Αν εξετάσουμε τη ροή του μαθητικού πληθυσμού των μεταναστών, βλέπουμε ότι, ενώ αποτελούν το 10% των μαθητών του Δημοτικού και του Γυμνασίου, στο Λύκειο αποτελούν περίπου το 6%, ενώ στην ΤΕΕ αποτελούν το 12%. Ενδεικτικό του ταξικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης και της κατώτερης θέσης των μεταναστών είναι ο αριθμός και ο προσανατολισμός στα ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ σε σχέση με το σύνολο των μαθητών. Οι αριθμοί αποτυπώνουν την ταξική εκμετάλλευση, τις διακρίσεις και τα εμπόδια που βάζει το κεφάλαιο γενικά στα παιδιά της εργατικής τάξης, πόσο μάλλον στα παιδιά των μεταναστών.
Το βάρος των μεταναστών στο σύνολο της εργατικής τάξης (11-12%) και αντίστοιχα η συμμετοχή τους στο σύνολο του μαθητικού πληθυσμού (<10%) επιβάλλει το εργατικό-επαναστατικό κίνημα να κάνει τα προβλήματα εκπαίδευσης των παιδιών των μεταναστών ζήτημα οργάνωσης και πάλης των μεταναστών και των Ελλήνων εργαζομένων.
Η «ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ» ΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ:ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΚΑΙ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ
Η εκπαιδευτική πολιτική της ΕΕ για τους μετανάστες εντάσσεται στο γενικότερο «κοσμοπολιτισμό» του κεφαλαίου, στην επιδίωξή του για τη μέγιστη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης.
Το ιδεολόγημα της «πολυπολιτισμικότητας», «της ανοχής στο διαφορετικό», όπως διακηρύττουν, είναι η αστική αντίληψη που έρχεται δήθεν να αντιπαρατεθεί στο ρατσισμό, την ξενοφοβία και τον εθνικισμό. Εκφράζει τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου και επιχειρεί να ενσωματώσει τους μετανάστες και να κρύψει ότι τα αίτια της μετανάστευσης και της προσφυγιάς βρίσκονται στο ίδιο το εκμεταλλευτικό σύστημα του καπιταλισμού, που φέρνει μαζί του τον πόλεμο και την καταλήστευση των φτωχών χωρών, την κίνηση εργατικού δυναμικού, την ταξική εκμετάλλευση ντόπιων και ξένων εργατών.
Από ιδεολογική σκοπιά αυτή η άποψη συμβάλλει ώστε οι εργαζόμενοι να μην «αυτοπροσδιορίζονται» με βάση την ταξική τους θέση, δηλαδή όχι με βάση την ουσιώδη σχέση τους απέναντι στο κεφάλαιο και την εκμετάλλευση. Η πολιτισμική, θρησκευτική, εθνική κοινότητα που προβάλλουν μέσω της φροντίδας για τη «διαπολιτισμικότητα» είναι σε διαταξική βάση, μέσα σε αυτή δεν τίθεται θέμα ταξικής πάλης ή τουλάχιστον αυτή δυσχεραίνεται. Δεν είναι άλλωστε τυχαία και η ιστορική διαδρομή της έννοιας της πολυπολιτισμικότητας.
Η έννοια της «πολυπολιτισμικότητας» κάνει την εμφάνισή της στο τέλος της δεκαετίας του 1960 στις ΗΠΑ κι αναπτύσσεται την ίδια περίοδο και αργότερα στις μεγάλες ευρωπαϊκές καπιταλιστικές χώρες. Οι παλιές αποικίες κατακτούν την ανεξαρτησία τους και πρέπει με «νέο τρόπο» οι παλιοί αποικιοκράτες να διαχειριστούν το εργατικό δυναμικό που προέρχεται από αυτές και συνεχίζει να είναι και αναγκαίο και φτηνό (Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Γαλλία κλπ.)
