Πιο κοντά στη σύγχρονη εμπειρία βρίσκεται η διαμόρφωση του δικομματισμού ανάμεσα στη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ στη μεταπολίτευση, με απαρχή την παράδοση της διακυβέρνησης από τη δικτατορία στις αστικές πολιτικές δυνάμεις.
Το ΚΚΕ χαρακτήρισε την εναλλαγή αυτή ως προϊόν συμβιβασμού. Η απόφαση της ΚΕ στις 29 Ιούλη 1974 έλεγε: «Μπροστά σ’ αυτήν την κατάσταση, η χουντική ηγεσία, με οδηγίες της Ουάσιγκτον και άλλων ηγετικών ΝΑΤΟϊκών κύκλων, ανέθεσε τη διακυβέρνηση της χώρας σε συντηρητικούς αστούς πολιτικούς, με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Καραμανλή». Το Γενάρη του 1975 η 2η Ολομέλεια της ΚΕ υπογράμμιζε: «…το γεγονός ότι η αντικατάσταση της δικτατορίας έγινε από τα πάνω με συμβιβασμό ανάμεσα στη Χούντα, τους ιμπεριαλιστές και τις συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, καθόρισε τον περιορισμένο χαρακτήρα της μεταβολής της 23ης του Ιούλη. Στην εξουσία ήρθαν οι συντηρητικές δυνάμεις. Πρόκειται για αναγκαστική αλλαγή μορφής εξουσίας των μονοπωλίων, εγχώριων και ξένων…».
Το αστικό πολιτικό σύστημα, όπως ήταν διαμορφωμένο μέχρι το 1967, με τις όποιες δικαιοδοσίες του θρόνου, εξάντλησε τα όριά του. Η πτώση της δικτατορίας, που μάλιστα πραγματοποιήθηκε με πρόσχημα τον αντικομμουνισμό και την τάχα ένοπλη προετοιμασία για την κατάργηση της αστικής δημοκρατίας, αντικειμενικά δημιούργησε ορισμένες προϋποθέσεις για τη νομιμοποίηση της δράσης του ΚΚΕ, καθώς και την κατάργηση αντικομμουνιστικών νόμων που ίσχυαν από τα χρόνια του εμφυλίου, ορισμένοι και πριν το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η εναλλαγή το 1974 ανέδειξε ένα καινούργιο στοιχείο που είχε ωριμάσει στις συνθήκες της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, των εξελίξεων στην κοινωνική διαστρωμάτωση, για το οποίο δυστυχώς το Κόμμα μας δεν είχε έγκαιρη πρόβλεψη, εξαιτίας λαθεμένης αντίληψης για το επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα, στην κοινωνική διαστρωμάτωση, των επιδράσεων από την προετοιμασία ένταξης στην ΕΟΚ: Είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου μαζικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, το άλλο σκέλος του δικομματικού πολιτικού συστήματος, που ταυτόχρονα θα γινόταν ανάχωμα στην τάση ριζοσπαστικοποίησης που θα έφερνε κυρίως η δράση του ΚΚΕ. Δεν έγινε μόνο ανάχωμα, αλλά και όργανο ενσωμάτωσης δυνάμεων που επί χρόνια είχαν συνεργαστεί με το ΚΚΕ μέσω της ΕΔΑ.
Το ΠΑΣΟΚ δεν εξέφραζε απλά τις ταλαντεύσεις –τύπου εκκρεμούς– των μικροαστικών στρωμάτων, όπως αρχικά εκτιμήθηκε. Η υιοθέτηση από την ηγεσία του ορισμένων αντιιμπεριαλιστικών συνθημάτων ήταν ο κατάλληλος ελιγμός για την ενσωμάτωση ριζοσπαστικών λαϊκών μαζών. Προτού ακόμα ιδρυθεί το ΠΑΣΟΚ, όταν εμφανίστηκε το ΠΑΚ, ο ηγέτης του Α. Παπανδρέου οριοθετήθηκε με σαφήνεια κατά του ΚΚΕ, κατά της ΕΣΣΔ και του σοσιαλιστικού συστήματος, τοποθέτησε την Ελλάδα στη Δύση. Σημειολογικά βέβαια, για να δίνει την εντύπωση ότι έχει ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά σε σχέση με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, δήλωνε ότι το ΠΑΣΟΚ δε θα ενταχτεί στη Σοσιαλιστική Διεθνή!
