Το Μεταβατικό Πρόγραμμα (ΜΠ) αποτελεί το βασικό πεδίο σύγκλισης όλων αυτών των δυνάμεων. Στο έδαφος αυτής της στρατηγικής αντίληψης αναπτύσσονται και οι διεργασίες στο χώρο. Το ΜΠ προτάσσεται ως μέσο γεφύρωσης της αναντιστοιχίας μεταξύ της υλικής ωριμότητας του σοσιαλισμού και της υποκειμενικής ανωριμότητας του λαού για τη σοσιαλιστική επανάσταση.
Φυσικά υπάρχουν διαφορετικοί «χρωματισμοί» της παραπάνω αντίληψης. Κάποιες δυνάμεις (π.χ. η ΝΣ) θεωρούν ότι η υλοποίηση κάποιων αιτημάτων του ΜΠ στον καπιταλισμό συντελεί και στην ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό, ενώ άλλες δυνάμεις το θεωρούν προσαρμογή στις συνθήκες απουσίας της επαναστατικής κατάστασης. Σε κάθε περίπτωση όλοι θεωρούν ότι η προβολή του ΜΠ ως συγκεκριμένης ενιαίας πολιτικής πρότασης, η οποία «συνδέει το σήμερα με το αύριο του κινήματος», συντελεί στην πολιτικοποίηση του λαού, στην ανάπτυξη του κινήματος και σε μια πορεία στην κατανόηση της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού.
Χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι η κριτική που ασκείται στη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ από μέρους αυτών των δυνάμεων είναι ότι δεν μπόρεσε να δράσει ως «μεταβατική» κυβέρνηση και τελικά «συμβιβάστηκε». Φυσικά, αυτή η άποψη –που αναδεικνύει και το γεγονός ότι ολόκληρη η ανάλυση για το μεταβατικό πρόγραμμα είναι λαθεμένηασμένη– αποκρύπτει ότι κανένα κόμμα που αναδεικνύεται στην αστική διακυβέρνηση (όπως κι αν αυτοχαρακτηρίζεται, π.χ. αριστερό ή κομμουνιστικό) μέσα από αστικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες, δηλαδή με την ανοχή του κεφαλαίου, δεν μπορεί να παίξει τέτοιο «μεταβατικό» ρόλο. Το αστικό κράτος (όπως και η καπιταλιστική οικονομία) λειτουργεί προς όφελος της αστικής τάξης ανεξάρτητα από το διαχειριστή του.
Σε άλλα άρθρα στην ΚΟΜΕΠ28 έχουμε αναδείξει τόσο τις ρίζες αυτής της «μεταβατικής» αντίληψης στο εσωτερικό του πολιτικού εργατικού κινήματος όσο και με ποιο τρόπο αυτή η λογική και όλα όσα ρητά ή άρρητα την συνοδεύουν (π.χ. διαχωρισμός βασικής-κυρίαρχης αντίθεσης, μίνιμουμ-μάξιμουμ προγράμματος) «σπρώχνουν» (στο όνομα της προσαρμογής στο σημερινό επίπεδο της λαϊκής συνείδησης) στη συμπαράταξη με το ένα ή το άλλο μέρος της όποιας αστικής αντιπαράθεσης, εμποδίζοντας τη συγκέντρωση δυνάμεων σε αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.
Στο πλαίσιο αυτού του άρθρου θα σταθούμε στον τρόπο με τον οποίο η συζήτηση γύρω από αυτά τα ζητήματα στρατηγικής επηρεάζει την αναδιαμόρφωση στο χώρο του οπορτουνισμού και την προοπτική νέου οπορτουνιστικού φορέα.
Καταρχάς υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις σε σχέση με το χαρακτήρα του μεταβατικού προγράμματος, άρα και του μετώπου-σχήματος που θα είναι ο φορέας του.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μιλάει για «αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα», που «“γεφυρώνει” τις σημερινές διεκδικήσεις με την προοπτική της ανατροπής του καπιταλισμού και τον ορίζοντα της εργατικής εξουσίας […] Στοχεύει στη ριζική αλλαγή των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών σε όφελος της εργατικής τάξης και του λαού, στην ανατροπή της επίθεσης και την υποκειμενική προετοιμασία δυνάμεων για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας».
Ο πυρήνας της λογικής που λέει ότι ένα μέρος του προγράμματος «επιβάλλεται σήμερα», ενώ το «σύνολό του» σε δεύτερη φάση αποτυπώνεται ρητά στις συλλογικές της αποφάσεις: «Το πρόγραμμα αυτό προωθείται και σε ένα βαθμό επιβάλλεται σήμερα από τον πολιτικό αγώνα των εργαζόμενων, το εργατικό λαϊκό μέτωπο ρήξης ανατροπής και το αναπτυσσόμενο αντικαπιταλιστικό μέτωπο. Στο σύνολό του μπορεί να το υλοποιήσει η κυβέρνηση και η εξουσία των εργαζόμενων, που προϋποθέτει την επαναστατική αλλαγή και τα όργανα εξουσίας του εργαζόμενου λαού»29.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ παίρνουν όλο και περισσότερο υπόψη και επιχειρούν να απαντήσουν στην κριτική που τους ασκεί το ΚΚΕ σε σχέση με το σε ποιο έδαφος (σε καπιταλιστικό) και ποιο χαρακτήρα (αστικό) θα έχει η κυβέρνηση που θα εφαρμόσει ένα μεταβατικό πρόγραμμα, ανεξαρτήτως του πώς αυτή θα αυτοχαρακτηρίζεται (π.χ. «αντικαπιταλιστική», «μεταβατική»). Έτσι, στα πιο πρόσφατα κείμενά τους κάνουν μια προσαρμογή: «Η μάχη για την επιβολή του “αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος” γίνεται από τα κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα που συγκροτούνται μέσα στην ταξική πάλη και υπηρετούν το σκοπό αυτό. Στο κοινωνικό επίπεδο από το εργατικό και λαϊκό αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής, που έχει ως κέντρο του το ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα. Στο πολιτικό επίπεδο από το αντικαπιταλιστικό μέτωπο –πρώτο ουσιαστικό βήμα του οποίου είναι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ…»30. Το ίδιο επιχειρείται με αναφορές όπως «επιβολή αυτών των πολιτικών στόχων», που θα γίνει «με τη δύναμη του οργανωμένου λαού», λογική που αποδέχεται τη δυνατότητα ριζικών φιλολαϊκών ανατροπών χωρίς ρήξη με την αστική εξουσία.