Στην αρχή συνδέθηκε με τη διαμορφούμενη σύνθεση των κοινωνιών αυτών εκείνη την περίοδο και την ανάγκη του κεφαλαίου για τη διευρυμένη αξιοποίηση της «ξένης» εργατικής δύναμης, για να περάσει αργότερα στο πεδίο της αγωγής και της εκπαίδευσης με τον όρο «πολυπολιτισμική» ή «διαπολιτισμική» αγωγή και εκπαίδευση. Σκοπός από την αρχή ήταν να συγκαλυφτεί η αιτία της κοινωνικής ανισότητας, να μείνουν στο απυρόβλητο οι κοινωνικές αιτίες της μετανάστευσης, της άγριας εκμετάλλευσης ντόπιων και μεταναστών εργατών.
Στην εποχή μας, εποχή βαθέματος των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων σε συνθήκες νίκης της αντεπανάστασης, η ΕΕ κάνει ιδιαίτερη αναφορά στα αυξανόμενα ποσοστά μετανάστευσης, αναμένοντας όπως λέει να αυξηθούν και στο μέλλον. Με γοργούς ρυθμούς προχωράει στο μοντέλο της «επιλεκτικής μετανάστευσης», η οποία συμπυκνώνεται στη λογική της μηδενικής ανοχής στην «ανοργάνωτη» είσοδο μεταναστών και διαμορφώνει σαφή αντιμεταναστευτική πολιτική. Παράλληλα εξειδικεύει πολιτική ενσωμάτωσης και χειραγώγησης των «νόμιμων» μεταναστών, συνδέει την εκπαίδευση των μεταναστών με την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, στοχοποιώντας τους μετανάστες ως πηγή εγκληματικότητας (Ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου, 23 Απρίλη 2009) και φυσικά είναι παρόν το ενδιαφέρον του Ευρωπαϊκού κεφαλαίου «να μη χάνεται κανένα ταλέντο», μέσα σ’ ένα «νέο πρόγραμμα ενσωμάτωσης των μεταναστών». Η ΕΕ, ανάλογα με τη συγκυρία και τις ανάγκες του κεφαλαίου, προσαρμόζει την πολιτική της απέναντι στο μεταναστευτικό ρεύμα και τις αντίστοιχες εκπαιδευτικές πολιτικές που ξετυλίγει. Με οδηγό τη λεγόμενη πολιτική της «πολυπολιτισμικότητας», η ΕΕ κόβει και ράβει το κοστούμι για την άγρια εκμετάλλευση των μεταναστών. Αξιοποιώντας τη μετανάστευση, η ΕΕ και οι αστικές κυβερνήσεις των κρατών-μελών χτυπάνε συνολικά την τιμή της εργατικής δύναμης.
Οι πολιτικές στο θέμα της εκπαίδευσης των μεταναστών, τόσο της σημερινής κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ όσο και προηγούμενα της ΝΔ, είναι εναρμονισμένες με τις κατευθύνσεις της ΕΕ για τη μεταναστευτική πολιτική και οργανικά ενταγμένες στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις που ξετυλίγονται στις εργασιακές σχέσεις και την παιδεία με αφετηρία τη συνθήκη του Μάαστριχτ, τους στόχους της Λισαβόνας, τις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ. Συγκεκριμένα στην ΕΕ, με τη συνθήκη του Μάαστριχτ, το άνοιγμα της εσωτερικής αγοράς εργασίας, καθώς και της ελεύθερης εγκατάστασης σε άλλες χώρες και της κινητικότητας που αυτό συνεπάγεται, υπάρχει έντονος σχεδιασμός πάνω στο θέμα της εκπαίδευσης των παιδιών των μεταναστών.
