Η επίκληση της «πατριωτικής» συναίνεσης γίνεται απ’ όλες τις αστικές πολιτικές δυνάμεις και φυσικούς φορείς του κεφαλαίου, που διαμόρφωσαν και τη σημερινή τρικομματική κυβέρνηση (ΠΑΣΟΚ - ΝΔ - ΛΑ.Ο.Σ.) με πρωθυπουργό το Λ. Παπαδήμο. Στο παρόν κείμενο θα ασχοληθούμε με εκείνες τις δυνάμεις που αντιπαρατίθενται στην πολιτική της σημερινής κυβέρνησης του Λ. Παπαδήμου, καθώς και των προηγούμενων κυβερνήσεων του Γ. Παπανδρέου, από τη σκοπιά μας άλλης, «πατριωτικής, αντιμνημονιακής» πολιτικής.
Στην πορεία εξέλιξης της οικονομικής κρίσης και όξυνσης των προβλημάτων διαχείρισής της εντείνονται οι διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα, ενισχύεται η τάση διαμόρφωσης ενός «πατριωτικού» ή «εθνικού» πολιτικού χώρου που θα εκτείνεται από τη «δεξιά» μέχρι τη λεγόμενη «πατριωτική αριστερά». Αυτή η τάση δειλά εκφράζει τμήματα του κεφαλαίου και έντονα ανώτερα μικροαστικά στρώματα και ανώτερα τμήματα μισθωτών που έχουν πληγεί από την κρίση. Εκφράζει όμως και τη γενικότερη τάση για ανανέωση του σημερινού απαξιωμένου πολιτικού προσωπικού της αστικής τάξης, συνδέεται με τη διαμόρφωση νέων όρων λειτουργίας του αστικού πολιτικού συστήματος, ακόμα και την προσαρμογή αστικών θεσμών, όπως οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, ανάλογες συνταγματικές προσαρμογές. Υπηρετεί την αναζήτηση νέων μορφών χειραγώγησης των εργατικών και άλλων μαζών.
Η γραμμή αυτών των αστικών δυνάμεων έρχεται σε μια περίοδο που έχουν οξυνθεί οι αντιπαραθέσεις αστικών μερίδων γύρω από μια σειρά θέματα: το μίγμα της διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης, τη συμμετοχή ή όχι στο ευρώ και γενικά για το μέλλον της Ευρωζώνης, τους ανταγωνισμούς για το πώς θα προχωρήσει η απαξίωση του κεφαλαίου, την αναζωπύρωση του προβληματισμού για ορισμένη προστασία από την απελευθέρωση των αγορών, την επιλογή διεθνών συμμαχιών σε συνθήκες ανακατατάξεων και γοργής ισχυροποίησης στη διεθνή αγορά αναδυόμενων καπιταλιστικών χωρών, όπως της Κίνας, της Ινδίας, της Ρωσίας κλπ.
Η εφημερίδα «Αξία» γράφει χαρακτηριστικά: «Οι εθνικές και κοινωνικές δυνάμεις οφείλουν σύντομα και πριν την επόμενη δανειακή σύμβαση, που θα οδηγήσει τη χώρα σε υποδούλωση, να σπάσουν και τα δύο κόμματα εξουσίας. Να δημιουργηθεί μια νέα Δεξιά, εθνική, οραματική και αναθεωρητική. Επίσης μια νέα Αριστερά, ουμανιστική, μετα-κομμουνιστική, εθνική και εξωστρεφής […]
Νέα κόμματα εθνικού χαρακτήρα στα δεξιά και στα αριστερά που να ανατρέψουν τους σχεδιασμούς του κατεστημένου των “γερμανοτσολιάδων” και των “μαυραγοριτών” […] Και μέσα από την πλειοψηφία της επόμενης Βουλής να ανατάξουν μια νέα εθνική στρατηγική, σε εθνικό μέτωπο, για την αναδιοργάνωση της χώρας και την εμπέδωση διεθνών συμμαχιών με κυβερνήσεις και τράπεζες που θα επιτρέψουν και θα συνδράμουν στην “ανοικοδόμηση” της Ελλάδας της Μεσογείου…»1.
