Η πολιτική της ΕΕ για την πολεμική/αμυντική βιομηχανία είναι το σύνθετο αποτέλεσμα της ανάγκης διασφάλισης της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών μονοπωλιακών ομίλων απ’ τη μία και της ανάγκης διαμόρφωσης μιας ισχυρής ευρωπαϊκής πολεμικής βιομηχανίας, ως κρίσιμης συνιστώσας της κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, αναπτύσσονται αντιφατικοί δεσμοί με το ΝΑΤΟ και με τις ΗΠΑ ειδικότερα, σύμπραξης και συμμετοχής απ’ τη μία, ανάγκη δυνατότητας διαχωρισμού και ανεξαρτησίας απ’ την άλλη. Την ίδια στιγμή τα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν αυτοτελή κρατική πολιτική για την άμυνα και για τον κρίσιμο τομέα της πολεμικής βιομηχανίας, επιδιώκοντας ισχυρή εθνική πολεμική βιομηχανία. Ωστόσο, δε βρίσκονται σε κάθετη αντίθεση μεταξύ τους, καθώς τόσο οι ΜμΕ επιχειρήσεις του πολεμικού τομέα όσο και οι μονοπωλιακοί όμιλοι συγκεντρώνονται σε έξι χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Σουηδία και Μ. Βρετανία).
Επισημαίνουμε πως η ΕΕ δεν μπορεί να επιλύσει τις διαφορές ανάμεσα στα κράτη-μέλη της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συνεχιζόμενη διαπάλη Ισπανίας και Μ. Βρετανίας για την κυριαρχία του Γιβραλτάρ, διαπάλη που δεν έχει απλά διπλωματικό χαρακτήρα. Σε διπλωματικό επίπεδο, μετά την απόφαση για Brexit, η Ισπανία έκανε επίσημη τοποθέτηση για αλλαγή κυριαρχίας στο Γιβραλτάρ. Σε στρατιωτικό επίπεδο, τελευταίο επεισόδιο κλιμάκωσης ήταν η ανταλλαγή προειδοποιητικών βολών ανάμεσα σε περιπολικά σκάφη των δύο κρατών,38 ενώ προηγούμενο αξιοσημείωτο περιστατικό ήταν η απόβαση Βρετανών κομάντο που, λόγω «λαθεμένης ανάγνωσης του χάρτη»,39 αποβιβάστηκαν σε μια ισπανική παραλία το 2002.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «προωθεί ενεργά την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Κεντρικός στόχος της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής είναι η ανάπτυξης μιας καινοτόμας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Βιομηχανικής και Τεχνολογικής Βάσης (ΕΑΒΤΒ). Η ΕΑΒΤΒ είναι σημαντική για μια αποτελεσματική Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας της ΕΕ. Η πολιτική αυτή είναι σχεδιασμένη για να δώσει στην ΕΕ δυνατότητα αυτόνομης δράσης όταν απαντά σε διεθνείς κρίσεις, χωρίς προκατάληψη σε δράσεις του ΝΑΤΟ. Μια ανταγωνιστική ΕΑΒΤΒ απαιτείται επίσης για να δώσει στην Ευρώπη την ικανότητα να συνεργάζεται διεθνώς στην ανάπτυξη και παραγωγή αμυντικού υλικού»40.
Με βάση τα στοιχεία της Κομισιόν, ο «αμυντικός τομέας» στην ΕΕ απασχολεί ευθέως 500.000 εργαζόμενους, είχε το 2014 ένα κύκλο εργασιών περίπου 100 δισ. ευρώ και περιλαμβάνει 1350 ΜμΕ41 επιχειρήσεις.
Στο βασικό κείμενο αναφοράς «Μια Νέα Συμφωνία Για Την Αμυντική Βιομηχανία», η Κομισιόν επισημαίνει τη διεύρυνση του χάσματος στη χρηματοδότηση της έρευνας και ανάπτυξης στο στρατιωτικό τομέα τόσο απέναντι στις ΗΠΑ, επισημαίνοντας πως αυτό το χάσμα «θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα της Ένωσης να παράξει τις επόμενες γενιές αμυντικού εξοπλισμού», όσο και απέναντι στους BRICS, καταλήγοντας πως οδηγεί «μακροπρόθεσμα σε σημαντικά αρνητικά αποτελέσματα για την ευρωπαϊκή ασφάλεια».
Πρέπει να σημειώσουμε πως η προσπάθεια των ευρωπαϊκών κρατών να βελτιώσουν την ανταγωνιστική θέση των μονοπωλιακών ομίλων τους στην αγορά αμυντικού υλικού, για οικονομικούς και πολιτικούς λόγους, δεν είναι καινούργια. Οι ευρωπαϊκοί όμιλοι παραγωγής αμυντικού υλικού βρίσκονται διαχρονικά σε σχετικά μειονεκτική θέση σε σχέση με τους αμερικανικούς ανταγωνιστές τους. Δεν είναι τυχαία η τοποθέτησή τους στη δεύτερη βαθμίδα στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με βάση την προαναφερθείσα μελέτη.
Οι ευρύτερες συνεργασίες ανάμεσα στους μονοπωλιακούς ομίλους των διαφορετικών κρατών-μελών μπορούν να απαντήσουν στο μεγάλο κόστος ανάπτυξης των οπλικών συστημάτων που αυξάνεται αλματωδώς42, στη στενότητα των εθνικών αγορών, οδηγώντας στη διαμόρφωση ευρύτερων σχημάτων ανταγωνιστικών στην παγκόσμια αγορά.
Η πολιτική της ΕΕ για το θέμα εξελίσσεται σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Το 2004 ιδρύθηκε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας, με στόχο «να υποστηρίξει τα κράτη-μέλη στην προσπάθειά τους να ενισχύσουν τις αμυντικές ικανότητες για την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας»43, που εξειδικεύεται σε τρεις επιμέρους στόχους: «α) Την υποστήριξη των ευρωπαϊκών αμυντικών ικανοτήτων και της στρατιωτικής συνεργασίας, β) την τόνωση της πολεμικής τεχνολογίας και την ισχυροποίηση της ευρωπαϊκής πολεμικής βιομηχανίας και γ) τη συνέργεια με τις υπόλοιπες πολιτικές της ΕΕ»44.
Η ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
Υπενθυμίζουμε πως γενικά, ξεκινώντας ήδη από τη Συνθήκη «Άνθρακα και Χάλυβα», η νομοθεσία της ΕΕ υπαγορεύει συγκεκριμένη πολιτική γι’ αυτούς τους βασικούς βιομηχανικούς τομείς, αποτρέποντας ουσιαστικά τη, μέσα από κρατική ενίσχυση, αλλαγή της παραγωγικής διάρθρωσης στον άνθρακα και στο χάλυβα σε επίπεδο κρατών. Γι’ αυτό και κάθε αναπτυξιακός νόμος έχει ως ρητή και συγκεκριμένη πρόβλεψη την απαγόρευση ενισχύσεων σ’ αυτούς τους τομείς.
Το άρθρο 346 της συνθήκης λειτουργίας της ΕΕ (το άρθρο 296 της συνθήκης της ΕΕ) εισάγει μια ρήτρα εξαίρεσης. Δίνει στα κράτη-μέλη την ελευθερία επιλογής εθνικών προμηθευτών για πολεμικούς εξοπλισμούς, χωρίς αυτό να θεωρείται έμμεση κρατική ενίσχυση. Ουσιαστικά, το συγκεκριμένο άρθρο έχει το χαρακτήρα ειδικών διατάξεων προστατευτισμού της πολεμικής βιομηχανίας.