Με βάση τη λογική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, φορέας αυτού του μεταβατικού προγράμματος είναι το «αγωνιστικό μέτωπο ρήξης» που συνενώνει τα διάφορα μέτωπα πάλης31. Ολόκληρη η λογική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην ουσία υποβαθμίζει τον πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης και του κινήματός της στη ρήξη και την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Έτσι, υιοθετεί την οπορτουνιστική λογική η οποία συνδυάζει τη διακήρυξη του συνθήματος της μελλοντικής «κατάληψης της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της»32 με την ιεράρχηση στην καθημερινή πράξη των πολυποίκιλων «μετώπων πάλης».
Η ΛΑΕ από τη μεριά της, αναγνωρίζοντας επίσης ότι το βασικό πεδίο ζυμώσεων είναι το θέμα του μεταβατικού προγράμματος, συμμετέχει ενεργά και επιχειρεί να παρέμβει σε αυτήν τη συζήτηση, προβάλλοντας τη δική της γραμμή για «αντιμνημονιακό μεταβατικό πρόγραμμα», που θα αποτελέσει «όχημα μιας ενωτικής αριστερής προσπάθειας» και «θα δίνει προοδευτική διέξοδο από τη σημερινή κρίση, θα μπορεί να συγκροτήσει μια μεγάλη αγωνιστική κοινωνική συμμαχία της μισθωτής εργασίας, των μικρομεσαίων στρωμάτων, της αγροτιάς και της νεολαίας και θα διαμορφώνει έναν υπαρκτό δρόμο μετάβασης στο σοσιαλισμό».33
Προσπαθώντας να απαντήσει στην κριτική ότι υποβαθμίζει τον «αντικαπιταλιστικό αγώνα» και να δικαιώσει τη γραμμή της ΛΑΕ, ο Π. Λαφαζάνης υποστηρίζει ότι ο αντικαπιταλιστικός αγώνας περνά σήμερα μέσα από την αντιμνημονιακή πάλη. Στην ομιλία του Π. Λαφαζάνη στην εκδήλωση του Kommon που αναφέρθηκε παραπάνω διαβάζουμε: «Μετά και τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, προβάλλονται πιο έντονα οι απόψεις κάποιων δυνάμεων της Αριστεράς οι οποίες θεωρούν ότι το δίλημμα μνημόνιο - αντιμνημόνιο είναι αποπροσανατολιστικό και ότι το πρωτείο για την Αριστερά βρίσκεται στην άμεση ανατροπή του καπιταλισμού και τον αντικαπιταλιστικό αγώνα. Δεν πρόκειται για λάθος, αλλά για πλήρη παραμόρφωση και φυγή από την πραγματικότητα. Δεν υπάρχει αντικαπιταλιστικός αγώνας έξω από τον αγώνα που θέτει ως πρώτη και κύρια προτεραιότητα την άμεση ήττα των μνημονιακών πολιτικών και την ακύρωση των μνημονίων. Δεν υπάρχει αντικαπιταλιστικός αγώνας έξω από την πρώτιστη σημασία να απαλλαγεί η χώρα από τη νεοαποικιοκρατία και την ιδιόμορφη πολιτική και οικονομική κατοχή. Δεν υπάρχει γενικά και αφηρημένα καπιταλισμός έξω από τις μορφές αναπαραγωγής του…»34.
Σε αυτήν τη βάση, η ΛΑΕ προβάλλει μια ευρεία γκάμα δυνάμεων που μπορούν να συσπειρωθούν σε αυτήν τη γραμμή: «Ένα ευρύτατο μέτωπο όλων των ανυπότακτων δημοκρατικών, αντιιμπεριαλιστικών, πατριωτικών, αντιμνημονιακών δυνάμεων». Έτσι κάνουν ταυτόχρονα κάλεσμα και επίθεση στα άλλα οπορτουνιστικά κόμματα, λέγοντας ότι «τίποτα δε θα μας δικαιολογήσει απέναντι στην Ιστορία αν καθηλωθούμε σε άγονες διαμάχες, στον πλειστηριασμό της μεγάλης φράσης, στην αναζήτηση δικαίωσης όχι μέσα από τη μεγάλη λαϊκή νίκη, αλλά μέσα από το μικρό, ενδοαριστερό εμφύλιο. Μια τέτοια Αριστερά δεν την έχει ανάγκη ο λαός. Στην πραγματικότητα, προσφέρει υπηρεσίες μόνο στο σύστημα».35
Σημαντικό σημείο διαφοροποίησης στο περιεχόμενο του μεταβατικού προγράμματος, ιδιαίτερα ανάμεσα σε ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΛΑΕ, αποτελεί η τοποθέτηση γύρω από την ΕΕ και την Ευρωζώνη. Είναι γνωστό ότι για τη ΛΑΕ ακρογωνιαίος λίθος της «ρήξης» είναι το ζήτημα της εξόδου από την Ευρωζώνη, ακολουθούμενο από αναπροσαρμογή των διεθνών καπιταλιστικών συμμαχιών της χώρας. Έχουμε σημειώσει αρκετές φορές σε αρθρογραφία ότι η αμφισβήτηση της Ευρωζώνης και εν μέρει της ΕΕ (ο λεγόμενος «ευρωσκεπτικισμός») διέπει και αστικές δυνάμεις. Αν δε συνδεθεί με την αμφισβήτηση των σχέσεων ιδιοκτησίας και το χαρακτήρα της εξουσίας, δεν οδηγεί σε φιλολαϊκή πολιτική.
