Για το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και τα ζητήματα της ιδεολογικής και πολιτικής διαπάλης


Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ

A. Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΓΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΣΤΟ ΦΟΝΤΟ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ 21ου ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

1. Στην εισαγωγή της Απόφασης, υπογραμμίζεται:

«Πρόκειται για σημαντικά καθήκοντα, καθώς, όπως επισημαίνεται στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ, η δράση του Κόμματος σε μη επαναστατική κατάσταση συμβάλλει αποφασιστικά στην προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα –του Κόμματος, της εργατικής τάξης, των συμμαχιών της– για τις επαναστατικές συνθήκες, για την πραγματοποίηση των στρατηγικών του καθηκόντων. Τονίζεται ότι η προσέλκυση πρωτοπόρων τμημάτων της εργατικής τάξης και η συσπείρωση της πλειοψηφίας της με το ΚΚΕ θα περάσει από διάφορες φάσεις. Το εργατικό κίνημα, τα κινήματα των αυτοαπασχολούμενων (α/α) στις πόλεις και των αγροτών και η μορφή έκφρασης της συμμαχίας τους με αντικαπιταλιστικούς-αντιμονοπωλιακούς στόχους, με την πρωτοπόρα δράση των δυνάμεων του ΚΚΕ σε μη επαναστατικές συνθήκες, αποτελούν το πρόπλασμα για τη διαμόρφωση του εργατικού-λαϊκού μετώπου σε επαναστατικές συνθήκες. Ταυτόχρονα, αυτός ο αγώνας, με τέτοια χαρακτηριστικά, αποτελεί και παράγοντα απόσπασης ορισμένων παραχωρήσεων, παρεμπόδισης ή καθυστέρησης νέων αντιλαϊκών μέτρων, προσδίδει κοινωνική και πολιτική πείρα, συμβάλλει στην άσκηση της μεγαλύτερης δυνατής πίεσης, η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της αποκτούν αυτοπεποίθηση.»

Το 21ο Συνέδριο του Κόμματος κατέληξε στις βασικές εκτιμήσεις για την κατάσταση στο εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα και καθόρισε στην Απόφασή του τον προσανατολισμό, τις ιεραρχήσεις και τις βασικές κατευθύνσεις του περιεχομένου της δουλειάς μας. Επιγραμματικά αναφέρουμε τα κύρια ζητήματα:

• Όσον φορά την κατάσταση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, εκτιμήσαμε ότι υπήρξε την προηγούμενη δεκαετία της κρίσης παραπέρα υποχώρηση όχι μόνο στον προσανατολισμό του, στο περιεχόμενο της δράσης του, στην κατεύθυνση της ενσωμάτωσης της πλειοψηφίας των συνδικάτων στις στρατηγικές επιδιώξεις του κεφαλαίου, αλλά και στην οργανωτική του υπόσταση. Ενώ η εργατική τάξη αυξάνεται αριθμητικά και ποσοστιαία, ο βαθμός οργάνωσής της μειώνεται τόσο στο σύνολο της εργατικής τάξης, όσο και κατά κλάδο παραγωγής και κατά περιοχή. Υπογράμμιζε ότι με την παρέμβαση της εργοδοσίας, των αστικών πολιτικών δυνάμεων και των συνδικαλιστικών τους δυνάμεων επεκτάθηκαν τα φαινόμενα αποδιοργάνωσης, νοθείας, εξαγοράς. Διαμορφώθηκε μια πιο επιθετική γραμμή απέναντι στις ταξικά προσανατολισμένες δυνάμεις του κινήματος και υπογράμμιζε, επίσης, ότι στον αντίποδα αυτών των επιδιώξεων κινείται η δράση του ΚΚΕ και των ταξικά προσανατολισμένων συνδικάτων.

Έκανε ειδική αναφορά στο ρόλο της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ και στην ανάγκη παραπέρα εξειδίκευσης της πολιτικής μας και του πλαισίου αντιπαράθεσης και της τακτικής μας, ώστε πιο ειδικά στην ΑΔΕΔΥ, όπου η σύνδεση των ίδιων των εργαζομένων με το κράτος είναι οργανική, αλλά και η σοσιαλδημοκρατική-οπορτουνιστική επίδραση, που εκφράζεται αρκετές φορές σε αποφάσεις της, κάνει τη διαπάλη πιο σύνθετη.

• Έθετε με σαφήνεια την προτεραιότητα της δουλειάς μας στην κατεύθυνση τnς ανασύνταξης του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος και το περιεχόμενο.

«...ως την προετοιμασία και ανάπτυξη της ικανότητας δράσης του να αντιπαρατεθεί με αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα, σε συμμαχία με τα λαϊκά τμήματα των αυτοαπασχολούμενων της πόλης και της υπαίθρου που παλεύουν για την επιβίωσή τους, ενάντια στην ενιαία επεξεργασμένη στρατηγική του κεφαλαίου και της καπιταλιστικής εξουσίας.»

Ξεχώριζε ως προϋπόθεση για την προώθηση μιας τέτοιας κατεύθυνσης την πρωτοπόρα δουλειά όλων των δυνάμεων του Κόμματος στις επιχειρήσεις, στους κλάδους, σε τοπικό επίπεδο. Την ανάγκη διαμόρφωσης συγκεκριμένου σχεδίου οργάνωσης μαζών, λειτουργίας και δράσης των συνδικάτων, ίδρυσης νέων, αλλαγής συσχετισμού στα συνδικάτα, ώστε να έχουμε μετρήσιμα αποτελέσματα, κι έθετε ως κρίσιμο ζήτημα την απόκτηση ενιαίας αντίληψης, ότι το ΚΚΕ δρα και αυτοτελώς μέσα στην εργατική τάξη και στο κίνημα, ως συνειδητή μορφή έκφρασης του εργατικού κινήματος.

Υπογράμμιζε την ανάγκη να ενισχύεται η παρέμβαση των δυνάμεων του Κόμματος, των ΚΟΒ και των Κομματικών Ομάδων, ώστε μέσα στην εργατική τάξη και στα συνδικάτα να διαμορφώνεται και να ενισχύεται ένα όσο το δυνατόν πιο συνειδητό τμήμα εργατών, που ανεξάρτητα από το συσχετισμό, τις καμπές των αγώνων, θα δουλεύει συνειδητά και θα γίνεται πιο ικανό να πείθει και να συσπειρώνει ιδεολογικά και πολιτικά για την ανάγκη ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας για την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Την άνοδο της ικανότητας να μη διαχωρίζουν οι κομμουνιστές τεχνητά, σχηματικά την ιδεολογικοπολιτική δουλειά από τη συνδικαλιστική-μαζική ούτε και να την ταυτίζουν, αλλά δημιουργικά, επίμονα και σταθερά να δουλεύουν, να επιδρούν, ώστε να κατανοούν ευρύτερες μάζες εργαζομένων τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων, τους πραγματικούς υπευθύνους, το δρόμο πάλης που απαιτείται.

• Επίσης, η απόφαση τόνιζε την ανάγκη κι έθετε την κατεύθυνση και τους άξονες για τη διαμόρφωση των διεκδικητικών πλαισίων στο συνδικαλιστικό κίνημα. Τους άξονες με κριτήριο τη διεκδίκηση στόχων πάλης που κινούνται στην κατεύθυνση της ικανοποίησης των αναγκών της εργατικής-λαϊκής οικογένειας. Την ιεράρχηση των διεκδικήσεων στους κλάδους και στους χώρους δουλειάς ως βασική προϋπόθεση για τη συσπείρωση και κινητοποίηση ευρύτερων δυνάμεων και ταυτόχρονα ως προϋπόθεση ώστε να μην εγκλωβίζεται το κίνημα και οι αγώνες που αναπτύσσονται στη μία ή στην άλλη μορφή διαχείρισης ή στις αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις των αστικών δυνάμεων.

• Άλλο κρίσιμο στοιχείο που έθετε η απόφαση, ως στοιχείο της ανασύνταξης, είναι η διεύρυνση των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ.

• Έθετε τα καθήκοντά μας για την άνοδο του βαθμού οργάνωσης της εργατικής τάξης.

• Να δουλέψουμε συστηματικά, ώστε το εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα να πρωτοστατεί και να ανοίγει δρόμους, μέτωπα πάλης, που να συμβάλλουν στο συντονισμό των αγώνων με τα μεσαία στρώματα των πόλεων και της υπαίθρου, της αγροτιάς, για να γίνονται βήματα στη συγκρότηση της κοινωνικής συμμαχίας.

• Την ανάγκη να δημιουργηθούν συντονιστικές επιτροπές σωματείων κι άλλων φορέων του κινήματος, επιτροπές αγώνα σε εδαφική βάση, στη συνοικία, στην πόλη.

 

2. Πώς εκτιμάμε σήμερα την κατάσταση (τέσσερα χρόνια μετά) στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα

α) Η κατάσταση γενικά δεν έχει αλλάξει, ούτε άλλαξαν ριζικά οι συνθήκες μέσα στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Συνεχίζει να κυριαρχεί, ιδιαίτερα στα ηγετικά συνδικαλιστικά όργανα (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ), στην πλειοψηφία των δευτεροβάθμιων οργάνων, σε Ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα, η γραμμή της ενσωμάτωσης στο σύστημα, της ταξικής συνεργασίας. Όλη αυτή την τετραετία έβαλαν πλάτη να περάσουν αντεργατικά μέτρα, με κορυφαίο τον περιβόητο αλγόριθμο που θα καθορίζει τους κατώτατους μισθούς τις επόμενες δεκαετίες χωρίς καν να λένε γνώμη τα συνδικάτα. Η στάση τους αυτή έχει αναγνωριστεί από την κυβέρνηση της ΝΔ και όλες τις προηγούμενες, την εργοδοσία, την ίδια την ΕΕ που εξαίρει τη συμβολή τους στην κατάργηση του 8ωρου και του 5ημερου στην Ελλάδα και τη γιγάντωση της ευελιξίας.

Μπορούμε να πούμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις στις ηγεσίες αυτές εμφανίζονται κρισιακά φαινόμενα όξυνσης των αντιθέσεων μεταξύ των παρατάξεων και των ομάδων που συνθέτουν τις πλειοψηφίες στις διοικήσεις. Ακόμα και διαλυτικά φαινόμενα στη λειτουργία τους. Αντιθέσεις, που οφείλονται στις διεργασίες και ανακατατάξεις που υπάρχουν στο αστικό πολιτικό σύστημα, σε ισχυρά συμφέροντα (μονοπωλιακούς ομίλους) με τα οποία σχετίζονται οι συγκεκριμένες ηγεσίες, στα φαινόμενα σήψης και διαπλοκής, νοθειών, συναλλαγής με το κράτος και την εργοδοσία. Αυτά τα φαινόμενα έχουν μεγαλώσει την απαξίωση και αποστροφή των πλατιών τμημάτων των εργαζομένων.

Όμως, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα έχει δυναμώσει η προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ να ανασυνταχθεί, να παρέμβει και να κατοχυρώσει την πρωτοκαθεδρία στο συνδικαλιστικό κίνημα ως εκφραστής του συνόλου των διασπασμένων δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας. Έχει καθαρό αντιΚΚΕ και αντιΠΑΜΕ μέτωπο, ισχυρά στηρίγματα στο κράτος, δεσμούς και στήριξη από την εργοδοσία, άμεση συνεργασία με τις δυνάμεις της ΝΔ, το ΣΥΡΙΖΑ, τα διάφορα κομμάτια του.

Δεν πρέπει να υποτιμηθεί ότι με τη βοήθεια και την άμεση παρέμβαση της εργοδοσίας οι μηχανισμοί της ΠΑΣΚΕ, της ΔΑΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ στον ιδιωτικό τομέα κρατούν τις δυνάμεις τους και σε ορισμένους κλάδους και περιοχές ενισχύονται, ιδιαίτερα εκεί όπου είναι μικρή και αδύναμη η δική μας παρέμβαση (Β. Ελλάδα). Η προσπάθεια αυτή δυναμώνει με την αξιοποίηση των ηλεκτρονικών αρχαιρεσιών που έχει μετατρέψει σε σχεδόν καθολική τη συμμετοχή των εργαζομένων στις αρχαιρεσίες στις πρώην ΔΕΚΟ και στις Τράπεζες (ποσοστά που αγγίζουν το 95%) και ταυτόχρονα έχουν εκτινάξει τη νοθεία σε ορισμένους κλάδους υπηρεσιών, σεκιούριτι κ.α.

 

β) Δυνάμωσε η διαπάλη με τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό. Όμως σε συνθήκες όξυνσης της επίθεσης του κεφαλαίου στην εργατική τάξη, εμπλοκής της χώρας μας στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και έντονων διεργασιών ειδικά στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, η αντιπαράθεσή μας με τις δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού και πιο συγκεκριμένα με τις συνδικαλιστικές πλειοψηφίες των ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ/Νέα Αριστερά στη ΓΣΕΕ και στην ΑΔΕΔΥ έχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις.

Η συνθετότητα σχετίζεται με το γεγονός ότι σε αυτήν τη φάση επιδιώκουν να αντιπαρατεθούν με τις δυνάμεις μας, στα μεγάλα αστικά κέντρα και ειδικά στην Αττική, διαβλέποντας ότι ισχυροποιείται ένα ρεύμα κοινής δράσης συνδικάτων και μαζικών φορέων που συσπειρώνονται στις πρωτοβουλίες και στα μέτωπα πάλης που ανοίγει το ΠΑΜΕ, ότι συνεχώς ενισχύονται οι δυνάμεις μας στις αρχαιρεσίες. Βασικά θέλουν ως μηχανισμός του συστήματος να ανακόψουν ένα ρεύμα συμπόρευσης με το ΚΚΕ, που με ορισμένες δυνάμεις παίρνει πιο συνειδητά χαρακτηριστικά. Διαβλέπουν τον κίνδυνο αυτό το ρεύμα να μεγαλώσει και να βαθύνει.

Για να το καταφέρουν αυτό πρέπει να παίρνουν υπόψη και ορισμένες διεκδικήσεις των εργαζομένων, δεν μπορούν να ξεκοπούν τελείως από τα πραγματικά προβλήματα, όπως το να γυρίσουν οι συλλογικές συμβάσεις στα συνδικάτα ή να επιστραφούν τα δώρα στους δημόσιους υπαλλήλους. Άλλωστε προϋπόθεση για να εκτελούν την αποστολή της ενσωμάτωσης είναι και να υιοθετούν ορισμένα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων για να τα αξιοποιούν στην προώθηση του κοινωνικού εταιρισμού, της ταξικής συνεργασίας και της κυβερνητικής εναλλαγής. Δηλαδή λένε, για παράδειγμα, ότι η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού, της 13ης και 14ης σύνταξης προϋποθέτει να πέσει η κυβέρνηση της Δεξιάς, άρα και οι όποιοι αγώνες γίνουν να υποταχτούν σε αυτόν το σκοπό. Αυτό που δεν αλλάζει είναι συνεχώς να στηρίζουν την πολιτική που διευρύνει το χάσμα ανάμεσα στη διαμόρφωση κοινωνικών αναγκών-δυνατοτήτων και στην ικανοποίησή τους.

