Η αρχή της «ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, της εναρμόνισης της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής», δηλαδή η αστική προσέγγιση της «ισότητας» και η ενίσχυση της «γυναικείας επιχειρηματικότητας», διαπερνούν την πολιτική της ΕΕ και κατ’ επέκταση των αστικών κυβερνήσεων και των κομμάτων που συντρέχουν στην προώθηση της στρατηγικής του κεφαλαίου.
Με τον όρο «γυναικεία επιχειρηματικότητα» αναφέρονται στις επιχειρήσεις γυναικείας ιδιοκτησίας ανεξαρτήτως μεγέθους. Μάλιστα κατά διαστήματα υλοποιούνται σχετικά προγράμματα της ΕΕ για τη χρηματοδότηση γυναικών για τη δημιουργία επιχειρήσεων. Επίσης τον ίδιο όρο χρησιμοποιούν όταν αναφέρονται στις πολιτικές που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στη διεύθυνση μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, κυρίως των εισηγμένων στο χρηματιστήριο.
Η ΕΕ στα επίσημα κείμενά της αντιμετωπίζει τη «γυναικεία επιχειρηματικότητα ως ένα καθαρά “οικονομικό” ζήτημα με απώτερο σκοπό να ενισχυθεί η βιώσιμη ανάπτυξη στην Ευρώπη»2. Στην αντιμετώπιση αυτή κατέληξε ύστερα από την εκτίμηση που κάνει για το παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον σε συνθήκες βαθιάς συγχρονισμένης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και την ανάγκη αύξησης της επιχειρηματικότητας με στόχο την οικονομική ανάκαμψη της ΕΕ στα πλαίσια του ανταγωνισμού της με τις ΗΠΑ.
Ας παρακολουθήσουμε μέσα από τα επίσημα κείμενά της πού καταλήγει η ΕΕ με βάση τις προαναφερθείσες εκτιμήσεις: «Σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον παγκοσμίως, με χαρακτηριστικά την αβεβαιότητα, τις συνεχείς μεταβολές και τον αυξημένο παγκόσμιο ανταγωνισμό, η αναγνώριση του ρόλου των επιχειρηματιών στη διοχέτευση επενδύσεων για την οικονομική ανάκαμψη, αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία για τη διασφάλιση μιας ανταγωνιστικής και δυναμικής ευρωπαϊκής οικονομίας. […] Οι επιχειρηματίες αναγνωρίζονται πλέον ευρέως ως δημιουργοί ευκαιριών απασχόλησης και βασικοί συντελεστές της ευημερίας…»3.
Στο παραπάνω πλαίσιο «αντιμετώπισης της επιχειρηματικότητας» εντάσσεται και η προώθηση και ανάπτυξη της γυναικείας, συνοδευόμενη με μια σειρά πολιτικά και οικονομικά μέτρα. Για τα οικονομικά μέτρα, δηλαδή για τα κονδύλια που απαιτούνται από την ΕΕ και τα κράτη-μέλη, εκτιμάται από τη σχετική γνωμοδότηση ότι: «θα υπερκαλυφθούν από την απόδοση του πρόσθετου οικονομικού οφέλους που θα προκύψει από την αύξηση των επιχειρήσεων γυναικείας ιδιοκτησίας στην οικονομία και από τις θέσεις απασχόλησης που θα δημιουργήσουν»4.
Για τη σημερινή πραγματικότητα, όπως προδιαγράφεται, είναι χαρακτηριστική η εξής προτροπή: «Το πιο ανησυχητικό είναι ότι σε μια εποχή όπου η δημόσια χρηματοδότηση για τη στήριξη των επιχειρήσεων έχει μειωθεί σε πολλές χώρες και πολλές επιχειρήσεις αγωνίζονται να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν, οι πολιτικές για την στήριξη της γυναικείας επιχειρηματικότητας δεν βρίσκονται πλέον στο προσκήνιο παρ’ όλα τα ευχολόγια. Οι επιχειρήσεις γυναικείας ιδιοκτησίας αποτελούν “ευκαιρίες πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ”, που πρέπει να αναγνωριστούν και να μην παραμεληθούν»5.
