Με σκοπό τη διάσωση του συστήματος προβάλλονται διάφορες ερμηνείες και χαρακτηρισμοί της παρούσας κρίσης, καθώς και διάφορες πολιτικές συνταγές αντιμετώπισής της. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπ. Ομπάμα όσο και της Γαλλίας Ν. Σαρκοζί «οραματίζονται» τον «ανθρώπινο καπιταλισμό». Προσπαθούν να πείσουν ότι οι κρίσεις δεν είναι θεμελιακό στοιχείο του καπιταλισμού, αλλά φαινόμενα κάποιας στρεβλής εκδοχής του ή το αποτέλεσμα κάποιων ξεπερασμένων από τη ζωή ρυθμίσεων στη κίνηση του κεφαλαίου στη διεθνή αγορά.
Με τις τοποθετήσεις και τις πολιτικές πρακτικές τους αντικειμενικά πλήττουν την «αποκλειστικότητα» της παλιάς και σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας στη θεωρία του «καζινοκαπιταλισμού», στην υποτιθέμενη ανάγκη επανεξέτασης της σχέσης «αγοράς - κρατικών ρυθμίσεων» με την ενίσχυση του δεύτερου σκέλους.
ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΖΙΝΟΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ»
Η άποψη αυτή εστιάζεται στην υποτιθέμενη ανεξέλεγκτη κερδοσκοπική κίνηση του χρηματικού κεφαλαίου που συγκεντρώνεται μέσω τραπεζικών - ασφαλιστικών εταιριών και παίρνει τη μορφή διάφορων «επενδυτικών παραγώγων», Hedge Funds κλπ. Ας μη ξεχνάμε ότι όλ’ αυτά συνδέονται και με τις λειτουργίες της πίστης, ως άμεσης δανειοδότησης σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Συνδέονται επίσης με τις λειτουργίες του χρηματιστηρίου, ως αγοραπωλησία τίτλων ιδιοκτησίας επιχειρήσεων πάσης φύσης - βιομηχανικών, εμπορικών, χρηματοπιστωτικών κλπ. Ολα μαζί μπλέκονται και με τη διεθνή αγορά συναλλάγματος, τις ισορροπίες στις σχέσεις των νομισμάτων διαφορετικών καπιταλιστικών οικονομιών, ισορροπίες που αποτυπώνονται με διεθνείς συμφωνίες περί ισοδυναμιών (π.χ. το κλείδωμα του ευρώ σε σχέση με τα εθνικά νομίσματα που αντικαταστάθηκαν στην ευρωζώνη). Αποτυπώνονται σε ισορροπίες που διαμορφώνονται, ανατρέπονται και επαναδιαμορφώνονται στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, πάντα με άμεσες κρατικές παρεμβάσεις, μέσω της νομισματικής πολιτικής ή μέσω αγοραπωλησιών συναλλάγματος από τις κεντρικές τράπεζες.
Αν και πρόκειται περί περίπλοκων μηχανισμών, η ακριβής ανάλυση των οποίων δεν είναι στις προθέσεις του παρόντος κειμένου, θίγονται για να κατανοηθεί ότι σε κάθε περίπτωση και σε κάθε περίοδο υφίστανται κρατικές και διακρατικές ρυθμίσεις σε κάθε εσωτερική, περιφερειακή και στη διεθνή αγορά.
Η ενοχοποίηση του «νεοφιλελευθερισμού» για τη δήθεν έλλειψη κρατικών και διακρατικών ρυθμίσεων, με αποτέλεσμα την κρίση του ή αλλιώς την «κρίση του καζινοκαπιταλισμού», βολεύει την απενοχοποίηση του καπιταλισμού.
Αλλωστε και η σοσιαλδημοκρατία άσκησε «νεοφιλελεύθερη» πολιτική τα τελευταία 20 χρόνια, όπως και προηγουμένως τα κόμματα του αστικού φιλελευθερισμού άσκησαν πολιτική ενισχυμένης κρατικής παρέμβασης με άμεσα κρατικές επιχειρήσεις και με τόνωση της ζήτησης μέσω γενικευμένων δημοσίων υπηρεσιών αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (παιδείας, υγείας, πρόνοιας, ασφάλισης). Οπως ο προηγούμενος τύπος διαχείρισης, περισσότερο γνωστός στην καπιταλιστική Ευρώπη ως κεϋνσιανός, εξάντλησε τα όριά του με τη βαθιά και συγχρονισμένη κρίση του 1971-1973, έτσι και τώρα εξαντλήθηκε η «δυναμική» που έδωσαν οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στη διεθνή καπιταλιστική υπερπαραγωγή και υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου.