Σε μια τέτοια συνολικότερη αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων θα βόλευε η ύπαρξη ενός «εθνικού ΚΚΕ» που θα έθετε σε δεύτερη μοίρα την ταξική πάλη και την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης, που θα υποτασσόταν στους λεγόμενους «εθνικούς στόχους», δηλαδή στις επιδιώξεις της αστικής τάξης. Η αποκάλυψη της «πατριωτικής», «αντιμνημονιακής» αστικής γραμμής διαχείρισης της κρίσης είναι όρος για το δυνάμωμα του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Γιατί, όπως έχει εκτιμήσει το ΚΚΕ, σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης μαζί με τις δυνατότητες ριζοσπαστικοποίησης διαμορφώνονται και τάσεις ενίσχυσης των ρεφορμιστικών αυταπατών σε μεσαία στρώματα που απότομα χάνουν εξαιτίας της κρίσης, καθώς και σε πολιτικά ανώριμες εργατικές μάζες.
Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτές τις διεργασίες παίζει και μεγάλο μέρος του αστικού τύπου, όπως ο εκδοτικός οίκος «Α. Α. Λιβάνης» και το περιοδικό «Επίκαιρα», καθώς και άλλα αστικά έντυπα και μέσα ενημέρωσης: «Ποντίκι», «Παρόν», «Αλτερ», «Κόντρα Channel», «Real Fm», εκπομπές στον «ΑΝΤ1», αρθρογραφία στην «Αξία» και στην «Ελευθεροτυπία» κ.ά. Σε αυτή την κατεύθυνση συγκροτούνται μια σειρά πολιτικές κινήσεις και πρωτοβουλίες, όπως δυνάμεις του λεγόμενου «αντιμνημονιακού ΠΑΣΟΚ», με ιδιαίτερα χαρακτηριστική την «Ενωτική Κίνηση»2, δυνάμεις της Νέας Δημοκρατίας (Πάνος Καμένος, Γιάννης Μανώλης), επίσης η «Σπίθα» του Μίκη Θεοδωράκη, το ΕΠΑΜ του Δημήτρη Καζάκη, η προσπάθεια συγκρότησης του «Μετώπου του ΟΧΙ» στη δανειακή σύμβαση κ.ά.
Ανεξάρτητα εάν αυτές οι προσπάθειες τελεσφορήσουν και εκφραστούν σε συγκρότηση συγκεκριμένων πολιτικών σχημάτων ή σχημάτων συνεργασίας που θα συμμετάσχουν στις επόμενες εκλογές, το κύριο ζήτημα είναι ότι πρόκειται για μια αστική πολιτική γραμμή διάσωσης του συστήματος και διαιώνισης του καθεστώτος της εκμετάλλευσης. Με τη βοήθεια των δυνάμεων του οπορτουνισμού προσπαθούν να εμφανίσουν αυτή τη γραμμή ως πλαίσιο πάλης και διεκδίκησης, αλλά στην ουσία πρόκειται για εγκλωβισμό και πυρόσβεση της λαϊκής αγανάκτησης και διαμαρτυρίας.
Ολες αυτές οι πολιτικές δυνάμεις με επιμέλεια κρύβουν πως στην πλειονότητά τους έχουν βγει από τα σπλάχνα των αστικών κομμάτων που τώρα καταγγέλλουν. Παράγοντες και δημοσιολογούντες, οι οποίοι βρίσκονταν και συνεχίζουν να βρίσκονται σε διάφορες παχυλά αμειβόμενες θέσεις του αστικού κράτους και του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος, έπαιρναν και παίρνουν και οι ίδιοι μερίδιο από την εκμετάλλευση των εργατών, τώρα καμώνονται πως συμπάσχουν στην εξαθλίωση των εργατικών λαϊκών στρωμάτων και προσπαθούν να χειραγωγήσουν λαϊκές δυνάμεις σε εναλλακτικά σενάρια της καπιταλιστικής εξουσίας.