Οσον αφορά τα πολιτικά μέτρα, η ΕΕ συστήνει «να ενσωματωθούν σε υφιστάμενα υπουργεία αρμόδια για την οικονομική ανάπτυξη» και όχι «να ενταχθούν σε υπουργεία αρμόδια για θέματα ισότητας των φύλων, δεδομένου ότι η γυναικεία επιχειρηματικότητα αποτελεί “οικονομικό” ζήτημα».6
Ταυτόχρονα παίρνονται και μια σειρά μέτρα θεσμικού χαρακτήρα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αρμόδιων υπουργείων των κρατών-μελών, όπως: «Σύσταση ευρωπαϊκής υπηρεσίας για Επιχειρήσεις Γυναικείας Ιδιοκτησίας, […] σύσταση θέσης Διευθυντή, απεσταλμένου ή εκπροσώπου υψηλού επιπέδου αρμόδιου για θέματα γυναικείας επιχειρηματικότητας, […] συλλογή δεδομένων και ετήσια επικαιροποίηση της πολιτικής και της έρευνας, […] διασφάλιση της εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας σε θέματα ισότητας των φύλων…»7.
Γιατί όμως η ΕΕ ρίχνει τόσο πολύ βάρος στην ανάπτυξη της γυναικείας επιχειρηματικότητας; Στο ερώτημα δίνουν απάντηση τα επίσημα κείμενά της: «Σήμερα οι γυναίκες επιχειρηματίες στην Ευρώπη αποτελούν μόνο το 30% του συνόλου των επιχειρηματιών. Τούτο αυξάνει το αναξιοποίητο δυναμικό για την οικονομική ανάπτυξη»8.
Επίσης αναφέρεται ότι «οι προσδοκίες ανάπτυξης είναι ισχυρότερες μεταξύ των γυναικών επιχειρηματιών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που είναι μητέρες»9.
Αυτή λοιπόν είναι η πολιτική ουσία για τα οικονομικά επιτελεία της ΕΕ και για να τεκμηριώσουν τις οικονομικές δυνατότητες που ανοίγονται από το «αναξιοποίητο δυναμικό» δίνουν μια σειρά στοιχεία, όπως: «…λιγότερες γυναίκες παρά άντρες θεωρούν την επιχειρηματικότητα βιώσιμη επιλογή σταδιοδρομίας […] μόνο μία γυναίκα στις δέκα είναι επιχειρηματίας, έναντι ενός ανδρός στους τέσσερις […] οι γυναίκες αποτελούν περίπου το 60% του συνόλου των αποφοίτων πανεπιστημίου αλλά υποεκπροσωπούνται στην πλήρη απασχόληση στην αγορά εργασίας, ιδιαίτερα στον επιχειρηματικό τομέα…»10.
Επίσης, θέλοντας να δείξουν το ευρύ φάσμα των παρεμβάσεων που επιδιώκουν να κάνουν σ’ αυτόν τον τομέα, διαπιστώνουν αυτοκριτικά ότι: «Η Ευρώπη […] δεν έχει προσδιορίσει τις ευκαιρίες ανάπτυξης και την ποικιλομορφία στον κλάδο των επιχειρήσεων (κατ’ οίκον επιχειρηματικότητα, πολύ μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις)». Επίσης αναγνωρίζουν ότι: «Τα εθνικά και τα τοπικά περιβάλλοντα στην ΕΕ εντός των οποίων δραστηριοποιούνται οι ΜΜΕ (μικρομεσαίες επιχειρήσεις) διαφέρουν πολύ μεταξύ τους και, συνεπώς, διαφέρει και η φύση των ίδιων των ΜΜΕ. Επομένως οι πολιτικές για την αντιμετώπιση των αναγκών των ΜΜΕ πρέπει να αναγνωρίζουν πλήρως αυτή την ποικιλομορφία και να σέβονται απόλυτα την αρχή της επικουρικότητας».11
Σ’ αυτή τη βάση ως ΜΜΕ στην Ελλάδα από επίσημα κυβερνητικά κείμενα12 ορίζονται αυτές οι επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 250 εργαζόμενους και που ο ετήσιος κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει τα 50 εκ. ευρώ. Ολες αυτές οι διαπιστώσεις καταλήγουν ότι πρέπει «να ενθαρρυνθούν και να ενδυναμωθούν οι γυναίκες ώστε να αναλαμβάνουν επιχειρηματικά εγχειρήματα (σ.σ.: πάντα με την ανάλογη ιδεολογική επένδυση περί ισότητας) …για να μειωθούν οι υπάρχουσες ανισότητες σε επίπεδο φύλου»13.
