Το Κόμμα μας έχει εκτιμήσει ότι ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός για τον έλεγχο του ορυκτού πλούτου, των ενεργειακών πηγών και των δρόμων μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων, της διασφάλισης γεωπολιτικών στηριγμάτων, των μεριδίων των αγορών, έχει προκαλέσει δύο περιφερειακούς ιμπεριαλιστικούς πολέμους, στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, στους οποίους με τον έναν ή άλλο τρόπο εμπλέκεται μεγάλος αριθμός καπιταλιστικών κρατών του πλανήτη.
Βασικό στοιχείο της διαπάλης σε διεθνές επίπεδο είναι η αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ και του μπλοκ των δυνάμεων ΝΑΤΟ - ΕΕ στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Απέναντι στην ευρωατλαντική συμμαχία, προβάλλει η υπό διαμόρφωση ευρασιατική, με βασικές δυνάμεις την Κίνα, που διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία από τις ΗΠΑ στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, και τη Ρωσία, που παραμένει η 2η ισχυρότερη πολεμική δύναμη. Σημειώνουμε το «υπό διαμόρφωση» γιατί η συμμαχία αυτή, παρά τις διάφορες μορφές που παίρνει (π.χ. Οργάνωση Συνεργασίας της Σαγκάης), είναι λιγότερο «αποκρυσταλλωμένη», σε σχέση με την ευρωατλαντική συμμαχία (ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ) και σε αυτό επιδρούν οι αντιθέσεις στις γραμμές της, οι παρεμβάσεις της ευρωατλαντικής συμμαχίας στην προσπάθεια να προσεταιριστεί ισχυρές καπιταλιστικές δυνάμεις όπως η Ινδία, που επιδιώκει να διατηρήσει ισορροπίες, π.χ., συμμετέχοντας τόσο στους BRICS (με Κίνα και Ρωσία, Ν. Αφρική, Βραζιλία κ.ά.), όσο και στην Quad (με ΗΠΑ, Ιαπωνία, Αυστραλία), ώστε να ενισχύσει την πολιτικοοικονομική και στρατιωτική ισχύ της. Επιδρούν εν μέρει και πολιτικές εκ μέρους κάποιων μονοπωλιακών - πολιτικών παραγόντων ΗΠΑ, Γερμανίας για τη μη σταθεροποίηση της συμμαχίας Ρωσίας - Κίνας.
Ανάλογες ισορροπίες, που αντανακλούν και διαπάλη στο εσωτερικό τους, επιδιώκουν να κρατήσουν και άλλες αστικές τάξεις και μέσα στο ευρωατλαντικό στρατόπεδο, όπως, π.χ., η Τουρκία στο ΝΑΤΟ ή η Ουγγαρία στην ΕΕ. Γενικότερα και στα άλλα καπιταλιστικά κράτη, που οι κυβερνήσεις τους παρουσιάζονται πιο σταθερά προσκολλημένες στην «κύρια γραμμή», εμφανίζονται μικρότερες ή μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις ή και «ρήγματα» μέσα στις αστικές τάξεις για την πορεία των συμμαχιών σε περιφερειακό και γενικό επίπεδο, καθώς και για τα μέσα που πρέπει να επιλεγούν για την ενίσχυση της θέσης της κάθε αστικής τάξης. Πιο έντονα αυτές εκφράστηκαν αυτήν την περίοδο στις ΗΠΑ πριν τις προεδρικές εκλογές και το Κόμμα μας θα εξετάσει συγκεκριμένα τις εξελίξεις.
Στο διεθνή ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και στην αντιπαράθεση του ευρωτλαντικού με το ευρωασιατικό μπλοκ επιδρά, και θα επιδράσει περισσότερο στη συνέχεια, η πορεία (ή όχι) εμβάθυνσης και διεύρυνσης του σχηματισμού των BRICS, όπως διαπιστώνεται και από τις αποφάσεις της πρόσφατης Συνόδου στη Ρωσία.
Τα σύννεφα πυκνώνουν, αναμένεται ακόμη μεγαλύτερη ένταση στη Νότια Σινική Θάλασσα και στην Ανατολική Σινική Θάλασσα, αλλά και σε άλλες εστίες που ήδη καίνε στην Αφρική (π.χ. Σουδάν) ή βρίσκονται σε κατάσταση «παγώματος», αλλά μπορούν να ανοίξουν (Καύκασος, Βαλκάνια, Κεντρική Ασία, Λατινική Αμερική, Αρκτική…).
Σε αυτές τις συνθήκες, όπου όλο και λιγότερο μετράνε για τα αστικά κράτη τα διπλωματικά μέσα μπροστά στην όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και παίρνει προτεραιότητα η πολεμική προετοιμασία, παρατηρείται μια γενικότερη τάση προς τη λεγόμενη «πολεμική οικονομία», που δεν αφορά μόνο τις στρατιωτικές δαπάνες που γνωρίζουν κάθε χρόνο ραγδαία αύξηση, αλλά και την ανάπτυξη κάθε είδους βιομηχανικής υποδομής και αξιοποίησης της οικονομίας και της τεχνολογίας και για πολεμικούς σκοπούς.
- Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος στην Ουκρανία, οι θέσεις του ΚΚΕ για τις αιτίες του πολέμου και το χαρακτήρα του, ο κίνδυνος γενίκευσης
Το Κόμμα μας έγκαιρα, από την πρώτη στιγμή, ανέδειξε τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου στην Ουκρανία και από τις δύο πλευρές. Σημείωσε πως ο λαός της Ουκρανίας πληρώνει τουλάχιστον εδώ και μια δεκαετία τους ανταγωνισμούς και τις επεμβάσεις για το μοίρασμα αγορών και σφαιρών επιρροής, ανάμεσα στις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ και τη στρατηγική της «ευρωατλαντικής διεύρυνσης» από τη μια πλευρά, και, από την άλλη, τη στρατηγική της καπιταλιστικής Ρωσικής Ομοσπονδίας για τα δικά της εκμεταλλευτικά σχέδια σε βάρος των λαών, για να ενισχύσει το δικό της ιμπεριαλιστικό συνασπισμό (Ευρασιατική Οικονομική Ένωση, Οργανισμός Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας) στην περιοχή της πρώην ΕΣΣΔ.
Επιπλέον, το Κόμμα μας παρουσίασε στο λαό το πώς συσσωρεύτηκε η «καύσιμη ύλη» του πολέμου (π.χ. διάλυση της ΕΣΣΔ, διεύρυνση του ΝΑΤΟ, της ΕΕ και ανταγωνισμοί με νέες διακρατικές καπιταλιστικές ενώσεις), αναδεικνύοντας ιδιαίτερα τις εξελίξεις μετά από το πραξικόπημα του 2014 με τη στήριξη ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ, τον πόλεμο στην Ανατολική Ουκρανία, την αξιοποίηση φασιστικών δυνάμεων τύπου Αζόφ, απορρίπτοντας τα προσχήματα και των δύο πλευρών του ιμπεριαλιστικού πολέμου, σημειώνοντας πως «στο επίκεντρο βρίσκεται το μοίρασμα του ορυκτού πλούτου, της Ενέργειας, εδαφών και εργατικού δυναμικού, αγωγών και δικτύων μεταφοράς εμπορευμάτων, γεωπολιτικών στηριγμάτων, μεριδίων των αγορών». Αναδείξαμε τις ευθύνες των αστικών τάξεων όλων των εμπλεκόμενων δυνάμεων, δώσαμε απαντήσεις στην αντικομμουνιστική και αντισοβιετική διαστρέβλωση της Ιστορίας, στην οποία επιδίδονται και οι δύο πλευρές του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Τονίσαμε ιδιαίτερα την αναγκαιότητα της κοινής πάλης των λαών και συγκρουστήκαμε με την πολύμορφη εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο, με ευθύνη της κυβέρνησης της ΝΔ και όλων των κομμάτων του ευρωατλαντισμού.