Η ελληνική σοσιαλδημοκρατία δεν μπορούσε ν’ αποτελέσει εξαίρεση έναντι της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, η οποία εξελίχτηκε σε αστική πολιτική δύναμη και διώκτη του εργατικού κινήματος, εχθρού της σοσιαλιστικής επανάστασης ακόμα από την περίοδο του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ιδιαίτερα από τη στιγμή που έγινε κυβερνητική δύναμη. Η αποκάλυψη του χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ ως του δεύτερου κόμματος της αστικής τάξης έγινε πολύ γρήγορα, πριν ακόμα τα μέσα της δεκαετίας του 1980 κι ενώ ακόμα υπήρχε θετική συγκυρία στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Η επιτάχυνση της συντηρητικής στροφής του ΠΑΣΟΚ και της σύγκλισης με τη ΝΔ οφείλεται και στο γεγονός ότι έπρεπε να πάρει τα κατάλληλα, στρατηγικής σημασίας, μέτρα για την ενσωμάτωση της Ελλάδας στην ενιαία εσωτερική αγορά της ΕΟΚ, που ήταν ο προθάλαμος για τη μετεξέλιξή της στην ΕΕ.
Ο δικομματισμός στη μεταπολίτευση είχε ουσιαστική συμβολή στην πραγματοποίηση των συμμαχιών της αστικής τάξης με τα διευρυνόμενα μεσαία στρώματα, που στο πιο μεγάλο μέρος τους είχαν τις αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις για να γίνουν το μαξιλάρι θωράκισης του συστήματος μαζί με τη διευρυνόμενη εργατική αριστοκρατία. Επίκεντρο των συμμαχιών ήταν όσο γινόταν περισσότερα μεσαία στρώματα, ιδιαίτερα αυτά που κινούνταν δορυφορικά στα μονοπώλια, σε τομείς που τα μονοπώλια δεν ενδιαφέρονταν ακόμα για επένδυση και πρόσβλεπαν στην προετοιμασία εδάφους-αγοράς από μεσαίους και μικρούς επιχειρηματίες. Στη συμμαχία εντάσσονταν οι μεσαίοι και μικροί αγρότες, αλλά και η εργατική αριστοκρατία κι εκείνο το τμήμα της εργατικής τάξης που είχε σχετικά υψηλότερες απολαβές και απολάμβανε συντεχνιακού τύπου προνόμια.
Στην πολιτική συμμαχιών εντάσσονται και οι προσπάθειες προσεταιρισμού μικρότερων κομμάτων, ρεφορμιστικών, οπορτουνιστικών, ώστε να υπάρχει στεφάνη ασφαλείας απέναντι στο ΚΚΕ, στο εργατικό κίνημα, να στηθούν αναχώματα στην αναγκαία και δυνατή, παρά τις διαφορές, συμμαχία της εργατικής τάξης με τα κατώτερα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων.
Το ΠΑΣΟΚ παρουσίασε στην ανοδική πορεία του όλα τα αντιλαϊκά προτερήματα της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας. Αναφερόμαστε στο προτέρημα να επιβάλλει με ικανότητα και κατάλληλες τακτικές κινήσεις, μεγάλης ευελιξίας, την παραπλανητική διαχωριστική γραμμή ώστε να θεωρείται αυτό η εναλλακτική λύση. Το ΠΑΣΟΚ από το 1974 ως το 1981 μπόρεσε ν’ αξιοποιήσει την έλλειψη ευελιξίας της ΝΔ, που δεν τόλμησε να κάνει ούτε εκείνες τις ανώδυνες επιλογές για τη συγκεκριμένη περίοδο, που είχαν κάνει αστικά κόμματα στη Δυτική καπιταλιστική Ευρώπη μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Την κατάργηση των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων, την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, την υιοθέτηση ορισμένων συνθημάτων που δεν έρχονταν σε αντίθεση με το πρόγραμμα και την πολιτική της, όπως με μεγάλη ικανότητα έκανε το ΠΑΣΟΚ, το διαχωρισμό Εκκλησίας και κράτους, που ούτε το ΠΑΣΟΚ τόλμησε. Ακόμα και ορισμένα ανοίγματα που έκανε προς ορισμένες βαλκανικές χώρες, δεν τα αξιοποίησε προπαγανδιστικά.