Η προσέγγιση του ζητήματος ευρώ/ΕΕ αποτέλεσε και αποτελεί σημείο τριβής τόσο εντός της ΛΑΕ, όπως αναφέραμε σε προηγούμενη ενότητα, όσο και στη σχέση της με τα άλλα οπορτουνιστικά κόμματα. Η ΛΑΕ μετά από τις εκλογές πραγματοποίησε μια σημαντική προσαρμογή στο ζήτημα της ΕΕ η οποία, ανάμεσα στα άλλα, την διευκολύνει ώστε να μπορεί να ανταπεξέλθει καλύτερα στη ζύμωση με τα άλλα κόμματα. Ενώ προεκλογικά τα στελέχη της ΛΑΕ τόνιζαν με κάθε ευκαιρία ότι μιλάνε μόνο για έξοδο από το ευρώ και όχι από την ΕΕ, τώρα η θέση της ΛΑΕ μετατοπίζεται ελαφρά και τίθεται –«αν χρειαστεί», όπως λένε– θέμα δημοψηφίσματος, αφού έχει προηγηθεί η έξοδος από την Ευρωζώνη, στο οποίο η ΛΑΕ θα καλέσει το λαό να πει «όχι στην ΕΕ».
Η μετατόπιση αυτή προκάλεσε κριτική από ορισμένα στελέχη της ΛΑΕ όπως η Ν. Βαλαβάνη: «Θεωρούμε τελικά ότι χάσαμε τις εκλογές επειδή δεν προβάλαμε καθαρά την προοπτική εξόδου από Ευρωζώνη και ΕΕ; Γι’ αυτό συμπληρώθηκε […] η θέση της προεκλογικής διακήρυξης για δημοψήφισμα για τη θέση της Ελλάδας στην ΕΕ σε περίπτωση που ορθωθούν ανυπέρβλητα εμπόδια από μέρους της, με τη διευκρίνιση ότι σε αυτό το δημοψήφισμα η Λαϊκή Ενότητα θα ψηφίσει “όχι”; Δεν μπορώ να δω πιο καθαρό τρόπο υιοθέτησης –από το παράθυρο– της θέσης ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ για έξοδο και από την ΕΕ»36.
Σε αυτές τις απόψεις εναντιώνονται τα στελέχη της ΛΑΕ που τάσσονται υπέρ της συμπερίληψης της εξόδου από την ΕΕ στο πρόγραμμα της ΛΑΕ. Για παράδειγμα, στο κείμενο των «56 μελών και φίλων της ΛΑΕ», στο οποίο αναφερθήκαμε και προηγουμένως, επισημαίνεται ότι: «Η διαδικασία της ρήξης με την ΕΕ είναι μια βαθύτερα πολιτική διαδικασία και δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη διαδικαστική μέθοδο της εξόδου (αν θα γίνει δηλαδή δημοψήφισμα ή όχι)»37.
Σε άλλα άρθρα της ΚΟΜΕΠ έχουμε αναφερθεί αναλυτικά και στο γεγονός ότι το μεταβατικό πρόγραμμα αποτελεί κομβικό στοιχείο και στην αντίληψη των ομάδων του ΕΑ, του ΣΚ και της ΝΣ, τόσο στην πολεμική τους απέναντι στο ΚΚΕ όσο και ως συγκολλητική ουσία στις σχέσεις που αναπτύσσουν με τα άλλα οπορτουνιστικά κόμματα και ομάδες.
Η ΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Σε άμεση εξάρτηση με τη συζήτηση περί μεταβατικού προγράμματος είναι και οι συγκλίσεις και αποκλίσεις που σημειώνονται μεταξύ των οπορτουνιστικών κομμάτων και ομάδων στο ζήτημα της διακυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού και του χαρακτήρα του κράτους που θα προκύψει από τυχόν κατάκτηση της εξουσίας από «το μέτωπο ή το επαναστατικό κόμμα», από την υλοποίηση του «μεταβατικού προγράμματος».