Αυτό που γίνεται σήμερα, η απαξίωση κεφαλαίων σε οποιαδήποτε μορφή (εμπορευματική, χρηματική) και η απαξίωση της εργατικής δύναμης (εμπόρευμα), έγινε κατ’ επανάληψη στο παρελθόν, με τυπική έναρξη στις αρχές του 19ου αιώνα, θα γίνει και στο μέλλον όσο θα υπάρχει καπιταλισμός.
Το αναπόφευκτο των κρίσεων βρίσκεται στο DNA του καπιταλισμού: Βρίσκεται στον αντιφατικό εμπορευματικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής παραγωγής, στην αναρχία και ανισομετρία της, στην τάση να εξασφαλίζεται αρχικά το πρόσθετο καπιταλιστικό κέρδος με την εισαγωγή νέων μηχανημάτων πιο παραγωγικών, αλλά και με την εξαγωγή βιομηχανικού κεφαλαίου σε χώρες με φθηνότερη εργατική δύναμη, παράγοντες που οξύνουν την αντίθεση κεφαλαίου - εργατικής δύναμης, την αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της, λόγω της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.
Ολα τα παραπάνω στοιχεία, ενδεικτικά αναφερόμενα, συνιστούν δυσκολία, δυσκαμψία, εκδήλωση ανισορροπιών στην ολοκλήρωση του κύκλου διευρυμένης αναπαραγωγής, λόγω όξυνσης των καπιταλιστικών αντιθέσεων. Καπιταλιστική οικονομία σημαίνει να συσσωρεύονται αμύθητα κέρδη, δηλαδή η χρηματιστική κερδοσκοπική έκφραση της απομύζησης της υπεραξίας από την εργατική τάξη. Σημαίνει ότι τα αμύθητα κέρδη, εκφρασμένα σε διάφορες μορφές κεφαλαίου, και μάλιστα στη σφαίρα της κυκλοφορίας του (αμοιβαία κεφάλαια, ομόλογα, μετοχές σε χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και χρηματοδοτικές εταιρίες διαχείρισης κεφαλαίων, Hedges Funds), για να αναπαραχθούν ως κεφάλαιο, ως αυτοαυξανόμενη αξία, πρέπει να ξαναμπούν στην παραγωγική διαδικασία: να ρουφήξουν, ως ο βρυκόλακας, νέα απλήρωτη εργασία, να την μετατρέψουν σε εμπόρευμα, που με την πώλησή του θα εκφραστεί σε νέο κέρδος.
Το κίνητρο του κέρδους, του όλο και μεγαλύτερου, της έντασης του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων, και ιδιαίτερα σε συνθήκες υποχώρησης του εργατικού κινήματος, είναι η κινητήρια δύναμη της καπιταλιστικής παραγωγής και οικονομίας.
Επιτάχυνση και ένταση της παραγωγικής διαδικασίας στα άκρα της σημαίνει και όξυνση της αντίθεσης ανάμεσα στο κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Δηλαδή σημαίνει ότι οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Ταυτόχρονα σημαίνει και τάση πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους.
Η πηγή της κρίσης μπορεί να στερέψει μόνο με την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων, με την ανατροπή της εξουσίας της καπιταλιστικής τάξης.
Οτιδήποτε αντιλαμβανόμαστε ως παρασιτική κερδοσκοπία είναι εκδηλώσεις της σήψης του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού: είτε αφορά τα καλοπληρωμένα στελέχη («Golden Boy’s») των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων είτε τα κυβερνητικά σκάνδαλα προμηθειών από τις συναλλαγές κράτους - μονοπωλίων είτε τις υπόγειες ρυθμίσεις μεταξύ των οργανισμών διαχείρισης δημόσιας περιουσίας και χειραγώγησης των τιμών στα χρηματιστήρια είτε την υπόγεια αγοραπωλησία δημόσιας γης και άλλα ανάλογα φαινόμενα. Βάση όλων αυτών αποτελεί η μετοχική εταιρία, το χρηματιστικό κεφάλαιο (σύμφυση βιομηχανικού - τραπεζικού κεφαλαίου).
Γι’ αυτό άλλωστε η ιστορία του καπιταλισμού είναι γεμάτη από ανάλογα σκάνδαλα, σε κάθε καπιταλιστικό κράτος, περισσότερο ή λιγότερο ισχυρό, με α΄ ή β΄ ιδεολογικού στίγματος κυβερνητικό κόμμα, από τις ΗΠΑ έως την Ιαπωνία, από τη γειτονική Ιταλία έως την Ελλάδα.