Σήμερα, 2,5 χρόνια μετά, στα πεδία των μαχών, σε ένα μέτωπο 1.200 χιλιομέτρων, έχουν χάσει τη ζωή τους χιλιάδες νέοι άνθρωποι κυρίως από την εργατική τάξη και τα φτωχά-λαϊκά στρώματα. Περίπου 25 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τις εστίες τους. Τεράστιες είναι οι καταστροφές στις κατοικίες και στις δημόσιες υποδομές και πάνω στα ερείπια ανταγωνίζονται καπιταλιστικά κράτη και μονοπώλια για την «ανοικοδόμηση» της Ουκρανίας, κόστους εκατοντάδων δισ. ευρώ που θα πληρώσει ακριβά ο λαός.
Για τη ρωσική αστική τάξη, που έχει καταφέρει να καταλάβει το 20% των εδαφών της Ουκρανίας ενσωματώνοντας 5 περιοχές στη σύνθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας (Κριμαία, Λουγκάνσκ, Ντονιέτσκ, Ζαπορίζια, Χερσώνα), παραμένει ως ζητούμενο η επιδίωξη να ενσωματώσει την Ουκρανία, με τον έναν ή άλλον τρόπο, στις δικές της ιμπεριαλιστικές ενώσεις, αποτρέποντας την ένταξή της στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Ως ενδιάμεσος στόχος προβάλλεται σήμερα από τη ρωσική ηγεσία η αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας και η μη ένταξή της στο ΝΑΤΟ, με την ταυτόχρονη αναγνώριση της απώλειας των εδαφών που έχει κατακτήσει η Ρωσία στα πεδία των μαχών.
Η αστική τάξη της Ουκρανίας και οι ευρωατλαντικοί σύμμαχοί της, ενώ δηλώνουν πως στόχος τους είναι ένα «ειρηνευτικό σχέδιο» στη βάση του οποίου η Ρωσία θα αποχωρήσει απ’ όλα τα εδάφη της Ουκρανίας, την ίδια ώρα διαπραγματεύονται την ενσωμάτωση της εναπομείνασας Ουκρανίας σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, ενώ προβάλλεται το αποκαλούμενο «σχέδιο νίκης» που προτείνει ο Ζαλένσκι, το οποίο προϋποθέτει την άμεση και βαθύτερη συμμετοχή του ΝΑΤΟ στον πόλεμο.
Η συνέχιση της πολεμικής αναμέτρησης θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερες καταστροφές σε πολιτικές υποδομές και στις δύο χώρες, μια και νέα όπλα, πιο εξελιγμένα και με μεγαλύτερη εμβέλεια, ρίχνονται στις μάχες. Αυξάνουν οι κίνδυνοι για μεγάλη ανθρωπιστική και περιβαλλοντική καταστροφή, αφού τόσο στην Ουκρανία όσο και στη Ρωσία, κοντά στις εμπόλεμες ζώνες, υπάρχουν πυρηνικοί σταθμοί.
Παρά την υπεροχή της Ρωσίας στο πεδίο των πολεμικών επιχειρήσεων, είναι παράτολμες οι όποιες προβλέψεις για την έκβαση μιας συνεχιζόμενης πολεμικής αναμέτρησης. Ωστόσο εκείνο που είναι σίγουρο μετά και από τη νέα απόφαση της προεδρίας Μπάιντεν, ένα μήνα πριν την παράδοση της κυβέρνησης στον Τραμπ, είναι πως μια χρησιμοποίηση πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς που θα πλήξουν τη ρωσική ενδοχώρα, που σημαίνει μεγαλύτερη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ ακόμα και με αεροπορικές ή χερσαίες δυνάμεις στην κλιμάκωσή της, μπορεί να φέρει ακόμη πιο κοντά τους λαούς στο «χείλος» του πυρηνικού πολέμου, αφού και οι δυο πλευρές διαθέτουν τέτοια όπλα και απειλούν με χρήση τους. Μόλις σήμερα ανακοινώθηκε η υπογραφή από τον Πούτιν του πυρηνικού δόγματος της Ρωσίας, με χρήση όπλων μαζικής καταστροφής –και πυρηνικών δηλαδή– ενάντια σε όποια χώρα του ΝΑΤΟ
χτυπήσει με όπλα μεγάλου βεληνεκούς το εσωτερικό της Ρωσίας, διευρύνοντας το πυρηνικό πλήγμα και σε όλες τις χώρες κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, όπου αυτό έχει υποδομές (βάσεις κλπ.).
- Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος στη Μέση Ανατολή, οι στόχοι του Ισραήλ - η γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού, η διεθνιστική αλληλεγγύη και η στήριξη του δίκαιου αγώνα του
Συμπληρώθηκε ένας χρόνος από τότε που η ισραηλινή πολεμική μηχανή, με τη στήριξη των ΗΠΑ και της ΕΕ, χρησιμοποιώντας το πρόσχημα της επίθεσης της Χαμάς, προχώρησε σε μια γιγαντιαία επιχείρηση στη Λωρίδα της Γάζας, σκοτώνοντας χιλιάδες αθώους, άοπλους ανθρώπους, μικρά παιδιά, γυναίκες και ηλικιωμένους.
Το Κόμμα μας με συνέπεια στάθηκε στο πλευρό του λαού της Παλαιστίνης, διοργανώνοντας μεγάλες κινητοποιήσεις, απαιτώντας την αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους στα σύνορα πριν το ’67 με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ.
Ταυτόχρονα, ανέδειξε πως κομβική και διαχρονική στόχευση της αστικής τάξης του Ισραήλ είναι η ακύρωση της λύσης των δύο κρατών. Γι’ αυτό δε διστάζει να προωθήσει τη γενοκτονία του λαού της Παλαιστίνης στη Λωρίδα της Γάζας, ανασύροντας ακόμη και το ενδεχόμενο να εκτοπίσει στην έρημο όσους Παλαιστίνιους γλιτώσουν από τη φωτιά του πολέμου, τις ασθένειες και τις κακουχίες. Επιπλέον, στην επιφάνεια έρχεται και η στόχευση της αστικής τάξης του Ισραήλ να επιβάλει έναν ευρύτερο σχεδιασμό στην περιοχή, είτε με τις οικονομικές συμφωνίες τύπου «Αβραάμ» είτε με το «μαστίγιο» της στρατιωτικής επιθετικότητας, ώστε να αναδειχτεί το Ισραήλ σε βασική δύναμη σε όλη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, σύμφωνα με τις στοχεύσεις της ισραηλινής αστικής τάξης και τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Αυτή η επιδίωξη «κουμπώνει» στη χάραξη του «ινδικού εμπορικού δρόμου», που θα περνάει από τα ισραηλινά λιμάνια και θα διευκολύνει τις ΗΠΑ στους σχεδιασμούς τους για «τράβηγμα» της Ινδίας και στους ανταγωνισμούς τους με την Κίνα και το Ιράν.
Άλλες περιφερειακές δυνάμεις, όπως το Ιράν και η Τουρκία, που παρουσιάζονται με το «μανδύα» της «προστασίας» του παλαιστινιακού λαού, έχουν τους δικούς τους σχεδιασμούς, όπως είναι, π.χ., η αποτροπή δημιουργίας κουρδικού κράτους, που εντάσσεται στα σχέδια των ΗΠΑ στην περιοχή και θα σηματοδοτήσει ουσιαστικά αποσχιστικές ή και διαλυτικές τάσεις σε Τουρκία, Ιράκ, Συρία και Ιράν, αλλά και επιθετικότερους στόχους για τα συμφέροντα της αστικής τάξης τους, όπως η διεκδίκηση τμήματος της «πίτας» των δρόμων μεταφοράς εμπορευμάτων και ενέργειας από την Ασία προς την Ευρώπη.
