Οι πρόσφατες τοπικές και περιφερειακές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν σε δύο γύρους στις 18 και 25 Μάη, κυρίως οι ευρωεκλογές στις 25 Μάη 2014, είναι ουσιαστικά η δεύτερη εκλογική διαδικασία στη διάρκεια της βαθιάς και παρατεταμένης οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Η διαχείριση αυτής της κρίσης επέφερε μεγάλη εκλογική πολιτική απώλεια, πρώτ’ απ’ όλα στο ΠΑΣΟΚ, τον κατεξοχήν πολιτικό φορέα της σοσιαλδημοκρατίας μετά από την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας (Ιούλης 1974), αλλά και στη ΝΔ, το κατεξοχήν φιλελεύθερο αστικό κόμμα την ίδια περίοδο.
Ουσιαστικά για πρώτη φορά σ’ αυτήν την περίοδο, αυτά τα δύο αστικά κόμματα έχασαν τη δυνατότητα εναλλάξ να ελέγχουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και να διαμορφώνουν μονοκομματική κυβέρνηση. Λέμε «ουσιαστικά για πρώτη φορά», αν και είχε προκύψει μια σχετική αδυναμία τους για μια περιορισμένη χρονική περίοδο, που καταγράφηκε σε δύο αλλεπάλληλες βουλευτικές εκλογές: 2 Ιούνη 1989 και 5 Νοέμβρη 1989. Τότε, όμως, ήταν διαφορετικές οι συνθήκες του εκλογικού νόμου, σχεδόν απλής αναλογικής, που δεν πριμοδοτούσε ούτε το πρώτο, ούτε το δεύτερο σε εκλογική δύναμη κόμμα.
Παρά τις σημαντικές διαφορές της σημερινής περιόδου από εκείνες του 1989, μπορούμε να πούμε ότι κατά κάποιο τρόπο ήταν το προοίμιό της, έστω και αν μεσολάβησε μια 20ετία. Να θυμίσουμε ότι ήταν το σοσιαλδημοκρατικό ΠΑΣΟΚ που ως κυβέρνηση (στη δεύτερη θητεία του ως κοινοβουλευτική πλειοψηφία, κατά τη δεύτερη πενταετία της δεκαετίας του 1980) είχε επιχειρήσει, σε διακηρυκτικό κι εφαρμοστικό επίπεδο, τις λεγόμενες αναδιαρθρώσεις: Ιδιωτικοποιήσεις, ελαστικότερες εργασιακές σχέσεις (αρχικά με τη μερική απασχόληση), πάγωμα μισθών (σε αυξήσεις και ωριμάνσεις). Τότε διαμορφώθηκε ένα πρώτο κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας.
Ανάλογες στοχεύσεις είχε η αστική πολιτική και σε άλλες χώρες της καπιταλιστικής ΕΟΚ, η οποία προετοίμαζε το πέρασμά της στην «Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά» στα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1980. Από τότε η ΕΟΚ ενιαία επεδίωκε να προσαρμοστεί σ’ έναν τύπο αστικής διαχείρισης διαφορετικό από εκείνο της περιόδου μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έως τη γενικευμένη καπιταλιστική οικονομική κρίση του 1971-19731. Είχε περάσει πλέον η περίοδος –ως ανάγκη συνολικά της καπιταλιστικής συσσώρευσης, αλλά και ως πίεση από τον παγκόσμιο συσχετισμό– για κρατικά μονοπώλια και γενικευμένες κρατικές κοινωνικές υπηρεσίες.
Στη νέα περίοδο των καπιταλιστικών προσαρμογών, η αστική πολιτική στην Ελλάδα είχε μια ευτυχή συγκυρία στη δεκαετία του 1990, λόγω της επικράτησης της αντεπανάστασης στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Ευρώπη, στην ΕΣΣΔ. Σ’ αυτές τις συνθήκες ο ελληνικός καπιταλισμός μπόρεσε ν’ αναζωογονηθεί, ουσιαστικά για πρώτη φορά να περάσει σε εξαγωγή κεφαλαίου για άμεσες επενδύσεις στη μεταποίηση, στις τράπεζες, στην ενέργεια και τις τηλεπικοινωνίες, φυσικά στο εμπόριο, πέραν των μεταφορών (κυρίως ποντοπόρων) στις οποίες είχε ιστορικά διαμορφωμένη υψηλή θέση.
Αρχικά, ο ελληνικός καπιταλισμός είχε σημαντικό πλεονέκτημα (γειτνίαση, ορισμένη ιστορικότητα στις εμπορικές σχέσεις, στην επικοινωνία κλπ.) συμβολής στην καπιταλιστική σταθεροποίηση αυτών των χωρών. Αυτό λειτούργησε και αντίστροφα, ως πλεονέκτημα εισροής στην Ελλάδα φθηνής ειδικευμένης εργατικής δύναμης από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, ροή που συνέβαλε στην ταχύτερη συσσώρευση κεφαλαίου. Το λαϊκό εισόδημα γνώρισε μια συγκυριακή πλασματική βελτίωση, απαραίτητο συμπλήρωμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης με τα τυπικά χαρακτηριστικά της: Ονομαστική ή και πραγματική σε αρκετές περιπτώσεις αύξηση μισθών, διόγκωση του λαϊκού δανεισμού, διόγκωση της λαϊκής αποταμίευσης, που στη συνέχεια πήρε τη μορφή της λαϊκής επένδυσης στο χρηματιστήριο που εξαλείφτηκε στη χρηματιστηριακή κρίση του 1999-2000.
Η φάση αναζωογόνησης της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας, μετά από την οικονομική κρίση του 1991-1993, διεύρυνε τα μεσαία στρώματα των πόλεων, δημιούργησε νέα τμήματά τους, άμεσα συνδεδεμένα με την καπιταλιστική ανάπτυξη, π.χ., χρηματιστές, ασφαλιστές, γραφειοκράτες και τεχνικούς στη διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων κλπ. Η καπιταλιστική ανάπτυξη παρατάθηκε και λόγω των Ολυμπιακών έργων, τα οποία διατήρησαν σε υψηλούς ρυθμούς επενδύσεις και κατανάλωση. Λόγω αυτών των παραγόντων, ο νέος κύκλος της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης καθυστέρησε να εκδηλωθεί (μεσολάβησαν 14 χρόνια). Όμως, όπως μοναδικά παρατήρησε και ανάλυσε ο Κ. Μαρξ, η καπιταλιστική ανάπτυξη έχει στο κύτταρό της το αναπόφευκτο της κρίσης. Το αναπόφευκτο λοιπόν για την καπιταλιστική οικονομία στην Ελλάδα πλησίασε ταυτόχρονα με μια γενικευμένη οικονομική κρίση από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία έως την Ευρώπη. Αυτή θα έβρισκε την καπιταλιστική οικονομία της Ελλάδας πολύ πιο συνδεδεμένη με την ΕΕ, με την Ευρωζώνη, το κοινό νόμισμα, επομένως με πολύ πιο περιορισμένα «εθνικά» νομισματικά και δημοσιονομικά εργαλεία για τη διαχείρισή της. Άλλωστε, οι παράγοντες που επέβαλλαν την προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων προϋπήρχαν της κρίσης. Η κρίση έσπρωξε επιτακτικά στην ταχύτερη προώθησή τους.
Τόσο οι κυβερνήσεις της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ, το οποίο συνολικά ήταν περισσότερα χρόνια στη διακυβέρνηση, είχαν ήδη, προ κρίσης, επιχειρήσει σε σημαντικό βαθμό τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις –εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις, απελευθέρωση αγορών. Υποχώρησαν, όμως, σ’ ένα γενικευμένο περιορισμό της μονιμότητας και του αριθμού των δημόσιων υπαλλήλων, σε ταχύτατες δραστικές αλλαγές στα ασφαλιστικά ταμεία, σε συρρίκνωση συντάξεων και αποζημιώσεων προς τα επίπεδα των χαμηλότερων.
Οι αντιδράσεις ανώτερων μεσαίων στρωμάτων, αλλά και των κατώτερων, εργαζομένων στις πρώην ΔΕΚΟ, καθώς κι εργατικών δυνάμεων, λειτουργούσαν ανασταλτικά. Θυμίζουμε τις κινητοποιήσεις για το Ασφαλιστικό (2003), αλλά και τις αντιθέσεις μέσα στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ (π.χ., παραίτηση του υπουργού Αλέκου Παπαδόπουλου) για το μη προχώρημα του λεγόμενου καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού, που αφορούσε πρώτ’ απ’ όλα τους μηχανισμούς της «Δημόσιας Διοίκησης». Επίσης θυμίζουμε τις αντιδράσεις στην κυβέρνηση Κ. Καραμανλή, κυρίως ως προς την τάση (με υπουργό τον Γ. Αλογοσκούφη) πρόταξης του στόχου περιορισμού του δημόσιου χρέους με αύξηση της φορολογίας.