Χαρακτηριστικό των ιδεολογημάτων που χρησιμοποιούν αλλά και των πρακτικών μέτρων που παίρνουν για να προωθήσουν τη γυναικεία επιχειρηματικότητα είναι το παρακάτω απόσπασμα από την ιστοσελίδα φορέα προώθησης της γυναικείας επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα: «Οι γυναίκες έχουν καταπληκτικές ιδέες και λειτουργούν μ’ έναν τρόπο, που τις διαφοροποιεί από τους άνδρες. Οταν αντιλαμβάνονται τις δυνατότητές τους και ενθαρρύνονται για να τις αξιοποιήσουν, είναι ικανές να κάνουν θαύματα. Παραδοσιακά, η Ελληνική κοινωνία δεν έχει, μέχρι στιγμής, ενθαρρύνει τις γυναίκες ν’ ακολουθήσουν το δρόμο του επιχειρείν. Πάντα τους προτείνονται πιο “ασφαλείς”, υπαλληλικές επιλογές. Η οικονομία της χώρας όμως χρειάζεται υγιείς, καινοτόμες, εξωστρεφείς, ανθρώπινες επιχειρήσεις και για να τις αποκτήσει, πρέπει να υποστηρίξει και να ενισχύσει τις Ελληνίδες. Το όραμά μας είναι να δούμε τις Ελληνίδες να παίρνουν τη θέση που τους ανήκει στον επιχειρηματικό στίβο, να παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στη νέα τάξη πραγμάτων. Γι’ αυτό θέλουμε να δημιουργήσουμε το καλύτερο δίκτυο Mentoring, για νέες γυναίκες που επιθυμούν να γίνουν πετυχημένες επιχειρηματίες. Θέλουμε να συνδέσουμε άμεσα τις αποφοίτους των Πανεπιστημίων με τις επιχειρήσεις, σε επίπεδο τόσο εκπαίδευσης όσο και δικτύωσης»14.
Με αυτόν τον τρόπο αλληλοδιαπλέκονται οι πολιτικές που εφαρμόζονται για «τη στήριξη της γυναικείας απασχόλησης μέσω ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας» από τα γνωστά συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα του ΕΣΠΑ (ΕΕ και εθνικοί πόροι), με τις παρεμβάσεις για την ενίσχυση της σταδιοδρομίας των γυναικών σε ανώτατες διοικητικές διευθυντικές θέσεις.
Από μελέτες που έχει διενεργήσει η ICAP (η πρώτη το Νοέμβρη του 2011 και η δεύτερη το Γενάρη του 2012) για τις γυναίκες επικεφαλής επιχειρήσεων στην Ελλάδα, συμπεραίνει ότι το ποσοστό των επιχειρήσεων στην Ελλάδα που διευθύνονται από γυναίκες - ανώτατα στελέχη ανέρχεται σε 18,8%. Το ποσοστό αυτών των γυναικών είναι μεγαλύτερο, ξεπερνά το 20% στις μικρότερες επιχειρήσεις (με κύκλο εργασιών μικρότερο από 2 εκ. ευρώ και με προσωπικό λιγότερο από 10 άτομα), ενώ το ποσοστό είναι χαμηλότερο, περίπου 6%, στις μεγάλες επιχειρήσεις (με κύκλο εργασιών πάνω από 50 εκ. ευρώ και προσωπικό πάνω από 250 εργαζόμενους). Ενα χαρακτηριστικό στοιχείο της έρευνας της ICAP του 2012 που ασχολείται με τις 500 μεγαλύτερες (με κριτήριο τον κύκλο εργασιών και τον αριθμό του προσωπικού) επιχειρήσεις που έχουν επικεφαλής γυναίκες (διευθύνουσες συμβούλους, γενικές διευθύντριες ή διαχειρίστριες), είναι ότι απ’ τις γυναίκες που κατέχουν μια τέτοια θέση, οι 7 στις 10 συνδέονται με την εταιρεία μετοχικά.