Η αντιπαράθεση με αυτές τις δυνάμεις γίνεται εφ’ όλης της ύλης και όχι σε ορισμένα αιτήματα που κάτω από την όξυνση των προβλημάτων των εργαζομένων και την απήχηση του ταξικού κινήματος μπορεί να ψελλίζουν. Ωστόσο, ακόμα και σε αυτά τα οικονομικά αιτήματα πρέπει να αποκαλύπτεται η πολιτική ενσωμάτωσης και η στρατηγική συμφωνία που έχουν στις αστικές επιδιώξεις, η «αλλεργία» στις συλλογικές, μαζικές διαδικασίες, η υπονόμευση της ταξικής διεκδίκησης, η προώθηση του κοινωνικού εταιρισμού, η συνεπής αντιπαράθεσή τους με την ταξική πάλη και η παρεμπόδισή της.

Την προσπάθεια ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης ενισχύει η παρέμβαση των διάφορων οπορτουνιστικών ομάδων σε ορισμένους χώρους που διαθέτουν δυνάμεις στο κίνημα και που ανεξάρτητα από διαβαθμίσεις επιδιώκουν να καλλιεργήσουν αυταπάτες και τον εξωραϊσμό του αστικού πολιτικού συστήματος μέσα από την προβολή ενός μεταβατικού προγράμματος πολιτικών στόχων που πρέπει να υιοθετήσει το κίνημα. Ενώ προβάλλουν αυτήν τη γραμμή ενσωμάτωσης ως «επαναστατική», στην πραγματικότητα «ρίχνουν νερό στο μύλο» της κυβερνητικής εναλλαγής καλλιεργώντας την άποψη ότι μπορεί να υπάρξει αστική προοδευτική κυβέρνηση που θα οπισθοχωρήσει κάτω από την πίεση του εργατικού κινήματος και θα υιοθετήσει ένα πρόγραμμα ευρέων φιλολαϊκών μεταρρυθμίσεων.

Τέτοια ήταν η στάση των ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλων οπορτουνιστικών ομάδων στις διαδηλώσεις για τα Τέμπη αλλά και μετά. Η διέξοδος που προέβαλαν ήταν να φύγει ο Μητσοτάκης και να «κρατικοποιηθεί» ο σιδηρόδρομος ως άμεση ρεαλιστική λύση. Έδωσαν δηλαδή τη μάχη τη στιγμή που η αμφισβήτηση στους αστικούς θεσμούς διογκώνεται ακόμα και με συγχύσεις, όπως είναι φυσικό, για να διαμορφώσουν αυταπάτες ότι το αστικό κράτος μπορεί να μεταρρυθμιστεί και να υποχρεωθεί κάτω από την επίδραση του εργατικού-λαϊκού κινήματος σε εκτεταμένα ουσιαστικά φιλολαϊκά μέτρα (π.χ. κρατικοποιώντας χωρίς αποζημίωση τους σιδηροδρόμους), οδηγώντας σε «ρήγματα» στο σύστημα που σταδιακά θα ανοίξουν το δρόμο για την ανατροπή. Τη στιγμή που υπάρχουν ριζοσπαστικές διεργασίες για τον ταξικό χαρακτήρα του αστικού κράτους μέσα σε τμήματα εργαζομένων, οι οπορτουνιστές «βάζουν από την πίσω πόρτα» ψευδαισθήσεις και αυταπάτες για το ρόλο του κράτους και τον ταξικό του χαρακτήρα «ρίχνοντας νερό στο μύλο» της σοσιαλδημοκρατίας.

 

γ) Υπάρχει εμφανής βελτίωση στο συσχετισμό στο τμήμα των εργαζομένων που είναι οργανωμένο στα συνδικάτα. Όμως ο βαθμός οργάνωσης στις γραμμές των συνδικάτων παραμένει μικρός, η δημιουργία νέων συνδικάτων συνεχίζει να είναι αργή και βασανιστική. Έχουμε συγκεκριμένα αποτελέσματα στην αλλαγή συσχετισμού σε αρκετούς σημαντικούς εργασιακούς χώρους, σε μεγάλες Ομοσπονδίες και στα μεγαλύτερα Εργατικά Κέντρα, με τη δημιουργία νέων σωματείων.

Σε δεκάδες σωματεία οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ αναδείχτηκαν σε απόλυτη αυτοδυναμία ή στην πρώτη θέση, όπως και σε μεγάλα Εργατικά Κέντρα (π.χ. Πειραιάς, Τρίκαλα, Εύβοια, Κέρκυρα, Λιβαδειά) και Ομοσπονδίες (π.χ. Ιδιωτικοί Υπάλληλοι, Δάσκαλοι). Οι θέσεις που κατακτάμε στο συνδικαλιστικό κίνημα μας δίνουν τη δυνατότητα με καλύτερους όρους να σχεδιάζουμε τη δουλειά μας για την ανασύνταξη του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος, να τις αξιοποιούμε για να οξύνουμε την ταξική πάλη, να έχουμε την πρωτοβουλία για την οργάνωση του αγώνα με το δικό μας πλαίσιο διεκδικήσεων. Ιδιαίτερα οι δευτεροβάθμιες οργανώσεις που πέρασαν στα χέρια των ταξικών δυνάμεων, από νεκροταφεία και μηχανισμούς διεκπεραίωσης προγραμμάτων μετατράπηκαν σε κέντρα αγώνα, σε χώρους συσπείρωσης σωματείων, έγιναν πραγματικό αποκούμπι για τους εργαζομένους σε κάθε περιοχή και κλάδο.

Αυτά είναι στοιχεία που δεν πρέπει να μας εφησυχάζουν. Πρώτα και κύρια γιατί οι δυνατότητες δεν έχουν εξαντληθεί, μπορούμε να μετρήσουμε ακόμα περισσότερα αντίστοιχα αποτελέσματα ακόμα και στους πιο δύσκολους χώρους, αν έχει προηγηθεί μια ουσιαστική και μακροχρόνια συνδυασμένη πολιτική και συνδικαλιστική δουλειά, με συγκεκριμένο αγωνιστικό σχέδιο για τη μαζικοποίηση των συνδικάτων, την ίδρυση νέων, τη βελτίωση του συσχετισμού δύναμης, όπως έγινε στο ΕΚ Θεσσαλονίκης.

Ένα κρίσιμο ζήτημα της ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης είναι να συμβάλλει ώστε να διαμορφώνεται και να δυναμώνει μια ενιαία συνεκτική αντίληψη στις δυνάμεις μας πρώτα απ’ όλα τις κομματικές, αλλά και μια σειρά πρωτοπόρων αγωνιστών με ριζοσπαστική κατεύθυνση με τους οποίους δίνουμε μαζί τη μάχη στο εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα για το τι σημαίνει αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων.

Ότι η βελτίωση που σημειώνεται στο συσχετισμό σε μια σειρά σωματεία, Ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα με ανάδειξη σε πολλές περιπτώσεις των ταξικών δυνάμεων σε πλειοψηφία ή πρώτη δύναμη εκφράζει σοβαρές διεργασίες στις εργατικές-λαϊκές συνειδήσεις και είναι αποτέλεσμα σκληρής, πολύχρονης δουλειάς των κομμουνιστών, δεν έρχονται αυθόρμητα, μόνα τους αυτά τα αποτελέσματα.

Δεν πρέπει να δημιουργούν εφησυχασμό και να θολώνουν τα κριτήριά μας για το συσχετισμό, ότι συνολικά παραμένει αρνητικός και ότι για εμάς κριτήριο του συσχετισμού είναι η ριζική αλλαγή της κατάστασης στα πρωτοβάθμια πρώτα απ’ όλα σωματεία με τη συσπείρωση των εργαζομένων στη λειτουργία και τη δράση τους, την άνοδο στην οργάνωση των εργαζομένων, την ίδρυση νέων σωματείων, την ενίσχυση του αντικαπιταλιστικού προσανατολισμού της πάλης, τη γενικότερη επίδραση της πολιτικής του ΚΚΕ, της αντίληψής του για το ρόλο του εργατικού κινήματος στην αντικαπιταλιστική και αντιμονοπωλιακή πάλη σε ευρύτερες δυνάμεις που συσπειρώνονται συνδικαλιστικά με τους κομμουνιστές.

Ταυτόχρονα όμως παίρνουμε υπόψη τις ανησυχίες της κυβέρνησης, της εργοδοσίας, των στελεχών του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού για τα βήματα που καταγράφει το ΠΑΜΕ σε αυτήν την κατεύθυνση. Είναι σίγουρο ότι θα πάρουν πρόσθετα μέτρα για την ανακοπή αυτής της πορείας, θα επιτεθούν πιο αποφασιστικά με στόχο να περιχαρακώσουν και να αποκόψουν δυνάμεις που προσεγγίζουν το ΚΚΕ και τα ταξικά σωματεία. Θα επιτεθούν στο Κόμμα και στα στελέχη του, θα δυναμώσει η συκοφαντία των θέσεών μας, όσο και η τρομοκρατία σε χώρους δουλειάς και κλάδους, οι απολύσεις πρωτοπόρων αγωνιστών κ.ο.κ.

Δεν εφησυχάζουμε, εξετάζουμε αυστηρά τις δικές μας αδυναμίες, την ανάγκη να ανέβει η καθοδηγητική βοήθεια, αλλά και η ίδια η λειτουργία των κομματικών ομάδων.

Η λειτουργία πολλών κομματικών ομάδων είναι τυπική, συνεδριάζουν λίγο πριν το ΔΣ των σωματείων και πολλές φορές με το ίδιο περιεχόμενο. Η δουλειά ορισμένων κομματικών ομάδων, ο τρόπος που δουλεύουμε με πολλούς πρωτοπόρους αγωνιστές που είναι στα συνδικαλιστικά μας ψηφοδέλτια δε βαθαίνει στον προσανατολισμό και στο περιεχόμενο με το Πρόγραμμα του Κόμματος, δυσκολεύονται στην εξειδίκευση της δουλειάς και στην επεξεργασία της στρατηγικής μας σε κάθε κλάδο.

Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην Υγεία, στην Εκπαίδευση, στις Κατασκευές, έχει μεγαλώσει τόσο πολύ η συνδικαλιστική μας επιρροή, που απαιτεί άμεση προσαρμογή της δουλειάς των κομματικών ομάδων για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της διαπάλης και της προώθησης της κομματικής παρέμβασης, της οργανωτικής ισχυροποίησης του ΚΚΕ.

Στο Δημόσιο Τομέα και στις μεγάλες Ομοσπονδίες έχουμε μια μεγάλη άνοδο της συνδικαλιστικής επιρροής, η οποία προήλθε από τη μεγάλη δυσαρέσκεια που διαμορφώθηκε από το χτύπημα πολλών δικαιωμάτων των δημόσιων υπαλλήλων, από όλες τις κυβερνήσεις (π.χ. ενιαίο μισθολόγιο και μεγάλη περικοπή μισθών, κατάργηση 13ου και 14ου μισθού και σύνταξης, εντατικοποίηση λόγω της υποστελέχωσης, γενίκευση των ελαστικών μορφών απασχόλησης, άνοδος ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και κατάργηση πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, αξιολόγηση, πολλαπλασιάστηκαν τα πειθαρχικά κ.ά.). Απέναντι σε όλα αυτά οι δυνάμεις μας μπήκαν μπροστά, οργάνωσαν τον αγώνα με σωστό πλαίσιο διεκδικήσεων, αναγνωρίστηκαν ως η μόνη δύναμη που προειδοποιούσε για τις αντιδραστικές αλλαγές και αγωνίζεται απέναντι σε αυτές.

Όμως αυτή η πορεία δε χωρά επανάπαυση. Ο κρατικός μηχανισμός έχει μεγάλη δύναμη να ενσωματώνει. Τα αποτελέσματα που κατακτάμε στις αρχαιρεσίες δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένα αν δε δυναμώσει αποφασιστικά η ιδεολογική και πολιτική παρέμβαση του Κόμματος. Αν δε δυναμώσουν αποφασιστικά οι οργανωμένες δυνάμεις του Κόμματος μέσα στον κρατικό μηχανισμό, διαφορετικά στην πορεία ανασυγκρότησης των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας υπάρχει ο κίνδυνος πισωγυρίσματος και του συνδικαλιστικού συσχετισμού.

 

δ) Μεγάλωσε η συσπείρωση συνδικάτων που συμμετέχουν στο ΠΑΜΕ και άλλων συνδικάτων και των συνδικαλιστών που συσπειρώνονται σε διάφορες δράσεις και πρωτοβουλίες. Δυνάμωσε ο προσανατολισμός για «δουλειά από τα κάτω», η προσπάθεια να τραβάμε δυνάμεις στην οργάνωση της πάλης αλλά και στην κατεύθυνση του αγώνα, όπως μέσα από τις γενικές συνελεύσεις και τις μαζικές διαδικασίες, το συντονισμό της δράσης των συνδικάτων μέσα από συσκέψεις, όπως η σύσκεψη της 5ης Οκτώβρη του 2021 και η Πανελλαδική Σύσκεψη του ΠΑΜΕ τον Ιούλη του 2022. Η Πανελλαδική Σύσκεψη του ΠΑΜΕ το Νοέμβρη του 2024 αποτελεί πραγματικό σταθμό με συμμετοχή 663 συνδικάτων και επιτροπών αγώνα, καθώς και 80 συνταξιουχικών σωματείων, τα περισσότερα από την ίδρυσή του το 1999.

Μεγάλωσε η στεφάνη σωματείων που τραβάμε σε όλες αυτές τις κινητοποιήσεις. Στην πανελλαδική σύσκεψη του ΠΑΜΕ το 2024 συμμετείχαν για πρώτη φορά 151 σωματεία που δε συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ. Στη σύσκεψη του ΠΑΜΕ το 2022 είχαν πάρει μέρος 114 σωματεία που δε συσπειρώνονταν στο ΠΑΜΕ, το 2016 είχαν πάρει μέρος 66 τέτοια σωματεία. Με πάνω από 230 σωματεία που δε συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ έχουμε συντονιστεί σε διάφορες κινητοποιήσεις τα τελευταία 3 χρόνια, όπως φαίνεται και από τις αποφάσεις ρεκόρ στην απεργία στις 28 Φλεβάρη του 2024.

Από την πανδημία και μετά, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, περιορίστηκε η γενική πτώση της συμμετοχής των εργαζομένων στα σωματεία και είχαμε μικρή άνοδο στις αρχαιρεσίες των σωματείων, περίπου στο 4%· θα εκφραστεί στα επόμενα συνέδρια της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Εκφράζει τις διαθέσεις ορισμένων τμημάτων, μέσα στη γενική επίθεση από κάπου να πιαστούν. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα στην προετοιμασία της απεργίας στις 28.2.2024 ιδρύσαμε 16 σωματεία.