Όλα τα παραπάνω συνοπτικά δείχνουν ότι ορισμένη βελτίωση ή έστω συγκράτηση της απώλειας σε μισθούς και κοινωνικές παροχές ήταν αποτέλεσμα μιας καπιταλιστικής συγκυρίας που δεν αφορούσε μόνο την Ελλάδα, δεν οφειλόταν σ’ ένα «καλό» ΠΑΣΟΚ ή σε μια πιο «λαϊκή» ΝΔ. Η τάση της σαρωτικής μείωσης όχι μόνο του εργατικού και λαϊκού εισοδήματος, αλλά και των εισοδημάτων ανώτερων μεσαίων στρωμάτων, υπόβοσκε, περίμενε την εκδήλωση μιας νέας οικονομικής κρίσης για να σπάσει αστικούς κομματικούς φραγμούς και κυβερνητικές αναστολές.
Ποιο ήταν το οικονομικό υπόβαθρο για τη δυσχέρεια στη συμμαχία της τάξης των καπιταλιστών με παλιά ανώτερα μεσαία στρώματα, π.χ., διοικητικό δυναμικό κρατικών μηχανισμών (πρυτανείες), επιστήμονες ελεύθερους επαγγελματίες με ορισμένη επαγγελματική προστασία (φαρμακοποιούς), ελεύθερους επαγγελματίες στις μεταφορές (ταξί), στο εμπόριο πετρελαιοειδών, αλλά και μεγάλα τμήματα κρατικών υπαλλήλων, αγροτών κλπ.; Ήταν οι σημαντικές αλλαγές στο συσχετισμό μεταξύ των καπιταλιστικών οικονομιών (καπιταλιστική αναβάθμιση πολυπληθέστατων κρατών όπως της Κίνας, αλλά και της Βραζιλίας, καπιταλιστική σταθεροποίηση της Ρωσίας) μαζί με τη βαθιά και παρατεταμένη οικονομική κρίση στην Ελλάδα, σε συνθήκες ενιαίου νομίσματος και δημοσιονομικών δεσμεύσεων εντός της Ευρωζώνης.
Εκτός των άλλων, η οικονομική κρίση υποχρέωσε σε πιο ορθολογική και παραγωγική αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων που ένα μέρος τους χρησιμοποιούνταν ως υλικό μέσο χειραγώγησης. Αυτό εκδηλώθηκε πιο έντονα αρχικά στις αγροτικές επιδοτήσεις, στη συνέχεια στα κονδύλια εξαγοράς μέσω πληθώρας κρατικών οργανισμών, της Τοπικής Διοίκησης κλπ.
Αν και τα μεσαία στρώματα δεν αποτελούν την πλειοψηφούσα κοινωνική δύναμη, όπως ισχυρίζονται και πρόσφατα αρκετοί αστοί αναλυτές, ωστόσο αποτελούν σημαντική κοινωνική δύναμη και μέσω της οποίας η τάξη των καπιταλιστών, απόλυτα μειοψηφική, διοχετεύει την ιδεολογική και πολιτική της επιρροή στην κοινωνικά πλειοψηφούσα εργατική τάξη.
Άλλωστε, σε συνθήκες εκδήλωσης της οικονομικής κρίσης πραγματοποιείται και καταστροφή καπιταλιστών, ανεξάρτητα αν διατηρούνται ως μεγαλοεισοδηματίες. Επίσης, επιταχύνεται κι εντείνεται ο ανταγωνισμός στη διαδικασία συγκεντροποίησης ιδιαίτερα του υποτιμημένου κεφαλαίου. Αυτές οι κοινωνικές-οικονομικές διεργασίες έχουν την αντανάκλασή τους σε ανακατατάξεις στο πολιτικό προσωπικό, στην ανασυγκρότηση κομμάτων ή στη συνολικότερη αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος.
Αυτή η διαδικασία ήταν αναπόφευκτη στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης 2008-2014. Εκδηλώθηκε με την εμφανή αδυναμία άσκησης της κυβερνητικής πολιτικής επί ΝΔ που οδήγησε στις πρόωρες εκλογές του 2009.
Στη συνέχεια εκφράστηκε ως αδυναμία άσκησης της διακυβέρνησης από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με πρωθυπουργό τον Γ. Παπανδρέου, που οδήγησε στην τρικομματική κυβέρνηση (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑ.Ο.Σ.) με πρωθυπουργό τον Λ. Παπαδήμο. Οι εκλογές του Μάη, καθώς και του Ιούνη του 2012, κατέγραψαν πολύ μεγαλύτερη από την αναμενόμενη φθορά κυρίως του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της ΝΔ. Αποτύπωσαν το τέλος της δικομματικής κυβερνητικής εναλλαγής, όπως είχε διαμορφωθεί για σχεδόν 40 χρόνια. Ταυτόχρονα, οι εκλογές του 2012 έδωσαν τα πρώτα στοιχεία της διαδικασίας αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος.