Ανάλογα συμφέροντα του κεφαλαίου κρύβονται και πίσω από τη στάση των άλλων αστικών τάξεων της περιοχής (Αιγύπτου, Σαουδικής Αραβίας, Εμιράτων, Κατάρ κ.ο.κ.).
Το Κόμμα μας έδωσε αποφασιστική μάχη στην ιδεολογική αντιπαράθεση με το πρόσχημα της καταπολέμησης της «τρομοκρατίας» ή τα περί δικαιώματος «αυτοάμυνας» του Ισραήλ και άλλα που επικαλείται η κυρίαρχη αστική προπαγάνδα, αλλά και με επιχειρήματα που χρησιμοποιεί η πλευρά που στηρίζει τον υπό διαμόρφωση ευρασιατικό ιμπεριαλιστικό άξονα.
Ο 3ος πόλεμος κατά του Λιβάνου, που είναι σε εξέλιξη, με τους σφοδρούς βομβαρδισμούς και τη νέα χερσαία εισβολή του Ισραήλ σ’ αυτήν τη χώρα, συνδυάζεται με αεροπορικές επιθέσεις στο έδαφος της Συρίας και της Υεμένης, ενώ είναι σε εξέλιξη η ανταλλαγή πυραυλικών επίθεσης Ισραήλ - Ιράν.
Όλα αυτά τα στοιχεία δείχνουν πως κινούμαστε στην κατεύθυνση της παραπέρα κλιμάκωσης του πολέμου στη Μέση Ανατολή και την ευρύτερη περιοχή, η οποία μπορεί να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, να οδηγήσει σε γενίκευση του πολέμου, σε ανάφλεξη στην περιοχή, πολύ περισσότερο στην περίπτωση άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στο ΝΑΤΟ.
- Η επιθετικότητα της ελληνικής αστικής τάξης και το βάθεμα της εμπλοκής της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους
Η ελληνική αστική τάξη, με ιδιαίτερη επιθετικότητα, υπερασπίζεται και προωθεί τα στρατηγικά της συμφέροντα αυτοτελώς και μέσα από τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, αλλά και την ενδυνάμωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ, για την αναβάθμιση της θέσης της Ελλάδας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και στην περιοχή, ως ισχυρός ενεργειακός-μεταφορικός κόμβος, διεκδικώντας μεγαλύτερο μερίδιο από τη λεία των ιμπεριαλιστικών πολέμων και επεμβάσεων.
Αυτούς τους στόχους υλοποιεί σήμερα η κυβέρνηση της ΝΔ με τη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ, του ΠΑΣΟΚ, όλων των αστικών κομμάτων, εμπλέκοντας τη χώρα στους ΝΑΤΟϊκούς και ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς, στο ρόλο του θύτη κατά άλλων λαών, βάζοντας τον ελληνικό λαό σε μεγάλους κινδύνους, στο στόχαστρο αντιποίνων αντίπαλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Βεβαίως, όπως και στις άλλες καπιταλιστικές χώρες, στους κόλπους της αστικής τάξης της χώρας υπάρχουν και ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα που πλήττονται από τις εξελίξεις, δυσφορούν, επιδιώκουν «διορθωτικές κινήσεις», εκφράζουν προβληματισμούς για την «άνευ όρων» –όπως οι ίδιοι χαρακτηρίζουν– συμμετοχή στο ΝΑΤΟϊκό σχεδιασμό και ζητούν να διατηρηθούν οι σχέσεις με τη Ρωσία.
Η πολιτική της εμπλοκής του αστικού κράτους διαπερνά όλες τις κυβερνήσεις, συνολικά το αστικό πολιτικό σύστημα, αποκτά χρόνο με το χρόνο ποιοτικά και πιο επικίνδυνα χαρακτηριστικά, προειδοποιεί ακόμα και για άμεση συμμετοχή των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο μέτωπο, σε πολεμικές συγκρούσεις.
Το ΚΚΕ από θέσεις αρχών καταδικάζει και αντιπαλεύει την πολιτική της εμπλοκής σε πλήρη ταύτιση με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων και τα δικαιώματα της νεολαίας, σε αντιπαράθεση με τα διάφορα προσχήματα που χρησιμοποιεί η αστική τάξη και η κυρίαρχη πολιτική για να εγκλωβίσει το λαό, είτε πρόκειται για το αποκαλούμενο «εθνικό συμφέρον» ή αναμασώντας τα περί «συμβατικών συμμαχικών υποχρεώσεων» κ.ά.
Χαρακτηριστικά στοιχεία της πολιτικής της εμπλοκής είναι:
– Η μετατροπή της Ελλάδας σε αμερικανοΝΑΤΟϊκό ορμητήριο, μέσα από το Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας - ΗΠΑ και τις συμφωνίες ενίσχυσης και επέκτασης των αμερικανονατοϊκών στρατιωτικών βάσεων που ξεκίνησε ο ΣΥΡΙΖΑ και υλοποιεί η ΝΔ, με τη συμφωνία του ΠΑΣΟΚ και των άλλων ΝΑΤΟϊκών κομμάτων. Οι στρατιωτικές βάσεις στη Σούδα, τη Λάρισα, τη Μαγνησία, την Αλεξανδρούπολη, το Άκτιο κ.α. χρησιμοποιούνται ως προκεχωρημένα φυλάκια των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ σε όλους τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους στην περιοχή, με ειδική αποστολή στον πόλεμο στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, στο πλευρό του κράτους-δολοφόνου του Ισραήλ.
– Η αποστολή όπλων και πυρομαχικών στην Ουκρανία που θα επιχειρήσει να ενισχύσει η κυβέρνηση μετά την υπογραφή συμφωνίας ανάμεσα στον Έλληνα πρωθυπουργό και τον Ζελένσκι για «συνεργασία σε θέματα ασφάλειας», η οποία προβλέπει συνέχιση της ελληνικής στήριξης στην Ουκρανία με υλικό και στρατιωτική εκπαίδευση, παραπέρα χρήση της Αλεξανδρούπολης και της Θεσσαλονίκης ως κόμβων διεκπεραίωσης της ευρωΝΑΤΟϊκής στρατιωτικής βοήθειας, ενώ είναι σε εξέλιξη συνομιλίες για εφοδιασμό της Ουκρανίας με μαχητικά αεροσκάφη.
– Η ένταξη των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο ΝΑΤΟϊκό σχεδιασμό, η υλοποίηση προωθημένου εξοπλιστικού προγράμματος - «Ατζέντα 2030», δεκάδων δισ. ευρώ για τις ανάγκες του ΝΑΤΟ και της ελληνικής αστικής τάξης, με τον εκσυγχρονισμό των μαχητικών F-16 και την αγορά μαχητικών Rafale και F-35, φρεγατών Belharra και Constalatio, κατασκευή υποβρυχίων κ.ά. «για τη δημιουργία των ισχυρότερων Ενόπλων Δυνάμεων στην ιστορία του ελληνισμού», όπως προκλητικά ανακοίνωσε η κυβέρνηση στο όνομα και του αδιέξοδου εξοπλιστικού ανταγωνισμού με την Τουρκία, που φορτώνει συνεχώς με νέα βάρη στο λαό. Ήδη, για τις ΝΑΤΟϊκές ανάγκες, ο ελληνικός λαός πλήρωσε σε στρατιωτικές δαπάνες το 2022 8,054 δισ. ευρώ, το 2023 6,224 δισ. και προϋπολογίζεται να καταβάλει 7,126 δισ. ευρώ το 2024.
– Η αποστολή ελληνικών πολεμικών πλοίων και στρατιωτικών μονάδων σε ευρωατλαντικές αποστολές στο εξωτερικό, στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή, η αποστολή ελληνικών φρεγατών στην Ερυθρά Θάλασσα στο πλαίσιο της υπό ελληνική διοίκηση επιχείρησης ΑΣΠΙΔΕΣ της ΕΕ στο πλευρό του Ισραήλ και η προστασία των εφοπλιστικών συμφερόντων, βάζοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια και τη ζωή των πληρωμάτων των πολεμικών πλοίων.
– Η συμφωνία αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) και οι στρατιωτικές συμφωνίες με τη Σαουδική Αραβία, στέλνοντας πυροβολαρχία του πυραυλικού συστήματος Patriot στην υπηρεσία της αστικής τάξης του Βασιλείου στο πλαίσιο του ΝΑΤΟϊκού σχεδιασμού ενάντια στο Ιράν.
– Η συμμετοχή σε πλήθος ΝΑΤΟϊκών στρατιωτικών ασκήσεων προετοιμασίας γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης πυρηνικών, όπως αποδείχτηκε πρόσφατα στην άσκηση Steadfast Noon στην Ανδραβίδα, στην οποία συμμετείχαν ελληνικά μαχητικά F-16 «Viper».
- Στρατηγικές κατευθύνσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ
Η στρατηγική του ΝΑΤΟ τα τελευταία χρόνια σε αντιστοιχία με την όξυνση των ανταγωνισμών ΗΠΑ - Κίνας και ΗΠΑ - Ρωσίας συγκεντρώνει την προσοχή της στον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά και στ’ άλλα μέτωπα, στη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και τον Περσικό Κόλπο, τα Βαλκάνια, στην περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού.
Υλοποιείται η Στρατηγική Αντίληψη ΝΑΤΟ-2030, έχουν συγκροτηθεί και ενισχύονται ετοιμοπόλεμες πολυεθνικές στρατιωτικές μονάδες σε όλη την Ευρώπη, με εκσυγχρονισμό του συμβατικού και πυρηνικού οπλοστασίου, με επανασχεδιασμό της δράσης του στην κατεύθυνση της συγκρότησης του «παγκόσμιου ΝΑΤΟ» που θα μπορεί να παρεμβαίνει σε όλη την υδρόγειο. Ως προς αυτό, δυναμώνουν οι συμμαχικές σχέσεις με την Ιαπωνία, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία, Ν. Κορέα, Ινδία. Ενισχύεται η νοτιοανατολική πτέρυγα (Μεσόγειος, Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική κ.ά.) και επεκτείνονται οι «εταιρικές σχέσεις» με κράτη αυτών των περιοχών, αναβαθμίζεται η «κινητικότητα» για τη μεταφορά ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων και όπλων στα πολεμικά ή εν δυνάμει πολεμικά μέτωπα.
Οι αποφάσεις των τελευταίων Συνόδων Κορυφής επικεντρώθηκαν ιδιαίτερα:
– Στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, με την ένταξη της Β. Μακεδονίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, την αξιοποίηση της Σκανδιναβικής Χερσονήσου και των Βαλτικών Χωρών στη σύγκρουση με τη Ρωσία, ενισχύοντας την προετοιμασία «για συλλογική άμυνα υψηλής έντασης σε πολλαπλούς τομείς» και την προπαγανδιστική εκστρατεία, στη βάση της εκτίμησης ότι «δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα επίθεσης κατά της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας των Συμμάχων».
– Στην πρόσδεση της Ουκρανίας και την προετοιμασία της ένταξής της στο ΝΑΤΟ, όπως και τη διαπάλη για την ενσωμάτωση Γεωργίας και Μολδαβίας στη μια ή την άλλη ιμπεριαλιστική ένωση, που μπορεί να πυροδοτήσουν την παραπέρα κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.
– Στην αύξηση των πολεμικών δαπανών και πάνω από το όριο του 2% του ΑΕΠ των κρατών-μελών, αλλά και την επέκταση της βιομηχανικής ικανότητας του ΝΑΤΟ με στόχο την επιτάχυνση της παραγωγής για τις πολεμικές ανάγκες, την ενίσχυση της «διαλειτουργικότητας» και τη διασφάλιση κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού.
– Στον εκσυγχρονισμό της πυρηνικής υποδομής στο πλαίσιο του δόγματος του «πρώτου πυρηνικού πλήγματος», αντιμετωπίζοντας την «πυρηνική αποτροπή» ως «ακρογωνιαίο λίθο της ασφάλειας της Συμμαχίας».
Οι ανάγκες και τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων στο διεθνή καπιταλιστικό ανταγωνισμό και η αναβάθμιση της θέσης της ΕΕ στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα αποτελεί τη βάση διαμόρφωσης της «Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας» (ΚΕΠΠΑ) και της «Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας» (ΚΠΑΑ), που χρησιμοποιείται διαχρονικά στη συμμετοχή της ΕΕ στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις, στη συγκρότηση στρατιωτικών και μη στρατιωτικών αποστολών και επιχειρήσεων σε πολλές περιοχές της υδρογείου. Τα τελευταία χρόνια, μέσα σε κλίμα εσωτερικών αντιθέσεων για τον καθορισμό των σχέσεων ανάμεσα στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, έχουν μπει οι βάσεις για την αποκαλούμενη «Στρατηγική Αυτονομία» προσθέτοντας νέα όπλα στο ευρωενωσιακό οπλοστάσιο.
- Η πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων και του Κυπριακού
Το ΚΚΕ αντιμετωπίζει την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων και το Κυπριακό με μεγάλη ευθύνη, με κριτήριο τα συμφέροντα των λαών, σε αντιπαράθεση με τα συμφέροντα των αστικών τάξεων και των ιμπεριαλιστικών τους συμμαχιών.
Η πολύχρονη πείρα έχει αποδείξει ότι διαπραγματεύσεις, διευθετήσεις που φέρουν τη σφραγίδα των συμφερόντων των αστικών τάξεων, των αστικών κρατών και των ιμπεριαλιστικών ενώσεων, όχι μόνο δεν μπορούν να υπηρετήσουν την υπόθεση της πραγματικής ειρήνης ανάμεσα στους λαούς και την ευημερία τους, αλλά διαμορφώνουν τους όρους για επικίνδυνες εντάσεις, όπως και συμβιβασμούς που ανακυκλώνουν και οξύνουν τα προβλήματα σε πιο επικίνδυνο επίπεδο.
Αυτό επιβεβαιώνεται από την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων, μέσα από τη συνεργασία και την αντιπαράθεση των αστικών τάξεων των δύο καπιταλιστικών κρατών, ΝΑΤΟϊκών συμμάχων.
Η αποκαλούμενη «επανεκκίνηση» των ελληνοτουρκικών σχέσεων που δρομολογήθηκε στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βίλνιους της Λιθουανίας τον Ιούλη του 2023 και ο «Οδικός Χάρτης» που καταρτίστηκε και προωθείται, με αμερικανοΝΑΤΟϊκή εποπτεία, με τον «Πολιτικό Διάλογο», τα «Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης» και τα λεγόμενα «Θετικά Μέτρα» (εμπορικές, οικονομικές συμφωνίες, με κέντρο τα συμφέροντα των οικονομικών ομίλων), υπηρετεί συγκεκριμένους στόχους που αφορούν:
– Την ενίσχυση της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ σύμφωνα με τις απαιτήσεις που προκαλούν οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.
– Την ανάπτυξη των οικονομικών και ενεργειακών σχέσεων των δύο κρατών, τη συνεκμετάλλευση και συνδιαχείριση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, στο πλαίσιο του γενικότερου ευρωατλαντικού σχεδιασμού, για τα συμφέροντα των μονοπωλίων σε βάρος των λαών.