Η χρήση του όρου της «διαπολιτισμικής εκπαίδευσης» στην ΕΕ συναντιέται με τη στρατηγική των αναδιαρθρώσεων. Παράλληλα με τους σχεδιασμούς του κεφαλαίου να χτυπήσει συνολικά την τιμή της εργατικής δύναμης, επιδιώκει να προλάβει κοινωνικές εντάσεις, να προσαρμόζεται και ο μετανάστης ως εργατική δύναμη, και μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, στις εναλλασσόμενες ανάγκες του κεφαλαίου με στόχο πάντα τη μεγάλη σε ένταση και έκταση κερδοφορία του.
Στον άξονα της «Διαπολιτισμικής αγωγής και εκπαίδευσης» οι πολιτικές που ξεδιπλώνονται από την ΕΕ είναι σε κατεύθυνση ενσωμάτωσης, καμουφλάροντας αντιθέσεις, με κύρια την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας που θεμελιώνεται σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.
Ο όρος της «διαπολιτισμικής εκπαίδευσης» επιδιώκει να θεμελιώσει από τη μεριά του κεφαλαίου, της ΕΕ, των αστικών και μικροαστικών κομμάτων του ευρωμονόδρομου το πρόβλημα του ρατσισμού και της ξενοφοβίας ως ένα ιδεολογικό αναχρονισμό μεν, που δεν έχει ως κοινωνική βάση αυτήν της εκμετάλλευσης και της ταξικής κοινωνίας, αλλά είναι θέμα ανοχής και αποδοχής του διαφορετικού, ζήτημα δηλαδή αγωγής και εκπαίδευσης. Στη βάση αυτής της αντίληψης, η κοινωνικοποίηση και η ένταξη τάχα των μεταναστών θα λυθεί μέσα από την ανάπτυξη των κατάλληλων διδακτικών στρατηγικών. Ομως προβλήματα που προκύπτουν από την κοινωνικοοικονομική ένταξη των ανθρώπων δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με παιδαγωγικά μέσα, θα λύνονται με βάση το συμφέρον της τάξης που είναι στην εξουσία.
Η αστική παιδαγωγική που δεν αμφισβητεί το δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, απεναντίας είναι αρωγός της, υιοθετεί αποπροσανατολιστικές αρχές αναφορικά με τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων των μεταναστών. Αρχές όπως «όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι», «ισότητα ευκαιριών για όλους», «όχι σε κάθε είδους διακρίσεις», «όλοι διαφορετικοί, όλοι ίσοι», είναι συνθήματα της ΕΕ που προβάλλονται κατά κόρον από ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και «αντιρατσιστικό χώρο». Πρόκειται για εκκλήσεις σε μια κοινωνία που είναι βαθιά διαιρεμένη και βαθιά ταξική, οι οποίες φυσικά δε δίνουν λύση στους μετανάστες, όπως δε δίνουν και στον ντόπιο εργάτη.
Ο κοσμοπολιτισμός δεν έχει καμία σχέση και συγγένεια με το διεθνισμό της εργατικής τάξης. Το περιεχόμενο της αγωγής καθορίζεται, σε τελική ανάλυση, από τις σχέσεις ανάμεσα σε τάξεις. Η διαφορά ανάμεσα στην αστική και την κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση εδράζεται στο ότι ο σοσιαλισμός έχει στο κέντρο της προσοχής του τις ανθρώπινες ανάγκες, ενώ ο καπιταλισμός στο κέντρο της προσοχής του έχει τα κέρδη των μονοπωλιακών επιχειρήσεων και την κυριαρχία της αστικής τάξης.
Ο Μαρξ και ο Ενγκελς έγραφαν: «Η τάξη που κατέχει τα μέσα της υλικής παραγωγής, χάρις σε αυτά τα μέσα κατέχει και τα μέσα της πνευματικής παραγωγής. Τα άτομα που αποτελούν την άρχουσα τάξη κατέχουν, ανάμεσα στ’ άλλα, και συνείδηση και χάρις σε αυτή τη συνείδηση σκέφτονται. Γι’ αυτό όσο αυτά τα άτομα βρίσκονται στην εξουσία σαν τάξη και καθορίζουν την έκταση και τους ορίζοντες μιας εποχής είναι αυταπόδεικτο πως το κάνουν αυτό σ’ όλους τους τομείς, έτσι κυριαρχούν σαν στοχαστές, σαν παραγωγοί ιδεών και κανονίζουν την παραγωγή και διανομή των ιδεών της εποχής τους. Κι αυτό σημαίνει πως οι ιδέες τους είναι αυτές που κυριαρχούν στη δοσμένη εποχή»1.
Στη σοβιετική παιδαγωγική συναντάμε τον όρο «διεθνική διαπαιδαγώγηση» που εμπεριέχει την καλλιέργεια στους μαθητές της φιλίας, της συλλογικότητας, του σεβασμού των εθνικών διαφορών, της ετοιμότητας να βοηθήσουν τους άλλους λαούς, την άρνηση της έχθρας, της βίας του ενός απέναντι στον άλλους λαούς, τη γνώση των βασικών στοιχείων του πολιτισμού των λαών που κατοικούσαν στην ΕΣΣΔ όσο και σε άλλα κράτη. Η διεθνική διαπαιδαγώγηση άρχιζε από το νηπιαγωγείο γιατί εμπεριέχεται στην κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση του εργατικού κράτους. Διαφέρει από την αστική διαπαιδαγώγηση, τόσο από άποψη και των σκοπών της όσο και των μεθόδων. Η κομμουνιστική και κατ’ επέκταση διεθνική διαπαιδαγώγηση είναι άρρηκτα δεμένη με την πολιτική συνειδητοποίηση, το νέο τύπο ανθρώπου που γνωρίζει τους νόμους ανάπτυξης της κοινωνίας και γι’ αυτό μπορεί να την οδηγεί προς τα εμπρός.
Η ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ευρωπαϊκησ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣΑΠΟ ΤΙΣ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ
Στους κόλπους της ΕΕ η «διαπολιτισμική» εκπαίδευση συγκροτείται με σχεδιασμό, οι κατευθύνσεις που τίθενται είναι ενιαίες και συναρθρώνονται με την πολιτική και τα συμφέροντα των κρατών-μελών, υλοποιούνται με συγκεκριμένες πολιτικές.
Στη χώρα μας η «διαπολιτισμική εκπαίδευση» αναπτύχτηκε παράπλευρα και έξω από το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα (ΜΚΟ, Νομαρχίες κλπ.), πάντα όμως υπό την αιγίδα του αστικού κράτους. Αυτή η πραγματικότητα καθόρισε τις δυνατότητες και τα όρια των συγκεκριμένων ρυθμίσεων που κατά καιρούς ήρθαν. «Ειδικά σχολεία», «τάξεις υποδοχής και φροντιστηριακές» που φθίνουν σε μία πορεία ή και δε λειτούργησαν ποτέ, θεσμική εναπόθεση της εκμάθησης της μητρικής γλώσσας των παιδιών των μεταναστών στην αρμοδιότητα και την ευχέρεια της Νομαρχίας (πρόγραμμα που ποτέ δεν υλοποιήθηκε από την θέσπιση του) κλπ. Ο χαρακτήρας και η ποιότητα των προγραμμάτων προδιαγράφονταν από τις κατευθύνσεις, τις προϋποθέσεις έγκρισης και τους εμπλεκόμενους φορείς που προβλέπουν οι κατευθύνσεις της ΕΕ.
Τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά προγράμματα που ξεδιπλώθηκαν τροφοδότησαν ένα διευρυμένο δίκτυο μελετών και μελετητών για τη «Διαπολιτισμικότητα», πλήθος μεταπτυχιακών περί «ετερότητας και ανοχής του διαφορετικού», πλήθος ΜΚΟ και «μη κερδοσκοπικές εταιρίες». Ενσωμάτωσαν και ποδηγέτησαν κοινότητες και συλλόγους μεταναστών και φυσικά δεν έχουν δώσει ούτε το ελάχιστο σε δομές εκπαίδευσης για τα μεταναστόπουλα.