Το κατεξοχήν αστικό φιλελεύθερο κόμμα, η ΝΔ, έχασε τη συνοχή του. Αποσχίστηκαν και συγκροτήθηκαν αυτοτελώς εθνικιστικές δυνάμεις, όπως οι ΑΝΕΛ (είχε προηγηθεί ο ΛΑ.Ο.Σ.). Αποσχίστηκαν, συσπειρώθηκαν και αναπτύχθηκαν οι φασιστικές-ναζιστικές δυνάμεις γύρω από τη «Χρυσή Αυγή» (ΧΑ), τουλάχιστον με την άμεση υποστήριξη τμημάτων του κρατικού μηχανισμού, ο οποίος στήριξε τη συγκρότησή τους σε εγκληματικές συμμορίες τρομοκράτησης μεταναστών, κομμουνιστών κι εργατών συνδικαλιστών.
Το μεγαλύτερο μέρος του κατεξοχήν σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, του ΠΑΣΟΚ, μετακινήθηκε στο ΣΥΡΙΖΑ, που εκτοξεύτηκε από το 4,6% του 2009 σε 16,8% το Μάη και 26,9% τον Ιούνη του 2012.
Το συνολικό εκλογικό αποτέλεσμα του Μάη και του Ιούνη του 2012, αν και αποτύπωνε μια εκτεταμένη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, δεν αποτύπωνε κάποια τάση ριζοσπαστικοποίησης της εργατικής και λαϊκής στάσης. Αποτύπωνε την εργατική και λαϊκή καταδίκη των κομμάτων που εναλλάσσονταν στη διακυβέρνηση, χωρίς καταδίκη του ταξικού χαρακτήρα της πολιτικής που εφάρμοσαν. Ταυτόχρονα αποτύπωνε από τη μια μεριά είτε την πιο φανερή αντιδραστική επιλογή, όπως της ΧΑ, είτε τη διάχυση σε εθνικιστικά αστικά κόμματα, όπως των ΑΝΕΛ, και από την άλλη τον εγκλωβισμό σε νέες παγίδες χειραγώγησης, νέα «αριστερά», «σοσιαλίζοντα» κόμματα - υποκατάστατα του ΠΑΣΟΚ, εν μέρει στη ΔΗΜΑΡ, αλλά κυρίως στο ΣΥΡΙΖΑ που απέσπασε και σημαντικό μέρος της εκλογικής επιρροής του ΚΚΕ.
Η οικονομική κρίση και η επίδρασή της στη συνοχή κι εκλογική δύναμη του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ δεν οδήγησε σε δυναμικές αντιμονοπωλιακές-αντικαπιταλιστικές εργατικές και λαϊκές κινητοποιήσεις. Ακόμα κι όταν ανέβηκε η μαζικότητα των κινητοποιήσεων, κυρίως την περίοδο 2010-2012 επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ με πρωθυπουργό τον Γ. Παπανδρέου, στο μεγαλύτερο μέρος τους εγκλωβίστηκαν (μέσω ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, αλλά και πολιτικής παρέμβασης του ΣΥΡΙΖΑ και τμήματος του ίδιου του ΠΑΣΟΚ) στο αίτημα να φύγει εκείνη η κυβέρνηση, αποδίδοντάς της την αποκλειστική ευθύνη για τη συμφωνία με ΕΕ-ΔΝΤ. Σημαντικό τμήμα του κινήματος εγκλωβίστηκε στην ταξικά άσφαιρη «αντι-μνημονιακή» γραμμή, με εξαίρεση το μέρος των κινητοποιήσεων στο οποίο πρωτοστάτησαν οι δυνάμεις του ΚΚΕ και των φορέων της Λαϊκής Συμμαχίας ΠΑΜΕ-ΠΑΣΥ-ΠΑΣΕΒΕ-ΟΓΕ-ΜΑΣ. Ωστόσο, όπως έδειξε και η σημαντική μείωση της εκλογικής πολιτικής επιρροής του ΚΚΕ, ακόμα και σε δυνάμεις που συσπειρώνονται με το ΠΑΜΕ υπήρξαν αποπροσανατολιστικές πολιτικές επιδράσεις: Αυταπάτες για ανατροπή των αντιλαϊκών μέτρων με υποκατάσταση του ΠΑΣΟΚ από το ΣΥΡΙΖΑ ή με κυβερνητική συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ.