H κλιμάκωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου, η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και η προετοιμασία του Κόμματος


Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ:

Συζητάμε σήμερα στην ΚΕ για τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και πολέμους που βρίσκονται σε εξέλιξη στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, παίρνοντας υπόψη ότι διανύουν φάση κλιμάκωσης με σοβαρούς κινδύνους γενίκευσης, σε συνθήκες που διάφορες εστίες έντασης έχουν αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά και δημιουργούνται νέες, διαμορφώνοντας το έδαφος αλληλοτροφοδοτούμενων στρατιωτικών συγκρούσεων.

Στόχος της σημερινής συζήτησης είναι να εξετάσουμε βασικά ζητήματα του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της βαθιάς εμπλοκής της χώρας, των διεθνών εξελίξεων και των εξελίξεων στην περιοχής μας και να καταλήξουμε στα αναγκαία μέτρα για την ολόπλευρη προετοιμασία και ενίσχυση της δράσης του Κόμματος, των φίλων και συμπορευόμενων, της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, της νεολαίας, για να ανταποκριθούμε στις απαιτητικές συνθήκες που έχουμε μπροστά μας.

Σ’ αυτόν το δρόμο, αξιοποιώντας την πλούσια πείρα που έχει συγκεντρωθεί, δουλεύουμε αποφασιστικά για να γίνει το Κόμμα μας πιο ικανό στη διαπάλη που διεξάγεται με την κυβέρνηση, τα αστικά κόμματα, το αστικό κράτος και τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, τις δυνάμεις του οπορτουνισμού, να αναβαθμίσει το ρόλο του στην οργάνωση της εργατικής-λαϊκής πάλης, συσπειρώνοντας νέες δυνάμεις, αντιστοιχώντας την ιδεολογική-πολιτική και οργανωτική δουλειά με το επαναστατικό του Πρόγραμμα, την πάλη για την ανατροπή του καπιταλιστικού εκμεταλλευτικού συστήματος, για τη νέα σοσιαλιστική-κομμουνιστική κοινωνία.

Οι αποφάσεις του 19ου, 20ού και 21ου Συνεδρίου επιβεβαιώθηκαν και είναι μέρος του πολιτικού οπλοστασίου του Κόμματος. Μελετήσαμε επισταμένως την πορεία των διεθνών εξελίξεων, βάλαμε βάσεις και καταλήξαμε σε σημαντικά συμπεράσματα, διαμορφώσαμε την αναγκαία γραμμή πάλης και το πλαίσιο των στόχων που συνέβαλαν στην ετοιμότητα του Κόμματος και στον πρωταγωνιστικό του ρόλο στην ταξική πάλη, στην πάλη για την έξοδο της Ελλάδας από το πολεμικό σφαγείο. Με αυτά τα εφόδια προετοιμαζόμαστε για το 22ο Συνέδριο.

 

Α. ΒΑΣΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ

Το Κόμμα μας έχει εκτιμήσει ότι ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός για τον έλεγχο του ορυκτού πλούτου, των ενεργειακών πηγών και των δρόμων μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων, της διασφάλισης γεωπολιτικών στηριγμάτων, των μεριδίων των αγορών, έχει προκαλέσει δύο περιφερειακούς ιμπεριαλιστικούς πολέμους, στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, στους οποίους με τον έναν ή άλλο τρόπο εμπλέκεται μεγάλος αριθμός καπιταλιστικών κρατών του πλανήτη.

Βασικό στοιχείο της διαπάλης σε διεθνές επίπεδο είναι η αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ και του μπλοκ των δυνάμεων ΝΑΤΟ - ΕΕ στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Απέναντι στην ευρωατλαντική συμμαχία, προβάλλει η υπό διαμόρφωση ευρασιατική, με βασικές δυνάμεις την Κίνα, που διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία από τις ΗΠΑ στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, και τη Ρωσία, που παραμένει η 2η ισχυρότερη πολεμική δύναμη. Σημειώνουμε το «υπό διαμόρφωση» γιατί η συμμαχία αυτή, παρά τις διάφορες μορφές που παίρνει (π.χ. Οργάνωση Συνεργασίας της Σαγκάης), είναι λιγότερο «αποκρυσταλλωμένη», σε σχέση με την ευρωατλαντική συμμαχία (ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ) και σε αυτό επιδρούν οι αντιθέσεις στις γραμμές της, οι παρεμβάσεις της ευρωατλαντικής συμμαχίας στην προσπάθεια να προσεταιριστεί ισχυρές καπιταλιστικές δυνάμεις όπως η Ινδία, που επιδιώκει να διατηρήσει ισορροπίες, π.χ., συμμετέχοντας τόσο στους BRICS (με Κίνα και Ρωσία, Ν. Αφρική, Βραζιλία κ.ά.), όσο και στην Quad (με ΗΠΑ, Ιαπωνία, Αυστραλία), ώστε να ενισχύσει την πολιτικοοικονομική και στρατιωτική ισχύ της. Επιδρούν εν μέρει και πολιτικές εκ μέρους κάποιων μονοπωλιακών - πολιτικών παραγόντων ΗΠΑ, Γερμανίας για τη μη σταθεροποίηση της συμμαχίας Ρωσίας - Κίνας.

Ανάλογες ισορροπίες, που αντανακλούν και διαπάλη στο εσωτερικό τους, επιδιώκουν να κρατήσουν και άλλες αστικές τάξεις και μέσα στο ευρωατλαντικό στρατόπεδο, όπως, π.χ., η Τουρκία στο ΝΑΤΟ ή η Ουγγαρία στην ΕΕ. Γενικότερα και στα άλλα καπιταλιστικά κράτη, που οι κυβερνήσεις τους παρουσιάζονται πιο σταθερά προσκολλημένες στην «κύρια γραμμή», εμφανίζονται μικρότερες ή μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις ή και «ρήγματα» μέσα στις αστικές τάξεις για την πορεία των συμμαχιών σε περιφερειακό και γενικό επίπεδο, καθώς και για τα μέσα που πρέπει να επιλεγούν για την ενίσχυση της θέσης της κάθε αστικής τάξης. Πιο έντονα αυτές εκφράστηκαν αυτήν την περίοδο στις ΗΠΑ πριν τις προεδρικές εκλογές και το Κόμμα μας θα εξετάσει συγκεκριμένα τις εξελίξεις.

Στο διεθνή ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και στην αντιπαράθεση του ευρωτλαντικού με το ευρωασιατικό μπλοκ επιδρά, και θα επιδράσει περισσότερο στη συνέχεια, η πορεία (ή όχι) εμβάθυνσης και διεύρυνσης του σχηματισμού των BRICS, όπως διαπιστώνεται και από τις αποφάσεις της πρόσφατης Συνόδου στη Ρωσία.

Τα σύννεφα πυκνώνουν, αναμένεται ακόμη μεγαλύτερη ένταση στη Νότια Σινική Θάλασσα και στην Ανατολική Σινική Θάλασσα, αλλά και σε άλλες εστίες που ήδη καίνε στην Αφρική (π.χ. Σουδάν) ή βρίσκονται σε κατάσταση «παγώματος», αλλά μπορούν να ανοίξουν (Καύκασος, Βαλκάνια, Κεντρική Ασία, Λατινική Αμερική, Αρκτική…).

Σε αυτές τις συνθήκες, όπου όλο και λιγότερο μετράνε για τα αστικά κράτη τα διπλωματικά μέσα μπροστά στην όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και παίρνει προτεραιότητα η πολεμική προετοιμασία, παρατηρείται μια γενικότερη τάση προς τη λεγόμενη «πολεμική οικονομία», που δεν αφορά μόνο τις στρατιωτικές δαπάνες που γνωρίζουν κάθε χρόνο ραγδαία αύξηση, αλλά και την ανάπτυξη κάθε είδους βιομηχανικής υποδομής και αξιοποίησης της οικονομίας και της τεχνολογίας και για πολεμικούς σκοπούς.

 

  1. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος στην Ουκρανία, οι θέσεις του ΚΚΕ για τις αιτίες του πολέμου και το χαρακτήρα του, ο κίνδυνος γενίκευσης

Το Κόμμα μας έγκαιρα, από την πρώτη στιγμή, ανέδειξε τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου στην Ουκρανία και από τις δύο πλευρές. Σημείωσε πως ο λαός της Ουκρανίας πληρώνει τουλάχιστον εδώ και μια δεκαετία τους ανταγωνισμούς και τις επεμβάσεις για το μοίρασμα αγορών και σφαιρών επιρροής, ανάμεσα στις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ και τη στρατηγική της «ευρωατλαντικής διεύρυνσης» από τη μια πλευρά, και, από την άλλη, τη στρατηγική της καπιταλιστικής Ρωσικής Ομοσπονδίας για τα δικά της εκμεταλλευτικά σχέδια σε βάρος των λαών, για να ενισχύσει το δικό της ιμπεριαλιστικό συνασπισμό (Ευρασιατική Οικονομική Ένωση, Οργανισμός Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας) στην περιοχή της πρώην ΕΣΣΔ.

Επιπλέον, το Κόμμα μας παρουσίασε στο λαό το πώς συσσωρεύτηκε η «καύσιμη ύλη» του πολέμου (π.χ. διάλυση της ΕΣΣΔ, διεύρυνση του ΝΑΤΟ, της ΕΕ και ανταγωνισμοί με νέες διακρατικές καπιταλιστικές ενώσεις), αναδεικνύοντας ιδιαίτερα τις εξελίξεις μετά από το πραξικόπημα του 2014 με τη στήριξη ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ, τον πόλεμο στην Ανατολική Ουκρανία, την αξιοποίηση φασιστικών δυνάμεων τύπου Αζόφ, απορρίπτοντας τα προσχήματα και των δύο πλευρών του ιμπεριαλιστικού πολέμου, σημειώνοντας πως «στο επίκεντρο βρίσκεται το μοίρασμα του ορυκτού πλούτου, της Ενέργειας, εδαφών και εργατικού δυναμικού, αγωγών και δικτύων μεταφοράς εμπορευμάτων, γεωπολιτικών στηριγμάτων, μεριδίων των αγορών». Αναδείξαμε τις ευθύνες των αστικών τάξεων όλων των εμπλεκόμενων δυνάμεων, δώσαμε απαντήσεις στην αντικομμουνιστική και αντισοβιετική διαστρέβλωση της Ιστορίας, στην οποία επιδίδονται και οι δύο πλευρές του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Τονίσαμε ιδιαίτερα την αναγκαιότητα της κοινής πάλης των λαών και συγκρουστήκαμε με την πολύμορφη εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο, με ευθύνη της κυβέρνησης της ΝΔ και όλων των κομμάτων του ευρωατλαντισμού.

Σήμερα, 2,5 χρόνια μετά, στα πεδία των μαχών, σε ένα μέτωπο 1.200 χιλιομέτρων, έχουν χάσει τη ζωή τους χιλιάδες νέοι άνθρωποι κυρίως από την εργατική τάξη και τα φτωχά-λαϊκά στρώματα. Περίπου 25 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τις εστίες τους. Τεράστιες είναι οι καταστροφές στις κατοικίες και στις δημόσιες υποδομές και πάνω στα ερείπια ανταγωνίζονται καπιταλιστικά κράτη και μονοπώλια για την «ανοικοδόμηση» της Ουκρανίας, κόστους εκατοντάδων δισ. ευρώ που θα πληρώσει ακριβά ο λαός.

Για τη ρωσική αστική τάξη, που έχει καταφέρει να καταλάβει το 20% των εδαφών της Ουκρανίας ενσωματώνοντας 5 περιοχές στη σύνθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας (Κριμαία, Λουγκάνσκ, Ντονιέτσκ, Ζαπορίζια, Χερσώνα), παραμένει ως ζητούμενο η επιδίωξη να ενσωματώσει την Ουκρανία, με τον έναν ή άλλον τρόπο, στις δικές της ιμπεριαλιστικές ενώσεις, αποτρέποντας την ένταξή της στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Ως ενδιάμεσος στόχος προβάλλεται σήμερα από τη ρωσική ηγεσία η αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας και η μη ένταξή της στο ΝΑΤΟ, με την ταυτόχρονη αναγνώριση της απώλειας των εδαφών που έχει κατακτήσει η Ρωσία στα πεδία των μαχών.

Η αστική τάξη της Ουκρανίας και οι ευρωατλαντικοί σύμμαχοί της, ενώ δηλώνουν πως στόχος τους είναι ένα «ειρηνευτικό σχέδιο» στη βάση του οποίου η Ρωσία θα αποχωρήσει απ’ όλα τα εδάφη της Ουκρανίας, την ίδια ώρα διαπραγματεύονται την ενσωμάτωση της εναπομείνασας Ουκρανίας σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, ενώ προβάλλεται το αποκαλούμενο «σχέδιο νίκης» που προτείνει ο Ζαλένσκι, το οποίο προϋποθέτει την άμεση και βαθύτερη συμμετοχή του ΝΑΤΟ στον πόλεμο.

Η συνέχιση της πολεμικής αναμέτρησης θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερες καταστροφές σε πολιτικές υποδομές και στις δύο χώρες, μια και νέα όπλα, πιο εξελιγμένα και με μεγαλύτερη εμβέλεια, ρίχνονται στις μάχες. Αυξάνουν οι κίνδυνοι για μεγάλη ανθρωπιστική και περιβαλλοντική καταστροφή, αφού τόσο στην Ουκρανία όσο και στη Ρωσία, κοντά στις εμπόλεμες ζώνες, υπάρχουν πυρηνικοί σταθμοί.

Παρά την υπεροχή της Ρωσίας στο πεδίο των πολεμικών επιχειρήσεων, είναι παράτολμες οι όποιες προβλέψεις για την έκβαση μιας συνεχιζόμενης πολεμικής αναμέτρησης. Ωστόσο εκείνο που είναι σίγουρο μετά και από τη νέα απόφαση της προεδρίας Μπάιντεν, ένα μήνα πριν την παράδοση της κυβέρνησης στον Τραμπ, είναι πως μια χρησιμοποίηση πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς που θα πλήξουν τη ρωσική ενδοχώρα, που σημαίνει μεγαλύτερη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ ακόμα και με αεροπορικές ή χερσαίες δυνάμεις στην κλιμάκωσή της, μπορεί να φέρει ακόμη πιο κοντά τους λαούς στο «χείλος» του πυρηνικού πολέμου, αφού και οι δυο πλευρές διαθέτουν τέτοια όπλα και απειλούν με χρήση τους. Μόλις σήμερα ανακοινώθηκε η υπογραφή από τον Πούτιν του πυρηνικού δόγματος της Ρωσίας, με χρήση όπλων μαζικής καταστροφής –και πυρηνικών δηλαδή– ενάντια σε όποια χώρα του ΝΑΤΟ 
χτυπήσει με όπλα μεγάλου βεληνεκούς το εσωτερικό της Ρωσίας, διευρύνοντας το πυρηνικό πλήγμα και σε όλες τις χώρες κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, όπου αυτό έχει υποδομές (βάσεις κλπ.).

 

  1. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος στη Μέση Ανατολή, οι στόχοι του Ισραήλ - η γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού, η διεθνιστική αλληλεγγύη και η στήριξη του δίκαιου αγώνα του

Συμπληρώθηκε ένας χρόνος από τότε που η ισραηλινή πολεμική μηχανή, με τη στήριξη των ΗΠΑ και της ΕΕ, χρησιμοποιώντας το πρόσχημα της επίθεσης της Χαμάς, προχώρησε σε μια γιγαντιαία επιχείρηση στη Λωρίδα της Γάζας, σκοτώνοντας χιλιάδες αθώους, άοπλους ανθρώπους, μικρά παιδιά, γυναίκες και ηλικιωμένους.

Το Κόμμα μας με συνέπεια στάθηκε στο πλευρό του λαού της Παλαιστίνης, διοργανώνοντας μεγάλες κινητοποιήσεις, απαιτώντας την αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους στα σύνορα πριν το ’67 με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ.

Ταυτόχρονα, ανέδειξε πως κομβική και διαχρονική στόχευση της αστικής τάξης του Ισραήλ είναι η ακύρωση της λύσης των δύο κρατών. Γι’ αυτό δε διστάζει να προωθήσει τη γενοκτονία του λαού της Παλαιστίνης στη Λωρίδα της Γάζας, ανασύροντας ακόμη και το ενδεχόμενο να εκτοπίσει στην έρημο όσους Παλαιστίνιους γλιτώσουν από τη φωτιά του πολέμου, τις ασθένειες και τις κακουχίες. Επιπλέον, στην επιφάνεια έρχεται και η στόχευση της αστικής τάξης του Ισραήλ να επιβάλει έναν ευρύτερο σχεδιασμό στην περιοχή, είτε με τις οικονομικές συμφωνίες τύπου «Αβραάμ» είτε με το «μαστίγιο» της στρατιωτικής επιθετικότητας, ώστε να αναδειχτεί το Ισραήλ σε βασική δύναμη σε όλη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, σύμφωνα με τις στοχεύσεις της ισραηλινής αστικής τάξης και τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Αυτή η επιδίωξη «κουμπώνει» στη χάραξη του «ινδικού εμπορικού δρόμου», που θα περνάει από τα ισραηλινά λιμάνια και θα διευκολύνει τις ΗΠΑ στους σχεδιασμούς τους για «τράβηγμα» της Ινδίας και στους ανταγωνισμούς τους με την Κίνα και το Ιράν.

Άλλες περιφερειακές δυνάμεις, όπως το Ιράν και η Τουρκία, που παρουσιάζονται με το «μανδύα» της «προστασίας» του παλαιστινιακού λαού, έχουν τους δικούς τους σχεδιασμούς, όπως είναι, π.χ., η αποτροπή δημιουργίας κουρδικού κράτους, που εντάσσεται στα σχέδια των ΗΠΑ στην περιοχή και θα σηματοδοτήσει ουσιαστικά αποσχιστικές ή και διαλυτικές τάσεις σε Τουρκία, Ιράκ, Συρία και Ιράν, αλλά και επιθετικότερους στόχους για τα συμφέροντα της αστικής τάξης τους, όπως η διεκδίκηση τμήματος της «πίτας» των δρόμων μεταφοράς εμπορευμάτων και ενέργειας από την Ασία προς την Ευρώπη.

Ανάλογα συμφέροντα του κεφαλαίου κρύβονται και πίσω από τη στάση των άλλων αστικών τάξεων της περιοχής (Αιγύπτου, Σαουδικής Αραβίας, Εμιράτων, Κατάρ κ.ο.κ.).