Ενα παράδειγμα από τις δραστηριότητες που αναπτύσσουν διάφοροι φορείς γυναικείας επιχειρηματικότητας και επιμελητήρια είναι η Διεθνής Συνδιάσκεψη Γυναικών που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από 31 Μάη έως 2 Ιούνη του 2012. Σύμφωνα με τους διοργανωτές «σημαίνουσες προσωπικότητες και επιτυχημένες επιχειρηματίες ήρθαν στην Αθήνα, από 72 χώρες, για να συναντήσουν συναδέλφους τους από άλλες χώρες, να ανταλλάξουν καλές πρακτικές, να δικτυωθούν, να προωθήσουν τα προϊόντα τους και να ερευνήσουν άλλες αγορές, να ακούσουν τις εισηγήσεις σπουδαίων εκπροσώπων της παγκόσμιας επιχειρηματικής κοινότητας και να δημιουργήσουν συνεργασίες και συνέργειες σε παγκόσμιο επίπεδο»15.
Γίνεται φανερό πως πρόκειται για δράσεις και προγράμματα ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας που στοχεύουν στις συμμαχίες με τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, καθώς και στην ενίσχυση των μονοπωλιακών ομίλων και επιχειρήσεων για επενδύσεις κεφαλαίων σε νέους τομείς και αγορές. Ομως εδώ η επιχειρηματικότητα, το αδυσώπητο κυνήγι του κεφαλαίου για πρόσθετο κέρδος, δεν εμφανίζεται έτοιμη να πατήσει επί πτωμάτων, όπως στην πραγματικότητα είναι, αλλά τη στολίζουν με το περιτύλιγμα της δήθεν ιδιαίτερης γυναικείας ικανότητας στη διοίκηση των καπιταλιστικών επιχειρήσεων.
Με αυτό το περιεχόμενο έγινε μια συνεδριακή-επιχειρηματική εκδήλωση στις 7 Δεκέμβρη του 2012 στην Καλαμάτα, που διοργανώθηκε από την εφημερίδα «ΕΞΠΡΕΣ» με θέμα: «Γυναίκα επιχειρηματίας: δύναμη δημιουργίας με πίστη στην παράδοση και όραμα για την ανάπτυξη». Την έναρξη των εργασιών κήρυξε η Γενική Γραμματέας Ισότητας των Φύλων. Παραθέτουμε ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα ομιλιών για το πώς περιγράφουν το προφίλ των γυναικών, τα ιδιαίτερα δήθεν χαρίσματά τους για να τις προσελκύσουν στο «επιχειρείν»: «Οι γυναίκες τα έχουν όλα και πολλά παραπάνω σε σχέση με τους άντρες, ενώ […] ξέρουν να αποφεύγουν ατοπήματα! […] οι επιχειρήσεις έχουν ανάγκη τις γυναίκες γιατί αυτές κατανοούν καλύτερα τις ανάγκες της κοινωνίας και αφουγκράζονται το ρυθμό της»16.
Ακόμα και αν μια γυναίκα έχει τα «ιδιαίτερα χαρίσματα» που της αποδίδουν και κυρίως αν έχει και την οικονομική δυνατότητα, δεν αρκούν αυτά για να ανοίξει μια δική της επιχείρηση ως αυτοαπασχολούμενη. Συναντάει επιπλέον εμπόδια από αυτά του άντρα συναδέλφου της. Και εδώ δεν αναφερόμαστε στο φυλετικό ανταγωνισμό λόγω πατριαρχικής κοινωνίας και φυλετικού στερεότυπου που αναδεικνύουν οι φεμινίστριες ούτε στον οικονομικό ανταγωνισμό που έτσι κι αλλιώς υπάρχει στον καπιταλισμό για όλες τις επιχειρήσεις, είτε είναι «γυναικείες» είτε «αντρικές». Αναφερόμαστε στα εμπόδια που πηγάζουν από την ανισότιμη θέση της γυναίκας των λαϊκών κυρίως στρωμάτων στο καπιταλιστικό σύστημα που είναι επιφορτισμένη με μια σειρά ευθύνες και λειτουργίες της οικογένειας που θα έπρεπε να τις είχε αναλάβει το κράτος.