 

ε) Η παρέμβαση του Κόμματος, του ΠΑΜΕ, ήταν σημαντική στην ανάπτυξη των αγωνιστικών πρωτοβουλιών και των κινητοποιήσεων που έγιναν κόντρα στην εργοδοσία, το κράτος, την κυβέρνηση της ΝΔ και τα άλλα κόμματα του κεφαλαίου, τις ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Δυνάμωσε η αντιπαράθεση μαζί τους. Έγινε σε ένα σημαντικό βαθμό πιο διακριτό το πλαίσιο και η γραμμή διαπάλης που προωθήσαμε μέσα στο κίνημα, γεγονός που επιδρά σε ευρύτερα τμήματα εργαζομένων.

Οι δυνάμεις μας πρωτοστάτησαν στη συσπείρωση από τα κάτω και στην οργάνωση της πάλης με μεγάλες πανελλαδικές απεργίες σε συνθήκες έντονης διαπάλης με τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό. Από το προηγούμενο συνέδριο του Κόμματος έγιναν 3 πανελλαδικές-πανεργατικές απεργίες χωρίς απόφαση της ΓΣΕΕ. Μάλιστα στην απεργία στις 28 Φλεβάρη του 2024 πετύχαμε και το μεγαλύτερο αριθμό Ομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων που αποφάσισαν τη συμμετοχή τους σε απεργία χωρίς τη ΓΣΕΕ, 22 Ομοσπονδίες του ιδιωτικού τομέα και 37 Εργατικά Κέντρα.

Όλες οι πανελλαδικές απεργίες που έγιναν αυτά τα τέσσερα χρόνια, είτε έπαιρναν απόφαση η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ είτε όχι, έγιναν κάτω από την αγωνιστική πίεση που διαμόρφωναν οι πρωτοβουλίες του ΠΑΜΕ, από την πίεση που διαμόρφωνε η συσπείρωση που διαμορφωνόταν με Ομοσπονδίες, Εργατικά Κέντρα και Συνδικάτα με δουλεμένο περιεχόμενο και πλαίσιο πάλης για καλύτερους μισθούς και συντάξεις, για την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, για μέτρα ενάντια στην ακρίβεια, ενάντια στο νόμο Γεωργιάδη που επέβαλε τις 13 ώρες δουλειάς σε πάνω από έναν εργοδότη, αλλά και για το έγκλημα των Τεμπών κόντρα στη γραμμή υπεράσπισης της στρατηγικής και του κέρδους των επιχειρηματικών ομίλων. Δυνάμωσε η ικανότητά μας σε ορισμένους χώρους, όπου είμαστε μειοψηφία στα ΔΣ, να δουλεύουμε με επεξεργασμένο πλαίσιο διεκδικήσεων και γραμμή αντιπαράθεσης, στοιχείο όμως που έχει πολλά περιθώρια, στην πλειοψηφία των κλάδων υστερούμε να δουλεύουμε με τέτοιον προσανατολισμό.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες οργανώθηκαν μεγάλες κλαδικές και τοπικές κινητοποιήσεις για την υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων. Ξεχωρίζουν οι πολλές κλαδικές απεργίες των οικοδόμων που κατάφεραν αυτήν την περίοδο να υπογράψουν δυο κλαδικές ΣΣΕ και ορισμένες εργοταξιακές, καθώς και οι απεργίες των μεταλλεργατών της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης για την υπογραφή ΣΣΕ και η συντονισμένη απεργία μεταλλεργατών - ναυτεργατών - λιμενεργατών στο λιμάνι του Πειραιά, με επίκεντρο τα μέτρα υγείας και ασφάλειας. Αντίστοιχα μετά από χρόνια έγιναν δυο κλαδικές απεργίες στα Τρόφιμα-Ποτά για την υπογραφή κλαδικής ΣΣΕ, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη να δουλέψουμε ακόμα πιο αποφασιστικά για την ανάπτυξη κομματικών και συνδικαλιστικών υποδομών με επίκεντρο τους χώρους δουλειάς. Σημαντικές ήταν οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις που υπογράφτηκαν σε μια σειρά κλάδους (Τρόφιμα - Ποτά, Μέταλλο, Χημική, Χρηματοπιστωτικό κ.ά.).

Με πρωτοβουλία των δυνάμεών μας στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα οργανώθηκαν και μεγάλα συνταξιουχικά συλλαλητήρια που διεύρυναν τη συσπείρωση σωματείων με τη Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα που έχει επιτευχθεί με πρωτοβουλία της Ομοσπονδίας ΙΚΑ.

Σημαντικές ήταν οι αναμετρήσεις στη ΛΑΡΚΟ, στην COSCO, στην efood, στα Μεταλλεία Χαλκιδικής, στα Πετρέλαια και στα Λιπάσματα Καβάλας, στη Μαλαματίνα, που ανέδειξαν τη δύναμη της οργάνωσης των εργατών. Ήταν αγώνες που γνώρισαν μεγάλη αλληλεγγύη, έγιναν σημείο αναφοράς για ευρύτερες δυνάμεις.

Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν τον κρίσιμο ρόλο της οργανωμένης πρωτοπορίας μέσα σε ένα χώρο δουλειάς και κατ’ επέκταση την καθοριστική σημασία της οργάνωσης. Στις σημερινές συνθήκες η κυβέρνηση και η εργοδοσία δεν πρόκειται να κάνουν την παραμικρή υποχώρηση, ακόμα και για τις πιο στοιχειώδεις κατακτήσεις, όπως το να ακυρωθεί μια απόλυση. Απαιτείται συσπείρωση και αποφασιστική δράση των εργαζoμένων. Ο ρόλος των κομμουνιστών μέσα στους χώρους δουλειάς είναι κομβικός. Αν δεν υπήρχε αυτή η δράση, αν δεν υπήρχε η καθοριστική συμβολή του ΠΑΜΕ και των ταξικών συνδικάτων, η υποχώρηση θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη.

Ήταν σημαντική η συμβολή των στοιχείων της απειθαρχίας που θέσαμε μετά από απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής με τις δυνάμεις μας στα συνδικάτα απέναντι στην κρατική καταστολή, στο νόμο Χατζηδάκη για τις απεργίες και στο νόμο Χρυσοχοΐδη για τις διαδηλώσεις, είναι δεκάδες οι απεργίες και οι διαδηλώσεις που έγιναν απειθαρχώντας στους νόμους, ανοίγοντας ταυτόχρονα τις διεκδικήσεις κάθε κλάδου που έβγαινε στον αγώνα ή τις γενικές διεκδικήσεις της εργατικής τάξης στις πανελλαδικές κινητοποιήσεις.

 

στ) Έχει δυναμώσει η εκτίμηση, η εμπιστοσύνη προς το Κόμμα από ευρύτερο τμήμα εργαζομένων και μέσα στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος.

Υπήρξε σημαντική η συμβολή του Κόμματος στην εργατική τάξη και στο συνδικαλιστικό κίνημα, στην ενίσχυση του ρεύματος αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής. Αυτό το ρεύμα άρχισε να ενισχύεται μέσα στις συνθήκες της πανδημίας με τη συνολική στάση του Κόμματος και τη δράση μας στο κίνημα και διευρύνθηκε όλη την επόμενη περίοδο μέχρι σήμερα, που εκφράστηκε στην τελευταία σύσκεψη του ΠΑΜΕ με χαρακτηριστικό τρόπο.

Από το 21ο Συνέδριο μέχρι σήμερα έχει συσσωρευτεί νέα πλούσια πείρα, έχουν γίνει σημαντικά θετικά βήματα και έχουν αναδειχτεί νέα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε αποφασιστικά.

 

B. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑ-ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΑΜΕΣΗΣ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΣΤΙΣ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ. ΤΙ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙ ΑΓΩΝΑΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ. Η ΠΕΙΡΑ ΑΠΌ ΤΑ ΜΕΤΩΠΑ ΠΑΛΗΣ ΠΟΥ ΕΚΔΗΛΩΘΗΚΑΝ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΑ Ή ΤΟΠΙΚΑ

α) Η ιδεολογικοπολιτική δουλειά του Κόμματος αυτοτελώς και μέσα στο εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα αποτελεί καθοριστικό και σε ένα βαθμό «οργανωτικό» παράγοντα. Αναδεικνύοντας κυρίως το ρόλο του εργατικού κινήματος στην πορεία της ταξικής πάλης, στο δρόμο για να δοθούν απαντήσεις στα ζωτικά προβλήματα που απασχολούν την εργατική τάξη, για να μπορέσει να προωθηθεί η κοινή πάλη εργατών, αυτοαπασχολούμενων, αγροτών σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.

Αφορά δηλαδή τη συζήτηση και διαπάλη για το «τι κίνημα θέλουμε», «ποιο κίνημα» με ποια χαρακτηριστικά και ποιον προσανατολισμό μπορεί να φέρει –προσωρινές έστω– νίκες, να ανοίξει το δρόμο για την προοπτική. Από αυτήν την άποψη η συζήτηση για το κίνημα «δένεται» με τη στρατηγική μας. Είναι ουσιαστική πλευρά της πλατιάς συζήτησης για το Πρόγραμμα του Κόμματος, αναδεικνύοντας την πλευρά του «δρόμου της ανατροπής», δηλαδή της αντικαπιταλιστικής αντιμονοπωλιακής πάλης σε μη επαναστατικές συνθήκες ως όρο για τη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για να μπορέσει σε επαναστατικές συνθήκες το κίνημα να πάρει τα χαρακτηριστικά ενός «επαναστατικού αντικαπιταλιστικού μετώπου» που θα συγκρουστεί με την εξουσία του κεφαλαίου. Έχουν γίνει σημαντικά βήματα σε αυτήν την κατεύθυνση.

Κρίσιμο ζήτημα είναι η διαρκής προσπάθεια αφομοίωσης αυτής της πλευράς. Αφορά την ουσιαστική συζήτηση που πρέπει να γίνεται με τέτοιο περιεχόμενο στις κομματικές ομάδες, τη διαρκή ιδεολογικοπολιτική στήριξη των συνδικαλιστικών στελεχών με τις κατάλληλες μορφές, βεβαίως και σε όλη την κομματική οργάνωση, ειδικά στις δυνάμεις μας που δρουν μέσα στο εργατικό κίνημα, αλλά και στα υπόλοιπα κινήματα των αγροτών και των αυτοαπασχολούμενων.

Σήμερα, εξαιτίας των εξελίξεων, εκτιμάμε ότι διαμορφώνονται αντικειμενικά προϋποθέσεις να δυναμώσει ένα «ρεύμα» ρεφορμισμού και με τη συμβολή των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού που ουσιαστικά επιδιώκουν το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα να γίνει όχημα στην αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος και του πόλου που σήμερα χωλαίνει, της σοσιαλδημοκρατίας. Τα συνθήματα της «επανακρατικοποίησης», της «πτώσης της κυβέρνησης», τα «μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας, ενάντια στην αισχροκέρδεια» κ.ά. προβάλλονται είτε ως αιτήματα που συσπειρώνουν και μπορεί να υλοποιήσει μια πραγματικά «αριστερή» ή «προοδευτική κυβέρνηση» ή ως ένα μεταβατικό πλαίσιο πάλης που μπορεί να «επιβληθεί» στις σημερινές συνθήκες ως αποτέλεσμα της δράσης του κινήματος.

Τα αιτήματα αυτά προβάλλονται ως «άμεσοι πολιτικοί στόχοι» που δεν προϋποθέτουν την ανατροπή του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων, με την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να αποτελέσουν «εφαλτήριο» για ριζοσπαστικές και ανατρεπτικές αλλαγές. Η αιχμή της επίθεσης που δεχόμαστε ως Κόμμα στο κίνημα έχει συνολικά τέτοια χαρακτηριστικά.

Ορισμένες δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού καλούν να υιοθετήσουμε τη γραμμή της στήριξης της Ρωσίας και της Κίνας απέναντι στις ΗΠΑ και την ΕΕ, γιατί η «ήττα του ΝΑΤΟ», «να βγούμε από το ευρώ και την ΕΕ», αποκομμένα από την ανάγκη ριζικών ανατροπών στο επίπεδο της πολιτικής εξουσίας, εμφανίζονται ως προϋποθέσεις πολιτικών ανατροπών. Αντίστοιχα, να υιοθετήσουμε την αναβίωση της γραμμής των «αντιφασιστικών μετώπων». Οι θέσεις αυτές μάλιστα εμφανίζονται ως «συγκρουσιακές», σε αντίθεση με τη γραμμή του ΚΚΕ που διαστρεβλώνεται ως «συμβιβασμένη με το σύστημα επειδή τα παραπέμπει όλα στην επανάσταση και το σοσιαλισμό».

Η επίδραση και πίεση αυτών των θέσεων έχουν στόχο την απόσπαση της τρέχουσας παρέμβασης των κομμουνιστών στο εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα από τη στρατηγική μας, την αναβίωση με νέα μορφή της λογικής των σταδίων και της στρατηγικής πρότασης «ενότητα στο πρόβλημα».

Αντιλήψεις που έχουν απορριφθεί από τη ζωή, γι’ αυτό και το Κόμμα μας τις απέρριψε στην προγραμματική του επεξεργασία, στις αποφάσεις των συνεδρίων του, στη δράση μας για την υλοποίηση των στόχων μας. Θέτουμε στο επίκεντρο της συζήτησης ότι στο πιεστικό ερώτημα «τι να γίνει άμεσα;» η απάντηση είναι ότι πρέπει να δυναμώσει η συζήτηση και η δράση για τη συγκέντρωση δυνάμεων για ριζικές ανατροπές στην οικονομία και την πολιτική εξουσία.

Για να μπορέσει κι ένας αγώνας να έχει ευρύτερη επίδραση, να συμβάλλει στην αλλαγή των συσχετισμών δύναμης, να διαμορφώνει προϋποθέσεις για ανατροπές, πρέπει να «ανοίγει» ο ορίζοντάς του, να κάνει βήματα στην κατεύθυνση της αντεπίθεσης, να δυναμώνει ο αντικαπιταλιστικός προσανατολισμός του, να συμβάλλει δηλαδή στη διαμόρφωση των όρων και των προϋποθέσεων –στις σημερινές, μη επαναστατικές συνθήκες– για το μέλλον του κινήματος. Αυτός είναι ο στόχος που συμβάλλει στην προοπτική και όχι η αλυσίδα των ψευδαισθήσεων και αυταπατών που οδηγούν ουσιαστικά στην ενσωμάτωση του συστήματος και υπονομεύουν τη ριζοσπαστικοποίηση. Το ζήτημα αυτό είναι ζήτημα διαρκούς διαπάλης, επεξεργασίας και ανάδειξης μέσα από την παρέμβασή μας, με κατάλληλες μορφές και τρόπους σε όλη τη διαδικασία, την προετοιμασία ενός αγώνα, τη διεξαγωγή του, αλλά πολύ περισσότερο στη συζήτηση των συμπερασμάτων.