Η ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΕΝΟΧΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΟΜΩΝ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Παρεμφερής προς τη θεωρία του «καζινοκαπιταλισμού» είναι η άποψη που θεωρεί ως αποκλειστική αιτία της κρίσης τις υπάρχουσες δομές και λειτουργίες του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε διεθνές επίπεδο, στο οποίο βεβαίως συμπεριλαμβάνονται και το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, οι Οργανισμοί (στην πραγματικότητα χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις) αξιολόγησης και δανειοδότησης κρατικών φορέων.
Πέραν των φορέων της παλιάς και νέας σοσιαλδημοκρατίας, φορείς αυτής της άποψης είναι κράτη όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία, η Βραζιλία, που δυναμικά διεκδικούν αναβάθμιση της θέσης τους στις διεθνείς διακρατικές καπιταλιστικές ρυθμίσεις, αμφισβητώντας τις υπάρχουσες.
Την άποψη αυτή υποστηρίζει και το πλέον ρεαλιστικό ρεύμα από τους πολιτικούς και οικονομικούς διαχειριστές των αμερικάνικων συμφερόντων στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, π.χ. Π. Κρούγκμαν, Τζ. Στίγκλιτς. Ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ επιχειρεί να παρουσιαστεί ως φορέας του ρεαλιστικού ρεύματος, με τις ΗΠΑ να ηγούνται των όποιων αναγκαίων αλλαγών στις διεθνείς διακρατικές ρυθμίσεις και αναγνωρίζοντας δικαιώματα συμμετοχής και άλλων κρατών στη διοίκηση ανάλογων διεθνών οργανισμών11.
Αλλά και ο πρόεδρος της Γαλλίας, Ν. Σαρκοζί, αναγνώρισε την ανάγκη αναμόρφωσης του υπάρχοντος συστήματος ροών του χρηματικού κεφαλαίου σε διεθνές επίπεδο, που εξειδίκευσε η γαλλίδα υπουργός Οικονομίας.12
Η υπουργός Οικονομίας της Γαλλίας, Κριστίν Λαγκάρντ, στη συνάντηση των ομολόγων υπουργών του G20, στις 14 Μαρτίου 2009, πρότεινε την επιτήρηση όσων δραστηριοποιούνται στις χρηματοοικονομικές αγορές, π.χ. τα αντισταθμιστικά ταμεία, τα οποία δεν υπόκεινται σε κανόνες διαφάνειας, αν και έχουν περίπου 50% συμμετοχή στις συναλλαγές. Πρότεινε αυστηρότερους κανόνες, κλιμάκια αξιολόγησης περίπλοκων προϊόντων, τακτική δημοσίευση των απολογισμών τους.
Ολες αυτές οι τοποθετήσεις πασχίζουν να επουλώσουν τις πληγές στο σύστημα του καπιταλισμού σε διεθνές επίπεδο, χωρίς να αντιμετωπίζουν τις αιτίες τους. Και βέβαια αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο και επιβεβλημένο για τους εκπροσώπους του συστήματος, αλλά σε πλήρη αντίθεση με τις ανάγκες και τις δυνατότητες του εργατικού κινήματος και της λαϊκής συμμαχίας. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η ιδεολογική χειραφέτηση του εργατικού κινήματος από κάθε μορφή αστικής πολιτικής διαχείρισης της κρίσης και η ικανότητά του να οικοδομήσει συμμαχία με άλλα φτωχά λαϊκά στρώματα, απεγκλωβίζοντάς τα από τη μια ή την άλλη παραλλαγή αστικής πολιτικής, από το ένα ή άλλο ιμπεριαλιστικό κέντρο.
Το αδύνατο σημείο είναι ότι ακόμη δεν είναι καθαρά διαμορφωμένες ιδεολογικά - πολιτικά και οργανωτικά οι ανάλογες κομμουνιστικές πρωτοπορίες, ώστε να ηγηθούν σε αυτό τον προσανατολισμό του εργατικού κινήματος και της αντιμονοπωλιακής - αντιιμπεριαλιστικής λαϊκής συμμαχίας. Ακόμα δέχονται ισχυρές επιδράσεις από τις σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις ως προς την αναζήτηση μιας άμεσης πολιτικής διεξόδου από την κρίση με φιλολαϊκά χαρακτηριστικά, χωρίς να θιγεί η καρδιά του σύγχρονου καπιταλισμού: η μετοχική καπιταλιστική ιδιοκτησία, που συγκροτείται σε μονοπωλιακούς ομίλους βιομηχανικών - εμπορικών - τραπεζικών επιχειρήσεων, που δίνει τη σύμφυση βιομηχανικού-εμπορικού-χρηματικού κεφαλαίου, το χρηματιστικό κεφάλαιο.
