Η Κομμούνα των Παρισίων


του Α. Δ. Σίδερι

Είνε γνωστό πώς ιδρύθη η Δευτέρα Αυτοκρατορία στη Γαλλία μετά το κίνημα του 1848. Ο Ναπολέων ο Γ΄, που με το πραξικόπημα του 1852 επανέφερε την Αυτοκρατορία στη Γαλλία επροσπάθησε να διατηρήση το γόητρόν του με κάθε μέσο. Τα Επαναστατικά κηρύγματα του 1848, το κήρυγμα της «Κομμουνιστικής Λίγας» από το Λονδίνο («Κομμουνιστικό μανιφέστο» Μαρξ - Ένγκελς 1847) ήταν φωτιά που ετρόμαζε τον Ναπολέοντα. Απαγορεύσας στην αρχή τις εργατικές ενώσεις, εσκέφθη έπειτα να ευνοήσει τον εργατικόν αγώνα της εποχής του, ο Ναπολέων, νομίζοντας ότι έτσι θα μπορούσε να μεταχειρισθή τους εργάτες κατά της αντιδρώσης κατ’ αυτού δημοκρατικής μπουρζοαζίας. Στην ανάπαυλαν εκείνη των εργατικών καταδιώξεων και με την ορμή που χαρακτηρίζει το εργατικό κίνημα στα 1848 οι εργάτες εδυνάμωσαν την οργάνωσή των. Ίδρυσαν σωματεία, συνεταιρισμούς παραγωγής και καταναλώσεως και εφρόντιζαν διά την τεχνική τους μόρφωση. Είνε γνωστό πώς η επίσκεψις των Γάλλων εργατών εις την βιομηχανική έκθεση του Λονδίνου στα 1864 ένωσε τους Γάλλους και Άγγλους εργάτες και πώς μαζύ και με άλλους εργάτες άλλων χωρών και με την οδηγία του Καρλ Μαρξ, που ευρισκόταν τότες στο Λονδίνον, ιδρύθη η Α΄ Διεθνής στο Σαΐντ Μάρτιν Χωλλ (Σεπτέμβριος 1864). Η ίδρυσις της Διεθνούς, αι επαναστατικαί της προκηρύξεις, το διεθνιστικό της πνεύμα, η κίνηση, που διωργάνωσε σ’ όλας τας χώρας εξ αφορμής της ανεξαρτησίας της Πολωνίας (1864-1865) και η εκ τούτου δυνατή επίκριση των αυτοκρατοριών, ετρόμαξαν το Ναπολέοντα. Τα επαναστατικά στοιχεία στο Παρίσι άρχιζαν να κινούνται, οι εργάτες να χειραφετούνται.

Οι Δημοκρατικοί της Αριστεράς (παλαιοί Γιακωβίνοι του 1793) οι «Επαναστατικοί σοσιαλισταί», της σχολής του Μπλαγκή, οι «Γραβιλλιέροι», που είχαν πάρει το όνομα αυτό από το όνομα του δρόμου όπου ήσαν τα γραφεία των, δηλ. οι ακόλουθοι της Α΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς, το Γαλλικόν τμήμα της Α΄ Διεθνούς, έδειχναν εξαιρετική κίνηση.

Η δίκη των «Διεθνιστών» αυτών στα 1868, όπου οι κατηγορούμενοι με θάρρος ωμολόγησαν ότι σκοπός των ήτο «η Κοινωνική Επανάστασις» και οι εκλογές του 1869, όπου το Δημοκρατικό Κόμμα είχε σημαντική νίκη, έδειξαν ότι η θέσις της Αυτοκρατορίας δεν ήταν ασφαλής. Ο Ναπολέων θέλοντας να αποχτήση γόητρο κατέφυγε εις το συνηθισμένο μέσο αποπλανήσεως των μαζών, στο δημοψήφισμα. Έβαλε σε δημοψήφισμα την πολιτική του και το Σύνταγμα που επρότεινε στη Γαλλία. Όπως συμβαίνει πάντα με την ψυχολογία που μορφώνεται όταν κρίνεται με ψήφο η τύχη ενός βασιλέως, το δημοψήφισμα εβγήκε υπέρ του Ναπολέοντος, του οποίου την πολιτικήν ενέκρινεν έτσι ο λαός με ψήφους 7,5 εκατομμύρια υπέρ και 1,5 κατά. Αλλ’ ο Ναπολέων στο δημοψήφισμα απάνου είδε καλά την αντίδραση που ήταν εναντίον του. Είδεν ότι η πλειοψηφία που επήρε στο δημοψήφισμα, στην πραγματικότητα ήταν πολύ μικρότερη. Εφοβείτο τας Επαναστατικάς Εταιρείας, ήθελε να κτυπήση και την δημοκρατική πλουτοκρατία. Η συντηρητική μερίς της πλουτοκρατίας, ιδίως η χρηματιστική, που επεκράτησε οριστικώς στη Γαλλία από του 1848, έσπρωχνε προς κατακτήσεις, προς πολέμους, εφοβείτο την ανάπτυξη της Γερμανικής πλουτοκρατίας και επροσπαθούσε να ερεθίση τη φιλοδοξία του Ναπολέοντος θυμίζοντας τις δόξες της πρώτης Αυτοκρατορίας, του Ναπολέοντος του Α΄. Ο Αυτοκράτωρ Ναπολέων ο Γ΄ ενθυμούμενος τις εύκολες νίκες της Κρεμαίας, μη θέλοντας να αναγνωρίση την υπεροχή του Πρωσσικού στρατού εσκέφθη, ότι μία εύκολη νίκη κατά των Πρώσσων θα ήτο το μόνο μέσο να ανυψώση το γόητρο της δυναστείας του, που κάθε μέρα έπεφτε και θα του επέτρεπε έτσι με την αίγλη της νίκης να χτυπήση και τις επαναστατικές δυνάνεις που είχε σκορπίσει η Α΄ Διεθνής και την δημοκρατική μερίδα της μπουρζοαζίας1. Έτσι, εύκολα υπάκουσε στις φωνές των «πατριωτών» του Γαλλικού Σωβινισμού, που φωνάζαν «προς τον Ρήνον», και αποφάσισε τον πόλεμο. Πρόφαση εστάθηκε η διαδοχή του Ισπανικού θρόνου, διά τον οποίον ήταν υποψήφιος ο Πρώσσος πρίγκηψ Λεοπόλδος Χοεντζόλλερ.

Αν και ο βασιλεύς της Πρωσσίας Γουλιέλμος υπεχώρησε και διέταξε τον πρίγκηπα να παραιτηθή του Ισπανικού θρόνου, όμως η Γαλλία επέμεινε, ώθησε τα πράγματα και ο Γαλλογερμανικός πόλεμος εκηρύχθη τον Αύγουστο 1870.

Ο πόλεμος εστάθηκε ολιγόχρονος. Μετά ένα μήνα οι Πρώσσοι είχαν σπάσει τη Γαλλική παράταξη, κατά μήκος των Ανατολικών συνόρων της Γαλλίας, και έπιασαν αιχμάλωτο και αυτό τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα τον Γ΄ (Σεπτέμβριος 1870). Το Παρίσι πολιορκείται.