Έτσι το ΠΑΣΟΚ μπόρεσε να «περάσει» στο δοκιμαζόμενο, πολλά χρόνια, ελληνικό λαό από την πολιτική της ΕΡΕ, συνέχεια της οποίας ήταν η ΝΔ, τη γραμμή ότι αυτό αποτελεί εναλλακτική λύση στην «επάρατη» Δεξιά, ότι όσο η ΝΔ ήταν στην κυβέρνηση ελλόχευε ο κίνδυνος της Μακρονήσου και των Γιούρων. Η ευελιξία του ΠΑΣΟΚ στα συνθήματα και στις ψευδεπίγραφες ή δευτερεύουσες διαχωριστικές γραμμές δεν οφειλόταν μόνο στη δυσκολία της ΝΔ να προσαρμοστεί στις μεταδικτατορικές εξελίξεις. Οφειλόταν και στο γεγονός ότι η κοινωνική του βάση ήταν ευρύτερη, εξέφραζε ένα μικροαστικό αντιιμπεριαλισμό, πρόβαλλε το σύνθημα «του τρίτου δρόμου προς το σοσιαλισμό», πράγμα που επηρέαζε –και ως ένα βαθμό– δελέαζε μικροαστικά στρώματα, αλλά κι ένα μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης που είχε αποστασιοποιηθεί από την αντικομμουνιστική προπαγάνδα και τις διώξεις.
Η σοσιαλδημοκρατία είχε ως πριν λίγα χρόνια στην Ελλάδα την ικανότητα τακτικών ελιγμών κι εκσυγχρονισμών που της προσέδιδαν επιφανειακά ειδοποιό διαφορά από τη ΝΔ, ακόμα και την περίοδο που η σύγκλιση των προγραμμάτων των δύο κομμάτων εξελίχτηκε σε εξομοίωση.
Το ΠΑΣΟΚ, πράγμα που σήμερα επίσης το κάνει και ο ΣΥΡΙΖΑ, προσπάθησε να δώσει ένα σχετικά διαφορετικό νόημα, στα λόγια βέβαια, στον πατριωτισμό, σε αντίθεση με την ταύτιση του πατριωτισμού με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, το δυτικοευρωπαϊκό καπιταλισμό, τον αντισοσιαλισμό και αντικομμουνισμό της ΝΔ. Με το σύνθημα «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» (το επανέφερε κάποια στιγμή και ο Τσίπρας), με τις κραυγές κατά της υποτέλειας, της αποικιοποίησης, της πολιτικής δημιουργίας προτεκτοράτων, πετύχαινε δύο στόχους ταυτόχρονα: Ν’ αξιοποιήσει το συγκριτικά με τις ανάγκες χαμηλό επίπεδο της εργατικής πολιτικής συνείδησης, να το χρησιμοποιήσει επίσης ως μέσο άσκησης πίεσης στους κόλπους της ΕΟΚ και του ΝΑΤΟ υπέρ, βεβαίως, των συμφερόντων της αστικής τάξης της Ελλάδας, του ελληνικού καπιταλισμού. Το ΠΑΣΟΚ προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει τις διαφορετικές τότε συνθήκες από πλευράς συσχετισμού δυνάμεων, με την ύπαρξη του σοσιαλιστικού συστήματος και κυρίως του Κινήματος των Αδέσμευτων. Σε σύγκριση με τη ΝΔ, επιδίωκε να υιοθετήσει είτε τα ίδια είτε παραφρασμένα συνθήματα από αυτά που χρησιμοποιούσε το ΚΚΕ, ώστε να προσεταιριστεί το χώρο του, πράγμα στο οποίο η ΝΔ προσπαθούσε ν’ αντιπαρατεθεί με επιθετικό τρόπο, με απόρριψη και καταδίκη. Άρα ο δικομματισμός δε σημαίνει δύο ίδια κόμματα σε όλα, αλλά δύο κόμματα στηρίγματα του αστικού πολιτικού συστήματος με την κοινή τους στρατηγική, αλλά και μέσα από τη διελκυστίνδα της ανώδυνης εκκωφαντικής αντιπαράθεσης. Η σοσιαλδημοκρατία περιέκλειε μέσα της πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες να οσμίζεται τις διαθέσεις των μαζών, τα υπόγεια ρεύματα, τις τάσεις ριζοσπαστισμού.
Επιβεβαιώνεται ότι, ακόμα κι αν ένα κόμμα εμφανίζεται αμφιταλαντευόμενο ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη, αναπόφευκτα θα υπηρετήσει τις δυνάμεις του κεφαλαίου, ιδιαίτερα μόλις πάρει το κυβερνητικό πηδάλιο. Η κομματική του βάση, ακόμα κι αν υιοθετεί ριζοσπαστικά αιτήματα, με βάση τα συνθήματα που χρησιμοποιεί η ηγεσία του κόμματος, δεν είναι σε θέση ν’ αλλάξει το χαρακτήρα του κόμματος, όταν αυτό έχει διαμορφωθεί σε αστικό κόμμα ή αποδέχεται να παίξει το ρόλο του αστικού διαχειριστή. Αντίθετα, οποιαδήποτε ανοχή σε τέτοια κόμματα περικλείουν οι ετερογενείς δυνάμεις, και δεξιές και αριστερές, στο όνομα να κερδηθεί το αριστερό τμήμα του με το κίνημα, οδηγεί στην ενσωμάτωση και των μεν και των δε. Ανοίγει το δρόμο να κυριαρχεί η αντίληψη ότι είναι υποχρέωση του Κομμουνιστικού Κόμματος να εγκαταλείπει θεμελιακές θέσεις, να παραιτηθεί από την αυτοτέλειά του, να παίζει ένα και μοναδικό ρόλο: Να επιβλέπει το σύμμαχο ώστε να μην κάνει υπερβολικές υποχωρήσεις. Πουθενά σε όλο τον 20ό και 21ο αιώνα δεν επιβεβαιώθηκε ότι μέσω συνεργασίας με τη σοσιαλδημοκρατία και τα παραρτήματά της υπάρχει ελπίδα αυτή να γίνει ριζοσπαστική, το αντίθετο συνέβη, ισχυρά κομμουνιστικά κόμματα εξαφανίστηκαν, αλλοιώθηκαν, εξαϋλώθηκαν όσον αφορά τον επαναστατικό τους χαρακτήρα.
Η διαχείριση έχει αυστηρά περιορισμένα όρια, καμία προπαγάνδα ή ελιγμός δεν είναι σε θέση να καταργήσει το βασικό νόμο και τις εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλισμού. Το εργατικό κίνημα μπορεί να αποσπάσει ορισμένες παραχωρήσεις, όμως, όσο δυνατό και να είναι, δεν πρόκειται με συνηθισμένα μέσα να ανατρέψει επιλογές στρατηγικού χαρακτήρα.
Η ΝΔ ασκούσε τρομοκρατία στο λαό ότι, αν το ΠΑΣΟΚ έλθει στην κυβέρνηση, η Ελλάδα θα έχανε συμμαχίες, θα έμενε μόνη της, η αναρχία και η πολιτική αστάθεια θα κυριαρχούσε. Έτσι έδινε εύσημα στο ΠΑΣΟΚ ως κόμμα φιλοσοσιαλιστικό, ως δύναμη αντιιμπεριαλιστική. Κάτι ανάλογο που κάνει σήμερα απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ, που τον κριτικάρει ως οπαδό του σπάταλου κρατισμού, εχθρικό στις καπιταλιστικές επενδύσεις, ότι τάχα θέλει την παράταση της κρίσης και τη χρεοκοπία της ελληνικής οικονομίας. Με αυτόν τον τρόπο δίνει εύσημα ριζοσπαστισμού στο ΣΥΡΙΖΑ, που σε καμία περίπτωση δε διαθέτει. Η πολεμική της ΝΔ απέναντι στο ΠΑΣΟΚ παλιότερα, και σήμερα απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ, δε θα μπορούσε να είναι πιο ουσιαστική και ρεαλιστική, αφού δεν μπορεί και δε θέλει να κάνει κριτική στον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης, δεν μπορεί να αναδείξει τις εγγενείς αντιφάσεις που διέπουν το πρόγραμμα και την πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ. Σίγουρα η επιλογή να ταυτίζει το ΣΥΡΙΖΑ με κόμμα αντισυστημικό υπηρετεί συνειδητά το σταθερό στόχο της να κρατά το λαό τρομοκρατημένο απέναντι στον πραγματικό ριζοσπαστισμό, το ριζοσπαστισμό που μπολιάζεται σταθερά με αντικαπιταλιστική, αντιμονοπωλιακή συνείδηση.
Το διαχρονικό ιδεολογικό υπόστρωμα της ΝΔ δεν την αφήνει ως σήμερα να αναγνωρίσει τον αναντικατάστατο ρόλο του ΠΑΣΟΚ στη χειραγώγηση των λαϊκών μαζών, στον εκμαυλισμό συνειδήσεων, στην εξαγορά και στην υποταγή. Αυτό που πέτυχε το ΠΑΣΟΚ δεν είχε τη δυνατότητα να το πετύχει η ΝΔ ως μεταλλαγμένη ΕΡΕ, παρά τις εκσυγχρονιστικές προσαρμογές που έκανε στη φυσιογνωμία της στη μεταπολίτευση.
Ούτε η ΝΔ, ούτε το ΠΑΣΟΚ και τα αλλά σοσιαλδημοκρατικά παρακλάδια επιθυμούν να αναγνωρίσουν στο ΣΥΡΙΖΑ το ρόλο που διαδραματίζει στο σύγχρονο εκμαυλισμό συνειδήσεων, με τα αριστερά και αντιμερκελικά του πρόσημα. Υπάρχει λογική εξήγηση: Απέναντί τους δεν έχουν απλά έναν αντιπολιτευόμενο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά έναν επίδοξο κυβερνητικό διαχειριστή. Επομένως, τέλος τα χαϊδέματα που απολάμβανε ο οπορτουνισμός πριν λίγα χρόνια, είτε ως Συνασπισμός της Αριστεράς είτε ως ΣΥΡΙΖΑ.
Και τα δύο κόμματα είχαν συνηθίσει τα τελευταία 40 χρόνια στις πολύτιμες γι’ αυτά υπηρεσίες μικρών οπορτουνιστικών κομμάτων, είτε ως «ΚΚΕ εσωτερικού», είτε ως ΕΑΡ, είτε ως Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου. Είχαν συνηθίσει στις πολύτιμες υπηρεσίες του «ΚΚΕ εσωτερικού», που και μόνο ο τίτλος του τους έδινε αέρα στα πανιά να μιλάνε για το ΚΚΕ ως ΚΚΕ «εξωτερικού», όργανο της Μόσχας, ξενοκίνητο, ετεροκίνητο, εχθρικό κι επικίνδυνο για το λαό. Είχαν συνηθίσει στα άλλοθι που τους παρέσχε η «Εθνική Αντιδικτατορική Ενότητα» (η γνωστή ΕΑΔΕ του «ΚΚΕ Εσωτερικού») ή στην από δεξιά κριτική του Λεωνίδα Κύρκου να φωνάζει ότι οι αμερικανονατοϊκές βάσεις δεν μπορεί να φύγουν από την Ελλάδα όπως υποσχέθηκε προεκλογικά το ΠΑΣΟΚ, γιατί «δεν είναι ραπανάκια που ξεριζώνονται».
Είχαν αξιοποιήσει την ευρωλαγνεία των οπορτουνιστών και τώρα τους κακοφαίνεται η υποκριτική κριτική στην ΕΕ. Είχαν αξιοποιήσει την οπορτουνιστική άποψη για τις δύο υπερδυνάμεις που καταδυνάστευαν την ανθρωπότητα, με την εξίσωση των ΗΠΑ με την ΕΣΣΔ, στην αναντικατάστατη προσφορά των οπορτουνιστών που πανηγύρισαν τη νίκη της αντεπανάστασης. Είχαν δηλαδή συνηθίσει στην αμέριστη βοήθεια του οπορτουνισμού στο σύστημα, χωρίς να διεκδικεί όμως να γίνει αρχιδιαχειριστής στο κυβερνητικό πηδάλιο.
Δεν υπάρχει στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ που δε βγήκε φόρα παρτίδα να πει δημόσια, λίγες μέρες μετά από τις ευρωεκλογές, ότι ούτε οι επενδυτές, ούτε οι τράπεζες, ούτε τα χρηματιστήρια έδειξαν πανικό με την πρωτιά του κόμματός τους. Πανηγυρίζουν γιατί δεν επιβεβαιώθηκε η τρομοκρατία που ασκούσε η ΝΔ, ότι, αν έρθει πρώτος ο ΣΥΡΙΖΑ, θα σημάνει αποσταθεροποίηση. Στο συγκεκριμένο ζήτημα δικαιώνεται, δεν υπάρχει λόγος το κεφάλαιο να νιώθει αποσταθεροποίηση, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να σταθεροποιήσει το σύστημα και να το σώσει από την κρίση στηρίζοντας την καπιταλιστική ανάκαμψη. Θέλοντας ν’ απαντήσουν στην τρομολαγνεία της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, επιβεβαιώνουν το ΚΚΕ για το τι είναι και πού το πάει ο ΣΥΡΙΖΑ.
Βεβαίως η αστική τάξη είναι φυσικό να νιώθει μεγαλύτερη ασφάλεια με μια κυβέρνηση που απαρτίζεται από κόμμα ή κόμματα σάρκα από τη σάρκα της, αλλά είναι ρεαλίστρια. Όταν τα δικά της κόμματα, τα δικά της παιδιά, ορφανεύουν από ψήφους, δεν έχει πρόβλημα να ανεχτεί, να στηρίξει ένα κόμμα που μπορεί να χειραγωγήσει το εργατικό, το λαϊκό κίνημα, υπηρετώντας με τη μια ή την άλλη συνταγή την κερδοφορία της, εδραιώνοντας το πολιτικό της σύστημα, την αστική δημοκρατία, τον αστικό κοινοβουλευτισμό.
Η αστική τάξη βιώνει και τις δικές της ενδοαστικές αντιθέσεις, την διαπερνά ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός, σε συνθήκες που η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου οδηγεί μια σειρά καπιταλιστικές επιχειρήσεις, και μάλιστα σύγχρονες, στην πτώχευση, περιθωριοποίηση, στην υποβάθμιση. Τα κυβερνητικά κόμματα έχουν την ευθύνη, όταν οι ενδοαστικές αντιθέσεις παίρνουν οξυμένη μορφή, να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση, την υποταγή των ατομικών καπιταλιστικών συμφερόντων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα προσφέρει η περίοδος συζήτησης για την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ και όχι μόνο. Υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις, όπως η εφάπαξ επιβολή φόρων της κυβέρνησης Σημίτη στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις κατά την προετοιμασία ένταξης στη ζώνη του ευρώ.
Όπως σημειώνεται στο «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1949-1968, Β΄ τόμος», «από την πλευρά τμήματος των αστικών δυνάμεων εκφράστηκαν αντιρρήσεις και επιφυλάξεις που εστιάζονταν κυρίως στο ότι η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη, από την άποψη της οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης, ώστε να πετύχει “ισότιμη” συμμετοχή (από την άποψη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) και ότι θα μετατρεπόταν η χώρα σε “απλή αποικία”. Ένα τμήμα των καπιταλιστών επιχειρηματιών και της αστικής πολιτικής τόνιζε ότι ο κατά τη γνώμη τους αγροτικός χαρακτήρας της ελληνικής οικονομίας και η μη εγχώρια ανταγωνιστική βιομηχανική παραγωγή θα δέχονταν πλήγματα και όχι ωφελήματα από την ένταξη στην ΕΟΚ και ότι θα μειώνονταν οι δυνατότητες να έχει προστασία η εγχώρια παραγωγή»1.
Πρόκειται βεβαίως για διαφωνίες συμφερόντων τμήματος της αστικής τάξης που δεν είχαν σχέση με την από ταξική σκοπιά θέση του ΚΚΕ. Η κυβέρνηση Καραμανλή της ΕΡΕ δεν αγνοούσε ότι ένα τμήμα του κεφαλαίου στην Ελλάδα θα δεχόταν άμεσα αρνητικές συνέπειες, ενδεχομένως να γνώριζε και καταστροφή, ωστόσο το γενικό συμφέρον της αστικής τάξης, της καπιταλιστικής ανάπτυξης, επέβαλλε τη συμμετοχή στην ιμπεριαλιστική λυκοσυμμαχία που έδινε ευκαιρίες για άνοιγμα και σε άλλες αγορές, έστω και από θέση δεύτερου, υποδεέστερου ρόλου, ενώ θα αποκτούσε και πιο ισχυρή οικονομική και πολιτική στήριξη από το ευρωπαϊκό κεφάλαιο.
Στο βιβλίο2 του Μάκη Μαΐλη για το αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα από το 1950 έως το 1967 περιέχονται πλήθος στοιχείων που επιβεβαιώνουν ότι τα αστικά πολιτικά κόμματα, ιδιαίτερα αυτά που φτάνουν ως το κυβερνητικό πηδάλιο, δε λειτουργούν μηχανιστικά απέναντι στην αστική τάξη. Η ίδια η αστική τάξη, ιδιαίτερα τα πιο ισχυρά τμήματά της, δεν είναι απλοί-τυφλοί υπηρέτες του ευρωπαϊκού και διεθνούς κεφαλαίου. Δεν παραιτούνται από την προσπάθεια να παίξουν ενεργό ρόλο, έστω υποδεέστερο λόγω της ανισόμετρης ανάπτυξης, στη διεθνοποίηση της δράσης του κεφαλαίου, γνωρίζοντας βεβαίως ότι τελικά κυριαρχούν τα μονοπώλια των ηγετικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Η ελληνική αστική τάξη και τα κόμματά της, τα ηγετικά τους στελέχη, δε διστάζουν, ανάλογα βεβαίως και με την προσωπική τους τόλμη και το κύρος τους στο πολιτικό σύστημα, να μπουν βαθιά στο κουβάρι των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, ακόμα και να ρισκάρουν. Να αλλάζουν συμμάχους, ακόμα και να έρχονται σε αντίθεση με εκείνους τους εγχώριους κι εξωτερικούς θύλακες που τους στήριξαν ως ανερχόμενα πολιτικά στελέχη και πρωθυπουργούς. Τέτοια παραδείγματα προσφέρει η περίπτωση Αλέξανδρου Παπάγου, Κωνσταντίνου Καραμανλή, ακόμα και Ανδρέα Παπανδρέου. Η αποκαλούμενη ξενόδουλη και αμερικανοκίνητη ελληνική πολιτική ηγεσία δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να διαφοροποιήσει τη στάση της και να δώσει βάρος στο λεγόμενο ευρωπαϊκό προσανατολισμό, χωρίς βεβαίως να διαρρηγνύει τους δεσμούς της με τις ΗΠΑ. Τα πιο ισχυρά τμήματα της αστικής τάξης, οι νέοι επιχειρηματικοί όμιλοι που διαμορφώθηκαν στη δεκαετία του 1960, αλλά και οι πολιτικοί ηγέτες στο τότε δίπολο Δεξιά-Κέντρο, γνώριζαν καλά ότι η αμερικανική συμμαχία είχε περισσότερο στρατιωτικό-στρατηγικό χαρακτήρα, καθώς η Ελλάδα ήταν το προχωρημένο αμερικανονατοϊκό φυλάκιο στα σοσιαλιστικά Βαλκάνια. Γνώριζαν ότι δεν είχαν τίποτε να κερδίσουν από τις πολύ περιορισμένες αμερικανικές επενδύσεις στην Ελλάδα, αντίθετα, τα οικονομικά συμφέροντά τους ήταν εξ αντικειμένου διασυνδεδεμένα με τα ευρωπαϊκά μονοπώλια και την ΕΟΚ.
Στο ίδιο βιβλίο επίσης, αναφέρονται γεγονότα που αποδεικνύουν ότι η σχέση του αστικού πολιτικού κόσμου με το παλάτι δεν ήταν σταθερά και διαχρονικά η ίδια, πέρασε πολλές διακυμάνσεις, προκάλεσε πολλές αντιθέσεις εξ ου και διαμορφώθηκαν και με τη βοήθεια της Χούντας οι συνθήκες για την κατάργηση της βασιλείας. Ο θρόνος γινόταν αποδεκτός από τον αστικό πολιτικό κόσμο σε συνθήκες καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού μόνο ως ένα σύμβολο εθνικής ενότητας, ενώ ταυτόχρονα αμφισβητούνταν οι παρεμβάσεις στην κυβέρνηση και στον έλεγχο και το ρόλο του στρατού. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρονται οι αντιθέσεις του Παπάγου με το παλάτι, η άρνηση του παλατιού να δεχτεί ως πρωθυπουργό τον Παπάγο, ο οποίος ήθελε να έχει στα χέρια του όλα τα κλειδιά της εξουσίας, ενώ ταυτόχρονα ήταν από τους εκλεκτούς της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Στο ίδιο πλαίσιο, εκφράστηκαν οι αντιθέσεις ανάμεσα στο θρόνο και τον Κ. Καραμανλή και τα κόμματα του Κέντρου.