Βεβαίως, παρά τα σχέδια συνεργασίας για τη συνεκμετάλλευση και συνδιαχείριση του Αιγαίου και περιοχών της Ανατολικής Μεσογείου, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο αστικές τάξεις δεν πρόκειται να εκλείψει.
Τα παραπάνω, μαζί και με άλλους χειρισμούς, συνδέονται με την ευρωατλαντική επιδίωξη αποδυνάμωσης των ρωσοτουρκικών σχέσεων και απομάκρυνσης της Τουρκίας από την επιρροή της Ρωσίας.
Στις διαπραγματεύσεις που είναι σε εξέλιξη, το τουρκικό κράτος θέτει επίμονα ένα συνολικό πακέτο απαράδεκτων διεκδικήσεων, οι οποίες αμφισβητούν την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα ελληνικών νησιών του Αιγαίου, αναπαράγοντας τα περί «γκρίζων ζωνών» (νησιών και βραχονησίδων) και την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών. Προβάλλει το αποκαλούμενο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» με διεκδικήσεις σε μια ευρύτερη περιοχή (Αιγαίο, Αν. Μεσόγειος, Μαύρη Θάλασσα), αξιοποιεί το «Τουρκολυβικό Σύμφωνο», με την απειλή ενεργειακών ερευνών σε θαλάσσιο χώρο που δεν ανήκει στην Τουρκία, ενώ η θρησκευτική, μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης χαρακτηρίζεται ως τουρκική, σε αντίθεση με τη Συνθήκη της Λοζάνης, με την παρέμβαση στην περιοχή του τουρκικού προξενείου και δυνάμεων του εθνικισμού για το διχασμό και τον εγκλωβισμό του λαού.
Η τουρκική αστική τάξη συγκροτεί τις διεκδικήσεις της αξιοποιώντας την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική της δύναμη, το ρόλο που εκπληρώνει το τουρκικό κράτος μέσα στη ΝΑΤΟϊκή συμμαχία, τις στρατηγικές σχέσεις με τις ΗΠΑ αλλά και την ΕΕ, παρά τις αντιθέσεις που εκδηλώνονται τη μια ή την άλλη περίοδο. Στοιχείο αυτών των αντιθέσεων αποτελούν οι υψηλού επιπέδου ενεργειακές, οικονομικές, πολιτικές σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία, η αίτηση ένταξης σε μια πορεία στην καπιταλιστική συμμαχία των BRICS, οι πολιτικές και επιχειρηματικές σχέσεις με κράτη της Κεντρικής Ασίας, της Αφρικής, των Βαλκανίων κ.ά. στο πλαίσιο των στρατηγικών σχεδίων της τουρκικής αστικής τάξης.
Η κυβέρνηση σκοπίμως επιχειρεί να καλλιεργήσει κλίμα εφησυχασμού, αλλά ο λαός καλείται να επαγρυπνεί, γιατί έτσι και αλλιώς στο «παζάρι» των ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων περιλαμβάνονται ζητήματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Η κυβερνητική θέση ότι στόχος της είναι να εξεταστεί αποκλειστικά το θέμα της οριοθέτησης Υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ είναι αβάσιμη. Αφενός γιατί κάθε διαπραγμάτευση ή παραπομπή σε διεθνές δικαστήριο για το ζήτημα αυτό βάζει στην ημερήσια διάταξη το εύρος των χωρικών υδάτων, που αποτελούν τον πυρήνα των θαλάσσιων ζωνών, αφετέρου γιατί την προηγούμενη περίοδο κατά τη διάρκεια των «διερευνητικών συνομιλιών» έχει αναζητηθεί συμβιβαστική λύση «κλιμακωτών» χωρικών υδάτων, π.χ. 6, 8, 12 ναυτικά μίλια, κι ενώ σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 ο καθορισμός του εύρους των χωρικών υδάτων είναι μονομερές δικαίωμα κάθε κράτους και μπορούν να επεκταθούν μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια, ανεξάρτητα από το αν ή πότε θα ασκηθεί αυτό το δικαίωμα.
Οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί για τη μη αποστρατικοποίηση των νησιών αποκρύπτουν το γεγονός ότι ήδη έχουν αποσταλεί στη Ουκρανία όπλα και πυρομαχικά αναγκαία για την άμυνα του νησιωτικού συμπλέγματος της χώρας και είναι ανοιχτό το σενάριο της «μερικής» αποστρατικοποίησης.
Η περίπτωση ενός συμβιβασμού με σοβαρές παραχωρήσεις είναι υπαρκτή, με ή χωρίς παραπομπή των ελληνοτουρκικών διαφορών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης που είναι χώρος όπου εκφράζονται οι εντεινόμενοι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και οι συσχετισμοί δυνάμεων, στις αποφάσεις του επιδρούν γεωπολιτικές επιδιώξεις και δεν μπορεί να εγγυηθεί την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα.
Προσοχή απαιτούν οι κυβερνητικές αναφορές για οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας με οδηγό τις συμφωνίες της Ελλάδας με την Ιταλία και την Αίγυπτο, οι οποίες δε στηρίχτηκαν στη «Μέση Γραμμή», οδήγησαν σε μειωμένη επήρεια ελληνικών νησιών και το ΚΚΕ τις καταψήφισε.
Ο ανταγωνισμός των αστικών τάξεων και των κρατών της Ελλάδας και της Τουρκίας είναι διαρκής και καταγράφεται σε όλες τις συνθήκες, στο πλαίσιο της κούρσας για την αναβάθμιση της θέσης τους στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και τη διαμόρφωση όρων υπεροχής στην περιοχή. Διεξάγεται ακόμα και διαμέσου της συνεργασίας, π.χ., στον ενεργειακό, εμπορικό και οικονομικό τομέα και μπορεί να εκδηλωθεί με ιδιαίτερη σφοδρότητα σε περίπτωση «αποτυχίας» της πολιτικής των διευθετήσεων, όπως επιχειρείται αυτό το διάστημα. Ασφαλώς υπάρχουν εντός και εκτός της ΝΔ αστοί πολιτικοί που παίρνουν αποστάσεις από την πολιτική της κυβέρνησης, όμως δεν αμφισβητούν την αναζήτηση λύσης στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της στρατηγικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ.
Συνεπώς, η λογική των «ήρεμων νερών» που προβάλλει η κυβέρνηση και τα κόμματα του ευρωατλαντικού μπλοκ ως επιτυχία, με το αιτιολογικό της μείωσης των τουρκικών παραβιάσεων στον ελληνικό εναέριο χώρο –παρότι οι παραβιάσεις των ελληνικών χωρικών υδάτων συνεχίζονται και στον εναέριο χώρο, όπως και στο FIR επιχειρούν τουρκικά Drones– μπορεί ανά πάσα στιγμή να ακυρωθεί, να διαμορφωθούν όροι εντάσεων ή και κρίσεων στις σχέσεις των δύο κρατών, μέσα στο σύνθετο κουβάρι των γενικότερων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, δημιουργώντας επικίνδυνη κατάσταση για τους δύο λαούς, με απειλή ακόμα και στρατιωτικής σύγκρουσης.
Σε κάθε περίπτωση, το κρίσιμο ζήτημα είναι η ενίσχυση της φιλίας και της κοινής πάλης του τουρκικού και του ελληνικού λαού, ενάντια στις αστικές τάξεις και τα συμφέροντά τους, τις συμμαχίες τους, την αντιλαϊκή πολιτική των αστικών κρατών και κυβερνήσεων. Αυτήν την υπόθεση υπηρετεί το ΚΚΕ σε συνεργασία με το ΚΚ Τουρκίας, θέτοντας το στόχο «καμιά αλλαγή των συνόρων και των συνθηκών που τα καθορίζουν», που παραμένει στόχος επίκαιρος και αναγκαίος.