Η επιτροπή πολιτισμού και παιδείας του Ευρωκοινοβουλίου αναγνωρίζει κύριο ρόλο στην «κοινωνία των πολιτών» που «παράλληλα με το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να έχει καθοριστική συμβολή σε τομείς όπως η διδασκαλία της γλώσσας υποδοχής», όπως λέει.
Οι πολιτικές στην εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών ρυθμίζονται στη βάση προγραμμάτων, όπως τα προγράμματα ΕΠΕΑΕΚ-SOCRATES, που συνδέονται με τις γενικότερες αλλαγές στην εκπαίδευση και προωθούν τη δια βίου μάθηση, την προσαρμογή της παιδείας στις ανάγκες της αγοράς, την προώθηση της κατάρτισης και των δεξιοτήτων, την ένταξη της «ευρωπαϊκής διάστασης» στις διαδικασίες και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, για να διαμορφώνεται η συνείδηση του «Ευρωπαίου πολίτη», του χειραγωγήσιμου εργατικού δυναμικού.
Ιδιαίτερη συνέπεια και αφοσίωση στους άξονες της «πολυπολιτισμικότητας» και τις αντίστοιχες στοχεύσεις στην εκπαίδευση δείχνουν οι μικροαστικές δυνάμεις του οπορτουνισμού, που είτε δρουν στο κίνημα των εκπαιδευτικών και γενικότερα στο χώρο της εκπαίδευσης συνολικά είτε στο πλαίσιο ΜΚΟ ή των λεγόμενων μη κερδοσκοπικών εταιριών. Είναι εκείνες οι δυνάμεις που ονειρεύονται ένα καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, που δε θέλουν να αμφισβητήσουν τα βάθρα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας και βλέπουν το μετανάστη και τα προβλήματά του ως το «φολκλορικό στοιχείο» ενός κόσμου που δήθεν «είναι εφικτό να βάλει τον άνθρωπο πάνω από τα κέρδη».
Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να δούμε τις εξελίξεις στο θέμα του εκπαιδευτικού ζητήματος των παιδιών των μεταναστών και στη χώρα μας.
Οι πρώτες τάξεις υποδοχής λειτούργησαν σύμφωνα με το νόμο 1894/90 ως τμήματα ενταγμένα στο κανονικό δημόσιο σχολείο και αφορούσαν την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και τη διδασκαλία της ελληνικής ιστορίας και του πολιτισμού για μαθητές που δεν είχαν ως μητρική τους γλώσσα την ελληνική. Οι τάξεις εκμάθησης της ελληνικής υλοποιούνται κεντρικά από το Υπουργείο και υποδείχνονται από το σύλλογο διδασκόντων και το σχολικό σύμβουλο.
Στοιχεία του ΙΠΟΔΕ γι’ αυτά τα τμήματα δίνονται μέχρι και το 2006 (Πίνακας 2), που σημαίνει ότι στην πορεία ατόνησαν, αφού δε στηρίχτηκαν με το κατάλληλο προσωπικό, ενώ στην πράξη διαμορφώθηκε μια νέα πραγματικότητα. Η χώρα και το σχολείο κατά κύριο λόγο δεν υποδέχεται πια νέες φουρνιές παιδιών μεταναστών που έρχονται με τις οικογένειές τους, σήμερα αναδεικνύεται ως κυρίαρχο το πρόβλημα εκπαίδευσης και προσαρμογής των παιδιών που γεννιούνται ή έρχονται σε μικρή ηλικία στη χώρα μας.
Από το 1994 με υπουργική απόφαση δόθηκε στις Νομαρχίες η δυνατότητα να διδάσκονται η γλώσσα και ο πολιτισμός των χωρών προέλευσης των μαθητών με την πρόσληψη ωρομίσθιων δασκάλων, πρόγραμμα που ποτέ δεν ξεκίνησε.