Κομβικό σημείο εξέλιξης της ευρωενωσιακής πολιτικής είναι η οδηγία 81/2009 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία είχε ως κεντρικό στόχο τη «σταδιακή διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής αγοράς αμυντικού εξοπλισμού», ως «αναγκαία προκειμένου να ενισχυθεί η αμυντική βιομηχανική και τεχνολογική βάση στην Ευρώπη και να αναπτυχθούν οι στρατιωτικές δυνατότητες που είναι απαραίτητες για την υλοποίηση της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας». Η οδηγία αυτή, μαζί με την οδηγία 43/2009, αποτελούν το λεγόμενο «πακέτο άμυνας» της ΕΕ, στο γνωστό μότο των πακέτων απελευθέρωσης των διάφορων κλάδων.
Κεντρικός στόχος του «πακέτου άμυνας» και ειδικά της πρώτης οδηγίας ήταν «να αυξηθεί ο ανταγωνισμός» και κυρίως να «μειωθεί η χρήση της ρήτρας του άρθρου 346 της συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ».
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η νέα οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του 2013, που αναφέρει νέα συγκεκριμένα μέτρα παρακολούθησης και εφαρμογής της οδηγίας 81/2009.
Ουσιαστικά το σύνολο της ευρωενωσιακής πολιτικής καταργεί σταδιακά τις διατάξεις προστατευτισμού της πολεμικής βιομηχανίας και οδηγεί στην περαιτέρω απελευθέρωση της κίνησης εμπορευμάτων και στον τομέα των πολεμικών εξοπλισμών, κατεύθυνση φυσικά που επίσης δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά είναι αναπόσπαστα δεμένη με τους πυλώνες ύπαρξης της ΕΕ.
Στόχος των αλλαγών αυτών είναι η δημιουργία μεγάλων ανταγωνιστικών ομίλων πολεμικού υλικού στην ΕΕ και θα οδηγήσει την εναπομείνασα εγχώρια αμυντική βιομηχανία στη συρρίκνωση και στη συγχώνευση με μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους πολεμικού υλικού.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ ΤΟΥ ΝΑΤΟ
Ο οργανισμός έχει μια ολόκληρη πολυσύνθετη δομή με κεντρικό στόχο τη διασφάλιση ενιαίας πολιτικής προμηθειών για όλα τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει το Τμήμα Επενδύσεων Άμυνας (Defence Investment Division) και ο Οργανισμός Υποστήριξης και Προμηθειών (NATO Support and Procurement Organisation), στόχος των οποίων είναι «η ανάπτυξη των στρατιωτικών ικανοτήτων και η επίβλεψη των επενδύσεων στο ΝΑΤΟϊκό ενεργητικό, εξασφαλίζοντας πως οι δυνάμεις που είναι ενταγμένες στη συμμαχία είναι κατάλληλα εξοπλισμένες και μπορούν να αλληλοσυμπληρωθούν για την εκτέλεση όλων των στρατιωτικών αποστολών».
Ουσιαστικά, μέσα από την πολυσύνθετη δομή τους, οι ΝΑΤΟϊκές δεσμεύσεις οδηγούν σε συγκεκριμένες προδιαγραφές για το σύνολο σχεδόν των στρατιωτικών προμηθειών των ΕΔ, από το διαμέτρημα των βλημάτων, τα χρώματα βαφής και το είδος των λιπαντικών, μέχρι το είδος των αεροσκαφών, τις ανάγκες τα ηλεκτρονικά συστήματα των βαρέων όπλων να συνδυάζονται μεταξύ τους κ.ά. Η διαδικασία αυτή αυτόματα περιορίζει σημαντικά τους δυνητικούς προμηθευτές των ΕΔ σε προμηθευτές που παράγουν υλικά με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ουσιαστικά, το πολεμικό υλικό των ΕΔ προέρχεται σε συντριπτικό βαθμό από βιομηχανίες των ΗΠΑ και της Δυτικής Ευρώπης, λόγω και αυτών των συγκεκριμένων δεσμεύσεων και προδιαγραφών.
Η ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
Στο παρόν κείμενο δε θα σταθούμε σε μια εξέταση της ιστορίας της σχετικής κυβερνητικής πολιτικής, η οποία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αξίζει να μελετηθεί ξεχωριστά. Πρέπει ωστόσο να σημειώσουμε πως από το δάνειο της ανεξαρτησίας και την «Καρτερία»45, μέχρι τα σημερινά υποβρύχια Τype 214, οι μεγάλες κρατικές παραγγελίες πολεμικού υλικού συνδέονται με υπέρογκες προμήθειες, με τεράστιο εξωτερικό δανεισμό, μικρή εγχώρια συμμετοχή, και ορισμένες με ελαττωματικό υλικό.
Πολύ συνοπτικά, παρά τις μεταβολές στη μορφή της σχετικής κυβερνητικής πολιτικής τα τελευταία 30 χρόνια –από το πρόγραμμα «ελληνοποίησης» των αμυντικών εξοπλισμών του «ΥΠΕΘΑ με αντίστροφη σχεδίαση που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και σταμάτησε μετά από την ίδρυση της ΓΔΕ το 1985»46, τα Αντισταθμιστικά Ωφελήματα– μέχρι τη σημερινή κατάσταση, παρά τις διαφορές στο νομοθετικό πλαίσιο, το τελικό αποτέλεσμα ήταν πως οι αμυντικές συμβάσεις είχαν κυρίως ως αποτέλεσμα κολοσσιαίες αγορές οπλικών συστημάτων, από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Η εγχώρια συμμετοχή ήταν σχετικά μικρή και περιοριζόταν σε δευτερεύοντα και μικρής αξίας οπλικά συστήματα, σε συνοδευτικό στρατιωτικό υλικό ή σε υπεργολαβίες των ομίλων που πωλούσαν το υλικό. Συγχρόνως, η εγχώρια αμυντική βιομηχανία και οι παχυλές συμβάσεις αξιοποιήθηκαν από την άρχουσα τάξη και τις διαδοχικές κυβερνήσεις ως εργαλεία με τα οποία διοχετεύτηκαν τεράστια ποσά στους εγχώριους ομίλους.
ΤΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΤΙΚΑ ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ
Με τον όρο «αντισταθμιστικά ωφελήματα» η αστική σκέψη χαρακτηρίζει μια σειρά από παροχές που λαμβάνει η χώρα που αγοράζει ένα οπλικό σύστημα, από τη χώρα/επιχείρηση που το πουλάει. «Αντισταθμιστικά Ωφελήματα (ΑΩ) είναι οι συμπληρωματικές παροχές στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης προμήθειας, οι οποίες υλοποιούνται ως ανταπόδοση /επιστροφή προς τη χώρα-αγοραστή, μέρους της εξοπλιστικής δαπάνης με ευθύνη των μη εγχώριων προμηθευτών και μετά από έλεγχο των αρμοδίων υπηρεσιών του ΥΠΕΘΑ και αποτελούν υποχρέωση που απορρέει από τη σύμβαση κύριας προμήθειας. Τα ΑΩ είναι ανταποδοτικό συμπλήρωμα της προμήθειας αμυντικού υλικού και ως εκ τούτου δεν πρέπει να επιβαρύνουν τη συνολική χρηματική δαπάνη της»47.