Στο άκουσμα της καταστροφής, ο Γαλλικός λαός επαναστατεί, συναθροίζεται εις την πλατεία της Ομονοίας και τραβάει για τη Βουλή. Ο Μπλαγκή οδηγεί ένα μέρος του λαού, τα μέλη των Επαναστατικών εταιρειών είνε παρόντα. Του Επαναστατικού προλεταριάτου η θέλησις εκδηλώνεται καθαρά. Δεν θέλει αλλαγή κυβερνήσεως, θέλει αλλαγή συστήματος, θέλει Κομμούνα, θέλει δηλ. ο δήμος (Γαλλικά Κομμούνα) ν’ αναλάβη την διοίκηση των Παρισίων, και να φέρη την ισότητα των πολιτών. Αυτόνομη διοίκηση κάθε δήμου και ελεύθερη Ομοσπονδία των Δήμων με σοσιαλιστική πολιτική, το σύστημα του «ελευθέρου Δήμου», της Κομμούνας, αυτό θέλει ο λαός ως σύστημα Τοπικής και Γενικής Κυβερνήσεως.

Η προσφυγή αυτή προς τον Δήμον, ως μονάδα της πολιτικής συγκροτήσεως δεν ήταν μόνον αποτέλεσμα της Επαναστατικής παραδόσεως και του Επαναστατικού ρόλου που έπαιζεν ο Δήμος στις προηγούμενες Επαναστάσεις (Α΄ Κομμούνα του 1793, και Επαναστάσεις του 1830 και του 1848) δεν ήταν μόνον αποτέλεσμα της Φεδεραλιστικής (Ομοσπονδιακής) διδασκαλίας του Προυδών, η οποία στη Γαλλία είχεν επηρεάση δυνατά τότε όλα τα πνεύματα, αλλά ήταν και κάποια ανάγκη. Όπως παρατηρεί ο Bourguin2 «οι Επαναστάτες είχαν να δράσουν μέσα σε κοινωνίαν η οποία πολιτικώς είχεν αποσυντεθή». Τον επισιτισμό, την περίθαλψη και την στρατολογία την είχαν οργανώσει οι δήμοι. Το Κράτος ήταν ανύπαρκτο, στις πολιτικές αυτές λειτουργίες.

Αλλά το Επαναστατικό προλεταριάτο δεν ημπόρεσε να επικρατήση. Επεκράτησαν «οι δικηγόροι δημοσκόποι» όπως λέγει ο Μαρξ3 και ο λαός μπαίνοντας στη Βουλή, εκατάργησε τη δυναστεία και ανεκήρυξε τη Δημοκρατία με προσωρινό αρχηγό το στρατιωτικό διοικητή Παρισίων το στρατηγό Τροσσύ, και κυβερνήτες («Κυβέρνησις της Εθνικής Αμύνης») τους ψευτοδημοκράτες Φαβρ, Φερρύ, Θιέρσο κλπ. (4 Σεπτεμβρίου 1870).

Η Κυβέρνησις, αν και ωνομάσθη Κυβέρνησις της Εθνικής Αμύνης, από την πρώτη στιγμή εσκέφθη να συνθηκολογήση με τους Γερμανούς, επειδή εφοβείτο την εξέγερση του λαού, τας σοσιαλιστικάς διδασκαλίας, την Κομμούνα. Οι οπαδοί της Κομμούνας –οι Κομμυνάρδ, όπως ελέγοντο– αμέσως εννόησαν τον αισχρό ρόλο τον οποίον ετοιμάζοντο να παίξουν οι Δημοκράται της Εθνικής Αμύνης, προτιμώντες να παραδώσουν τη Γαλλία εις τον Βίσμαρκ παρά εις την Κομμούνα. Εσκέφθησαν ότι ώφειλαν να πολεμήσουν, να ζητήσουν εξακολούθηση του πολέμου, χάριν της Αμύνης, της αληθινής Αμύνης, της Αμύνης της Επαναστάσεώς των. Το εθνικόν καθήκον συνέπιπτε, όπως παρατηρεί ο Μαρξ, με το Επαναστατικό καθήκον. «Νίκη των Παρισίων κατά των Πρώσσων θα εσήμαινε νίκη του Γάλλου εργάτου κατά του Γάλλου καπιταλιστού»4.

Τρία πράγματα αξιοσημείωτα εζήτησε ο λαός τότε από την Κυβέρνηση. Ενεργό εξακολούθηση του πολέμου, γενικό εξοπλισμό του λαού (εθνοφυλακή) και δικαίωμα των εθνοφυλάκων να εκλέγουν τους αξιωματικούς των. Τα δύο τελευταία ήσαν τα μόνα με τα οποία ο λαός θα ηδύνατο να χαλιναγωγή την Κυβέρνηση και στην κατάλληλη ευκαιρία να επιχειρήση την Επανάσταση.

Αλλά η Κυβέρνηση κάθε άλλο παρά πιστή έμεινε εις τας υποσχέσεις της 4 Σεπτεμβρίου 1870. Η μπουρζοαζία εννοεί τον κίνδυνο εκ των σοσιαλιστικών ιδεών, σε εποχή κοινωνικής αποσυνθέσεως και με το λαό εξωπλισμένο.

Η άμυνα της Γαλλίας κάθε άλλο είνε παρά εις το ύψος της, αι ήτται εξακολουθούν, ο λαός κοροϊδεύεται με την δήθεν επέμβαση της Αγγλίας και των ουδετέρων Κρατών εις τας αυλάς των οποίων εβγήκε δια διπλωματική περιοδεία ο Θιέρσος.

Ο λαός αρχίζει να ερεθίζεται. Η διοίκηση της Εθνοφυλακής συνεννοείται με τους Επαναστατικούς Συλλόγους, οι αξιωματικοί της Εθνοφυλακής εκλέγονται από τους συμπαθούντας εις τας Επαναστατικάς ιδέας των τριών διαφόρων Επαναστατικών εταιρειών, Γιακωβίνων, Μπλαγκιστών και Διεθνιστών (της Α΄ Διεθνούς).

Την 31 Οκτωβρίου ο λαός ορμά εις το Δημαρχείο, αποπειράται να ανακηρύξη τη Δημοτική αρχή εις Κυβέρνηση Παρισίων. Αλλά η απόπειρά του αποτυγχάνει. Η Κυβέρνηση διατηρείται. Ο λαός των Παρισίων διαδηλώνει τη θέλησή του να μη παραδοθεί εις τους Γερμανούς.

Τότε η Κυβέρνησις αρχίζει την καταδίωξη. Κλείνει τους Επαναστατικούς συλλόγους. Επικαλείται τον πατριωτισμό του λαού, πολιορκουμένου από τους Γερμανούς, συκοφαντεί τους Επαναστάτας και ζητεί δημοψήφισμα διά την έγκριση της πολιτικής της. Το δημοψήφισμα ενεργείται τέλος Νοεμβρίου. Πλείστοι απέχουν της ψηφοφορίας. Η Κυβέρνησις αρκείται εις τας ψήφους που έλαβε διά να καταδιώξη τους Επαναστατικούς Συλλόγους. Ο λαός απαντά με συμπλοκάς και μάχας κατά των αντιδραστικών στρατηγών. Εις την επίκληση του πατριωτισμού απαντά αποκαλύπτων την ένοχον αμέλεια της Κυβερνήσεως κατά του εχθρού και την προσπάθεια να πολεμήση το λαό. Η εθνοφυλακή αποφασίζει δύο εξόδους εκ των Παρισίων και ενεργεί αυτάς αλλά ματαίως. Ζητεί δημοτικάς εκλογάς, η Κυβέρνησις υπόσχεται, αλλά δεν κάνει τίποτε. Την 22 Ιανουαρίου συνέρχονται όλα τα τμήματα των μυστικών επαναστατικών συλλόγων των Παρισίων, σκέπτονται να καταλάβουν το Δημαρχείο, να καταλάβουν την εξουσία εις το Παρίσι. Το 101 σύνταγμα πηγαίνει με το μέρος του λαού.