Στην πραγματικότητα υπάρχει μεγάλη σύγχυση εξαιτίας της αστικής ιδεολογικής - πολιτικής επιρροής, όπως αναπαράγεται, όχι μόνο από σοσιαλδημοκρατικά, αλλά ακόμη και μέσα σε εργατικά (κομμουνιστικά) κόμματα. Η σύγχυση αφορά τις νομοτέλειες της καπιταλιστικής παραγωγής και αναπαραγωγής, αυτονομώντας τις λειτουργίες της Πίστης από τις λειτουργίες της βιομηχανικής καπιταλιστικής παραγωγής.
Η λειτουργία της πίστης
Η πίστη είναι δομικό στοιχείο του πυρήνα του καπιταλιστικού συστήματος ή αλλιώς της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής. Δεν μπορεί δηλαδή να γίνει καπιταλιστική παραγωγή χωρίς να υπάρχει πίστη, γιατί η πίστη έχει τη δική της συνεισφορά στη διαδικασία της αναπαραγωγής με κίνητρο το κέρδος. Η συνεισφορά της είναι ότι επιταχύνει όλη αυτή τη διαδικασία, ώστε το βιομηχανικό κεφάλαιο μιας επιχείρησης (στο οποίο περιλαμβάνεται και αυτό που έχει συγκεντρωθεί και δοθεί ως πιστωτικό κεφάλαιο από τράπεζες), για να αυξηθεί μέσω της παραγωγής, πρέπει να κάνει όλο τον κύκλο του, να πάρει τη μορφή εμπορευμάτων και στη συνέχεια τη μορφή χρήματος (από την πώληση των εμπορευμάτων).
Οσο πιο γρήγορα επιταχύνεται αυτή η διαδικασία, τόσο δίνει στο βιομηχανικό κεφάλαιο, στους βιομηχάνους, τη δυνατότητα να σπρώξουν τα πράγματα γρήγορα, για να παραχθεί στην επόμενη μονάδα του χρόνου περισσότερη υπεραξία που μετατρέπεται σε κέρδος. Και βέβαια από αυτή την υπεραξία, από αυτή την απλήρωτη δουλειά των μισθωτών εργαζομένων, πληρώνεται για την προσφορά της η τράπεζα ή γενικότερα παίρνουν το μερίδιό τους οι χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και οργανισμοί.
Ετσι η Πίστη σπρώχνει στην υπερπαραγωγή, στην υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, μέχρι τη στιγμή που αναπόφευκτα θα διακοπεί αυτή η υπερπαραγωγή, η διευρυμένη καπιταλιστική παραγωγή. Θα διακοπεί, όταν έχει τραβηχτεί στα άκρα της και μαζί θα έχουν οξυνθεί οι συνέπειες της αναρχίας και της σήψης (πλασματικό κεφάλαιο) της καπιταλιστικής παραγωγής, η αντίθεση κεφαλαίου - εργατικής δύναμης. Δεν είναι παράδοξο φαινόμενο η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου να εμφανίζεται μέσω των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων που λειτουργούν ως χώρος συγκέντρωσης κάθε αναπασχόλητου εισοδήματος και μετατροπής του σε κεφάλαιο.
Πάνω σ’ αυτό το χρηματοπιστωτικό σύστημα όμως διαμορφώνεται και η δυνατότητα αυτό να λειτουργήσει σχετικά αυτοδύναμα. Δηλαδή να γίνονται αγοραπωλησίες σε σχέση με το χρηματικό κεφάλαιο που συγκεντρώνεται στις τράπεζες. Και αυτές οι αγοραπωλησίες, πάλι, αποκτάνε τη δική τους τη δυναμική, με διάφορες μορφές και μέσα, ώστε να προσελκύσουν το αναπασχόλητο χρηματικό εισόδημα, για να μετατραπεί κυρίως σε βιομηχανικό ή και εμπορικό κεφάλαιο ή ως καταναλωτικό (στεγαστικό) δάνειο, να διευκολύνει στη μετατροπή του εμπορικού κεφαλαίου σε χρηματικό. Το ίδιο γίνεται και στα χρηματιστήρια και αυτά σχετικά αυτονομούνται, ως κεφαλαιαγορά - αγοραπωλησία των μετοχών που είναι τίτλοι ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, στα κέρδη της βιομηχανίας που η βάση τους είναι η αφαίρεση του υπερπροϊόντος.
Το λιγότερο είναι απλούστευση -αν δεν είναι συνειδητή απάτη- η απομόνωση των παρασιτικών φαινομένων και ο χαρακτηρισμός τους είτε ως «καζινοκαπιταλισμός» είτε ως στρεβλώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα σε διεθνές επίπεδο. Δεν μπορεί να υπάρξει καπιταλιστική παραγωγή, βιομηχανικό κεφάλαιο, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχα τραπεζικό κεφάλαιο, χρηματιστικό κεφάλαιο, χωρίς να παράγει και τα παρασιτικά του φαινόμενα, χωρίς να παράγει το πλασματικό κεφάλαιο (στο μεγαλύτερο μέρος κάποιων επενδυτικών προϊόντων όπως και τα «τοξικά ομόλογα») ή τις πλασματικές τιμές των χρηματιστηριακών τιμών.
Η σήψη και ο παρασιτισμός (π.χ. το γεγονός ότι το 2008 τα παράγωγα διεθνώς αναλογούσαν στο 976% του Παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος) είναι προϊόν της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο μονοπωλιακό της στάδιο, προϊόν της μετοχικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.
Είναι φύση του καπιταλισμού η τάση υπερπαραγωγής και υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και εξίσου στη φύση του είναι η τάση διόγκωσης του πλασματικού κεφαλαίου, όπως και η αναγκαστική διακοπή της υπερπαραγωγής και η απαξίωση του κεφαλαίου.
Το ζήτημα είναι ότι οι ιδεολόγοι και πολιτικοί φορείς του «καζινοκαπιταλισμού» και της ενοχοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος συνειδητά παραπλανούν, ενώ πριν δέκα χρόνια εκθείαζαν τις μεγάλες δυνατότητες της παγκοσμιοποίησης. Υπερθεμάτιζαν για τις δυνατότητες που έδιναν οι νέες τεχνολογίες, μ’ ένα κλικ στο computer, το διασυνδεμένο με το διαδίκτυο, να γίνεται η αγοραπωλησία μετοχών από την Ελλάδα στις ΗΠΑ. Αυτό θεωρούνταν ως το δυναμικό στοιχείο της ανάπτυξης και της παγκοσμιοποίησης, ενώ σήμερα ενοχοποιείται η δήθεν φιλελεύθερη εκδοχή της.
Αυτές οι ιδεολογικές προσαρμογές έχουν το στοιχείο της συνειδητής παραπλάνησης από τη σκοπιά των αστών, αυτών που καθαρά μιλούν υπέρ του καπιταλιστικού συστήματος, υπέρ του κεφαλαίου, υπέρ της ατομικής ιδιοκτησίας στα μεγάλα και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής. Είναι όμως ακόμη πιο επικίνδυνο το στοιχείο της παραπλάνησης, όταν προέρχεται από πολιτικούς φορείς όπως ο ΣΥΡΙΖΑ που δεν τάσσονται ανοικτά υπέρ του καπιταλισμού, αλλά υποστηρίζουν ότι παλεύουν για το «δημοκρατικό σοσιαλισμό», για μία ριζοσπαστική, αριστερή συγκέντρωση δυνάμεων που θα αναδείξει μια αριστερή διακυβέρνηση και θα εφαρμόσει μια αριστερή πολιτική, τέτοια που θα κάνει πιο ανθρώπινο τον καπιταλισμό, θα τον φέρει πιο κοντά στο σοσιαλισμό.
Ανακεφαλαιώνοντας: Η κρίση δεν είναι μόνο ένα «κακό» του καπιταλισμού, αλλά ταυτόχρονα είναι και ένας αναγκαίος κλυδωνισμός του, που μπορεί απότομα να ενεργοποιήσει τους μισθωτούς εργαζόμενους και να δώσει στους αυτοαπασχολούμενους τη δυνατότητα να βγάλουν γρήγορα πολιτικά συμπεράσματα ή εκ των πραγμάτων να βρεθούν στην ανάγκη να πάρουν θέση μάχης στο «δια ταύτα». Και το «δια ταύτα» είναι να παλέψουν, να δρομολογήσουν με τη δική τους στάση εξελίξεις που θα φέρουν στην ημερήσια διάταξη τη σύγκρουση με τη μεγάλη ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, με την οργάνωση της καπιταλιστικής οικονομίας, με την εξουσία, με το κράτος του κεφαλαίου. Να έρθουν σε μία σύγκρουση ολική, όταν θα διαμορφωθεί ένα σύνολο των προϋποθέσεων και των παραγόντων, ώστε να γίνουν κύριοι του πλούτου που παράγουν, των μέσων που χρησιμοποιούν στην παραγωγική διαδικασία, να γίνουν κύριοι της οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας συνολικά, δηλαδή να παλέψουν, να έρθουν σε πλήρη σύγκρουση για να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους, αυτό που λέμε Λαϊκή Εξουσία.
Και σε αυτή την κατεύθυνση, η ιδεολογική προετοιμασία είναι θεμελιακή.
ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΠΕΡΙ «ΥΠΕΡΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ» ΣΤΡΕΒΛΩΣΗΣΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
Ορισμένοι προβάλλουν την ανάγκη «νέου μοντέλου» για την ελληνική οικονομία (κατεύθυνση της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ»). Ισχυρίζονται ότι η υπερταχεία πρόοδος της Ελλάδας την περίοδο 2000-2008, σύμφωνα με τους δείκτες ευημερίας του ΟΗΕ (κατέλαβε την 24η θέση σε σύνολο 175), ήταν αποτέλεσμα υπερκατανάλωσης και υπερχρέωσης του κράτους, των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Θεωρούν ότι αυτό το μοντέλο εξάντλησε τις δυνατότητές του, ενώ το νέο θα είναι αναγκαστικά πιο νοικοκυρεμένο, πιο παραγωγικό, πιο λιτό. Παρεμφερής είναι και η τοποθέτηση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.
Αυτή η άποψη συνειδητά επιχειρεί να αναβαπτίσει στη λαϊκή συνείδηση τον καπιταλισμό. Η άμεση εξάρτηση από τις τράπεζες (στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες), ένα ορισμένο βιοτικό επίπεδο, υποθηκευμένο στο άμεσο μέλλον και όχι η «υπερκατανάλωση», είναι χαρακτηριστικό του αναπτυγμένου καπιταλισμού, όπως ήδη αναφέραμε. Αυτό φαίνεται και από την υπερχρέωση στις ΗΠΑ, όπου πήρε και τη μορφή της μαζικής χρησιμοποίησης του πλαστικού χρήματος.
Η θεωρία της υπερκατανάλωσης ή και αντίστροφα της υποκατανάλωσης παραγνωρίζει το κίνητρο της καπιταλιστικής παραγωγής που είναι το κέρδος, η απόσπαση υπεραξίας και όχι η παραγωγή αξιών χρήσης για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Αποσιωπά το γεγονός ότι αρχικά η αναρχία και η ανισομετρία εκδηλώνεται μεταξύ των ίδιων των καπιταλιστών που αγοράζουν και πωλούν μεταξύ τους εμπορεύματα, τα οποία χρησιμοποιούνται στην καπιταλιστική παραγωγή, ότι εκδηλώνεται μεταξύ των κλάδων της βιομηχανικής παραγωγής.
Στην κρίση διακόπτεται απότομα η διευρυμένη καπιταλιστική αναπαραγωγή. Ομως καπιταλιστική αναπαραγωγή (πολύ περισσότερο διευρυμένη) δεν σημαίνει μόνο παραγωγή προϊόντων άμεσης κατανάλωσης αλλά και παραγωγή βιοχηχανικών προϊόντων που είτε μπαίνουν άμεσα (ως σταθερό κεφάλαιο) στα προϊόντα άμεσης κατανάλωσης είτε κυκλοφορούν μεταξύ των διαφορετικών σφαιρών παραγωγής (ας πούμε βιομηχανικών κλάδων) της κατηγορίας παραγωγής βιομηχανικών προϊόντων (για την άμεση εισροή τους ως βιομηχανικές ύλες κλπ. στην παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων ή για την αντικατάσταση πάγιου κεφαλαίου).
Η αναρχία και ανισομετρία της καπιταλιστικής αναπαραγωγής πρώτ’ απ’ όλα εκδηλώνεται αφ’ ενός μεταξύ των συναλλαγών των καπιταλιστών μέσα στην κατηγορία παραγωγής βιομηχανικών προϊόντων και αφ’ ετέρου μεταξύ αυτών και των καπιταλιστών της κατηγορίας παραγωγής προϊόντων άμεσης κατανάλωσης.
Η κρίση, μέσω της ύφεσης, έρχεται εν μέρει και στιγμιαία να αποκαταστήσει αυτές τις δυσαναλογίες. Δευτερευόντως εκδηλώνεται στη σφαίρα της κυκλοφορίας των προϊόντων άμεσης κατανάλωσης (συναλλαγή καταναλωτή με επιχειρηματία), δηλαδή ως καταναλωτική αδυναμία του εργατικού εισοδήματος, που βέβαια η όξυνσή της σχετίζεται ευθέως ανάλογα με το βαθμό εκμετάλλευσης.