Τα ζητήματα λοιπόν αυτά τα υπολογίζουν και οι ίδιοι οι καπιταλιστές και το πολιτικό προσωπικό τους όταν προτείνουν μέτρα για την αύξηση της «γυναικείας επιχειρηματικότητας». Παραθέτουμε ορισμένες προτάσεις που ειπώθηκαν στην προαναφερόμενη εκδήλωση της εφημερίδας «ΕΞΠΡΕΣ», από τις οποίες φαίνεται η κατεύθυνση που δίνουν για να ξεπεραστούν τα εμπόδια των γυναικών που δεν είναι άλλη από την ατομική-οικογενειακή λύση και επικουρικά κάποια μέτρα από το κράτος: «Η γυναίκα που δραστηριοποιείται στο χώρο των επιχειρήσεων χρειάζεται να εξισορροπεί καριέρα και προσωπική ζωή, καθώς οι απαιτήσεις είναι πολλές και στους δύο χώρους. Χρειάζεται να εκμεταλλεύεται καλύτερα και πιο ποιοτικά το χρόνο που αφιερώνει στην οικογένειά της, προβάλλοντας στα παιδιά της το μοντέλο της ανεξάρτητης, δυναμικής και δημιουργικής γυναίκας, να επιζητεί τη συμμετοχή του συντρόφου της στην οικογενειακή ζωή και να αξιοποιεί τις σύγχρονες τεχνολογίες ώστε να έχει ευελιξία στο χρόνο και τον τόπο της απασχόλησής της. Και κυρίως να αντιστέκεται στα στερεότυπα του φύλου, τα οποία είναι ιδιαίτερα επίπονα και διαιωνίζονται από γενιά σε γενιά, επηρεάζοντας αρνητικά την αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας τόσο στο επίπεδο της απόφασης να γίνει επιχειρηματίας όσο και κατά τη λειτουργία της μέσα στην επιχείρηση. Μερικά από τα πιο γνωστά στερεότυπα είναι τα εξής:
- Οι γυναίκες αντιμετωπίζουν δυσκολία στη λήψη των αποφάσεων.
- Οι γυναίκες επιχειρηματίες είναι λιγότερο αξιόπιστες από τους άντρες.
- Οι γυναίκες είναι επιτυχημένες μόνο σε ορισμένα επαγγέλματα.
- Η θηλυκότητα εμποδίζει μια γυναίκα να ασκήσει εξουσία.
- Εγκυμοσύνη και μητρότητα είναι εμπόδια σε επιτυχημένη καριέρα.
- Μια υπερ-απασχολημένη μητέρα δεν είναι πραγματική μητέρα.
[…] η πολιτεία να δώσει κίνητρα στη γυναίκα επιχειρηματία όπως: κίνητρα για τη μητρότητα, επίδομα επιστροφής της γυναίκας στην επιχείρηση, μειωμένη φορολόγηση κατά το διάστημα της κύησης, επέκταση του ωραρίου των δημοσίων υπηρεσιών…»17.
Βεβαίως η «γυναικεία επιχειρηματικότητα» δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα που βιώνουν χιλιάδες αυτοαπασχολούμενες που βουλιάζουν στα χρέη και προσπαθούν με νύχια και δόντια να κρατήσουν την επιχείρησή τους ανοικτή για να μη βρεθούν οι ίδιες άνεργες. Δεν απαντά ούτε στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην οικογενειακή τους ζωή, ενώ αποτελεί μέρος της φιλομονοπωλιακής πολιτικής που τα διογκώνει.