Πρόκειται για μια ευρέως διαδεδομένη πρακτική, διακηρυττόμενος στόχος της οποίας είναι η αξιοποίηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων για την ενίσχυση πλευρών της εγχώριας βιομηχανίας, συνήθως της πολεμικής ή της βαριάς βιομηχανίας. Με έναν τρόπο, τα Αντισταθμιστικά Ωφελήματα μπορούν να γίνουν κατανοητά ως «προμήθεια» που λαμβάνει το κράτος για την υλοποίηση μιας συγκεκριμένης κρατικής αγοράς αμυντικού υλικού.
Στην Ελλάδα, τα Αντισταθμιστικά Ωφελήματα αφορούν την ενίσχυση της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας, αλλά και δράσεις του υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Τα Αντισταθμιστικά Ωφελήματα υπολογίζονται ποσοτικά. Αποτιμάται το ύψος καθεμιάς από τις επιμέρους δράσεις που συνιστούν τα ΑΩ που σχετίζονται με μια σύμβαση και στη συνέχεια επιβάλλεται ένας πολλαπλασιαστικός συντελεστής ανάλογα με το είδος της δράσης, συντελεστής που μπορεί να φτάσει μέχρι και το 10. Με βάση τη νομοθεσία, το συνολικό ύψος των ΑΩ (μετά από την επιβολή των συντελεστών) πρέπει να φτάνει τουλάχιστον στο ύψος της αρχικής σύμβασης.
Παρά τις φαινομενικά θετικές πλευρές τους, τα αντισταθμιστικά ωφελήματα δεν μπορούν να «αντισταθμίσουν» τις συνέπειες της καπιταλιστικής ανισομετρίας που οδηγεί σε τεράστιο όγκο εισαγωγών.
Σε αμιγώς λογιστικό επίπεδο, τα ΑΩ δεν ελαττώνουν τη δαπάνη μιας σύμβασης αγοράς αμυντικού υλικού, αφού το προσφερόμενο τίμημα μιας σύμβασης είναι προσαυξημένο κατά το ύψος της πραγματικής αξίας των Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων που προσφέρει ο πωλητής στον αγοραστή.
Πρέπει να επισημάνουμε πως τα ΑΩ δεν είναι, όπως θέλουν να τα εμφανίσουν, «εθνική υπόθεση». Πρόκειται για μηχανισμό έμμεσης κρατικής χρηματοδότησης συγκεκριμένων βιομηχανιών παραγωγής αμυντικού/πολεμικού υλικού, που δεν ανήκουν κατ’ ανάγκη στο κράτος, με την επιχείρηση που γίνεται αποδέκτης των ΑΩ ουσιαστικά να χρηματοδοτείται εμμέσως από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Συγχρόνως, τα ΑΩ μπορεί να ωφελούν ευθέως τον πωλητή του πολεμικού υλικού. Αυτό συμβαίνει ειδικά στην περίπτωση που τα ΑΩ περιλαμβάνουν παραγωγή ενός τμήματος οπλικού συστήματος στη χώρα λήψης των ΑΩ, αν το κόστος εργασίας είναι χαμηλότερο. Έτσι, πίσω από τη δευτερεύουσα σύμβαση που εμφανίζει μια συμπαραγωγή ως αντισταθμιστικό όφελος για τη χώρα που αγοράζει τον οπλικό εξοπλισμό, κρύβεται μια διαδικασία outsourcing και ελάττωσης του κόστους παραγωγής για το μητρικό όμιλο. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η πρόταση της Τουρκίας για αύξηση της τοπικής παραγωγής των μαχητικών αεροσκαφών τύπου F35, με το σκεπτικό της μείωσης του συνολικού κόστους48. Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και η αξιοποίηση της πολεμικής βιομηχανίας της χώρας αγοραστή για παραγωγή αναλώσιμων, ανταλλακτικών ή για παροχή υπηρεσιών συντήρησης με μικρότερο κόστος για το κυρίως αμυντικό υλικό, που εμφανίζεται ως «απορρόφηση προϊόντων της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας».
Τέλος, η μεταφορά τεχνογνωσίας και τεχνολογίας στην εγχώρια βιομηχανία είναι κατά απόλυτο κανόνα χαμηλής κλίμακας και δεν οδηγεί σε δυνατότητα «κλωνοποίησης» του αμυντικού υλικού, πολλώ δε μάλλον σε δυνατότητα σχεδιασμού νέου αμυντικού υλικού. Τα μέρη που προσφέρονται για παραγωγή στη χώρα αγοράς του αμυντικού υλικού περιέχουν μικρό τμήμα της απαιτούμενης τεχνολογίας για την κατασκευή ενός σύνθετου οπλικού συστήματος, και συνήθως τεχνολογίες που απέχουν από τις τεχνολογίες αιχμής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση της Βρετανίας, στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ένας από τους λόγους για τους οποίους απέρριψαν τότε οι Βρετανοί την αγορά των αμερικανικών αρμάτων μάχης Abrams M1A1 και προέκριναν την εγχώρια σχεδίαση και ανάπτυξη του βρετανικού άρματος μάχης ήταν πως η συμπαραγωγή που πρότειναν οι Αμερικανοί αφορούσε αποκλειστικά τα μηχανολογικά μέρη, το θώρακα, μηχανικά εξαρτήματα κ.ά., και όχι τον κρίσιμο για ένα σύγχρονο άρμα μάχης τομέα των ηλεκτρονικών συστημάτων ελέγχου.
Αντίστοιχο χαρακτήρα έχει η διένεξη ανάμεσα στις ΗΠΑ και στις χώρες με τις οποίες συνεργάζονται για την παραγωγή του μαχητικού αεροσκάφους F35, με τις ΗΠΑ να ξεκαθαρίζουν πως ο πηγαίος κώδικας (source code) που ελέγχει το σύνολο των λειτουργιών του αεροσκάφους δεν πρόκειται να διατεθεί σε καμία από τις συνεργαζόμενες χώρες.49 Σημειώνουμε πως ο πηγαίος κώδικας στα σύγχρονα οπλικά συστήματα είναι ύψιστης σημασίας, επιτρέποντας ακόμα και την απομακρυσμένη λειτουργία του αεροσκάφους. Κατά τεκμήριο, τα κρίσιμα στοιχεία ενός αμυντικού υλικού δε διατίθενται ως τεχνογνωσία σε συμβάσεις αντισταθμιστικών ωφελημάτων.
Εξάλλου, η ενδογενής συνθετότητα, οι ιδιαίτερα υψηλές απαιτήσεις των πολεμικών συστημάτων και η εγγενής δυσκολία πραγματικών δοκιμών τους καθιστούν αναγκαία μια ιδιαίτερα εκτεταμένη βιομηχανική βάση για την παραγωγή σύγχρονων αμυντικών συστημάτων. Ακόμα και η παροχή κάποιας τεχνογνωσίας μέσα από τα αντισταθμιστικά ωφελήματα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απαιτούμενη αναπτυγμένη βιομηχανική βάση. Φυσικά, σε τοπικό επίπεδο, η τεχνολογική αιχμή διαφοροποιείται, συχνά κατά περισσότερες από μία δεκαετίες, από την αντίστοιχη σε παγκόσμιο επίπεδο. Έτσι, η παροχή τεχνογνωσίας που για το μονοπωλιακό όμιλο θεωρείται παρωχημένη μπορεί να έχει ουσιαστικό ρόλο σε τοπικό επίπεδο, δοθέντος ενός επιπέδου βιομηχανικής ανάπτυξης δυνάμενου να υποστηρίξει μια τέτοια τεχνογνωσία.
Τα ΑΩ ήρθαν στο φως της δημοσιότητας τον περασμένο Μάρτη, με μια τροπολογία που κατέθεσε ο ΥΠΕΘΑ Π. Καμμένος. Η τροπολογία αναφέρεται σε ανεκτέλεστες συμβάσεις ΑΩ, δηλαδή σε συμβάσεις που, ενώ έχει υλοποιηθεί η κύρια σύμβαση, δεν έχουν υλοποιηθεί οι συμπληρωματικές. Για τις περιπτώσεις αυτές, η τροπολογία Καμμένου προβλέπει δυνατότητα ρύθμισης με νέες συμβάσεις ΑΩ και ταυτόχρονη παύση των ποινικών ευθυνών. Η ρύθμιση αυτή είναι κραυγαλέα ρύθμιση υπέρ των ομίλων παραγωγής και εισαγωγής πολεμικού υλικού. Ακυρώνει τα ΑΩ, αφού επιτρέπει την αντικατάστασή τους με άλλα, παρά το γεγονός πως οι αρχικές συμβάσεις συνομολογήθηκαν λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τα οικονομικά στοιχεία, αλλά και το είδος των ΑΩ. Σημειώνεται πως, με βάση στοιχεία που έδωσε το 2014 ο ΥΠΕΘΑ στη Βουλή, το ύψος των ανεκτέλεστων συμβάσεων έφθανε τα 3 δισ. ευρώ.
Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 81/2009
Τελευταίο σημείο καμπής στην εξέλιξη της κρατικής πολιτικής για την πολεμική βιομηχανία ήταν η ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της οδηγίας 81/2009 που, όπως είπαμε νωρίτερα, ουσιαστικά δρομολογεί την «απελευθέρωση» στον τομέα των αμυντικών προμηθειών, περιορίζοντας δραστικά τη δυνατότητα των κρατών-μελών να αναθέτουν απευθείας στις εγχώριες βιομηχανίες την παραγωγή πολεμικού εξοπλισμού. Χρησιμοποιεί ως τεκμήριο δικαιολόγησης, για να προωθήσει τη νέα νομοθεσία για τις αμυντικές προμήθειες, τη μόνιμη «οσμή σκανδάλων» που διατρέχει το χώρο των πολεμικών εξοπλισμών.
Το τυπικό κείμενο της οδηγίας, αλλά και η εθνική του αποτύπωση φυσικά επιτρέπουν ως ένα βαθμό την εξαίρεση των αμυντικών προμηθειών από τις διαγωνιστικές διαδικασίες και την «ελεύθερη» αγορά. Ωστόσο, το κείμενο της αιτιολογικής έκθεσης είναι απολύτως σαφές και κάνει λόγο για αναγκαίες μελλοντικές αλλαγές της νομοθεσίας «ανάλογα με την ωρίμανση και την οριστικοποίηση των κοινών ευρωπαϊκών αντιλήψεων στα θέματα που συνδέονται με την Οδηγία, κυρίως μέσω της πρακτικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της νομολογίας του Δικαστηρίου της ΕΕ»… Ουσιαστικά, προκαταλαμβάνονται οι νέες αποφάσεις της Κομισιόν σχετικά με τη «χαλαρή» εφαρμογή της οδηγίας 2009/81, ενώ επισημαίνεται, επίσημα, πως το εύρος εφαρμογής των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 296 επαφίεται στην κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Είναι σαφής η απόλυτη ευθυγράμμιση της κρατικής πολιτικής με την ευρωπαϊκή επιτροπή για το θέμα της εφαρμογής της Οδηγίας.
Ακόμα πιο αποκαλυπτική για το περιεχόμενο της πολιτικής είναι η τοποθέτηση της κυβέρνησης σχετικά με την κατάργηση των Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων, που επίσης περιλαμβανόταν στον εν λόγω νόμο: «Για όλους αυτούς τους λόγους, τα ΑΩ βρίσκονται και στο στόχαστρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σημασία έχει επομένως τώρα η συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων σε ευρωπαϊκές κοινοπραξίες, η μεταφορά τεχνογνωσίας, η παραγωγή καινοτομίας, η συμμετοχή σε βιομηχανικές συμπράξεις». Αν εξαιρέσουμε τη χιλιοειπωμένη καραμέλα περί «καινοτομίας», η στόχευση της κυβερνητικής πολιτικής για οργανική ενσωμάτωση των εγχώριων επιχειρήσεων πολεμικής βιομηχανίας σε μεγάλες ευρωπαϊκές κοινοπραξίες είναι απολύτως σαφής. Πρόκειται ουσιαστικά για πλήρη σύμπλευση με το βαθύ πυρήνα της πολιτικής της ΕΕ στο συγκεκριμένο ζήτημα, που επιζητά την ολοκλήρωση των αμυντικών βιομηχανιών σε ευρωπαϊκή βάση.
ΔΙΑΔΟΧΙΚΟΙ ΓΥΡΟΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ
Σήμερα, οι τρεις βασικοί όμιλοι παραγωγής πολεμικού υλικού, ΕΑΣ, ΕΑΒ και ΕΛΒΟ, είτε ανήκουν εξολοκλήρου είτε κατά πλειοψηφία μετοχικού μεριδίου στο ελληνικό κράτος.
Στη μακρόχρονη πορεία ανάπτυξης της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας, το ιδιοκτησιακό καθεστώς μεταλλάσσεται ανάλογα με τις τρέχουσες ανάγκες της καπιταλιστικής εξουσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η παλαιότερη επιχείρηση παραγωγής πολεμικού εξοπλισμού, η ΠΥΡΚΑΛ, ιδρύθηκε ως ιδιωτική επιχείρηση στα τέλη του 19ου αιώνα, πέρασε στα χέρια του κράτους το 1982, προωθήθηκε η ιδιωτικοποίησή της στις αρχές της δεκαετίας του 2000 –που δεν ολοκληρώθηκε– και προχώρησε η συγχώνευσή της με την Ελληνική Βιομηχανία Όπλων, στο σχήμα των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων.
Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας ξεκίνησε η συζήτηση για την ιδιωτικοποίηση των πολεμικών βιομηχανιών. Έγιναν προσπάθειες ιδιωτικοποίησης και των τεσσάρων κρατικών πολεμικών βιομηχανιών. Η προσπάθεια τελεσφόρησε μόνο για την ΕΛΒΟ, το μάνατζμεντ της οποίας –όπως έχουμε ήδη αναφέρει– εκχωρήθηκε στον όμιλο Μυτηλιναίου. Στη συνέχεια, η ΕΛΒΟ επανήλθε στα χέρια του κράτους.
Τελευταία πράξη των γύρων ιδιωτικοποίησης είναι η ένταξη της ιδιωτικοποίησης των πολεμικών βιομηχανιών στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα του 2011, μαζί με την ιδιωτικοποίηση μιας ολόκληρης σειράς κρατικών βιομηχανιών, με την απαίτηση ολοκλήρωσης της ιδιωτικοποίησης μέσα στο 2013. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ είχε ανακοινώσει πρόγραμμα αναδιάρθρωσης των επιχειρήσεων στρατιωτικού υλικού. Το πρόγραμμα ακολούθησε τη γνωστή συνταγή της «εξυγίανσης εν λειτουργία» και συνοδεύτηκε με τα γνωστά επιχειρήματα περί ζημιογόνων κρατικών επιχειρήσεων και «τεμπέληδων δημόσιων υπάλληλων».
Τελικά, ανακοινώθηκε αρχικά ένα πρόγραμμα «αναδιάρθρωσης» για τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ) και για την Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων (ΕΒΟ), ενώ ο αντίστοιχος σχεδιασμός για την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ) παραπέμφθηκε στο επόμενο διάστημα. Το κυβερνητικό σχέδιο προέβλεπε κύμα απολύσεων, κλείσιμο μονάδων παραγωγής, πώληση ακίνητης περιουσίας των επιχειρήσεων και κατάλληλη αναδιαμόρφωσή τους ώστε να καταστούν κερδοφόρες για να προχωρήσει στη συνέχεια η ιδιωτικοποίησή τους. Η βασική κυβερνητική προπαγάνδα έκανε λόγο «για ζημιογόνες επιχειρήσεις στις οποίες έπρεπε επιτέλους να μπει τάξη».
Η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ πάγωσε προσωρινά τις διαδικασίες εκκαθάρισης των δύο επιχειρήσεων. Ωστόσο, η κατάσταση των επιχειρήσεων δε βελτιώθηκε και, μετά από τη δεύτερη εκλογική νίκη των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η κρατική ΕΑΒΙ δε βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση. Το περασμένο φθινόπωρο, διέρρευσε ένα σχέδιο συσσωμάτωσης της ΕΛΒΟ, της ΕΑΣ και των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά σε έναν ενιαίο καινούργιο φορέα. Όμως το σχέδιο αυτό παρέμεινε ως διαρροή.
Η κυβέρνηση σήμερα συνεχίζει την πορεία συρρίκνωσης των ΕΑΣ και της ΕΛΒΟ. Τελευταίες δημοσιογραφικές πληροφορίες θέλουν την κυβέρνηση να προετοιμάζει την ιδιωτικοποίηση της ΕΛΒΟ και να διατηρεί τα ΕΑΣ ως κρατική επιχείρηση που θα αναλάβει την προμήθεια των ΕΔ σε πυρομαχικά και σε ελαφρά όπλα. Συγχρόνως, οι στενοί δεσμοί της ΕΑΒ με τον αμερικανικό όμιλο Lokheed Martin διευρύνονται.
Ουσιαστικά, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει σταθερά, με ελαφρές παραλλαγές, την ίδια πολιτική με τις προηγούμενες κυβερνήσεις.
Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ (ΕΑΒΣ)
Το Δεκέμβρη του 2015 το υπουργείο Εθνικής Άμυνας δημοσίευσε το σχέδιο «εθνικής αμυντικής βιομηχανικής στρατηγικής». Στην επίσημη παρουσίασή του, ο ΓΓ του ΥΠΕΘΑ μίλησε για την ανάγκη «διατηρήσεως ισχυρών Ενόπλων Δυνάμεων και αναπτύξεως και διατηρήσεως ισχυράς εγχωρίου αμυντικής τεχνολογικής και βιομηχανικής βάσεως (ΕΑΤΒΒ), στους στόχους της ΕΑΒΣ και στο περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή καλείται να λειτουργήσει».
Το περιεχόμενο της ΕΑΒΣ είναι αποκαλυπτικό, αφού στην πραγματικότητα ευθυγραμμίζει απόλυτα την πολεμική βιομηχανική στρατηγική με τις ευρωενωσιακές κατευθύνσεις.
Η ΕΑΒΣ περιστρέφεται γύρω από την ανάγκη θωράκισης της δυνατότητας παροχής από την εγχώρια βιομηχανία των αναλώσιμων και ορισμένων υπηρεσιών συντήρησης των ΕΔ, που απαιτούνται σε περίπτωση ενός δυνητικού πολέμου. Αναφέρει χαρακτηριστικά πως ουσιώδες συμφέρον της χώρας είναι η «απρόσκοπτη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας των ΕΔ για την εξασφάλιση της επιχειρησιακής τους αυτονομίας, κυρίως σε περίοδο κρίσης, έντασης ή πολέμου». Πρέπει να σημειώσουμε πως η εν λόγω απαίτηση δεν είναι απλά μια «επιχειρησιακή» πρόβλεψη. Η απρόσκοπτη παροχή αφορά τη δυνατότητα των ΕΔ να δράσουν κατά τη διάρκεια μιας κρίσης ή ενός πολέμου, αφού πιθανά η δυνατότητα κάλυψής τους με εισαγωγές ενδέχεται να είναι περιορισμένη, είτε για στρατιωτικούς είτε για πολιτικούς λόγους. Έτσι, η άρχουσα τάξη αντιμετωπίζει τη συγκεκριμένη απαίτηση ως κρίσιμη συνιστώσα για τη δυνατότητα αυτόνομης προβολής ισχύος μέσω των ενόπλων δυνάμεων και κατ’ επέκταση ως μια ουσιώδη υλική προϋπόθεση για την άσκηση της κυριαρχίας της.
Ωστόσο, το ίδιο κείμενο, λίγο παρακάτω, επισημαίνει: «Και η Ελλάδα, προκειμένου να εγκαθιδρύσει/διατηρήσει βάση αμυντικής τεχνολογίας και βιομηχανίας σε κρίσιμους τομείς που αφορούν την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας της, εάν δε διαθέτει άλλα μέσα, είναι υποχρεωμένη κατά τη σύναψη συμβάσεων προμήθειας αμυντικού υλικού να διεκδικεί Βιομηχανική Συμμετοχή (Industrial Participation) από τους υποψήφιους προμηθευτές/κατασκευαστές στα πλαίσια της ευρωπαϊκής νομοθεσίας». Με αυτόν τον τρόπο προσανατολίζει την εγχώρια πολεμική βιομηχανία σε υποκατασκευαστή μεγάλων ομίλων παραγωγής, όπως προτάσσει η ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Πρέπει να σημειώσουμε πως ένας τέτοιος προσανατολισμός ουσιαστικά αναιρεί τη φερόμενη ως κεντρική απαίτηση για διασφάλιση της αυτονομίας, παρά μόνο για μια πολεμική αναμέτρηση ή έναν πόλεμο μικρής διάρκειας. Μια αναμέτρηση που θα κρατήσει χρονικά, απαιτεί ανταλλακτικά και νέα οπλικά συστήματα προς αντικατάσταση των κατεστραμμένων, απαιτεί δηλαδή βιομηχανική βάση ικανή να τα παράξει.
Αποκαλυπτική είναι η απαρίθμηση των βασικών αξόνων στους οποίους πρέπει να κινηθεί η ΕΑΒΙ. Η ΕΑΒΣ μιλά για κάλυψη των απαιτήσεων των ΕΔ, με ανταγωνιστικούς όρους (sic), και κινείται στη γενική γραμμή της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, αφού η κάλυψη με ανταγωνιστικούς όρους σημαίνει προώθηση της απελευθέρωσης, οργανική ένταξη στην ευρωενωσιακή αγορά πολεμικού υλικού, παραίτηση από την πρόνοια του άρθρου 296, λειτουργία των επιχειρήσεων με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια και νέα επίθεση στα εργατικά δικαιώματα των εργαζόμενων. Λίγο πιο κάτω αναφέρει την ανάγκη «τοποθέτησης με καλύτερους όρους στις αλυσίδες εφοδιασμού που διατρέχουν την παγκόσμια αμυντική βιομηχανία», δηλαδή μιλά, με έμμεσο αλλά με σαφέστατο τρόπο, για την ανάγκη προώθησης εξαγορών και συγχωνεύσεων της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας με μεγαλύτερους ομίλους του εξωτερικού. Το κείμενο προσανατολίζει την ΕΑΒΙ σε «προϊόντα διπλής χρήσης», δίνοντας δηλαδή έμφαση σε προϊόντα που δεν είναι αμιγώς στρατιωτικά, αφήνοντάς τα αμιγώς στρατιωτικά σε μεγαλύτερους προμηθευτές.
Ουσιαστικά η ΕΑΒΣ αφήνει αρκετό χώρο στους ομίλους που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα για να αναλάβουν πλευρές της συντήρησης και της παροχής πυρομαχικών, αναλώσιμων, άλλων εφοδίων (που συχνά είναι διπλής χρήσης), εκείνων δηλαδή των στοιχείων που είναι κρίσιμα για τη βραχυπρόθεσμη επιχειρησιακή δράση των ΕΔ, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την κερδοφορία του εγχώριου κεφαλαίου.
Η ΕΑΒΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Μια ιδιαίτερη πλευρά, που επαναφέρεται συνεχώς στο δημόσιο διάλογο, είναι η δυνατότητα ανάπτυξης της ΕΑΒΙ μέσα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με βάση τις κατευθύνσεις της. Ουσιαστικά η συλλογιστική αφορά την περαιτέρω αξιοποίηση των ειδικών προβλέψεων του άρθρου 296 της Συνθήκης της ΕΕ.
Η εν λόγω συλλογιστική ενυπάρχει ως κεντρικός άξονας των αιτημάτων συνδικαλιστικού κινήματος50, των προτάσεων των επιχειρήσεων του κλάδου51 αλλά και ως αξονικό πολλών αστικών πολιτικών κομμάτων52. Συχνά η συγκεκριμένη πολιτική γραμμή δένεται με μια λογική αποθέωσης του κρατικού χαρακτήρα των πολεμικών βιομηχανιών.
Η συγκεκριμένη λογική κάνει λόγο για μεθοδευμένη απαξίωση της πολεμικής βιομηχανίας, ωστόσο συσκοτίζει τις πραγματικές αιτίες για την απαξίωση της πολεμικής βιομηχανίας, αποδίδοντας τις τελευταίες εξελίξεις στο νεοφιλελευθερισμό και στην προσπάθεια των γερμανικών επιχειρήσεων να αποκτήσουν τα μελλοντικά συμβόλαια για στρατιωτικό υλικό.
Συσκοτίζει πως η πορεία απαξίωσης της πολεμικής βιομηχανίας δεν έπεσε από τον ουρανό. Αντίθετα, είναι το συνδυασμένο αποτέλεσμα του ρόλου των εισαγωγών όπλων και οπλικών συστημάτων, των δεσμεύσεων της χώρας στο πλαίσιο της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, της ανάγκης διασφάλισης της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων που δραστηριοποιούνται στην πώληση και εμπορία πολεμικού υλικού.
Τελικά η πολιτική αυτή γραμμή είναι αποπροσανατολιστική και απολογητική:
α) Αποκρύπτει το γεγονός ότι διακηρυγμένος στόχος της ΕΕ είναι ο περιορισμός των προβλέψεων της Συνθήκης της Λισαβόνας για την πολεμική βιομηχανία, μπροστά στην ανάγκη διασφάλισης της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλιακών ομίλων πολεμικού υλικού στην παγκόσμια αγορά που απαιτεί γύρο εξαγορών και συγχωνεύσεων. Η προώθηση των αναδιαρθρώσεων και των ιδιωτικοποιήσεων της πολεμικής βιομηχανίας αποτελεί ανάγκη των μονοπωλιακών ομίλων και γενική γραμμή της ΕΕ, αλλά και ανταπόκριση στο διεθνή ανταγωνισμό. Στοχεύει στη δημιουργία νέων επενδυτικών πεδίων τοποθέτησης υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων των μονοπωλιακών ομίλων και θα συνοδευτεί από επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων των εργαζόμενων, κύματα απολύσεων, σημαντική αύξηση του κόστους των παρεχόμενων υπηρεσιών και υλικών προς το ελληνικό κράτος, που μετακυλίεται στις πλάτες των εργαζόμενων.
Η τάση αυτή δεν αποτελεί «ιδεοληψία» της «γραφειοκρατίας των Βρυξελλών». Αντίθετα, οι ίδιες οι νομοτέλειες του τρόπου παραγωγής οδηγούν στη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της παραγωγής σε μια χούφτα μονοπώλια. Η συγκέντρωση του τομέα στις ΗΠΑ έχει προχωρήσει με γοργά βήματα τις προηγούμενες δεκαετίες και η αντίστοιχη τάση πρέπει να προχωρήσει και στην ΕΕ, ως αναγκαίο μέσο διασφάλισης της κερδοφορίας των ομίλων. Στις συνθήκες αυτές η πορεία των μικρότερων πολεμικών βιομηχανιών είναι η «δορυφοριοποίησή» τους ή η διατήρησή τους ακόμα και ως τυπικά ανεξάρτητες, που ωστόσο δεν έχουν δυνατότητα αυτοτελούς παραγωγής, αλλά μπορούν να λειτουργήσουν μόνο ως υπεργολάβοι. Βεβαίως στη διαμόρφωση της πολεμικής βιομηχανίας κάθε κράτους, η άρχουσα τάξη, στο πλαίσιο της γενικότερης ισχύος της, λαμβάνει υπόψη την ανάγκη ύπαρξης μιας εθνικής βάσης, ως υλική προϋπόθεση για την άσκηση της κυριαρχίας της.
β) Αποκρύπτει το αντικειμενικό γεγονός ότι μια κρατική επιχείρηση μέσα στον καπιταλισμό θα εκτίθεται στους νόμους της αγοράς, θα πρέπει να λειτουργεί με βάση αυτές τις νομοτέλειες, να ανταγωνίζεται τις υπόλοιπες επιχειρήσεις επί ποινή καταστροφής. Μια κρατική αμυντική βιομηχανία που λειτουργεί συνυπάρχουσα με τον ιδιωτικό τομέα είναι εκτεθειμένη σε ένα συνεχή ανταγωνισμό. Αυτός έχει ως αποτέλεσμα είτε την κυριαρχία ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων στις δημόσιες επιχειρήσεις είτε ελλειμματική λειτουργία τους και φόρτωμα των χρεών στις πλάτες των εργαζόμενων. Κυρίως όμως συγκαλύπτει ότι, ακόμα και σε καθεστώς απόλυτου μονοπωλίου, εκτός ΕΕ αλλά εντός των τειχών του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης, οι κρατικές αμυντικές επιχειρήσεις θα αγοράζουν τις αναγκαίες πρώτες ύλες από την αγορά, από άλλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, διασφαλίζοντας τη δική τους κερδοφορία.
γ) Τέλος, συνειδητά αποκρύπτει ότι η κατεύθυνση και ο προσανατολισμός των πολεμικών εξοπλισμών καθορίζεται με βάση τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες στις οποίες ανήκει η χώρα, με βάση τις δεσμεύσεις της εγχώριας άρχουσας τάξης στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και των σχετικών επιθετικών σχεδιασμών που αναπτύσσουν. Αποτελεί συνειδητή πολιτική απάτη να γίνεται λόγος για εγχώρια βιομηχανία πολεμικού υλικού που θα λειτουργεί με φιλολαϊκό προσανατολισμό, όσο τα οπλικά συστήματα που αγοράζουν οι ένοπλες δυνάμεις καθορίζονται με βάση τους ΝΑΤΟϊκούς σχεδιασμούς και πρέπει να ικανοποιούν και τις σχετικές προδιαγραφές. Η προαναφερθείσα πρόσφατη συμφωνία των ΕΑΣ για παραγωγή πυρομαχικών ως υπεργολάβος αμερικανικού ομίλου αποδεικνύει το τι μπορεί να παράγεται μέσα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
Η ΑΛΥΣΙΔΑ ΜΕΤΑΒΟΛΩΝ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ
Καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ απεκδύθηκε της κόκκινης προβιάς που φόραγε, η μορφή των θέσεών του για την πολεμική βιομηχανία άλλαξε σταδιακά. Στην πραγματικότητα, οι αλλαγές στις θέσεις του για την πολεμική βιομηχανία κινούνται στον ίδιο γενικό άξονα. Ξεκινούν από θέσεις όπου οριακά αμφισβητούν ορισμένες πολιτικές της ΕΕ, περνάνε σε θέσεις «διόρθωσης» της πολιτικής της ΕΕ για να καταλήξουν στην εφαρμογή τους.
Το Μάη του 2011, στη συζήτηση για την ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας, ο Θ. Δρίτσας, ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, δήλωνε εμφατικά στη Βουλή: «Πώς μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτήν την ευρωπαϊκή οδηγία που θέτει στους κανόνες της αγοράς πλέον ολοκληρωμένα και τελεσίδικα τους πολεμικούς εξοπλισμούς, τις προμήθειες μάλλον και τις συμβάσεις προμηθειών και απαγορεύει την προστασία των επιλογών κάθε χώρας; Δεν μπορεί το 346 της σύμβασης λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποτελέσει ασπίδα προστασίας για την εθνική αμυντική βιομηχανική στρατηγική. Δεν μπορεί»53.
Το 2013, ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει λόγο για την ανάγκη «αναθεώρησης του νόμου για τις προμήθειες αμυντικού υλικού, που ενσωμάτωσε την κοινοτική οδηγία 2009/81/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο, κατά τρόπο που να διασφαλίζονται τα ζωτικά συμφέροντα ασφαλείας της χώρας στα πλαίσια των προβλέψεων του άρθρου 346 της ΣΛΕΕ». Πρόκειται για τη γραμμή «διόρθωσης» της πολιτικής της ΕΕ. Συγχρόνως, στο ίδιο κείμενο, κάνει λόγο για «την αξιοποίηση των μη παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων των εταιριών προς όφελος της παραγωγικής τους ανασυγκρότησης», φωτογραφίζοντας την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων, και για «τη διερεύνηση όλων των δυνατοτήτων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο για τη σύναψη διακρατικών συμφωνιών για προϊόντα και υπηρεσίες στον αμυντικό τομέα, που θα ενισχύσουν τις προοπτικές βιωσιμότητας της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας». Ο ΣΥΡΙΖΑ εδώ συγκαλύπτει πως στο πλαίσιο του καπιταλισμού οι διακρατικές συμφωνίες συνάπτονται στη βάση του συσχετισμού δυνάμεων και με κριτήριο το ποσοστό κέρδους, καθώς οι πολεμικές βιομηχανίες με τις οποίες θα συνεργαστεί τελικά η εγχώρια πολεμική βιομηχανία έτσι κινούνται. Οι συμφωνίες που θα προτείνουν και θα συνάψουν θα είναι συνεπώς συμφωνίες «δορυφοριοποίησης» της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας, αφού τόσο οι τάσεις διεθνώς όσο και οι ανάγκες των ομίλων προς τα εκεί κινούνται. Άλλωστε, τόσο η αναφορά σε «υπηρεσίες» παραπέμπει ευθέως στην υπαγωγή της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας σε έναν καταμερισμό όπου οι ισχυροί όμιλοι ελέγχουν τα τελικά προϊόντα και σε υπεργολάβους τμήματα της παραγωγής, όσο και η αναφορά σε «διερεύνηση όλων των δυνατοτήτων» εξηγεί και πώς θα «πουληθούν» οι επιλογές στη πορεία. Όμως ο Αλ. Τσίπρας, δήλωνε το 2013 από τα ΕΑΣ, παρουσιάζοντας το προαναφερθέν πλαίσιο: «Θα σταματήσουμε τη σαλαμοποίηση της αμυντικής βιομηχανίας και τις απολύσεις».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν, τέλος, οι διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ για την πολεμική βιομηχανία πριν τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015. Σε συνάντηση που είχε με το ΣΕΚΠΥ, ο Δ. Βίτσας δεσμευόταν για: α) Την αξιοποίηση των Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων, με σκοπό την ανασυγκρότηση και ανάπτυξη της Εγχώριας Αμυντικής Βιομηχανίας και μέσω αυτής την κάλυψη, όπου είναι εφικτό, αναγκών των ΕΔ. β) Την ανασυγκρότηση των κρατικών αμυντικών βιομηχανιών ώστε να αποτελέσουν την «ατμομηχανή» επανεκκίνησης του συνόλου της Εγχώριας Αμυντικής Βιομηχανίας. γ) Την τροποποίηση του ν.3978/2011 περί προμηθειών ώστε να διευκολυνθούν οι διαδικασίες προμηθειών των ΕΔ και συγχρόνως μέσω της Εγχώριας Αμυντικής Βιομηχανικής Στρατηγικής (ΕΑΒΣ) να αυξηθεί η εγχώρια συμμετοχή στις αμυντικές προμήθειες και δ) τη δημιουργία θεσμικού οργάνου συνεργασίας υπουργείου Εθνικής Άμυνας και Εγχώριας Αμυντικής Βιομηχανίας (Συμβούλιο Εθνικής Αμυντικής Βιομηχανίας)54.
Οι προεκλογικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την αμυντική βιομηχανία επιβεβαιώθηκαν μόνο κατά το σκέλος που αφορά τις επιχειρήσεις του ΣΕΚΠΥ. Πράγματι, προωθήθηκε η –προαναφερθείσα– αλλαγή στα ΑΩ με στόχο την τόνωση της κερδοφορίας των ΕΑΒΙ. Ωστόσο, η αναθεώρηση του νόμου 3978/2011 είναι στην πραγματικότητα αδύνατη. Συγχρόνως, οι δύο από τις τρεις μεγάλες κρατικές επιχειρήσεις ουσιαστικά «παραπαίουν», με ελάχιστο προσωπικό. Οι εργαζόμενοι στην ΕΛΒΟ είναι απλήρωτοι για σχεδόν 5 μήνες και προετοιμάζονται για νέες κινητοποιήσεις.
ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ
1. Ιστορικά, οι πολεμικές δαπάνες έχουν διπλή χρησιμότητα για την αστική τάξη. Από τη μία αξιοποιούνται ως πεδία τοποθέτησης κεφαλαίων που λιμνάζουν και δεν μπορούν να βρουν κερδοφόρα διέξοδο σε άλλους τομείς, αποτελούν μια προσωρινή εκτόνωση της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Από την άλλη, η αύξηση των πολεμικών εξοπλισμών δημιουργεί το απαραίτητο υλικό για την διεξαγωγή πολέμων που, σε τελευταία ανάλυση, εκφράζουν την εκδήλωση των οξυμμένων αντιθέσεων του καπιταλισμού. Η πολεμική βιομηχανία και η κίνησή της είναι στενά δεμένη με την κίνηση και τις αντιθέσεις του καπιταλισμού. Η σχετική ισχύς της πολεμικής βιομηχανίας αποτυπώνει ως ένα βαθμό τη γενική θέση και την ισχύ μιας χώρας.
2. Η εγχώρια πολεμική βιομηχανία είναι σχετικά περιορισμένης έκτασης. Οι δύο από τις τρεις μεγάλες κρατικές βιομηχανίες κινούνται σε τροχιά απαξίωσης, ενώ η τρίτη, η ΕΑΒ, βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις πολεμικού υλικού είναι κατά τεκμήριο μικρότερες επιχειρήσεις. Η τεχνική και οικονομική βάση της ΕΑΒΙ είναι περιορισμένη, πρακτικά λειτουργεί ως υποκατασκευαστής άλλων μεγαλύτερων ομίλων χωρίς τη δυνατότητα ανάπτυξης νέων οπλικών συστημάτων, παρά τις επιτυχημένες προσπάθειες στο παρελθόν και τις υπαρκτές δυνατότητες. Οι σχέσεις με τις μεγαλύτερες εταιρίες δεν είναι παροδικές, αλλά έχουν βάθος. Η ΕΑΒ εκτελεί χρέη υποκατασκευαστή αμερικανικού ομίλου, η ΕΛΒΟ γερμανικού. Το ενδεχόμενο άμεσης εξαγοράς από τους ομίλους αυτούς είναι επίσης ανοιχτό. Το μικρό μέγεθος της ελληνικής αγοράς ουσιαστικά απαγορεύει την ανάπτυξη ολοκληρωμένης ισχυρής πολεμικής βιομηχανίας με όρους καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Η αναζήτηση της εξωστρέφειας, στο έδαφος συγκεκριμένων διεθνών αγορών, που είναι ήδη μοιρασμένες, σημαίνει μετατροπή της ΕΑΒΙ σε υποκατασκευαστή μεγάλων ομίλων.
3. Η κατάσταση αυτή δεν έχει προκύψει ξαφνικά. Παρά το μεγάλο όγκο των δαπανών για αμυντικά συστήματα, αυτές κατευθύνθηκαν σε εισαγωγές οπλικών συστημάτων κυρίως από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Η κρατική ΕΑΒΙ δεν κατάφερε να απορροφήσει παρά ένα μικρό κομμάτι αυτής της πίτας και να μετατραπεί σε κατασκευαστή αμυντικών συστημάτων. Οι δεσμεύσεις της χώρας στο ΝΑΤΟ, οι επιθετικοί σχεδιασμοί του στους οποίους συμμετέχει και η Ελλάδα, η ομοιοτυπία, οδηγούν σε συγκεκριμένες επιλογές οπλικών συστημάτων με κριτήριο αυτές τις ανάγκες, και όχι με κριτήριο τη γεωγραφία του ελλαδικού χώρου, τη θέση της χώρας, τη μορφολογία κ.ά. Η επιλογή του οπλισμού οδηγεί συχνά στο να είναι εκ των προτέρων γνωστές κρίσιμες επιχειρησιακοί παράμετροι. Συγχρόνως, οι ΝΑΤΟϊκές δεσμεύσεις απαγορεύουν τόσο την εισαγωγή όσο και την εξαγωγή μεγάλου όγκου των οπλικών συστημάτων από μη ΝΑΤΟϊκές χώρες. Ταυτόχρονα, μέρος των αμυντικών δαπανών κατευθύνθηκαν στο εσωτερικό, αξιοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση των εγχώριων ομίλων, είτε με απευθείας παραγγελίες είτε μέσα από τα ΑΩ, από εισαγωγές οπλισμού. Οι μεγάλες εισαγωγές οδήγησαν, συν τοις άλλοις, και σε σημαντική διόγκωση του κρατικού χρέους.
4. Η πολιτική της ΕΕ για την πολεμική βιομηχανία στοχεύει στη βελτίωση της θέσης των μεγάλων ομίλων παραγωγής πολεμικού εξοπλισμού, ώστε από τη μία να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητά τους στη διεθνή αγορά και από την άλλη να αναβαθμιστεί η πολεμική ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για το σκοπό αυτό, η ΕΕ προωθεί την επιτάχυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της πολεμικής βιομηχανίας στους μεγάλους ομίλους, οδηγώντας ουσιαστικά στην απορρόφηση μικρών, περιφερειακών επιχειρήσεων από τους μεγάλους ομίλους. Κομβικό σημείο αυτής της πολιτικής είναι η προώθηση της απελευθέρωσης του τομέα της πολεμικής βιομηχανίας, μέσα από το «πακέτο άμυνας». Η τελευταία προωθείται μέσα από τη σταδιακή κατάργηση των διατάξεων προστατευτισμού υπέρ των εθνικών πολεμικών βιομηχανιών που προέβλεπε το άρθρο 296 της συνθήκης της Ένωσης. Είναι αυταπάτη πως μέσα στο πλαίσιο της απελευθερωμένης πολεμικής βιομηχανίας με όρους καπιταλιστικού ανταγωνισμού, μέσα στις δεσμεύσεις της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, είναι εφικτή η παραγωγή του απαραίτητου πολεμικού υλικού για τη διασφάλιση της κυριαρχίας της χώρας από την εγχώρια πολεμική βιομηχανία, με αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας.
5. Διαχρονικά, η κυβερνητική πολιτική για την πολεμική βιομηχανία κινείται στον άξονα στήριξης της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων. Την προηγούμενη περίοδο, η διόγκωση των εισαγωγών είχε ως αποτέλεσμα την υψηλή κερδοφορία των μεγάλων ομίλων - παραγωγών. Συγχρόνως, η κρατική εγχώρια πολεμική βιομηχανία αξιοποιήθηκε για να προχωρήσουν με μεγαλύτερη ευκολία κρατικές αναθέσεις, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις στηρίχτηκαν μέσα από τα ΑΩ. Η κρατική πολιτική ευθυγραμμίστηκε με την ευρωενωσιακή πολιτική επιτάχυνσης της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης. Προωθείται η ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων που θα εξαγοραστούν από μεγάλους ομίλους παραγωγής ή θα μετατραπούν σε de facto δορυφόρους τους. Συγχρόνως, οι προβλέψεις της ευρωενωσιακής πολιτικής για εξαιρέσεις στο όνομα της εθνικής ασφάλειας μεταφράζονται σε περιορισμένη εγχώρια, προστατευμένη παραγωγή ορισμένων αναλώσιμων. Η πρόσφατα δημοσιευμένη κρατική πολιτική για την πολεμική βιομηχανία κινείται σ’ αυτόν τον άξονα.