Είναι πέρα για πέρα αποπροσανατολιστικές οι θεωρίες ότι για την κρίση ευθύνεται η «υπερκατανάλωση», οι αυξήσεις των μισθών / ημερομισθίων, το ότι μια κοινωνία καταναλώνει περισσότερο απ’ ότι παράγει ή ό,τι όλα αυτά διαμόρφωσαν τα δημοσιονομικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας.
Γι’ αυτό άλλωστε η πρώτη προσαρμογή εκδηλώνεται με μείωση των επενδύσεων ιδιωτικού κεφαλαίου. Η μεγάλη μείωση κατά 11,5% της ζήτησης επενδυτικών προϊόντων το 2008 (έναντι αύξησης κατά 4,9% το 2007) προήλθε από τη μεγάλη μείωση των επενδύσεων στις κατασκευές (εκτός δημοσίων έργων) και σε εξοπλισμό. Το 2008 η συμβολή των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου στη μεταβολή του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (2,9% του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές του 2000) ήταν -2,8%, ενώ η συμβολή της ιδιωτικής κατανάλωσης ήταν 1,6% και της δημόσιας κατανάλωσης 0,5%13. Ετσι διαμορφώνεται το «παράδοξο» (στην πραγματικότητα η αντίφαση), π.χ. να υπάρχουν στις ΗΠΑ απούλητα (ή κατασχεμένα) διαμερίσματα και μονοκατοικίες (υπερπαραγωγή κατοικιών) και ταυτόχρονα εκατομμύρια άστεγοι.
Στο κίνητρο του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους, στο νόμο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού οφείλεται το εξίσου «παράδοξο»: Να καταστρέφεται στην Ελλάδα ο γαλακτοπαραγωγός, ενώ αναπτύσσεται η βιομηχανία γάλακτος χρησιμοποιώντας εισαγόμενη πρώτη ύλη (σκόνη γάλακτος). Ετσι εξηγείται να πέφτουν οι τιμές εκροών (που πωλούν) για τους αγροτοπαραγωγούς, ενώ αυξάνουν οι τιμές εισροών (σε αναλώσιμα μέσα και πάγιο κεφάλαιο), με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του αγροτικού εισοδήματος, κυρίως για τα μικρά και σε αρκετές περιπτώσεις και για τα μεσαία νοικοκυριά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αναπαραγωγή τους και την κατανάλωση.
Στο ίδιο το κίνητρο του μέγιστου δυνατού κέρδους εμφανίζεται και η αντίφαση να διοχετεύεται η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου ως εξαγωγή σε χώρες με φθηνότερη εργατική δύναμη και βιομηχανικές ύλες, π.χ. από την Ελλάδα προς τις βαλκανικές και όχι στην εγχώρια βιομηχανική παραγωγή εργαλειομηχανών.
Αλλωστε η αντίφαση μεταξύ εξαγωγής κεφαλαίων από κατοίκους της Ελλάδας και ταυτόχρονα εισαγωγής κεφαλαίων για τις ανάγκες της κεντρικής κυβέρνησης και όχι μόνο είναι φαινόμενο του ελληνικού καπιταλισμού σχεδόν από τη γέννησή του. Είναι αποτέλεσμα των ιστορικών συνθηκών που διαμόρφωσαν τους πυρήνες της ελληνικής αστικής τάξης ή της ελληνικής ομογένειάς της στις διεθνείς μεταφορές, στο διεθνές εμπόριο και στις έμμεσες ξένες επενδύσεις (χρηματικές επενδύσεις σε ξένες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, κρατικά ομόλογα άλλων κρατών κλπ.).
Αυτές οι αντιφάσεις οξύνθηκαν με την ένταξη της Ελλάδας αρχικά στην ΕΟΚ και στη συνέχεια στην Ευρωζώνη. Μέρος αυτών των αντιφάσεων ήταν και η αύξηση του εισοδήματος μεσαίων στρωμάτων με κίνητρα καταστροφής της παραγωγής τους (π.χ. επιδότηση απόσυρσης αγροτικών προϊόντων). Η εξαγορά μέσω των κοινοτικών εισροών-προγραμμάτων επεκτάθηκε και σε τμήματα των μισθωτών, π.χ. των κρατικών επιχειρήσεων, καθώς και με τη διαμόρφωση πολυδαίδαλων μηχανισμών εξαγοράς των εκλεγμένων στα όργανα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.
ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΟΤΙ ΤΟ ΕΥΡΩ ΕΙΝΑΙ ΑΣΠΙΔΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣΣΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΡΙΣΗΣ
Κοντεύει μια δεκαετία από τη λειτουργία του ευρώ. Η ζωή επιβεβαίωσε τις προβλέψεις και εκτιμήσεις του ΚΚΕ. Το μερίδιο των μισθωτών εργαζομένων στην πίτα του παραγόμενου πλούτου έγινε μικρότερο, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις χώρες του σκληρού πυρήνα της ΕΕ. Ταυτόχρονα η ανισομετρία βάθυνε. Συρρικνώθηκε η εγχώρια παραγωγή που αφορά τις διατροφικές και άλλες λαϊκές ανάγκες, συρρικνώθηκαν οι τιμές παραγωγού των αγροτικών προϊόντων, ενώ αυξήθηκαν οι τιμές των αντίστοιχων βιομηχανικών προϊόντων.
Αρα αποκαλύπτεται ο μύθος ότι το ευρώ είναι ασπίδα για τις υποδομές της εγχώριας παραγωγής και για το λαϊκό εισόδημα. Π.χ. με την ένταξη στην ΕΟΚ και στη συνέχεια στην Ευρωζώνη συρρικνώθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό η κτηνοτροφική παραγωγή, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας κατανάλωσης σε βοδινό και χοιρινό κρέας να γίνεται από αντίστοιχες εισαγωγές. Αλλά και στη γεωργική παραγωγή υπάρχει το «παράδοξο» να εισάγονται λάδια, οπωροκηπευτικά και άλλα προϊόντα. Η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ και στη συνέχεια στην ΕΕ είχε σαν αποτέλεσμα να γίνει αρνητικό το ισοζύγιο εξαγωγών - εισαγωγών αγροτικών προϊόντων, να διαμορφωθεί ελλειμματικό εμπόριο αγροτικών προϊόντων.
Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζοντας ότι το ευρώ δίνει σχετικά μεγαλύτερη θωράκιση στην ελληνική οικονομία, λένε αλήθεια όσον αφορά τους κεφαλαιοκράτες της Ελλάδας. Το ευρώ διευκόλυνε την εξαγωγή κεφαλαίων από την Ελλάδα και επέφερε μεγάλη αύξηση εισαγωγής εμπορευμάτων και ανατιμήσεων που σε τελική ανάλυση επέδρασαν αρνητικά στο βιοτικό επίπεδο της λαϊκής πλειοψηφίας, γιατί αυτή πληρώνει μέσω της φορολογίας όλων των ειδών τα ελλείμματα.
Τόσο από τη ΝΔ όσο και από το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζεται ότι το ευρώ θωράκισε την ελληνική οικονομία από τις επιθέσεις υποτίμησης του νομίσματός της (δραχμής) σε συνθήκες ύφεσης. Και αυτό είναι μια πλευρά της πραγματικότητας. Η άλλη πλευρά, που εξίσου αναδεικνύεται από αστούς οικονομόλογους, είναι ότι με πιο φθηνό νόμισμα (με ευελιξία στην άσκηση νομισματικής πολιτικής) θα γινόντουσαν τα εγχώρια εμπορεύματα πιο ανταγωνιστικά, θα μειωνόταν το εμπορικό έλλειμμα που και αυτό είναι πηγή της αρνητικής διεθνούς επενδυτικής θέσης της ελληνικής οικονομίας.
Σε κάθε περίπτωση αυτές είναι αντιφάσεις της καπιταλιστικής ανισομετρίας και ανταγωνιστικότητας. Για τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα σημασία έχει ότι το ευρώ έγινε αιχμή επίθεσης σε κατακτημένα δικαιώματα ότι συνδέεται με αντεργατική - αντιλαϊκή πολιτική, στο πλαίσιο της στρατηγικής της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας που ονομάζεται ΕΕ. Η γραμμή ρήξης - αποδέσμευσης από την Ευρωζώνη και την ΕΕ δεν είναι αντίθεση στη μορφή του χάρτινου ή μεταλλικού νομίσματος. Είναι αντίθεση στι σχέσεις ιδιοκτησίας, στο χαρακτήρα της οικονομίας, στο χαρακτήρα της εξουσίας. Δεν είναι αντίθεση στη συνεργασία και επικοινωνία των λαών, αλλά στη συνεργασία των εκμεταλλευτών τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Επομένως συμφέρον του εργατικού και λαϊκού κινήματος είναι να σπάσει την αλυσίδα της Ευρωζώνης. Σε όποιο σημείο της και αν προηγηθεί το σπάσιμο θα είναι παράγοντας αποσταθεροποίησης της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας εκμετάλλευσης των μισθωτών, ανεξάρτητα από εθνική προέλευση, γλώσσα, ιστορικές και πολιτιστικές παρακαταθήκες.