Το Κόμμα μας έδωσε αποφασιστική μάχη στην ιδεολογική αντιπαράθεση με το πρόσχημα της καταπολέμησης της «τρομοκρατίας» ή τα περί δικαιώματος «αυτοάμυνας» του Ισραήλ και άλλα που επικαλείται η κυρίαρχη αστική προπαγάνδα, αλλά και με επιχειρήματα που χρησιμοποιεί η πλευρά που στηρίζει τον υπό διαμόρφωση ευρασιατικό ιμπεριαλιστικό άξονα.

Ο 3ος πόλεμος κατά του Λιβάνου, που είναι σε εξέλιξη, με τους σφοδρούς βομβαρδισμούς και τη νέα χερσαία εισβολή του Ισραήλ σ’ αυτήν τη χώρα, συνδυάζεται με αεροπορικές επιθέσεις στο έδαφος της Συρίας και της Υεμένης, ενώ είναι σε εξέλιξη η ανταλλαγή πυραυλικών επίθεσης Ισραήλ - Ιράν.

Όλα αυτά τα στοιχεία δείχνουν πως κινούμαστε στην κατεύθυνση της παραπέρα κλιμάκωσης του πολέμου στη Μέση Ανατολή και την ευρύτερη περιοχή, η οποία μπορεί να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, να οδηγήσει σε γενίκευση του πολέμου, σε ανάφλεξη στην περιοχή, πολύ περισσότερο στην περίπτωση άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στο ΝΑΤΟ.

 

  1. Η επιθετικότητα της ελληνικής αστικής τάξης και το βάθεμα της εμπλοκής της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους

Η ελληνική αστική τάξη, με ιδιαίτερη επιθετικότητα, υπερασπίζεται και προωθεί τα στρατηγικά της συμφέροντα αυτοτελώς και μέσα από τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, αλλά και την ενδυνάμωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ, για την αναβάθμιση της θέσης της Ελλάδας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και στην περιοχή, ως ισχυρός ενεργειακός-μεταφορικός κόμβος, διεκδικώντας μεγαλύτερο μερίδιο από τη λεία των ιμπεριαλιστικών πολέμων και επεμβάσεων.

Αυτούς τους στόχους υλοποιεί σήμερα η κυβέρνηση της ΝΔ με τη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ, του ΠΑΣΟΚ, όλων των αστικών κομμάτων, εμπλέκοντας τη χώρα στους ΝΑΤΟϊκούς και ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς, στο ρόλο του θύτη κατά άλλων λαών, βάζοντας τον ελληνικό λαό σε μεγάλους κινδύνους, στο στόχαστρο αντιποίνων αντίπαλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Βεβαίως, όπως και στις άλλες καπιταλιστικές χώρες, στους κόλπους της αστικής τάξης της χώρας υπάρχουν και ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα που πλήττονται από τις εξελίξεις, δυσφορούν, επιδιώκουν «διορθωτικές κινήσεις», εκφράζουν προβληματισμούς για την «άνευ όρων» –όπως οι ίδιοι χαρακτηρίζουν– συμμετοχή στο ΝΑΤΟϊκό σχεδιασμό και ζητούν να διατηρηθούν οι σχέσεις με τη Ρωσία.

Η πολιτική της εμπλοκής του αστικού κράτους διαπερνά όλες τις κυβερνήσεις, συνολικά το αστικό πολιτικό σύστημα, αποκτά χρόνο με το χρόνο ποιοτικά και πιο επικίνδυνα χαρακτηριστικά, προειδοποιεί ακόμα και για άμεση συμμετοχή των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο μέτωπο, σε πολεμικές συγκρούσεις.

Το ΚΚΕ από θέσεις αρχών καταδικάζει και αντιπαλεύει την πολιτική της εμπλοκής σε πλήρη ταύτιση με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων και τα δικαιώματα της νεολαίας, σε αντιπαράθεση με τα διάφορα προσχήματα που χρησιμοποιεί η αστική τάξη και η κυρίαρχη πολιτική για να εγκλωβίσει το λαό, είτε πρόκειται για το αποκαλούμενο «εθνικό συμφέρον» ή αναμασώντας τα περί «συμβατικών συμμαχικών υποχρεώσεων» κ.ά.

Χαρακτηριστικά στοιχεία της πολιτικής της εμπλοκής είναι:

– Η μετατροπή της Ελλάδας σε αμερικανοΝΑΤΟϊκό ορμητήριο, μέσα από το Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας - ΗΠΑ και τις συμφωνίες ενίσχυσης και επέκτασης των αμερικανονατοϊκών στρατιωτικών βάσεων που ξεκίνησε ο ΣΥΡΙΖΑ και υλοποιεί η ΝΔ, με τη συμφωνία του ΠΑΣΟΚ και των άλλων ΝΑΤΟϊκών κομμάτων. Οι στρατιωτικές βάσεις στη Σούδα, τη Λάρισα, τη Μαγνησία, την Αλεξανδρούπολη, το Άκτιο κ.α. χρησιμοποιούνται ως προκεχωρημένα φυλάκια των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ σε όλους τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους στην περιοχή, με ειδική αποστολή στον πόλεμο στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, στο πλευρό του κράτους-δολοφόνου του Ισραήλ.

– Η αποστολή όπλων και πυρομαχικών στην Ουκρανία που θα επιχειρήσει να ενισχύσει η κυβέρνηση μετά την υπογραφή συμφωνίας ανάμεσα στον Έλληνα πρωθυπουργό και τον Ζελένσκι για «συνεργασία σε θέματα ασφάλειας», η οποία προβλέπει συνέχιση της ελληνικής στήριξης στην Ουκρανία με υλικό και στρατιωτική εκπαίδευση, παραπέρα χρήση της Αλεξανδρούπολης και της Θεσσαλονίκης ως κόμβων διεκπεραίωσης της ευρωΝΑΤΟϊκής στρατιωτικής βοήθειας, ενώ είναι σε εξέλιξη συνομιλίες για εφοδιασμό της Ουκρανίας με μαχητικά αεροσκάφη.

– Η ένταξη των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο ΝΑΤΟϊκό σχεδιασμό, η υλοποίηση προωθημένου εξοπλιστικού προγράμματος - «Ατζέντα 2030», δεκάδων δισ. ευρώ για τις ανάγκες του ΝΑΤΟ και της ελληνικής αστικής τάξης, με τον εκσυγχρονισμό των μαχητικών F-16 και την αγορά μαχητικών Rafale και F-35, φρεγατών Belharra και Constalatio, κατασκευή υποβρυχίων κ.ά. «για τη δημιουργία των ισχυρότερων Ενόπλων Δυνάμεων στην ιστορία του ελληνισμού», όπως προκλητικά ανακοίνωσε η κυβέρνηση στο όνομα και του αδιέξοδου εξοπλιστικού ανταγωνισμού με την Τουρκία, που φορτώνει συνεχώς με νέα βάρη στο λαό. Ήδη, για τις ΝΑΤΟϊκές ανάγκες, ο ελληνικός λαός πλήρωσε σε στρατιωτικές δαπάνες το 2022 8,054 δισ. ευρώ, το 2023 6,224 δισ. και προϋπολογίζεται να καταβάλει 7,126 δισ. ευρώ το 2024.

– Η αποστολή ελληνικών πολεμικών πλοίων και στρατιωτικών μονάδων σε ευρωατλαντικές αποστολές στο εξωτερικό, στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή, η αποστολή ελληνικών φρεγατών στην Ερυθρά Θάλασσα στο πλαίσιο της υπό ελληνική διοίκηση επιχείρησης ΑΣΠΙΔΕΣ της ΕΕ στο πλευρό του Ισραήλ και η προστασία των εφοπλιστικών συμφερόντων, βάζοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια και τη ζωή των πληρωμάτων των πολεμικών πλοίων.

– Η συμφωνία αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) και οι στρατιωτικές συμφωνίες με τη Σαουδική Αραβία, στέλνοντας πυροβολαρχία του πυραυλικού συστήματος Patriot στην υπηρεσία της αστικής τάξης του Βασιλείου στο πλαίσιο του ΝΑΤΟϊκού σχεδιασμού ενάντια στο Ιράν.

– Η συμμετοχή σε πλήθος ΝΑΤΟϊκών στρατιωτικών ασκήσεων προετοιμασίας γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης πυρηνικών, όπως αποδείχτηκε πρόσφατα στην άσκηση Steadfast Noon στην Ανδραβίδα, στην οποία συμμετείχαν ελληνικά μαχητικά F-16 «Viper».

 

  1. Στρατηγικές κατευθύνσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ

Η στρατηγική του ΝΑΤΟ τα τελευταία χρόνια σε αντιστοιχία με την όξυνση των ανταγωνισμών ΗΠΑ - Κίνας και ΗΠΑ - Ρωσίας συγκεντρώνει την προσοχή της στον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά και στ’ άλλα μέτωπα, στη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και τον Περσικό Κόλπο, τα Βαλκάνια, στην περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού.

Υλοποιείται η Στρατηγική Αντίληψη ΝΑΤΟ-2030, έχουν συγκροτηθεί και ενισχύονται ετοιμοπόλεμες πολυεθνικές στρατιωτικές μονάδες σε όλη την Ευρώπη, με εκσυγχρονισμό του συμβατικού και πυρηνικού οπλοστασίου, με επανασχεδιασμό της δράσης του στην κατεύθυνση της συγκρότησης του «παγκόσμιου ΝΑΤΟ» που θα μπορεί να παρεμβαίνει σε όλη την υδρόγειο. Ως προς αυτό, δυναμώνουν οι συμμαχικές σχέσεις με την Ιαπωνία, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία, Ν. Κορέα, Ινδία. Ενισχύεται η νοτιοανατολική πτέρυγα (Μεσόγειος, Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική κ.ά.) και επεκτείνονται οι «εταιρικές σχέσεις» με κράτη αυτών των περιοχών, αναβαθμίζεται η «κινητικότητα» για τη μεταφορά ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων και όπλων στα πολεμικά ή εν δυνάμει πολεμικά μέτωπα.

Οι αποφάσεις των τελευταίων Συνόδων Κορυφής επικεντρώθηκαν ιδιαίτερα:

– Στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, με την ένταξη της Β. Μακεδονίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, την αξιοποίηση της Σκανδιναβικής Χερσονήσου και των Βαλτικών Χωρών στη σύγκρουση με τη Ρωσία, ενισχύοντας την προετοιμασία «για συλλογική άμυνα υψηλής έντασης σε πολλαπλούς τομείς» και την προπαγανδιστική εκστρατεία, στη βάση της εκτίμησης ότι «δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα επίθεσης κατά της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας των Συμμάχων».

– Στην πρόσδεση της Ουκρανίας και την προετοιμασία της ένταξής της στο ΝΑΤΟ, όπως και τη διαπάλη για την ενσωμάτωση Γεωργίας και Μολδαβίας στη μια ή την άλλη ιμπεριαλιστική ένωση, που μπορεί να πυροδοτήσουν την παραπέρα κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.

– Στην αύξηση των πολεμικών δαπανών και πάνω από το όριο του 2% του ΑΕΠ των κρατών-μελών, αλλά και την επέκταση της βιομηχανικής ικανότητας του ΝΑΤΟ με στόχο την επιτάχυνση της παραγωγής για τις πολεμικές ανάγκες, την ενίσχυση της «διαλειτουργικότητας» και τη διασφάλιση κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού.

– Στον εκσυγχρονισμό της πυρηνικής υποδομής στο πλαίσιο του δόγματος του «πρώτου πυρηνικού πλήγματος», αντιμετωπίζοντας την «πυρηνική αποτροπή» ως «ακρογωνιαίο λίθο της ασφάλειας της Συμμαχίας».

Οι ανάγκες και τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων στο διεθνή καπιταλιστικό ανταγωνισμό και η αναβάθμιση της θέσης της ΕΕ στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα αποτελεί τη βάση διαμόρφωσης της «Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας» (ΚΕΠΠΑ) και της «Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας» (ΚΠΑΑ), που χρησιμοποιείται διαχρονικά στη συμμετοχή της ΕΕ στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις, στη συγκρότηση στρατιωτικών και μη στρατιωτικών αποστολών και επιχειρήσεων σε πολλές περιοχές της υδρογείου. Τα τελευταία χρόνια, μέσα σε κλίμα εσωτερικών αντιθέσεων για τον καθορισμό των σχέσεων ανάμεσα στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, έχουν μπει οι βάσεις για την αποκαλούμενη «Στρατηγική Αυτονομία» προσθέτοντας νέα όπλα στο ευρωενωσιακό οπλοστάσιο.

 

  1. Η πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων και του Κυπριακού

Το ΚΚΕ αντιμετωπίζει την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων και το Κυπριακό με μεγάλη ευθύνη, με κριτήριο τα συμφέροντα των λαών, σε αντιπαράθεση με τα συμφέροντα των αστικών τάξεων και των ιμπεριαλιστικών τους συμμαχιών.

Η πολύχρονη πείρα έχει αποδείξει ότι διαπραγματεύσεις, διευθετήσεις που φέρουν τη σφραγίδα των συμφερόντων των αστικών τάξεων, των αστικών κρατών και των ιμπεριαλιστικών ενώσεων, όχι μόνο δεν μπορούν να υπηρετήσουν την υπόθεση της πραγματικής ειρήνης ανάμεσα στους λαούς και την ευημερία τους, αλλά διαμορφώνουν τους όρους για επικίνδυνες εντάσεις, όπως και συμβιβασμούς που ανακυκλώνουν και οξύνουν τα προβλήματα σε πιο επικίνδυνο επίπεδο.

Αυτό επιβεβαιώνεται από την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων, μέσα από τη συνεργασία και την αντιπαράθεση των αστικών τάξεων των δύο καπιταλιστικών κρατών, ΝΑΤΟϊκών συμμάχων.

Η αποκαλούμενη «επανεκκίνηση» των ελληνοτουρκικών σχέσεων που δρομολογήθηκε στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βίλνιους της Λιθουανίας τον Ιούλη του 2023 και ο «Οδικός Χάρτης» που καταρτίστηκε και προωθείται, με αμερικανοΝΑΤΟϊκή εποπτεία, με τον «Πολιτικό Διάλογο», τα «Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης» και τα λεγόμενα «Θετικά Μέτρα» (εμπορικές, οικονομικές συμφωνίες, με κέντρο τα συμφέροντα των οικονομικών ομίλων), υπηρετεί συγκεκριμένους στόχους που αφορούν:

– Την ενίσχυση της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ σύμφωνα με τις απαιτήσεις που προκαλούν οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.

– Την ανάπτυξη των οικονομικών και ενεργειακών σχέσεων των δύο κρατών, τη συνεκμετάλλευση και συνδιαχείριση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, στο πλαίσιο του γενικότερου ευρωατλαντικού σχεδιασμού, για τα συμφέροντα των μονοπωλίων σε βάρος των λαών.

Βεβαίως, παρά τα σχέδια συνεργασίας για τη συνεκμετάλλευση και συνδιαχείριση του Αιγαίου και περιοχών της Ανατολικής Μεσογείου, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο αστικές τάξεις δεν πρόκειται να εκλείψει.

Τα παραπάνω, μαζί και με άλλους χειρισμούς, συνδέονται με την ευρωατλαντική επιδίωξη αποδυνάμωσης των ρωσοτουρκικών σχέσεων και απομάκρυνσης της Τουρκίας από την επιρροή της Ρωσίας.

Στις διαπραγματεύσεις που είναι σε εξέλιξη, το τουρκικό κράτος θέτει επίμονα ένα συνολικό πακέτο απαράδεκτων διεκδικήσεων, οι οποίες αμφισβητούν την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα ελληνικών νησιών του Αιγαίου, αναπαράγοντας τα περί «γκρίζων ζωνών» (νησιών και βραχονησίδων) και την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών. Προβάλλει το αποκαλούμενο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» με διεκδικήσεις σε μια ευρύτερη περιοχή (Αιγαίο, Αν. Μεσόγειος, Μαύρη Θάλασσα), αξιοποιεί το «Τουρκολυβικό Σύμφωνο», με την απειλή ενεργειακών ερευνών σε θαλάσσιο χώρο που δεν ανήκει στην Τουρκία, ενώ η θρησκευτική, μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης χαρακτηρίζεται ως τουρκική, σε αντίθεση με τη Συνθήκη της Λοζάνης, με την παρέμβαση στην περιοχή του τουρκικού προξενείου και δυνάμεων του εθνικισμού για το διχασμό και τον εγκλωβισμό του λαού.

Η τουρκική αστική τάξη συγκροτεί τις διεκδικήσεις της αξιοποιώντας την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική της δύναμη, το ρόλο που εκπληρώνει το τουρκικό κράτος μέσα στη ΝΑΤΟϊκή συμμαχία, τις στρατηγικές σχέσεις με τις ΗΠΑ αλλά και την ΕΕ, παρά τις αντιθέσεις που εκδηλώνονται τη μια ή την άλλη περίοδο. Στοιχείο αυτών των αντιθέσεων αποτελούν οι υψηλού επιπέδου ενεργειακές, οικονομικές, πολιτικές σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία, η αίτηση ένταξης σε μια πορεία στην καπιταλιστική συμμαχία των BRICS, οι πολιτικές και επιχειρηματικές σχέσεις με κράτη της Κεντρικής Ασίας, της Αφρικής, των Βαλκανίων κ.ά. στο πλαίσιο των στρατηγικών σχεδίων της τουρκικής αστικής τάξης.

Η κυβέρνηση σκοπίμως επιχειρεί να καλλιεργήσει κλίμα εφησυχασμού, αλλά ο λαός καλείται να επαγρυπνεί, γιατί έτσι και αλλιώς στο «παζάρι» των ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων περιλαμβάνονται ζητήματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η κυβερνητική θέση ότι στόχος της είναι να εξεταστεί αποκλειστικά το θέμα της οριοθέτησης Υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ είναι αβάσιμη. Αφενός γιατί κάθε διαπραγμάτευση ή παραπομπή σε διεθνές δικαστήριο για το ζήτημα αυτό βάζει στην ημερήσια διάταξη το εύρος των χωρικών υδάτων, που αποτελούν τον πυρήνα των θαλάσσιων ζωνών, αφετέρου γιατί την προηγούμενη περίοδο κατά τη διάρκεια των «διερευνητικών συνομιλιών» έχει αναζητηθεί συμβιβαστική λύση «κλιμακωτών» χωρικών υδάτων, π.χ. 6, 8, 12 ναυτικά μίλια, κι ενώ σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 ο καθορισμός του εύρους των χωρικών υδάτων είναι μονομερές δικαίωμα κάθε κράτους και μπορούν να επεκταθούν μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια, ανεξάρτητα από το αν ή πότε θα ασκηθεί αυτό το δικαίωμα.

Οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί για τη μη αποστρατικοποίηση των νησιών αποκρύπτουν το γεγονός ότι ήδη έχουν αποσταλεί στη Ουκρανία όπλα και πυρομαχικά αναγκαία για την άμυνα του νησιωτικού συμπλέγματος της χώρας και είναι ανοιχτό το σενάριο της «μερικής» αποστρατικοποίησης.

Η περίπτωση ενός συμβιβασμού με σοβαρές παραχωρήσεις είναι υπαρκτή, με ή χωρίς παραπομπή των ελληνοτουρκικών διαφορών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης που είναι χώρος όπου εκφράζονται οι εντεινόμενοι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και οι συσχετισμοί δυνάμεων, στις αποφάσεις του επιδρούν γεωπολιτικές επιδιώξεις και δεν μπορεί να εγγυηθεί την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα.

Προσοχή απαιτούν οι κυβερνητικές αναφορές για οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας με οδηγό τις συμφωνίες της Ελλάδας με την Ιταλία και την Αίγυπτο, οι οποίες δε στηρίχτηκαν στη «Μέση Γραμμή», οδήγησαν σε μειωμένη επήρεια ελληνικών νησιών και το ΚΚΕ τις καταψήφισε.

Ο ανταγωνισμός των αστικών τάξεων και των κρατών της Ελλάδας και της Τουρκίας είναι διαρκής και καταγράφεται σε όλες τις συνθήκες, στο πλαίσιο της κούρσας για την αναβάθμιση της θέσης τους στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και τη διαμόρφωση όρων υπεροχής στην περιοχή. Διεξάγεται ακόμα και διαμέσου της συνεργασίας, π.χ., στον ενεργειακό, εμπορικό και οικονομικό τομέα και μπορεί να εκδηλωθεί με ιδιαίτερη σφοδρότητα σε περίπτωση «αποτυχίας» της πολιτικής των διευθετήσεων, όπως επιχειρείται αυτό το διάστημα. Ασφαλώς υπάρχουν εντός και εκτός της ΝΔ αστοί πολιτικοί που παίρνουν αποστάσεις από την πολιτική της κυβέρνησης, όμως δεν αμφισβητούν την αναζήτηση λύσης στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της στρατηγικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ.

Συνεπώς, η λογική των «ήρεμων νερών» που προβάλλει η κυβέρνηση και τα κόμματα του ευρωατλαντικού μπλοκ ως επιτυχία, με το αιτιολογικό της μείωσης των τουρκικών παραβιάσεων στον ελληνικό εναέριο χώρο –παρότι οι παραβιάσεις των ελληνικών χωρικών υδάτων συνεχίζονται και στον εναέριο χώρο, όπως και στο FIR επιχειρούν τουρκικά Drones– μπορεί ανά πάσα στιγμή να ακυρωθεί, να διαμορφωθούν όροι εντάσεων ή και κρίσεων στις σχέσεις των δύο κρατών, μέσα στο σύνθετο κουβάρι των γενικότερων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, δημιουργώντας επικίνδυνη κατάσταση για τους δύο λαούς, με απειλή ακόμα και στρατιωτικής σύγκρουσης.

Σε κάθε περίπτωση, το κρίσιμο ζήτημα είναι η ενίσχυση της φιλίας και της κοινής πάλης του τουρκικού και του ελληνικού λαού, ενάντια στις αστικές τάξεις και τα συμφέροντά τους, τις συμμαχίες τους, την αντιλαϊκή πολιτική των αστικών κρατών και κυβερνήσεων. Αυτήν την υπόθεση υπηρετεί το ΚΚΕ σε συνεργασία με το ΚΚ Τουρκίας, θέτοντας το στόχο «καμιά αλλαγή των συνόρων και των συνθηκών που τα καθορίζουν», που παραμένει στόχος επίκαιρος και αναγκαίος.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚO:

Επικίνδυνες διευθετήσεις προωθούνται επίσης στην Κύπρο και το Κυπριακό πρόβλημα, στο έδαφος της αναβάθμισης του νησιού στον ευρωατλαντικό σχεδιασμό, λόγω των εξελίξεων στην περιοχή. Οι βρετανικές βάσεις εκπληρώνουν ιδιαίτερο ρόλο στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, στην Ερυθρά Θάλασσα.

Δυναμώνουν οι σχέσεις της κυπριακής αστικής τάξης με τις ΗΠΑ, όπως τονίζει η πρόσφατη «Θεμελιώδης Συμφωνία για τις Προτεραιότητες και την Κατεύθυνση της Διμερούς Αμυντικής Σχέσης για τα Επόμενα Πέντε Χρόνια» και ο «Στρατηγικός Διάλογος ΗΠΑ - Κυπριακής Δημοκρατίας» που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει εμβάθυνση της συνεργασίας στον τομέα της άμυνας.

Σε πορεία ενίσχυσης κινούνται οι ενεργειακές, οικονομικοπολιτικές σχέσεις με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ, υλοποιούνται οι ενεργειακές Συμφωνίες Κύπρου - Ελλάδας - Ισραήλ και Κύπρου - Ελλάδας - Αιγύπτου, κάτω από την ομπρέλα των ΗΠΑ, με ισχυρή παρουσία μονοπωλιακών ομίλων, για την αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων της Μέσης Ανατολής και την τροφοδότηση της ΕΕ, στην πορεία της απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο. Η προσπάθεια διαμόρφωσης άξονα Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ και σε στρατιωτικό επίπεδο, διευκολύνοντας μάλιστα από κυπριακό έδαφος την επίθεση του Ισραήλ σε Γάζα και Λίβανο, συνιστά μια πολύ επικίνδυνη εξέλιξη που περιπλέκει την κατάσταση.

Στο περιβάλλον αυτό και παρά τις αβάσιμες προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν για το ρόλο της Κύπρου ως ενεργειακού κόμβου στην περιοχή, διαιωνίζεται η τουρκική κατοχή του 37% των κυπριακών εδαφών και οξύνεται το Κυπριακό πρόβλημα μέσα στις συμπληγάδες των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Οι ισχυρισμοί ότι η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και η ενδυνάμωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ θα έχει ευεργετική επίδραση στην αναζήτηση «δίκαιης» λύσης έχουν καταρρεύσει. Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι διαμορφώνονται συνεχώς και νέα αρνητικά τετελεσμένα. Αναβαθμίζεται ο ρόλος του ψευδοκράτους στη στρατηγική της Τουρκίας και εργαλειοποιείται ως στρατιωτική βάση και μέσο διεκδίκησης ενεργειακών πόρων στην περιοχή, επιχειρείται να ανοίξει ο δρόμος για «απευθείας εμπόριο, πτήσεις και επαφές», με τη συνένοχη στάση του ευρωατλαντικού παράγοντα και κατεύθυνση διεθνούς αναγνώρισης.

Η τουρκική και η τουρκοκυπριακή πλευρά μιλούν για «δύο κράτη» και «δύο λαούς», προβάλλουν τη θέση περί «κυριαρχικής ισότητας» και «ίσο διεθνές καθεστώς» ως όρο ακόμα και για την έναρξη δικοινοτικών συνομιλιών». Οι κινήσεις της τελευταίας περιόδου, ο «άτυπος δείπνος» με το ΓΓ του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη (Σεπτέμβρης 2024) και η συνέχιση των «άτυπων επαφών», με τη συμμετοχή των εγγυητριών δυνάμεων (Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία), συνιστούν ενέργειες στην κατεύθυνση νομιμοποίησης της διχοτόμησης.

Στην Κύπρο, ως πεδίο έντονων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και κάτω από την επίδραση των ελληνοτουρκικών αστικών αντιθέσεων, μπορούν να διαμορφωθούν όροι πολύ δυσμενών εξελίξεων, που θα βάλουν σε περιπέτειες τον κυπριακό, τον ελληνικό και τον τουρκικό λαό, τους λαούς της περιοχής.

Οι ισχυρισμοί της ελληνικής κυβέρνησης ότι «η βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων επιδρά θετικά στις εξελίξεις στην Κύπρο» είναι σε απόσπαση από την πραγματικότητα και τις προειδοποιήσεις της μεγάλης εικόνας των ανταγωνισμών στην περιοχή, τις βλέψεις της αστικής τάξης της Τουρκίας, τις συνέπειες των επιδιώξεων ενός απαράδεκτου συμβιβασμού στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και την περίπτωση όξυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Η πείρα αποδεικνύει ότι σταδιακά έχει αδυνατίσει η αντιμετώπιση του Κυπριακού προβλήματος ως διεθνούς προβλήματος εισβολής και κατοχής. Η πρόταση για «διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία», η οποία από θέση συμβιβασμού μετατράπηκε σε θέση αρχής, στη βάση των «δύο συνιστώντων κρατών», αποτελεί συνομοσπονδιακή λύση, διευκολύνει αντικειμενικά διχοτομικές επιδιώξεις και οδηγεί σε «νομιμοποίηση» των συνεπειών της εισβολής και της κατοχής. Η γραμμή αυτή είναι σε αντίθεση με την αναγκαιότητα ανάπτυξης της συντονισμένης εργατικής-λαϊκής πάλης, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, για την επανένωση της Κύπρου και του λαού της, για να υψωθεί τείχος αντίστασης στον εθνικισμό και τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου, για Κύπρο ανεξάρτητη και ενιαία, δηλαδή ένα και όχι δύο κράτη, με μία και μόνη κυριαρχία, μία ιθαγένεια και διεθνή προσωπικότητα, κοινή πατρίδα Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων, Μαρωνιτών, Αρμένιων και Λατίνων, χωρίς κατοχικά και κάθε είδους ξένα στρατεύματα και βάσεις, χωρίς εγγυητές και προστάτες, με το λαό κυρίαρχο.

 

  1. Η στάση των αστικών κομμάτων και των πολιτικών ομάδων (στην Ευρωβουλή) απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο

Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο και το ΠΑΣΟΚ, από την πρώτη στιγμή του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ουκρανία, υπερασπίζονται την κυρίαρχη στρατηγική και στηρίζουν τις αποφάσεις των ΗΠΑ , του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

Παρά τις επιμέρους ενστάσεις, συμπλέουν με την πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ, με την εμπλοκή στον πόλεμο. Σε αυτήν τη γραμμή κινούνται επίσης από την πρώτη μέρα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, στηρίζοντας το κράτος του Ισραήλ και το δικαίωμά του στην «αυτοάμυνα», συμμετέχοντας στην επιχείρηση συκοφάντησης του παλαιστινιακού αγώνα ως «τρομοκρατίας», χρησιμοποιώντας, όπως και η κυβέρνηση, την επίθεση της Χαμάς, διαγράφοντας τα 70 χρόνια της κατοχής και τα εγκλήματα του Ισραήλ στην Παλαιστίνη.

Η στάση αυτή είναι σε αντιστοιχία με τη στρατηγική κατεύθυνση και την πολιτική των κομμάτων της σοσιαλδημοκρατίας που έχουν ιδιαίτερη συμβολή στην προώθηση του ευρωατλαντικού σχεδιασμού.

Στη πράξη αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ο βρόμικος ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας, ως πυλώνα στήριξης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ως ΝΑΤΟϊκής δύναμης και ως υπερασπιστή της ΕΕ των μονοπωλίων, κατά του λαού μας και των άλλων λαών.

Ο ρόλος αυτός επιβεβαιώνεται και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο οποίο η Σοσιαλδημοκρατική Ομάδα και τα κόμματα που την απαρτίζουν, σε σύμπλευση με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, το Renew (Μακρόν) και τους Πράσινους, πρωτοστάτησαν στην πολιτική, οικονομική και στρατιωτική στήριξη της αστικής τάξης της Ουκρανίας και της κυβέρνησης Ζελένσκι.

Πρωταγωνιστικό ρόλο στην προώθηση της ευρωατλαντικής στρατηγικής εκπλήρωσαν και εκπληρώνουν η γερμανική και η ισπανική κυβέρνηση, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) και το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE) που κυβερνούν σ’ αυτά τα κράτη.

Βασική επίσης γραμμή της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη είναι η ανάπτυξη οικονομικών, πολιτικών και στρατιωτικών σχέσεων και η στήριξη του κατοχικού κράτους του Ισραήλ, με αιχμή το δικαίωμά του στην «αυτοάμυνα». Οι αναγκαστικές «διαφοροποιήσεις», μπροστά στη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού, συνολικά στα ισραηλινά εγκλήματα, τους βομβαρδισμούς και την εισβολή στο Λίβανο, όπως και οι ελιγμοί λόγω των λαϊκών αντιδράσεων, δεν αλλάζουν τη βασική της αντιλαϊκή κατεύθυνση.

Τα βασικά κριτήρια που καθορίζουν το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας και των άλλων αστικών κομμάτων και απαιτείται να είναι στην πρώτη γραμμή της ιδεολογικής-πολιτικής διαπάλης είναι η ταξική τους στάση απέναντι στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, τα συμφέροντα του κεφαλαίου, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, γενικότερα των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών και τις βαριές συνέπειες στην εργατική τάξη, τους λαούς.

Η ομάδα «Αριστερά» (Left) αντιμετωπίζει σοβαρά εσωτερικά προβλήματα λόγω της διάσπασης του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ). Στις αντιθέσεις που οδήγησαν στη διάσπαση κυριαρχούν οι διαφορετικές προσεγγίσεις για το ζήτημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ουκρανία. Η σοσιαλδημοκρατική/οπορτουνιστική αυτή ομάδα δεν έχει ενιαία κατεύθυνση κι αυτό εκφράζεται και στα ψηφίσματα για τη στήριξη της ΕΕ στην Ουκρανία.

Κατά κανόνα, το κόμμα του Μελανσόν και τα σκανδιναβικά κόμματα ψηφίζουν Υπέρ, το Πορτογαλικό ΚΚ Κατά. Το ΑΚΕΛ (στο ψήφισμα για την ενίσχυση της αποστολής οπλισμού στην Ουκρανία) ψήφισε μεν Κατά, αλλά συχνά καταφεύγει και στο Λευκό σε άλλα ψηφίσματα. Οι ψήφοι των ευρωβουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ διασπώνται, χρησιμοποιείται το Υπέρ και σπανιότερα το Λευκό ή και η Αποχή. Στο τελευταίο ψήφισμα τον Οκτώβρη για τη χρηματοδότηση στην Ουκρανία από παγωμένα ρωσικά κεφάλαια, καταγράφηκε ευρεία στήριξη, με τη συμμετοχή του Παππά και της Κουντουρά από το ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ο «αντιπολεμικός» Αρβανίτης δεν ψήφισε καθόλου παρότι ήταν στην ψηφοφορία.

Για τη Μέση Ανατολή, η «Αριστερά» προσπαθεί να πατήσει «σε δύο βάρκες», συνθηματολογεί υπέρ των Παλαιστινίων και καταγγέλλει το Ισραήλ για τη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού, αλλά στην πράξη σημαντικός αριθμός κομμάτων ταυτίζουν το θύτη με το θύμα, στο όνομα της «τρομοκρατίας της Χαμάς», ανάμεσά τους τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο και το ΑΚΕΛ.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η στάση της «Ελληνικής Λύσης» (ομάδα ECR), η οποία υποστηρίζει το σύστημα, το μεγάλο κεφάλαιο, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, την εμπλοκή της Ελλάδας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τους αμερικανοΝΑΤΟϊκούς σχεδιασμούς –παροτρύνοντας την κυβέρνηση να ζητήσει περισσότερα ανταλλάγματα– αλλά συνθηματολογεί παραπλανητικά και παίρνει αποστάσεις από τη στάση της κυβέρνησης στον πόλεμο στην Ουκρανία. Στο Ευρωκοινοβούλιο καταψηφίζει τα ψηφίσματα για τη στήριξη της Ουκρανίας και τοποθετείται ευνοϊκά απέναντι στη Ρωσία, παρότι η ευρω-ομάδα στην οποία ανήκει, το ECR, τα υπερψηφίζει. Η στάση της εκφράζει τμήματα της αστικής τάξης που ανησυχούν ή και αντιτίθενται στη διάρρηξη των ελληνορωσικών σχέσεων, στις κυρώσεις της ΕΕ κατά της Ρωσίας.

Ο Βελόπουλος («Ελληνική Λύση») εκμεταλλεύεται την επικίνδυνη πολιτική της κυβέρνησης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό, μιλάει για «ενδοτισμό» και «ανικανότητα» της κυβέρνησης, αποσιωπώντας τις πραγματικές βάσεις της κυβερνητικής πολιτικής, στην υπηρεσία των συμφερόντων των μονοπωλίων και τις αμερικανοΝΑΤΟϊκές επιδιώξεις στην περιοχή. Ταυτόχρονα καλλιεργεί τον εθνικισμό και την εχθρότητα απέναντι στον τουρκικό λαό, στους μετανάστες και τους πρόσφυγες.

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται το ακροδεξιό κόμμα «Νίκη» και το φασιστικό έκτρωμα «Σπαρτιάτες». Τα σχήματα αυτά, από κοινού με την «Ελληνική Λύση», στηρίζουν το Ισραήλ, στρέφονται κατά του παλαιστινιακού αγώνα, σπέρνουν την ισλαμοφοβία και το ρατσισμό.

Πρόκειται για εθνικιστικές δυνάμεις που επενδύουν στην πατριδοκαπηλία, είναι φορείς υπεράσπισης των συμφερόντων των μονοπωλίων και της αντίληψης περί «εθνικής ενότητας», στην ίδια κατεύθυνση με τη ΝΔ και τη σοσιαλδημοκρατία. Είναι αντίπαλοι της αυτοτελούς πάλης της εργατικής τάξης και των λαών για τα δικά τους συμφέροντα και, σε περίπτωση «ειδικών συνθηκών», γενίκευσης του ιμπεριαλιστικού πολέμου και κρίσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, θα λειτουργήσουν ως εφεδρεία του συστήματος, σε διατεταγμένη υπηρεσία, ενάντια στο εργατικό-λαϊκό κίνημα και το ΚΚΕ.

Οι ακροδεξιές ομάδες στην Ευρωβουλή: «Πατριώτες για την Ευρώπη»/PfE (Λεπέν-Ορμπάν), Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές/ECR (όπου κυριαρχεί το κόμμα της Μελόνι) και η ομάδα «Ευρωπαϊκά Κυρίαρχα Έθνη»/ESN (με επικεφαλής το AfD της Γερμανίας) κινούνται στην ίδια ή παρόμοια γραμμή στήριξης του Ισραήλ και κατά του παλαιστινιακού αγώνα.

Για τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι «Πατριώτες για την Ευρώπη» εκφράζουν τη διαφωνία τους για την αποστολή στρατιωτικού εξοπλισμού στην Ουκρανία και επιδιώκουν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με τη Ρωσία, θεωρούν τις διαπραγματεύσεις μαζί της «κλειδί» για να σταματήσει ο πόλεμος. Ο Όρμπαν στηρίζει τον Τραμπ και τις προτάσεις του.