Οι περισσότερες δυνάμεις (ΛΑΕ, ΕΑ, ΣΚ, ΝΣ) συμφωνούν ρητά στο ότι πρέπει να διεκδικηθεί από το «μέτωπο» η διακυβέρνηση στο έδαφος της κυριαρχίας της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και των αστικών πολιτικών θεσμών. Προβάλλουν ανοιχτά την ανάγκη διεκδίκησης της κυβέρνησης και την κατάληψη της πλειοψηφίας στους θεσμούς του αστικού κράτους ως μέσο ανακούφισης των λαϊκών μαζών και προετοιμασίας τους για την τελική σύγκρουση. Όπως κι αν την χαρακτηρίζουν (π.χ. η ΛΑΕ μιλάει για «λαϊκή “μεταπολίτευση”» και «νέα δημοκρατία του λαού», ο ΕΑ χαρακτηρίζει αυτήν την κυβέρνηση ως κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών, αντιμονοπωλιακών δυνάμεων, η ΝΣ ως κυβέρνηση του ΑΑΔΜ και ο Κορδάτος ως «λαϊκή κυβέρνηση» ή «κυβέρνηση ριζοσπαστικών πολιτικών δυνάμεων με αντιιμπεριαλιστική και αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση»38), από κοινού συμφωνούν α) στη δυνατότητα ανάδειξης ενός επαναστατικού –υποτίθεται– κόμματος και του μετώπου στο οποίο αυτό θα συμμετέχει στη διακυβέρνηση μέσω του θεσμού των αστικών εκλογών και β) στη δυνατότητα αξιοποίησης λειτουργιών του αστικού κράτους και θεσμών του προς όφελος της επανάστασης (έλεγχος στρατού και αστυνομίας, ψήφιση φιλολαϊκών νόμων στη Βουλή, αλλαγή μαθημάτων στα σχολεία κλπ.).
Σε άλλα κείμενα της ΚΟΜΕΠ39 έχουμε αναφερθεί αναλυτικά στο ανυπόστατο των παραπάνω απόψεων. Σε αυτό το άρθρο αρκεί να αναφερθούμε στον τρόπο με τον οποίο αυτές οι δυνάμεις αντιλαμβάνονται το χαρακτήρα του κράτους που θα προκύψει μετά από την κατάκτηση της διακυβέρνησης από το «επαναστατικό» κόμμα και το μέτωπο στο οποίο συμμετέχει.
Οι ΕΑ και ΣΚ από τη μία και η ΝΣ από την άλλη παρουσιάζουν την εξής διαφορά όσον αφορά το χαρακτήρα αυτού του κράτους: Ενώ ο ΕΑ και ο ΣΚ λένε ότι ο έλεγχος της κυβέρνησης δεν αποτελεί ακόμα επανάσταση, αλλά μπορεί να συμβάλει στην «προσέγγιση της επανάστασης», η ΝΣ χαρακτηρίζει την κατάληψη της κυβέρνησης μέσω των εκλογών (χωρίς ανατροπή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και των θεσμών του αστικού κράτους) ως έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας, ως έναρξη της «μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό». Παράλληλα υποστηρίζει ρητά ότι αυτό το κράτος, παρά το γεγονός ότι είναι επαναστατικό, «δε θα είναι ούτε αστικό κράτος, ούτε η δικτατορία του προλεταριάτου», αλλά θα είναι «η δημοκρατική δικτατορία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς, ένα κράτος τύπου Κομμούνας». Ο ΣΚ με τη σειρά του χαρακτηρίζει (μέσω του σχολιασμού του Προγράμματος της Λαϊκής Δημοκρατίας της δεκαετίας του 1940) αυτό το κράτος ως «μία μορφή εξουσίας της εργατικής τάξης και των συμμάχων της» και ως «πρόπλασμα του σοσιαλιστικού κράτους». Στην καλύτερη των περιπτώσεων μπορούμε να πούμε ότι δε διδάχτηκαν τίποτα από την ιστορία της ταξικής σύγκρουσης της δεκαετίας του 1940.
Ένα δεύτερο σημείο που σχετίζεται με την αντίληψή τους για το κράτος είναι ότι αποδέχονται ότι αυτό μπορεί να βρίσκεται σε μία κατάσταση μόνιμης και μακροχρόνιας αστάθειας στην οποία το κίνημα –αν έχει τα σωστά χαρακτηριστικά– μπορεί να του επιβάλλει καθοριστικές και ριζικές ανατροπές. Στο πλαίσιο αυτό υιοθετούν –ιδιαίτερα η ΝΣ– τη λογική της γενικής κρίσης του καπιταλισμού η οποία παρουσιάζει το αστικό κράτος ως μόνιμα ευάλωτο –λόγω της αδυναμίας του– στην πίεση του κινήματος, την ίδια στιγμή που αποδέχονται το γεγονός ότι δεν υπάρχει σήμερα διαμορφωμένη επαναστατική κατάσταση. Εδώ κολλάνε και οι συνεχείς αναφορές τους στην «πορεία κλονισμού» του αστικού κράτους και τις «ριζικές ανατροπές που ανοίγουν το δρόμο στο σοσιαλισμό». Εννοείται ότι οι βιβλιογραφικές αναφορές με τις οποίες προσπαθούν να δώσουν λενινιστικό επίχρισμα στις αναλύσεις τους είναι όλες από την περίοδο του Φλεβάρη-Οκτώβρη του 1917 (περιλαμβάνουν δηλαδή αιτήματα που «ρίχτηκαν» ως στόχοι ζύμωσης για τα ένοπλα και κυριαρχούμενα από τους μενσεβίκους σοβιέτ), αποσιωπώντας το γεγονός ότι ακόμη και σε εκείνες τις συνθήκες οι μπολσεβίκοι δεν πήραν μέρος στην κυβέρνηση. Εννοείται ότι αυτές οι ομάδες αποφεύγουν «όπως ο διάολος το λιβάνι» τις αναφορές στο καθαυτό έργο που πραγματεύεται τα ζητήματα του κράτους, το «Κράτος και Επανάσταση»40.
