Πλευρά της εξειδικευμένης δουλειάς του Κόμματος στις γυναίκες είναι η κατάκτηση ενιαίας αντίληψης από τα Όργανα και τις ΚΟΒ για το περιεχόμενο της αυτοτελούς παρέμβασης του Κόμματος, η οποία δεν ταυτίζεται, δεν υποκαθίσταται από τη δουλειά των κομμουνιστριών στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα. Συνδέεται με την προσπάθεια εμβάθυνσης και συγκέντρωσης υλικού για τη γενίκευση της μέχρι τώρα πείρας.
Μόνο το ΚΚ μπορεί να εκφράσει ολοκληρωμένα την πάλη για την απελευθέρωση της γυναίκας από τη διπλή καταπίεση, αφού αντικειμενικά αυτή συνδέεται με την ανατροπή των σχέσεων ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής που γέννησαν το γυναικείο ζήτημα, δηλαδή με την ανατροπή της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Άρα, για την απελευθέρωση της γυναίκας χρειάζεται επαναστατικό εργατικό κίνημα, δηλαδή κομμουνιστικό κίνημα, στο οποίο συμμετέχουν πρωτοπόρες γυναίκες, διαμορφώνοντας προϋποθέσεις να τραβηχτεί στην πάλη μια ευρύτερη μάζα μάχιμων γυναικών από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Αυτό όμως προϋποθέτει και πρωτοπόρα δράση των Οργανώσεων, των κομμουνιστριών, που με τη δράση τους στις γραμμές του γυναικείου κινήματος μπορούν να το ριζοσπαστικοποιούν σε αντιμονοπωλιακή, αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.20
Η ύπαρξη του γυναικείου κινήματος έχει τη δική της ιστορία, προσλαμβάνοντας διαφορετικά χαρακτηριστικά σε κάθε φάση. Η αντίφαση στα πρώτα βήματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης ανάμεσα στην αύξηση της συμμετοχής της γυναίκας στην κοινωνική παραγωγή και στη στέρηση από αυτή μιας σειράς κοινωνικών δικαιωμάτων γέννησε ένα νέο φαινόμενο, το γυναικείο κίνημα, το οποίο από την αρχή διαχωρίστηκε σε δύο ρεύματα. Από τη μία ήταν το αστικό φεμινιστικό κίνημα, που διεκδικούσε ισότητα δικαιωμάτων αντρών και γυναικών, στοχοποιώντας ως αιτία των κραυγαλέων διακρίσεων σε βάρος της γυναίκας τη συμπεριφορά των αντρών, περιορίζοντας τον αγώνα για τα δικαιώματα της γυναίκας στην επέκταση των αστικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και στις γυναίκες. Και από την άλλη ήταν το κίνημα των εργατριών, που η πάλη του δεν περιοριζόταν στις οικονομικές και συνδικαλιστικές διεκδικήσεις, στις διεκδικήσεις για την προστασία του γυναικείου οργανισμού, της μητρότητας, αλλά συνδεόταν με την ανάδειξη της ταξικής ρίζας της γυναικείας ανισοτιμίας. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πάλης αυτού του γυναικείου κινήματος –το οποίο δεν αναπτυσσόταν βέβαια αυθόρμητα, αλλά με την παρέμβαση των γυναικών της τότε επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας, στη συνέχεια των κομμουνιστριών– είναι η πάλη για την ενότητα της εργατικής τάξης, αντρών και γυναικών.
Κληρονομιά αυτού του κινήματος είναι σήμερα το ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα για την ισοτιμία και τη χειραφέτηση της γυναίκας, που αναδεικνύει την ταξική ουσία του γυναικείου ζητήματος. Συσπειρώνει εργαζόμενες, άνεργες, αυτοαπασχολούμενες, αγρότισσες, συνταξιούχους, φοιτήτριες, νοικοκυρές (αφού ιδιαίτερα παλιότερα, αλλά και σήμερα –αν και σε μικρό βαθμό– δεν εντάσσονται όλες οι γυναίκες στην κοινωνική παραγωγή). Συμβάλλει στην οργάνωση των γυναικών, στη συνειδητοποίηση της σχέσης ανάμεσα στη γυναικεία ανισοτιμία και την καπιταλιστική εκμετάλλευση, αλλά και στην αγωνιστική διεκδίκηση με κριτήριο τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες. Διευκολύνει ακόμα τη δράση γυναικών που η δομή των σωματείων, των ενώσεων αυτοαπασχολούμενων, των αγροτικών συλλόγων, σε συνδυασμό με τις δυσκολίες του καθημερινού τρόπου ζωής, δυσκολεύουν τη συμμετοχή τους. Στις μικρές πόλεις και τα χωριά, η δραστηριοποίηση των Συλλόγων και Ομάδων της ΟΓΕ συμβάλλει να σπάνε πιο εύκολα προκαταλήψεις, αναχρονιστικές επιβιώσεις για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνική δράση. Με αυτόν τον τρόπο ευαισθητοποιεί και κινητοποιεί για τις ιδιαίτερες διεκδικήσεις των γυναικών και το ταξικά προσανατολισμένο συνδικαλιστικό κίνημα, τους άλλους μαζικούς φορείς του εργατικού, λαϊκού κινήματος, αλλά και συμβάλλει στην άνοδο του βαθμού οργάνωσης των γυναικών, στην προώθηση της κοινωνικής συμμαχίας.
Η δράση των κομμουνιστριών πρέπει να παίρνει υπόψη πολλούς παράγοντες: Τα αντικειμενικά εμπόδια στην ανάπτυξη της ταξικής, πολιτικής συνείδησης της γυναίκας, στη συμμετοχή στο κίνημα, τη διαπάλη γύρω από το γυναικείο ζήτημα, που είναι πιο απαιτητική σε σχέση με το παρελθόν. Με αυτήν την έννοια, χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια στην επεξεργασία της γραμμής συσπείρωσης στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα, στο οποίο έχει πλέον σε μεγάλο βαθμό κατακτηθεί η αντιμονοπωλιακή-αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, τουλάχιστον κεντρικά.
Με βάση αυτά τα κριτήρια, μπορεί να γενικευτεί η πείρα πώς περνάει στο γυναικείο κίνημα η πάλη για τη ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης των γυναικών. Χωρίς να χάνονται οι «ράγες», οι άξονες στην πολιτικοποίηση της πάλης, χρειάζεται να προβάλλονται ισομερισμένα τα ταξικά και φυλετικά χαρακτηριστικά της γυναικείας ανισοτιμίας. Σε μεγάλο βαθμό, αυτό εξαρτάται από την ανάπτυξη της ικανότητας εκλαΐκευσης, κυρίως στο πώς ο άξονας των επεξεργασμένων θέσεων στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα δουλεύεται με βάση τα σημερινά προβλήματα και τις ανάγκες της γυναίκας εργατικής-λαϊκής ένταξης ή καταγωγής. Αντίστοιχα, πρέπει να υπάρχει εμπλουτισμός με τη διαπάλη με την αστική στρατηγική, τις κατευθύνσεις μονοπωλίων, ΕΕ και κυβερνήσεων, οι οποίοι ενδιαφέρονται για τη γυναικεία συμμετοχή σε μια σειρά αστικούς θεσμούς που περιλαμβάνουν και τα λεγόμενα Κέντρα Λήψης Αποφάσεων. Το κλειδί για να βαθαίνει ο αντικαπιταλιστικός-αντιμονοπωλιακός προσανατολισμός στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα είναι το ίδιο το πλαίσιο, η παρέμβασή μας, η διαπάλη που διεξάγουμε με την αστική πολιτική και τις ρεφορμιστικές, οπορτουνιστικές απόψεις στο κίνημα, να φωτίζουν την ανάγκη ανατροπής του πραγματικού αντιπάλου.
Η συγκέντρωση της πείρας από τη δράση των κομμουνιστριών μέσω της ΟΓΕ στη λειτουργία ορισμένων Λαϊκών Επιτροπών μπορεί να αφήσει ένα αποτύπωμα στην κατανόηση αυτού του σύνθετου ζητήματος. Υπάρχουν Λαϊκές Επιτροπές όπου αναπτύσσονται κοινές δράσεις των φορέων του λαϊκού κινήματος στην περιοχή, με ραχοκοκαλιά τα εργατικά σωματεία, και αγωνιστικές πρωτοβουλίες σε υπουργεία, δήμους για τα ζητήματα της υγείας, της προσχολικής αγωγής, του σχολείου κλπ. Λειτουργούν με υποδειγματικό και μεθοδικό τρόπο λαϊκά φροντιστήρια, που διευρύνονται με πολύμορφες πρωτοβουλίες για τους μαθητές, για παράδειγμα με εκδηλώσεις για ιστορικές επετείους, όπου τα παιδιά έρχονται σε επαφή με τη διαλεκτική-υλιστική, ταξική εξήγηση των ιστορικών γεγονότων. Αυτές οι πρωτοβουλίες μπορούν να επεκταθούν και σε άλλα κοινωνικά θέματα, τα οποία παρουσιάζονται με ανορθολογικό τρόπο στο σχολείο. Τέτοια πείρα μπορεί να συγκεντρωθεί από τη συζήτηση πάνω στα κοινωνικά ζητήματα που ανοίγονται μέσω της θεματικής βδομάδας «Σώμα και ταυτότητα» στα Γυμνάσια.
Ταυτόχρονα, η παρέμβαση των γυναικείων συλλόγων της ΟΓΕ στη λειτουργία των λαϊκών φροντιστηρίων μπορεί να διευκολύνει τη γνωριμία, την επαφή των μητέρων με τη συλλογική, ριζοσπαστική δράση, ως στοιχείο διαπαιδαγώγησης των παιδιών τους με την αγωνιστική στάση ζωής. Δίπλα στη θετική πείρα, υπάρχουν και εκείνες οι λαϊκές επιτροπές που λειτουργούν ως «επιτροπές πολιτών», χωρίς να στηρίζονται από φορείς του εργατικού, λαϊκού κινήματος. Σε κάποιες από αυτές τις περιπτώσεις, ο σύλλογος γυναικών είναι ο μοναδικός φορέας της λαϊκής επιτροπής. Σε αυτές τις περιπτώσεις σίγουρα δεν προωθείται ούτε η κοινωνική συμμαχία, ούτε η πάλη για την ισοτιμία της γυναίκας.
Η επεξεργασία του περιεχομένου και των μορφών κοινής δράσης Σ/Ο με εργατικά σωματεία, με ενώσεις αυτοαπασχολούμενων, με αγροτικούς συλλόγους –έστω και σε εμβρυακό επίπεδο, σε επίπεδο κατεύθυνσης– συνέβαλε στην πράξη να περιοριστεί η τυπική σχηματοποίηση της κοινωνικής συμμαχίας «από τα πάνω». Μπορεί να γενικευτεί στο επίπεδο του κλάδου, της γειτονιάς, του χώρου σπουδών, στο βαθμό που οι κοινές επισκέψεις εργατικών σωματείων, γυναικείων συλλόγων ή φοιτητικών και γυναικείων συλλόγων με χαρακτήρα ζύμωσης επεκταθούν σε ένα πολύμορφο σχέδιο παρέμβασης.
Η αφετηρία αυτής της παρέμβασης μπορεί να είναι η προβολή των σύγχρονων μορφών ανισοτιμίας και οι σύγχρονες ανάγκες της γυναίκας, μαζί με την αποκάλυψη των οικονομικών, κοινωνικών αιτιών που εμποδίζουν την ικανοποίησή τους. Η παρέμβαση αυτή δεν πρέπει να έχει μόνο καταγγελτικό χαρακτήρα στην ασκούμενη κυβερνητική πολιτική και τις συνέπειές της στις συνθήκες εργασίας και ζωής της γυναίκας, συνολικά της εργατικής, λαϊκής οικογένειας, αλλά να δένεται με αγωνιστικές παρεμβάσεις, καλά προετοιμασμένες, που δίνουν το στίγμα της αγωνιστικής δράσης. Μια τέτοια ζύμωση μπορεί να συμβάλει στην αναθάρρηση γυναικών που βρίσκονται έξω από το κίνημα και αναζητούν μια αγωνιστική φωνή. Η καλλιέργεια αγωνιστικής διάθεσης περνάει και μέσα από τη σαφήνεια των διεκδικήσεων για τις οποίες καλούμε τις γυναίκες να παλέψουν. Αυτά τα στοιχεία μπορούν να ενισχυθούν στην προπαγάνδα, στην κοινή δραστηριότητα των φορέων του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, του κινήματος των αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις και στην ύπαιθρο.
Όσο σαφέστατα και να διατυπωθεί το πλαίσιο πάλης, χρειάζεται να εμπλουτίζεται με την πείρα της γυναίκας από τον τόπο εργασίας ή σπουδών ή με την έκφραση των κοινωνικών προβλημάτων σε επίπεδο δήμου, πόλης. Να απαντά επιθετικά και να αποκαλύπτει τις διαχειριστικές λύσεις που προωθεί, για παράδειγμα, η καπιταλιστική εργοδοσία για να αντιμετωπίσει υπαρκτά προβλήματα των εργαζόμενων γυναικών. Για παράδειγμα, στο χώρο των μισθωτών επιστημόνων, σε ερευνητικά κέντρα, προβάλλουν ως «λύση» στα ανύπαρκτα εργασιακά δικαιώματα προστασίας των εργαζόμενων μητέρων21 με μπλοκάκι τη διαμόρφωση χώρου μητρικού θηλασμού μέσα στον εργασιακό χώρο. Πρόκειται για εξέλιξη που στην πορεία θα αξιοποιηθεί για τη διεύρυνση του ωραρίου της γυναίκας ή της ρύθμισης του εργάσιμου χρόνου με ακόμα πιο ευέλικτό τρόπο, εφόσον θα είναι αποδεσμευμένη τουλάχιστον από τις πρακτικές ανάγκες του θηλασμού του παιδιού.
Η ενασχόληση των Οργάνων και των ΚΟΒ με τη δουλειά των κομμουνιστριών στο κίνημα και ο αντίστοιχος δημιουργικός έλεγχος –όχι μόνο στο τι κάναμε και πόσα καταφέραμε, αλλά και πώς δουλεύουμε, ανεξάρτητα αν εκφράζεται σε άμεσα αποτελέσματα– θα φέρει στην επιφάνεια τους παράγοντες που επιδρούν στη συμμετοχή των γυναικών στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα. Ακόμα, το περιεχόμενο της συζήτησης και δράσης των κομματικών ομάδων με ειδική χρέωση στους συλλόγους γυναικών μπορεί να αναδείξει τις αντικειμενικές και υποκειμενικές δυσκολίες που αντανακλώνται στην περιορισμένη μαζικότητά του.
Σε αυτήν την προσπάθεια, δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο προόδου της συσπείρωσης των γυναικών στους Σ/Ο της ΟΓΕ η σύγκριση με την περίοδο μετά από την αποκατάσταση της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όπου ήταν διαφορετικές τόσο οι οικονομικές συνθήκες όσο και οι συνθήκες της ταξικής πάλης παγκοσμίως. Μεταξύ άλλων παραγόντων, εκείνη την εποχή ήταν ιδιαίτερα σημαντική η θετική επίδραση των κατακτήσεων των γυναικών στις σοσιαλιστικές χώρες, οι οποίες –ανεξάρτητα από λάθη, αδυναμίες και ελλείψεις– άφηναν αποτύπωμα στην αγωνιστική διάθεση, στη γυναικεία συμμετοχή.