Χαρακτηριστικό είναι ότι μια σειρά εκπρόσωποι του εθνικού - πατριωτικού χώρου παρουσιάζονται και λανσάρονται ως ανεξάρτητοι ακαδημαϊκοί, συγγραφείς, άνθρωποι του πνεύματος, πατριώτες αξιωματικοί, πολιτικοί που κόπτονται για τα δεινά του λαού. Και μόνο με αυτές τις ιδιότητες έπαιζαν και παίζουν το ρόλο που έχουν ταχθεί, ιδεολογικό, πολιτικό, κατασταλτικό, για τη θωράκιση του καπιταλιστικού συστήματος. Μια προσεκτική ματιά στις διαδρομές όλων αυτών θα δείξει πως είναι γεννήματα του ίδιου του αστικού πολιτικού συστήματος και των κρατικών μηχανισμών, αφού έχουν διατελέσει διοικητές τραπεζών, υπουργοί, στελέχη του ΝΑΤΟ, πρόεδροι διακρατικών επιμελητηρίων, μέλη διοικητικών συμβουλίων σε μονοπωλιακούς ομίλους.3
«ΑΝΤΙΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟ ΜΕΤΩΠΟ» ΚΑΙ «ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ»
Οι «αντιμνημονιακές» αστικές δυνάμεις ασκούν κριτική στους όρους της «μνημονιακής σύμβασης», εκφράζοντας τμήματα του κεφαλαίου που διεκδικούν άλλους όρους διαπραγμάτευσης για τη θέση τους στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα, χωρίς στην πραγματικότητα να αμφισβητούν τη στρατηγική επίθεσης στα εργατικά-λαϊκά δικαιώματα που εκφράζει το μνημόνιο. Υποστηρίζουν ότι με το μνημόνιο καταλύθηκε η εθνική κυριαρχία και χαρακτηρίζουν τις κυβερνήσεις που σύναψαν τις δανειακές συμφωνίες ως «προδότες», «εθελόδουλους», «υποχείρια των ξένων» και συγκεκριμένα των Γερμανών ή των Αμερικάνων, ανάλογα με τις επιλογές τους. Αφήνουν στο απυρόβλητο τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της εξουσίας στην Ελλάδα, τις εγχώριες καπιταλιστικές δυνάμεις, σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Ενδεικτικό είναι το κάλεσμα του Μίκη Θεοδωράκη για την «Ελληνική Λαϊκή Δημοκρατική Αντίσταση» (ΕΛ.ΛΑ.Δ.Α): «…επιδιώκουμε: Την εθνική ανεξαρτησία μας από την παρουσία της τρόικας και του ΔΝΤ, που παράνομα έχουν καθίσει στο σβέρκο μας και μας εξευτελίζουν»4. Σε ανάλογο ύφος ο Νίκος Κοτζιάς και η Ενωτική Κίνηση υποστηρίζουν ότι απαιτείται η ανάδειξη μιας «αντιμνημονιακής» «εναλλακτικής διακυβέρνησης»5 που θα αντισταθεί στους «διεθνείς τοκογλύφους»6.
Η πραγματική διαχωριστική γραμμή στην ελληνική κοινωνία είναι ανάμεσα στο κεφάλαιο από τη μια πλευρά και την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα από την άλλη και όχι ανάμεσα σε αυτούς που τοποθετούνται υπέρ ή κατά του μνημονίου.
Η αιτία της επίθεσης ενάντια στην εργατική τάξη δεν είναι τα ξένα συμφέροντα που καταγράφονται στο μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση αποσπασμένα από τις ανάγκες και τις αντιθέσεις της εγχώριας αστικής τάξης. Η καπιταλιστική κρίση και οι δυσβάσταχτες συνέπειές της στην εργατική τάξη είναι αποτέλεσμα του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης. Γι’ αυτό αφορούν την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα και σε άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ και όχι μόνο. Υλοποιούνται σκληρά αντεργατικά μέτρα σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες και μάλιστα ισχυρότατες. Η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα δεν έχουν να περιμένουν τίποτα από μια «αντιμνημονιακή» αστική διακυβέρνηση, γιατί η βαθύτερη καπιταλιστική κρίση και ο διεθνής συσχετισμός επιβάλλουν μια γενικευμένη απαξίωση της εργατικής δύναμης, ιδιαίτερα στον πιο ανεπτυγμένο καπιταλισμό.
Στην πραγματικότητα, η επίκληση από μέρους των αστικών «αντιμνημονιακών» δυνάμεων της εθνικής κυριαρχίας εντάσσεται στην επιδίωξη αναπροσανατολισμού των συμμαχιών της αστικής τάξης στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Γι’ αυτό η «Σπίθα» του Μίκη Θεοδωράκη ζητάει προσφυγή σε δανεισμό από Κίνα - Ρωσία, ενώ η «Ενωτική Κίνηση» υποστηρίζει χαρακτηριστικά την ανάγκη να στηριχτεί η χώρα σε ανερχόμενες καπιταλιστικές δυνάμεις:
«Ο κόσμος αλλάζει. Η ισχύς της Δύσης υποχωρεί, ιδιαίτερα εκείνη της ΕΕ […] Η ισχύς των νέων δυνάμεων αυξάνει συνεχώς. Η ενίσχυσή τους μεγαλώνει τα περιθώρια για τη χώρα μας να κινηθεί με βάση τα δικά της συμφέροντα ως χώρα ευρωπαϊκή, αλλά και ως γέφυρα ανάμεσα στην Ευρώπη και τις νέες δυνάμεις με τις οποίες τη συνδέουν πολιτισμικοί και ιστορικοί δεσμοί»7.
Μια σειρά διαφοροποιήσεις στα πλαίσια των αστικών κομμάτων ντύνονται ως εθνοκεντρικές, ενώ όλοι οι αστικοί διαγκωνισμοί για τις διεθνείς συμμαχίες του ελληνικού αστικού κράτους παρουσιάζουν τις προτάσεις τους ως περισσότερο εθνικά συμφέρουσες και τις αντίπαλές τους ως μειοδοτικές, ξενόδουλες κλπ. Αλλά και η πολιτική του ΠΑΣΟΚ με πρωθυπουργό το Γιώργο Παπανδρέου προηγούμενα είχε αυτοχαρακτηριστεί ως «νέος πατριωτισμός». Στην πραγματικότητα μιλάνε στο όνομα του «εθνικού συμφέροντος» για να κρύψουν ότι υπερασπίζονται τα ταξικά συμφέροντα της κεφαλαιοκρατίας.
Ανισότιμες σχέσεις υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντα στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος και των ενώσεών του. Οι ανισότιμες σχέσεις που αντανακλούν τη θέση του κάθε καπιταλιστικού κράτους στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα ή σε μια ιμπεριαλιστική ένωση, υπήρχαν και προηγούμενα, σε όλη τη διάρκεια συμμετοχής της Ελλάδας στο ΔΝΤ, στην ΕΕ. Οσο «μύθος» ήταν ότι η ΕΕ στηριζόταν στις αρχές της «ισοτιμίας, της κοινοτικής αλληλεγγύης και της αμοιβαιότητας», άλλο τόσο μύθος είναι ότι με το «Μνημόνιο I και II η Ελλάδα έχασε την εθνική ανεξαρτησία της». Σε περιόδους ορισμένης αδυναμίας της αστικής εξουσίας εκδηλώνονται πιο έντονα οι σχέσεις ανισοτιμίας. Το ίδιο είχε συμβεί και στις δεκαετίες του 1940-1950 με το «Σχέδιο Μάρσαλ».
Οσοι σηκώνουν τη σημαία του πατριωτισμού ενάντια στην ΕΕ ή τις ΗΠΑ, απλώς επιδιώκουν βελτίωση των όρων ένταξης στο ένα ή άλλο ιμπεριαλιστικό κέντρο.
Στο έδαφος των καπιταλιστικών σχέσεων και της αστικής εξουσίας δεν μπορεί να υπάρξει μη συμμετοχή σε ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, καθώς η καπιταλιστική οικονομία κάθε κράτους βρίσκεται περιπλεγμένη στο δίχτυ της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομικής και πολιτικής αλληλεξάρτησης.
Κανένα συμφέρον δεν έχει η εργατική τάξη από το να μετατραπεί η αστική τάξη της χώρας σε γέφυρα της καπιταλιστικής Ευρώπης με τις νέες ανερχόμενες δυνάμεις. Πρόκειται για ανερχόμενα καπιταλιστικά κράτη (Κίνα, Ρωσία, Βραζιλία) ενταγμένα στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, γεγονός που δεν αναιρείται επειδή κυβερνούνται από σοσιαλδημοκρατικές (Κίνα, Βραζιλία) ή «πατριωτικές» (Ρωσία) δυνάμεις. Η αντιλαϊκή τους εξωτερική πολιτική πηγάζει από την αντιλαϊκή εσωτερική πολιτική τους.
Η εργατική τάξη που υφίσταται την καπιταλιστική εκμετάλλευση και καταπίεση δεν έχει να λαμβάνει μερίσματα από μετοχές, τόκους, δεν κερδίζει από αγοροπωλησίες γης, δεν έχει κανένα μερίδιο σε αυτή τη λεγόμενη «εθνική κυριαρχία». Το συμφέρον της εργατικής τάξης είναι να ανατρέψει τον καπιταλισμό, ν’ απαλλαγεί από το σύνολο των ιμπεριαλιστικών ενώσεων και δεσμεύσεων, διαμορφώνοντας τους δικούς της όρους, της κοινωνικής ιδιοκτησίας, της εργατικής-λαϊκής εξουσίας.
ΚΡΑΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΓΧΩΡΙΑΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Οι λεγόμενες «αντιμνημονιακές, πατριωτικές» δυνάμεις υποστηρίζουν την ανάγκη κρατικής παρέμβασης για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου και την ανασυγκρότηση της εθνικής οικονομίας. Η «Ενωτική Κίνηση» ενδεικτικά αναφέρει: «Κύριος μοχλός εξόδου από την κρίση είναι οι επενδύσεις σε τομείς που θα καθορίσουν το μέλλον της χώρας […] Οι δημόσιες επενδύσεις θα πρέπει να εξαιρεθούν από κάθε διαδικασία σχετιζόμενη με χρέη και ελλείμματα […] Ο ρόλος του κράτους […] είναι να λειτουργεί ως φορέας δημοκρατικού σχεδιασμού στο πλαίσιο της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Με ρυθμιστικές και αναπτυξιακές λειτουργίες»8. Ταυτόχρονα υποστηρίζουν στήριξη ενός «ισχυρού κρατικού τραπεζικού τομέα»9. Ανάλογες θέσεις διατυπώνει η «Σπίθα» και το «ΕΠΑΜ» του Δημήτρη Καζάκη.
Καμιά μορφή διαχείρισης της κρίσης, ούτε η επεκτατική ούτε η περιοριστική δημοσιονομική πολιτική δεν μπορεί να ματαιώσει την καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων που νομοτελειακά φέρνει μαζί της η καπιταλιστική κρίση. Δεν μπορεί να απαλύνει τις αρνητικές συνέπειες της κρίσης για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι οι φάσεις της καπιταλιστικής ανάκαμψης γίνονται όλο και πιο αναιμικές και ασταθείς τα τελευταία 20 χρόνια, προετοιμάζουν βαθύτερες κρίσεις, προκαλούν ανησυχίες για την καπιταλιστική προοπτική.
Είναι χαρακτηριστικό το φαινόμενο ότι αστικές δυνάμεις που υπερθεμάτιζαν για τις ιδιωτικοποιήσεις, σήμερα εκφράζουν την ανησυχία τους ή κρατούν ορισμένες αποστάσεις από την προοπτική εξαγοράς τους από το ξένο κεφάλαιο: «Τα ερωτήματα λοιπόν είναι:
- Υπάρχουν Ελληνες επιχειρηματίες που θα μπορέσουν να σταθούν όρθιοι σε αυτήν την λαίλαπα;
- Ποιοι θα αναλάβουν “αφεντικά” στις ελληνικές εταιρίες που θα πουληθούν αναγκαστικά στους ξένους;
- Ποιος θα είναι ο επιχειρηματικός κόσμος που θα μας ξημερώσει;
Το επόμενο διάστημα θα ξεκινήσει με ταχύτητα το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που την προσεχή τριετία θα οδηγήσει στην αλλαγή ιδιοκτησίας το σύνολο των επιχειρήσεων του πάλαι ποτέ ευρύτερου ελληνικού δημοσίου. Οι περισσότερες από τις επιχειρήσεις αυτές θα περιέλθουν σε ξένα χέρια και ελάχιστες στα λίγα ενδιαφερόμενα ελληνικά»10.
Οι εργάτες μιας χώρας ή ενός κλάδου παραγωγής δεν πρέπει να έχουν καμία έγνοια για το ποιας εθνικότητας είναι ο καπιταλιστής που τους εκμεταλλεύεται. Το δίλημμα «ελεύθερο εμπόριο ή προστατευτισμός» είναι δίλημμα της αστικής τάξης και δεν αφορά τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.
ΓΙΑ ΤΗ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» ΚΑΙ ΤΗ «ΛΑΪΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ»
Η κριτική αυτών των δυνάμεων στη «μνημονιακή» σύμβαση αφορά και τη λεγόμενη κατάργηση της «δημοκρατίας», την υποτιθέμενη κατάλυση του Συντάγματος και της «λαϊκής κυριαρχίας» που -όπως λένε- αυτό κατοχυρώνει. Γι’ αυτό διεκδικούν «μια όσο γίνεται περισσότερο πραγματική και δίκαιη δημοκρατία»11.
Ο Νίκος Κοτζιάς χαρακτηριστικά αναφέρει: «Το χρέος με τον τρόπο που το χειρίζεται η κυβέρνηση δημιουργεί προβλήματα κυριαρχίας. Η κυριαρχία δεν είναι μόνο ένα ζήτημα ανεξαρτησίας ή εθνικό, αλλά είναι και ένα θέμα κυριαρχίας του λαού και της κοινωνίας και κατά προέκταση του κοινοβουλίου και της δημοκρατίας. Το ελληνικό κοινοβούλιο δεν είναι πια κυρίαρχο. Δεν αποφασίζει αυτό και πολύ λιγότερο “ο κυρίαρχος λαός”»12.
Αλλά και ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κάλεσμά του για την Ελληνική Λαϊκή Δημοκρατική Αντίσταση, γράφει: «Η πολιτική ηγεσία μας έγινε περίγελος. Το πρώτο όργανο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η Βουλή των Ελλήνων εξευτελίστηκε. Κάποιες αδύναμες φωνές στη Βουλή δεν ακούγονται, χάνονται ή θάβονται. Η εξουσία των τραπεζών ασκείται, πλέον, ανοικτά από το πρωθυπουργικό γραφείο της προσωρινής κυβέρνησης».
Είναι εξαπάτηση του λαού ότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει τη «λαϊκή κυριαρχία». Στην πραγματικότητα κατοχυρώνει θεσμικά την κυριαρχία της εκμεταλλεύτριας αστικής τάξης. Το αστικό Σύνταγμα καθορίζει τις αρχές του νομικού και πολιτικού θεσμικού συστήματος σε κάθε αστικό κράτος, προσδιορίζει τη μορφή του πολιτεύματος, τον τρόπο οργάνωσης της καπιταλιστικής εξουσίας.
Τα αστικά Συντάγματα υπερασπίζουν το βάθρο της αστικής κοινωνίας, δηλαδή την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, κατοχυρώνουν το «δίκαιο» του καπιταλιστή για την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Ταυτόχρονα κατοχυρώνουν την ύπαρξη της εργατικής δύναμης ως «ελεύθερης» προς εκμετάλλευση, δηλαδή κατοχυρώνουν θεσμικά τη «μισθωτή σκλαβιά». Η εργατική τάξη, για να απελευθερωθεί από τα δεσμά της «μισθωτής εργασίας», πρέπει να ανατρέψει το αστικό κράτος και το Σύνταγμά του.
Κάθε κράτος είναι μηχανισμός ταξικής καταπίεσης, δηλαδή είναι ταξική δικτατορία. Γι’ αυτό πρόκειται για ανοιχτή εξαπάτηση της εργατικής τάξης το αίτημα της «πραγματικής ή δίκαιης δημοκρατίας». Η δημοκρατία έχει ταξικό χαρακτήρα. Θα είναι είτε αστική δημοκρατία, συνεπώς δικτατορία της αστική τάξης είτε δικτατορία της εργατικής τάξης που θα ενσαρκώνει έναν άλλο ανώτερο τύπο δημοκρατίας, γιατί, για πρώτη φορά στην ιστορία των κοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών, θα εκφράζει την κυριαρχία της εργατικής-λαϊκής πλειοψηφίας έναντι της μειοψηφίας των πρώην εκμεταλλευτών.
Το αστικό κοινοβούλιο ποτέ δεν εξέφραζε ούτε μπορεί να εκφράσει «τον κυρίαρχο λαό», αλλά αποτελεί τμήμα του κράτους της αστικής τάξης. Οι εκπρόσωποι του επαναστατικού μαρξισμού, όπως ο Λένιν, το χαρακτήριζαν «ψευτολαϊκή αντιπροσωπεία». Στην κοινοβουλευτική δημοκρατία οι λαϊκές μάζες έχουν το δικαίωμα περιοδικά να αποφασίζουν ποιος θα τους τσακίζει και θα τους ποδοπατάει.