, η Νικαράγουα, κάποια μικρότερα νησιωτικά κρατίδια της Καραϊβικής, ενώ έχουν αποχωρήσει η Ονδούρα (2010), ο Ισημερινός (2018) και η Βολιβία (2018).

27. Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών (OAS): Διακρατική Ένωση που ιδρύθηκε το 1948, μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην οποία εξαρχής ηγεμονεύουν οι ΗΠΑ. Την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου είχε ρόλο διακρατικής αντικομμουνιστικής συνεργασίας ενάντια στα ΚΚ και στα εργατικά-λαϊκά κινήματα των χωρών, ιδιαίτερα της Λατινικής Αμερικής. Με πρόσχημα την παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, πρωταγωνιστεί σήμερα στις κυρώσεις και τα μέτρα ενάντια στην Κούβα και τη Βενεζουέλα, χωρίς ν’ αποκλείει και στρατιωτική παρέμβαση. Σήμερα αριθμεί 35 κράτη-μέλη, δηλαδή σχεδόν

όλα τα κράτη της ηπείρου, πλην Κούβας, Βενεζουέλας και ορισμένων νησιωτικών κρατιδίων της Καραϊβικής.

28. Συμφωνία ΗΠΑ - Μεξικού - Καναδά (United States - Mexico - Canada Agreement, USMCA). Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε απειλήσει ότι οι ΗΠΑ θ’ αποχωρούσαν και από τη NAFTA, εφόσον δεν πραγματοποιούνταν ριζικές αλλαγές. Σε μήνυμά του στο Twitter όμως, χαιρέτισε «τη νέα, φανταστική εμπορική συμφωνία» μεταξύ των ΗΠΑ, του Καναδά και του Μεξικού.

29. Η συμφωνία «Ανοιχτοί Ουρανοί» έδινε τη δυνατότητα αεροπορικής επιτήρησης και καταγραφής των επίγειων εγκαταστάσεων και στρατιωτικών δυνάμεων του «αντιπάλου». Την «κυοφορούσαν» για χρόνια οι ΗΠΑ, που από τη δεκαετία του ’50 καλούσαν την ΕΣΣΔ ν’ αποδεχτεί μια ανάλογη συμφωνία. Από τη μεριά της η ΕΣΣΔ χαρακτήριζε την πρόταση «νόμιμη κατασκοπία» και αρνούνταν να συναινέσει. Η συμφωνία υπογράφηκε μετά από την ανατροπή του σοσιαλισμού, το 1992, ενώ έκανε 9 χρόνια να επικυρωθεί από το ρωσικό κοινοβούλιο. Σε αυτή συμμετέχουν 34 χώρες.

30. Βλ. Μαρίνα Λαβράνου, «Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 4-5/2020.

31. https://www.sipri.org/media/press-release/2020/global-military-expenditure-sees-largest-annual-increase-decade-says-sipri-reaching-1917-billion

32. http://redstar.ru/yadernyj-shhit-vysochajshej-nadyozhnosti/?attempt=1

33. Πηγή: GLOBAL FIREPOWER - https://www.globalfirepower.com/countries-listing.asp

34. Κράτος της Δυτικής Αφρικής, στο οποίο είναι σε εξέλιξη εμφύλιος πόλεμος με τη συμμετοχή γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων και από το οποίο η Γαλλία εισάγει ουράνιο για τους πυρηνικούς της σταθμούς.

35. Πρόγραμμα ΚΚΕ,19ο Συνέδριο ΚΚΕ, 2013.