Η Κυβέρνησις αποφασίζει την πλήρη καταστολή της Επαναστάσεως, ψηφίζει έκτακτα μέτρα, αυστηρή λογοκρισία, παύει εφημερίδες, ιδρύει έκτακτα δικαστήρια. Αλλ’ ο λαός είναι ωπλισμένος και ωργανωμένος στρατιωτικώς εις την εθνοφυλακή, η οποία διοικείται δημοκρατικώς. Αντιδρών εις τα καταδιώξεις ιδρύει την «Κεντρική Επιτροπή», δηλαδή επιτροπή στρατιωτών - εθνοφυλάκων αντιπροσώπων των λόχων και των διαφόρων μονάδων της εθνοφυλακής. Η επιτροπή αυτή εν συνεργασία με τας Επαναστατικάς Εταιρείας αποφασίζει ν’ αμυνθή σοβαρώς κατά της Κυβερνήσεως. Εν τω μεταξύ η Κυβέρνηση την 28 Φεβρουαρίου δημοσιεύει την απόφασή της να συνθηκολογήση με τους Γερμανούς, ενεργεί δ’ αμέσως εκλογάς και η Συνέλευσις που προέκυψε και η οποία αποτελέσθη από 200 δημοκρατικούς και 400 μοναρχικούς, εγκρίνει διά ψηφίσματός της την 1 Μαρτίου 1871 την κλεισθείσαν ειρήνη και εκλέγει τον Θιέρσο Ποσωρινόν Πρόεδρο του Κράτους, αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας με την επιφύλαξη να ορισθή αργότερα η μορφή του πολιτεύματος. Αλλά το Παρίσι δεν δέχεται να υποταχθή, εννοεί να αμυνθή και κατά των Γερμανών και κατά της εμμέσου συμμάχου των, της Κυβερνήσεως της «Εθνικής Αμύνης».

Οι εθνοφύλακες συρρέουν εις τα Επαναστατικάς Εταιρείας και αρχίζουν να οργανώνουν την αντίσταση. Εν τω μεταξύ ο Τροσσύ παραιτείται από τη θέση του στρατιωτικού διοικητού των Παρισίων και αντί αυτού διορίζεται ο αντιδραστικός μοναρχικός στρατηγός Vinoy. Η καταδίωξη εντείνεται. Η Κυβέρνηση δούλη της μεγάλης πλουτοκρατίας των χρηματιστών και ιδιοκτητών οικιών, εισηγείται νόμον περί λήξεως του δικαιοστασίου και ενοικιοστασίου. Αυτό εξήγειρε τον κόσμο των Παρισίων. Διά προγενεστέρου νόμου είχεν ανασταλή η λήξις όλων των εμπορικών γραμματίων και η πληρωμή των καθυστερουμένων ενοικίων. Η εισαγωγή νόμου, ο οποίος εκήρυττε τη λήξη των αναστολών αυτών εσήμαινε την καταστροφή των μικρεμπόρων, την αθρόα χρεωκοπία και το ξεσπίτωμα όλου του πτωχού πληθυσμού των Παρισίων. Ο λαός αποφασίζει να αντισταθή εις την Κυβέρνηση. Η δυστυχία και η απειλή της εισβολής κορυφώνουν την οργή του.

Ο Θιέρσος θέλει να προλάβη το κίνημα, αποπειράται να αφοπλίση την εθνοφυλακή, η οποία αποτελείτο από τον εξωπλισμένο λαό, του οποίου μέγα μέρος ήσαν προλετάριοι και μικροαστοί. Στέλνει την 17 Μαρτίου το στρατηγό Λεκόντ διά να κλέψη κρυφά τη νύκτα τα πυροβόλα της εθνοφυλακής. Η απόπειρα αποτυγχάνει. Στρατός και λαός επαναστατούν. Οι στρατιώτες του Λεκόντ πηγαίνουν με το μέρος των Επαναστατών, οι στρατηγοί Λεκόντ και Θωμάς συλλαμβάνονται και φονεύονται από το λαό. Η Κυβέρνηση φοβισμένη εγκαταλείπει το Παρίσι και αποχωρεί εις τας Βερσαλλίας.

Στρατός και λαός την επομένη 18 Μαρτίου 1871 καταλαμβάνουν το Δημαρχείο και ανακηρύττουν την Κομμούνα με προσωρινήν Επιτροπή από «Διεθνιστάς» και Μπλαγκιστάς, τους Βαρλέν, Ζιούρδ, Eudes, Δυβάλ, Ριγώ, Ασσί, Combaz.

Η επιτροπή δανείζεται αμέσως 1 εκατομμύριο φράγκα, από την «Τράπεζα της Γαλλίας» διά να πληρώση τους μισθούς των εθνοφυλάκων και προβαίνει αμέσως εις τας εξής ενεργείας:

Καταργεί αμέσως τα έκτακτα μέτρα και τα έκτακτα δικαστήρια, επιτρέπει την ελευθέρα συζήτηση, επιτρέπει το άνοιγμα των διαφόρων πολιτικών συλλόγων και προκηρύσσει εκλογάς δημοτικάς διά την 22 Μαρτίου 1871. «Πολίται», λέγει σε μια προκήρυξη «το Παρίσι και η Γαλλία, ας βάλουν τας βάσεις μιας Δημοκρατίας με όλας τας συνεπείας της, της μόνης Κυβερνήσεως που θα φέρη τέλος εις τας επιδρομάς και τους εμφυλίους πολέμους. Ο λαός των Παρισίων καλείται να εκλέξη τους δημοτικούς άρχοντας. Στρατιώται, εθνοφύλακες, μας αναθέσατε να οργανώσουμε την άμυνα των Παρισίων και των δικαίων σας. Έχουμε τη συνείδηση ότι εξεπληρώσαμε την αποστολήν αυτή. Βοηθούμενοι από το ευγενές θάρρος σας και την αξιοθαύμαστη ψυχραιμία σας, εδιώξαμε την Κυβέρνηση, που μας επρόδιδε. Η εντολή μας τελειώνει εδώ, σας την καταθέτουμε, διότι δεν θέλουμε να πάρουμε τη θέση εκείνων που ο λαϊκός άνεμος ανέτρεψε».

Η Κομμούνα των Παρισίων προκαλεί ενθουσιασμό και εις άλλας πόλεις, εις την Μασσαλία, Λυών, αλλά η Επανάσταση δεν επιτυγχάνει και εκεί, η Κυβέρνηση την κατανικά και έτσι η Κομμούνα των Παρισίων μένει μόνη.

Ενεργούνται αι εκλογαί. Επί 94 δημοτικών συμβούλων των 20 τμημάτων των Παρισίων εκλέγονται 15 πλουτοκράται και οι λοιποί ριζοσπάσται, μικροαστοί και Επαναστάται, των διαφόρων Επαναστατικών τάσεων. Μεταξύ αυτών εκλέγονται και οι γνωστοί Ζιούρδ, Τριδόν, Βαρλέν, Βαγιάν, Πυά, Ασσί, Δελκλύζ, Φράγκελ, Μπενοά, Μαλόν, Μπλαγκή, Βερμορέλ και άλλοι, που έπαιξαν τόσο ρόλο και τότε και αργότερα εις την προλεταριακή κίνηση. Εκλέγεται η Εκτελεστική Επιτροπή κατά πλειοψηφία από Επαναστατικά στοιχεία και αρχίζει το Επαναστατικό της έργο.