Είναι υπαρκτό το φαινόμενο άνεργες, κυρίως νέες κοπέλες, μη έχοντας τη δυνατότητα να βρουν άλλη δουλειά, να καταφεύγουν στη λύση μιας μικρής επιχείρησης προκειμένου να μπορέσουν να επιβιώσουν, ανεξάρτητα από τις δυσκολίες που συναντούν, ώστε να λειτουργεί η επιχείρηση αποδίδοντάς τους ένα ικανοποιητικό εισόδημα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης για την επιχειρηματικότητα 2011-2012 του ΙΟΒΕ πρόκειται για τη λεγόμενη «επιχειρηματικότητα ανάγκης», η οποία εμφανίζει άνοδο καθ' όλη τη διάρκεια της κρίσης.18
Ωστόσο, ο Οδηγός Υλοποίησης για τα προγράμματα ανάπτυξης της γυναικείας επιχειρηματικότητας στα πλαίσια του ΕΣΠΑ αναφέρει ότι «η επιχειρηματικότητα ανάγκης» δεν αποτελεί πλέον προτεραιότητα. Το βάρος τώρα πέφτει στα προγράμματα «επιχειρηματικότητας ευκαιρίας». Με τον όρο αυτό εννοούν ότι ευνοούνται προτάσεις για σύσταση μιας νέας επιχείρησης που γίνεται «με στόχο την αξιοποίηση πραγματικής επιχειρηματικής ευκαιρίας (καινοτομία, κενά της αγοράς, προοπτικές αύξησης ζήτησης κλπ.) από επιχειρηματία με προσόντα (π.χ. πίστη στην επιτυχία, εμπειρία, γνώση, δεξιότητες, υψηλό μορφωτικό επίπεδο)». Θεωρούν ότι οι γυναίκες πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις, έχουν όλα τα προσόντα και το ζήτημα είναι να καθοδηγηθούν για να στραφούν να επενδύσουν σε τομείς της οικονομίας που υπάρχει ζήτηση.19
Πρόσφατα προκηρύχτηκε επιδοτούμενο πρόγραμμα στήριξης της γυναικείας απασχόλησης μέσω ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας20, για γυναίκες από 18-35 και 36-64 ετών, με χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (85%) και από εθνικούς πόρους (15%), προϋπολογισμού 40 εκ. ευρώ και ενίσχυση ανά πρόταση «από τα 10.000 ευρώ έως 20.000 ευρώ για κάλυψη λειτουργικών δαπανών και επιπλέον 12.000 ευρώ για ετήσιο μισθολογικό κόστος μιας νέας θέσης με πρόσληψη ανέργου».
Η επιδότηση δίνεται με υποεξαιρέσεις σε άνεργες, απολυμένες ή υπό την απειλή απόλυσης, σε όσες έχουν κλείσει προ τριετίας την επιχείρησή τους ή αυτοαπασχολούμενες με εισόδημα κάτω από τα όρια της φτώχειας, όπως αυτό το ορίζει η ΕΛΣΤΑΤ. Καλύπτει επιλέξιμες δαπάνες σε επιλέξιμες περιφέρειες (εξαιρούνται η Αττική και η Κεντρική Μακεδονία) για τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων για χρονικό διάστημα 18 μηνών. Οπως αναφέρεται έχει στόχο την άμεση αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης με την «προώθηση δυνατοτήτων πολυαπασχόλησης, την αντιστροφή του φαινομένου της ανεργίας, τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών μεταξύ των φύλων και των κοινωνικών ομάδων, τη δημιουργία συνθηκών και προϋποθέσεων για την αναστροφή των δυσμενών δημογραφικών τάσεων και την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων και δυνατοτήτων του πληττόμενου ανθρώπινου δυναμικού»21.
Πρόκειται για ένα ακόμη επιδοτούμενο πρόγραμμα για τη συγκάλυψη της διογκούμενης ανεργίας και της μακροχρόνιας ανεργίας στις γυναίκες και κυρίως στις νέες, που όμως ούτε την ανεργία μπορεί να αντιμετωπίσει ούτε να αναστρέψει τον κύκλο της καπιταλιστικής κρίσης και τις επιπτώσεις που έχει σε χιλιάδες εργαζόμενες και αυτοαπασχολούμενες. Η άνεργη γυναίκα που θα ανοίξει μια επιχείρηση αργά ή γρήγορα θα έρθει αντιμέτωπη με τεράστιες δυσκολίες για να ανταπεξέλθει στα υπέρογκα έξοδά της, εκ των πραγμάτων θα πρέπει να βάζει επιπρόσθετα από τα επιδοτούμενα κεφάλαια για να αντέξει στον ανταγωνισμό, ενώ δύσκολα θα εξασφαλίζει ένα ικανοποιητικό εισόδημα για την ίδια και την οικογένειά της.
Τα προγράμματα «γυναικείας επιχειρηματικότητας» της ΕΕ προβάλλουν ως πρότυπα γυναίκες επιχειρηματίες, ιδιοκτήτριες, μεγαλομετόχους και ανώτερα στελέχη καπιταλιστικών επιχειρήσεων και καλλιεργούν αυταπάτες ότι και μια γυναίκα του μεροκάματου μπορεί να ακολουθήσει παρόμοιο δρόμο. Δίνουν στην ισότητα των δύο φύλων το περιεχόμενο που τους εξυπηρετεί, τη συνδέουν με την ίση εκπροσώπηση γυναικών και ανδρών στη διοίκηση των επιχειρήσεων.