Η Ομάδα των «Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών» έχει συνταχτεί με το μπλοκ των ΕΛΚ, Σοσιαλδημοκράτες, Renew (Μακρόν) και Πράσινους, υποστηρίζοντας την παραπέρα συμμετοχή της ΕΕ, την αποστολή στρατιωτικού οπλισμού και την κλιμάκωση.

Η ομάδα «Ευρώπη των Κυρίαρχων Εθνών» (ESN) εκφράζει την αντίθεσή της με τη στάση της ΕΕ απέναντι στη Ρωσία και την αποστολή οπλισμού στην Ουκρανία. Το AfD, που ελέγχει το ESN, τάσσεται κατά των κυρώσεων στη Ρωσία με το αιτιολογικό ότι «πλήττεται η γερμανική οικονομία» και είναι υπέρ των συνομιλιών που περιλαμβάνουν και τη Ρωσία.

 

  1. Εστίες έντασης στα Βαλκάνια και τον Καύκασο

α) Οι εξελίξεις στα Βαλκάνια τροφοδοτούνται από τις αντιθέσεις των αστικών τάξεων, τον ανταγωνισμό της ευρωατλαντικής συμμαχίας –που προωθεί σχέδιο ένταξης των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ ως συνέχεια της ένταξης στο ΝΑΤΟ– με την ευρασιατική συμμαχία, με ιδιαίτερο το ρόλο της Ρωσίας, ενώ ισχυρός παράγοντας που επιδρά στις εξελίξεις είναι η παρέμβαση της Τουρκίας, που διεκδικεί στρατηγικό ρόλο στην περιοχή.

Στο κέντρο των εξελίξεων βρίσκεται η αντιπαράθεση της Σερβίας με το προτεκτοράτο του Κοσσόβου και την Αλβανία, η οποία επιδιώκει τη «Μεγάλη Αλβανία». Η διαλυτική κατάσταση στο προτεκτοράτο της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, ιδίως στην προοπτική της αποχώρησης της σερβοβοσνιακής οντότητας. Η ρευστή κατάσταση στη Μολδαβία (όπου εμπλέκεται ενεργά η Ρουμανία, αλλά και η Ρωσία) και στην αποσχισμένη περιοχή της Υπερδνειστερίας.

Σε εξέλιξη είναι οι αντιθέσεις Βουλγαρίας και Ελλάδας με τη Βόρεια Μακεδονία, που εντάχτηκε στο ΝΑΤΟ με τη «Συμφωνία των Πρεσπών». Συνολικά παραμένει το πρόβλημα του αλυτρωτισμού και του εθνικισμού, κερδίζει έδαφος η τάση αλλαγής των συνόρων, σε έναν πολύ επικίνδυνο συνδυασμό που συναντιέται με τους ανταγωνισμούς ισχυρών καπιταλιστικών κρατών.

β) Ο Καύκασος, όπου ήδη οι εξελίξεις στον πόλεμο στην Ουκρανία έχουν αφήσει «αποτύπωμα». Η μείωση των σιδηροδρομικών μεταφορών από την Ασία προς την Ευρώπη μέσω Ρωσίας οδήγησε στην αναβίωση της λύσης της σιδηροδρομικής σύνδεσης διαμέσου Αζερμπαϊτζάν-Τουρκίας, γνωστής και ως «μεσαίου διαδρόμου» (Middle Corridor). Τη διαδρομή μπλόκαρε η αρμενική στρατιωτική παρουσία στο πέρασμα του Ζανγκεζούρ, κάτι που άλλαξε με την επικράτηση του Αζερμπαϊτζάν, που είχε τη στήριξη Τουρκίας και Ισραήλ, στην ένοπλη σύγκρουση με την Αρμενία για το Ναγκόρνο Καραμπάχ.

Η εξέλιξη, που επηρεάζει τα συμφέροντα του Ιράν, καθώς και η εκτόπιση δεκάδων χιλιάδων Αρμενίων από το Ναγκόρνο Καραμπάχ δημιουργεί παραπέρα ρευστότητα, όπως και οι εξελίξεις στη Γεωργία, που έχει απολέσει το 20% των εδαφών της, μια και Αμπχαζία και Νότια Οσετία έχουν κηρύξει την «ανεξαρτησία» τους και οικοδομούν σχέσεις με τη Ρωσία. Στο εσωτερικό της Γεωργίας δυναμώνει η ενδοαστική διαπάλη για τις διεθνείς συμμαχίες της αστικής τάξης.

 

  1. Η περίπτωση της περιοχής Ασίας-Ειρηνικού

Η Νότια Θάλασσα της Κίνας είναι σημαντική ναυτιλιακή αρτηρία, από την οποία διέρχεται το 1/3 των θαλάσσιων μεταφορών.

Στην περιοχή σημειώνονται έντονες αντιπαραθέσεις για νησιά και βραχονησίδες, μεταξύ άλλων και για τεχνητά νησιά που κατασκευάζει η Κίνα, όπως και για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Ένα από τα βασικότερα προβλήματα είναι η αποκαλούμενη «γραμμή των 9 σημείων» («Nine dash line») που έχει χαράξει η Κίνα, η οποία διεκδικεί περιοχές που θεωρούνται τμήματα των θαλάσσιων ζωνών των Φιλιππίνων, Βιετνάμ, Ινδονησίας, Μαλαισίας, Μπρουνέι.

Οι ΗΠΑ παρεμβαίνουν στην περιοχή με το πρόσχημα της τήρησης του διεθνούς δικαίου και της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, προσπαθώντας να ενισχύσουν την πολιτικοστρατιωτική παρουσία τους στην περιοχή.

Ιδιαίτερης σημασίας πρόβλημα είναι η ένταση Κίνας - Ταϊβάν, με την εμπλοκή των ΗΠΑ και ισχυρών κρατών-μελών της ΕΕ. Το στενό της Ταϊβάν θα συνεχίσει να αποτελεί θέατρο στρατιωτικών ασκήσεων, εστία έντασης που ενδεχομένως θα εκπληρώσει σημαντικό ρόλο στην ιμπεριαλιστική αντιπαράθεση στην περιοχή.

Πηγή παρεμβάσεων των αστικών τάξεων των ΗΠΑ και της Κίνας θα εξακολουθήσει επίσης να είναι η Κορεατική Χερσόνησος, ο πυρηνικός εξοπλισμός και οι δοκιμές πυρηνικών όπλων της Β. Κορέας και το εξοπλιστικό πρόγραμμα της Ν. Κορέας, η συμμετοχή της στις συμμαχίες που συγκροτούν οι ΗΠΑ στην περιοχή.

Σημαντικές εστίες εντάσεων είναι οι συνοριακές διαφορές Κίνας - Ινδίας που διατηρούνται μετά τον πόλεμο του 1962 και εκδηλώνονται κατά καιρούς με ένοπλες συγκρούσεις, ενώ συνεχίζεται η αντιπαράθεση Ινδίας-Πακιστάν για την περιοχή του Κασμίρ.

Η κατάσταση περιπλέκεται με τη διείσδυση της Κίνας στο Πακιστάν και την ενίσχυση των σχέσεων των ΗΠΑ με την Ινδία.

Άλλες περιοχές, που μπορεί να ανοίξουν ιμπεριαλιστικά «μέτωπα», είναι οι συνεχιζόμενες εμφύλιες συγκρούσεις στο Σουδάν και στην Υεμένη, καθώς και οι εξελίξεις στη ζώνη του Σάχελ (Αφρική) και στην περιοχή της Νότιας Αμερικής (π.χ. οι διεκδικήσεις της Βενεζουέλας από τη Γουιάνα της περιοχής Εσεκίμπο) κ.ά.

 

Β. ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος στην Ουκρανία έχει προκαλέσει νέες και έχει βαθύνει τις παλιές ιδεολογικοπολιτικές διαιρέσεις στις γραμμές αυτού που αποκαλούμε «Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα», το οποίο, όπως έχουμε εκτιμήσει και στο 21ο Συνέδριο, το διαπερνά βαθιά κρίση και «στις γραμμές του διεξάγεται σφοδρή ιδεολογική-πολιτική διαπάλη για σειρά ζητημάτων, όπως είναι η ανάλυση-ερμηνεία των σύγχρονων φαινομένων του καπιταλισμού και του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος».

Έτσι, στη διαπάλη που ήταν σε εξέλιξη τα προηγούμενα χρόνια:

  • για το τι είναι ιμπεριαλισμός,
  • για τη στάση απέναντι στις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις,
  • για τη στάση απέναντι σε σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις και τις «προοδευτικές» κυβερνήσεις,
  • για το χαρακτήρα της εποχής μας,
  • για το χαρακτήρα και το ρόλο της εργατικής τάξης,
  • για τις αρχές σοσιαλιστικής οικοδόμησης,
  • έχουν προστεθεί, περισσότερο από πριν, τα ζητήματα του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της στάσης των ΚΚ απέναντι στην αστική τάξη της χώρας τους και στις ιμπεριαλιστικές της συμμαχίες.

Βεβαίως, τα προηγούμενα ιδεολογικοπολιτικά ζητήματα έχουν άμεση σχέση και με τη διαπάλη που έχει προκύψει γύρω από τα ζητήματα του πολέμου.

Και αυτό γιατί τα ΚΚ που προηγούμενα ταύτιζαν τον ιμπεριαλισμό με την επιθετική εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και ορισμένων ισχυρών καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης και εξωράιζαν το ρόλο άλλων καπιταλιστικών κρατών, βλέπουν τώρα στο πρόσωπο της Ρωσίας ή της Κίνας και του Ιράν κάποιες «αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις» ή ακόμη και «αντιιμπεριαλιστικό άξονα». Έτσι, τέτοιες δυνάμεις, που ξεπερνούν αυθαίρετα και αντιεπιστημονικά τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς, που αποτελούν τη βασική αιτία των ιμπεριαλιστικών πολέμων, εκτιμούν πως αργά ή γρήγορα διαμορφώνεται ένας «δίκαιος», «ειρηνικός» «πολυπολικός κόσμος» και κάποια από αυτά στηρίζουν την καπιταλιστική ένωση, την ΕΕ, ή την καπιταλιστική Κίνα ή Ρωσία ως «νέους πόλους» και «αντίπαλο δέος» στις ΗΠΑ, ταυτίζοντάς τους λίγο ως πολύ με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων των χωρών τους.

Μεγάλη σημασία έχουν δύο ζητήματα:

α) Ο χαρακτήρας της Κίνας. Όσα ΚΚ δεν έχουν καταλήξει για τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της βλέπουν στην αντίθεση για την πρωτοκαθεδρία στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα με τις ΗΠΑ μια διαπάλη «σοσιαλισμού - καπιταλισμού».

β) Όσα κόμματα δεν έχουν ξεπεράσει τη λογική των σταδίων, την παρεμβολή κάποιου σταδίου πριν το σοσιαλισμό, και επίσης αντιμετωπίζουν το φασισμό ως «εκτροπή από την αστική δημοκρατία» κι όχι ως γέννημα του καπιταλισμού, είναι επιρρεπή στην «αντιφασιστική» ρητορική που μεταφράζεται σε αντιλήψεις περί «αντιφασιστικών μετώπων», «αντιφασιστικού πολέμου», τις οποίες αξιοποιούν αστικές δυνάμεις και κυβερνήσεις για να προωθήσουν τους αντιλαϊκούς στόχους τους, πολιτικές συμμαχίες, ακόμη και πολεμικές επιχειρήσεις. Εδώ, κρίσιμο είναι και το γεγονός πως μια σειρά ΚΚ δεν έχουν μελετήσει την Ιστορία και αναπαράγουν την αντίληψη που είχε κυριαρχήσει στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα για πολλές δεκαετίες, ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν «αντιφασιστικός» και δίκαιος (κι όχι ιμπεριαλιστικός) για όλη την αντιχιτλερική συμμαχία (κι όχι μόνο για την ΕΣΣΔ και τα αντάρτικα κινήματα).

Το ΚΚΕ, μαζί με το ΚΚ Εργαζόμενων Ισπανίας, το ΚΚ Μεξικού, το ΚΚ Τουρκίας, λίγα 24ωρα μετά την έναρξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ουκρανία ανέλαβαν την πρωτοβουλία και εγκρίθηκε ένα σημαντικό κοινό κείμενο για το χαρακτήρα και τις αιτίες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, τον προσανατολισμό της πάλης των ΚΚ και τη στάση απέναντι στην αστική τάξη, που υπέγραψαν δεκάδες ΚΚ και ΚΝ απ’ όλο τον κόσμο, με θετική επίδραση στη γενικότερη ιδεολογική-πολιτική διαπάλη.

Αυτά τα ζητήματα άνοιξαν και στις Διεθνείς Συναντήσεις των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων (ΔΣΚΕΚ) που έγιναν στην Κούβα (2022) και στη Σμύρνη (2023), στις τοποθετήσεις των ΚΚ και εκφράστηκαν με ξεχωριστά ψηφίσματα που κατατέθηκαν.

Η κατάσταση στη ΔΣΚΕΚ είναι πολύ προβληματική, όπως δείχνει και το βέτο που έθεσε το Εργατικό Κόμμα Ουγγαρίας, που στηρίζει Κίνα - Ρωσία στο όνομα του «αντιιμπεριαλισμού» και «αντιφασισμού», στο να γίνει μια Έκτακτη ΔΣΚΕΚ στην Κωνσταντινούπολη, αλληλεγγύης με τουυς λαούς της Παλαιστίνης και του Λιβάνου, που θα φιλοξενούσε το ΚΚ Τουρκίας.

Ενώ μια σειρά ΚΚ που συμμετέχουν στις ΔΣΚΕΚ, όπως το ΚΚΡΟ, το ΚΚ Λευκορωσίας, το ΚΚ Ουκρανίας, πραγματοποιούν το λεγόμενο «Διεθνές Αντιφασιστικό Φόρουμ» (για 2η χρονιά).

Επίσης, την ώρα που πραγματοποιούνταν η 22η ΔΣΚΕΚ στην Αβάνα, συγκροτούνταν στο Παρίσι η «Παγκόσμια Αντιιμπεριαλιστική Πλατφόρμα», με πρωτοβουλία κόμματος της Ν. Κορέας και τη συμμετοχή και κομμάτων από τις ΔΣΚΕΚ (ΕΚ Ουγγαρίας, ΝΚΚ Γιουγκοσλαβίας, ΣΚ Λετονίας κ.ά.), καθώς και του κυβερνώντος κόμματος της Βενεζουέλας, η οποία στα 2 χρόνια της δράσης της έχει προχωρήσει σε ανοιχτές και πολλαπλές επιθέσεις με προβοκατόρικη επιχειρηματολογία ενάντια στο Κόμμα μας.

Ακόμη, ο Πρόεδρος της Βενεζουέλας, παρουσία εκπροσώπων ΚΚ της Λατινικής Αμερικής (ΚΚ Κούβας, ΚΚ Αργεντινής, ΚΚ Κολομβίας, ΚΚ Βολιβίας, αλλά και ΝΚΚ Γιουγκοσλαβίας, ΚΚ Ισπανίας κ.ά.), ανακοίνωσε την ίδρυση «Αντιφασιστικής Διεθνούς».

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος στην Ουκρανία επηρέασε τόσο τη Διεθνή Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΔΚΕ), όσο και την Ευρωπαϊκή Κομμουνιστική Πρωτοβουλία (ΕΚΠ) που είχε συγκροτήσει το Κόμμα μας μαζί με άλλα ΚΚ.

Έτσι, η ΔΚΕ χρειάστηκε να περάσει από τη διαδικασία επικαιροποίησης της Ιδρυτικής της Διακήρυξης, ενισχύοντας το κριτήριο που αφορά τη στάση των ΚΚ απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, την οποία ενέκριναν 6 κόμματα (ΚΚΕ, ΚΚ Εργαζόμενων Ισπανίας, ΚΚ Μεξικού, ΚΚ Τουρκίας, ΚΚ Βενεζουέλας, ΕΚ Ουκρανίας) και αποχώρησαν 3 κόμματα (ΚΕΚΡ, ΕΚ Ουγγαρίας, ΣΚ Λετονίας). Στην προσπάθεια της ΔΚΕ συμβάλλουν ακόμη κόμματα που συμφωνούν με τη βασική κατεύθυνση της επικαιροποιημένης Διακήρυξης (ΚΕ Αυστρίας, ΝΚΚ Ολλανδίας, ΣΚ Καζακστάν, ΚΚ Σουηδίας) χωρίς να είναι μέλη της.

Η ΕΚ Πρωτοβουλία, που ιδρύθηκε το 2013, μπήκε σε κρίση με την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, αφού μια ομάδα ΚΚ εκτιμούσε πως ο πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός, μια άλλη αντιφασιστικός και μια τρίτη δεν μπορούσε να πάρει θέση. Σ’ αυτές τις συνθήκες, το Κόμμα μας, σε συνεργασία με το ΚΚ Τουρκίας και το ΚΚ Εργαζομένων Ισπανίας, συνέβαλε στη συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Κομμουνιστικής Δράσης, με νέα Ιδρυτική Διακήρυξη, που λαμβάνει υπόψη και τα ζητήματα του ιμπεριαλιστικού πολέμου και συμμετέχουν 12 ΚΚ (Κόμμα Εργασίας Αυστρίας, Κομμουνιστικό Επαναστατικό Κόμμα Γαλλίας, Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, Ελβετικό Κομμουνιστικό Κόμμα, Κόμμα Εργατών Ιρλανδίας, Κομμουνιστικό Κόμμα Εργαζόμενων Ισπανίας, Κομμουνιστικό Μέτωπο Ιταλίας, Νέο Κομμουνιστικό Κόμμα Ολλανδίας, Ένωση Κομμουνιστών Ουκρανίας, Κομμουνιστικό Κόμμα Σουηδίας, Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας, Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Φινλανδίας).

Σ’ αυτήν τη δύσκολη και σύνθετη κατάσταση παρεμβαίνει το Κόμμα μας, στηρίζοντας ΚΚ με τα οποία συνεργαζόμαστε, διαδίδοντας τις θέσεις του για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και μια σειρά άλλων καθοριστικών ζητημάτων, για να ανοίξει συζήτηση στις γραμμές ΚΚ και Κομμουνιστικών Νεολαιών.

 

ΓΕΝΙΚOΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚO ΚIΝΗΜΑ:

Μιλώντας για τα ΚΚ που συμμετέχουν στην «Ευρωπαϊκή Κομμουνιστική Δράση» και τη Διεθνή Κομμουνιστική Επιθεώρηση, αλλά και αυτά που στηρίζουν αυτήν την προσπάθεια, χρειάζεται να πάρουμε υπόψη μας τα εξής: Τα κόμματα αυτά έχουν προέλθει από διασπάσεις κομμάτων που διαβρώθηκαν από τον οπορτουνισμό, ενσωματώθηκαν στο σύστημα και στις επιδιώξεις του κεφαλαίου.

Στελέχη ή ομάδες στελεχών και μελών μέσα σε συνθήκες σκληρής ιδεολογικής-πολιτικής διαπάλης, με πίστη στο μαρξισμό-λενινισμό και τις κομμουνιστικές αρχές, διαχώρισαν τη θέση τους, απέκτησαν καθοδηγητική και οργανωτική δομή, έχτισαν μικρές κομματικές οργανώσεις. Με αυτά τα εφόδια προσπάθησαν να βάλουν βάσεις για την επεξεργασία των στρατηγικών τους κατευθύνσεων, να διαμορφώσουν πολιτικές θέσεις, να αποκτήσουν δεσμούς με την εργατική τάξη και να δουλέψουν στις γραμμές της, στις γραμμές της νεολαίας, κυρίως στους φοιτητές, με λίγες δυνάμεις, χωρίς υποδομή και οικονομικά μέσα.

Υπάρχει ανομοιογένεια, διαφορετικές ταχύτητες στην ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική τους ανάπτυξη και στο δυναμικό τους. Στον έναν ή τον άλλο βαθμό, μέσα από πολλές αδυναμίες τα περισσότερα κόμματα έχουν κάνει βήματα μπροστά, προσπαθούν να μελετήσουν τον καπιταλισμό στη χώρα τους, την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, να εξάγουν συμπεράσματα. Παρακολουθούν την ιδεολογική-πολιτική δουλειά του ΚΚΕ, την πάλη του στο εργατικό-λαϊκό κίνημα, στη νεολαία. Ορισμένα κόμματα επεξεργάστηκαν βαθύτερα και συνεχίζουν να επεξεργάζονται τη στρατηγική τους, αντιπαλεύοντας και ξεπερνώντας την αντίληψη των μεταβατικών σταδίων, υποστηρίζοντας ότι η εποχή μας είναι εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό και ο χαρακτήρας της επανάστασης είναι σοσιαλιστικός. Υπερασπίζονται την Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και ορισμένα από αυτά προσπαθούν να μελετήσουν, ανάλογα με τις δυνατότητές τους, τις αιτίες και τους παράγοντες των ανατροπών. Παρότι τα βήματά τους είναι μικρά, η προσπάθεια των κομμάτων αυτών έχει μεγάλη σημασία, γιατί πρόκειται για κομμουνιστές που αντιτάχτηκαν στην οπορτουνιστική διάβρωση, ξεπέρασαν στον έναν ή τον άλλο βαθμό λαθεμένες στρατηγικές αντιλήψεις που κυριάρχησαν δεκαετίες στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα και μαζί με το ΚΚΕ προσπαθούν να διαμορφώσουν ισχυρότερες επαναστατικές βάσεις, υποστηρίζουν το στόχο της ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος και σήμερα έχουν σημαντική συνεισφορά στη σκληρή μάχη που διεξάγεται για τα κεντρικά ζητήματα του ιμπεριαλιστικού πολέμου και σε άλλα μέτωπα.

Η προσπάθεια αυτή δεν είναι απαλλαγμένη από ιδεολογικές-πολιτικές υποχωρήσεις, παλινωδίες και ταλαντεύσεις. Στις γραμμές τους επιδρούν η πίεση από την αστική τάξη και τον οπορτουνισμό (που είναι πολύ πιο ισχυρός στη χώρα τους), η αδυναμία του στελεχικού δυναμικού τους, ενώ βασική αδυναμία τους είναι η επεξεργασία και υλοποίηση αντιμονοπωλιακής-αντικαπιταλιστικής γραμμής συσπείρωσης και πάλης που θα συνδέει την καθημερινή δράση με την οργάνωση, διαπαιδαγώγηση και προετοιμασία της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων στην πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού, για το σοσιαλισμό.

Η ιδεολογικοπολιτική στήριξη αυτών των κομμάτων είναι πρώτιστη υποχρέωση και προτεραιότητα του Κόμματός μας και απαιτείται να πάρουμε πρόσθετα μέτρα:

– Σταθερή παρακολούθηση της δράσης τους, συστηματική διμερή διά ζώσης επικοινωνία, αλλά και τηλεδιασκέψεις όταν αυτό δεν είναι δυνατό, για ανταλλαγή απόψεων και πείρας.

– Οργανωμένες συζητήσεις για διάφορα θέματα της ιδεολογικής-πολιτικής διαπάλης. Με μεγαλύτερη απαιτητικότητα χρειάζεται να οργανώσουμε την ιδεολογική βοήθεια.

– Ενίσχυση της συλλογικότητας στην προετοιμασία των συνεδριάσεων της ΕΚΔ και της ΔΚΕ και της ετοιμότητας που θα μας επιτρέπει να απαντάμε σε ερωτήματα και προβληματισμούς, να παρεμβαίνουμε άμεσα και να συμβάλλουμε να ξεπερνιούνται αστικές και οπορτουνιστικές επιδράσεις.

– Ουσιαστική συνεργασία σε περιφερειακές συναντήσεις και στη Διεθνή Συνάντηση Κομμουνιστικών κι Εργατικών Κομμάτων και από κοινού μελέτη της πείρας από την ιδεολογική-πολιτική διαπάλη.

Δίπλα στα κόμματα που συνεργαζόμαστε στενά, υπάρχουν ΚΚ, σε όλες τις ηπείρους, με τα οποία διατηρούμε καλές σχέσεις, παρακολουθούν τις επεξεργασίες και εκτιμούν θετικά τη δράση του ΚΚΕ.

Μια ξεχωριστή κατηγορία είναι νέες δυνάμεις που εμφανίζονται επιδιώκοντας να οικοδομήσουν ΚΚ στις χώρες τους και να αποκτήσουν σχέσεις με το ΚΚΕ (Αργεντινή, Αυστραλία, Βέλγιο, Βραζιλία, Γερμανία, ΗΠΑ, Ισημερινός, Κύπρος, Λετονία, Μολδαβία, Ρωσία κ.ά.) Κάθε περίπτωση πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά και ξεχωριστά.

Η δουλειά του Κόμματός μας όλα αυτά τα χρόνια έχει διαμορφώσει θετικό κλίμα σε πολλούς κομμουνιστές και κομμουνίστριες, νέους κομμουνιστές, αλλά και εργαζόμενους στην Ευρώπη και σε άλλες περιοχές. Το διαπιστώσαμε με τη στήριξη που δεχτήκαμε στη μάχη που έδωσε το Κόμμα μας με το ΣΥΡΙΖΑ, την επιδοκιμασία που εκφράστηκε στη στάση αρχών και τις πρωτοβουλίες που πήρε το ΚΚΕ στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, τη θετική ανταπόκριση στην άνοδο στις εκλογές, αλλά και στην έκφραση της αλληλεγγύης τους στους αγώνες του ΠΑΜΕ, στους εργατικούς-λαϊκούς αγώνες.

Δυναμώνουμε τη διεθνιστική μας αλληλεγγύη και εμπλουτίζουμε την παρέμβασή μας σ’ αυτόν τον κρίσιμο τομέα, όχι μόνο ενάντια στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, την καταστολή και τον αντικομμουνισμό, αλλά με μεθοδική στήριξη πρωτοβουλιών, εργατικών-λαϊκών αγώνων, προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα ΚΚ, συνδικάτα, εργατικές-λαϊκές δυνάμεις.

Διαφυλάσσουμε και ενισχύουμε τη συνεργασία με τα ΚΚ της ΕΚΔ και της ΔΚΕ και διαμορφώνουμε σχέδιο για την ανάπτυξη της κοινής δράσης και της συνεργασίας με ΚΚ, αλλά και με κομμουνιστικές δυνάμεις που παρακολουθούν θετικά τη δράση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, ανησυχούν για την κατάσταση στο κομμουνιστικό κίνημα. Η μεθοδική και επίμονη δουλειά με τις δυνάμεις αυτές με τη στήριξη των ΚΟ του ΚΚΕ στο εξωτερικό θα είναι συμβολή στην προσπάθεια ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος, σε κάθε χώρα και διεθνώς.

Παραμένει επίκαιρο το πλαίσιο που διαμορφώσαμε στο 21ο Συνέδριο, το εμπλουτίζουμε παραπέρα και επιδιώκουμε την κοινή δράση και τη συνεργασία με ΚΚ και κομμουνιστικές δυνάμεις που ανταποκρίνονται στα εξής κριτήρια:

α) Υπερασπίζονται το μαρξισμό-λενινισμό και τον προλεταριακό διεθνισμό, την ανάγκη διαμόρφωσης κομμουνιστικού πόλου διεθνώς.

β) Αντιπαλεύουν τον οπορτουνισμό, το ρεφορμισμό, απορρίπτουν την κεντροαριστερή διαχείριση, κάθε είδους αστική διαχείριση, συμμετοχή ή στήριξη αστικών κυβερνήσεων και την οποιαδήποτε παραλλαγή της στρατηγικής των σταδίων.

γ) Υπερασπίζονται τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης. Με αυτές κρίνουν την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, επιδιώκουν να ερευνήσουν, να αντλήσουν διδάγματα από τα προβλήματα και τα λάθη, απορρίπτουν θέσεις οικοδόμησης του σοσιαλισμού με «αγορά».

δ) Καταδικάζουν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αναδεικνύουν τις ευθύνες των αστικών τάξεων. Έχουν ιδεολογικό μέτωπο απέναντι σε λαθεμένες αντιλήψεις για τον ιμπεριαλισμό, ιδιαίτερα αυτές που αποσπούν τη στρατιωτική πολεμική επιθετικότητά του από το οικονομικό του περιεχόμενο, έχουν μέτωπο απέναντι σε κάθε ιμπεριαλιστική συμμαχία. Δεν επιλέγουν πλευρά στην ιμπεριαλιστική σύγκρουση.

ε) Αναπτύσσουν δεσμούς με την εργατική τάξη, προσπαθούν να δράσουν στο συνδικαλιστικό κίνημα, στα κινήματα των λαϊκών τμημάτων των μεσαίων στρωμάτων, επιδιώκουν να εντάσσουν την καθημερινή πάλη για τα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα σε μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική για την εργατική εξουσία.

στ) Δεν αποσπούν την αντιπολεμική και αντιφασιστική πάλη από την πάλη ενάντια στον καπιταλισμό, που γεννά τον πόλεμο και το φασισμό. Απορρίπτουν τον κάλπικο «αντιφασισμό» και τα διάφορα «αντιφασιστικά μέτωπα» που χρησιμοποιούν αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις για τον εγκλωβισμό στους σχεδιασμούς τους.

Οι ΚΟ του Κόμματος στο εξωτερικό έχουν μεγάλη προσφορά στην στήριξη και προώθηση της πολιτικής του ΚΚΕ στις χώρες που παλεύουν και σήμερα μπορούν να αναλάβουν πρόσθετες ευθύνες, να εντάξουν πιο ουσιαστικά στη δράση τους το στόχο της επίδρασης για την ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος σε κάθε χώρα, σε συνεργασία με το Τμήμα Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ.

Αυτό το καθήκον προϋποθέτει:

– Το δυνάμωμα της αυτοτελούς ιδεολογικοπολιτικής δουλειάς και της μαζικής δράσης σε κάθε χώρα, σε κάθε μεγάλη πόλη, σε μεγάλα εργοστάσια, επιχειρήσεις, σε χώρους εκπαίδευσης και Υγείας, με σχέδιο, χαρτογράφηση, με μεγαλύτερη επιμονή στους ντόπιους εργαζόμενους, παίρνοντας υπόψη τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι, την κατάσταση που βιώνουν από την επίθεση του κεφαλαίου και την πολιτική των αντιλαϊκών κυβερνήσεων.

– Την ένταση της διαπάλης με τα αστικά κόμματα, ιδιαίτερα με τη σοσιαλδημοκρατία, που δουλεύει μεθοδικά για τη χειραγώγηση των εργαζόμενων, ελέγχει και έχει δέσει το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ευρώπη και σε άλλες περιοχές στο άρμα του κεφαλαίου. Με τον οπορτουνισμό που λειτουργεί διαβρωτικά, με τη χρησιμοποίηση μεταλλαγμένων ΚΚ, χρησιμοποιώντας το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ), τη λεγόμενη «Παγκόσμια Αντιιμπεριαλιστική Πλατφόρμα» και άλλα σχήματα.

– Επιβάλλεται να δουλέψουμε με κατεύθυνση οργάνωσης των κομμουνιστών και των φίλων του Κόμματος στα συνδικάτα, με αυτοτελή δουλειά και επεξεργασμένα πλαίσια δράσης με στόχο τη συγκρότηση πυρήνων, επιτροπών αγώνα, από Έλληνες και ντόπιους εργάτες, σε διαπάλη με τις ηγεσίες και τους μηχανισμούς των συνδικάτων που ελέγχονται από την εργοδοσία, τους μηχανισμούς της σοσιαλδημοκρατίας, να δουλέψουμε σε συντονισμό με τα ΚΚ με τα οποία συνεργάζεται το Κόμμα μας, διεκδικώντας την εκπροσώπηση στο συνδικαλιστικό κίνημα.

 

Γ. ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΣΤΙΣ ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

Το Πρόγραμμα του Κόμματος έχει καθορίσει με σαφήνεια τη θέση μας για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τη γραμμή της δράσης μας: «Σε περίπτωση ιμπεριαλιστικής πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας, είτε σε αμυντικό είτε σε επιθετικό πόλεμο, το Κόμμα πρέπει να ηγηθεί της αυτοτελούς οργάνωσης της εργατικής-λαϊκής πάλης με όλες τις μορφές, ώστε να οδηγήσει σε ολοκληρωτική ήττα της αστικής τάξης, εγχώριας και ξένης ως εισβολέα, έμπρακτα να συνδεθεί με την κατάκτηση της εξουσίας. Με την πρωτοβουλία και καθοδήγηση του Κόμματος να συγκροτηθεί εργατικό-λαϊκό μέτωπο με όλες τις μορφές δράσης, με σύνθημα: Ο λαός θα δώσει την ελευθερία και τη διέξοδο από το καπιταλιστικό σύστημα που, όσο κυριαρχεί, φέρνει τον πόλεμο και την “ειρήνη” με το πιστόλι στον κρόταφο.»

Ορισμένα γενικά απολογιστικά στοιχεία:

Στο 20ό Συνέδριο του Κόμματος, προσδιορίσαμε ότι η υλοποίηση αυτού του προγραμματικού-στρατηγικού καθήκοντος περνάει σε μεγάλο βαθμό από την κατάκτηση της ανάλογης ετοιμότητας του Κόμματος για να ανταποκριθεί σε συνθήκες πολεμικής αναμέτρησης. Οι προϋποθέσεις γι’ αυτήν την ετοιμότητα δεν μπορούν να διαμορφωθούν χωρίς την ανάλογη προετοιμασία σε μη πολεμικές συνθήκες. Γι’ αυτό στο 20ό Συνέδριο σταθήκαμε ιδιαίτερα σε ορισμένες πλευρές της προετοιμασίας των δυνάμεών μας, αλλά και ευρύτερα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.

Εστιάζοντας στον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου, επισημάναμε την ανάγκη για διαρκή προσαρμογή των συνθημάτων της πάλης, τη ζύμωση που πρέπει να γίνει στην εργατική τάξη και τους συμμάχους της, αλλά και μέσα στα κινήματά τους, σε συνδυασμό με την οργάνωση της παρέμβασής μας σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις:

  • Τη διαφώτιση του λαού για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου, τους κινδύνους, για τους υπαίτιους, για την ανάγκη πολιτικής καταδίκης τους και της πάλης για την αποτροπή κάθε προσπάθειας αλλαγής συνόρων.
  • Την ανάδειξη ότι η πολιτική της αστικής κυβέρνησης σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής είναι συνέχεια της γενικότερης πολιτικής, σε βάρος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, είτε βρισκόμαστε σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάκαμψης είτε σε συνθήκες εκδηλωμένης οικονομικής κρίσης. Την ανάδειξη της ανάγκης να μην έχει ο λαός καμιά εμπιστοσύνη στην αστική κυβέρνηση, ότι δεν μπορεί –ούτε μπορούσε ποτέ– να υπάρξει «εθνική ενότητα» ανάμεσα στην εκμεταλλεύτρια αστική και την εκμεταλλευόμενη εργατική τάξη, σε κάθε κράτος.
  • Την ανάγκη αντίθεσης σε κάθε ιμπεριαλιστική συμμαχία, την πάλη για να κλείσουν όλες οι ξένες βάσεις του θανάτου στην Ελλάδα, να επιστρέψουν οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις από ιμπεριαλιστικές αποστολές στο εξωτερικό, για αποδέσμευση από ΝΑΤΟ και ΕΕ, για να απομακρυνθούν όλες οι ΝΑΤΟϊκές πολεμικές δυνάμεις από το Αιγαίο.
  • Την ανάδειξη της ανάγκης να οργανωθούν ο αγώνας, η αντίσταση και αντεπίθεση της εργατικής τάξης, των άλλων λαϊκών στρωμάτων, της Κοινωνικής Συμμαχίας τους, για να μπει τέρμα στην αλλαγή συνόρων, σε πιθανή εισβολή-κατοχή αλλά και σε συμμετοχή σε πολέμους εκτός των συνόρων της χώρας. Να δυναμώσει η πάλη ενάντια στις κυβερνήσεις της αστικής τάξης, που προετοίμασαν το έδαφος με την αστική τάξη άλλων κρατών στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και οδήγησαν στο σφαγείο τα παιδιά του λαού. Να συντονιστεί η πάλη με το εργατικό-λαϊκό κίνημα άλλων κρατών, να συνδεθεί με το στόχο ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας στην Ελλάδα και σε γειτονικές χώρες, για να ζήσουν ειρηνικά οι λαοί τους με εργατική εξουσία.

Σήμερα βρισκόμαστε σε μια νέα κατάσταση που έχει διαμορφωθεί από τις πολεμικές αναμετρήσεις στην Ουκρανία και στη Μ. Ανατολή, δύο μεγάλα πολεμικά μέτωπα, με την έμμεση και άμεση συμμετοχή και εμπλοκή της Ελλάδας στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Η χώρα ουσιαστικά συμμετέχει ήδη στον πόλεμο και στα δύο μέτωπα, όπως άλλωστε περιγράφεται και σε άλλα σημεία της εισήγησης, παρόλο που αυτή η συμμετοχή δεν έχει πάρει το χαρακτήρα μαζικής εμπλοκής σε αυτόν ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και παρόλο που δεν έχει ακόμα ο λαός μας βιώσει άμεσα τα στρατιωτικά αντίποινα, τις επιπτώσεις αυτού του πολέμου.

Το Κόμμα μας έχει τοποθετηθεί σωστά σε σχέση με τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα αυτών των πολεμικών αναμετρήσεων, ότι ουσιαστικά και στις δύο περιπτώσεις συγκρούονται δύο μεγάλα μπλοκ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και οι σύμμαχοί τους. Δηλαδή από τη μια πλευρά το ιμπεριαλιστικό μπλοκ των ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ, παρ’ όλες τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές αντιθέσεις, που ουσιαστικά στηρίζουν την αστική κυβέρνηση της Ουκρανίας και το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ. Από την άλλη, το υπό διαμόρφωση ευρασιατικό μπλοκ με επικεφαλής την Κίνα και τη Ρωσία με τους δικούς τους συμμάχους (Ιράν κ.ά.).

Από το Ριζοσπάστη, το 902.gr, τον Οδηγητή, την ΚΟΜΕΠ, γίνεται συστηματική προσπάθεια για τη διαφώτιση, τον ιδεολογικοπολιτικό εξοπλισμό των δυνάμεών μας, την αποκάλυψη με στοιχεία της ελληνικής εμπλοκής και στήριξης στα ΝΑΤΟϊκά σχέδια.

Τα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ και της ΚΝΕ έχουν πρωτοστατήσει στη μαζική καταδίκη της ελληνικής εμπλοκής και στις δύο πολεμικές αναμετρήσεις αυτοτελώς και μέσα από αποφάσεις ομοσπονδιών, εργατικών κέντρων, σωματείων, της ΕΕΔΥΕ, της ΟΓΕ, άλλων φορέων του λαϊκού κινήματος, φοιτητικών συλλόγων, μαθητικών κοινοτήτων.

Έχουν πρωτοστατήσει στην κινητοποίηση εργατικών-λαϊκών δυνάμεων, καθώς και στις προσπάθειες παρεμπόδισης μεταφοράς ΝΑΤΟϊκών όπλων προς την Ουκρανία ή προς το Ισραήλ, σε σιδηροδρομικό δίκτυο, αεροδρόμια, σε στρατιωτικές βάσεις με ρόλο στα ΝΑΤΟϊκά σχέδια.

Με το ίδιο κριτήριο έχει σταθεί το ΚΚΕ και οι εκλεγμένοι του σε Βουλή, Ευρωβουλή, καταγγέλλοντας πολιτικές, στρατιωτικές, αλλά και οικονομικές αποφάσεις που οδηγούν στην κλιμάκωση και τη βαθύτερη εμπλοκή στον πόλεμο.

Όλα τα παραπάνω είναι σημαντικά, όροι και προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της δουλειάς μας στις σημερινές συνθήκες, όμως χρειάζεται ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια για να απαντιούνται έγκαιρα ερωτήσεις που γεννιούνται, να ξεπεραστούν κενά στην αφομοίωση των θέσεων του Κόμματος και να βελτιωθεί η ικανότητα εκλαΐκευσης, να κατακτηθεί πιο ουσιαστική, υψηλότερου επιπέδου ετοιμότητα των δυνάμεών μας για εξελίξεις που αντικειμενικά θα οδηγήσουν σε όξυνση της ταξικής πάλης.

Το ζήτημα αυτό δε σημαίνει αναμονή κάποιας «ημέρας Χ», όταν μάλιστα το βάθεμα της εμπλοκής προωθείται μέρα με τη μέρα, βήμα το βήμα, και όταν βεβαίως συνδέεται και με άλλα σχέδια στην περιοχή, όχι καθαρά στρατιωτικά, αλλά με στρατηγική πολεμική σημασία. Για παράδειγμα, τα ενεργειακά σχέδια στα οποία η Ελλάδα έχει κομβικό ρόλο και παρουσίασε ο υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ με αρμοδιότητα στα ενεργειακά –και πρώην πρέσβης στην Ελλάδα– Τζέφρι Πάιατ με συνεντεύξεις και δηλώσεις του κατά τη διάρκεια της πρόσφατης περιοδείας του στην περιοχή, που αφορούν ουσιαστικά σχέδια ενεργειακής παράκαμψης της Ρωσίας στο πλαίσιο της ενεργειακής απεξάρτησης από αυτήν και συνιστούν από μόνα τους βάθεμα της εμπλοκής, την μετατρέπουν σε «στόχο».

Η εξέλιξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου καθορίζει αποφασιστικά το συνολικότερο πλαίσιο δράσης μας, το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσεται η ταξική πάλη στην Ελλάδα.

Το βασικό που πρέπει να κατανοηθεί είναι ότι ο πόλεμος δεν είναι ένα συμβάν μέσα στην καπιταλιστική εξέλιξη, είναι μια νέα (σε σχέση με την «ειρηνική» περίοδο) κατάσταση πραγμάτων, είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός σε συνθήκες που οι ενδοαστικές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις δεν μπορούν να συμβιβαστούν, να λυθούν με «ειρηνικό» τρόπο. Ανεξάρτητα από το με ποιον τρόπο θα συντελεστεί η όποια γενίκευση ή βαθύτερη εμπλοκή, ποια είναι τα πιθανότερα σενάρια.

Η ετοιμότητα του Κόμματος και κατά προέκταση του εργατικού κινήματος, των κινημάτων των σύμμαχων λαϊκών δυνάμεων, ώστε να αξιοποιηθούν οι συνθήκες απότομης όξυνσης της ταξικής πάλης, στον αγώνα σύγκρουσης με τους στρατηγικούς στόχους της αστικής τάξης, του κεφαλαίου και του κράτους του, τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες που συμμετέχει, κρίνεται σήμερα από την αποφασιστικότητα, την αντοχή και στρατηγική σταθερότητα, τη μαχητική πείρα που συγκεντρώνεται, την ικανότητα προσαρμογής σε όλες τις συνθήκες δράσης.

    

  1. Οι συνθήκες «Πολεμικής Οικονομίας» και πολεμικής προετοιμασίας του αστικού κράτους

Η στροφή στην «Πολεμική Οικονομία» που προωθείται σε όλες τις χώρες της ΕΕ και στη χώρα μας καθορίζει το πλαίσιο των οικονομικών εξελίξεων και ταυτόχρονα διαμορφώνει και νέες συνθήκες για τη δράση των δυνάμεών μας στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, στο λαϊκό κίνημα.

Πρόκειται για στρατηγικής σημασίας αποφάσεις της ΕΕ που προτάσσουν τη μετάβαση στην «Πολεμική Οικονομία» ως απάντηση στα προβλήματα που προκαλεί ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, η ύφεση που πλήττει την Ευρωζώνη και η αναμενόμενη νέα καπιταλιστική κρίση. Κυρίως επιδιώκει να δώσει διέξοδο στην υπερσυσσώρευση κεφαλαίου που κυριαρχεί εδώ και μία δεκαετία και που άλλες στρατηγικές δεν μπόρεσαν να δώσουν λύση (π.χ. πράσινη, ψηφιακή μετάβαση κλπ.).

Οι στρατηγικές επιλογές της ΕΕ και κάθε ιμπεριαλιστικού κέντρου συμβάλλουν με τη σειρά τους στην όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και αντιθέσεων. Π.χ. οι προεκλογικές διακηρύξεις Τραμπ, στο βαθμό που θα εφαρμοστούν μετεκλογικά, για αύξηση των δασμών των εισαγόμενων προϊόντων από ΕΕ και Κίνα, την απαίτηση αύξησης των στρατιωτικών δαπανών των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ κλπ.

Στα εργαλεία που διαμορφώνει η ΕΕ συμπεριλαμβάνονται:

– Το «Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας» (EDF), στο πλαίσιο του οποίου δρομολογούνται χρηματοδοτήσεις 100 δισ. ευρώ τη δεκαετία, «για την προώθηση των αμυντικών δυνατοτήτων της ΕΕ».

– Το «Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Βιομηχανικής Ανάπτυξης στον τομέα της Άμυνας» (EDIDP), το οποίο έχει ως στόχο να στηρίξει «την ανταγωνιστικότητα και την ικανότητα καινοτομίας της αμυντικής βιομηχανίας της ΕΕ», με τη διάθεση δισ. ευρώ για τον εκσυγχρονισμό της.

– Η «Συντονισμένη ετήσια Αξιολόγηση στον τομέα της Άμυνας» (CARD), με στόχο την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών, με μηχανισμό τύπου «Ευρωπαϊκού Εξαμήνου», για τον έλεγχο της συμμετοχής στα στρατιωτικά ιμπεριαλιστικά σχέδια, την ευθυγράμμιση σε εξοπλιστικά προγράμματα και στην επιλογή αγορών όπλων.

– Η συγκρότηση του ψευδεπίγραφου «Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη» (ΕΜΕ), ενός νέου ταμείου εκτός και πέραν του ενωσιακού προϋπολογισμού (πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2021-2027), το οποίο θα διαθέτει επιπλέον χρηματοδοτήσεις ύψους 10,5 δισ. ευρώ, και για τη στήριξη των δράσεων της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ).

– H «Στρατιωτική Σένγκεν» αρχικά από τις Ολλανδία, Γερμανία, Πολωνία –με σχέδιο επέκτασης– μετά από αίτημα του ΝΑΤΟ για «διαδρόμους ελεύθερης μετακίνησης στρατιωτικών δυνάμεων και εξοπλισμών». Στην ίδια κατεύθυνση ενισχύεται η διπλή πολιτική και στρατιωτική χρήση μεταφορικών κόμβων στην Ευρώπη.

Το αιτιολογικό είναι «η διασφάλιση της κυριαρχίας και της θέσης της Ευρώπης ως παγκόσμιου παίκτη στο νέο στρατηγικό/γεωπολιτικό/πολυπολικό πλαίσιο (…) με την κινητοποίηση όλων των απαραίτητων μέσων για τη διασφάλιση της αμυντικής ετοιμότητας, της ικανότητας δράσης και της ασφάλειας, με σημαντική αύξηση των ευρωπαϊκών στρατιωτικών δαπανών και των επενδύσεων», την αναβάθμιση της ευρωπαϊκής στρατιωτικής βιομηχανίας και τη βελτίωση της πρόσβασης στη δημόσια και ιδιωτική χρηματοδότηση μέσω και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

Ως προς τη χρηματοδότηση εξετάζεται επίσης η έκδοση «ευρωπαϊκών αμυντικών ομολόγων», ώστε να πραγματοποιηθούν μεγάλης κλίμακας ευρωπαϊκά έργα, συμπεριλαμβανομένης της «ασπίδας αεράμυνας» της ΕΕ και της ενίσχυσης της «κυβερνοασφάλειας».

Σ’ αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η «έκθεση Ντράγκι» για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και τη στήριξη της αμυντικής βιομηχανίας με χρηματοδότηση που ξεπερνάει τα 500 δισ. ευρώ την επόμενη δεκαετία.

Μέσα από αυτήν τη διαδικασία ωφελούνται συγκεκριμένες ελληνικές βιομηχανίες που έχουν παραγωγή η οποία σχετίζεται με πολεμικά συστήματα. Όπως τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ), που θα λάβουν έως και 80 εκατ. ευρώ από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας για να αυξήσουν την παραγωγή πυρομαχικών των 155 χιλιοστών στη μονάδα παραγωγής τους στο Λαύριο, με την ONEX να ενδιαφέρεται για την εξαγορά τους. Ή η ελληνική «Theon», που ειδικεύεται σε αισθητήρες, ανακοίνωσε ρεκόρ εσόδων ύψους 222,6 εκατ. ευρώ το 9μηνο του 2024, με 92% αύξηση σε σύγκριση με το 2023, αλλά και αύξηση παραγγελιών κατά 47,4% το ίδιο διάστημα.

Όμως Πολεμική Οικονομία δεν είναι μόνο η στροφή των επενδύσεων και η κρατική-ευρωενωσιακή ενίσχυση σε παραγωγή οπλικών συστημάτων, δεν περιορίζεται στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών και αναβάθμιση της πολεμικής βιομηχανίας. Αφορά τη γενικότερη εμπλοκή των κρατών-μελών της ΕΕ στον «ενεργειακό, εμπορικό και τεχνολογικό πόλεμο» με τον υπό διαμόρφωση ευρασιατικό άξονα, αλλά και στο εσωτερικό της ευρωατλαντικής συμμαχίας. Ενσωματώνει τη στρατηγική της «Πράσινης Μετάβασης» της ΕΕ ως στοιχείο ανταγωνισμού για το ενεργειακό μίγμα, τις ιεραρχήσεις υποδομών και δομών μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων (π.χ. διευρωπαϊκοί διάδρομοι).

Βεβαίως, το στρατιωτικό σκέλος έχει την αυτοτελή και ιδιαίτερη σημασία του. Όμως, η εμπλοκή κάθε κράτους στον πόλεμο δεν πρέπει να ταυτίζεται μόνο με τη στρατιωτική δράση.

Αφορά επίσης τη στροφή όλης της Οικονομίας στις πολεμικές ανάγκες:

Αφορά τη «στρατιωτικοποίηση» τομέων της Οικονομίας που έχουν στρατηγικό χαρακτήρα και συνδέονται με νέες μορφές πολέμου, όπως ο κυβερνοπόλεμος, π.χ. τηλεπικοινωνίες, πληροφορική κ.ά. Είναι χαρακτηριστική η πρόσφατη σύμβαση του ΟΤΕ-UNISYSTEMS με το ΝΑΤΟ για παροχή υπηρεσιών υποστήριξης των συστημάτων πληροφοριών και ασφάλειας της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας.

Αφορά αναπροσαρμογές σε όλους τους κλάδους στη βάση των πολεμικών αναγκών και ιδιαίτερα κλάδων στρατηγικής σημασίας (π.χ. ενέργεια, μεταφορές), αλλά και από τη φαρμακοβιομηχανία μέχρι τη βιομηχανία τροφίμων και την αγροτική παραγωγή, τις Κατασκευές και το ρόλο τους στον πόλεμο, αλλά και στην ανοικοδόμηση.

Η Ελλάδα ήδη εμπλέκεται ενεργά στον ενεργειακό πόλεμο ΕΕ-Ρωσίας με τις κυρώσεις και τα σχέδια μεταφοράς φυσικού αερίου και ηλεκτρικού ρεύματος απ’ την Ανατολική Μεσόγειο στην ΕΕ, καθώς και στο σχέδιο του κάθετου διαδρόμου που διαπερνά τα Βαλκάνια.

Αντίστοιχα σημαντική είναι η εμπλοκή στον ανταγωνισμό των εμπορικών δρόμων (π.χ. με το ατλαντικό σχέδιο της «Εγνατίας των λιμανιών»).

Γενικότερα, στην ιεράρχηση και επιλογή της κατασκευής δρόμων μεταφοράς και μεγάλων υποδομών για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας συμπεριλαμβάνονται κριτήρια της «γεωπολιτικής αναβάθμισης» για ειρηνική, αλλά και πιθανά πολεμική χρήση.

Οι εξελίξεις σε αυτόν τον τομέα απαιτούν συνεχή παρακολούθηση. Όπως και η εκτίμηση της αρνητικής επίδρασης στο ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας από μια επέκταση της πολεμικής σύγκρουσης στην ευρύτερη περιοχή λόγω του μεγάλου ειδικού βάρους του τουριστικού τομέα.

Η εργατική τάξη και οι σύμμαχες με αυτήν λαϊκές κοινωνικές δυνάμεις στους αυτοαπασχολούμενους των πόλεων και στους αγρότες έχουν ήδη πείρα για τις οικονομικές επιπτώσεις από την πολεμική προετοιμασία και εμπλοκή.

Η ενίσχυση των πολεμικών προϋπολογισμών και ο στόχος πάνω από 2% του ΑΕΠ να διατίθεται για ΝΑΤΟϊκές δαπάνες σημαίνουν τον παραπέρα περιορισμό της χρηματοδότησης από το κράτος τομέων που σχετίζονται με λαϊκές κοινωνικές ανάγκες, όπως η εκπαίδευση, η υγεία 
κ.ά.

Η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους συνδέεται άμεσα με τον ενεργειακό πόλεμο και ιδιαίτερα τα σχέδια απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο, καθώς βέβαια και με την εξέλιξη των πολεμικών συγκρούσεων στην Ουκρανία, επηρεάζει άμεσα τη λαϊκή κατανάλωση, οδηγεί στη μεγάλη αύξηση του κόστους παραγωγής αγροτικών προϊόντων, που επιβαρύνει και τους βιοπαλαιστές αγρότες που αναγκάζονται να πουλάνε σε χαμηλές τιμές.

Οι κυρώσεις προς τη Ρωσία στις οποίες συμμετέχει η Ελλάδα επιβαρύνουν τους εργαζόμενους και λαϊκές δυνάμεις με την αύξηση του κόστους ορισμένων προϊόντων λαϊκής κατανάλωσης. Ιδιαίτερα οι αγρότες έρχονται αντιμέτωποι με πιο ακριβές πρώτες ύλες και λιπάσματα, αλλά και περιορισμό της εξαγωγής προϊόντων που βασική χώρα προορισμού τους είναι η Ρωσία.

Η εξασφάλιση της εργατικής συναίνεσης, η προσπάθεια υλικής ενσωμάτωσης στους στόχους της πολεμικής οικονομίας, της συμμαχίας της αστικής τάξης με μεσαία στρώματα, καθώς και το καθεστώς αυταρχισμού που θα ενισχυθεί στους κλάδους και τους χώρους δουλειάς αξιοποιώντας τις πολεμικές συνθήκες, είναι άμεσες επιπτώσεις της πολεμικής προετοιμασίας.

Τα ίδια τα αστικά επιτελεία αναγνωρίζουν ότι οι συνθήκες γενίκευσης του πολέμου σημαίνουν συνθήκες κρίσης για το αστικό κράτος, τη δυνατότητα καταστολής και ενσωμάτωσης, τη συνοχή των ιμπεριαλιστικών ενώσεων, όπως, π.χ., η ΕΕ.

Γι’ αυτόν το λόγο επεξεργάζονται σχέδια και μηχανισμούς συνολικής ενσωμάτωσης των εργαζόμενων και ιδιαίτερα της νεολαίας στην πολεμική προετοιμασία, στο όνομα της «συμμετοχής στην αντιμετώπιση κρίσεων και την ενίσχυση της ετοιμότητας», όπως αποτυπώνεται σε πρόσφατες εκθέσεις της ΕΕ.

Βιώνουμε από σήμερα κινήσεις με στόχο την προσαρμογή όλης της κοινωνίας στις πολεμικές συνθήκες, αλλά κυρίως την προετοιμασία της βαθύτερης εμπλοκής στον πόλεμο. Νέα μέτρα καταστολής και αυταρχισμού που παίρνονται με διάφορες αφορμές, αξιοποιώντας και υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα, όπως, π.χ., τα ζητήματα βίας και «παραβατικότητας» στα σχολεία.

Τέτοιον προσανατολισμό και χαρακτήρα θέλουν να αποκτήσει η λεγόμενη «Πολιτική Προστασία». Η πρόσφατη έκθεση που κατατέθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Έκθεση Νιινίστο) συνδέει άμεσα τους μηχανισμούς αντιμετώπισης κρίσεων με την πολεμική προετοιμασία, προτείνοντας μάλιστα την «ανάπτυξη ενός κεντρικού επιχειρησιακού “κόμβου” κρίσης εντός της Επιτροπής για τη διευκόλυνση του διατομεακού συντονισμού και της επίγνωσης της κατάστασης».

Έχει επίσης ήδη διαμορφωθεί το νομοθετικό πλαίσιο σε ΕΕ και Ελλάδα που δίνει τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να περιορίζει δικαιώματα, ιδιαίτερα τη συνδικαλιστική και πολιτική δράση χωρίς την ενεργοποίηση της «κατάστασης πολιορκίας» (στρατιωτικός νόμος).

Με βάση το νομοθετικό πλαίσιο για την παλλαϊκή άμυνα, μπορούν να αποσταλούν φύλλα πρόσκλησης σε κάθε πολίτη (18-60 χρονών) που δε μετέχει στις Ένοπλες Δυνάμεις, για την υποχρεωτική ενεργό συμμετοχή του στην «εθνική ασφάλεια» (που ως όρος έχει διευρυνθεί και περιλαμβάνει τους κινδύνους στα θέματα της Πολιτικής Προστασίας).

Οι ασκήσεις έκτακτης ανάγκης που ήδη πραγματοποιούνται σε υπηρεσίες του αστικού κράτους. Η επανενεργοποίηση ομάδων «εφέδρων», ένοπλων τμημάτων που διασυνδέονται με κρατικούς και «παρακρατικούς» μηχανισμούς. Προωθούνται επίσης συνολικά μέτρα θωράκισης του αστικού κράτους με ενίσχυση των κατασταλτικών μέτρων, αλλά ταυτόχρονα απασχολούν μέτρα εξασφάλισης της σταθερότητας του πολιτικού συστήματος και της πολιτικής συναίνεσης. Σε αυτήν την κατεύθυνση θα πρέπει να δούμε τις συζητήσεις που γίνονται σε σχέση με επιδιωκόμενες συνταγματικές αλλαγές, αλλαγές στον εκλογικό νόμο κλπ.

Σήμερα λοιπόν είναι αναγκαίο να κωδικοποιήσουμε τα συγκεκριμένα καθήκοντα του Κόμματος στις συγκεκριμένες πολεμικές αναμετρήσεις, προβλέποντας το ζήτημα της κλιμάκωσής τους, της γενίκευσης και της βαθύτερης εμπλοκής της χώρας, απότομης όξυνσης της ταξικής πάλης, ανεξάρτητα με ποιον τρόπο θα συντελεστούν.

 

  1. Το ανέβασμα συνολικά της ιδεολογικοπολιτικής ικανότητας του Κόμματος

Η ανάδειξη του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα του πολέμου, ότι δηλαδή είναι πόλεμος για μοίρασμα των αγορών και των εδαφών ανάμεσα σε αστικές τάξεις και τα μονοπώλιά τους, καθώς και η άμεση σύνδεση του πολέμου με τον καπιταλισμό, είναι βασικά ζητήματα της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης που είναι σήμερα σε εξέλιξη και που θα ενταθεί αντικειμενικά το επόμενο διάστημα.

Να αποκαλύψουμε πιο πλατιά ότι οι αιτίες του πολέμου βρίσκονται στην όξυνση των ανταγωνισμών, των αντιθέσεων του καπιταλιστικού συστήματος, στη μάχη για την πρωτοκαθεδρία στο ιμπεριαλιστικό σύστημα σε συνθήκες που αμφισβητείται η ηγετική θέση των ΗΠΑ και των συμμάχων τους σε ΝΑΤΟ και ΕΕ από το υπό διαμόρφωση ευρωασιατικό μπλοκ.

Να ανοίξουμε μέτωπο στον εφησυχασμό που καλλιεργείται και την προσπάθεια που γίνεται να εμφανίζεται ο πόλεμος ως κάτι το «εξωτερικό», ως κάτι που δε μας αφορά άμεσα, την ίδια στιγμή που το ελληνικό κράτος συμμετέχει σε αυτόν άμεσα και έμμεσα. Χρειάζεται να δείξουμε καλύτερα τη γενική τάση της κλιμάκωσης και της γενίκευσης που είναι αναπόφευκτη παρά τα όποια μπρος-πίσω, τους όποιους προσωρινούς συμβιβασμούς, χωρίς βεβαίως να «δεσμευόμαστε» σε εκτιμήσεις για το πότε και το πώς αυτή η κλιμάκωση θα συντελεστεί.

Να πολεμήσουμε πιο αποφασιστικά, αταλάντευτα την επιχειρηματολογία της ελληνικής αστικής τάξης και των ΝΑΤΟϊκών ότι η εμπλοκή στον πόλεμο στο πλευρό του ΝΑΤΟ εξασφαλίζει τη «σταθερότητα» και την «ασφάλεια» στην περιοχή, την ίδια στιγμή που έτσι ο ελληνικός λαός μπαίνει στο «μάτι του κυκλώνα».

Να αποκαλύψουμε ότι η λεγόμενη γεωστρατηγική αναβάθμιση της χώρας ως ενεργειακού κόμβου πολλαπλασιάζει τους κινδύνους για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του λαού. Η προσπάθεια για βαθύτερη ενσωμάτωση και εμπλοκή της χώρας στον πόλεμο είναι σίγουρο ότι θα συνοδευτεί με μια ακόμα πιο εκτεταμένη προπαγάνδα, που ήδη από σήμερα προσπαθεί να κωδικοποιήσει τα «οφέλη» για τη χώρα από την πολεμική εμπλοκή. Γίνεται προσπάθεια τα εργατικά-λαϊκά συμφέροντα να ταυτιστούν με αυτά του κεφαλαίου και των επιχειρηματικών ομίλων. Δεν υπάρχουν γενικά «οφέλη» για τη χώρα, υπάρχουν μόνο ταξικά συμφέροντα και για τα ταξικά συμφέροντα της αστικής τάξης, των ελληνικών επιχειρηματικών ομίλων για τη συμμετοχή τους σε επιχειρηματικά σχέδια, για διατήρηση της θέσης τους στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία (βλ. εφοπλιστές) ή ακόμα και για την ενίσχυσηή τους (η Ελλάδα = ενεργειακός κόμβος) καλούνται οι εργάτες να χύσουν το αίμα τους σε πολεμικές αναμετρήσεις. Ειδικά για την προσπάθεια που γίνεται προκειμένου να εμφανιστεί ότι η βαθύτερη εμπλοκή στα ΝΑΤΟϊκά σχέδια αποτελεί «ασπίδα προστασίας» για τα κυριαρχικά δικαιώματα, τα σύνορα από τις αμφισβητήσεις του τουρκικού αστικού κράτους, είναι αναγκαίο ακόμα καλύτερα να αναδείξουμε ότι την ίδια ακριβώς στιγμή που η χώρα μετατρέπεται απ’ άκρη σ’ άκρη σε ορμητήριο πολέμου, που αναλαμβάνει αναβαθμισμένες ευθύνες στο πλαίσιο της πολεμικής προετοιμασίας του ΝΑΤΟ, την ίδια στιγμή προωθούνται και τα διάφορα ανοιχτά και κρυφά παζάρια για διευθετήσεις υπό τη ΝΑΤΟϊκή εποπτεία στο Αιγαίο και στο Κυπριακό, με βασικό στόχο την παραμονή της Τουρκίας και της σημαντικής στρατιωτικοπολιτικής της δύναμης ενεργά στο πλευρό του «δυτικού στρατοπέδου». Έτσι ανοίγουμε και μέτωπο στην αστική προπαγάνδα που προσπαθεί να εμφανίσει τις διευθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και τους συμβιβασμούς που προωθούνται ως δρόμο για εξασφάλιση της ειρήνης και της ασφάλειας στο Αιγαίο.

Ταυτόχρονα χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε την προσπάθεια που κάνουν ορισμένες δυνάμεις, κυρίως του οπορτουνισμού, να εμφανίσουν τον ελληνικό καπιταλισμό ως «υποτελή» στις ΗΠΑ και την ΕΕ, ότι ακολουθεί «άκριτα» τα σχέδια του ΝΑΤΟ στην περιοχή, αθωώνοντας έτσι το ρόλο και τις επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης, των εγχώριων επιχειρηματικών ομίλων μέσα από την πολεμική εμπλοκή.

Να αναδείξουμε το κάλπικο των ψευτοδιλημμάτων, ότι από τη μια συγκρούεται ο κόσμος της δημοκρατίας και της ελευθερίας και από την άλλη η οπισθοδρόμηση, η συντήρηση. Ότι δήθεν η Ελλάδα βρίσκεται για ακόμα μία φορά στη σωστή πλευρά της Ιστορίας, υπερασπιζόμενη τα «ιδανικά» του «ελεύθερου» και «δημοκρατικού προοδευτικού «δυτικού κόσμου», τα «δικαιώματα των γυναικών», συνολικά την ευρωατλαντική ατζέντα του «δικαιωματισμού» και του «ατομικού αυτοπροσδιορισμού», απέναντι στον αυταρχισμό, το συντηρητισμό, την ανελευθερία του «ευρασιατικού» μπλοκ δυνάμεων.

Σήμερα πολλοί νέοι, εργάτες, άνθρωποι των σύμμαχων με την εργατική τάξη κοινωνικών δυνάμεων καταλαβαίνουν καλύτερα πως ο πόλεμος γίνεται για κάποια «ισχυρά συμφέροντα», ταυτόχρονα αγανακτούν με τις εικόνες φρίκης, ειδικά στον πόλεμο στην Μ. Ανατολή κλπ. Αναμφισβήτητα αυτή η αντίδραση είναι μια βάση που μπορεί να αξιοποιηθεί από τη δικιά μας παρέμβαση. Ωστόσο από μόνα τους αυτά τα αντιπολεμικά συναισθήματα μπορούν να οδηγηθούν εύκολα στον πασιφισμό, που είναι αναμενόμενο να αναπτύσσεται την περίοδο εκδήλωσης του πολέμου, ειδικά όταν γίνονται ακόμα πιο ορατές οι φρικαλεότητές του. Κάτω και από την πίεση του αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων, τις αυταπάτες για το ρόλο του ΝΑΤΟ, της ΕΕ, άλλων ιμπεριαλιστικών οργανισμών, της αναζήτησης λύσης εντός του συστήματος, η αντίληψη που επικρατεί είναι της αντιμετώπισης του πολέμου ως παρεκτροπής από την ειρηνική και φυσιολογική ζωή, ακόμα και αν αναγνωρίζονται ευθύνες ηγεσιών καπιταλιστικών δυνάμεων ή και συμφέροντα κεφαλαιοκρατών, διαχωρίζοντας όμως καπιταλιστικά κράτη και αστικές δυνάμεις σε «φιλοπόλεμες» και «φιλειρηνικές».

Είναι υπόθεση συνολικά του Κόμματος, της ΚΝΕ, των δυνάμεών μας μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και στα κινήματα άλλων λαϊκών δυνάμεων να αναδείξουμε τη σχέση του πολέμου με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Ότι δηλαδή ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι συνέχεια της ειρηνικής περιόδου του καπιταλισμού, ότι προετοιμάστηκε στις συνθήκες της ειρηνικής περιόδου και ότι μια νέα «ειρήνη» με το πιστόλι στον κρόταφο αποτελεί απλώς μια νέα περίοδο προετοιμασίας της επόμενης πολεμικής αναμέτρησης. Ότι ο πόλεμος είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός στην πιο ανοιχτή και βάρβαρη μορφή του, όταν δεν μπορεί να λύσει αλλιώς τις αντιφάσεις του, αναδεικνύοντας και από αυτήν τη σκοπιά τα χαρακτηριστικά ενός συστήματος που σαπίζει και πεθαίνει. Καλύτερα και πιο επίμονα μπορούμε να φωτίσουμε ότι ο καπιταλισμός, που έχει στη φύση του τη σκληρή εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας, τον ανταγωνισμό μέχρι θανάτου, είναι που διαμορφώνει, «γεννά» σε ειρηνικές συνθήκες την πολεμική εκδοχή. Έτσι λοιπόν, δεν υπάρχουν «φιλοπόλεμες» και «φιλειρηνικές» καπιταλιστικές χώρες, ότι σε συνθήκες γενίκευσης, όλα τα καπιταλιστικά κράτη, ανάλογα με την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική τους δύναμη, ανάλογα με τη θέση τους στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα, διεκδικούν το δικό τους μερίδιο στους νέους συσχετισμούς που θα προκύψουν μετά από την πολεμική επίλυση των διαφορών, και αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη δική τους συμμετοχή στον πόλεμο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να οξυνθεί η διαπάλη ιδιαίτερα με δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού, που επιδιώκουν να εγκλωβιστεί η εργατική-λαϊκή αντίδραση στον πόλεμο, στη λογική του πώς μπορεί να διαμορφωθεί ένα κίνημα που δήθεν θα αποτρέψει τον πόλεμο, που θα πιέσει την κυβέρνηση και τις άλλες κυβερνήσεις, ένα κίνημα που θα διεκδικεί πιο ενεργή παρέμβαση διεθνών οργανισμών του ιμπεριαλιστικού συστήματος (π.χ. ΟΗΕ). Ή ακόμα και θα επιδιώκει έναν αυτοτελή και πιο ενεργό ρόλο της ΕΕ –σε σχέση με τις ΗΠΑ– σε ζητήματα ασφάλειας και στρατιωτικής συνεργασίας.

Η εργατική τάξη και οι σύμμαχές της λαϊκές δυνάμεις δεν έχουν κανένα συμφέρον να ταυτιστούν με το ένα ή το άλλο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, να διαλέξουν στρατόπεδο ληστών. Το βασικό ζήτημα για την εργατική τάξη της χώρας μας, καθώς και για τα άλλα σύμμαχα λαϊκά στρώματα, είναι να μην εγκλωβιστούν με διάφορα προσχήματα και αυταπάτες στις επιδιώξεις του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου, δηλαδή του ευρω-ΝΑΤΟϊκού, μέσα στο οποίο συμμετέχει η ελληνική αστική τάξη, να μη στηρίξουν τα σχέδιά τους. Το ζήτημα αυτό είναι κρίσιμο για την ίδια την αποσταθεροποίηση του αστικού κράτους, της ίδιας της αστικής τάξης σε συνθήκες πολεμικής αναμέτρησης.

Η πολεμική εμπλοκή πάντα δημιουργεί τριγμούς, οξύνει αντιθέσεις στο εσωτερικό των αστικών κρατών και των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών. Ιδιαίτερα κάτι τέτοιο φαίνεται πιθανό σε κράτη της ΕΕ και του ΝΑΤΟϊκού μπλοκ, όπου οξύνονται οι αντιθέσεις στο εσωτερικό τους γύρω από ζητήματα στρατηγικών επιλογών, χωρίς βεβαίως να αποκλείουμε οποιοδήποτε άλλο ενδεχόμενο.

Είναι λοιπόν κρίσιμο για την εργατική τάξη και τους συμμάχους της να αξιοποιήσει αυτές τις αντιθέσεις και τους τριγμούς για την αποσταθεροποίηση του καπιταλιστικού συστήματος.

Το ζήτημα της τοποθέτησης απέναντι στα αντιμαχόμενα ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα θα χρειαστεί επίμονη ιδεολογική-πολιτική δουλειά και, παίρνοντας υπόψη τις δυσκολίες και την επίδραση της πολεμικής προπαγάνδας σε περίπτωση γενίκευσης του πολέμου, είναι κρίσιμο από τώρα να μπαίνει το σπέρμα της αμφισβήτησης, να καλλιεργείται η αντίθεση με τα σχέδια και τους στόχους της ελληνικής αστικής τάξης. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να δυναμώσει το μέτωπο με τα προσχήματα και ιδεολογήματα της άλλης πλευράς του ιμπεριαλιστικού πολέμου, ώστε το εργατικό-λαϊκό κίνημα να μη γίνει ουρά των σχεδίων άλλων καπιταλιστικών δυνάμεων, όπως η Ρωσία ή η Κίνα, και της υπό διαμόρφωση ευρασιατικής συμμαχίας, υιοθετώντας τα ιδεολογήματα περί «αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων», ταυτίζοντας τον ιμπεριαλισμό μόνο με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, όπως υποστηρίζουν και ορισμένες οπορτουνιστικές γκρούπες και άλλες πολιτικές οργανώσεις που προσπαθούν να πλαγιοκοπήσουν δικές μας δυνάμεις. Όπως έχει αποδείξει και η Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το ζήτημα της αξιοποίησης των αντιθέσεων ανάμεσα στα αντιμαχόμενα ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα είναι κρίσιμο και μεγάλης σημασίας ζήτημα, που απαιτεί ανάλογη επεξεργασία από το Κομμουνιστικό Κόμμα, εξασφαλίζοντας πρώτα απ’ όλα την ιδεολογικοπολιτική του ανεξαρτησία από κάθε εκδοχή της αστικής πολιτικής.

Έχει σημασία από σήμερα να φωτίσουμε ολοκληρωμένα το τι σημαίνει διέξοδος για την εργατική τάξη από τον πόλεμο. Ότι η διέξοδος από τον πόλεμο είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της για την «έξοδο» από το καπιταλιστικό σύστημα, την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Να αναδείξουμε το πώς η επαναστατική ανατροπή είναι η πραγματική απάντηση από τη σκοπιά της εργατικής τάξης στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αφού ουσιαστικά στρέφεται απέναντι στην αληθινή αιτία του, το καπιταλιστικό σύστημα και τις αντιθέσεις του. Σε αυτήν την κατεύθυνση μπορούν να αξιοποιηθούν και ιστορικά παραδείγματα που φανερώνουν το ρόλο της αστικής τάξης στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, αλλά και το θετικό παράδειγμα της Οκτωβριανής Επανάστασης, τα αρνητικά παραδείγματα μη αξιοποίησης της επαναστατικής κατάστασης σε άλλες περιπτώσεις.

Οι εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται με αφορμή ιστορικές επετείους αλλά και το πλήθος των εκδόσεων της Σύγχρονης Εποχής δίνουν τη δυνατότητα εξοπλισμού των δυνάμεών μας, μπορούν να αξιοποιηθούν για ανάδειξη πολύτιμων συμπερασμάτων σε σχέση με τη στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος, τη μαχητική πείρα από τη δράση του Κόμματος και του εργατικού κινήματος σε συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης, την ικανότητα του Κόμματος να εναλλάσσει τις μορφές πάλης και να δρα σε όλες τις συνθήκες και στις πιο αντίξοες.

 

  1. Κάποιες άλλες πλευρές της ιδεολογικοπολιτικής και μαζικής παρέμβασής μας

Η προσαρμογή της καπιταλιστικής οικονομίας σε πολεμικές συνθήκες, η προετοιμασία που ήδη έχει ξεκινήσει σε αυτήν την κατεύθυνση είναι από την ίδια τους τη φύση ζητήματα που πρέπει να μπουν στο επίκεντρο της ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης του Κόμματος σε κλάδους και εργασιακούς χώρους, αλλά και της ανάλογης δράσης στο συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα. Το κλίμα «μέσα τα κεφάλια», βρισκόμαστε σε πόλεμο ή σε πολεμική ετοιμότητα, οι νέοι παραγωγικοί στόχοι που μπαίνουν, ο ρόλος κάθε επιχείρησης και κάθε κλάδου στην πολεμική προετοιμασία δεν πρέπει να ξεφύγουν από τη δικιά μας παρέμβαση. Αυτό το ζήτημα απαιτεί μια πιο ολοκληρωμένη επεξεργασία. Κι όμως, είναι κρίσιμο ζήτημα, γιατί αφορά στην πράξη την καλύτερη σύνδεση του πολέμου με την ίδια την καπιταλιστική εκμετάλλευση, με τον ίδιο το χαρακτήρα της καπιταλιστικής παραγωγής. Αντικειμενικά δηλαδή διαμορφώνεται ένα νέο έδαφος και άλλες απαιτήσεις για την προσπάθειά μας να ενισχύσουμε ένα αντικαπιταλιστικό ρεύμα μέσα στην εργατική τάξη. Αυτό δε σημαίνει ότι τα πράγματα γίνονται έτσι πιο εύκολα, κάθε άλλο, γίνονται πιο σύνθετα. Ο εργάτης, για παράδειγμα, δε συνειδητοποιεί, ούτε ευαισθητοποιείται αυθόρμητα σε σχέση με το πού και πώς αξιοποιείται αυτό που παράγει, ως αποτέλεσμα της αποξένωσης του άμεσου παραγωγού από το προϊόν της κοινωνικής εργασίας. Ταυτόχρονα συνυπάρχουν ο φόβος της ανεργίας και η μεθοδευμένη προσπάθεια υλικής ενσωμάτωσης και εξαγοράς μέσα από διαφορετικές κλίμακες μισθών κ.ά., όπως βεβαίως και τα ιδεολογήματα ότι «παράγουμε» για το καλό της άμυνας και της ασφάλειας της χώρας.

Η αντιπαράθεσή μας, η διαπάλη με τα σχέδια του κράτους και του κεφαλαίου σε συνθήκες καπιταλιστικής «πολεμικής οικονομίας» μπορεί να μας δώσει τη δυνατότητα να μπολιάζεται από σήμερα η αμφισβήτηση της καπιταλιστικής κυριαρχίας στην οικονομία, να φέρνει σε αντίθεση τις δυνατότητες της παραγωγής και της τεχνολογίας και τον τρόπο αξιοποίησής τους στο πλαίσιο του καπιταλισμού (που, αντί να αξιοποιούνται για να λύνονται κοινωνικά προβλήματα, χρησιμοποιούνται για την καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων σε πολεμικές αναμετρήσεις).

Ήδη σήμερα πιο αποφασιστικά μπορούμε να οργανώσουμε την πάλη ενάντια στις ήδη υπάρχουσες επιπτώσεις της πολεμικής εμπλοκής. Ανοίγοντας μέτωπο στους πολεμικούς προϋπολογισμούς, διεκδικώντας αύξηση των δαπανών για λαϊκές κοινωνικές ανάγκες, διεκδικώντας απόσυρση της χώρας από τις ρωσικές κυρώσεις, προβάλλοντας την ανάγκη να «πληρώσει» το κεφάλαιο.

Η ιδεολογικοπολιτική και συνδικαλιστική μας παρέμβαση, ιδιαίτερα σε χώρους στρατηγικής σημασίας που στον έναν ή άλλο βαθμό, άμεσα ή έμμεσα, συνδέονται με την «πολεμική οικονομία», πρέπει να ιεραρχεί και να περιλαμβάνει:

– Την αμφισβήτηση στην πράξη της προσπάθειας λόγω πολέμου ή πολεμικής ετοιμότητας να επιβληθεί «εργασιακή ειρήνη» η οποία θα εξασφαλίζει την ένταση της εκμετάλλευσης σε κλάδους και κρίσιμους τομείς της οικονομίας, ενισχύοντας ταυτόχρονα τα μέτρα καταστολής και αυταρχισμού στους χώρους δουλειάς.

– Την ανάδειξη ζητημάτων που αφορούν την ίδια την παραγωγή και το αντικείμενο εργασίας του κάθε κλάδου με περιεχόμενο ότι: Εμείς θέλουμε το αποτέλεσμα της εργασίας μας να συμβάλλει στην ευημερία των εργαζόμενων, του λαού και της χώρας και όχι να αξιοποιείται στα ιμπεριαλιστικά πολεμικά σχέδια της αστικής τάξης και των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων της.

– Την ένταση των εργατικών αγώνων και διεκδικήσεων για τους μισθούς, τις εργασιακές σχέσεις, τα ωράρια, τον εργάσιμο χρόνο, αντιμετωπίζοντας στην πράξη τα σχέδια έντασης της εκμετάλλευσης και κάθε προσπάθεια εξαγοράς τμημάτων εργαζόμενων.

– Τη μαχητική και αποφασιστική αντιμετώπιση κάθε προσπάθειας έντασης της καταστολής και του αυταρχισμού, περιορισμού της συνδικαλιστικής και πολιτικής δράσης, τα οποία θα δυναμώνουν.

– Τη σχεδιασμένη αντιμετώπιση των μέτρων που παίρνονται και θα παρθούν με στόχο την κινητοποίηση, την ένταξη στα κρατικά και εργοδοτικά σχέδια «αντιμετώπισης κρίσεων» –που σε ένα μεγάλο μέρος αφορούν την εξουδετέρωση του «εσωτερικού εχθρού», ενός σημαντικού μέρους των εργαζόμενων και άλλων λαϊκών δυνάμεων, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, είτε σε χώρους και κλάδους δουλειάς είτε στο έδαφος.

Να δυναμώσει με όρους εργατικού-λαϊκού κινήματος η συνέχιση της προσπάθειας παρεμπόδισης μεταφοράς εξοπλισμού σε Ουκρανία και Ισραήλ, όπως έγινε, π.χ., στη Θεσσαλονίκη, στην Αλεξανδρούπολη, στον Τύρναβο και στο λιμάνι του Πειραιά, με τον αγώνα του συνδικάτου και των εργατών στην Cosco. Οι κινήσεις αυτές έχουν συμβολικό, αλλά ταυτόχρονα και έμπρακτο χαρακτήρα αλληλεγγύης, όπως και έκφρασης της αντίθεσης στην εμπλοκή της χώρας, στην αξιοποίηση των υποδομών της ως ορμητηρίων πολέμου, έχουν χαρακτήρα συγκέντρωσης μαχητικής πείρας στην οργάνωση της ταξικής πάλης. Στην ίδια κατεύθυνση, πρέπει να μπουν στο επίκεντρο της εργατικής-λαϊκής πάλης οι βάσεις του ΝΑΤΟ που αξιοποιούνται ως υποδομές στήριξης των στρατιωτικών επιχειρήσεών του σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή. Αυτό σημαίνει και μια πιο εξειδικευμένη παρέμβαση σε κάθε περιοχή, με στόχο να αναπτυχθεί κίνημα με αίτημα να κλείσουν τα ΝΑΤΟϊκά ορμητήρια πολέμου (Σούδα, Αλεξανδρούπολη, Λάρισα, Άραξος κ.ά.) και βεβαίως να μη δημιουργηθούν νέα. Μορφές έκφρασης αυτής της αντίθεσης μπορούν να αποτελέσουν επιτροπές κατά των ΝΑΤΟϊκών βάσεων, με πρωτοβουλία των Επιτροπών της ΕΕΔΥΕ και τη συμμετοχή μαζικών φορέων.

Είναι ταυτόχρονα και πρακτικό, αλλά και ζήτημα ιδεολογικοπολιτικής σημασίας να δυναμώσει η αλληλεγγύη στους λαούς που αγωνίζονται ενάντια στα ιμπεριαλιστικά σχέδια ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, όπως ο λαός της Παλαιστίνης και του Λιβάνου, που αντιστέκονται στην προσπάθεια του Ισραήλ με τη στήριξη ΝΑΤΟ, ΗΠΑ και ΕΕ –με όλες τις διαφορές και αντιφάσεις στο εσωτερικό τους– να διαμορφωθεί ένα νέο status quo στην περιοχή της Μέσης Ανατολής που θα ναρκοθετεί το μέλλον των λαών για να υπηρετήσει συγκεκριμένα στρατηγικά σχέδια που διαπλέκονται με τη διαπάλη για τους δρόμους μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων. Το ότι ο πόλεμος στην περιοχή της Μ. Ανατολής είναι ιμπεριαλιστικός δεν ακυρώνει το δίκαιο της πάλης του λαού της Παλαιστίνης και των άλλων λαών της περιοχής, που αντιστέκονται και παλεύουν ενάντια στην ξενική κατοχή και σε άλλους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς.

Η έμπρακτη στήριξη στους λαούς της Μ. Ανατολής έχει ιδεολογικοπολιτική σημασία γιατί είναι ζήτημα διεθνιστικής αλληλεγγύης η υπεράσπιση του αγώνα και του δικαιώματος των Παλαιστινίων και των Λιβανέζων να αντιστέκονται με τα όπλα στα σχέδια Ισραήλ - ΗΠΑ - ΝΑΤΟ, ανοίγοντας μέτωπο στις κατηγορίες περί «τρομοκρατίας» και «τρομοκρατών» με βάση τα κριτήρια που θέτουν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ταυτόχρονα, είναι φανερό απ’ όλη την έκβαση του πολέμου ότι, παρ’ όλες τις ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις του Ισραήλ και τη στήριξή του από ΗΠΑ, ΝΑΤΟ κλπ., φανερώνονται οι δυνατότητες που έχει η ένοπλη λαϊκή αντίσταση.

Σημαντικό θέμα είναι η ενοχοποίηση του ιμπεριαλιστικού πολέμου και του καπιταλισμού που τον γεννάει για το προσφυγικό-μεταναστευτικό πρόβλημα, εκφράζοντας τη σταθερή μας αλληλεγγύη στους ξεριζωμένους, παλεύοντας για τα δικαιώματά τους.

Επίσης, έχει σημασία να δυναμώσει και η αλληλεγγύη με τους κομμουνιστές στην Παλαιστίνη, στη Μέση Ανατολή και με δυνάμεις που παλεύουν σε Ρωσία και Ουκρανία ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, υπερασπίζονται το σοσιαλισμό και τη Σοβιετική Ουκρανία, που είναι στο στόχαστρο και των δύο πλευρών του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Να αναδείξουμε και να αντιταχθούμε πιο αποφασιστικά στη ΝΑΤΟϊκή διείσδυση στα πανεπιστήμια, τόσο από την πλευρά υιοθέτησης της «ΝΑΤΟϊκής ατζέντας» στο περιεχόμενο σπουδών σε μια σειρά επιστημονικά αντικείμενα, όσο και στην παρέμβαση στην επιστημονική έρευνα.

Οι δυνατότητες που έχουν διαμορφωθεί με τη δράση του Κόμματος, στο κίνημα και τις σχέσεις που έχει διαμορφώσει με ευρύτερες εργατικές-λαϊκές δυνάμεις, προσωπικότητες με ευρύτερο κύρος (καλλιτέχνες, επιστήμονες κ.ά.) μπορούν και πρέπει να αξιοποιηθούν για να αποκτήσει πιο μαζικά και ευρύτερα χαρακτηριστικά η αντίθεση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τη συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτόν. Προφανώς δεν μπορούμε να περιμένουμε πως όλες αυτές οι δυνάμεις θα υιοθετήσουν τη στρατηγική-προγραμματική μας αντίληψη για τον πόλεμο. Μπορούμε ωστόσο να προσπαθήσουμε να τους μπολιάσουμε με βασικά στοιχεία αυτής της λογικής, π.χ. τη σχέση ειρήνης και πολέμου στον καπιταλισμό, την ανάγκη ο λαός να μην εμπιστεύεται την αστική τάξη, όπως έχει δείξει άλλωστε και η ιστορική πείρα (π.χ. Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κύπρος ’74 κ.ά.). Η στάση αυτών των δυνάμεων απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο από σήμερα, η απόρριψη των επιχειρημάτων και της προπαγάνδας του αντιπάλου αφενός μεν θα είναι και ένα σημαντικό στοιχείο εκτίμησης της πορείας συμπόρευσης με το Κόμμα, αφετέρου αποτελεί προετοιμασία και για συνθήκες έντασης και όξυνσης της ταξικής πάλης με βασική αιχμή τη στάση απέναντι στον πόλεμο, όπου αυτές οι δυνάμεις θα μπορούσαν να παίξουν και ρόλο υπεράσπισης της δράσης των κομμουνιστών που θα βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα. Πιο αποφασιστικά σήμερα τέτοιες συνεργαζόμενες δυνάμεις μπορούν να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους με τους φαντάρους που διώκονται, την αντίθεσή τους για τα πολεμικά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα με διάφορες μορφές, δηλώσεις, κείμενα υπογραφών, συμμετοχή σε επιτροπές αλληλεγγύης σε στρατευμένους κ.ά.

Κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η ένταση της επαγρύπνησης, η ενίσχυση της πολιτικής πληροφόρησης και των μέτρων περιφρούρησης του Κόμματος και της ΚΝΕ. Η στάση μας απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο μας βάζει αντικειμενικά στο κέντρο της επίθεσης του αντιπάλου, της αστικής τάξης, των μηχανισμών του ΝΑΤΟ, των υπηρεσιών διάφορων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Υπάρχουν στοιχεία ιδεολογικής προετοιμασίας πιο στοχευμένης επίθεσης απέναντι στο Κόμμα, ενώ αναβιώνει η πρακτορολογία (περί πρακτόρων της Μόσχας), θυμίζοντας τις πιο σκοτεινές μέρες του χυδαίου αντικομμουνισμού των δεκαετιών ’50 και ’60.

Σε αυτές τις συνθήκες γίνεται κατανοητό ότι χρειάζεται με συστηματικό τρόπο να καλλιεργηθεί η επαγρύπνηση στα ίδια τα όργανα του Κόμματος και της ΚΝΕ, αλλά και στις Κομματικές Οργανώσεις. Προσέχοντας να μην περνάει κλίμα φοβίας, παράλυσης, αλλά συναίσθησης, κατανόησης των συνθηκών και εφαρμογής πρακτικών που θα ενσωματωθούν στο περιεχόμενο της καθοδηγητικής δουλειάς.

Ταυτόχρονα χρειάζεται να δυναμώσουν ζητήματα περιφρούρησης του εργατικού-λαϊκού κινήματος και του Κόμματος, πολιτικής αντιμετώπισης ορισμένων μηχανισμών που εντάσσονται σε σχέδια ακόμα και φυσικής βίας απέναντι στις δυνάμεις μας, καθώς και άλλους αγωνιστές (φασιστικές, άλλες κρατικές και παρακρατικές ομάδες, προβοκατόρικες ομάδες που εμφανίζονται ως «αναρχοαυτόνομοι» κλπ.).

Οι πρωτοβουλίες του προηγούμενου διαστήματος με τις δηλώσεις, ομιλίες και επιστολές φαντάρων αντίθεσης στην ελληνική εμπλοκή στους πολέμους σε Ουκρανία και Μ. Ανατολή πρέπει να δυναμώσουν, στη βάση και των πρόσφατων αποφάσεων και με την αντίστοιχη ευθύνη των καθοδηγητικών κρίκων.

Ταυτόχρονα πρέπει να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο το κίνημα αλληλεγγύης στους φαντάρους που αρνούνται να υπηρετήσουν τα σχέδια του ΝΑΤΟ και της αστικής τάξης για εμπλοκή της χώρας, απέναντι στις συκοφαντικές και κατασταλτικές επιθέσεις της αστικής τάξης.

 

ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ

Oι άξονες παρέμβασης του Κόμματος στις σημερινές συνθήκες πρέπει να στοχεύουν στα εξής ζητήματα:

  1. Ανάδειξη του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα του πολέμου, της σχέσης του πολέμου με τον καπιταλισμό και ξετίναγμα όλων των επιχειρημάτων και των δύο πλευρών της ενδοϊμπεριαλιστικής σύγκρουσης, με έμφαση στην απόκρουση της αστικής και ΝΑΤΟϊκής προπαγάνδας για τα «οφέλη» από τη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο, στη λεγόμενη «σωστή πλευρά της Ιστορίας».
  2. Δουλειά για την καλλιέργεια αμφισβήτησης και έλλειψης εμπιστοσύνης στην αστική κυβέρνηση και το κράτος, καλλιέργεια της αντίληψης ότι δεν υπάρχουν κοινά εθνικά συμφέροντα ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους κεφαλαιοκράτες και σε συνθήκες πολέμου. Όχι μόνο με όρους ιδεολογικοπολιτικής ζύμωσης, αλλά και από τη σκοπιά της παρέμβασης στο εργατικό-λαϊκό κίνημα.
  3. Ανάπτυξη της δουλειάς για τη στρατευμένη νεολαία, ενίσχυση του κλίματος αμφισβήτησης και απειθαρχίας στις εντολές εμπλοκής στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο της αστικής κυβέρνησης και του ΝΑΤΟ.
  4. Διαμόρφωση όλων των όρων και προϋποθέσεων ετοιμότητας για δράση του Κόμματος σε όλες ανεξαίρετα τις συνθήκες, αξιοποίησης της ιστορικής πείρας γι’ αυτόν το σκοπό.

Όλη αυτή η προσπάθεια απαιτεί ένα σχέδιο που να στηρίζεται σε στενή παρακολούθηση των εξελίξεων και να εξελίσσεται με την ανάλογη κλιμάκωση της ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης και των αντίστοιχων ενεργειών.

 

Αθήνα, 19.11.2024

Το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