ΓΙΑ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚO:
Επικίνδυνες διευθετήσεις προωθούνται επίσης στην Κύπρο και το Κυπριακό πρόβλημα, στο έδαφος της αναβάθμισης του νησιού στον ευρωατλαντικό σχεδιασμό, λόγω των εξελίξεων στην περιοχή. Οι βρετανικές βάσεις εκπληρώνουν ιδιαίτερο ρόλο στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, στην Ερυθρά Θάλασσα.
Δυναμώνουν οι σχέσεις της κυπριακής αστικής τάξης με τις ΗΠΑ, όπως τονίζει η πρόσφατη «Θεμελιώδης Συμφωνία για τις Προτεραιότητες και την Κατεύθυνση της Διμερούς Αμυντικής Σχέσης για τα Επόμενα Πέντε Χρόνια» και ο «Στρατηγικός Διάλογος ΗΠΑ - Κυπριακής Δημοκρατίας» που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει εμβάθυνση της συνεργασίας στον τομέα της άμυνας.
Σε πορεία ενίσχυσης κινούνται οι ενεργειακές, οικονομικοπολιτικές σχέσεις με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ, υλοποιούνται οι ενεργειακές Συμφωνίες Κύπρου - Ελλάδας - Ισραήλ και Κύπρου - Ελλάδας - Αιγύπτου, κάτω από την ομπρέλα των ΗΠΑ, με ισχυρή παρουσία μονοπωλιακών ομίλων, για την αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων της Μέσης Ανατολής και την τροφοδότηση της ΕΕ, στην πορεία της απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο. Η προσπάθεια διαμόρφωσης άξονα Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ και σε στρατιωτικό επίπεδο, διευκολύνοντας μάλιστα από κυπριακό έδαφος την επίθεση του Ισραήλ σε Γάζα και Λίβανο, συνιστά μια πολύ επικίνδυνη εξέλιξη που περιπλέκει την κατάσταση.
Στο περιβάλλον αυτό και παρά τις αβάσιμες προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν για το ρόλο της Κύπρου ως ενεργειακού κόμβου στην περιοχή, διαιωνίζεται η τουρκική κατοχή του 37% των κυπριακών εδαφών και οξύνεται το Κυπριακό πρόβλημα μέσα στις συμπληγάδες των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.
Οι ισχυρισμοί ότι η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και η ενδυνάμωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ θα έχει ευεργετική επίδραση στην αναζήτηση «δίκαιης» λύσης έχουν καταρρεύσει. Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι διαμορφώνονται συνεχώς και νέα αρνητικά τετελεσμένα. Αναβαθμίζεται ο ρόλος του ψευδοκράτους στη στρατηγική της Τουρκίας και εργαλειοποιείται ως στρατιωτική βάση και μέσο διεκδίκησης ενεργειακών πόρων στην περιοχή, επιχειρείται να ανοίξει ο δρόμος για «απευθείας εμπόριο, πτήσεις και επαφές», με τη συνένοχη στάση του ευρωατλαντικού παράγοντα και κατεύθυνση διεθνούς αναγνώρισης.
Η τουρκική και η τουρκοκυπριακή πλευρά μιλούν για «δύο κράτη» και «δύο λαούς», προβάλλουν τη θέση περί «κυριαρχικής ισότητας» και «ίσο διεθνές καθεστώς» ως όρο ακόμα και για την έναρξη δικοινοτικών συνομιλιών». Οι κινήσεις της τελευταίας περιόδου, ο «άτυπος δείπνος» με το ΓΓ του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη (Σεπτέμβρης 2024) και η συνέχιση των «άτυπων επαφών», με τη συμμετοχή των εγγυητριών δυνάμεων (Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία), συνιστούν ενέργειες στην κατεύθυνση νομιμοποίησης της διχοτόμησης.
Στην Κύπρο, ως πεδίο έντονων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και κάτω από την επίδραση των ελληνοτουρκικών αστικών αντιθέσεων, μπορούν να διαμορφωθούν όροι πολύ δυσμενών εξελίξεων, που θα βάλουν σε περιπέτειες τον κυπριακό, τον ελληνικό και τον τουρκικό λαό, τους λαούς της περιοχής.
Οι ισχυρισμοί της ελληνικής κυβέρνησης ότι «η βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων επιδρά θετικά στις εξελίξεις στην Κύπρο» είναι σε απόσπαση από την πραγματικότητα και τις προειδοποιήσεις της μεγάλης εικόνας των ανταγωνισμών στην περιοχή, τις βλέψεις της αστικής τάξης της Τουρκίας, τις συνέπειες των επιδιώξεων ενός απαράδεκτου συμβιβασμού στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και την περίπτωση όξυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Η πείρα αποδεικνύει ότι σταδιακά έχει αδυνατίσει η αντιμετώπιση του Κυπριακού προβλήματος ως διεθνούς προβλήματος εισβολής και κατοχής. Η πρόταση για «διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία», η οποία από θέση συμβιβασμού μετατράπηκε σε θέση αρχής, στη βάση των «δύο συνιστώντων κρατών», αποτελεί συνομοσπονδιακή λύση, διευκολύνει αντικειμενικά διχοτομικές επιδιώξεις και οδηγεί σε «νομιμοποίηση» των συνεπειών της εισβολής και της κατοχής. Η γραμμή αυτή είναι σε αντίθεση με την αναγκαιότητα ανάπτυξης της συντονισμένης εργατικής-λαϊκής πάλης, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, για την επανένωση της Κύπρου και του λαού της, για να υψωθεί τείχος αντίστασης στον εθνικισμό και τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου, για Κύπρο ανεξάρτητη και ενιαία, δηλαδή ένα και όχι δύο κράτη, με μία και μόνη κυριαρχία, μία ιθαγένεια και διεθνή προσωπικότητα, κοινή πατρίδα Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων, Μαρωνιτών, Αρμένιων και Λατίνων, χωρίς κατοχικά και κάθε είδους ξένα στρατεύματα και βάσεις, χωρίς εγγυητές και προστάτες, με το λαό κυρίαρχο.
- Η στάση των αστικών κομμάτων και των πολιτικών ομάδων (στην Ευρωβουλή) απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο
Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο και το ΠΑΣΟΚ, από την πρώτη στιγμή του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ουκρανία, υπερασπίζονται την κυρίαρχη στρατηγική και στηρίζουν τις αποφάσεις των ΗΠΑ , του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.
Παρά τις επιμέρους ενστάσεις, συμπλέουν με την πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ, με την εμπλοκή στον πόλεμο. Σε αυτήν τη γραμμή κινούνται επίσης από την πρώτη μέρα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, στηρίζοντας το κράτος του Ισραήλ και το δικαίωμά του στην «αυτοάμυνα», συμμετέχοντας στην επιχείρηση συκοφάντησης του παλαιστινιακού αγώνα ως «τρομοκρατίας», χρησιμοποιώντας, όπως και η κυβέρνηση, την επίθεση της Χαμάς, διαγράφοντας τα 70 χρόνια της κατοχής και τα εγκλήματα του Ισραήλ στην Παλαιστίνη.
Η στάση αυτή είναι σε αντιστοιχία με τη στρατηγική κατεύθυνση και την πολιτική των κομμάτων της σοσιαλδημοκρατίας που έχουν ιδιαίτερη συμβολή στην προώθηση του ευρωατλαντικού σχεδιασμού.
Στη πράξη αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ο βρόμικος ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας, ως πυλώνα στήριξης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ως ΝΑΤΟϊκής δύναμης και ως υπερασπιστή της ΕΕ των μονοπωλίων, κατά του λαού μας και των άλλων λαών.
Ο ρόλος αυτός επιβεβαιώνεται και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο οποίο η Σοσιαλδημοκρατική Ομάδα και τα κόμματα που την απαρτίζουν, σε σύμπλευση με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, το Renew (Μακρόν) και τους Πράσινους, πρωτοστάτησαν στην πολιτική, οικονομική και στρατιωτική στήριξη της αστικής τάξης της Ουκρανίας και της κυβέρνησης Ζελένσκι.
Πρωταγωνιστικό ρόλο στην προώθηση της ευρωατλαντικής στρατηγικής εκπλήρωσαν και εκπληρώνουν η γερμανική και η ισπανική κυβέρνηση, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) και το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE) που κυβερνούν σ’ αυτά τα κράτη.
Βασική επίσης γραμμή της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη είναι η ανάπτυξη οικονομικών, πολιτικών και στρατιωτικών σχέσεων και η στήριξη του κατοχικού κράτους του Ισραήλ, με αιχμή το δικαίωμά του στην «αυτοάμυνα». Οι αναγκαστικές «διαφοροποιήσεις», μπροστά στη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού, συνολικά στα ισραηλινά εγκλήματα, τους βομβαρδισμούς και την εισβολή στο Λίβανο, όπως και οι ελιγμοί λόγω των λαϊκών αντιδράσεων, δεν αλλάζουν τη βασική της αντιλαϊκή κατεύθυνση.
Τα βασικά κριτήρια που καθορίζουν το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας και των άλλων αστικών κομμάτων και απαιτείται να είναι στην πρώτη γραμμή της ιδεολογικής-πολιτικής διαπάλης είναι η ταξική τους στάση απέναντι στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, τα συμφέροντα του κεφαλαίου, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, γενικότερα των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών και τις βαριές συνέπειες στην εργατική τάξη, τους λαούς.
Η ομάδα «Αριστερά» (Left) αντιμετωπίζει σοβαρά εσωτερικά προβλήματα λόγω της διάσπασης του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ). Στις αντιθέσεις που οδήγησαν στη διάσπαση κυριαρχούν οι διαφορετικές προσεγγίσεις για το ζήτημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ουκρανία. Η σοσιαλδημοκρατική/οπορτουνιστική αυτή ομάδα δεν έχει ενιαία κατεύθυνση κι αυτό εκφράζεται και στα ψηφίσματα για τη στήριξη της ΕΕ στην Ουκρανία.
Κατά κανόνα, το κόμμα του Μελανσόν και τα σκανδιναβικά κόμματα ψηφίζουν Υπέρ, το Πορτογαλικό ΚΚ Κατά. Το ΑΚΕΛ (στο ψήφισμα για την ενίσχυση της αποστολής οπλισμού στην Ουκρανία) ψήφισε μεν Κατά, αλλά συχνά καταφεύγει και στο Λευκό σε άλλα ψηφίσματα. Οι ψήφοι των ευρωβουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ διασπώνται, χρησιμοποιείται το Υπέρ και σπανιότερα το Λευκό ή και η Αποχή. Στο τελευταίο ψήφισμα τον Οκτώβρη για τη χρηματοδότηση στην Ουκρανία από παγωμένα ρωσικά κεφάλαια, καταγράφηκε ευρεία στήριξη, με τη συμμετοχή του Παππά και της Κουντουρά από το ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ο «αντιπολεμικός» Αρβανίτης δεν ψήφισε καθόλου παρότι ήταν στην ψηφοφορία.
Για τη Μέση Ανατολή, η «Αριστερά» προσπαθεί να πατήσει «σε δύο βάρκες», συνθηματολογεί υπέρ των Παλαιστινίων και καταγγέλλει το Ισραήλ για τη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού, αλλά στην πράξη σημαντικός αριθμός κομμάτων ταυτίζουν το θύτη με το θύμα, στο όνομα της «τρομοκρατίας της Χαμάς», ανάμεσά τους τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο και το ΑΚΕΛ.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η στάση της «Ελληνικής Λύσης» (ομάδα ECR), η οποία υποστηρίζει το σύστημα, το μεγάλο κεφάλαιο, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, την εμπλοκή της Ελλάδας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τους αμερικανοΝΑΤΟϊκούς σχεδιασμούς –παροτρύνοντας την κυβέρνηση να ζητήσει περισσότερα ανταλλάγματα– αλλά συνθηματολογεί παραπλανητικά και παίρνει αποστάσεις από τη στάση της κυβέρνησης στον πόλεμο στην Ουκρανία. Στο Ευρωκοινοβούλιο καταψηφίζει τα ψηφίσματα για τη στήριξη της Ουκρανίας και τοποθετείται ευνοϊκά απέναντι στη Ρωσία, παρότι η ευρω-ομάδα στην οποία ανήκει, το ECR, τα υπερψηφίζει. Η στάση της εκφράζει τμήματα της αστικής τάξης που ανησυχούν ή και αντιτίθενται στη διάρρηξη των ελληνορωσικών σχέσεων, στις κυρώσεις της ΕΕ κατά της Ρωσίας.
Ο Βελόπουλος («Ελληνική Λύση») εκμεταλλεύεται την επικίνδυνη πολιτική της κυβέρνησης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό, μιλάει για «ενδοτισμό» και «ανικανότητα» της κυβέρνησης, αποσιωπώντας τις πραγματικές βάσεις της κυβερνητικής πολιτικής, στην υπηρεσία των συμφερόντων των μονοπωλίων και τις αμερικανοΝΑΤΟϊκές επιδιώξεις στην περιοχή. Ταυτόχρονα καλλιεργεί τον εθνικισμό και την εχθρότητα απέναντι στον τουρκικό λαό, στους μετανάστες και τους πρόσφυγες.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται το ακροδεξιό κόμμα «Νίκη» και το φασιστικό έκτρωμα «Σπαρτιάτες». Τα σχήματα αυτά, από κοινού με την «Ελληνική Λύση», στηρίζουν το Ισραήλ, στρέφονται κατά του παλαιστινιακού αγώνα, σπέρνουν την ισλαμοφοβία και το ρατσισμό.
Πρόκειται για εθνικιστικές δυνάμεις που επενδύουν στην πατριδοκαπηλία, είναι φορείς υπεράσπισης των συμφερόντων των μονοπωλίων και της αντίληψης περί «εθνικής ενότητας», στην ίδια κατεύθυνση με τη ΝΔ και τη σοσιαλδημοκρατία. Είναι αντίπαλοι της αυτοτελούς πάλης της εργατικής τάξης και των λαών για τα δικά τους συμφέροντα και, σε περίπτωση «ειδικών συνθηκών», γενίκευσης του ιμπεριαλιστικού πολέμου και κρίσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, θα λειτουργήσουν ως εφεδρεία του συστήματος, σε διατεταγμένη υπηρεσία, ενάντια στο εργατικό-λαϊκό κίνημα και το ΚΚΕ.
Οι ακροδεξιές ομάδες στην Ευρωβουλή: «Πατριώτες για την Ευρώπη»/PfE (Λεπέν-Ορμπάν), Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές/ECR (όπου κυριαρχεί το κόμμα της Μελόνι) και η ομάδα «Ευρωπαϊκά Κυρίαρχα Έθνη»/ESN (με επικεφαλής το AfD της Γερμανίας) κινούνται στην ίδια ή παρόμοια γραμμή στήριξης του Ισραήλ και κατά του παλαιστινιακού αγώνα.
Για τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι «Πατριώτες για την Ευρώπη» εκφράζουν τη διαφωνία τους για την αποστολή στρατιωτικού εξοπλισμού στην Ουκρανία και επιδιώκουν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με τη Ρωσία, θεωρούν τις διαπραγματεύσεις μαζί της «κλειδί» για να σταματήσει ο πόλεμος. Ο Όρμπαν στηρίζει τον Τραμπ και τις προτάσεις του.