Πριν να ίδωμεν τι έκαμε η Κομμούνα, ας ίδωμεν τι ειμπορούσε να κάμη. Η Επιτροπή και το Συμβούλιον της Κομμούνας απετελείτο κατά το πλείστον από εργάτας, απείρους τότε εις ζητήματα διοικήσεως και οργανώσεως. Υπαλλήλους δεν είχε καθόλου. Οι υπάλληλοι εμποϋκοτάρισαν την Επανάσταση και ανεχώρησαν με την Κυβέρνηση εις τας Βερσαλλίας. Η «Κεντρική Επιτροπή» είχε γνώμην ανεξάρτητο απέναντι της Δημοτικής αρχής. Τα μέλη της Κομμούνας ήσαν οπαδοί διαφόρων ιδεολογιών. Μόνον τα μέλη της «Διεθνούς» ακολουθούσαν πολιτικήν ιδεολογία ωρισμένη και σαφή. Τα άλλα μέλη είχον τις πλέον διάφορες ιδεολογίες, από του αυστηρού γιακωβινισμού του 1793 μέχρι του φεδεραλισμού των Γιρονδίνων της μεγάλης Γαλλικής επαναστάσεως και του αναρχικού φεδεραλισμού του Προυδών και του Μπλαγκισμού. Ακόμη περισσότερο δεν είχε μέσα, ενώ είχε να πολεμήση την εσωτερικήν αντίδραση, την Κυβέρνηση των Βερσαλλιών και τον εξωτερικόν εχθρό. Μ’ όλα ταύτα εσυμφώνησε με τους Γερμανούς να μην εισέλθουν εις το Παρίσι, και να περιορισθούν εις ένα προάστειο και εχάραξε ουδετέρα ζώνη μεταξύ Παρισίων και εχθρού, ωργάνωσε δε και την εθνοφυλακή.

Πρώτον έργο της μετά τας εκλογάς ήτο η κατάργησις του μονίμου στρατού. Ανεγνωρίσθη μόνον η εθνοφυλακή.

Έπειτα άρχισε την εργασία της ανασυγκροτήσεως της οικονομίας των Παρισίων και ωργάνωσε τας διαφόρους υπηρεσίας. Εξέλεξε (29 Μαρτίου) την Εκτελεστικήν Επιτροπή, η οποία απετελέσθη από τους Eudes, Τριδόν, Βαγιάν, Δυβάλ, Πυά, Μπερζερέ και Βρισσάκ, ο οποίος έγεινε και γραμματεύς της, και δέκα άλλας Επιτροπάς για τη διοργάνωση των διαφόρων υπηρεσιών, δηλ. των οικονομικών, των στρατιωτικών, της δικαιοσύνης, της δημοσίας ασφαλείας, του επισιτισμού, της εργασίας, της βιομηχανίας, των εξωτερικών σχέσεων, της παιδείας και των δημοσίων υπηρεσιών. Επί κεφαλής κάθε επιτροπής ωρίσθη ένα μέλος εκ της Εκτελεστικής Επιτροπής ή της Κομμούνας. Έτσι ο τραπεζικός υπάλληλος Ζιούρδ ωρίσθη επί των Οικονομικών, ο Κλυζερέ επί των στρατιωτικών, ο Προτώ επί της δικαιοσύνης, ο Ριγκώ επί της δημοσίας ασφαλείας, ο Βιάρδ επί του Επισιτισμού, ο «διεθνιστής» Φράγκελ της εργασίας και της βιομηχανίας, ο «διεθνιστής» Βαγιάν της παιδείας, ο Γκρουσσέ των εξωτερικών σχέσεων, ο Αντριέ των δημοσίων υπηρεσιών. Αμέσως μετά την εκλογή της η εκτελεστική επιτροπή εξέδωκε προς το λαό προκήρυξη, η οποία υπογράφετο ακόμη και από την εκτελεστική επιτροπή των εργατικών σωματείων Παρισίων, την οποία αποτελούσαν τότε οι εργάται Καμελινά, Descamps, Εβέτ, Γκαλά, Haan, Αμέλ, Jame, Σταλεμάν, Λεβή, Pindy, Ποττιέ, Rouveyrolles, Spötler, Theisz και Βερή. Η προκήρυξη αυτή έλεγε: «Συμπολίται: Η ανεξαρτησία της Κομμούνας είνε η εγγύησις συμβολαίου του οποίου οι όροι, που έχουν ελεύθερα συζητηθή και που έχουν γίνει δεκτοί ελεύθερα, θα εξαφανίσουν τον ανταγωνισμό των τάξεων και θα εξασφαλίσουν την κοινωνικήν ισότητα. Δι’ αυτής θα οργανωθή η δημοσία πίστις, αι ανταλλαγαί των ειδών, οι συνεταιρισμοί, η δωρεάν παροχή απολύτως ελευθέρας και λαϊκής εκπαιδεύσεως, η υγιεινή, η στατιστική κλπ.».

Έτσι συνεργαζόμενη ελεύθερα από τη μια μεριά με τα εργατικά σωματεία και από την άλλη με την «Κεντρική Επιτροπή» της εθνοφυλακής, άρχισε την εργασία της η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμούνας.

Η δυστυχία του λαού ήτο μεγάλη. Πάρα πολλοί εργοστασιάρχαι εγκατέλειψαν τα εργοστάσιά των ή τα έκλεισαν. Η οικονομία της χώρας δεν ήτο ακόμη η μεγάλη καπιταλιστική οικονομία. Το μικρεμπόριο και η βιοτεχνία ήσαν η κυριωτέρα ασχολία των κατοίκων.

Ως πρώτο μέτρο για την ανακούφιση της δυστυχίας η Κομμούνα εξέδωσε διάταγμα περί αναστολής πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών και ενοικίων. Επίσης απηγόρευσε την πώληση των πραγμάτων, που είχαν κατατεθή εις το ενεχυροδανειστήριο ως ενέχυρα, και διέταξε να επιστραφούν δωρεάν τα ενέχυρα, τα οποία είχον λήξει προ του Σεπτεμβρίου 1870. Κατέσχεσε δε τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια τα οποία παρέδωσε εις τα εργατικά σωματεία διά να εργασθούν. Κατέσχεσε επίσης και μερικάς περιουσίας, ιδίως ασφαλιστικών εταιρειών. Επειδή δε δεν είχε χρήματα εδανείσθη επανειλημμένως από την «Τράπεζαν της Γαλλίας».

Παρ’ όλας τας δυσκολίας ο Βιάρδ κατώρθωσε να οργανώση με μεγάλη επιτυχία τον επισιτισμό και να ελαττώση τας τιμάς των τροφίμων. Από της 25 Απριλίου (Διατ. 2 Απριλίου) επετράπη η εξαγωγή εμπορευμάτων από το Παρίσι εκτός τροφών και πυρομαχικών και η εισαγωγή τοιούτων. Η επιτροπή του επισιτισμού υπό τον Βιάρδ ηγόρασε χονδρικώς άλευρα, τα οποία παρεχώρησε εις τους αρτοποιούς και ώρισε τιμή του άρτου πολύ μικρότερη και με κέρδος των αρτοποιών λογικό. Με τη συνεργασία δε του Φραγκέλ εβελτίωσε και την τύχη των αρτοεργατών απαγορεύσας τη νυκτερινήν εργασία. Ανάλογα επέτυχε με το κρέας, του οποίου η πώλησις ενηργείτο μόνον διά των πρατηρίων Παρισίων. Ο έλεγχος της παραγωγής και διανομής ενηργείτο διά των επιτροπών των οικονομικών και της δημοσίας ασφαλείας. Επίσης εχορηγήθη εις τους εργατικούς συνεταιρισμούς και τα σωματεία η αποκλειστική κατασκευή των ενδυμάτων. Αι ώραι εργασίας ωρίσθησαν εις 10 διά κάθε εργασίαν.

Θαυμάσια ωργάνωσε την παιδεία ο Βαγιάν. Άνοιξε σχολεία, παρέδωσε την εκπαίδευση εις τους συλλόγους των διδασκάλων, κατέστησε προσιτά τα μουσεία, τας βιβλιοθήκας και τα καλλιτεχνικά ιδρύματα, απαγορεύσας κάθε ανάμιξη των κληρικών.

Ο Ζιούρδ ωργάνωσε τα οικονομικά, με διαφόρους επί της πολυτελείας φόρους με την εθνικοποίηση των περιουσιών των Μοναστηρίων και με τον κανονισμό του νομίσματος. Διευθυντή του Νομισματοκοπείου της Κομμούνας διώρισε το σιδηρουργό εργάτη Καμελινά.

Λαμπρά επίσης ωργάνωσε τα ταχυδρομεία ο εργάτης σοσιαλιστής Theisz, ο οποίος διωρίσθη διευθυντής. Άνοιξε νέα γραφεία, ετακτοποίησε τη διανομή της αλληλογραφίας και αύξησε τους μισθούς των διανομέων.

Η Κομμούνα δεν υστέρησε και εις άλλα έργα. Διά Διατάγματος από 1 Απριλίου ώρισε εις 6000 δραχμάς το χρόνο, τον ανώτερο μισθό των μελών της Κομμούνας και των εργατών. Εκήρυξε το χωρισμό του Κράτους από την Εκκλησία (Δ. 2 Απρ.). Απηγόρευσε κάθε σύλληψη πολίτου, χωρίς να υπάρχη τακτικό ένταλμα του οποίου η έκδοσις έπρεπε να δικαιολογείται (Δ. 14 Απρ.). Κατήργησε τον όρκο των δημοσίων υπαλλήλων και μαρτύρων. Έθεσε τας βάσεις της οργανώσεως αιρετών δικαστηρίων (Δ. 27 Απρ.), εγκρέμισε τη στήλη της πλατείας Vendôme, έμβλημα της νίκης του Ναπολέοντος Α΄ με τη δικαιολογία «ότι τέτοια μνημεία εξάπτουν τα μίση μεταξύ των λαών», και ώρισε την Κόκκινη Σημαία «Τη Σημαία της Παγκοσμίου Δημοκρατίας» όπως έλεγε το Διάταγμα, ως σημαία της Κομμούνας, και την παραμονή της πτώσεώς της είχεν αρχίσει τη συζήτηση της εγκαθιδρύσεως του γάμου επί βάσεων ελευθερωτέρων.

Δύο μήνας που διετηρήθη η Κομμούνα έκαμε μεγάλο αληθινά έργο. Εμετρίασε πολύ τη δυστυχία των πολιτών, εκράτησε μακρυά από το Παρίσι τον εχθρό, ωργάνωσε τας υπηρεσίας, τας οποίας είχεν εξαρθρώση η πολιτική του Θιέρσου, ανύψωσε την παιδεία, εισήγαγε πλείστας προόδους και ενέπνευσε την εμπιστοσύνη των προλεταρίων και του πτωχού λαού.

Αλλά το έργο της είνε ακόμη μεγαλείτερο όταν ληφθούν υπ’ όψιν αι δυσχέρειαι εις τας οποίας ευρέθη, δυσχέρειαι πολύ μεγάλαι, δυχέρειαι όχι μόνον εξωτερικαί αλλά και εσωτερικαί.

Δεν υπήρχε τύπος θεσμού, που να συγκεντρώνει τη στρατιωτική εξουσία με την εργατική. Δεν υπήρχε τότε ο τύπος των Σοβιέτ. Η «Κεντρική Επιτροπή» ήρχετο εις προστριβάς με την Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμούνας. Η δράσις των εργατικών σωματείων, τα οποία δεν είχον ακόμη καθαρά τον τύπο των επαγγελματικών συνδικάτων ήτο δευτερεύουσα. Ακόμη δεν υπήρχε κεντρική ομαδική δράση καθωρισμένη, ιδεολογίας. Αι επαναστατικαί εταιρείαι αι οποίαι επηρέαζον την Κομμούνα ήσαν διαφόρων ιδεολογιών. Και τα κινήματά της επομένως ήταν πολλές δορές σπασμωδικά5.

Ο Πυά εις το φύλλο «Εκδικητής» εκηρύσσετο υπέρ βιαίων μέτρων. Οι αστοί και τα μικροαστικά μέλη της Κομμούνας αντιδρούσαν. Ο στρατός ήταν ελεύθερος στη δράση του. Συχνά αυτοβούλως ενεργών ήρχετο σε σύγκρουση ακαίρως με το στρατό των Βερσαλλιών, έστρεφε εκεί την προσοχή της Εκτελεστικής Επιτροπής και ανέτρεπε έτσι τα σχέδια της κομμούνας ή έφερεν εμπόδια. Εξ άλλου ο ενθουσιασμός των πρώτων ημερών περιωρίσθη μόνον εις τους εργάτας. Η πλειοψηφία των ριζοσπαστών μικροαστών δεν εδέχετο τα άκρως δημοκρατικά σχέδια της κομμούνας και αντιδρούσε παθητικώς φοβούμενη τη δύναμη των πτωχών και των προλεταρίων. Άρχισε να εμποδίζη την σύγκληση των συνεδριάσεων με το να απουσιάζη. Την Κομμούνα αποτελούσε πλέον η επαναστατική μειοψηφία. Αυτή μόνον απεφάσιζε. Η εκτέλεση των έργων της ήτο δύσκολος. Οι υπάλληλοι της έλειπον. Ο Θιέρσος από τας Βερσαλλίας εκδίδει και αυτός διάταγμα αναστολής των λήξεων των χρεών και των ενοικίων και πραΰνει έτσι την αντίδραση των μικροαστών, οι οποίοι είχον συμμαχήσει με το προλεταριάτον εις την ανακήρυξη της Κομμούνας. Το προλεταριάτον είχε μικροαστική ψυχολογία, εστερείτο επαναστατικού πνεύματος. Από το άλλο μέρος οι πλουτοκράται και ο κλήρος αντιδρούν με λύσσα χρησιμοποιώντας την ελευθερία του τύπου, του λόγου και των συναθροίσεων.

Εις όλα αυτά προστίθενται και αι εξωτερικαί δυσκολίαι. Το Παρίσι είνε αποκλεισμένο από τη Γαλλία, τα στρατεύματα των Βερσαλλιών του επιτίθενται. Οι Γερμανοί το πολιορκούν. Δεν ήτο δυνατόν παρά να καμφθή η Επανάστασις.

Η Κυβέρνηση Θιέρσου από της αποχωρήσεώς της από το Παρίσι αποφασίζει να καταστείλη την επανάσταση, με κάθε τρόπο. Όπως έλεγε στις 19 Μαρτίου φίλος του Θιέρσου «είδα τον κ. Θιέρσο, δεν ξέρει τι θέλει, το θέλει όμως πάρα πολύ». Ήθελε να καταστείλη την Επανάσταση, να την πνίξη στο αίμα6. Άρχισε δε για το σκοπόν αυτό να συγκεντρώνη το στρατό που του εχρειάζετο. Ήδη, από τις 2 Απριλίου μάχη των Βερσαλλιέζων με την εθνοφυλακή εις την Πύλη Μαγιώ, αποβαίνει υπέρ των Βερσαλλιέζων. Όσοι συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι τουφεκίζονται. Η Κομμούνα διά να προλάβη τη σφαγή, συνέλαβε αιχμαλώτους διαφόρους πλουτοκράτες, αριστοκράτες και κληρικούς των Παρισίων, ως ομήρους, φοβερίζοντας έτσι με αντίποινα την Κυβέρνηση Βερσαλλιών. Και το μέτρον αυτό πραγματικώς συνετέλεσε κάπως, αν και η Κυβέρνησις Βερσαλλιών δεν εκράτησε το λόγο της και πολλές φορές ετουφέκισε αιχμαλώτους. Τους ομήρους αυτούς εσκότωσεν ο λαός τις τελευταίες μέρες απάνου στην πτώση της Κομμούνας. Στις 3 Απριλίου οι Βερσαλλιέζοι παίρνουν το Nanterre και σκοτώνεται ο Φλουράνς, εκινδύνεσε δε σοβαρά και ο Α. Τσιπριάνι.

Αι μάχαι αυταί και τα οικονομικά της Κομμούνας κατέστρεψαν και την πειθαρχία του στρατού. Η Κομμούνα μην έχοντας στρατηγούς δεν μπορούσε ν’ αντισταθή. Απεναντίας ο στρατός των Βερσαλλιών διαρκώς ηύξανε και ενικούσε.

Εις τας 11-12 Απριλίου η Κομμούνα χάνει το Νεγύ, εις τας 29 το Ισσύ, όπου αγωνίσθηκαν ανδρείως οι άνθρωποι της Κομμούνας.

Ο αγών μεταφέρεται σιγά-σιγά μέσα στο Παρίσι. Όταν μετά τις 8 και 9 Μαΐου πέφτουν τα φρούρια Βανβ και Ωτέιγ, ο αγώνας γίνεται στους δρόμους. Στις τελευταίες μάχες 21-26 Μαΐου ο πόλεμος γίνεται στα οδοφράγματα. Πόσον αγωνίσθηκαν οι γυναίκες, οι γυναίκες του προλεταριάτου και τα παιδιά, τα παιδιά των φτωχών απάνου στα οδοφράγματα! Η Κομμούνα δεν μπορεί πειά ν’ ανθέξη και πέφτει. Ο Θιέρσος, που απόκρουσε κάθε πρόταση συνδιαλλαγής διά να αποφευχθή το χύσιμο τόσου αδελφικού αίματος, συνδιαλλαγή που επρότειναν οι δημοκράτες της Συνελεύσεως με επιτροπή, εις την οποίαν είχε μέρος και ο χτεσινός πρωθυπουργός της Γαλλίας Κλεμανσώ, ήθελε αίμα ή ήθελε τέτοια ταπείνωση να κάμη της Κομμούνας, ώστε την ανάγκασε ν’ απορρίψη την πρόταση συμβιβασμού που της έκαμαν οι Μασσώνοι των Παρισσίων. Την απόρριψη της προτάσεως αυτής εδικαιολόγησε προς το λαό με τα εξής ωραία λόγια: «Μια περιφρονητική συγγνώμη και μια ταπεινωτική βοήθεια θα έχουμε από τον Θιέρσο αν νικήση, τι θα φοβηθούμε λοιπόν αν θριαμβεύση;»

Στις 27 Μαΐου η Κομμούνα δεν υπήρχε πειά. Επνίγηκε στο αίμα των εργατών. Είκοσι χιλιάδες ετουφέκισεν ο Θιέρσος και 38 χιλιάδες εφυλάκισε και εξώρισε. Τα εργατικά σωματεία έχασαν το ένα με τ’ άλλο 30% των μελών των στις μάχες με τους Βερσαλλιέζους. Στις 27 Μαΐου μπήκε στο Παρίσι θριαμβευτής ο Θιέρσος. Κατόπι του μπήκαν και οι Γερμανοί που υπόγραψαν τη συνθήκη της Φραγκφούρτης.

Αυτή ήταν η Κομμούνα των Παρισίων. Η ιστορία μιλεί με φρίκη για τα εγκλήματα και την αγριότητα των πλουτοκρατών7 και τις μηχανορραφίες τους με τον εξωτερικό εχθρό εναντίον της επαναστάσεως.

Οι εργάτες θυμούνται με θαυμασμό την εποχήν εκείνη και κάθε χρόνο όλα τα Σοσιαλιστικά κόμματα γιορτάζουν την ημέρα της ανακηρύξεως της Κομμούνας, μνημονεύουν με ευλάβεια τους πεθαμένους συντρόφους και ορκίζονται εκδίκηση. Εφέτος κλείνουν 50 χρόνια από την ημέρα της Κομμούνας των Παρισίων (Μάρτιος 1871). Πόσα διδάγματα παρέχει η ιστορία της Κομμούνας, διδάγματα που θα ακολουθήση κάθε άλλη Προλεταριακή Επανάστασις!

Εις τους δύο μήνες αυτούς η Κομμούνα έδειξε καλά τη γραμμή που πρέπει να ακολουθήση η Κυβέρνηση της εργατικής τάξεως. Εστάθηκε κυβέρνηση, εξουσία τάξεως, της τάξεως των προλεταρίων και των φτωχών εναντίον των πλουτοκρατών. Εθυσίασε τα καλλίτερα παιδιά της για την άμυνα της Επαναστάσεως κατά της αστικής αντιδράσεως. Απέδειξε τιμιότητα στη διοίκηση πρωτοφανή. Με πρωτοφανή ειλικρίνεια κατάστρωσε τους λογαριασμούς του ο Ζιούρδ και τους παρέδωσε στον Θιέρσο. Η Κομμούνα στους δυο μήνες απάνου εξώδευσε 46 εκατομμύρια φράγκα, 30 εισέπραξε από φόρους και 16 εδανείσθηκε από την Τράπεζα. Απόδειξε αυτοθυσία και αφοσίωση στο καθήκον μοναδική, αφιλοκέρδεια, που δεν μπορούν να την αναλογισθούν οι αστοί. Ο Ζιούρδ αν και Επίτροπος των Οικονομικών έτρωγε σε μια ταβέρνα και η γυναίκα του έπλενε η ίδια στο δημοτικό πλυντήριο τα ασπρόρρουχά της. Ο Βαρλέν απέθανε με 300 φρ. περιουσία, την αποζημίωση δηλ. που είχε με το ζόρι δεχτή. Ανάλογα διηγούνται για τον Καμελινά και άλλους.

Έδειξε τέλος την ηθική των εργατών. Η Κομμούνα εστάθηκε «τόσο αγνή» από αιματηρές πράξεις που είνε γιομάτες οι Επαναστάσεις των «ανωτέρων τάξεων» ώστε δεν θα μπορέση κανείς τίποτε να της στιγματίση8. «Το εργατικό στοιχείο», όπως ομολογεί ο κληρικόφρονας Ντρουμόν «έμεινε ανθρωπινό μέσα σ’ όλη αυτή την πάλη, αντίθετα από την αγριότητα που έδειξαν οι αστοί στην πρώτη Γαλλική Επανάσταση».

Η Κομμούνα τέλος έδειξε το δρόμο προς την Επανάσταση.

Ο Μαρξ εις το βιβλίο «Η Κομμούνα των Παρισίων» εις το Κεφάλαιον «η Ιστορική σημασία της Κομμούνας» λέγει τα εξής: «Η κραυγή υπέρ της Κοινωνικής Δημοκρατίας, με την οποία το προλεταριάτο των Παρισίων εχαιρέτισε την Επανάσταση του Φεβρουαρίου (του 1848) εξέφραζε μίαν αόριστη μονάχα τάση προς την δημοκρατία, που θα αντικαταστούσε όχι μονάχα τη μοναρχική μορφή της κυριαρχίας μιας τάξεως, αλλά και αυτή την ίδια την κυριαρχία. Η Κομμούνα υπήρξε θετική πραγματοποίηση της δημοκρατίας αυτής». Και παρακάτω λέγει: «Οι πολλές εξηγήσεις που εδόθησαν για την Κομμούνα και τα πολλά συμφέροντα που εζητούσαν να υποστηριχτούν απ’ αυτήν αποδείχνουν ότι η Κομμούνα είνε πολιτική μορφή που ευνοεί εντελώς την ανάπτυξη κάθε πρωτοβουλίας αντιθέτως προς τις παλαιές μορφές που περιόριζαν κάθε πρωτοβουλία. Το αληθινό μυστικό της ήταν τούτο: ήταν κυρίως κυβέρνηση της εργατικής τάξεως, ήταν το αποτέλεσμα της πάλης μεταξύ της τάξεως που παράγει και της τάξεως που ιδιοποιείται τα προϊόντα του ιδρώτος της εργατικής τάξεως. Τέλος ήταν η πολιτική μορφή κάτω από την οποία ήτο δυνατό να πραγματοποιηθή η χειραφέτησις των εργατών». « Η Κομμούνα ήτο η πραγματική κυβέρνηση του λαού διά του λαού».

Και εις την τρίτη έκδοση του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» (στα 1872) έγραφε μαζί με τον Ένγκελς εις τον πρόλογο: «Η Κομμούνα όπου επί δύο μήνες το προλεταριάτο εκράτησε στα χέρια του την πολιτικήν εξουσία, μας έδειξε ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί να πάρη απλώς το σημερινό μηχανισμό και να τον μεταχειρισθή κλπ.»9.

Ο Λένιν εις πολλά του βιβλία και εις ομιλίες δεν παύει να αναφέρη την Κομμούνα, ως ένα τύπο προλεταριακής Επαναστάσεως,10 τον οποίο εις τας γενικάς του γραμμάς ακολουθεί η Ρωσσική Επανάσταση, με τις διαφορές βέβαια που επιβάλλει ο τόπος, ο χρόνος και οι ιστορικές συνθήκες εις τις οποίες εξελίσσεται.

Ο Κάουτσκυ εις το βιβλίο του «Τρομοκρατία και Κομμουνισμός»11 προσπαθεί να αποδείξη ότι κάθε άλλο παρά προλεταριακή Επανάσταση και τύπος προλεταριακής Επαναστάσεως είνε η Κομμούνα των Παρισίων και, ακόμη, ότι η Ρωσσική Επανάσταση πολύ λίγο μοιάζει με την Κομμούνα. Αναφέρει μία επιστολή του Μαρξ προς τον Ένγκελς γραμμένη το Σεπτέμβριο του 1870 από το Λονδίνο. Εις την επιστολήν αυτή είνε αλήθεια ότι ο Μαρξ δεν είχεν ελπίδα εις την αποτελεσματικότητα μιας προλεταριακής εξεγέρσεως, εκφράζει πολλές επιφυλάξεις και αποδοκιμάζει, όπως είναι φυσικό, τας βιαίας και πραξικοπηματικάς μονάχα μεθόδους των Μπλαγκιστών, αλλ’ όπως παρατηρεί και ο Λένιν, όταν η Κομμούνα επεκράτησε ο Μαρξ όχι μονάχα την υποστήριξε, αλλά και διέκρινε τον αληθινό κομμουνιστικό της σκοπό και χαρακτήρα.

Ο Κάουτσκυ παρατηρεί, ότι μεταξύ Κομμούνας και Ρωσσικής επαναστάσεως υπάρχουν πολύ λίγα κοινά σημεία, ότι η Κομμούνα εβγήκε από τον πόθο της αμύνης της Γαλλίας, ενώ η Ρωσσική Επανάσταση εβγήκε από την απελπισία του Ρωσσικού λαού, και με τις ντεφετιστικές (υπέρ της ήττας) διδασκαλίες των μπολσεβίκων, ότι η Κομμούνα υπήρξε απολύτως δημοκρατική, εις το συμβούλιό της αντιπροσωπεύοντο και οι αστοί, κατάργησε τα έκτακτα στρατοδικεία και έφερε την ελευθερία τύπου, λόγου και συναθροίσεων, εφυλάχτηκε να χύση αίμα, ενώ οι Μπολσεβίκοι έφεραν τη δικτατορία. Είνε αλήθεια ότι αν οι Μπολσεβίκοι ήθελαν να αντιγράψουν λεπτομερώς όλα τα μέτρα της Κομμούνας έπρεπε να αντιγράψουν και το αποτέλεσμά της, την πτώσιν της. Αλλ’ οι Μπολσεβίκοι, εις τις ιστορικές μάλιστα συνθήκες που ευρέθηκαν, δεν εσκέφθηκαν βέβαια να κάμουν πείραμα με την κοινωνική Επανάσταση. Στα 1870 το προλεταριακό στοιχείο έλειπε από τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό εις την έκταση και τη σημασία τη σημερινή. Από το εργατικό κίνημα έλειπε ο πραγματικός οδηγός, ένα γερό και ωργανωμένο πολιτικό εργατικό κόμμα (το κομμουνιστικό).

Από την Επανάσταση του 1871 έλειψε εκείνο που η εποχή δεν μπορούσε να δώση, ο θεσμός εκείνος ο εργατικός που να συγκεντρώνη την εξάσκηση της πολιτικής εξουσίας εις τα χέρια των εργατών. Γι’ αυτό η Επανάσταση του 1871 κατέφυγε εις τους δήμους. Η Ρωσσική Επανάσταση του 1917 εμεταχειρίσθηκε τα Σοβιέτ, τα Σοβιέτ εργατών και στρατιωτών και τα αγροτικά Σοβιέτ των φτωχών χωρικών. Η παλαιά εποχή έδωσε ως όπλο το Δήμο (Κομμούνα). Αυτόν οι Επαναστάται εσκέφθηκαν να μεταχειριστούν κατά του Κράτους, της κυριαρχίας δηλ. των αστών. Και ο Δήμος δεν μπορούσε βέβαια να είναι προλεταριακό συγκρότημα, κατ’ ανάγκην έπρεπε να αντιπροσωπευθούν και οι αστοί. Η Προλεταριακή Επανάσταση του 20ού αιώνος δεν είχε ευτυχώς την αδυναμία αυτή, διότι το όπλον της ήταν τα Σοβιέτ και όχι ο Δήμος. Γι’ αυτό και εδικτατόρησε. Η δικτατορία της εργατικής τάξεως, φάσις αναγκαία της μεταβάσεως της κοινωνίας από την Καπιταλιστική οικονομία εις την Κομμουνιστική12 δεν μπορεί να πραγματοποιηθή παρά μόνον με την Εργατική τάξη ωργανωμένη σε πολιτικούς «τύπους» καθαρώς προλεταριακούς. Τέτοια είναι τα Σοβιέτ. Δικτατορία δεν θα πη αναγνώριση ελευθεριών εις τους αστούς. Η ιδέα των «ελευθεριών» αυτών, σαν κάτι τι που υπάρχει σε κάθε άτομο εκ φύσεως είναι πολύ παληά. Με τη θεωρίαν αυτή η αστική τάξη έκρυβε τώρα τόσα χρόνια την κυριαρχία της. Η εργατική τάξη δεν μπορεί να ψεύδεται. Η εργατική τάξη χρησιμοποιεί τη δικτατορία, την άρνηση δηλ. ελευθερίας των αστών, ελευθερίας που θα υπονόμευε την προλεταριακή εξουσία, για να προχωρήση ανεμπόδιστα εις την κατάργηση των τάξεων. Η δικτατορία αυτή βαστάει όσο και η μεταβατική περίοδος. Είνε και στα χέρια των αστών εν μέρει να συντομεύσουν ή να μακρύνουν την περίοδον αυτή. Με την κατάργηση των τάξεων, την υποχρεωτική όλων εργασία, την κομμουνιστικήν οργάνωση της κοινωνίας δεν υπάρχει πειά δικτατορία του προλεταριάτου, διότι δεν υπάρχει πειά προλεταριάτο και αστοί, υπάρχει μόνον κοινωνία εργαζομένων ανθρώπων ίσων και ελευθέρων, υπάρχει τότε η αληθινή δημοκρατία, που δεν μπορεί όμως να επιτευχθή, αν δεν καμφθή δικτατορικώς από το προλεταριάτο η αστική τάξη. Όπου το προλεταριάτο δεν είναι σε θέση να κάμη τούτο, η Επανάστασή του, βέβαια, δεν μπορεί να γίνη.

Αλλ’ αν διαφέρει η σημερινή Κομμουνιστική Επανάσταση από την Κομμούνα στα παραπάνω αυτά σημεία και δεν μπορεί παρά να διαφέρη, όσον διαφέρει και ο 19ος αιών της Κομμούνας με τον 20όν αιώνα της Ρωσσικής Επαναστάσεως, σε πόσα όμως μοιάζει! Μοιάζει σε κείνα που είνε βασικά θεμέλια του αγώνος. Η Επανάσταση της Κομμούνας, όσον και της Ρωσσίας, δεν μπορούσε παρά να είνε έργο βίας. Έργο του λαού, εκ των κάτω, εξεγειρομένου και επιβάλλοντος την κυριαρχία του. Έργο του ωπλισμένου λαού. Εξοπλισμός του λαού ήταν προαπαιτούμενο της Επαναστάσεως, βιαία κατάληψη της αρχής επίσης. Υποστήριξη της εργατικής πολιτικής εξουσίας με το όπλο στο χέρι κατά των Γερμανών στα 1870, κατά των συμμάχων της Αντάντ στα 1917. Και οδηγία της Επαναστάσεως από ανθρώπους ιδεολόγους, ανθρώπους ανώτερους αναγκών και επιθυμιών. Η φτώχεια και η λιτότης του Βαρλέν, του Ζιούρδ, του Καμελινά, που Επίτροποι όντας έπαιρναν μισθόν εργάτου και ενώ εισάγουν το οκτάωρο για τους εργάτες, αυτοί δουλεύουν για την Κομμούνα 20 ώρες στις 24, επαναλαμβάνεται σήμερα στη Ρωσσία.

Ο Άγγλος φιλόσοφος Βέρτρανδ Ρώσσελ, ο αντιμπολσεβίκος, αλλά τίμιος αυτός άνθρωπος, γυρίζοντας από τη Ρωσσία το καλοκαίρι του 1920 δεν εύρηκε λόγους να εκθειάση την εργατικότητα, την λιτότητα και την τιμιότητα, ενός Λενίν, ενός Τρότσκυ, ενός Τσιτσερίν και των λοιπών αρχηγών13.

Η Κομμούνα εστάθη έργο των εργατών. Οι εργάτες εκυβέρνησαν το Παρίσι. Οι εργάτες απέθαναν στα οδοφράγματα του Παρισιού, ως στρατιώται της εθνοφυλακής, οι εργατικές οικογένειες εθυσιάσθηκαν. Η Κομμούνα και μ’ όλο το μικρό της διάστημα εστάθηκε ωφέλιμη στη Γαλλία. Αυτή εμπόδισε οριστικά την παλινόρθωση της μοναρχίας και του κλήρου και εματαίωσε τα σχέδια του Θιέρσου. Αστός ιστοριογράφος, ο Λεπελετιέ, έγραψε: «Η δημοκρατική Γαλλία του 20ού αιώνος δεν θα μπορούσε να υπάρξη χωρίς την Κομμούνα του 1871»14. Στο κοιμητήριο του Περ-Λαναίζ στο Παρίσι, όπου ετουφεκίσθηκαν οι εργάτες της Κομμούνας είνε γραμμένο στον τοίχο «Ζήτω η Κομμούνα» «Εκδίκηση».

Γιορτάζοντας τώρα επί 50 χρόνια οι εργάτες του κόσμου την ημέρα της Ανακηρύξεως της Κομμούνας, θυμούνται τους νεκρούς της και παίρνουν μαθήματα για το μέλλον των. Αλλ’ η Κομμούνα δεν απέθανε. Ζη στις ψυχές των εργατών όλου του Κόσμου, που περιμένουν την ώρα της Εκδικήσεως.

Ζη στη Μεγάλη Ρωσσία, όπου το ρωσσικό προλεταριάτο αγωνίζεται νικηφόρως. Και ανασταίνεται όλη μέρα και μεγαλείτερη για να ιδρύση αύριο τη Μεγάλη Κομμούνα όλης της ανθρωπότητος.

Σ’ αυτήν στρέφει σήμερα την ελπίδα του το αγωνιζόμενο προλεταριάτο και στη Ρωσσικήν Επανάσταση ορκιζόμενο, υπόσχεται να εκδικηθή γρήγορα τους νεκρούς της Κομμούνας και ν’ απλώση την Κόκκινη Σημαία του στην παθιασμένην ανθρωπότητα.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

1. G. Bourguin, Histoire de la Commune, σελ. 10. K. Marx, La Commune (μεταφρ. Ch. Longuet) προλ. F. Engels, σελ. 36.

2. Histoire de la Commune, σελ. 31.

3. La Commune, σελ. 2.

4. Histoire de la Commune.

5. L. Dubreil, La Commune, σελ. 494.

6. E. Vandervelde, La Commune de Paris, σελ. 5.

7. Βλέπε περιγραφήν από την Louise Michel, που έλαβε μέρος στην Κομμούνα, στο βιβλίο της La Commune, σελ. 261-343, κεφ. 4 «Η εκατόμβη».

8. K. Marx, La commune, σελ. 21.

9. Μαρξ - Ένγκελς, Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, Έκδοσις Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος, Αθήνα, 1919, σελ. ιδ΄.

10. Ν. Λένιν, Το κράτος και η επανάσταση (Αγγλ. μετάφρ.), σελ. 38. Του ίδιου, Τα σύγχρονα προβλήματα της εξουσίας των Σοβιέτ (Αγγλ. μετάφρ.), σελ. 15.

11. Kautsky, Terrorismus und Kommunismus, Berlin, 1919, σελ. 42.

12. Βλ. Μαρξ - Ένγκελς, Κομμουνιστικό Μανιφέστο, Έκδοσις Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος 1919, σελ. 52.

13. Βλ. «The Nation» της 17 Ιουλίου 1920, άρθρον του B. Russel.

14. Ed. Lepelletier, Histoire de la Commune de 1871, σελ. 9.

* Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχ. 3 (Μάρτης 1921) της ΚΟΜΕΠ.

Ο Αριστοτέλης Σίδερις συμμετείχε στο ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ το 1918 και το Φλεβάρη 1922 εκλέχτηκε μέλος της ΚΕ. Ήταν υπέρμαχος της θέσης περί της ανάγκης «μακράς νομίμου υπάρξεως» του Κόμματος, της δυνατότητας συνεργασίας του με αστικά κόμματα και αντιτάχθηκε στην προσχώρησή του στην Κομμουνιστική Διεθνή. Στις αρχές του1923 διαγράφηκε από το ΣΕΚΕ(Κ) για τις οπορτουνιστικές του αντιλήψεις και για τη συμμετοχή του στην ίδρυση του «Συνδέσμου για τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτου», ο οποίος τασσόταν ενάντια στην επαναστατική βία και στην Οκτωβριανή Επανάσταση.