Η συζήτηση των συμπερασμάτων, για παράδειγμα, από έναν σημαντικό αγωνιστικό σταθμό του κινήματος με μαζικούς όρους, με «όρους κινήματος» και όχι με όρους στενά εσωκομματικής εκτίμησης. Το να συζητήσει το ΔΣ ή το σωματείο με ΓΣ ή συσκέψεις συμπεράσματα από έναν αγώνα που δόθηκε. Διαδικασία βέβαια που χρειάζεται καλή προετοιμασία και με τέτοιο περιεχόμενο, που εκτός από το να κατοχυρώνει τα βήματα που έγιναν στο πλαίσιο ενός αγωνιστικού σταθμού, κυρίως να συμβάλλει ώστε να δυναμώνει η αντίληψη για τις προϋποθέσεις για το τι εργατικό κίνημα τελικά είναι αναγκαίο σήμερα.

Σε αυτό το φόντο είναι αναγκαίο να ανέβει η ικανότητα επεξεργασίας των πλαισίων πάλης και της τακτικής μας στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα, με ευθύνη των καθοδηγητικών οργάνων σε όλη την κλίμακα. Η προσπάθεια αυτή αφορά και την εξειδίκευση αιτημάτων και διεκδικήσεων, αλλά κυρίως τη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου πάλης στην ανάδειξη μετώπων πάλης που μπορούν να αποτελέσουν κρίκο στην οργάνωση του αγώνα των εργαζομένων. Παρεμβαίνουμε και διαμορφώνουμε πλαίσιο πάλης σε όλα τα ζητήματα που προκύπτουν από τις ίδιες τις εξελίξεις και αφορούν τη ζωή των εργαζομένων. Ξεχωρίζουμε κρίσιμα μέτωπα πάλης στα οποία πρέπει να ανοίξουμε ζητήματα με όρους «αντεπίθεσης» και όχι απλώς άμυνας, αναδεικνύοντας το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, πώς εκφράζεται σε όλες τις πλευρές της ζωής των εργαζομένων, αναδεικνύοντας τον «πραγματικό αντίπαλο».

 

β) Εκτιμάμε ότι μέσα στην πάλη και στις διεργασίες που συντελούνται, με το ξέσπασμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, την επέκτασή του και τη βαθύτερη εμπλοκή της χώρας σε αυτόν, την αντιμετώπιση των συνεπειών από την υλοποίηση και τα αδιέξοδα της στρατηγικής του κεφαλαίου, την εξελισσόμενη αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος και τις αντιθέσεις που εκδηλώνονται, πρέπει να αφομοιώνεται καλύτερα και πιο έμπρακτα στη δουλειά η κατεύθυνση της ΚΕ για ετοιμότητα, ικανότητα δράσης σε μεταβαλλόμενες συνθήκες μέσα στις οποίες οφείλουμε να έχουμε μαχητική και κλιμακούμενη παρέμβαση, συστηματική προβολή της διεξόδου, με προβολή των θέσεών μας, οργάνωση της διεκδίκησης και τράβηγμα περισσότερων στον αγώνα.

Η στροφή στην πολεμική οικονομία θα συνοδευτεί από νέα αντιλαϊκά μέτρα και ανακατατάξεις στη διάρθρωση και στον προσανατολισμό της οικονομίας στη χώρα μας. Ήδη αναπτύσσεται ο ανταγωνισμός μεταξύ εταιριών για το ποιος θα πάρει το μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα, ενώ οι αλλαγές θα διαπεράσουν οριζόντια πολλούς κλάδους της οικονομίας (μεταφορές και logistics, πολεμική βιομηχανία, ναυπηγεία, τηλεπικοινωνίες και πληροφορική, ενέργεια, νερό, κατασκευές κ.ά.), ταυτόχρονα με την επίθεση στα εργασιακά, ασφαλιστικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων.

Η ανάγκη προσαρμογής στο πρόγραμμα ReArm της ΕΕ ύψους 800 δισ. ευρώ, όσο και στο 12ετές ελληνικό εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους 27 δισ., σημαίνει ένταση της φοροληστείας και αρπαγή των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, άνοδο των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και περαιτέρω περικοπές των δαπανών για υγεία, παιδεία, κοινωνικές παροχές, νέα επίθεση σε μισθολογικά δικαιώματα και στις συλλογικές συμβάσεις, παραπέρα ιδιωτικοποιήσεις σε κρίσιμες υποδομές, στο νερό, στην ενέργεια, στις μεταφορές.

Ταυτόχρονα η στροφή στην πολεμική οικονομία θα συνοδευτεί από αυταρχισμό ως κρατική καταστολή και εργοδοτική τρομοκρατία, περιορισμό και απαγόρευση της πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης, διώξεις πρωτοπόρων εργαζομένων, καθώς επίσης και η προσπάθεια ενσωμάτωσης με υλικούς όρους εργαζομένων στους στόχους της πολεμικής βιομηχανίας. Οι νόμοι που σε μεγάλο βαθμό έχουν μείνει στα χαρτιά θα επιδιωχθεί να εφαρμοστούν με αυστηρή πυγμή. Κρίσιμο θέμα είναι το Κόμμα να είναι σε ετοιμότητα και επαγρύπνηση, με την πρωτοπόρα δράση του, με τη δράση των κομμουνιστών στο εργατικό-λαϊκό κίνημα να καλλιεργεί την αλληλεγγύη, τη μαζική λαϊκή πάλη, τη μαχητική αντιμετώπιση των απαγορεύσεων, δυναμώνοντας το κύρος του παραδείγματος που εμπνέει, ξεφοβίζει, παρακινεί για δράση.

Το κύριο για τη δουλειά του Κόμματος στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα είναι να γίνουν πιο αποφασιστικά και μεγάλα βήματα στην πορεία ανασύνταξης του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος, στην ισχυροποίηση της αντικαπιταλιστικής-αντιμονοπωλιακής γραμμής πάλης. Να δυναμώσει η ικανότητα δράσης του για να αντιπαρατεθεί µε αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα, σε συμμαχία µε τα λαϊκά στρώματα των αυτοαπασχολούµενων της πόλης και της υπαίθρου που παλεύουν για την επιβίωσή τους, ενάντια στην ενιαία επεξεργασμένη στρατηγική του κεφαλαίου και της καπιταλιστικής εξουσίας. Καθήκον που εξειδικεύεται σε κάθε συνθήκη, είτε σε φάση απότομης ανόδου της δράσης των μαζών και κάτω από συνθήκες απότομης όξυνσης των προβλημάτων (πόλεμος, καπιταλιστική κρίση) είτε στις συνθήκες της στασιμότητας και της υποχώρησης.

Για ένα κίνημα που δε θα υποτάσσεται στη στρατηγική του κεφαλαίου, των αστικών κυβερνήσεων, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Που θα αντιπαλεύει κάθε αντιλαϊκή πολιτική και τις θυσίες για τα κέρδη των λίγων, των επιχειρηματικών ομίλων, για τα γεράκια του πολέμου. Ένα κίνημα που δε θα αποδεχτεί να ματώσει ο λαός μας τα χέρια του με το αίμα άλλων λαών, ούτε θα γίνει κρέας για τα κανόνια τους. Δε θα υποταχτεί στη γραμμή «τα κεφάλια μέσα» και στη στήριξη των «εθνικών» στόχων του κεφαλαίου. Δε θα συνταχθεί με τους εκμεταλλευτές του για να γίνουν ισχυρότεροι. Θα συμβάλει με τη διεθνιστική δράση και αλληλεγγύη να μη διαχωριστούν οι εργάτες όλου του κόσμου, παίρνοντας το μέρος του ενός ή του άλλου ληστή του πλούτου που παράγουν.

Θα αναδεικνύει τον πραγματικό, άδικο, ταξικό, χαρακτήρα του αστικού κράτους, ενός κράτους ικανού μόνο για να προστατεύει τα κέρδη και την εκμετάλλευση των καπιταλιστών. Ένα κράτος βάρβαρο και αντιλαϊκό, δολοφονικό, είτε σε καιρό πολέμου είτε σε καιρό ειρήνης, που δεν αλλάζει και δε μεταρρυθμίζεται, μόνο ανατρέπεται. Ένα κίνημα που σε κάθε πτυχή της πάλης του θα επιδιώκει να αποκαλύπτει τον ταξικό και εκμεταλλευτικό χαρακτήρα αυτού του συστήματος.

Ένα κίνημα που θα έχει σταθερό μέτωπο με τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό σε ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ και σε άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις, με τη γραμμή της ταξικής συνεργασίας και της κοινωνικής ειρήνης που ενισχύουν τη χειραγώγηση και την εκμετάλλευση των εργαζομένων. Με τη γραμμή της προσαρμογής των «αιτημάτων» που προβάλλουν στα πλαίσια των αντοχών και της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων, της στήριξης των αστικών «θεσμών», του «ευρωπαϊκού κεκτημένου», της «σωστής πλευράς της Ιστορίας» με το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.

Το Κόμμα, με τα στελέχη και τα μέλη του, δουλεύει δραστήρια για την ανασύνταξη του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος, για να δυναμώσει ο αγώνας για όλα τα δικαιώματα των εργαζομένων, για αυξήσεις στους μισθούς και συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κοινωνικές υπηρεσίες στελεχωμένες, Παιδεία και Υγεία με βάση τις δυνατότητες που διαμορφώνει η ανάπτυξη της επιστήμης, ασφαλείς και αναβαθμισμένες, αποκλειστικά κρατικές μαζικές μεταφορές με γνώμονα τις λαϊκές ανάγκες και όχι το καπιταλιστικό κέρδος, νερό-κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα, για την απεμπλοκή της χώρας μας από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ένα κίνημα που θα καλλιεργεί την οργανωμένη απειθαρχία και την αγωνιστική αναμέτρηση τόσο με την πολιτική του κεφαλαίου, όσο και με την προσπάθεια το κίνημα να γίνεται σκαλοπάτι της αστικής κυβερνητικής εναλλαγής.

Για να ενισχυθεί και να διευρυνθεί το ΠΑΜΕ, ο ταξικός πόλος στο συνδικαλιστικό κίνημα, που έχει σημαντικό ρόλο για να συγκροτηθεί ένα πανελλαδικά συντονισμένο, ενιαίο κίνημα, το οποίο θα διαμορφώνει κοινές θέσεις και στόχους διεκδίκησης, προσπαθώντας να ανατρέψει την πολιτική που αφήνει ανικανοποίητες τις σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων.

Ένα τέτοιο κίνημα, που στις συνθήκες πολεμικής εμπλοκής και ενδεχόμενης καπιταλιστικής κρίσης θα σηκώσει ψηλά τη σημαία των εργατικών συμφερόντων και όχι της υποταγής, θα προβάλλει σταθερά τη διέξοδο από τα δεσμά της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Αυτό είναι το ενιαίο καθήκον που πρέπει να αφομοιωθεί απ’ όλο το Κόμμα, αξιολογώντας και μελετώντας την πείρα. Αυτή είναι η προϋπόθεση ώστε η δράση του Κόμματος στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα να τροφοδοτεί με νέες δυνάμεις το ρεύμα αμφισβήτησης στην κυρίαρχη πολιτική και τη συμπόρευση με το ΚΚΕ μέσα από την ενίσχυση της αντικαπιταλιστικής γραμμής πάλης.

Είναι δεδομένο ότι η διαπάλη θα οξυνθεί το επόμενο διάστημα. Ανεξάρτητα από διαφορές, όλα τα κόμματα του κεφαλαίου θα συνασπιστούν στην προσπάθεια να χειραγωγήσουν το λαό για την αναγκαιότητα των θυσιών, οικονομικών, κοινωνικών, δικαιωμάτων και ελευθεριών, για να επιτευχθούν οι «εθνικοί» στόχοι της ανάπτυξης, της σταθερότητας μέσα στο «ρευστό και επικίνδυνο γεωπολιτικό περιβάλλον», αλλά ταυτόχρονα και για τη βαθύτερη εμπλοκή στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο για να υλοποιηθούν οι στόχοι της αστικής τάξης της χώρας και να δυναμώσει η καπιταλιστική κερδοφορία.

Σε αυτές τις συνθήκες θα δυναμώσουν ξανά τα διλήμματα της κυβερνητικής εναλλαγής, ποια κυβέρνηση θα δώσει λύση στα οξυμένα προβλήματα, στο πλαίσιο βέβαια της στρατηγικής του κεφαλαίου που θεωρείται από τα αστικά κόμματα ως αδιαμφισβήτητη. Ιδιαίτερα στις συνθήκες ρευστότητας και προσπάθειας ανασυγκρότησης της σοσιαλδημοκρατίας θα επανέλθουν τα διλήμματα «ποια κυβέρνηση θα δώσει λύση», ότι το κίνημα «πρέπει να στηρίξει την κυβερνητική εναλλαγή και την προοδευτική διακυβέρνηση», πρέπει να επιλέξει την κυβέρνηση που μπορεί να στριμώξει ώστε να την «αναγκάσει να προχωρήσει σε φιλολαϊκές πολιτικές» κ.ά.

Όλη αυτήν την περίοδο απαντήσαμε μέσα στο κίνημα με τη γραμμή «μόνο ο λαός σώζει το λαό στο δρόμο της ανατροπής με ισχυρό ΚΚΕ», προβάλλοντας την ανάγκη για ριζικές ανατροπές στην οικονομία και στην πολιτική εξουσία. Αποκαλύψαμε τις ευθύνες όλων των κυβερνήσεων που σήμερα ξαναεμφανίζονται ως επίδοξοι σωτήρες –ΠΑΣΟΚ/ΣΥΡΙΖΑ και οι παραφυάδες τους– όπως με το έγκλημα στα Τέμπη (π.χ. το σύνθημα ΣΥΡΙΖΑ - ΠΑΣΟΚ - ΝΔ, το έγκλημα αυτό έχει ιστορία, που επέδρασε πλατιά).

Απαντήσαμε με τη δράση μας στο «αν υπάρχει αντιπολίτευση» απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ, όπως και στις προηγούμενες κυβερνήσεις, αναδεικνύοντας μέσα από τα μεγάλα μέτωπα πάλης, αλλά και σημαντικούς τοπικούς αγώνες που αναμετρήθηκαν με την αντιλαϊκή πολιτική και τις συνέπειές της, το περιεχόμενο της πραγματικής λαϊκής αντιπολίτευσης και τη δύναμη του οργανωμένου λαού ως του καθοριστικού παράγοντα για να μετρήσουμε αποτελέσματα στη μαζικοποίηση και στη μαχητική δράση των συνδικάτων, να κατακτηθούν μικρότερες ή μεγαλύτερες νίκες, να κερδίσει το κίνημα πολύτιμο χρόνο απέναντι στον οδοστρωτήρα των αντιλαϊκών πολιτικών για την ανασύνταξή του, να συγκεντρωθούν δυνάμεις για την ανατροπή. Η μαχητική και πρωτοπόρα δράση των κομμουνιστών στο κίνημα αναγνωρίζεται με εμπιστοσύνη στα συνδικαλιστικά μας ψηφοδέλτια στις αρχαιρεσίες των συνδικάτων από πολύ ευρύτερους πολιτικά εργαζομένους.

Υπάρχει βελτίωση της ικανότητας διαπάλης σε αυτά τα κεντρικά ζητήματα. Όμως δε χωρά κανείς εφησυχασμός. Έχουν περάσει πάνω από 10 χρόνια απ’ όταν αυτά τα θέματα τέθηκαν με άμεσο και πιεστικό τρόπο, με μεγάλη ένταση την περίοδο 2012-2015, και τόσο μέσα στο Κόμμα και στην ΚΝΕ, όσο και μέσα στις γραμμές του κινήματος υπάρχουν νέες δυνάμεις που δεν έχουν προηγούμενη πείρα, δεν έχουν αφομοιώσει κρίσιμα στοιχεία της διαπάλης για τον προσανατολισμό του κινήματος και την πολιτική διέξοδο. Είναι μεγάλο θέμα που θα το έχουμε ξανά μπροστά μας, ιδιαίτερα σε φάση ανασύνταξης της σοσιαλδημοκρατίας και των δυνάμεών της στο κίνημα.

Κρίσιμο ζήτημα είναι η εκτίμηση των διαθέσεων των μαζών. Η δυνατότητα όμως να εκτιμάμε σωστά τις διαθέσεις δεν έχει να κάνει μόνο με το να ξέρουμε τι λέει και πώς σκέφτεται πλατιά η εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα. Αλλά κυρίως να μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται ο προβληματισμός, η επίδραση αντικειμενικών, αλλά και υποκειμενικών συνθηκών. Τα κομματικά όργανα και τα στελέχη δεν είναι παρατηρητές και αξιολογητές «διαθέσεων», αλλά να βλέπουν πώς επιδρά η δική μας παρέμβαση και στη διαμόρφωσή τους, αλλά και πώς τις παίρνουν υπόψη τους, όχι για να υποταχθούν σε αυτές, αλλά για να τις ανεβάσουν –όσο αυτό είναι δυνατόν– σε συγκεκριμένη ριζοσπαστική αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.

 

1. Την περίοδο που εξετάζουμε η ετοιμότητα και ικανότητα άμεσης κομματικής παρέμβασης εκφράστηκε πιο χαρακτηριστικά στο ζήτημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Οι επεξεργασίες των Συνεδρίων την τελευταία δεκαετία (19ο, 20ό, 21ο), διαμορφώνοντας την αναγκαία γραμμή πάλης και το πλαίσιο στόχων, σε συνδυασμό με την ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης που εξελίχθηκε και διαμορφώθηκε στα μέτωπα του ιμπεριαλιστικού πολέμου (ιμπεριαλιστικός πόλεμος Ρωσίας-ΝΑΤΟ στο έδαφος της Ουκρανίας, κλιμάκωση της επιθετικότητας του κράτους-δολοφόνου του Ισραήλ με το πρόσχημα της αυτοάμυνας), συνέβαλαν καθοριστικά ώστε το Κόμμα να πρωταγωνιστήσει, με σωστά συνθήματα, με εύστοχες πρωτοβουλίες και στην επιλογή μορφών παρέμβασης και πάλης στο κίνημα, με συνεπή ταξική διεθνιστική στάση, επιδρώντας σε ευρύτερα τμήματα της εργατικής τάξης και των σύμμαχων στρωμάτων.

Προωθήθηκε, με διαβαθμίσεις, η κατεύθυνση να αποτελέσει η εναντίωση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και στην εμπλοκή της χώρας σε αυτόν αντικείμενο πάλης του εργατικού-λαϊκού κινήματος, σε ενιαία κατεύθυνση ενάντια στη στρατηγική του κεφαλαίου και τις συνέπειές της στα εργασιακά δικαιώματα, συνολικότερα των όρων ζωής των εργαζομένων. Μετρήσαμε ορισμένα θετικά παραδείγματα, όπως η κινητοποίηση του σωματείου και των λιμενεργατών της COSCO για το μπλοκάρισμα του πολεμικού υλικού προς το Ισραήλ, οι παρεμβάσεις ορισμένων σωματείων και μεμονωμένα συντρόφων μας εκπαιδευτικών στους μαθητές τους και στις τοπικές κοινωνίες για την εκδήλωση της αλληλεγγύης στο λαό της Παλαιστίνης, οι παρεμβάσεις των συνδικάτων με αφορμή το έγκλημα στην Πύλο κ.ά.

Ιδιαίτερα σε περιοχές που έχουν στο χώρο ευθύνης τους ΝΑΤΟϊκές υποδομές ή άλλες υποδομές που χρησιμοποιούνται για την εμπλοκή στον πόλεμο (π.χ. Αλεξανδρούπολη, Κρήτη, Λάρισα, Αττική, Θεσσαλονίκη, Δυτ. Ελλάδα, Ήπειρος), εξελίχθηκε με μεγαλύτερη ένταση η προσπάθεια αγωνιστικών μαχητικών κινητοποιήσεων.

Ορισμένες πήραν και διεθνή διάσταση, δίνοντας κουράγιο και αυτοπεποίθηση στις δυνάμεις του Κόμματος και της ΚΝΕ, στον περίγυρο, σε ευρύτερους ανθρώπους που ανησυχούν και προβληματίζονται για τις εξελίξεις, τσαλάκωσαν το αφήγημα του «εθνικού συμφέροντος» που δουλεύει επεξεργασμένα η κυβέρνηση και τα άλλα αστικά κόμματα.

Η άνοδος της ικανότητας αυτής κατακτιέται και αναγνωρίζεται στην πράξη, κρίνεται συνεχώς, σε κάθε τρέχουσα φάση και στιγμή, ανάμεσα στις πιο διαφορετικές και γοργά μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Άρα, Κόμμα ατσαλωμένο στη φωτιά της ταξικής πάλης, διαπαιδαγωγημένο για να ανταποκριθεί σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, όξυνσης της ταξικής πάλης που μπορεί να φέρει απότομη είσοδο μαζών στον αγώνα, έντασης της καταστολής, προσπαθειών περιορισμού της δράσης του, αλλά και ενσωμάτωσής του. Κόμμα που καλλιεργεί συστηματικά στις γραμμές του και στην ΚΝΕ, στον πολιτικό περίγυρο, τις αρετές της αδιαλλαξίας στον ταξικό αντίπαλο, της αφοβίας, της αντοχής, της προσφοράς, της συντροφικής αλληλεγγύης, της εμπιστοσύνης στην εργατική τάξη, της επαναστατικής καρτερίας που δεν έχει σχέση με την επανάπαυση σε ό,τι ως τώρα έχουμε κατακτήσει.

 

2. Οι κινητοποιήσεις που εκδηλώθηκαν για τα Τέμπη, τόσο όταν έγινε το τραγικό σιδηροδρομικό έγκλημα το 2023, όσο και την περίοδο που ακολούθησε, το συλλαλητήριο στις 26.01.2025, με κορύφωση τη μεγάλη πανεργατική απεργία στις 28 Φλεβάρη 2025.

Από την πρώτη στιγμή αυτού του εργοδοτικού και κρατικού εγκλήματος, το Κόμμα και η ΚΝΕ καταφέραμε να πρωταγωνιστήσουμε στον αγώνα και τη διαφώτιση του λαού και της νεολαίας, να αναλάβουμε αμέσως την ευθύνη καθοδήγησης, προσανατολισμού και συντονισμού ευρύτερων εργατικών-λαϊκών και νεολαιίστικων δυνάμεων που έδειξαν διάθεση για κίνηση.

Επιβεβαιώθηκε η σημασία της συστηματικής διαφωτιστικής, αγωνιστικής παρέμβασης που προηγείται (ανακοίνωση της παράταξης των κομμουνιστών στο σιδηρόδρομο ΔΕΣΚ, επίκαιρη ερώτηση στη Βουλή κ.ά.).

Δουλέψαμε αποφασιστικά και μαχητικά και εκδηλώθηκαν στοιχεία πρωτοβουλίας που ενίσχυαν η λαϊκή και νεανική δράση, κρίθηκε η ικανότητά μας να εμπιστευτούμε και να δράσουμε μαζί με εργατικές-λαϊκές και νεολαιίστικες μάζες που δεν έχουν την ίδια πείρα και προσανατολισμό.

Επιδιώξαμε να καθοδηγήσουμε ενιαία την πολιτική κομματική παρέμβαση και τη δράση των μελών του Κόμματος και της ΚΝΕ στους φορείς του κινήματος, παρεμβαίνοντας σε ενιαία κατεύθυνση, αλλά και με την ανάλογη επεξεργασία επιχειρημάτων, συνθημάτων.

Το έγκλημα στα Τέμπη έδωσε μια μεγάλη ώθηση στην απότομη άνοδο της διαμαρτυρίας μαζών απέναντι στην κυβέρνηση. Το Κόμμα και τα ταξικά συνδικάτα παρέμβηκαν έγκαιρα, αποφασιστικά στον προσανατολισμό, δεδομένου ότι σε αυτές τις πολυπληθείς μάζες παρέμβαιναν όλα τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού με κατεύθυνση αντικυβερνητική-αντιμητσοτακική. Αν πρέπει να ξεχωρίσουμε κάτι από την εκτίμηση των κινητοποιήσεων για τα Τέμπη είναι ότι το εργατικό και νεολαιίστικο αυτό μαζικό ξέσπασμα πήρε πανελλαδική έκταση, με την καθοριστική συμβολή του ΚΚΕ και των ταξικών συνδικάτων στον προσανατολισμό του.

Ήταν σωστή η εκτίμηση του Κόμματος ότι η αυξημένη εργατική και λαϊκή οργή που εκφράστηκε στα συλλαλητήρια στις 26 Γενάρη έπρεπε να εκφραστεί με πανελλαδική πανεργατική απεργία με αιχμή την καταδίκη της συγκάλυψης του εγκλήματος των Τεμπών, να πάρει χαρακτηριστικά οργανωμένης διεκδίκησης απέναντι στην κυβέρνηση και συνολικότερα στο αστικό κράτος.

Για να εκτιμήσουμε τις αιτίες που διαμόρφωσαν την πρωτοφανή μαζική κινητοποίηση εργαζομένων, νεολαίας, λαϊκών δυνάμεων στις 26/1 και 28/2 και τις επόμενες μέρες, πρέπει να συνυπολογίσουμε ορισμένους βασικούς παράγοντες.

Ως Κόμμα εδώ και τουλάχιστον 2-3 χρόνια, μέσα από τη δράση μας στα διάφορα μέτωπα, τη συμβολή μας στους αγώνες και τις πολιτικές μάχες που έχουμε δώσει, εκτιμούμε διεργασίες που συντελούνται στο λαό, στην εργατική τάξη, στους αυτοαπασχολούμενους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο άλλωστε έχουμε επίσης εκτιμήσει ότι δυναμώνει και ένα ρεύμα αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής που εκφράστηκε σε ένα βαθμό και με την εκλογική ενίσχυση του Κόμματος. Αυτή η κινητικότητα και οι διεργασίες που συντελούνται δε σημαίνουν βέβαια ουσιαστική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων. Ο συσχετισμός συνεχίζει να είναι αρνητικός, το εργατικό-λαϊκό κίνημα συνεχίζει να βρίσκεται πολύ πίσω από αυτό που είναι σήμερα αναγκαίο ως προς τη συγκρότηση ενός ενιαίου πανελλαδικού εργατικού-λαϊκού κινήματος σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.

Το εργατικό-λαϊκό και νεολαιίστικο ξέσπασμα για το ζήτημα των Τεμπών βρέθηκε στην «κορυφή» μιας ευρύτερης εργατικής-λαϊκής αγανάκτησης και δυσαρέσκειας, ανησυχίας και προβληματισμού για το μέλλον, που τροφοδοτείται συνολικά από τα αδιέξοδα σε όλη τη ζωή των εργαζομένων και του λαού. Αφορά την ένταση της εκμετάλλευσης, την επίθεση στο εργατικό-λαϊκό εισόδημα, με την ακρίβεια, τους χαμηλούς μισθούς και υψηλούς φόρους, την άθλια κατάσταση που βρίσκονται κρίσιμες κοινωνικές υπηρεσίες και υποδομές, όπως η παιδεία, η υγεία, η προστασία από φυσικά φαινόμενα και καταστροφές, αλλά τροφοδοτείται και από την αμηχανία και το φόβο από τις διεθνείς εξελίξεις και την εμπλοκή της χώρας μας στα πολεμικά μέτωπα.

Η αστική τάξη παρακολουθεί, προβληματίζεται και παρεμβαίνει στις διεργασίες που συντελούνται στην ταξική και πολιτική συνειδητοποίηση των μισθωτών, ευρύτερων λαϊκών δυνάμεων. Τη δυσαρέσκεια και την αγανάκτηση επιδιώκει να την ελέγξει για τα δικά της συμφέροντα κι όχι να πάρει –κάτω από την οργανωμένη παρέμβαση του ΚΚΕ– μαζικά, αγωνιστικά, αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά.

Είναι προφανές ότι το έγκλημα στα Τέμπη αξιοποιήθηκε ως ζήτημα αιχμής και άσκησης πίεσης στην κυβέρνηση από επιχειρηματικούς ομίλους που θεωρούν ότι η κυβέρνηση της ΝΔ υπό τον Μητσοτάκη εξαντλεί τα περιθώρια και τη δυνατότητά της ως διαχειριστής της εξουσίας ή νιώθουν «αδικημένοι» από τη μοιρασιά της λείας των επιχειρηματικών σχεδίων και των αγορών.

 

3. Από τη δράση του Κόμματος, ως θετική πείρα επιμονής, σταθερού προσανατολισμού και σωστού τρόπου καθοδήγησης, που επιβεβαιώνει τις παραπάνω πλευρές, ξεχωρίζουν οι περιπτώσεις της ΛΑΡΚΟ και των μεταλλείων στη Χαλκιδική.

Για τη ΛΑΡΚΟ, κρίσιμο κομβικό ρόλο έπαιξε η στιγμή που επιλέχθηκε να πάρουμε την πρωτοβουλία για την οργάνωση του αγώνα, ενώ ήμασταν μειοψηφία στο σωματείο της Λάρυμνας και χωρίς εκπροσώπηση στα ΔΣ των υπόλοιπων σωματείων της ΛΑΡΚΟ, αξιοποιώντας το κλαδικό σωματείο Μετάλλου, το οποίο όμως «πάταγε» μέσα στους εργαζομένους στο εργοστάσιο από την προηγούμενη δράση του.

Σωστά εκτιμήθηκε ότι τον τόνο θα δώσει το εργοστάσιο στη Λάρυμνα. Ήταν η κατάλληλη στιγμή, γιατί οι άλλες δυνάμεις ήταν έτοιμες εξαρχής για να παραιτηθούν από τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Εκτιμήσαμε σωστά το κλίμα, πήραμε με τόλμη την πρωτοβουλία, δράσαμε ανοιχτά και πλατιά, ασκήσαμε πίεση και αναγκάστηκαν να συρθούν και να συμφωνήσουν στο πλαίσιο ενάντια στην ιδιωτικοποίηση που ήταν καλά δουλεμένο. Δεν αφήσαμε χώρο και χρόνο να ανασυνταχθούν και έχοντας την πρωτοβουλία κλιμακώσαμε την πάλη.

Στη διάρκεια του μεγάλου αυτού αγώνα απαιτήθηκαν προσαρμογές στο πλαίσιο πάλης, παίρνοντας υπόψη τις εξελίξεις με το διαγωνισμό για το ξεπούλημα της ΛΑΡΚΟ, που τελικά οδήγησε στο κλείσιμό της, έχοντας στην οπτική μας αυτό το ενδεχόμενο.

Σε κάθε φάση του αγώνα αναδεικνύαμε σταθερά την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και τις δυνατότητες παραγωγής της ΛΑΡΚΟ, τις λαϊκές ανάγκες που μπορεί να καλύψει, τις επιπτώσεις που έχει μια αρνητική εξέλιξη σε ολόκληρη την περιοχή και όχι μόνο στους εργαζομένους της επιχείρησης. Ταυτόχρονα είχαμε επεξεργαστεί έγκαιρα πλαίσιο πάλης για την όσο το δυνατό μεγαλύτερη προστασία των εργαζομένων στην περίπτωση κλεισίματος της επιχείρησης. Επιχειρήθηκε και έγινε κατορθωτό σε ένα σημαντικό βαθμό να συντονιστούν με τα εργατικά σωματεία της ΛΑΡΚΟ και οι υπόλοιποι μαζικοί φορείς της περιοχής. Ώθηση στην άνοδο της επιρροής του Κόμματος πρώτα απ’ όλα έδωσε η πρωτοπόρα στάση συντρόφων και οπαδών στο εργοστάσιο και η συστηματική κομματική παρέμβαση που εκδηλώθηκε με μια σειρά μορφές πάνω στην επεξεργασμένη θέση που διαμορφώσαμε για τη 
ΛΑΡΚΟ, τις δυνατότητές της, φωτίζοντας τις οικονομικές και πολικές-κοινωνικές προϋποθέσεις για να λειτουργήσει με εξασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών.

Αντίστοιχα, καθοριστικό στοιχείο που επέτρεψε να προσανατολιστεί η δράση σε ένα σημαντικό χώρο, όπως τα μεταλλεία Κασσάνδρας, και να αφήνει πολιτικό αποτύπωμα σε όλη την περιοχή της Β/Α Χαλκιδικής, ήταν η επεξεργασία της θέσης μας για την επένδυση. Αυτή η επεξεργασία μάς βοήθησε να ξεπεράσουμε τις αστικές «συμπληγάδες» του «ναι ή όχι στην εξόρυξη» και να τεθούν οι βάσεις για στοχευμένη κομματική παρέμβαση σε ένα χώρο στρατηγικής σημασίας.

Σημαντικό ζήτημα και εδώ ήταν η καλή γνώση του χώρου και η πρωτοπόρα δράση των μελών και οπαδών μας που αποτυπώθηκε στο πλαίσιο πάλης και στην αντιπαράθεση με τα επιχειρήματα της εργοδοσίας. Η επεξεργασία και υπερψήφιση της πρότασής μας για τη νέα ΣΣΕ, η αιτιολογική έκθεση που την συνόδευε και αποδείκνυε την κερδοφορία της εταιρίας και την ανάγκη αύξησης των απαιτήσεων από τους εργάτες, αλλά και η τεκμηριωμένη απάντηση όλων των επιχειρημάτων και εκβιασμών της εταιρίας, έδωσε τη δυνατότητα –παρά τη δράση μας με όρους μειοψηφίας στα ΔΣ των 3 σωματείων– να παίρνουμε την πρωτοβουλία των κινήσεων και σε μεγάλο βαθμό να καθορίζουμε το περιεχόμενο της πάλης.

Επιβεβαιώνεται ότι οι εξελίξεις και οι ανάγκες καθοδήγησης της πάλης απαιτούν διαρκή προφύλαξη από λάθη και παγίδες, τα οποία μπορεί να προκύπτουν από μια σειρά παράγοντες, αλλά σε τελευταία ανάλυση έχουν τη ρίζα τους στην αφομοίωση της στρατηγικής, των θέσεών μας και της ανάγκης διαρκούς επεξεργασίας τους· στην αδυναμία γενίκευσης πείρας και αφομοίωσης όλων εκείνων των παραγόντων που επιτρέπουν μια συστηματική και διεισδυτική παρέμβαση, με τα κοινωνικοταξικά κριτήρια που έχουμε καθορίσει, ώστε να αντιμετωπίζονται υποκειμενικές αδυναμίες ανεπεξέργαστης παρέμβασης, δισταγμού στην ανάληψη της πρωτοβουλίας, που εκφράζει και αδυναμία διαμόρφωσης εύστοχου πλαισίου πάλης.

 

4. Ένα μέτωπο πάλης στο οποίο ξεχώρισε η καθοριστική παρέμβαση του Κόμματος ήταν η πάλη ενάντια στους πλειστηριασμούς και στις εξώσεις, που αντικειμενικά δένεται με το μεγάλο θέμα της Λαϊκής Στέγης.

Έγινε συστηματική προσπάθεια παρέμβασης, αρχικά από την επιτροπή του ΠΑΜΕ ενάντια στους πλειστηριασμούς, που απλώθηκε όμως σε πολλές πόλεις της χώρας και γειτονιές της Αττικής, παρεμβαίνοντας και σώζοντας στην κυριολεξία εκατοντάδες πρώτες κατοικίες εργατικών και λαϊκών νοικοκυριών, απειθαρχώντας στους κατασταλτικούς νόμους και στο άδικο νομοθετικό πλαίσιο που ξεριζώνει τις φτωχές οικογένειες από τα σπίτια τους και ενισχύει τη συγκέντρωση των ακινήτων στα κοράκια και στα διάφορα επιχειρηματικά funds. Ορισμένες κινητοποιήσεις, όπως στην Ελευσίνα, στα Πετράλωνα, στου Ζωγράφου, στη Θήβα, στη Χαλκιδική κ.α., έγιναν σημείο αγωνιστικής αναφοράς για ολόκληρες πόλεις στη σύγκρουση με την αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης.

Αυτή η παρέμβαση εκφράστηκε με το δυνάμωμα του κύρους του Κόμματος και του ΠΑΜΕ, αναγνωρίζονται από ευρύτερα λαϊκά τμήματα ως οι μόνες δυνάμεις που με σταθερότητα και συνέπεια ασχολούνται με το συγκεκριμένο θέμα, από πολλά στόματα ακούστηκε να λένε «πήγαινε στο ΠΑΜΕ να σώσεις το σπίτι σου». Είναι μέτωπο που ανοίγει το δρόμο, συμβάλλει στο συντονισμό των αγώνων με τα μικρομεσαία στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, για να γίνονται βήματα στην υπόθεση της κοινωνικής συμμαχίας στο μεγάλο θέμα της Λαϊκής Στέγης.

Στο μέτωπο αυτό, που έχουμε συγκεντρώσει σημαντική αγωνιστική πείρα από τη δράση ενάντια στους πλειστηριασμούς, είναι κρίσιμο ζήτημα σήμερα να αναδειχθεί από τη σκοπιά του σύγχρονου δικαιώματος για φθηνή και ασφαλή στέγη που έρχεται σε αντίθεση με την εμπορευματοποίηση της γης, την καπιταλιστική αγορά στην κατοικία, το ρόλο των κατασκευαστικών ομίλων και των τραπεζών, την πολιτική των αστικών κυβερνήσεων και τη στρατηγική της ΕΕ. Άρα χρειάζεται η επεξεργασία στόχων πάλης και διεκδικήσεων ενταγμένων μέσα σε αυτήν τη λογική.

 

5. Η ετοιμότητα και η ικανότητα δράσης του Κόμματος κρίθηκε επίσης στις άμεσες παρεμβάσεις που αφορούσαν φυσικές καταστροφές, από φωτιές και πλημμύρες.

Ειδικότερα αυτές που έπαιξαν άμεσο ρόλο στην προστασία της ζωής και της λαϊκής περιουσίας, που εξελίχθηκαν σε κατοικημένες περιοχές, όπως η φωτιά στη Β. Εύβοια, η πλημμύρα στη Θεσσαλία, οι φωτιές στην Ηλεία, στον Έβρο και στην Αττική, που έφτασαν σε βιομηχανικές περιοχές και λίγα μέτρα έξω από χώρους δουλειάς.

Σε όλες τις περιπτώσεις αποδείχθηκε ότι απαιτούνται παρεμβάσεις αποφασιστικές, μαχητικές, δυναμικές, άμεσες ενέργειες για την προστασία του λαού.

Πιο συγκεκριμένα, στις μεγάλες καταστροφές στη Β. Εύβοια και τη Θεσσαλία: Καθοριστικό ρόλο για να ηγηθούμε στην πάλη έπαιξε το γεγονός ότι οι δυνάμεις μας με αυτοθυσία και ηρωισμό μπήκαν πρωτοπόρα στη μάχη και οι υποδομές που έχουμε στο κίνημα, ακόμα και αδύναμες, που προσανατολίστηκαν στην ανάληψη πρωτοβουλίας για την οργάνωση της αλληλεγγύης και της διεκδίκησης. Βγαίνει πείρα ότι σε τέτοιες καταστάσεις χρειάζεται άμεσα να δοθεί το στίγμα της συλλογικής διεκδίκησης και κινητοποίησης, μαζί με την αλληλεγγύη, χωρίς αναμονή για την καταγραφή της καταστροφής.

Αποδείχθηκαν σωστές οι διεκδικητικές πρωτοβουλίες που πάρθηκαν με διάφορες μορφές (συλλαλητήρια, παραστάσεις διαμαρτυρίας, στέκια αλληλεγγύης κλπ.). Η κατεύθυνση αυτή έδωσε τη δυνατότητα γρήγορα να αξιοποιηθούν πλατιές μάζες ανθρώπων, δίνοντας περιεχόμενο δράσης και κίνητρο κινητοποίησης, που σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να έμεναν αδρανείς, να επιδρούσε η συστηματική προσπάθεια του αντιπάλου σε τέτοιες καταστάσεις να μην εκφραστεί η οργή με λαϊκή κινητοποίηση, να αναπαραχθεί κλίμα αναμονής για τα όποια μέτρα-ψίχουλα αποκατάστασης, σε συνδυασμό με την προώθηση επενδυτικών σχεδίων πάνω στις καταστροφές, μετατρέποντάς τες σε «ευκαιρία» κερδοφορίας.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, υπάρχει ένα γενικό, υποχρεωτικό, ενιαίο στοιχείο. Η ετοιμότητα, η ικανότητα, η θέληση και η γεμάτη αυταπάρνηση δουλειά του κομμουνιστή και της κομμουνίστριας, όπου κι αν βρίσκεται, κάτω από όλες τις συνθήκες. Να αναδείχνεται σε ηγέτη στο χώρο του, στο περιβάλλον του, να αφήνει το αποτύπωμά του παντού, έτοιμος να αντιμετωπίσει κάθε δυσκολία. Η ικανότητα να δυναμώνει η αντιπαράθεση με τους αστικούς σχεδιασμούς και τα σχέδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης που έχουν τοπικό και περιφερειακό χαρακτήρα. Σχέδια που εκφράζουν και αντιτιθέμενα αστικά συμφέροντα και εγκλωβίζουν εργατικές και λαϊκές δυνάμεις. Δυναμώνουν μέσα σε αυτές τις συνθήκες οι παρεμβάσεις επιχειρηματικών ομίλων, κομμάτων, περιφερειών, δήμων, Εκκλησίας, άλλων μηχανισμών. Είναι κρίσιμο να κατακτάμε βήματα στη διαπάλη, στην προβολή του ταξικού χαρακτήρα της ανάπτυξης, στην πρόταξη διεκδικήσεων που ικανοποιούν τις ανάγκες του λαού φωτίζοντας το Πρόγραμμα του ΚΚΕ. Όλα αυτά αποτελούν κριτήριο αποτελεσματικότητας της καθοδηγητικής δουλειάς, της λειτουργίας και της δράσης των ΚΟΒ.

 

6. Συνέχισε η προσπάθειά μας να παραμείνει ψηλά στις αγωνιστικές διεκδικήσεις το θέμα της υπεράσπισης της δημόσιας και δωρεάν υγείας.

Δεν αρκεστήκαμε μόνο στην παρέμβασή μας στον κλάδο, αλλά επιδιώξαμε να ανοίξουμε το θέμα ως ένα μεγάλο λαϊκό μέτωπο, να συντονιστεί η δράση των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων σε μια σειρά πόλεις όπου σε ορισμένες περιπτώσεις οργανώθηκαν πολύ μαζικά συλλαλητήρια, όπως στην Κρήτη, στο Β. Αιγαίο, στην Ξάνθη, στη Δράμα κ.α. Δώσαμε τη μάχη με όλη τη γραμμή της εμπορευματοποίησης και της ιδιωτικοποίησης της κυβέρνησης και όπως αυτή εκφράστηκε με την προώθηση των απογευματινών χειρουργείων, των απογευματινών ιατρείων, την προώθηση έργου απευθείας σε ιδιωτικές κλινικές και διαγνωστικά κέντρα, την προώθηση της παράλληλης εργασίας των γιατρών (και στο δημόσιο, και στον ιδιωτικό τομέα), την αύξηση της τιμής των φαρμάκων κ.ά.

Παρά την προσπάθεια, υπολειπόμαστε από το να είναι ένα σταθερό μέτωπο παρέμβασης των δυνάμεών μας, να πάρει πανελλαδικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα δυναμώνουν οι απαιτήσεις στη διεξαγωγή της διαπάλης, στο συνδυασμό της αποκάλυψης της πολιτικής του κεφαλαίου στο χώρο της υγείας, στην αποκάλυψη των θέσεων των αστικών κομμάτων και των οπορτουνιστικών δυνάμεων, στην επεξεργασία του πλαισίου πάλης και στην προβολή των συνολικότερων θέσεων του Κόμματος.

 

7. Αντίστοιχα συνεχίστηκε η προσπάθεια που κάνουμε στο χώρο της εκπαίδευσης, με κορυφαία αυτήν την περίοδο την αποφασιστική στήριξη των μεγάλων φοιτητικών κινητοποιήσεων ενάντια στην ιδιωτικοποίηση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, στις οποίες πρωτοστάτησαν οι δυνάμεις της ΚΝΕ, και την οργάνωση της πάλης των εκπαιδευτικών ενάντια στον κρατικό έλεγχο, τη λεγόμενη αξιολόγηση.

Έγινε μεγάλη προσπάθεια να συνδυαστούν οι κλαδικές κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών που είχαν ως περιεχόμενο ζητήματα μισθών και εναντίωσης στον προσανατολισμό, τα κριτήρια και το περιεχόμενο της αξιολόγησης, της κατηγοριοποίησης των σχολικών μονάδων, με την υπεράσπιση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας, με την υπεράσπιση του ρόλου του εκπαιδευτικού που έχει στο επίκεντρο την πραγματική μόρφωση και την ουσιαστική διαπαιδαγώγηση των μαθητών. Οργανώθηκαν πολλές κινητοποιήσεις, εκφράστηκε η θετική αλλαγή των συσχετισμών στο συνδικαλιστικό κίνημα των εκπαιδευτικών, στην ένταση και το περιεχόμενο των αγώνων.

Αναδείχτηκε ο κρίσιμος ρόλος που παίζουν οι Σύλλογοι και οι Ενώσεις Γονέων για τη συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων με περιεχόμενο που συγκρούεται με την κυβερνητική πολιτική. Είναι και αυτό ένα μέτωπο που παρά την προσπάθεια που κάνουμε δεν έχει αποκτήσει πανελλαδική έκταση και σταθερό προσανατολισμό.

Η κυβέρνηση θα επιτεθεί με μεγαλύτερη ένταση στην κατηγοριοποίηση και στην ταξική διαφοροποίηση των σχολείων, στην ανταποδοτική λειτουργία τους. Η διαπάλη για το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό της εκπαίδευσης δένεται πιο οργανικά με την καταστολή της διοίκησης και το ρόλο του εκπαιδευτικού. Η παρέμβαση των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού δυναμώνει με επίκεντρο τον εξωραϊσμό του αστικού κράτους και την κυβερνητική εναλλαγή. Απαιτείται καλύτερη επεξεργασία όλων αυτών των θεμάτων που φωτίζουν και τις προγραμματικές θέσεις του Κόμματος.

 

8. Οι δυνάμεις μας πρωτοστάτησαν στο μεγάλο μέτωπο ενάντια στην ακρί-βεια-φοροληστεία, σε συνθήκες όπου οξύνθηκαν τα προβλήματα της συρρίκνωσης του λαϊκού εισοδήματος, της ενεργειακής φτώχειας και της μεγάλης ακρίβειας σε βασικά καταναλωτικά αγαθά, στα ενοίκια, στις υπηρεσίες υγείας, στα φάρμακα κ.ο.κ. Πήραμε πρωτοβουλίες με βάση το επεξεργασμένο πλαίσιο πάλης του ΠΑΜΕ που συνδυάζονταν με τη μάχη των αυξήσεων στους μισθούς και στις συντάξεις, στις κοινωνικές παροχές. Εκδηλώθηκε η αλληλεγγύη των εργατικών συνδικάτων σε κινητοποιήσεις συλλόγων αυτοαπασχολούμενων σε μεγάλες πόλεις.

Είναι μέτωπο που μας δίνει την ευκαιρία να δυναμώσουμε κι άλλο τη διαπάλη με τους μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους, την κυβέρνηση και τα κόμματα του κεφαλαίου, αλλά και με οργανωμένες δυνάμεις των πολυάριθμων μεσαίων αστικών τμημάτων που θίγονται από την κυβερνητική πολιτική, υπηρετούν τη γραμμή μιας άλλης καπιταλιστικής διαχείρισης και επιδρούν πλατύτερα μέσα στην κοινωνία. Να προβάλλουμε ακόμα πιο πειστικά και διεισδυτικά την ανάγκη της κλιμάκωσης του αγώνα, διεκδικώντας άμεσα μέτρα ανακούφισης δεμένα με τις συνολικότερες θέσεις του Κόμματος.

Όπως σημείωνε και η Ανακοίνωση του ΠΓ στη 1.3.2025: «Για να παιχτεί τελικά το παιχνίδι της πολιτικής σταθερότητας χρειάζονται πολλά “δεκανίκια”. Χρειάζονται και η φιλελεύθερη εκδοχή της ΝΔ και η δήθεν “προοδευτική” - σοσιαλδημοκρατική εκδοχή των ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ κλπ., που σήμερα χωλαίνει, γιατί είναι ταυτισμένη με τις αντιλαϊκές πολιτικές που εφάρμοσαν αυτές οι δυνάμεις ως κυβέρνηση, αλλά και με την εξαπάτηση του λαού. Χρειάζεται και η δήθεν “αντισυστημική” εκδοχή του λαϊκισμού και της παραπλάνησης με τη γνωστή –δοκιμασμένη σε Ελλάδα και εξωτερικό– συνταγή προσωποπαγών κόμματων “μιας χρήσης”, που επικαλούνται “παθογένειες” για να μείνει εκτός κάδρου τελικά το ίδιο το σύστημα.» Τέτοιες διεργασίες βλέπουμε άλλωστε αυτές τις μέρες να εξελίσσονται σε όλα τα αστικά κόμματα, και στην ίδια τη ΝΔ, το χώρο της σοσιαλδημοκρατίας κλπ.

Έχουμε επίγνωση ότι η ανάπτυξη και κυρίως η ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος δεν είναι μια σταθερά ανοδική πορεία, έχει εξάρσεις, φάσεις κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης, όμως όλοι οι αγώνες μπορούν να δώσουν πείρα, να συμβάλουν στην πορεία μιας πιο καθαρής αυτοπεποίθησης για τις δυνατότητες σύγκρουσης των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων με το καπιταλιστικό κατεστημένο. Γι’ αυτό και γίνεται συστηματική προσπάθεια να καλλιεργηθεί η μοιρολατρία, το ανώφελο των μαζικών αγώνων («έγινε η μεγαλύτερη απεργία και η κυβέρνηση δεν έπεσε» κ.ά.), αλλά και να αξιοποιηθεί στην αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος.

Η σημασία αυτής της εκτίμησης έχει να κάνει και με την κατανόηση ότι, στη μάχη που δίνουμε ώστε η αγανάκτηση και η δυσαρέσκεια να βρει αντικαπιταλιστικό-αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό, ο αντίπαλος βρίσκεται τόσο με τη μορφή της κυβέρνησης της ΝΔ, των διάφορων επιχειρηματικών ομίλων που την στηρίζουν, με τη μορφή των μηχανισμών κρατικών και «παρακρατικών» του αστικού κράτους, όσο και με τη μορφή όσων αστικών δυνάμεων που άμεσα ή έμμεσα παρεμβαίνουν στον προσανατολισμό και το χαρακτήρα του κινήματος. Κατά συνέπεια γίνεται πιο σύνθετη κι απαιτητική η ιδεολογική-πολιτική διαπάλη σε αντίστοιχα ξεσπάσματα που είναι μπροστά μας.

Η συγκέντρωση της πείρας και αυτής της περιόδου μας δείχνει ότι, όταν ένα πρόβλημα ή περισσότερα οξυνθούν ή ωριμάσουν συνθήκες μαζικής αντίδρασης, είναι απαραίτητο:

Ι) Να μην αφήνουμε κενό και να παίρνουμε την πρωτοβουλία, καθώς παρεμβαίνουμε καλύτερα και στην οργάνωση της πάλης και δημιουργούμε καλύτερες προϋποθέσεις συσπείρωσης και για να οξύνουμε την ιδεολογική-πολιτική διαπάλη. Αυτό απαιτεί να δράσουμε με τόλμη, με πρωτοβουλία και αποφασιστικά.

ΙΙ) Η εξασφάλιση της συλλογικής λειτουργίας των καθοδηγητικών οργάνων και των ΚΟΒ, για τη μεταφορά και εκτίμηση της πείρας από την επικοινωνία με μάζες, με άμεση εμπλοκή του καθοδηγητικού επιτελείου, με στήριξη και εμπιστοσύνη σε αυτούς που καθοδηγούν ανθρώπους και καταστάσεις.

ΙΙΙ) Καμιά υποτίμηση της καθημερινής δουλειάς, της συστηματικής προετοιμασίας, του ιδεολογικοπολιτικού εξοπλισμού, ανεξάρτητα αν έχει ωριμάσει η άμεση δυνατότητα μιας κινητοποίησης. Σταθερή επιδίωξη για τη διαμόρφωση μαχητικής πρωτοπορίας για την προετοιμασία και τη συνέχεια, με προσανατολισμό, σχέδιο, συγκεκριμένη και συνδυασμένη κομματική δουλειά. Για πλατύ δίκτυο κομματικών και ΚΝίτικων οργανώσεων σε κρίσιμους χώρους δουλειάς, καθώς και εκπαίδευσης και εργατικές-λαϊκές γειτονιές.

IV) Να μπορούμε συστηματικά να έχουμε γνώση της κατάστασης και των προβλημάτων. Να διαμορφώνουμε εύστοχα αιτήματα που να αποτελούν κίνητρο κινητοποίησης κι αγώνα για τους εργαζομένους, με κατάλληλη επιλογή των διεκδικήσεων και των μορφών πάλης, επιδίωξη της μεγαλύτερης συσπείρωσης σε αυτά.

V) Να υπάρχει εικόνα και να υπολογίζουμε διαρκώς τις αντιθέσεις και τα συμφέροντα που διαπλέκονται στην εργοδοσία, στον κλάδο, στην περιοχή κλπ., στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, στους θεσμούς του αστικού κράτους.

VI) Η σημασία της ύπαρξης ή δημιουργίας μορφής οργάνωσης των ίδιων των εργαζομένων στους μεγάλους χώρους δουλειάς. Τα διοικητικά συμβούλια των πρωτοβάθμιων σωματείων να είναι κέντρα αγώνα, με σωστή αντιμετώπιση του γεγονότος ότι το σωματείο αποτελεί μαζική οργάνωση και είναι αναγκαία η συμμετοχή όσο το δυνατό περισσότερων εργαζομένων στην επεξεργασία αιτημάτων, στην επιλογή των μορφών πάλης, στην οργάνωση του αγώνα, στην κλιμάκωση ή αποκλιμάκωση σε κάθε φάση.

VII) Η εκδήλωση της μέγιστης δυνατής αλληλεγγύης και να έχουμε στραμμένα τα μάτια μας στο τι προσλαμβάνει συνολικά ο κόσμος που παρακολουθεί από απόσταση τον αγώνα. Η συνεχής προσπάθεια ένας αγώνας, που μπορεί να έχει ξεκινήσει και από μια επιμέρους διεκδίκηση, να βγαίνει από τα στενά όρια του χώρου δουλειάς, του κλάδου, της περιοχής που εξελίσσεται. Να γίνεται κέντρο αλληλεγγύης και συντονισμού ευρύτερων δυνάμεων, άλλων σωματείων και φορέων του εργατικού-λαϊκού κινήματος σε τοπικό, κλαδικό, πανελλαδικό τελικά επίπεδο.

Επιπλέον, το ζήτημα της διαμόρφωσης συνδικαλιστικής υποδομής, εκτός από τον αναγκαίο σχεδιασμό για να προκύψει αυτή, χρειάζεται και αντίστοιχη ετοιμότητα για γεγονότα που μπορούν να την επιταχύνουν. Είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις που σωματεία σε επιχειρήσεις φτιάχτηκαν μέσα στη διάρκεια αγωνιστικών κινητοποιήσεων που ξέσπασαν κάτω από την όξυνση προβλημάτων, σε ορισμένες περιπτώσεις με τη βοήθεια και κλαδικών συνδικάτων. Στο βαθμό που υπήρχε αντίστοιχος προσανατολισμός και σχεδιασμός, που δεν επαναπαυτήκαμε στην ύπαρξη κλαδικής συνδικαλιστικής οργάνωσης αλλά την αξιοποιήσαμε για την οργάνωση των εργαζομένων στο χώρο δουλειάς, υπήρξαν βήματα, όπως, π.χ., Teleperfomance, εργοτάξιο Ελληνικού, efood κ.ά.

 

Γ. ΠΩΣ ΕΚΤΙΜΑΜΕ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΑΣ ΜΕ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΗΝ ΑΦΟΜΟΙΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΟΥ 21ου ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΙΚΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ

α) Υπάρχει βελτίωση του προσανατολισμού στο πώς δουλεύουμε στο κίνημα και άνοδος της ικανότητας να υπηρετείται μέσα από την ιδεολογική, πολιτική και συνδικαλιστική παρέμβαση ο στόχος της ανασύνταξης του κινήματος. Έχουμε εμφανή αποτελέσματα σε βασικούς δείκτες της ανασύνταξης (πρωτοπόρα δράση, μαζικοποίηση συνδικάτων, αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων, αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή γραμμή πάλης) και στην πρακτική δράση σε μεγάλα μέτωπα για την κοινωνική συμμαχία.

 

β) Έγιναν προσπάθειες πιο συστηματικές και διαμορφώθηκε πλαίσιο και γραμμή συσπείρωσης στο συνδικαλιστικό κίνημα που προωθήθηκε κυρίως μέσω του ΠΑΜΕ, του συντονισμού συνδικάτων (Ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα). Σημαντική συμβολή σε αυτό είχαν οι πανελλαδικές συσκέψεις του ΠΑΜΕ (Ιούνης 2022 και Νοέμβρης 2024), οι τοπικές συσκέψεις σωματείων· συνέβαλαν στο συντονισμό αγώνων, στη συσπείρωση σε ταξική κατεύθυνση, στην αλλαγή συσχετισμών. Με κορμό τις δυνάμεις του Κόμματος που δρουν στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα δυνάμωσε η παρέμβαση τόσο στη ζύμωση των πλαισίων συσπείρωσης όσο και για την οργάνωση της πάλης (ΣΣΕ στον κλάδο των Κατασκευών, οι κινητοποιήσεις σε Υγεία και Παιδεία κ.ά.).

Όμως, υπάρχει μεγάλη ανάγκη να κατακτηθεί ο προσανατολισμός, η μεθοδολογία, η συνεχής επεξεργασία για το πώς δουλεύουμε στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα.

 

γ) Ενισχύθηκε η προσπάθεια και υπάρχει πρόοδος στα καθοδηγητικά όργανα των περιοχών, ώστε να διαμορφώνεται σχέδιο παρέμβασης, ενίσχυση της παρέμβασης του Κόμματος στην εργατική τάξη και στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Υπάρχουν μεγάλες απαιτήσεις για ενίσχυση του σχεδίου, της διάταξης δυνάμεων με προτεραιότητα τους μεγάλους βιομηχανικούς χώρους, τις βιομηχανικές ζώνες, τους κλάδους που ιεραρχούμε.

 

δ) Στο θέμα της προώθησης της Κοινωνικής Συμμαχίας, η πείρα της τελευταίας τετραετίας ανέδειξε μια ποικιλομορφία μορφών και παρεμβάσεων, από τις φυσικές καταστροφές και τη λαϊκή στέγη, ως τα θέματα της υγείας και της εκπαίδευσης. Ξεπεράστηκε σε μεγάλο βαθμό στα καθοδηγητικά όργανα η σχηματοποίηση που είχαμε εντοπίσει και στο κλείσιμο του 21ου Συνεδρίου: «Έχει κατακτηθεί στο κομματικό σώμα μια ενιαία αντίληψη μετά από τα πανελλαδικά σώματα που κάναμε, έχουμε απαλλαγεί σε μεγάλο βαθμό από παλιότερες σχηματοποιήσεις που μας δυσκόλευαν. Σήμερα κατανοούμε ότι τα σχήματα φτιάχνονται για να διευκολύνουν την άνοδο του κινήματος, την προσέγγιση και συστράτευση ευρύτερων εργατικών και λαϊκών δυνάμεων, υπηρετώντας τη στρατηγική μας, για την προώθηση του στρατηγικού μας στόχου και την απαραίτητη συγκέντρωση και προετοιμασία δυνάμεων για μεγάλες συγκρούσεις.»

Σημείο αναφοράς είναι τα κοινά συλλαλητήρια Εργατικών Κέντρων - αγροτών, με κορύφωση το μεγάλο συλλαλητήριο στο κέντρο της Αθήνας το Φλεβάρη του 2024.

Δεν έχει πάρει πιο στέρεα και μόνιμα χαρακτηριστικά στη βάση ενός κοινού πλαισίου διεκδικήσεων σε αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.

Ξεχωρίζει το παράδειγμα του συντονιστικού κοινής δράσης εργατικών σωματείων και φορέων του λαϊκού κινήματος που αναπτύχθηκε στη Λάρισα, που έχει έναν πιο μόνιμο και διευρυμένο χαρακτήρα με το πλαίσιο πάλης που επεξεργάζεται σε κάθε φάση και προβάλλει το Εργατικό Κέντρο Λάρισας. Στις κινητοποιήσεις για τα Τέμπη έπαιξε σημαντικό ρόλο στον προσανατολισμό και την καθοδήγηση των κινητοποιήσεων το συντονιστικό φορέων που συγκροτήθηκε με την πρωτοβουλία του Εργατικού Κέντρου και τη συμμετοχή της Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων, του Εμπορικού Συλλόγου, των Φοιτητικών Συλλόγων και άλλων μαζικών φορέων που οργάνωσε τις περισσότερες απεργιακές συγκεντρώσεις, έδωσε συνεντεύξεις Τύπου, οργάνωσε άλλες πολύμορφες δραστηριότητες, όπως αιμοδοσία τις πρώτες ώρες του δυστυχήματος κ.ά.

Αυτή η πρωτοβουλία είχε ξεκινήσει σε προηγούμενη φάση, ωρίμασε μέσα από την κοινή δράση για μια σειρά ζητήματα, όπως πλειστηριασμοί, ακρίβεια, υγεία, την πάλη ενάντια στις συνέπειες από τις φυσικές καταστροφές κ.ά., από την αλληλεγγύη του Εργατικού Κέντρου και των συνδικάτων στο αγροτικό και το φοιτητικό κίνημα. Καθοριστικοί παράγοντες στην καθοδηγητική δουλειά που βοήθησαν ήταν τόσο η εδραίωση και η ενίσχυση του προσανατολισμού του ΕΚ Λάρισας ώστε να ηγηθεί και με επεξεργασμένο περιεχόμενο σε αυτήν την πρωτοβουλία, όσο και η συστηματική δουλειά των δυνάμεων του Κόμματος σε κάθε φορέα του κινήματος ώστε να επεξεργαζόμαστε τη γραμμή μας, να επιδρούμε και να κερδίζουμε θέσεις σε αυτούς τους φορείς του κινήματος.

Είναι παράδειγμα για το πώς η κοινή δράση γύρω από μεγάλα μέτωπα που βοηθούν την πολιτικοποίηση της πάλης μπορεί να διαμορφώσει όρους κοινωνικής συμμαχίας, να ωριμάζει και τη μορφοποίησή της. Χωρίς προχειρότητες και «τράβηγμα από τα μαλλιά», οι Κομματικές Οργανώσεις μπορούν να δουν αντίστοιχες πρωτοβουλίες μόνιμου συντονισμού φορέων και σε άλλες περιοχές όπου υπάρχουν οι προϋποθέσεις.

Κρίσιμο ζήτημα είναι να κατανοηθεί ότι η υπόθεση της Κοινωνικής Συμμαχίας είναι πρώτα και κύρια υπόθεση της εργατικής τάξης και απ’ αυτήν τη σκοπιά πρέπει να σχεδιάζεται η συγκεκριμένη δουλειά των κομμουνιστών μέσα στα σωματεία, να δυναμώνει ο προσανατολισμός των συνδικάτων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ σε αυτήν την κατεύθυνση.

 

ε) Κεντρικό καθοδηγητικό καθήκον παραμένει η ιδεολογικοπολιτική βοήθεια προς τα στελέχη και μέλη που δρουν στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος, η βοήθεια προς τις Κομματικές Ομάδες. Σήμερα η απαίτηση αυτή έχει μεγαλώσει όχι μόνο γιατί γίνεται περισσότερο σύνθετη η διαπάλη με τις άλλες δυνάμεις μέσα στο κίνημα, γιατί δυσκολεύουν οι συνθήκες για την οργανωμένη συλλογική δράση μέσα στους χώρους δουλειάς, γιατί αυτά τα στελέχη είναι στο μάτι της εργοδοσίας και των μηχανισμών του κράτους. Γιατί έχουμε πλέον έναν πολύ μεγάλο αριθμό χιλιάδων που συμμετέχουν στα ψηφοδέλτιά μας και νέων στελεχών εκλεγμένων σε όλες τις βαθμίδες του συνδικαλιστικού κινήματος και η ανάγκη καθοδηγητικής βοήθειας για να αποκτήσουν ισχυρή ιδεολογική, πολιτική υποδομή. Είναι άμεσο και επιτακτικό καθήκον η αύξηση των οργανωμένων δυνάμεων του ΚΚΕ και της ΚΝΕ. Αυξημένα είναι τα κριτήρια ανάδειξης στελεχών σε θέσεις ευθύνης και ιδιαίτερα στις κεντρικές Κομματικές Ομάδες, όπως και κρίσιμο στοιχείο είναι η ουσιαστική λειτουργία των Κομματικών Ομάδων και η συνεργασία τους με τα Γραφεία των Επιτροπών Περιοχής.

Έχει δυναμώσει η απαίτηση των καθοδηγητικών οργάνων να έχουν πιο συστηματική και σε βάθος ενασχόληση με τη δουλειά του Κόμματος στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και τη στήριξη των κομματικών στελεχών που είναι χρεωμένα σε αυτά, να διευρυνθούν και να βαθύνουν οι δεσμοί μας με νέες δυνάμεις που έχουμε αποσπάσει τα τελευταία χρόνια από την πολιτική και συνδικαλιστική επιρροή των άλλων δυνάμεων. Αυτό οπωσδήποτε αφορά όλα τα όργανα και τις ΚΟΒ, όχι μόνο τις κλαδικές, επιχειρησιακές, αλλά και τις εδαφικές.

 

Δ. ΣΕ ΠΟΙΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

α) Οι γενικότερες εξελίξεις στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, η ύφεση και τα σημάδια της κρίσης στην καπιταλιστική οικονομία, οι ανακατατάξεις στην οικονομία, η κλιμάκωση της επίθεσης έχουν συνέπειες στη ζωή των εργαζομένων, θέτουν νέες δυσκολίες στο κίνημα για αντιμετώπιση, αλλά γεννάνε και νέες δυνατότητες να βαθύνει και να διευρυνθεί το ρεύμα αμφισβήτησης. Να γίνουν πιο αποφασιστικά βήματα στην ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, στη μαζικοποίηση των συνδικάτων, στην αλλαγή συσχετισμού, στη συμμετοχή στους αγώνες. Βρισκόμαστε, ταυτόχρονα, μπροστά σε συνθήκες που θα δυναμώσει πολύμορφα, ανοιχτά και συγκαλυμμένα η επίθεση της εργοδοσίας, των κυβερνήσεων για να χτυπηθούν, να ανακοπούν οι διεργασίες και η προσπάθεια αγωνιστικής ανασύνταξης του κινήματος. Θα δυναμώσει και θα γίνει πιο σύνθετη η διαπάλη στις γραμμές του κινήματος.

Σε αυτήν την κατεύθυνση καθορίζουμε τις εξής ιεραρχήσεις μας στην παρέμβασή μας στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα με βάση τις Αποφάσεις μας:

i) Να δέσουμε καλύτερα τα ζητήματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης με το ζήτημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, πιο αποφασιστικά οργανώνοντας την πάλη ενάντια στις ήδη υπάρχουσες επιπτώσεις της πολεμικής εμπλοκής.

– Ανοίγοντας μέτωπο στους πολεμικούς προϋπολογισμούς.

– Διεκδικώντας αύξηση των δαπανών για λαϊκές κοινωνικές ανάγκες.

– Προβάλλοντας την ανάγκη να μην πληρώσουν οι εργαζόμενοι με κάθε τρόπο το «κόστος» της πολεμικής προετοιμασίας και της πολεμικής εμπλοκής με ένταση της εκμετάλλευσης και με την ίδια τους τη ζωή.

ii) Η ιδεολογικο-πολιτική και συνδικαλιστική μας παρέμβαση, ιδιαίτερα σε χώρους στρατηγικής σημασίας που συνδέονται με την «πολεμική οικονομία», που προωθείται από την κυβέρνηση και την ΕΕ, να ιεραρχεί και να περιλαμβάνει:

– Την αμφισβήτηση στην πράξη της προσπάθειας να επιβληθεί «εργασιακή ειρήνη», η οποία θα εξασφαλίζει την ένταση της εκμετάλλευσης σε κλάδους και κρίσιμους τομείς της οικονομίας, ενισχύοντας ταυτόχρονα τα μέτρα καταστολής και αυταρχισμού στους χώρους δουλειάς.

– Την ένταση των εργατικών αγώνων και διεκδικήσεων για τις εργασιακές σχέσεις, τους μισθούς, τις Συλλογικές Συμβάσεις και τον εργάσιμο χρόνο, ενάντια στην απελευθέρωση και στην ιδιωτικοποίηση κρίσιμων τομέων, αντιμετωπίζοντας στην πράξη τα σχέδια έντασης της εκμετάλλευσης και κάθε προσπάθεια εξαγοράς τμημάτων εργαζομένων.

– Την ανάδειξη ζητημάτων που αφορούν την ίδια την παραγωγή και το αντικείμενο εργασίας του κάθε κλάδου με περιεχόμενο ότι: Εμείς θέλουμε το αποτέλεσμα της εργασίας μας να συμβάλλει στην ευημερία των εργαζομένων, του λαού και της χώρας και όχι να αξιοποιείται στα ιμπεριαλιστικά πολεμικά σχέδια της αστικής τάξης και των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων της.

iv) Τη μαχητική και αποφασιστική αντιμετώπιση κάθε προσπάθειας έντασης της καταστολής και του αυταρχισμού, περιορισμού της συνδικαλιστικής και πολιτικής δράσης, τα οποία θα δυναμώνουν.

v) Τη σχεδιασμένη αντιμετώπιση των μέτρων που παίρνονται και θα παρθούν με στόχο την κινητοποίηση, την ένταξη στα κρατικά και εργοδοτικά σχέδια «αντιμετώπισης κρίσεων» –που σε ένα μεγάλο μέρος αφορούν την εξουδετέρωση του «εσωτερικού εχθρού»– ενός σημαντικού μέρους των εργαζομένων και άλλων λαϊκών δυνάμεων, ανεξάρτητα ηλικίας, φύλου, είτε σε χώρους και κλάδους δουλειάς είτε στο έδαφος.

 

β) Η ανάγκη πρώτα απ’ όλα η κρίσιμη μάζα των συνδικαλιστικών στελεχών, των κομματικών μελών, των συνεργαζομένων, που είναι εκλεγμένοι στα πρωτοβάθμια σωματεία, στα όργανα των Ομοσπονδιών και των Εργατικών Κέντρων να δράσουν ως ηγέτες στην οργάνωση της λαϊκής πάλης είναι κρίσιμο ζήτημα. Το ίδιο καθήκον αποκτά μεγαλύτερη, πιο επιτακτική σημασία για όλα τα κομματικά μέλη, τα μέλη της ΚΝΕ, τους οπαδούς και τους συμπορευόμενους. Πρόκειται για μια μεγάλη δύναμη, που είναι ανάγκη να καθοδηγείται κατάλληλα, να διαταχθεί στους χώρους που ιεραρχούμε για τη συγκρότηση σωματείων, εκεί όπου δεν υπάρχουν, να ενισχυθούν οι γραμμές των υπαρχόντων, να οργανώνεται η διεκδίκηση, να καταξιώνονται σαν πρωτοπόροι εργάτες.

 

γ) Γίνεται πιο επιτακτική πρώτα απ’ όλα η αλλαγή της κατάστασης στην ίδια τη λειτουργία, στο περιεχόμενο της δράσης όλων των πρωτοβάθμιων σωματείων. Αποδείχθηκε πιο ζωντανά κι επιτακτικά ο ρόλος και η σημασία του πρωτοβάθμιου επιχειρησιακού σωματείου με ταξικό προσανατολισμό, η σημασία της συνδικαλιστικής οργάνωσης στο χώρο δουλειάς.

Για τη συνέχεια και την ανάπτυξη της δουλειάς μας απαιτείται να δώσουμε ιδιαίτερο, πολύ συγκεκριμένο καθοδηγητικό περιεχόμενο στο πλαίσιο δουλειάς, στις μεθόδους δράσης, στα ζητήματα οργάνωσης και άλλες πλευρές που αφορούν το σύνολο της ζωής της εργατικής-λαϊκής οικογένειας (στέγαση, εκπαίδευση, πολιτισμός, ελεύθερος χρόνος, περιβάλλον, γυναικεία ισοτιμία, εξαρτήσεις).

 

δ) Απορρέουν πιο συγκεκριμένες υποχρεώσεις για την ευθύνη των Ομοσπονδιών στην κατεύθυνση της οργάνωσης του κλαδικού αγώνα, την παρέμβαση για το περιεχόμενο δουλειάς, την εξειδίκευσή του κατά ομάδα σωματείων, το συντονισμό της δράσης τους, το συντονισμό μεταξύ κλαδικών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αντίστοιχα, για το περιεχόμενο της δουλειάς των Εργατικών Κέντρων.

 

ε) Στο ρόλο του ΠΑΜΕ ως κέντρου συντονισμού και διεξαγωγής του αγώνα σε πανελλαδικό επίπεδο. Επομένως, χρειάζεται να δούμε πιο συγκεκριμένα το ρόλο της Πανελλαδικής Γραμματείας. Χρειάζονται πιο τακτικές, καλά προετοιμασμένες συνεδριάσεις. Να ανταλλάσσεται πείρα, να στηρίζονται οι πρωτοβουλίες πιο άμεσα και πιο πλατιά. Να δυναμώνουν οι παρεμβάσεις, όχι με μια ανακοίνωση που θα αναπαράγεται, αλλά πιο συχνά και καλά προετοιμασμένες αγωνιστικές ενέργειες για μεγάλα ζητήματα που απασχολούν τους εργαζομένους και το λαό μπροστά σε αντεργατικά μέτρα, νόμους κλπ., όπως, π.χ., οι αυξήσεις στα τιμολόγια του ηλεκτρικού ρεύματος, οι πλειστηριασμοί κ.ά.

 

Αθήνα, 29.5.2025
Η ΚΕ του ΚΚΕ