Ενισχύουν νέους τομείς της καπιταλιστικής οικονομίας, όπως τη λεγόμενη «κοινωνική οικονομία», δηλαδή ιδιωτικές επιχειρήσεις, είτε προσωπικές είτε συνεταιριστικές, που δραστηριοποιούνται κυρίως στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών με καθορισμένο από πριν μικρό ποσοστό κέρδους. Π.χ. ο νόμος Κατσέλη του 2011 ορίζει ποσοστό κέρδους για τις «κοινωνικές επιχειρήσεις» της τάξης του 5%. Το υπόλοιπο ποσοστό κέρδους υποχρεούται η επιχείρηση να το επανεπενδύει. Μάλιστα τονίζουν πως «οι επιχειρηματικές ικανότητες μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο στην επιτυχία και τη διαχείριση αυτών των επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας»22.
Στην Ελλάδα οι «κοινωνικές επιχειρήσεις» έχουν μικρή ιστορία σε σύγκριση με άλλες καπιταλιστικές χώρες. Εχουν αναπτυχθεί κυρίως γυναικείοι συνεταιρισμοί μικρής παραγωγικότητας, παραδοσιακών προϊόντων, αγροτουριστικοί ή αστικοί και κοινωνικοί συνεταιρισμοί σε ψυχικά πάσχοντες. Αλλοι τύποι «κοινωνικών επιχειρήσεων» που δραστηριοποιούνται γυναίκες είναι αστικοί συνεταιρισμοί που συμμετέχουν κυρίως άτομα με ειδικές ανάγκες, τα τοπικά σύμφωνα απασχόλησης, πολιτιστικοί σύλλογοι, οικολογικές και εθελοντικές οργανώσεις.
Στην Ελλάδα υπάρχουν περισσότεροι από 120 γυναικείοι αγροτουριστικοί συνεταιρισμοί, οι οποίοι άρχισαν να δημιουργούνται μαζικά από το 1990. Χαρακτηριστική των αδιέξοδων στα οποία έχουν περιέλθει την περίοδο της κρίσης γυναίκες που συμμετέχουν σε αγροτουριστικές μονάδες είναι η επιστολή των γυναικείων συνεταιρισμών της Κρήτης που δημοσιεύτηκε τον Απρίλη του 2012, με την οποία ζητούν να ενταχθούν στο δίκτυό τους 15 συνεταιρισμοί που αριθμούν κάτω από 20 άτομα όπως ορίζει ο νόμος και υποστηρίζουν ότι διαφορετικά: «θα πρέπει οι γυναικείοι συνεταιρισμοί να προσθέσουν νέα μέλη, κάτι το οποίο δεν είναι και πολύ εύκολο, καθώς το μηνιαίο εισόδημα του κάθε μέλους είναι έτσι κι αλλιώς πολύ χαμηλό λόγω κρίσης οπότε με την προσθήκη νέων μελών θα μειωθεί κι άλλο μέχρι να οδηγηθούν στο οριστικό κλείσιμό τους, και επίσης, η υποχρεωτική σύμπτυξη δυο και τριών συνεταιρισμών μεταξύ τους είναι δύσκολη, λόγω γεωγραφικών περιορισμών αλλά και λόγω έλλειψης της κατάλληλης υποδομής και οργάνωσης (κτιριακές εγκαταστάσεις και μηχανήματα)»23.
Συνέπεια όλων των παραπάνω προγραμμάτων που απορρέουν από την πολιτική της ΕΕ και των αστικών κυβερνήσεων είναι ο εγκλωβισμός της συνείδησης των αυτοαπασχολουμένων γυναικών, μακριά από τις πραγματικές αιτίες που γεννούν τα προβλήματά τους. Οι αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν και καλλιεργούνται συστηματικά έρχονται να προστεθούν στην κυρίαρχη αυταπάτη που επικρατεί στο χώρο των αυτοαπασχολούμενων, ότι μπορεί μια μικρή επιχείρηση να επιβιώσει στον ανταγωνισμό των μονοπωλίων. Αυταπάτη που έχει αντικειμενική βάση τη μικρή ατομική ιδιοκτησία των αυτοαπασχολούμενων, που λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας.