1. Στην εισαγωγή της Απόφασης, υπογραμμίζεται:
«Πρόκειται για σημαντικά καθήκοντα, καθώς, όπως επισημαίνεται στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ, η δράση του Κόμματος σε μη επαναστατική κατάσταση συμβάλλει αποφασιστικά στην προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα –του Κόμματος, της εργατικής τάξης, των συμμαχιών της– για τις επαναστατικές συνθήκες, για την πραγματοποίηση των στρατηγικών του καθηκόντων. Τονίζεται ότι η προσέλκυση πρωτοπόρων τμημάτων της εργατικής τάξης και η συσπείρωση της πλειοψηφίας της με το ΚΚΕ θα περάσει από διάφορες φάσεις. Το εργατικό κίνημα, τα κινήματα των αυτοαπασχολούμενων (α/α) στις πόλεις και των αγροτών και η μορφή έκφρασης της συμμαχίας τους με αντικαπιταλιστικούς-αντιμονοπωλιακούς στόχους, με την πρωτοπόρα δράση των δυνάμεων του ΚΚΕ σε μη επαναστατικές συνθήκες, αποτελούν το πρόπλασμα για τη διαμόρφωση του εργατικού-λαϊκού μετώπου σε επαναστατικές συνθήκες. Ταυτόχρονα, αυτός ο αγώνας, με τέτοια χαρακτηριστικά, αποτελεί και παράγοντα απόσπασης ορισμένων παραχωρήσεων, παρεμπόδισης ή καθυστέρησης νέων αντιλαϊκών μέτρων, προσδίδει κοινωνική και πολιτική πείρα, συμβάλλει στην άσκηση της μεγαλύτερης δυνατής πίεσης, η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της αποκτούν αυτοπεποίθηση.»
Το 21ο Συνέδριο του Κόμματος κατέληξε στις βασικές εκτιμήσεις για την κατάσταση στο εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα και καθόρισε στην Απόφασή του τον προσανατολισμό, τις ιεραρχήσεις και τις βασικές κατευθύνσεις του περιεχομένου της δουλειάς μας. Επιγραμματικά αναφέρουμε τα κύρια ζητήματα:
• Όσον φορά την κατάσταση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, εκτιμήσαμε ότι υπήρξε την προηγούμενη δεκαετία της κρίσης παραπέρα υποχώρηση όχι μόνο στον προσανατολισμό του, στο περιεχόμενο της δράσης του, στην κατεύθυνση της ενσωμάτωσης της πλειοψηφίας των συνδικάτων στις στρατηγικές επιδιώξεις του κεφαλαίου, αλλά και στην οργανωτική του υπόσταση. Ενώ η εργατική τάξη αυξάνεται αριθμητικά και ποσοστιαία, ο βαθμός οργάνωσής της μειώνεται τόσο στο σύνολο της εργατικής τάξης, όσο και κατά κλάδο παραγωγής και κατά περιοχή. Υπογράμμιζε ότι με την παρέμβαση της εργοδοσίας, των αστικών πολιτικών δυνάμεων και των συνδικαλιστικών τους δυνάμεων επεκτάθηκαν τα φαινόμενα αποδιοργάνωσης, νοθείας, εξαγοράς. Διαμορφώθηκε μια πιο επιθετική γραμμή απέναντι στις ταξικά προσανατολισμένες δυνάμεις του κινήματος και υπογράμμιζε, επίσης, ότι στον αντίποδα αυτών των επιδιώξεων κινείται η δράση του ΚΚΕ και των ταξικά προσανατολισμένων συνδικάτων.
Έκανε ειδική αναφορά στο ρόλο της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ και στην ανάγκη παραπέρα εξειδίκευσης της πολιτικής μας και του πλαισίου αντιπαράθεσης και της τακτικής μας, ώστε πιο ειδικά στην ΑΔΕΔΥ, όπου η σύνδεση των ίδιων των εργαζομένων με το κράτος είναι οργανική, αλλά και η σοσιαλδημοκρατική-οπορτουνιστική επίδραση, που εκφράζεται αρκετές φορές σε αποφάσεις της, κάνει τη διαπάλη πιο σύνθετη.
• Έθετε με σαφήνεια την προτεραιότητα της δουλειάς μας στην κατεύθυνση τnς ανασύνταξης του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος και το περιεχόμενο.
«...ως την προετοιμασία και ανάπτυξη της ικανότητας δράσης του να αντιπαρατεθεί με αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα, σε συμμαχία με τα λαϊκά τμήματα των αυτοαπασχολούμενων της πόλης και της υπαίθρου που παλεύουν για την επιβίωσή τους, ενάντια στην ενιαία επεξεργασμένη στρατηγική του κεφαλαίου και της καπιταλιστικής εξουσίας.»
Ξεχώριζε ως προϋπόθεση για την προώθηση μιας τέτοιας κατεύθυνσης την πρωτοπόρα δουλειά όλων των δυνάμεων του Κόμματος στις επιχειρήσεις, στους κλάδους, σε τοπικό επίπεδο. Την ανάγκη διαμόρφωσης συγκεκριμένου σχεδίου οργάνωσης μαζών, λειτουργίας και δράσης των συνδικάτων, ίδρυσης νέων, αλλαγής συσχετισμού στα συνδικάτα, ώστε να έχουμε μετρήσιμα αποτελέσματα, κι έθετε ως κρίσιμο ζήτημα την απόκτηση ενιαίας αντίληψης, ότι το ΚΚΕ δρα και αυτοτελώς μέσα στην εργατική τάξη και στο κίνημα, ως συνειδητή μορφή έκφρασης του εργατικού κινήματος.
Υπογράμμιζε την ανάγκη να ενισχύεται η παρέμβαση των δυνάμεων του Κόμματος, των ΚΟΒ και των Κομματικών Ομάδων, ώστε μέσα στην εργατική τάξη και στα συνδικάτα να διαμορφώνεται και να ενισχύεται ένα όσο το δυνατόν πιο συνειδητό τμήμα εργατών, που ανεξάρτητα από το συσχετισμό, τις καμπές των αγώνων, θα δουλεύει συνειδητά και θα γίνεται πιο ικανό να πείθει και να συσπειρώνει ιδεολογικά και πολιτικά για την ανάγκη ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας για την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Την άνοδο της ικανότητας να μη διαχωρίζουν οι κομμουνιστές τεχνητά, σχηματικά την ιδεολογικοπολιτική δουλειά από τη συνδικαλιστική-μαζική ούτε και να την ταυτίζουν, αλλά δημιουργικά, επίμονα και σταθερά να δουλεύουν, να επιδρούν, ώστε να κατανοούν ευρύτερες μάζες εργαζομένων τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων, τους πραγματικούς υπευθύνους, το δρόμο πάλης που απαιτείται.
• Επίσης, η απόφαση τόνιζε την ανάγκη κι έθετε την κατεύθυνση και τους άξονες για τη διαμόρφωση των διεκδικητικών πλαισίων στο συνδικαλιστικό κίνημα. Τους άξονες με κριτήριο τη διεκδίκηση στόχων πάλης που κινούνται στην κατεύθυνση της ικανοποίησης των αναγκών της εργατικής-λαϊκής οικογένειας. Την ιεράρχηση των διεκδικήσεων στους κλάδους και στους χώρους δουλειάς ως βασική προϋπόθεση για τη συσπείρωση και κινητοποίηση ευρύτερων δυνάμεων και ταυτόχρονα ως προϋπόθεση ώστε να μην εγκλωβίζεται το κίνημα και οι αγώνες που αναπτύσσονται στη μία ή στην άλλη μορφή διαχείρισης ή στις αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις των αστικών δυνάμεων.
• Άλλο κρίσιμο στοιχείο που έθετε η απόφαση, ως στοιχείο της ανασύνταξης, είναι η διεύρυνση των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ.
• Έθετε τα καθήκοντά μας για την άνοδο του βαθμού οργάνωσης της εργατικής τάξης.
• Να δουλέψουμε συστηματικά, ώστε το εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα να πρωτοστατεί και να ανοίγει δρόμους, μέτωπα πάλης, που να συμβάλλουν στο συντονισμό των αγώνων με τα μεσαία στρώματα των πόλεων και της υπαίθρου, της αγροτιάς, για να γίνονται βήματα στη συγκρότηση της κοινωνικής συμμαχίας.
• Την ανάγκη να δημιουργηθούν συντονιστικές επιτροπές σωματείων κι άλλων φορέων του κινήματος, επιτροπές αγώνα σε εδαφική βάση, στη συνοικία, στην πόλη.
2. Πώς εκτιμάμε σήμερα την κατάσταση (τέσσερα χρόνια μετά) στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα
α) Η κατάσταση γενικά δεν έχει αλλάξει, ούτε άλλαξαν ριζικά οι συνθήκες μέσα στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Συνεχίζει να κυριαρχεί, ιδιαίτερα στα ηγετικά συνδικαλιστικά όργανα (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ), στην πλειοψηφία των δευτεροβάθμιων οργάνων, σε Ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα, η γραμμή της ενσωμάτωσης στο σύστημα, της ταξικής συνεργασίας. Όλη αυτή την τετραετία έβαλαν πλάτη να περάσουν αντεργατικά μέτρα, με κορυφαίο τον περιβόητο αλγόριθμο που θα καθορίζει τους κατώτατους μισθούς τις επόμενες δεκαετίες χωρίς καν να λένε γνώμη τα συνδικάτα. Η στάση τους αυτή έχει αναγνωριστεί από την κυβέρνηση της ΝΔ και όλες τις προηγούμενες, την εργοδοσία, την ίδια την ΕΕ που εξαίρει τη συμβολή τους στην κατάργηση του 8ωρου και του 5ημερου στην Ελλάδα και τη γιγάντωση της ευελιξίας.
Μπορούμε να πούμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις στις ηγεσίες αυτές εμφανίζονται κρισιακά φαινόμενα όξυνσης των αντιθέσεων μεταξύ των παρατάξεων και των ομάδων που συνθέτουν τις πλειοψηφίες στις διοικήσεις. Ακόμα και διαλυτικά φαινόμενα στη λειτουργία τους. Αντιθέσεις, που οφείλονται στις διεργασίες και ανακατατάξεις που υπάρχουν στο αστικό πολιτικό σύστημα, σε ισχυρά συμφέροντα (μονοπωλιακούς ομίλους) με τα οποία σχετίζονται οι συγκεκριμένες ηγεσίες, στα φαινόμενα σήψης και διαπλοκής, νοθειών, συναλλαγής με το κράτος και την εργοδοσία. Αυτά τα φαινόμενα έχουν μεγαλώσει την απαξίωση και αποστροφή των πλατιών τμημάτων των εργαζομένων.
Όμως, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα έχει δυναμώσει η προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ να ανασυνταχθεί, να παρέμβει και να κατοχυρώσει την πρωτοκαθεδρία στο συνδικαλιστικό κίνημα ως εκφραστής του συνόλου των διασπασμένων δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας. Έχει καθαρό αντιΚΚΕ και αντιΠΑΜΕ μέτωπο, ισχυρά στηρίγματα στο κράτος, δεσμούς και στήριξη από την εργοδοσία, άμεση συνεργασία με τις δυνάμεις της ΝΔ, το ΣΥΡΙΖΑ, τα διάφορα κομμάτια του.
Δεν πρέπει να υποτιμηθεί ότι με τη βοήθεια και την άμεση παρέμβαση της εργοδοσίας οι μηχανισμοί της ΠΑΣΚΕ, της ΔΑΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ στον ιδιωτικό τομέα κρατούν τις δυνάμεις τους και σε ορισμένους κλάδους και περιοχές ενισχύονται, ιδιαίτερα εκεί όπου είναι μικρή και αδύναμη η δική μας παρέμβαση (Β. Ελλάδα). Η προσπάθεια αυτή δυναμώνει με την αξιοποίηση των ηλεκτρονικών αρχαιρεσιών που έχει μετατρέψει σε σχεδόν καθολική τη συμμετοχή των εργαζομένων στις αρχαιρεσίες στις πρώην ΔΕΚΟ και στις Τράπεζες (ποσοστά που αγγίζουν το 95%) και ταυτόχρονα έχουν εκτινάξει τη νοθεία σε ορισμένους κλάδους υπηρεσιών, σεκιούριτι κ.α.
β) Δυνάμωσε η διαπάλη με τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό. Όμως σε συνθήκες όξυνσης της επίθεσης του κεφαλαίου στην εργατική τάξη, εμπλοκής της χώρας μας στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και έντονων διεργασιών ειδικά στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, η αντιπαράθεσή μας με τις δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού και πιο συγκεκριμένα με τις συνδικαλιστικές πλειοψηφίες των ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ/Νέα Αριστερά στη ΓΣΕΕ και στην ΑΔΕΔΥ έχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις.
Η συνθετότητα σχετίζεται με το γεγονός ότι σε αυτήν τη φάση επιδιώκουν να αντιπαρατεθούν με τις δυνάμεις μας, στα μεγάλα αστικά κέντρα και ειδικά στην Αττική, διαβλέποντας ότι ισχυροποιείται ένα ρεύμα κοινής δράσης συνδικάτων και μαζικών φορέων που συσπειρώνονται στις πρωτοβουλίες και στα μέτωπα πάλης που ανοίγει το ΠΑΜΕ, ότι συνεχώς ενισχύονται οι δυνάμεις μας στις αρχαιρεσίες. Βασικά θέλουν ως μηχανισμός του συστήματος να ανακόψουν ένα ρεύμα συμπόρευσης με το ΚΚΕ, που με ορισμένες δυνάμεις παίρνει πιο συνειδητά χαρακτηριστικά. Διαβλέπουν τον κίνδυνο αυτό το ρεύμα να μεγαλώσει και να βαθύνει.
Για να το καταφέρουν αυτό πρέπει να παίρνουν υπόψη και ορισμένες διεκδικήσεις των εργαζομένων, δεν μπορούν να ξεκοπούν τελείως από τα πραγματικά προβλήματα, όπως το να γυρίσουν οι συλλογικές συμβάσεις στα συνδικάτα ή να επιστραφούν τα δώρα στους δημόσιους υπαλλήλους. Άλλωστε προϋπόθεση για να εκτελούν την αποστολή της ενσωμάτωσης είναι και να υιοθετούν ορισμένα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων για να τα αξιοποιούν στην προώθηση του κοινωνικού εταιρισμού, της ταξικής συνεργασίας και της κυβερνητικής εναλλαγής. Δηλαδή λένε, για παράδειγμα, ότι η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού, της 13ης και 14ης σύνταξης προϋποθέτει να πέσει η κυβέρνηση της Δεξιάς, άρα και οι όποιοι αγώνες γίνουν να υποταχτούν σε αυτόν το σκοπό. Αυτό που δεν αλλάζει είναι συνεχώς να στηρίζουν την πολιτική που διευρύνει το χάσμα ανάμεσα στη διαμόρφωση κοινωνικών αναγκών-δυνατοτήτων και στην ικανοποίησή τους.
Η αντιπαράθεση με αυτές τις δυνάμεις γίνεται εφ’ όλης της ύλης και όχι σε ορισμένα αιτήματα που κάτω από την όξυνση των προβλημάτων των εργαζομένων και την απήχηση του ταξικού κινήματος μπορεί να ψελλίζουν. Ωστόσο, ακόμα και σε αυτά τα οικονομικά αιτήματα πρέπει να αποκαλύπτεται η πολιτική ενσωμάτωσης και η στρατηγική συμφωνία που έχουν στις αστικές επιδιώξεις, η «αλλεργία» στις συλλογικές, μαζικές διαδικασίες, η υπονόμευση της ταξικής διεκδίκησης, η προώθηση του κοινωνικού εταιρισμού, η συνεπής αντιπαράθεσή τους με την ταξική πάλη και η παρεμπόδισή της.
Την προσπάθεια ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης ενισχύει η παρέμβαση των διάφορων οπορτουνιστικών ομάδων σε ορισμένους χώρους που διαθέτουν δυνάμεις στο κίνημα και που ανεξάρτητα από διαβαθμίσεις επιδιώκουν να καλλιεργήσουν αυταπάτες και τον εξωραϊσμό του αστικού πολιτικού συστήματος μέσα από την προβολή ενός μεταβατικού προγράμματος πολιτικών στόχων που πρέπει να υιοθετήσει το κίνημα. Ενώ προβάλλουν αυτήν τη γραμμή ενσωμάτωσης ως «επαναστατική», στην πραγματικότητα «ρίχνουν νερό στο μύλο» της κυβερνητικής εναλλαγής καλλιεργώντας την άποψη ότι μπορεί να υπάρξει αστική προοδευτική κυβέρνηση που θα οπισθοχωρήσει κάτω από την πίεση του εργατικού κινήματος και θα υιοθετήσει ένα πρόγραμμα ευρέων φιλολαϊκών μεταρρυθμίσεων.
Τέτοια ήταν η στάση των ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλων οπορτουνιστικών ομάδων στις διαδηλώσεις για τα Τέμπη αλλά και μετά. Η διέξοδος που προέβαλαν ήταν να φύγει ο Μητσοτάκης και να «κρατικοποιηθεί» ο σιδηρόδρομος ως άμεση ρεαλιστική λύση. Έδωσαν δηλαδή τη μάχη τη στιγμή που η αμφισβήτηση στους αστικούς θεσμούς διογκώνεται ακόμα και με συγχύσεις, όπως είναι φυσικό, για να διαμορφώσουν αυταπάτες ότι το αστικό κράτος μπορεί να μεταρρυθμιστεί και να υποχρεωθεί κάτω από την επίδραση του εργατικού-λαϊκού κινήματος σε εκτεταμένα ουσιαστικά φιλολαϊκά μέτρα (π.χ. κρατικοποιώντας χωρίς αποζημίωση τους σιδηροδρόμους), οδηγώντας σε «ρήγματα» στο σύστημα που σταδιακά θα ανοίξουν το δρόμο για την ανατροπή. Τη στιγμή που υπάρχουν ριζοσπαστικές διεργασίες για τον ταξικό χαρακτήρα του αστικού κράτους μέσα σε τμήματα εργαζομένων, οι οπορτουνιστές «βάζουν από την πίσω πόρτα» ψευδαισθήσεις και αυταπάτες για το ρόλο του κράτους και τον ταξικό του χαρακτήρα «ρίχνοντας νερό στο μύλο» της σοσιαλδημοκρατίας.
γ) Υπάρχει εμφανής βελτίωση στο συσχετισμό στο τμήμα των εργαζομένων που είναι οργανωμένο στα συνδικάτα. Όμως ο βαθμός οργάνωσης στις γραμμές των συνδικάτων παραμένει μικρός, η δημιουργία νέων συνδικάτων συνεχίζει να είναι αργή και βασανιστική. Έχουμε συγκεκριμένα αποτελέσματα στην αλλαγή συσχετισμού σε αρκετούς σημαντικούς εργασιακούς χώρους, σε μεγάλες Ομοσπονδίες και στα μεγαλύτερα Εργατικά Κέντρα, με τη δημιουργία νέων σωματείων.
Σε δεκάδες σωματεία οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ αναδείχτηκαν σε απόλυτη αυτοδυναμία ή στην πρώτη θέση, όπως και σε μεγάλα Εργατικά Κέντρα (π.χ. Πειραιάς, Τρίκαλα, Εύβοια, Κέρκυρα, Λιβαδειά) και Ομοσπονδίες (π.χ. Ιδιωτικοί Υπάλληλοι, Δάσκαλοι). Οι θέσεις που κατακτάμε στο συνδικαλιστικό κίνημα μας δίνουν τη δυνατότητα με καλύτερους όρους να σχεδιάζουμε τη δουλειά μας για την ανασύνταξη του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος, να τις αξιοποιούμε για να οξύνουμε την ταξική πάλη, να έχουμε την πρωτοβουλία για την οργάνωση του αγώνα με το δικό μας πλαίσιο διεκδικήσεων. Ιδιαίτερα οι δευτεροβάθμιες οργανώσεις που πέρασαν στα χέρια των ταξικών δυνάμεων, από νεκροταφεία και μηχανισμούς διεκπεραίωσης προγραμμάτων μετατράπηκαν σε κέντρα αγώνα, σε χώρους συσπείρωσης σωματείων, έγιναν πραγματικό αποκούμπι για τους εργαζομένους σε κάθε περιοχή και κλάδο.
Αυτά είναι στοιχεία που δεν πρέπει να μας εφησυχάζουν. Πρώτα και κύρια γιατί οι δυνατότητες δεν έχουν εξαντληθεί, μπορούμε να μετρήσουμε ακόμα περισσότερα αντίστοιχα αποτελέσματα ακόμα και στους πιο δύσκολους χώρους, αν έχει προηγηθεί μια ουσιαστική και μακροχρόνια συνδυασμένη πολιτική και συνδικαλιστική δουλειά, με συγκεκριμένο αγωνιστικό σχέδιο για τη μαζικοποίηση των συνδικάτων, την ίδρυση νέων, τη βελτίωση του συσχετισμού δύναμης, όπως έγινε στο ΕΚ Θεσσαλονίκης.
Ένα κρίσιμο ζήτημα της ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης είναι να συμβάλλει ώστε να διαμορφώνεται και να δυναμώνει μια ενιαία συνεκτική αντίληψη στις δυνάμεις μας πρώτα απ’ όλα τις κομματικές, αλλά και μια σειρά πρωτοπόρων αγωνιστών με ριζοσπαστική κατεύθυνση με τους οποίους δίνουμε μαζί τη μάχη στο εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα για το τι σημαίνει αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων.
Ότι η βελτίωση που σημειώνεται στο συσχετισμό σε μια σειρά σωματεία, Ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα με ανάδειξη σε πολλές περιπτώσεις των ταξικών δυνάμεων σε πλειοψηφία ή πρώτη δύναμη εκφράζει σοβαρές διεργασίες στις εργατικές-λαϊκές συνειδήσεις και είναι αποτέλεσμα σκληρής, πολύχρονης δουλειάς των κομμουνιστών, δεν έρχονται αυθόρμητα, μόνα τους αυτά τα αποτελέσματα.
Δεν πρέπει να δημιουργούν εφησυχασμό και να θολώνουν τα κριτήριά μας για το συσχετισμό, ότι συνολικά παραμένει αρνητικός και ότι για εμάς κριτήριο του συσχετισμού είναι η ριζική αλλαγή της κατάστασης στα πρωτοβάθμια πρώτα απ’ όλα σωματεία με τη συσπείρωση των εργαζομένων στη λειτουργία και τη δράση τους, την άνοδο στην οργάνωση των εργαζομένων, την ίδρυση νέων σωματείων, την ενίσχυση του αντικαπιταλιστικού προσανατολισμού της πάλης, τη γενικότερη επίδραση της πολιτικής του ΚΚΕ, της αντίληψής του για το ρόλο του εργατικού κινήματος στην αντικαπιταλιστική και αντιμονοπωλιακή πάλη σε ευρύτερες δυνάμεις που συσπειρώνονται συνδικαλιστικά με τους κομμουνιστές.
Ταυτόχρονα όμως παίρνουμε υπόψη τις ανησυχίες της κυβέρνησης, της εργοδοσίας, των στελεχών του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού για τα βήματα που καταγράφει το ΠΑΜΕ σε αυτήν την κατεύθυνση. Είναι σίγουρο ότι θα πάρουν πρόσθετα μέτρα για την ανακοπή αυτής της πορείας, θα επιτεθούν πιο αποφασιστικά με στόχο να περιχαρακώσουν και να αποκόψουν δυνάμεις που προσεγγίζουν το ΚΚΕ και τα ταξικά σωματεία. Θα επιτεθούν στο Κόμμα και στα στελέχη του, θα δυναμώσει η συκοφαντία των θέσεών μας, όσο και η τρομοκρατία σε χώρους δουλειάς και κλάδους, οι απολύσεις πρωτοπόρων αγωνιστών κ.ο.κ.
Δεν εφησυχάζουμε, εξετάζουμε αυστηρά τις δικές μας αδυναμίες, την ανάγκη να ανέβει η καθοδηγητική βοήθεια, αλλά και η ίδια η λειτουργία των κομματικών ομάδων.
Η λειτουργία πολλών κομματικών ομάδων είναι τυπική, συνεδριάζουν λίγο πριν το ΔΣ των σωματείων και πολλές φορές με το ίδιο περιεχόμενο. Η δουλειά ορισμένων κομματικών ομάδων, ο τρόπος που δουλεύουμε με πολλούς πρωτοπόρους αγωνιστές που είναι στα συνδικαλιστικά μας ψηφοδέλτια δε βαθαίνει στον προσανατολισμό και στο περιεχόμενο με το Πρόγραμμα του Κόμματος, δυσκολεύονται στην εξειδίκευση της δουλειάς και στην επεξεργασία της στρατηγικής μας σε κάθε κλάδο.
Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην Υγεία, στην Εκπαίδευση, στις Κατασκευές, έχει μεγαλώσει τόσο πολύ η συνδικαλιστική μας επιρροή, που απαιτεί άμεση προσαρμογή της δουλειάς των κομματικών ομάδων για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της διαπάλης και της προώθησης της κομματικής παρέμβασης, της οργανωτικής ισχυροποίησης του ΚΚΕ.
Στο Δημόσιο Τομέα και στις μεγάλες Ομοσπονδίες έχουμε μια μεγάλη άνοδο της συνδικαλιστικής επιρροής, η οποία προήλθε από τη μεγάλη δυσαρέσκεια που διαμορφώθηκε από το χτύπημα πολλών δικαιωμάτων των δημόσιων υπαλλήλων, από όλες τις κυβερνήσεις (π.χ. ενιαίο μισθολόγιο και μεγάλη περικοπή μισθών, κατάργηση 13ου και 14ου μισθού και σύνταξης, εντατικοποίηση λόγω της υποστελέχωσης, γενίκευση των ελαστικών μορφών απασχόλησης, άνοδος ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και κατάργηση πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, αξιολόγηση, πολλαπλασιάστηκαν τα πειθαρχικά κ.ά.). Απέναντι σε όλα αυτά οι δυνάμεις μας μπήκαν μπροστά, οργάνωσαν τον αγώνα με σωστό πλαίσιο διεκδικήσεων, αναγνωρίστηκαν ως η μόνη δύναμη που προειδοποιούσε για τις αντιδραστικές αλλαγές και αγωνίζεται απέναντι σε αυτές.
Όμως αυτή η πορεία δε χωρά επανάπαυση. Ο κρατικός μηχανισμός έχει μεγάλη δύναμη να ενσωματώνει. Τα αποτελέσματα που κατακτάμε στις αρχαιρεσίες δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένα αν δε δυναμώσει αποφασιστικά η ιδεολογική και πολιτική παρέμβαση του Κόμματος. Αν δε δυναμώσουν αποφασιστικά οι οργανωμένες δυνάμεις του Κόμματος μέσα στον κρατικό μηχανισμό, διαφορετικά στην πορεία ανασυγκρότησης των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας υπάρχει ο κίνδυνος πισωγυρίσματος και του συνδικαλιστικού συσχετισμού.
δ) Μεγάλωσε η συσπείρωση συνδικάτων που συμμετέχουν στο ΠΑΜΕ και άλλων συνδικάτων και των συνδικαλιστών που συσπειρώνονται σε διάφορες δράσεις και πρωτοβουλίες. Δυνάμωσε ο προσανατολισμός για «δουλειά από τα κάτω», η προσπάθεια να τραβάμε δυνάμεις στην οργάνωση της πάλης αλλά και στην κατεύθυνση του αγώνα, όπως μέσα από τις γενικές συνελεύσεις και τις μαζικές διαδικασίες, το συντονισμό της δράσης των συνδικάτων μέσα από συσκέψεις, όπως η σύσκεψη της 5ης Οκτώβρη του 2021 και η Πανελλαδική Σύσκεψη του ΠΑΜΕ τον Ιούλη του 2022. Η Πανελλαδική Σύσκεψη του ΠΑΜΕ το Νοέμβρη του 2024 αποτελεί πραγματικό σταθμό με συμμετοχή 663 συνδικάτων και επιτροπών αγώνα, καθώς και 80 συνταξιουχικών σωματείων, τα περισσότερα από την ίδρυσή του το 1999.
Μεγάλωσε η στεφάνη σωματείων που τραβάμε σε όλες αυτές τις κινητοποιήσεις. Στην πανελλαδική σύσκεψη του ΠΑΜΕ το 2024 συμμετείχαν για πρώτη φορά 151 σωματεία που δε συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ. Στη σύσκεψη του ΠΑΜΕ το 2022 είχαν πάρει μέρος 114 σωματεία που δε συσπειρώνονταν στο ΠΑΜΕ, το 2016 είχαν πάρει μέρος 66 τέτοια σωματεία. Με πάνω από 230 σωματεία που δε συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ έχουμε συντονιστεί σε διάφορες κινητοποιήσεις τα τελευταία 3 χρόνια, όπως φαίνεται και από τις αποφάσεις ρεκόρ στην απεργία στις 28 Φλεβάρη του 2024.
Από την πανδημία και μετά, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, περιορίστηκε η γενική πτώση της συμμετοχής των εργαζομένων στα σωματεία και είχαμε μικρή άνοδο στις αρχαιρεσίες των σωματείων, περίπου στο 4%· θα εκφραστεί στα επόμενα συνέδρια της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Εκφράζει τις διαθέσεις ορισμένων τμημάτων, μέσα στη γενική επίθεση από κάπου να πιαστούν. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα στην προετοιμασία της απεργίας στις 28.2.2024 ιδρύσαμε 16 σωματεία.
ε) Η παρέμβαση του Κόμματος, του ΠΑΜΕ, ήταν σημαντική στην ανάπτυξη των αγωνιστικών πρωτοβουλιών και των κινητοποιήσεων που έγιναν κόντρα στην εργοδοσία, το κράτος, την κυβέρνηση της ΝΔ και τα άλλα κόμματα του κεφαλαίου, τις ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Δυνάμωσε η αντιπαράθεση μαζί τους. Έγινε σε ένα σημαντικό βαθμό πιο διακριτό το πλαίσιο και η γραμμή διαπάλης που προωθήσαμε μέσα στο κίνημα, γεγονός που επιδρά σε ευρύτερα τμήματα εργαζομένων.
Οι δυνάμεις μας πρωτοστάτησαν στη συσπείρωση από τα κάτω και στην οργάνωση της πάλης με μεγάλες πανελλαδικές απεργίες σε συνθήκες έντονης διαπάλης με τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό. Από το προηγούμενο συνέδριο του Κόμματος έγιναν 3 πανελλαδικές-πανεργατικές απεργίες χωρίς απόφαση της ΓΣΕΕ. Μάλιστα στην απεργία στις 28 Φλεβάρη του 2024 πετύχαμε και το μεγαλύτερο αριθμό Ομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων που αποφάσισαν τη συμμετοχή τους σε απεργία χωρίς τη ΓΣΕΕ, 22 Ομοσπονδίες του ιδιωτικού τομέα και 37 Εργατικά Κέντρα.
Όλες οι πανελλαδικές απεργίες που έγιναν αυτά τα τέσσερα χρόνια, είτε έπαιρναν απόφαση η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ είτε όχι, έγιναν κάτω από την αγωνιστική πίεση που διαμόρφωναν οι πρωτοβουλίες του ΠΑΜΕ, από την πίεση που διαμόρφωνε η συσπείρωση που διαμορφωνόταν με Ομοσπονδίες, Εργατικά Κέντρα και Συνδικάτα με δουλεμένο περιεχόμενο και πλαίσιο πάλης για καλύτερους μισθούς και συντάξεις, για την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, για μέτρα ενάντια στην ακρίβεια, ενάντια στο νόμο Γεωργιάδη που επέβαλε τις 13 ώρες δουλειάς σε πάνω από έναν εργοδότη, αλλά και για το έγκλημα των Τεμπών κόντρα στη γραμμή υπεράσπισης της στρατηγικής και του κέρδους των επιχειρηματικών ομίλων. Δυνάμωσε η ικανότητά μας σε ορισμένους χώρους, όπου είμαστε μειοψηφία στα ΔΣ, να δουλεύουμε με επεξεργασμένο πλαίσιο διεκδικήσεων και γραμμή αντιπαράθεσης, στοιχείο όμως που έχει πολλά περιθώρια, στην πλειοψηφία των κλάδων υστερούμε να δουλεύουμε με τέτοιον προσανατολισμό.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες οργανώθηκαν μεγάλες κλαδικές και τοπικές κινητοποιήσεις για την υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων. Ξεχωρίζουν οι πολλές κλαδικές απεργίες των οικοδόμων που κατάφεραν αυτήν την περίοδο να υπογράψουν δυο κλαδικές ΣΣΕ και ορισμένες εργοταξιακές, καθώς και οι απεργίες των μεταλλεργατών της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης για την υπογραφή ΣΣΕ και η συντονισμένη απεργία μεταλλεργατών - ναυτεργατών - λιμενεργατών στο λιμάνι του Πειραιά, με επίκεντρο τα μέτρα υγείας και ασφάλειας. Αντίστοιχα μετά από χρόνια έγιναν δυο κλαδικές απεργίες στα Τρόφιμα-Ποτά για την υπογραφή κλαδικής ΣΣΕ, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη να δουλέψουμε ακόμα πιο αποφασιστικά για την ανάπτυξη κομματικών και συνδικαλιστικών υποδομών με επίκεντρο τους χώρους δουλειάς. Σημαντικές ήταν οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις που υπογράφτηκαν σε μια σειρά κλάδους (Τρόφιμα - Ποτά, Μέταλλο, Χημική, Χρηματοπιστωτικό κ.ά.).
Με πρωτοβουλία των δυνάμεών μας στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα οργανώθηκαν και μεγάλα συνταξιουχικά συλλαλητήρια που διεύρυναν τη συσπείρωση σωματείων με τη Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα που έχει επιτευχθεί με πρωτοβουλία της Ομοσπονδίας ΙΚΑ.
Σημαντικές ήταν οι αναμετρήσεις στη ΛΑΡΚΟ, στην COSCO, στην efood, στα Μεταλλεία Χαλκιδικής, στα Πετρέλαια και στα Λιπάσματα Καβάλας, στη Μαλαματίνα, που ανέδειξαν τη δύναμη της οργάνωσης των εργατών. Ήταν αγώνες που γνώρισαν μεγάλη αλληλεγγύη, έγιναν σημείο αναφοράς για ευρύτερες δυνάμεις.
Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν τον κρίσιμο ρόλο της οργανωμένης πρωτοπορίας μέσα σε ένα χώρο δουλειάς και κατ’ επέκταση την καθοριστική σημασία της οργάνωσης. Στις σημερινές συνθήκες η κυβέρνηση και η εργοδοσία δεν πρόκειται να κάνουν την παραμικρή υποχώρηση, ακόμα και για τις πιο στοιχειώδεις κατακτήσεις, όπως το να ακυρωθεί μια απόλυση. Απαιτείται συσπείρωση και αποφασιστική δράση των εργαζoμένων. Ο ρόλος των κομμουνιστών μέσα στους χώρους δουλειάς είναι κομβικός. Αν δεν υπήρχε αυτή η δράση, αν δεν υπήρχε η καθοριστική συμβολή του ΠΑΜΕ και των ταξικών συνδικάτων, η υποχώρηση θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη.
Ήταν σημαντική η συμβολή των στοιχείων της απειθαρχίας που θέσαμε μετά από απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής με τις δυνάμεις μας στα συνδικάτα απέναντι στην κρατική καταστολή, στο νόμο Χατζηδάκη για τις απεργίες και στο νόμο Χρυσοχοΐδη για τις διαδηλώσεις, είναι δεκάδες οι απεργίες και οι διαδηλώσεις που έγιναν απειθαρχώντας στους νόμους, ανοίγοντας ταυτόχρονα τις διεκδικήσεις κάθε κλάδου που έβγαινε στον αγώνα ή τις γενικές διεκδικήσεις της εργατικής τάξης στις πανελλαδικές κινητοποιήσεις.
στ) Έχει δυναμώσει η εκτίμηση, η εμπιστοσύνη προς το Κόμμα από ευρύτερο τμήμα εργαζομένων και μέσα στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος.
Υπήρξε σημαντική η συμβολή του Κόμματος στην εργατική τάξη και στο συνδικαλιστικό κίνημα, στην ενίσχυση του ρεύματος αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής. Αυτό το ρεύμα άρχισε να ενισχύεται μέσα στις συνθήκες της πανδημίας με τη συνολική στάση του Κόμματος και τη δράση μας στο κίνημα και διευρύνθηκε όλη την επόμενη περίοδο μέχρι σήμερα, που εκφράστηκε στην τελευταία σύσκεψη του ΠΑΜΕ με χαρακτηριστικό τρόπο.
Από το 21ο Συνέδριο μέχρι σήμερα έχει συσσωρευτεί νέα πλούσια πείρα, έχουν γίνει σημαντικά θετικά βήματα και έχουν αναδειχτεί νέα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε αποφασιστικά.