Η ΛΑΕ προβάλλει την ανάγκη «ανάδειξης μιας κυβέρνησης της μαχόμενης Αριστεράς, μιας εξουσίας των εργαζομένων, με ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα δημοκρατίας, εθνικής ανεξαρτησίας, παραγωγικού μετασχηματισμού, οικονομικής ανόρθωσης, κοινωνικής δικαιοσύνης και οικολογικής προστασίας»41. Όπως διευκρινίζει ο Π. Λαφαζάνης: «Το λάθος του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ότι επιδίωξε με πάθος την κυβέρνηση, αλλά το ότι αυτή η επιδίωξη είχε εγγενείς αντιφάσεις, παρέκαμπτε τις αναπόφευκτες συγκρούσεις». Στην ίδια ομιλία καταλήγει: «Θα ήταν, όμως, ατόπημα αν βγάζαμε λάθος συμπεράσματα αν, στο όνομα της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ, αποφεύγαμε να θέσουμε με ένα νέο τρόπο ως στόχο προτεραιότητάς μας την κυβέρνηση Αριστεράς»42. Ο Π. Λαφαζάνης, όπως και τα άλλα στελέχη της ΛΑΕ, δε θέλουν ή δεν μπορούν να βγάλουν συμπεράσματα καταρχάς από τη δική τους λειτουργία ως υπουργών μιας κυβέρνησης στο έδαφος οικονομικής κυριαρχίας και εξουσίας του κεφαλαίου.
Στο ίδιο μήκος κύματος, προβάλλεται η αντίληψη για «ριζοσπαστικό μετασχηματισμό» του κράτους, με κύριο αίτημα τη σύγκληση «Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης» που θα προτείνει νέο Σύνταγμα. Πρόκειται στην ουσία για ένα νέο Σύνταγμα που μπορεί δήθεν να «εξαγνίσει» τους αστικούς κρατικούς θεσμούς. Μαζί με αυτά γίνεται λόγος για θεσμούς «άμεσης» δημοκρατίας, εκδημοκρατισμό των μηχανισμών καταστολής (ΜΑΤ κλπ.), δυνατότητα ανάκλησης εκλεγμένων, δυνατότητα τοπικών και πανεθνικών δημοψηφισμάτων κλπ. Μιλάει δηλαδή για «εκδημοκρατισμό» του αστικού κράτους, κρύβοντας τον ταξικό του χαρακτήρα (όπως και τον ταξικό χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας). Στην ουσία, το τρίπτυχο Συντακτική Εθνοσυνέλευση - Νέο Σύνταγμα - νέα δημοκρατία του λαού / ή Προωθημένη Δημοκρατία (όπως αναφέρεται αλλού) αποτελεί μια μορφή επεξεργασίας «σταδίου», όπου δήθεν οι αστικοί θεσμοί θα ανοίξουν το δρόμο για την αυτο-ανατροπή τους. Να σημειώσουμε ότι στο θέμα της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης συμπίπτουν με το ΣΚ, όπως βέβαια και με μια σειρά ετερογενείς αντιμνημονιακές δυνάμεις, μια και το αίτημα για Νέο Σύνταγμα αποτέλεσε, ιδιαίτερα σε προηγούμενη φάση, κοινό στοιχείο διάφορων δυνάμεων, όπως το ΕΠΑΜ, Σπίθα κ.ά.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως ήδη είδαμε, διαφοροποιείται στο ζήτημα της κυβέρνησης και επιχειρεί να κρατήσει αποστάσεις, χωρίς όμως ουσιαστικά να απορρίπτει κατηγορηματικά τη δυνατότητα κυβέρνησης σε καπιταλιστικό έδαφος. Γι’ αυτό, ενώ προχωράει στις προσαρμογές που παρουσιάσαμε, παράλληλα μέσα από αρθρογραφία στελεχών επισημαίνεται ότι: «Θέλει προσοχή, γιατί δε συζητάμε γενικά και αόριστα το θέμα της κυβέρνησης. Πραγματικά κανείς δεν μπορεί να προδιαγράψει απόλυτα το τι μπορεί να προκύψει σε μια άλλη κατάσταση της ταξικής πάλης, που θα έχουν τεθεί άλλα ζητήματα στην ημερήσια διάταξη, η ζωή είναι πάντα πιο ενδιαφέρουσα από θεωρητικά σχήματα και πολιτικές προσεγγίσεις». Και διευκρινίζεται ότι: «Το καυτό θέμα του παρόντος είναι η αποτίμηση των τραγικών αυταπατών για τις δυνατότητες ύπαρξης και λειτουργίας στο καθεστώς μνημονίων και καπιταλιστικής κρίσης μιας αριστερής κυβέρνησης (με ολίγη ή πολύ από μαζικό κίνημα) χωρίς την ανατροπή του γενικού πλαισίου της καπιταλιστικής επίθεσης και της υπεραντιδραστικής ανασυγκρότησης του συστήματος».43
Αυτό δηλαδή που απορρίπτει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν είναι γενικά η κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού από άποψη αρχής, αλλά μόνο μια τέτοια κυβέρνηση σε συγκεκριμένες συνθήκες, σε «καθεστώς μνημονίων» και στο πλαίσιο της «υπεραντιδραστικής» συγκρότησης του συστήματος. Εδώ βλέπουμε και ένα δείγμα της διγλωσσίας που διέπει γενικά τον οπορτουνισμό, ο οποίος επιχειρεί μέσω συγκεχυμένων και αντιφατικών τοποθετήσεων να συνδυάσει τον ελιγμό έναντι της κριτικής που του ασκείται από το επαναστατικό κόμμα με την ανοιχτή προβολή της οπορτουνιστικής του λογικής.
Άλλωστε, ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες διατυπώσεις στο ζήτημα, το θέμα της κυβέρνησης ή μιας «μεταβατικής» εξουσίας μένει ανοιχτό από την ίδια τη λογική του μεταβατικού προγράμματος. Η ίδια η λογική της επιβολής πλευρών αυτού του προγράμματος, χωρίς την εμφάνιση ευνοϊκών συνθηκών ανατροπής της αστικής εξουσίας (επαναστατικής κατάστασης), προϋποθέτει, αν όχι την ανοιχτή διεκδίκηση της αστικής διακυβέρνησης, σίγουρα μία αδύναμη αστική κυβέρνηση που θα υποχωρεί –σε μη επαναστατικές συνθήκες– μπροστά στη δύναμη του «μετώπου». Προϋποθέτει δηλαδή τη δυνατότητα μιας αστικής κυβέρνησης που θα παίρνει «φιλολαϊκά» μέτρα λόγω του ευνοϊκού για το κίνημα συσχετισμού, κι έτσι θα ανοίγει το δρόμο για ριζικότερες αλλαγές.
Οι παραπάνω ανυπόστατες αποδοχές αποτυπώνονται ξεκάθαρα στο ακόλουθο απόσπασμα από κείμενο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ: «Επιμέρους στόχοι - κρίκοι του προγράμματος, ακόμη και σημαντικοί, μπορούν στον έναν ή τον άλλο βαθμό να επιβληθούν μέσα από τη δράση του κινήματος, κάτω από έναν ευνοϊκό συσχετισμό δυνάμεων και πριν από την επαναστατική διαδικασία»44. Όσο και αν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιχειρεί φραστικά να αποκηρύξει τον «κυβερνητισμό», η ίδια η θεωρητική και πολιτική πρακτική που απορρέει από την υιοθέτηση του μεταβατικού προγράμματος συμβάλλει καθοριστικά –όπως αποδείχτηκε και με το «αβαντάρισμα» της ανάδειξης του ΣΥΡΙΖΑ στην αστική διακυβέρνηση– σε κάποιου είδους προσμονή κυβέρνησης ή κάποιας μεταβατικής μορφής εξουσίας.
Η ΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ-ΛΑΪΚΟ ΚΙΝΗΜΑ
Το σύνολο των οπορτουνιστικών κομμάτων, ολόκληρη την περίοδο μετά από τις εκλογές του Γενάρη του 2015, συνέβαλε στη χειραγώγηση του κινήματος, έδωσε χρόνο και ανοχή στην κυβέρνηση, έπαιρνε μέρος στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς με στόχο να αποκτά κινηματική στήριξη η «διαπραγμάτευση». Επιδόθηκε σε μια προσπάθεια «κινηματικής» κριτικής στην κυβέρνηση, που πήγαζε από την εκτίμηση ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα αναγκάζεται υπό την πίεση του κινήματος, το οποίο δήθεν την ανέδειξε σε κυβέρνηση, να μην «υποχωρεί» στις «έξωθεν» πιέσεις. Είναι μνημειώδης η συμμετοχή δυνάμεων όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλοι στα φιλοκυβερνητικά συλλαλητήρια «στήριξης της διαπραγμάτευσης», στις κινητοποιήσεις για το δημοψήφισμα κ.ά.
Με τον ίδιο τρόπο, οι δυνάμεις αυτές συνεχίζουν και σήμερα να παίρνουν θέση στις εξελισσόμενες αντιθέσεις μεταξύ της ελληνικής αστικής τάξης και των «θεσμών», όπως με τη συμμετοχή, για παράδειγμα, σε διάφορες κινητοποιήσεις (π.χ. πρόσφατα στο Χίλτον, 4 Απρίλη 2016 όπου διεξαγόταν η διαπραγμάτευση μεταξύ κυβέρνησης και «θεσμών»). Στη συγκεκριμένη κινητοποίηση που έγινε με «ομπρέλα» κάλεσμα της ΑΔΕΔΥ, πήραν μέρος η ΛΑΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΕΠΑΜ με συνθήματα ενάντια στο «κουαρτέτο» και με ιδιαίτερες αντι-ΔΝΤ αιχμές, (αφού είχαν προηγηθεί οι διαρροές των διαλόγων μεταξύ των εκπροσώπων του ΔΝΤ), στοιχεία που εκ των πραγμάτων εντάχτηκαν στη φαρέτρα της κυβέρνησης, ανεξάρτητα από τη λογική με την οποία συμμετείχε σε αυτήν την κινητοποίηση η κάθε δύναμη. Παρόμοια ήταν η στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και στις συγκεντρώσεις πριν το δημοψήφισμα, όπως, π.χ., η συγκέντρωση στις 28.6.15 που επίσης πραγματοποιήθηκε με το «καπέλο» της ΑΔΕΔΥ, όπου έμεινε στην ιστορία και η γνωστή παρανόηση από δελτίο ειδήσεων που έδειχνε πανό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και σχολίαζε στη λεζάντα: «Συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ ζητά “ρήξη” και “έξοδο”».45
Ένα από τα σημεία που δυσκολεύει τις σχέσεις ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΛΑΕ στο συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα και αλλού (π.χ. στην Τοπική Διοίκηση) είναι το ζήτημα του οργανωτικού διαχωρισμού των δυνάμεων της ΛΑΕ από τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και εντός της ΛΑΕ, αλλά και σημείο όπου επιχειρεί να «οριοθετηθεί» η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (η οποία επίσης μέχρι πρόσφατα συνεργαζόταν σε πολλές περιπτώσεις με δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ στο συνδικαλιστικό κίνημα) απέναντι στη ΛΑΕ. Μετά από σχετική συζήτηση που προηγήθηκε της Συνδιάσκεψης, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κάνει κριτική στη ΛΑΕ ότι δεν πραγματοποιεί την «αναγκαία τομή», καθώς συμμετέχει «στην περιφερειακή και τοπική κρατική διαχείριση σε συμμαχία με το ΣΥΡΙΖΑ, που οδηγεί ακόμα και στη στήριξη αντιλαϊκών κυβερνητικών επιλογών (Περιφέρεια Αττικής, ΤΣΜΕΔΕ κλπ.)», όπως και «πολλές δυνάμεις της ΛΑΕ παραμένουν εγκλωβισμένες στα ίδια πολιτικοσυνδικαλιστικά σχήματα με το ΣΥΡΙΖΑ (λ.χ. το ΜΕΤΑ στα συνδικάτα)».
Από τη σκοπιά της η ΛΑΕ διακηρύσσει την ανάγκη ξεχωριστής συγκρότησης των δικών της δυνάμεων αλλά παραμένει σε κοινά οργανωτικά σχήματα, συνδικαλιστικές παρατάξεις, παρατάξεις στην Τοπική Διοίκηση και αλλού με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, με την ελπίδα να επιδράσει και να αποσπάσει δυνάμεις. Σε σχετικό άρθρο της «Αυγής» για το 36ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ ομολογείται: «Στο εσωτερικό του ΜΕΤΑ διατηρείται ένα κλίμα ενότητας για συντροφικούς, αλλά και για προφανείς λόγους εκλογικής σκοπιμότητας, με την πλειονότητα των συνέδρων να είναι πολιτικά ενταγμένοι στη ΛΑΕ»46. Αξίζει να σημειωθεί ότι με το ΜΕΤΑ –και κατ’ επέκταση και με τις δυνάμεις της ΛΑΕ– συνεργάστηκε στο Συνέδριο της ΓΣΕΕ και ένα τμήμα της παράταξης ΕΜΕΙΣ (με πρωτοβουλία του επικεφαλής του, Ν. Φωτόπουλου), παράταξη που είχε προκύψει από διάσπαση της ΠΑΣΚΕ.
Μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ διεξάγεται επίσης μια συζήτηση για τη στάση στο συνδικαλιστικό κίνημα, με κύριο σημείο αντιπαράθεσης τη στάση απέναντι στη ΓΣΕΕ. Αυτή η συζήτηση είναι τμήμα της γενικότερης αντιπαράθεσης σε σχέση με τη φύση του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα (όπως παρουσιάσαμε παραπάνω) και τη στάση απέναντι στο «ρεφορμισμό» γενικά. Η διάσταση απόψεων εκφράστηκε και στην πράξη με ξεχωριστή συμμετοχή των δυνάμεων του ΣΕΚ στην απεργία στις 4 Φλεβάρη, που «γλυκοκοιτάζουν» προς τη ΓΣΕΕ.47
Το ΣΕΚ υποστηρίζει ότι στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπάρχουν «συγχύσεις για το τι σημαίνει ρεφορμισμός και ενιαιομετωπική τακτική» και διευκρινίζεται ότι: «Οι αντιπρόσωποι του ΣΕΚ καταψήφισαν (σ.σ.: στη συνδιάσκεψη) αποφάσεις που προωθούσε η συνεργασία ΝΑΡ-ΑΡΙΣ-ΕΠΠΔ, γιατί ασπάζονται απόψεις που περιορίζονται στην καταγγελία του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να κατανοούν τις αντιφάσεις του ρεφορμισμού»48. Το ΣΕΚ άλλωστε υποστηρίζει ότι: «Τα ρήγματα από το ρεφορμισμό δεν προκύπτουν περιμένοντας τις ζυμώσεις στο εσωτερικό του […] αλλά μέσα από ενωτικές πρωτοβουλίες διαλόγου και κοινής δράσης. Κάθε μέτωπο, και πολύ περισσότερο το αντικαπιταλιστικό μέτωπο, δε χτίζεται “στα χαρτιά”». Η λογική αυτή συμπυκνώνεται στην Πολιτική Απόφαση της Συνδιάσκεψης του ΣΕΚ όπου αναφέρεται: «Ενιαίο μέτωπο από τα κάτω αλλά και από τα πάνω, και στα συνδικάτα και με πολιτικά κόμματα της ρεφορμιστικής Αριστεράς, για να μπορούν να νικάνε οι αγώνες, να κερδίζει αυτοπεποίθηση η εργατική τάξη, να αναδεικνύονται λειτουργικά οι αντιφάσεις του ρεφορμισμού και οι ρεαλιστικές απαντήσεις της επαναστατικής εναλλακτικής».
Η λογική αυτή υποστηρίζει ότι μέσα από την ανάπτυξη κοινής δράσης με το «ρεφορμισμό» (το ΣΥΡΙΖΑ εν προκειμένω) και «από τα πάνω» και «από τα κάτω» μπορεί να επιτευχθεί επίδραση στη βάση του, αποκάλυψη της ρεφορμιστικής του φύσης και κέρδισμα δυνάμεων. Το ΝΑΡ άσκησε κριτική σε αυτήν την αντίληψη, παίρνοντας όμως μια μεσοβέζικη θέση, προσπαθώντας να κρατήσει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας, κυρίως στην κοινή δράση «από τα κάτω»: «Το δίπολο πρέπει ή δεν πρέπει να “συμαχήσουμε με τους ρεφορμιστές” είναι, κατά τη γνώμη μας, λάθος. Τόσο οι αντιλήψεις που συμπεριφέρονται σεχταριστικά απέναντι σε αυτήν τη διεργασία και δεν αναζητούν δρόμους επικοινωνίας, συνεργασίας και τελικά αντικαπιταλιστικού μετώπου, είτε αυτές που είναι έτοιμες να εγκαταλείψουν τα ουσιώδη ζητήματα του αντικαπιταλιστικού προγράμματος στο όνομα της ‘‘συμμαχίας’’, είναι αναποτελεσματικές»49.
Το ΣΕΚ, για να τεκμηριώσει τη θέση του, κάνει αναφορά στην τακτική του Ενιαίου Μετώπου. Παρόμοια, αν και με διαφορετική απόχρωση, είναι και η συζήτηση που ανοίγεται για το ΕΜ από άλλους, όπως η αρθρογραφία του Δ. Μπελαντή της ΛΑΕ.50 Η προσπάθεια να δοθεί «βάθος» Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ) στην υπόθεση της σύμπλευσης δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, της ΛΑΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο εργατικό κίνημα με επίκληση της γραμμής του Ενιαίου Μετώπου μόνο κακοποίηση της ΚΔ μπορεί να θεωρηθεί. Δεν είναι του παρόντος να πραγματευτούμε ζητήματα της ΚΔ, της γραμμής της, των δυσκολιών που αντιμετώπισε και των αντιφάσεών της. Αρκούμαστε μόνο να θέσουμε το ιστορικό πλαίσιο.
Το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα (ΔΚΚ) έθεσε τον προβληματισμό σε συνθήκες όπου μετά από την επαναστατική πλημμυρίδα που ξεκίνησε με την Οκτωβριανή Επανάσταση ήρθε η επαναστατική άμπωτη και η εκτίμηση ότι επέρχεται μια εποχή «σχετικής σταθεροποίησης» του καπιταλισμού. Τα ΚΚ, που στην πλειονότητά τους είχαν σχετικά πρόσφατα αποσπαστεί από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ήταν συχνά μικρά και αδύναμα, ενώ η σοσιαλδημοκρατία της εποχής εγκλώβιζε σημαντικές αγωνιζόμενες εργατικές μάζες. Στα ΚΚ επικράτησε η λογική του διαχωρισμού της σοσιαλδημοκρατίας σε «αριστερή» και «δεξιά», ενώ ήδη στη Γερμανία και σε άλλες χώρες τα χώριζε αίμα και αντεπαναστατική δράση. Να διευκρινίσουμε βέβαια ότι τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας, που εκείνη την εποχή χαρακτηριζόταν «αριστερή», μετείχαν σε ένοπλες συγκρούσεις, τάσσονταν υπέρ της Γ΄ Διεθνούς και κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Η βασική λαθροχειρία καταρχάς είναι ότι γίνεται με μηχανιστικό τρόπο μεταφορά αυτών των δεδομένων στις σημερινές συνθήκες, καθώς δεν έχει καμία σχέση το ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει το ΔΚΚ με τη σημερινή κατάσταση. Είναι ανεδαφικό να τίθεται ως ερώτημα αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι απλά ένα ρεφορμιστικό κόμμα ή η ΓΣΕΕ είναι απλά μια ρεφορμιστική οργάνωση, και όχι να αντιμετωπίζεται ως όργανο του κρατικού, εργοδοτικού συνδικαλισμού. Το ίδιο ανεδαφικό είναι να αντιμετωπίζεται η γραμμή της ΛΑΕ ως ρεφορμιστική γραμμή που δεν έχει «το ταξικό και πολιτικό βάθος της σύγκρουσης» (όπως μπαίνει στην απόφαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) και όχι ως γραμμή άλλης αστικής διαχείρισης.
Το ζητούμενο για το επαναστατικό εργατικό κίνημα και το ΚΚ είναι βέβαια να αποσπά τις εργατικές, λαϊκές μάζες από την επιρροή των αστικών κομμάτων, όπως και των οπορτουνιστικών. Αυτό όμως δε γίνεται με συνεργασία του επαναστατικού με τα οπορτουνιστικά ή τα αστικά κόμματα, αλλά με ένταση της διαπάλης, της αποκάλυψης του ταξικού τους χαρακτήρα, με γραμμή ρήξης και όχι με γραμμή συμβιβασμού. Σήμερα, το κομμουνιστικό κίνημα δεν έχει το περιθώριο να επαναλάβει τα ίδια λάθη, σε άλλες μάλιστα συνθήκες και ενώ υπάρχει η πείρα δεκαετιών ταξικής πάλης.
Στο εργατικό κίνημα και ευρύτερα στο λαϊκό κίνημα θα συνεχιστεί αυτή η αντιφατική σχέση ζύμωσης ανάμεσα στα οπορτουνιστικά κόμματα και ομάδες. Ιδιαίτερα παίρνοντας υπόψη την ποικιλομορφία της συνύπαρξης τέτοιων δυνάμεων με διαφορετικό τρόπο (π.χ. όπως δείξαμε τη σχέση ΣΥΡΙΖΑ - ΛΑΕ - πρώην ΠΑΣΟΚ στη ΓΣΕΕ, τη γραμμή ΣΕΚ για ΓΣΕΕ, τη συνύπαρξη ΛΑΕ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο φοιτητικό κίνημα και αλλού κλπ.).