Η Ομάδα των «Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών» έχει συνταχτεί με το μπλοκ των ΕΛΚ, Σοσιαλδημοκράτες, Renew (Μακρόν) και Πράσινους, υποστηρίζοντας την παραπέρα συμμετοχή της ΕΕ, την αποστολή στρατιωτικού οπλισμού και την κλιμάκωση.
Η ομάδα «Ευρώπη των Κυρίαρχων Εθνών» (ESN) εκφράζει την αντίθεσή της με τη στάση της ΕΕ απέναντι στη Ρωσία και την αποστολή οπλισμού στην Ουκρανία. Το AfD, που ελέγχει το ESN, τάσσεται κατά των κυρώσεων στη Ρωσία με το αιτιολογικό ότι «πλήττεται η γερμανική οικονομία» και είναι υπέρ των συνομιλιών που περιλαμβάνουν και τη Ρωσία.
- Εστίες έντασης στα Βαλκάνια και τον Καύκασο
α) Οι εξελίξεις στα Βαλκάνια τροφοδοτούνται από τις αντιθέσεις των αστικών τάξεων, τον ανταγωνισμό της ευρωατλαντικής συμμαχίας –που προωθεί σχέδιο ένταξης των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ ως συνέχεια της ένταξης στο ΝΑΤΟ– με την ευρασιατική συμμαχία, με ιδιαίτερο το ρόλο της Ρωσίας, ενώ ισχυρός παράγοντας που επιδρά στις εξελίξεις είναι η παρέμβαση της Τουρκίας, που διεκδικεί στρατηγικό ρόλο στην περιοχή.
Στο κέντρο των εξελίξεων βρίσκεται η αντιπαράθεση της Σερβίας με το προτεκτοράτο του Κοσσόβου και την Αλβανία, η οποία επιδιώκει τη «Μεγάλη Αλβανία». Η διαλυτική κατάσταση στο προτεκτοράτο της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, ιδίως στην προοπτική της αποχώρησης της σερβοβοσνιακής οντότητας. Η ρευστή κατάσταση στη Μολδαβία (όπου εμπλέκεται ενεργά η Ρουμανία, αλλά και η Ρωσία) και στην αποσχισμένη περιοχή της Υπερδνειστερίας.
Σε εξέλιξη είναι οι αντιθέσεις Βουλγαρίας και Ελλάδας με τη Βόρεια Μακεδονία, που εντάχτηκε στο ΝΑΤΟ με τη «Συμφωνία των Πρεσπών». Συνολικά παραμένει το πρόβλημα του αλυτρωτισμού και του εθνικισμού, κερδίζει έδαφος η τάση αλλαγής των συνόρων, σε έναν πολύ επικίνδυνο συνδυασμό που συναντιέται με τους ανταγωνισμούς ισχυρών καπιταλιστικών κρατών.
β) Ο Καύκασος, όπου ήδη οι εξελίξεις στον πόλεμο στην Ουκρανία έχουν αφήσει «αποτύπωμα». Η μείωση των σιδηροδρομικών μεταφορών από την Ασία προς την Ευρώπη μέσω Ρωσίας οδήγησε στην αναβίωση της λύσης της σιδηροδρομικής σύνδεσης διαμέσου Αζερμπαϊτζάν-Τουρκίας, γνωστής και ως «μεσαίου διαδρόμου» (Middle Corridor). Τη διαδρομή μπλόκαρε η αρμενική στρατιωτική παρουσία στο πέρασμα του Ζανγκεζούρ, κάτι που άλλαξε με την επικράτηση του Αζερμπαϊτζάν, που είχε τη στήριξη Τουρκίας και Ισραήλ, στην ένοπλη σύγκρουση με την Αρμενία για το Ναγκόρνο Καραμπάχ.
Η εξέλιξη, που επηρεάζει τα συμφέροντα του Ιράν, καθώς και η εκτόπιση δεκάδων χιλιάδων Αρμενίων από το Ναγκόρνο Καραμπάχ δημιουργεί παραπέρα ρευστότητα, όπως και οι εξελίξεις στη Γεωργία, που έχει απολέσει το 20% των εδαφών της, μια και Αμπχαζία και Νότια Οσετία έχουν κηρύξει την «ανεξαρτησία» τους και οικοδομούν σχέσεις με τη Ρωσία. Στο εσωτερικό της Γεωργίας δυναμώνει η ενδοαστική διαπάλη για τις διεθνείς συμμαχίες της αστικής τάξης.
- Η περίπτωση της περιοχής Ασίας-Ειρηνικού
Η Νότια Θάλασσα της Κίνας είναι σημαντική ναυτιλιακή αρτηρία, από την οποία διέρχεται το 1/3 των θαλάσσιων μεταφορών.
Στην περιοχή σημειώνονται έντονες αντιπαραθέσεις για νησιά και βραχονησίδες, μεταξύ άλλων και για τεχνητά νησιά που κατασκευάζει η Κίνα, όπως και για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Ένα από τα βασικότερα προβλήματα είναι η αποκαλούμενη «γραμμή των 9 σημείων» («Nine dash line») που έχει χαράξει η Κίνα, η οποία διεκδικεί περιοχές που θεωρούνται τμήματα των θαλάσσιων ζωνών των Φιλιππίνων, Βιετνάμ, Ινδονησίας, Μαλαισίας, Μπρουνέι.
Οι ΗΠΑ παρεμβαίνουν στην περιοχή με το πρόσχημα της τήρησης του διεθνούς δικαίου και της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, προσπαθώντας να ενισχύσουν την πολιτικοστρατιωτική παρουσία τους στην περιοχή.
Ιδιαίτερης σημασίας πρόβλημα είναι η ένταση Κίνας - Ταϊβάν, με την εμπλοκή των ΗΠΑ και ισχυρών κρατών-μελών της ΕΕ. Το στενό της Ταϊβάν θα συνεχίσει να αποτελεί θέατρο στρατιωτικών ασκήσεων, εστία έντασης που ενδεχομένως θα εκπληρώσει σημαντικό ρόλο στην ιμπεριαλιστική αντιπαράθεση στην περιοχή.
Πηγή παρεμβάσεων των αστικών τάξεων των ΗΠΑ και της Κίνας θα εξακολουθήσει επίσης να είναι η Κορεατική Χερσόνησος, ο πυρηνικός εξοπλισμός και οι δοκιμές πυρηνικών όπλων της Β. Κορέας και το εξοπλιστικό πρόγραμμα της Ν. Κορέας, η συμμετοχή της στις συμμαχίες που συγκροτούν οι ΗΠΑ στην περιοχή.
Σημαντικές εστίες εντάσεων είναι οι συνοριακές διαφορές Κίνας - Ινδίας που διατηρούνται μετά τον πόλεμο του 1962 και εκδηλώνονται κατά καιρούς με ένοπλες συγκρούσεις, ενώ συνεχίζεται η αντιπαράθεση Ινδίας-Πακιστάν για την περιοχή του Κασμίρ.
Η κατάσταση περιπλέκεται με τη διείσδυση της Κίνας στο Πακιστάν και την ενίσχυση των σχέσεων των ΗΠΑ με την Ινδία.
Άλλες περιοχές, που μπορεί να ανοίξουν ιμπεριαλιστικά «μέτωπα», είναι οι συνεχιζόμενες εμφύλιες συγκρούσεις στο Σουδάν και στην Υεμένη, καθώς και οι εξελίξεις στη ζώνη του Σάχελ (Αφρική) και στην περιοχή της Νότιας Αμερικής (π.χ. οι διεκδικήσεις της Βενεζουέλας από τη Γουιάνα της περιοχής Εσεκίμπο) κ.ά.